Από τον ιστότοπο iefimerida.gr μού ζήτησαν τη γνώμη μου για την εκστρατεία εναντίον των γκρίκλις, που έχει ξεκινήσει η εκπομπή Ράδιο Αρβύλα. Έδωσα την απάντηση που ακολουθεί, οπότε την αναδημοσιεύω και εδώ για να μη μου πείτε ότι σας κρατάω μυστικά ;) Θα ήθελα να παρακαλέσω όποιον ξέρει να επιβεβαιώσει αν ισχύει αυτό που γράφω, ότι ένα ελληνόγραπτο μήνυμα χρησιμοποιεί οχτάμπιτους χαρακτήρες άρα πιάνει περισσότερο χώρο από ένα λατινόγραπτο -είμαι σχεδόν βέβαιος, αλλά μια επιβεβαίωση δεν βλάφτει. Θυμίζω, τέλος, ότι το θέμα το έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο.
Δεν νομίζω ότι τα γκρίκλις συνιστούν απειλή για τη γλώσσα μας και ομολογώ ότι βρήκα επιφανειακή, παραπλανημένη και, θα το πω, δημαγωγική την εκστρατεία που έχουν ξεκινήσει οι Ράδιο Αρβύλα. Οι βαριές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο διαφημιστικό σποτ τους (έγκλημα, καταστροφική συνήθεια, μπορεί να καταργήσει (!) τον ελληνικό γραπτό λόγο) δεν στηρίζονται πουθενά και παραπέμπουν στις χειρότερες στιγμές του κινδυνολογικού κίτρινου Tύπου.
Μιλώντας προχτές για τη δυνατότητα να γίνουν και νέες περικοπές στο λειτουργικό κόστος της ΔΕΗ, ο επικεφαλής της, ο κ. Ζερβός, δήλωσε ότι «υπάρχει ακόμα λίπος στα λειτουργικά της ΔΕΗ». Δεν είναι ο πρώτος διδάξας, πρόκειται για μια έκφραση που ακούγεται συχνά στις μέρες μας –τις προάλλες, ο υπουργός Υγείας κ. Λοβέρδος είχε δηλώσει (ζητώντας πάντως συγνώμη για τον όρο) ότι «υπάρχει πολύ λίπος στην υγεία», εννοώντας ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο για εξοικονομήσεις. Νωρίτερα, ο εθνικός πλέον διανοούμενος Πάσχος Μανδραβέλης είχε γράψει άρθρο με τίτλο «Το λίπος του κράτους», όπου τόνιζε ότι Η ελληνική οικονομία έχει πολύ λίπος και το περισσότερο βρίσκεται στο κράτος.
Σ’ αυτή την πρώτη προσέγγιση, που θα μπορούσαμε να την πούμε προσέγγιση του γυμναστή ή του διαιτολόγου (ή του δόχτορα Μένγκελε), το λίπος θεωρείται περιττό και επικίνδυνο. Υπάρχει όμως και μια άλλη μεταφορική χρήση της λέξης «λίπος» σε πολιτικά-οικονομικά συμφραζόμενα, όπου το λίπος θεωρείται κάτι το θετικό και απαραίτητο. Όταν ο κ. Πάγκαλος μίλησε για «απέραντο λίπος» που υπάρχει στην αγορά (ας συγκρατήσουμε, αν γίνεται, τα γέλια μας για το οξύμωρο της εικόνας) εννοούσε ότι υπάρχουν οικονομικά αποθέματα, που δίνουν σε πολλούς τη δυνατότητα, ακόμα και σε καιρούς κρίσης, να επενδύουν και να ανοίγουν επιχειρήσεις. Εδώ το λίπος είναι το απαραίτητο απόθεμα που σε βοηθάει να αντέξεις όσο να περάσει η δύσκολη συγκυρία. Κι όταν σε οικονομικό ιστότοπο διαβάζουμε ότι «υπάρχει ακόμα λίπος στην εταιρική κερδοφορία», εννοούν ότι η ανάπτυξη των επιχειρήσεων θα στηριχτεί σε σωρευμένα κέρδη από προηγούμενα χρόνια.
Πήρα ένα ηλεμήνυμα από τον φίλο Γιώργο Ζεβελάκη, για τον θάνατο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη:
Το βράδυ της Τετάρτης 25ης Μαΐου 2011, ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης, άφησε τους φίλους του σ’ ένα καφενείο στο Χαλάνδρι και πήρε ένα ταξί για να τον πάει στο σπίτι του στο κέντρο, στην οδό Ομήρου 51. Κάθισε στο πίσω κάθισμα, το αυτοκίνητο πήγαινε πολυ αργά, έκανε ζέστη και δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Θυμήθηκε ένα παλιό του ποίημα και σιγοψιθύρισε τους τελευταίους στίχους.
Ο Δημήτρης Λιθοξόου είναι συγγραφέας του αντιεθνικιστικού, ας πούμε, χώρου, με αξιόλογο έργο σε θέματα μειονοτήτων. Τον έχουμε αναφέρει στο ιστολόγιο, με αφορμή τις μετονομασίες οικισμών, ένα θέμα στο οποίο έχει κάνει πολλή δουλειά. Για τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά του, σας παραπέμπω στην προσωπική του σελίδα, όπου παρουσιάζει απλόχερα τις πολλές και ποικίλες μελέτες του.
Τυχαία έπεσα πάνω σε μια μελέτη του, σχετικά πρόσφατη (περσινή), στην οποία, με όλο το σεβασμό, πιστεύω ότι ο κ. Λιθοξόου, από την πολλή αντιεθνικιστική φούρια, έκανε γκάφα. Η μελέτη έχει τίτλο «Αυτοί που πίνουνε νερό» και μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρην εδώ.
Επειδή είναι μεγάλη, δεν την παραθέτω εδώ ολόκληρη, θα την δώσω περιληπτικά και ελπίζω αντικειμενικά. Ο Λιθοξόου ξεκινάει με την παρατήρηση ότι «Υπάρχει ένας μικρός αριθμός λέξεων σε όλες τις γλώσσες (ζωντανές και νεκρές), που ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται βασικό λεξιλόγιο. Το βασικό λεξιλόγιο δείχνει μεγαλύτερη αντοχή στις αλλαγές και διατηρείται περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου».
… χτες το απόγεμα, δεν πρόφτασα να γράψω το άρθρο που λογάριαζα για σήμερα -λυπάμαι! Μπορούμε όμως να συζητήσουμε για τη συγκέντρωση ή γενικά για την κατάσταση.
Η συγκέντρωση, κατά γενική ομολογία, ήταν πετυχημένη. Δεν ξέρω να υπολογίζω αριθμούς, πάντως είχε πολύ κόσμο. Πολύ κόσμο και κυρίως νέους, πολλές κοριτσοπαρέες, πολλά παιδιά με ποδήλατα, όμως είχε και μεγαλύτερους. Σημαίες (ελληνικές βέβαια) δεν είδα πολλές, ενώ τα δελτία ειδήσεων διέκριναν πλήθος, ίσως ήταν σε άλλη συγκέντρωση.
Η φωτογραφία που βλέπετε αριστερά δεν είναι δική μου -είχα μια δουλειά και νόμιζα ότι δεν θα μπορέσω να πάω στη συγκέντρωση, τελικά όμως η δουλειά αναβλήθηκε και πήγα, αλλά χωρίς εξοπλισμό. Το ισπανικό πανό της φωτογραφίας είναι απάντηση στην είδηση-αρβύλα ότι στη Μαδρίτη σηκώθηκε πανό που έγραφε “Σιγά, οι Έλληνες κοιμούνται” ή κάτι ανάλογο. Για τους μη ισπανομαθείς, γράφει: “Ξυπνήσαμε! Τι ώρα είναι; Τώρα είναι ώρα να φύγουνε!” Αυτό το πανό δεν είχε υπογραφή, αλλά νομίζω ότι το έφεραν (αόριστος) μέλη του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής.
Υπήρχε άλλο ένα πανό που έδειχνε ένα ελικόπτερο, που ο έλικάς του είχε (νομίζω) σχήμα ανοιχτής παλάμης, και έγραφε Ουστ! Μετά ήρθε και ένα τρίτο πανό που το υπέγραφε ο Σύλλογος Επισφαλών και Ανέργων και που ήταν ελληνοϊσπανικό: Para todos todo – Για όλους όλα. Αυτά τα τρία πανό ήταν ακίνητα, τοποθετημένα μπροστά στον Άγνωστο. Υπήρχε κι ένα περιφερόμενο, που έλεγε “Ξυπνήσαμε”. Άλλοι κρατούσαν αυτοσχέδια αφισάκια τυπωμένα στον εκτυπωτή όπως ERROR 404 – DEMOCRACY NOT FOUND. Και ένας μοναχικός σήκωνε δύο “πικέτες” -μία για τη διαφθορά και μία για τη σύνταξή του, 380,60 ευρώ.
Το άρθρο αυτό του πατέρα μου, Δημήτρη Σαραντάκου, δημοσιεύτηκε χτες, 24.5.2011, στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.
Το έχω γράψει σε παλαιότερα σημειώματά μου, αλλά η επανάληψη δε βλάπτει. Έγραφα λοιπόν πως η Ποίηση, η Λογοτεχνία και γενικά κάθε μορφή Τέχνης, αν δεν αποτελεί άμεσα πράξη αντίστασης, συντελεί στη διαμόρφωση αντιστασιακού πνεύματος. Αυτό το είχαν από παλιά υποπτευθεί οι κάθε λογής εκπρόσωποι της εξουσίας και υποβλέπανε τους λογοτέχνες, τους ποιητές και τους διανοούμενους γενικότερα.
Ο Ασημάκης Πανσέληνος, στο θαυμάσιο βιβλίο του «Τότε που ζούσαμε», αναφέρει πως όταν ήρθε από τη Μυτιλήνη στην Αθήνα για σπουδές, ανακατεύθηκε με το τότε αριστερό κίνημα, ενώ παράλληλα δημοσίευε ποιήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
Κάποτε λοιπόν τον καλέσανε στην Αστυνομία «δι’ υπόθεσίν του» και εκεί ένας αγέλαστος αστυνόμος υπηρεσίας του λέει:
«Μάθαμε πως είσαι λογοτέχνης και κομμουνιστής.»
Μετριόφρων ο Ασημάκης, τού απάντησε:
«Κομμουνιστής είμαι, όχι όμως και λογοτέχνης. Για κάποια κομμάτια που γράφω, δεν μπορώ να θεωρηθώ λογοτέχνης.»
«Δηλαδή αρνείσαι ότι είσαι λογοτέχνης;», επέμενε ο άλλος.
«Μα σας είπα, δε θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη…»
«Εξακολουθείς να μην ομολογείς πως είσαι λογοτέχνης.»
«Μα σας είπα…» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι παρμένο από ένα κείμενο που είχα γράψει πριν από τρία χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά το έχω ξανακοιτάξει, ενσωματώνοντας και μερικά στοιχεία από μια προηγούμενη συζήτηση που είχαμε κάνει στο ιστολόγιο. Για το λόγο αυτό, τα παραθέματα είναι κάπως παλιά, του 2008, αλλά η κατάσταση δεν νομίζω να έχει αλλάξει.
Έχω ξαναπεί –πολλές φορές μάλιστα– πως οι όμορφες διακρίσεις όμορφα καίγονται. Μια από τις πιο όμορφες διακρίσεις, που φοβάμαι πως κινδυνεύει, νομοτελειακά, να γίνει στάχτη, είναι η διάκριση στα επιρρήματα σε –ώς και σε –ά, δηλαδή πως άλλο το αμέσως κι άλλο το άμεσα, άλλο το εκτάκτως κι άλλο το έκτακτα και, αυτό που ειδικά θα με απασχολήσει στο σημείωμα τούτο, άλλο το απλώς και άλλο το απλά.
Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.
Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».
Απαυδημός. Να μια λέξη που δεν την έχει κανένα (νομίζω) από τα μεγάλα λεξικά μας: ούτε τα καινούργια, ούτε του Παπύρου, ούτε του Δημητράκου που υποτίθεται πως έχει «όλη» την ελληνική, μόνο το Αντίστροφο την έχει, που πρέπει να διαθέτει το πληρέστερο λημματολόγιο, αλλά δεν δίνει σημασίες· και βέβαια την έχει ο βασιλιάς των ελληνικών λεξικών, το ελληνοαγγλικό λεξικό του Γεωργακά. Βασιλιάς χωρίς θρόνο, όμως, μια και μόνο το γράμμα Α έχει εκδοθεί και είναι διαθέσιμο ονλάιν.
Απαυδημός, το ουσιαστικό του ρήματος «απαυδώ», είναι η κούραση, η εξάντληση· είναι κι ο χορτασμός, ο κορεσμός.
Ο ενεστώτας του ρήματος είναι απαυδώ, αλλά σπάνια χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα στην καθημερινή χρήση· πολύ συχνότερες είναι οι παρελθοντικές χρήσεις· βέβαια, εγώ λέω και «απαύδησα», αλλά οι (πολύ) περισσότεροι λένε «απηύδησα» και αυτός είναι, με διαφορά, ο επικρατέστερος τύπος.
Ωστόσο, συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον: επειδή η λέξη έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια, πολλοί ομιλητές δεν αισθάνονται την εσωτερική αυτή αύξηση, και θεωρούν ότι το ρήμα έχει –η- στο θέμα του, κι έτσι παράγεται ο λαθεμένος τύπος «έχει απηυδήσει», τύπος μάλιστα ο οποίος είναι αρκετά πιο συχνός από τον σωστό τύπο «έχει απαυδήσει». Το πιο αστείο είναι ότι το Γκουγκλ, αν του δώσεις τον σωστό τύπο «απαυδήσει» θα τον περάσει για λανθασμένο και θα σε ρωτήσει «Μήπως εννοείτε απηυδήσει;» Στον ενεστώτα, όμως, το σωστό «απαυδώ» επικρατεί καθαρά –το *απηυδώ ελάχιστες γκουγκλιές έχει.
Πιθανότατα θα έχετε ήδη διαβάσει, σε εφημερίδες ή στο Διαδίκτυο, για την υπόθεση του 21χρονου φοιτητή Φώτη Δήμου, που είναι προφυλακισμένος από τις 11 Μαΐου, τη μέρα της πανεργατικής διαδήλωσης. Κατηγορείται ότι συμμετείχε σε επεισόδια, ότι φορούσε κουκούλα και μάσκα αερίων, ότι είχε στην πλάτη του σακίδιο με μολότοφ. Υπάρχουν φωτογραφίες, σαν αυτήν που έβαλα εδώ αριστερά, που είναι παρμένη από το tvxs.gr (έχει και άλλες), καθώς και καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες, που αντικρούουν το κατηγορητήριο, ιδίως όσον αφορά το σακίδιο στην πλάτη και τη μάσκα αερίων (δεν μ’ αρέσει το “αντιασφυξιογόνο”, και σόλοικο είναι και κακόηχο).
Τότε γιατί γράφω κι εγώ για το θέμα; Ίσως επειδή, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί και να μην έχετε ακούσει για την υπόθεση. Αν, ας πούμε, ενημερώνεστε από τα Νέα ή την Καθημερινή, το google μου λέει ότι δεν έχετε διαβάσει τίποτε για το θέμα (αν το γκουγκλ με ξεγέλασε, ζητώ συγνώμη από τις εφημερίδες). Το ίδιο κι αν ενημερώνεστε από τους (θεωρούμενους) κορυφαίους ειδησεογραφικούς ιστότοπους, όπως το in.gr, το nooz.gr, το skai.gr ή το tovima.gr. Εκτός λάθους, κανείς από τους ιστοτόπους αυτούς δεν έχει γράψει λέξη για την υπόθεση Φώτη Δήμου. Έγραψε η Αυγή, έγραψε ο Ριζοσπάστης, έγραψε το tvxs.gr πολλά‘ πρώτη, και πρέπει να το τονίσω, έγραψε η Ελευθεροτυπία. Και από τους επώνυμους αρθρογράφους, στον Φώτη Δήμου αφιέρωσε το χτεσινό του άρθρο ο Στάθης Σταυρόπουλος, και μπράβο του! (Αν είναι κι άλλοι που έγραψαν, πείτε τους).
Τη λέξη τη θυμάμαι από τον Καραγάτση· όταν την είχα διαβάσει, έφηβος τότε, είχα υποθέσει το νόημά της από τα συμφραζόμενα· πρέπει να υπάρχει στον Γιούγκερμαν, αλλά δεν παίρνω όρκο, πάντως γίνεται συζήτηση ανάμεσα σε δυο άντρες, κι ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν «κουσελιάρικο γραΐδιο». Νομίζω μάλιστα ότι κι άλλη φορά έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη ο Καραγάτσης –αλλά δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι τα βιβλία του δεν φαίνεται να γκουγκλίζονται.
Θα ρωτήσετε, ποια μύγα με τσίμπησε και αποφάσισα σήμερα να αφιερώσω κοτζάμ άρθρο σ’ αυτή τη μάλλον σπάνια λέξη, που δεν υπάρχει στα σημερινά μεγάλα λεξικά μας; Απλώς, τις προάλλες, ενώ ετοίμαζα το άρθρο με τα πολλά ου, σκέφτηκα τη λέξη κουσκουσούρης, άσχετο αν τελικά δεν την ανέφερα στο άρθρο· και κοιτάζοντας στον Πάπυρο, θυμήθηκα και τον κουσελιάρη, που είναι πολύ κοντά στο λεξικό, και που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Αλλά ακόμα δεν σας είπα τι είναι ο κουσελιάρης (και ο κουσκουσούρης), αν και βέβαια πολλοί θα το ξέρετε.
Η σημερινή μέρα, 19 Μαΐου, σύμφωνα με απόφαση της Βουλής, είναι ημέρα μνήμης για τη γενοκτονία του Πόντου. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια εντελώς άστοχη απόφαση, που πρέπει να αλλάξει, τουλάχιστον κατά το ένα σκέλος της. Ως προς το αν οι σφαγές των Ελλήνων του Πόντου συνιστούν ή όχι γενοκτονία, είχε γίνει μια συζήτηση πέρυσι τέτοια μέρα στο ιστολόγιό μας. Σύμφωνα με τον ορισμό που έχει υιοθετηθεί, που πάντως είναι αρκετά ευρύς, μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για γενοκτονία -εδώ θεωρείται γενοκτονία η Σρεμπρένιτσα- αν και κατά την ταπεινή μου γνώμη, σαφέστατα επρόκειτο για εθνοκάθαρση.
Έστω όμως, για χάρη της συζήτησης, ότι συνέβη γενοκτονία. Το θέμα είναι αν πρέπει να υπάρχει μέρα μνήμης της γενοκτονίας αυτής, και ποια πρέπει να είναι. Και εδώ, ακόμα κι αν συμφωνούμε ότι συνέβη γενοκτονία και ότι πρέπει να έχει τη μέρα της, κατηγορηματικά θεωρώ εγκληματικά άστοχη την επιλογή της μέρας της 19ης Μαΐου και πιστεύω ότι πρέπει να αλλάξει.
Το άρθρο αυτό του πατέρα μου δημοσιεύτηκε χτες, 17.5.2011, στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Βρίσκω ενδιαφέρουσα τη διαπίστωση ότι, επί κυβέρνησης Πλαστήρα, παρόλο που η κυβέρνηση δεν υλοποίησε καμιά από τις εξαγγελίες της, και παρόλο που εκτέλεσε τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του, ωστόσο ο κυνηγημένος αριστερόκοσμος (περισσότερο στην Αθήνα, φαντάζομαι) αισθάνθηκε να ανασαίνει. Και αναρωτιέμαι, με δεδομένο ότι και σήμερα έχουμε μια ασφυκτική κηδεμονία έξωθεν, αν αύριο γίνουν εκλογές και αλλάξει η κυβέρνηση, ποια θα είναι η “ορατή αλλαγή”, πέρα από τις ονομασίες των υπουργείων;
Επειδή τελευταία ξανάγινε της μόδας η λέξη «αλλαγή», με την πολιτική της σημασία εννοείται, θυμήθηκα πως για πρώτη φορά χρησιμοποίησε τη λέξη ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ιστορία μας, σημειώνω πως, από τις εκλογές τού 1933, όταν νικήθηκε το κόμμα των Φιλελευθέρων, και για τα επόμενα είκοσι κρίσιμα χρόνια, η χώρα κυβερνήθηκε από κυβερνήσεις της Δεξιάς, είτε κοινοβουλευτικές, είτε δικτατορικές, είτε διορισμένες από τον κατακτητή. Στις πρώτες μετά την Απελευθέρωση εκλογές του Μαρτίου τού 1946 και χάρη στην ολέθρια αποχή της Αριστεράς, η κυριαρχία της Δεξιάς ήταν απόλυτη στη λεγόμενη «Βουλή των Λαοπροβλήτων» και αυτό συντέλεσε αποφασιστικά να οδηγηθεί η χώρα στον εμφύλιο πόλεμο.
Ο Πλαστήρας, που είχε διοριστεί πρωθυπουργός, για σύντομο χρονικό διάστημα αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά, ίδρυσε το 1950 την ΕΠΕΚ, που ήταν κεντρώο και σαφώς προοδευτικό κόμμα και με το σύνθημα «Αλλαγή» κατέβηκε στις βουλευτικές εκλογές, που έγιναν τον ίδιο χρόνο και τους επόμενους δύο. Δεν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά σχημάτισε δύο φορές κυβερνήσεις συνασπισμού με άλλα κόμματα του Κέντρου. Το περιεχόμενο της «αλλαγής» του Πλαστήρα ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο και ριζοσπαστικό για τα μέτρα της εποχής, αλλά δυστυχώς έμεινε στα χαρτιά.
Όταν δεν έχουμε δεδομένα για σοβαρή συζήτηση το ρίχνουμε στην πλάκα, κι όταν οι δυνατοί παραπατάνε, ο κοσμάκης το γλεντάει· οπότε, δεν είναι περίεργο που η σύλληψη του Ντομινίκ Στρος Καν στη Νέα Υόρκη, για απόπειρα βιασμού της καμαριέρας του ξενοδοχείου, έδωσε αφορμή σε αφθονότατα ανέκδοτα, ατάκες, λογοπαίγνια, που μάλιστα, στη σημερινή διαδικτυακή και δικτυωμένη εποχή μας, δεν περιορίστηκαν στα στενά όρια μιας παρέας αλλά έκαναν το γύρο του παγκόσμιου χωριού.
Ειπώθηκε επίσης, με αστεία διάθεση ως επί το πλείστον, ότι αν το περιστατικό συνέβαινε στην Ελλάδα και η καμαριέρα ήταν Ελληνίδα, θα γινόταν το ένα και το άλλο. Όμως, η καμαριέρα είναι Ελληνίδα. Προσοχή, δεν εννοώ την καμαριέρα του νιουγιορκέζικου Σοφιτέλ· αυτή, όπως μάθαμε, είναι αφρικανή. Εννοώ την καμαριέρα γενικώς, ή μάλλον τη λέξη καμαριέρα, η οποία έχει απώτατη ελληνική καταγωγή, κοινώς είναι αντιδάνειο.