Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αρχείο για Φεβρουαρίου, 2009

Εννιά και ένα πεζά για το τριήμερο

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2009

elgrΤα πεζά αυτά τα ανάρτησα μέσα στην εβδομάδα στον ιστότοπό μου, χάρη στην εθελοντική προσφορά των φίλων συνεργατών του εγχειρήματος ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ. Παραδέχομαι ότι δεν είναι εορταστικά και μέσα στο κλίμα των ημερών (αν και, εδώ που τα λέμε, ποιο διήγημα θα ήταν στο κλίμα του καρναβαλιού; Όταν ξεφαντώνουμε, δεν διαβάζουμε, θαρρώ), αλλά έχουν αρκετό ενδιαφέρον, πιστεύω. Καθώς μέσα στο τριήμερο μάλλον δεν θα μπορέσω να βάλω άλλο ποστ, τα συγκεντρώνω εδώ.

Το “και ένα” δεν το έκανα επίτηδες, για να μιμηθώ τον τίτλο του ποστ της προηγούμενης εβδομάδας, που ήταν “Έξι κι ένα διηγήματα για την Κυριακή”. Εδώ, το ένα πράγματι διαφέρει, αφού είναι το πρώτο μέρος από το μυθιστόρημα “Το στραβόξυλο” που ελπίζω πως θα το δημοσιεύσουμε ολόκληρο, σιγά-σιγά,  σε αρκετές συνέχειες. Επίσης, λέω “πεζά” και όχι διηγήματα, διότι το κείμενο του Γληνού είναι αυτοβιογραφικό, αναμνήσεις από την εξορία. Από γλωσσική σκοπιά, επισημαίνω το διήγημα του Λουντέμη, που έχει πάρα πολλές άγνωστες λέξεις και φράσεις, στα ελληνικά ή στα τούρκικα. Βάλαμε δεκάδες υποσημειώσεις, αλλά πολλές λέξεις/φράσεις έχουν μείνει ανερμήνευτες. Όποιος ξέρει, συμπληρώνει.

Τα περισσότερα κείμενα είναι παρμένα από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Από εκεί είναι και η εικόνα του ποστ, η οποία αρχικά κοσμούσε το διήγημα του Ν. Κατηφόρη.

Λοιπόν, πρόκειται για τα εξής κείμενα:

Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Το φορτηγό για τις Αντίλλες

Κατίνα Παππά: Ο επιθεωρητής

Κατίνα Παππά: Η εκδρομή του Δημητρού

Ε. Κορφιάτης: Ένα ποντίκι με ιδέες

Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος: Η κούκλα

Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος: Το στραβόξυλο (πρώτη συνέχεια)

Μενέλαος Λουντέμης: Οι άνθρωποι που φέρανε την καταχνιά

Νίκος Κατηφόρης: Ο κλέφτης της γαλέτας

Μανώλης Αναγνωστάκης: Εκείνες τις μέρες

Δημήτρης Γληνός: Ο περίπατος του καθηγητή (Μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης)

Καθώς δεν είμαι βέβαιος αν θα κάνω άλλη ανάρτηση μέσα στο τριήμερο, εύχομαι στους φίλους του ιστολογίου να περάσουν πολύ καλά!

Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 3 σχόλια »

Ακόμα χρωστάμε κάτι στη Μιχαλού!

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2009

Πρόκειται για επαυξημένη και ξαναδουλεμένη βερσιόν ενός παλιότερου σημειώματος στο σάιτ.

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας και μάλιστα όταν τις προάλλες ο πρόεδρος των βιομηχάνων Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς. Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Με το σημείωμά μου αυτό έρχομαι να προσθέσω άλλο ένα καρφί στον σταυρό· θέλω να πω, αν ο αναγνώστης περιμένει να μάθει ποια ήταν η Μιχαλού που έδωσε το όνομά της στη φράση και κέρδισε αυτήν την αμφίβολη αθανασία, ας μη διαβάσει παρακάτω. Διαβάζοντας παρακάτω, μόνο να ξεμάθει πράγματα μπορεί.

Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτού ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Φρασεολογικά | Με ετικέτα: | 20 σχόλια »

Ξεσκεπάζω την ψυχοφθόρα βδελυγμία!

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2009

Ξαναδιαβάστε παρακαλώ τη φράση του τίτλου και πείτε μου τι το αξιοπερίεργο έχει. Προσοχή, όχι το νόημά της. Η ίδια η φράση, τα γράμματα που την απαρτίζουν (πιο πολλά δεν μπορώ να πω) έχει κάτι το μοναδικό.

Ξεσκεπάζω την ψυχοφθόρα βδελυγμία

…………..

…………..

……………

…………….

…………….

………………

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Γενικά γλωσσικά, Ψυχαγωγικά | Με ετικέτα: , | 24 σχόλια »

Επιστολή προς είλωτες

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2009

logodspphoto

Δανείζομαι τον τίτλο (και τα σκίτσα) από τη σημερινή (25.2.2009) στήλη του Στάθη Σταυρόπουλου στην Ελευθεροτυπία. Ένας μεταφραστής και αναγνώστης της στήλης του Στάθη, δέχτηκε από μια εταιρεία με την οποία συνεργάζεται, μια επιστολή με την οποία η εταιρεία τον καλεί, πολύ ευγενικά είναι η αλήθεια, να δεχτεί γενναία μείωση των αμοιβών του. Ο Στάθης αφιέρωσε όλη σχεδόν τη στήλη του στην επιστολή, και μπράβο του, γιατί έτσι παίρνει πολύτιμη δημοσιότητα το θέμα. Το κείμενο του Στάθη, μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ. Παραθέτω τον πρόλογο, που μ’ αρέσει:

Όμως κάτι τέτοιο ή αυτό ακριβώς φανερώνει η σημειολογία τής εν λόγω επιστολής. Η οποία βασίζεται σε όλα τα στερεότυπα και τη ρητορική της εποχής μας, αποκαλύπτοντας τη λογική της -εξ όνυχος, για άλλη μια φορά ο λέων. Και τι λέων! μια κατσαρίδα που έχει μεταλλαχθεί σε σκορπιό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Επικαιρότητα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , | 32 σχόλια »

Πρέκνα -και οι ελλείψεις των λεξικών μας

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2009

Για τα λεξικά μας, η λέξη πρέκνα δεν υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε ούτε στον Μπαμπινιώτη, ούτε στου Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, ούτε στο Μέγα του Παπύρου, ούτε στον τρίτομο Σταματάκο, ούτε καν στον 15τομο Δημητράκο.  Αν είναι δικαιολογημένη αυτή η  παράλειψη ή όχι, θα το πούμε μετά.

Τι είναι όμως πρέκνα; Τη λέξη την ξαναβρήκα σε ένα διήγημα του Ιωάννου, Εν ταις ημέραις εκείναις, που ανέβασα τις προάλλες, που μιλάει για τον αφανισμό των Εβραίων:

Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι με πρέκνες στο πρόσωπο δεκατέσσερα με δεκαπέντε χρονώ,

Εδώ η οφθαλμοφανής σημασία είναι φακίδες, αλλά η λέξη περισσότερο χρησιμοποιείται για στίγματα, όπως αυτά της ηλικίας. Στη συζήτηση που έγινε στο φόρουμ Λεξιλογία, μια φίλη πρόσφερε το εξής άριστο παράδειγμα χρήσης, που το άκουσε από μια φίλη της Πολίτισσα:  «Άσε, μεγαλώνοντας γέμισα πρέκνες, εγώ που ποτέ δεν ήμουν πρεκνιάρα». Και συμπληρώνει, η φίλη, “Την πρώτη φορά που μας το είπε την κοιτάγαμε καλά-καλά, τώρα το λέμε κι εμείς”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , | 45 σχόλια »

Ο ισραηλινός Αντρέ Γκλιξμάν

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2009

Σε άρθρο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας μεταφρασμένο από τη Μοντ Ντιπλοματίκ, βρίσκω δυο περιπτώσεις παραπλανητικής μετάφρασης, αν και ενδεχομένως «σωστής». Όλο το άρθρο, που μιλάει για τη Γάζα, μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Θα αρχίσω από την απλούστερη περίπτωση. Πρόκειται για μια περίπτωση «μεταφραστικού τακτ», δηλαδή φροντίδας για τον αναγνώστη, για την οποία έχουν γράψει κι άλλοι παλιότερα. Στην εφημερίδα διαβάζω το εξής:
Πρόκειται για εξόφθαλμη ανα-
λήθεια: οι Παλαιστίνιοι δεν ανα-
γνώρισαν τον γείτονά τους -που εί-
ναι και κατοχική δύναμη από το
1988- και ο αραβικός κόσμος δεν
του έτεινε το χέρι, το 2002, στο
Ισραήλ για εξομάλυνση με αντάλ-
λαγμα την αποχώρησή του από τα
κατεχόμενα εδάφη;

Το έχω χωρίσει έτσι όπως είναι τυπωμένο στις στήλες της εφημερίδας. Στη δεύτερη αράδα, διαβάζω πως οι Παλαιστίνιοι δεν αναγνώρισαν το Ισραήλ, και πρέπει να φτάσω στην ένατη (!) αράδα για να συνειδητοποιήσω ότι μάλλον το αναγνώρισαν και ότι τόση ώρα διαβάζω μιαν αρνητική ρητορική ερώτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Μεταφραστικά | Με ετικέτα: | 10 σχόλια »

Το ραμόνι και τα λουμπέσα

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2009

Τη λέξη «ραμόνι» δεν την έχει κανένα λεξικό. Βέβαια, δεν είναι η μοναδική, κάθε άλλο. Πάρα πολλές λέξεις δεν τις έχουν τα γενικά λεξικά, είτε επειδή είναι πολύ καινούργιες, είτε πολύ παλιές, ή επειδή ανήκουν σε ειδική ορολογία (της πληροφορικής, της ιατρικής, των οικονομικών).

Τότε που είχε γίνει η φασαρία με το λεξικό Μπαμπινιώτη και το λήμμα Βούλγαροι, κάποιος λόγιος, ίσως ο Γεωργουσόπουλος, είχε γράψει ότι ένα λεξικό πρέπει να περιέχει οτιδήποτε έχει μιληθεί στα ελληνικά μέσα στη μακραίωνη ιστορία τους ή κάτι τέτοιο. Η υπερβολή συγχωρείται λόγω της έντασης που επικρατούσε τότε, αλλά μια τέτοια θέση είναι ολοφάνερο λάθος. Ένα γενικό λεξικό δεν μπορεί (και πρακτικά είναι αδύνατο) και δεν πρέπει να συμπεριλάβει τις δεκάδες χιλιάδες λέξεις της ειδικής ορολογίας των επιστημών, ούτε μπορεί να έχει τους εφήμερους όρους της αργκό που γεννιούνται και πεθαίνουν. Την εποχή της φασαρίας για το λεξικό Μπαμπινιώτη, ένας ελληνοκεντρικός (από αυτούς τους πλεονέχτες που έχουν άχτι τον Μπαμπινιώτη γιατί δεν τους έκανε το χατίρι να γράψει ότι το αλφάβητο είναι αυτοχθόνως ελληνικό) είπε εύστοχα ότι «αν πρέπει το λεξικό να έχει ό,τι ειπώθηκε και γράφτηκε, γιατί δεν έχει και τη λέξη ‘φοινικιστής’», υποτιμητικό όρο που χρησιμοποιούσαν οι Δαυλικοί για τους επιστήμονες γλωσσολόγους. Ούτε μπορεί να έχει ένα σημερινό γενικό λεξικό όλες τις λέξεις και όλες τις σημασίες της τρισχιλιετούς, διότι τότε θα έπρεπε να λέει ότι μαλακία σημαίνει «μπουνάτσα» και πολιτική σημαίνει «πόρνη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: | 145 σχόλια »

Παγιέ – Παλαιοκώστας 3-2

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2009

Είχα πει (μέσα μου) όταν έφτιαχνα αυτό το ιστολόγιο πως δεν θ’ ασχολιόμουν με την επικαιρότητα εκτός από τα γλωσσικά, διότι αν σχολιάζεις το κάθε τι ζήτω που καήκαμε, αλλά από την άλλη…

20070715_www000000029_2651_1

Pascal Payet, τρεις φορές στο ελικόπτερο

Τέλος πάντων, ένα θέμα που με εκνευρίζει ιδιαίτερα είναι όταν διαβάζω ή ακούω ότι “μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά”, άσχετο αν αυτό λέγεται επαινώντας ή ελεεινολογώντας την Ελλάδα. Σχεδόν πάντα, μια τέτοια πρόταση δεν αληθεύει και, επιπλέον, λέγεται και αβασάνιστα δηλ. τη λέμε χωρίς να έχουμε στοιχειώδη εποπτεία του αντικειμένου για το οποίο μιλάμε. Είχα ξαναγράψει γι’ αυτό, με αφορμή έναν γλωσσικό μύθο που κυκλοφορεί, ότι τάχαμ ο Εμπειρίκος είχε πει ότι “μόνο στα ελληνικά μπορείς να βάλεις ένα κύμα πάνω στο κύμα” εννοώντας την περισπωμένη, και είχα βρει ότι στα βιετναμέζικα μπορείς να βάλεις δύο!

Και τώρα, με αφορμή την δεύτερη απόδραση του Παλαιοκώστα με ελικόπτερο, διάβασα ίσαμε εκατό φορές από το πρωί ότι μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά. Εεε, όχι.

Γίνονται και στη Γαλλία. Στη Γαλλία, ο Πασκάλ Παγιέ, καταδικασμένος σε 30 χρόνια για την ένοπλη ληστεία χρηματαποστολής στην οποία σκοτώθηκε κι ένας από τους μεταφορείς, έχει αποδράσει επίσης δύο φορές με ελικόπτερο και επιπλέον έχει οργανώσει κι άλλη μια απόδραση φίλων του. Άρα, όχι απλώς ισοφαρίζει τον Παλαιοκώστα αλλά και τον κερδίζει στα σημεία.

Ο Παγιέ απέδρασε πρώτη φορά το 2001. Μετά, το 2003, οργάνωσε την απόδραση φίλων του, πάλι με ελικόπτερο, από την ίδια φυλακή της περιοχής της Μασσαλίας. Σε 20 μέρες τους έπιασαν όλους μαζί.

Το 2007, στις 14 Ιουλίου, τη μέρα της εθνικής γιορτής, απέδρασε ξανά από τη φυλακή υψίστης ασφαλείας της Γκρας (Grasse, πόλη της νότιας Γαλλίας, πρωτεύουσα των αρωμάτων κατά τα άλλα), και πάλι με ελικόπτερο, σε μια εξαιρετικά μελετημένη απόδραση που διάρκεσε όλο κι όλο πέντε λεπτά της ώρας. Μάλιστα, ήταν η πρώτη στα χρονικά απόδραση από αυτή τη φυλακή. Τον έπιασαν τρεις μήνες αργότερα στην Ισπανία. Σήμερα κρατείται σε φυλακή η οποία, για λόγους ασφαλείας, δεν έχει ανακοινωθεί. Όλα αυτά μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ (δίνω τη γαλλική Βικιπαίδεια, αλλά μ’ ένα κλικ βλέπετε και τα αγγλικά).

Οπότε,   προς το παρόν, ο Παλαιοκώστας δεν έχει το ρεκόρ. Και δεν συμβαίνουν “μόνο στην Ελλάδα” αυτά.

Δημοσιεύθηκε στο Επικαιρότητα | Με ετικέτα: | 22 σχόλια »

Μαργαριτάρια, μαργαρίτες, πέρλες: Η ιστορία των λέξεων

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2009

150px-white_pearl_necklaceΚαθώς οι σελίδες μου περιέχουν άφθονο υλικό για μεταφραστικά μαργαριτάρια (μέχρι και ειδική ενότητα, το Κομπολόι του Δραγουμάνου), το βρήκα ταιριαστό να ερευνήσω λίγο την ιστορία της λέξης μαργαριτάρι, τόσο με την κυριολεκτική σημασία της, όσο και τη μεταφορική.

Στην αρχή, έχουμε το αρχαίο μαργαρίτης (ενν. λίθος), αν και δεν είναι ακριβώς εδώ η αρχή-αρχή, αφού η λέξη δεν είναι ελληνική. Το μαργαριτάρι είναι ινδικής αρχής λέξη, αλλά οι Έλληνες το γνώρισαν όταν οι στρατιές του Αλεξάνδρου κατακτούσαν την Περσία, επομένως δανείστηκαν την περσική μορφή της λέξης, marvarit. Κατά σύμπτωση, το τελικό –it, ταίριαζε με τη συνηθισμένη στα πετρώματα και στους πολύτιμους λίθους κατάληξη –ίτης.

Από τον μαργαρίτη προκύπτει, αρκετά νωρίς, με υποκορισμό, το μαργαριτάριον, ενώ υποχωρητικά σχηματίζεται το μάργαρον που σημαίνει το μαργαριτοφόρο στρείδι. Σήμερα μάργαρος ή μάργαρο λέγεται η ουσία που καλύπτει το εσωτερικό πολλών οστράκων, το κοινώς λεγόμενο σεντέφι, που μερικοί το λένε κατά λάθος φίλντισι. Αλλά αν ξεστρατίσουμε προς τα εκεί, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οπότε, γραμμή, λέει ο τιμονιέρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Ιστορίες λέξεων | 14 σχόλια »

Μπακάλης είσαι και φαίνεσαι!

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2009

Η φωτογραφία από το giapraki.com

Η φωτογραφία από το giapraki.com

Εντάξει, πολλές φορές το ‘μπακάλης’ το λέμε υποτιμητικά, για κάποιον που κάνει χονδροειδείς υπολογισμούς και προχειροδουλειές και πιο συχνό ακόμα είναι το ‘μπακάλικος’ ή ‘μπακαλίστικος’ που το λέμε για έναν εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο εργασίας· βέβαια, όταν ο τρόπος αυτός φέρνει αποτελέσματα χωρίς να χολοσκάει για τη θεωρία, μπορεί η λέξη ‘μπακάλικος’ να πάρει και ελαφρώς θετική απόχρωση. Όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτή καθαυτή τη λέξη.

Θα μιλήσω για την τουρκική λέξη bakkal, από την οποία βέβαια προέρχεται και η δικιά μας ελληνική. Ο bakkal ήταν ο μπακάλης, ο παντοπώλης, αλλά στα χωριά της εποχής εκείνης συχνότατα το μπακάλικο ήταν το μοναδικό μαγαζί. Ο bakkal λοιπόν ήταν και λιγάκι πανδοχέας, και λιγάκι σαράφης, και λιγάκι τοκογλύφος.

Στα χωριά της Μικρασίας και της Αιγύπτου, αυτός ο bakkal ήταν σχεδόν πάντα Ρωμιός. Σε ταξιδιωτικούς οδηγούς Μπαίντεκερ της Αιγύπτου πριν από τον πόλεμο, βρίσκει κανείς φράσεις όπως: Στις περισσότερες πόλεις, ο έλληνας bakkal θα σας δώσει ένα απλό δωμάτιο για ύπνο. Στο βιβλίο Cairo and its environs των Lamplough και Francis διαβάζουμε (στη σελ. 91): every village contains one Greekbakkalor grocer-moneylender, παναπεί κάθε χωριό έχει και τον δικό του έλληνα μπακαλοσαράφη. Ως εδώ καλά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: | 18 σχόλια »

Χαμηλό ταβάνι

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2009

Διαβάζω στο κυριακάτικο Βήμα, 22.2.09, για τον τρόπο εκλογής των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ:

Όποιος εκ των προταθέντων συγκεντρώνει το 50% συν μία ψήφο εκλέγεται μέλος της ΚΕ, ενώ εφόσον δεν συμπληρωθεί ο αριθμός γίνεται επαναληπτική ψηφοφορία για όσους δεν συμπλήρωσαν το «πλαφόν».

Καθόλου δεν μ’ ενοχλεί το ξενικό «πλαφόν», βρίσκω μάλιστα και λιγάκι ευχάριστον τον σχεδόν αναχρονισμό να δανειζόμαστε από τα γαλλικά τον 21ο αιώνα, αλλά, αν είναι να φοράμε γαλλικά μεταξωτά, να τα φοράμε σωστά. Διότι, βρε παιδιά του Βήματος, τα ξεχάσατε τα γαλλικά σας; Το πλαφόν είναι το ταβάνι, η οροφή. Πλαφόν στις τιμές των καυσίμων βάζουμε (υποτίθεται), πλαφόν στις αμοιβές και στο εφάπαξ μπαίνει (εξόν κι αν είσαι δικαστικός), πλαφόν στα επιτόκια εξαγγέλλεται, πάντοτε δηλαδή έχουμε ένα ανώτατο όριο.

Αυτό που έχουμε εδώ είναι κάτω όριο, άρα αν θέλετε ντε και καλά γαλλικά είναι όχι πλαφόν, αλλά πλανσέ (δάπεδο), ή μάλλον σέιγ (seuil), αλλιώς κατώφλι ή απλούστατα, όριο.

Δημοσιεύθηκε στο Μεταφραστικά | Με ετικέτα: | 60 σχόλια »

Γενικομανία – Ελληνικούρα, σημειώσατε Χ

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2009

Διαβάζω στην κυριακάτικη Καθημερινή, άρθρο του Τ. Καμπύλη με τίτλο «Μπάχαλοι με κουκούλες σπέρνουν τον τρόμο στα ΑΕΙ». Δεν θέλω να μπω στην ουσία του άρθρου· για τα γεγονότα και την καταδίκη τους δεν χωράει συζήτηση, για την ανάλυση ομολογώ ότι έχω διαβάσει πιο διεισδυτικές σε ιστολόγια (και αυτό δεν το λέω για να παινέψω τη μπλογκόσφαιρα στην οποία εδώ και λίγο καιρό ανήκω).

Όμως θα σταθώ στην κατακλείδα του άρθρου, που θέλει να είναι επίσημη και αποστομωτική -αυτό που οι Γάλλοι λένε lapidaire- αλλά περιέχει δυο κοτσάνες που την κάνουν μάλλον κωμική, τουλάχιστον στα μάτια τα δικά μου. Μιλάει για τους μπάχαλους (τα έντονα στοιχεία δικά μου):

Οι απαντήσεις τους δεν αντέχουν κριτικής. Ο λόγος τους είναι κενός πολιτικής γι’ αυτό και πληρώνεται από τη βία.

Πρώτη κοτσάνα, το γενικομανές δεν αντέχουν κριτικής το οποίο, ειλικρινά, δεν αντέχεται. Έτσι, το «αντέχω» προστίθεται στον κατάλογο των γενικοπαθών ρημάτων (επιδέχομαι, επιμελούμαι, αποποιούμαι, μετέρχομαι και τα λοιπά) δηλαδή των ρημάτων που τώρα τελευταία άρχισαν να τα συντάσσουν με γενική οι διάφοροι νεοκαθαρευουσιάνοι για να ξεχωρίσουν από την πλέμπα, διότι βλέπετε η γενική έχει μια αρχοντιά, ένα στυλ που η αγοραία αιτιατική όσο και να πεις δεν το έχει. Κι όμως,. σύμφωνα με όλα τα λεξικά της νέας ελληνικής (Μπαμπινιώτη, Τριανταφυλλίδη) το αντέχω συντάσσεται με αιτιατική. Οι απαντήσεις τους δεν αντέχουν στην κριτική, στην προκειμένη περίπτωση.

(Και μη μου πείτε ότι στα αρχαία ελληνικά το «αντέχω» συντασσόταν και με γενική και με δοτική, διότι αυτό είναι μεν σωστό αλλά αφενός οι κανόνες της αρχαίας είναι άλλοι και αφετέρου η συγκεκριμένη σημασία του ρήματος και τότε αιτιατική ήθελε: αντέχειν καμάτους βρίσκω στο Λίντελ Σκοτ).

Αλλά φαίνεται ότι επηρεάστηκε ο αρθρογράφος από το βαρύ κι επίσημο «κενός πολιτικής», το οποίο, θαρρώ, τον χαντάκωσε. Από τη μια τον επηρέασε να βάλει τη γενική στο «αντέχω» κι από την άλλη τον έσπρωξε στην καταληκτική ελληνικούρα, ότι ο κενός λόγος των μπαχαλάκηδων «πληρώνεται» από τη βία.

Το οποίο, βέβαια, δεν είναι ακριβώς λάθος, αλλά παραβιάζει έναν θεμελιώδη νόμο της γλώσσας, τον νόμο της προφύλαξης. Θέλω να πω, ο αναγνώστης που το διαβάζει σκέφτεται πρώτα το «πληρώνω», βέβαια, όχι το «πληρώ» και, έστω και στιγμιαία, κάνει τον συνειρμό ότι κάποιοι «πληρώνουν» τους μπάχαλους!

Μιαν επίσημη διατύπωση πήγε να χρησιμοποιήσει ο αρθρογράφος, και το πλήρωσε ακριβά.

Δημοσιεύθηκε στο Κοτσανολόγιο | Με ετικέτα: | 21 σχόλια »

Έξι και ένα διηγήματα για την Κυριακή

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2009

Χαρακτικό της Βάσως (μάλλον Κατράκη) που κοσμούσε το διήγημα "Το φωτεινό τέλος..." του Βασίλη Λούλη στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα

Χαρακτικό της Βάσως (μάλλον Κατράκη) που κοσμούσε το διήγημα "Το φωτεινό τέλος..." του Βασίλη Λούλη στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα

Εντάξει, το παραδεχομαι το “έξι και ένα” του τίτλου είναι κλισέ. Εφτά διηγήματα θα σας προτείνω, όλα από τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, τη συνεργατική προσπάθεια ψηφιοποίησης λογοτεχνικών κειμένων που έχουμε ξεκινήσει εδώ και δεκατέσσερις μήνες. Ωστόσο, τα εφτά διηγήματα μπορούν να χωριστούν πράγματι σε έξι και ένα, από πολλές απόψεις. Λογουχάρη, τα έξι τα είχα ανεβάσει τις προηγούμενες μέρες, το ένα μόνο είναι σημερινό. Ή, τα έξι τα πληκτρολόγησε ο ίδιος συνεργάτης. Ή, τα έξι είναι γραμμένα από λίγο ή πολύ γνωστούς συγγραφείς, ενώ ο συγγραφέας του εβδομου δεν είναι γνωστός. Ή, τα έξι είναι παρμένα από το αριστερό περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, που έβγαινε μετά το 1945, ενώ το ένα είναι αρκετά μεταγενέστερο (αλλά με θέμα την κατοχή κι αυτό).

Κι επειδή πολλά είπα, ιδού τα διηγήματα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 2 σχόλια »

Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2009

Στο Λουξεμβούργο βγαίνει εδώ και μερικά χρόνια, κάθε τρίμηνο, ένα περιοδικό των Ελλήνων που ζουν στο Μεγάλο Δουκάτο, με τίτλο “Το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου”. Το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου, παρεμπιπτόντως, είναι φαινόμενο της ραδιοτεχνίας που δεν θα επιχειρήσω να το περιγράψω, αλλά που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοπαρατηρήθηκε στον ραδιοσταθμό της RTL, νομίζω. Ο τίτλος, παναπεί, είναι λιγάκι παιχνιδάρικος. Το Φαινόμενο αισίως έχει φτάσει στα 18 τεύχη. Τέλος πάντων, στο περιοδικό αυτό κρατάω μια στήλη η οποία στην αρχή ήταν αβάφτιστη αλλά τώρα έχει ονομαστεί “Γλωσσικά φαινόμενα”, τίτλος ελαφρώς παραπλανητικός, μια και δεν εξετάζει γλωσσικά φαινόμενα αλλά μάλλον ιστορίες λέξεων γύρω από ένα κοινό θέμα. Όλα τα κείμενα που έχω γράψει στο Φαινόμενο, τα έχω βάλει στον ιστότοπό μου, εδώ. Το σημερινό άρθρο είναι καινούργιο.

Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων

Λεφτά, νομίσματα, μονέδα, όβολα, παράδες, γρόσια, άσπρα, πεκούνια, τάλιρα, φράγκα, μπικικίνια, ψιλά, μαρούλια, χαρτί, μαλλί, μπαγιόκο

Λεφτά, νομίσματα, μονέδα, όβολα, παράδες, γρόσια, άσπρα, πεκούνια, τάλιρα, φράγκα, μπικικίνια, ψιλά, μαρούλια, χαρτί, μαλλί, μπαγιόκο

Γραμμένο καθώς είναι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, το σημερινό μας σημείωμα θα ασχοληθεί με τον κόσμο του χρήματος και των νομισμάτων. Εννοείται ότι θα κάνουμε διερεύνηση γλωσσική, αν και πρέπει να προειδοποιήσω ότι το θέμα είναι απέραντο, τόσο εκτενές που εύκολα θα μπορούσε να γραφτεί σχετικό βιβλίο.

Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη χρήμα σήμαινε αρχικά κάτι που χρησιμοποιεί ή χρειάζεται κάποιος, και προέρχεται από το απρόσωπο ρήμα «χρη». Κι επειδή τα χρειαζούμενα που έχει κάποιος απαρτίζουν την κινητή περιουσία του, γρήγορα η λέξη «χρήματα» πήρε τη σημασία τη σημερινή· όμως, είχε επίσης και τη σημασία «πράγματα». Έτσι, όταν ο Πλάτωνας λέει «πάντων χρημάτων μέτρων άνθρωπος» εννοεί ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο των πάντων, όταν όμως ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δη χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε βέβαια τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Μια από τις επίκαιρες λέξεις του χρήματος εδώ και αρκετούς μήνες είναι αναμφίβολα η  τράπεζα αφού σε όλο τον κόσμο οι τραπεζίτες ζήτησαν και πήραν απίστευτα ποσά, που ψηλώνει ο νους σαν κάθεσαι να τα λογαριάσεις. Ας δούμε λοιπόν την ιστορία της λέξης. Η λέξη τράπεζα ήταν στα αρχαία τετράπεζα, από τα τέσσερα πόδια που έχει το τραπέζι, αλλά η πρώτη συλλαβή σίγησε κι έπεσε· αυτό το φαινόμενο λέγεται «απλολογία», κι όταν έχει συμβεί πριν από καμιά τριανταριά αιώνες το θεωρούμε ιερό και μεγαλειώδες, αλλά όταν γίνεται μπροστά στα μάτια μας και ακούμε κάποιον πιτσιρικά να λέει «περιβαντολόγος» μας φαίνεται ένδειξη έσχατης γλωσσικής παρακμής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Δημοσιεύθηκε στο Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: | 16 σχόλια »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 513 other followers