Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στο χωριό του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 2 Μαΐου, 2012


Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε πριν από καμιά δεκαριά μέρες στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του παππού του πατέρα μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Τις πρώτες μέρες στο χωριό, με ξυπνούσαν τα κοκόρια, που άρχιζαν να κράζουν από τα χαράματα.
Την αρχή την έκανε ο κόκορας του γείτονά μας, που είχε φωνή πολύ δυνατή και επιβλητική. Αληθινό σάλπισμα. Αμέσως απαντούσαν δυο μακρινά λαλήματα και ακολουθούσαν όλα τα κοκόρια της γειτονιάς. Καθώς ήμουν ασυνήθιστος σ’ αυτήν τη συναυλία, σηκωνόμουν από το κρεβάτι και πήγαινα στο παράθυρο. Η μαμά μου, μισοκοιμισμένη, μου φώναζε να πέσω πάλι, αλλά εγώ τίποτα. Κατέβαινα με τις πιτζάμες στο κάτω σπίτι, όπου η γιαγιά μου ήταν κιόλας ξύπνια και ντυμένη και άναβε στη φουφού τη φωτιά για το πρωινό τσάι. Το κακό ήταν πως μόλις μ’ έβλεπε, μ’ έπαιρνε από το χέρι και με πήγαινε στο πλυσταριό για να με πλύνει κι ύστερα μ’ έστελνε πάλι επάνω για να ντυθώ κανονικά.

Όταν, έτοιμος πια, κατέβαινα, μπορούσα να καθίσω στο τραπέζι. Περιμένοντας να γίνει το τσάι, παρακολουθούσα τη γιαγιά, που έριχνε από ένα μαυρισμένο ρογί λίγο λάδι στο καντήλι που έφεγγε στο εικονοστάσι, άλλαζε φυτίλι και το άναβε και κατόπιν θυμιάτιζε τις εικόνες κι όλο το κάτω σπίτι, που γέμιζε με τη βαριά μεθυστική μυρουδιά του λιβανιού. Ύστερα στεκόμασταν κι οι τρεις ορθοί γύρω από το τραπέζι και κάναμε το σταυρό μας. Ο ήλιος που μόλις είχε προβάλει από την Ουτζά, γέμιζε την κάμαρη. Όλη αυτή η διαδικασία γινόταν σιωπηλά, ο παππούς ήταν πάντα λιγομίλητος κι η γιαγιά πολύ αφοσιωμένη, με κινήσεις σχεδόν τελετουργικές, που μ’ εντυπωσίαζαν.

Όταν αποτρώγαμε, ο παππούς χαιρετούσε κι έφευγε. Βγαίνοντας στο δρόμο, έκανε πάλι το σταυρό του.

Από εκείνη την ώρα ήμουν ελεύθερος. Μπορούσα να πάω στο δώμα του πλυσταριού να χαζέψω το τάισμα των ζωντανών στην αυλή του γείτονα ή να δω την κοπέλα του άλλου σπιτιού να ποτίζει τα λουλούδια του κήπου τους. Όπως έμαθα, την έλεγαν Άσπα, αλλά στη γειτονιά ήταν γνωστή σαν «κόρη του Κινέζου» γιατί ο μπαμπάς της είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Κίνα. Αυτή η πληροφορία μού κίνησε ακόμα πιο πολύ το ενδιαφέρον για την όμορφη γειτόνισσα.

Αργότερα, μ’ άφηναν να βγω στο δρόμο και να πάω ως το μαγαζί του παππού ή να παίξω με τα γειτονόπουλα, αν και το πρωί συναντούσα πολύ λίγα. Τα παιδιά του χωριού μού φάνηκαν τελείως διαφορετικά από τα γειτονόπουλα που γνώρισα στην πόλη πριν λίγες μέρες. Όλα τους γυρνούσαν με μια σφεντόνα στην κωλότσεπη και ήταν άσσοι στο σημάδι. Μπορούσαν επίσης να σκαρφαλώνουν σ’ όλα τα δέντρα, ακόμα και σε κυπαρίσσια. Γενικά, μου φάνηκαν πιο θαρρετά από τα παιδιά της πόλης και μπορούσαν να κάνουν δουλειές που εγώ νόμιζα πως τις κάνανε μόνο μεγάλοι. Τα πιο πολλά βοηθούσαν τους γονιούς τους στα χωράφια, πήγαιναν τα ζώα στη βοσκή, ξεβοτάνιζαν, κόβανε ξύλα και φόρτωναν το γάιδαρο. Τα παιδιά του μπακάλη βοηθούσαν τον πατέρα τους στο μαγαζί. Σ’ αντίθεση με την πόλη, στην παρέα του χωριού δεν υπήρχαν κορίτσια.

Η παρέα συγκεντρωνόταν από νωρίς το απόγευμα. Το στέκι της ήταν μια χτιστή βρύση στο κάτω χωριό, που τη λέγανε «Τσεσμέ». Από τον κρουνό της έτρεχε συνέχεια νερό, μου είπανε όμως από την πρώτη μέρα να μην πιω «γιατί είχε αβδέλλες». Δεν ήξερα τι ήταν αυτές οι αβδέλλες κι ανάλαβε να μου το εξηγήσει ο Πάτροκλος. Όπως μου ‘πε, οι αβδέλλες ήταν κάτι σκουλήκια που πίνανε το αίμα των ζώων και των ανθρώπων. Ζούσαν μέσα στο νερό, στα ποτάμια και τις βρύσες κι αλίμονό σου αν βουτώντας τα πόδια σου ή πίνοντας το νερό τους σου κολλούσε ή κατάπινες καμιάν αβδέλλα. Θα σου έπινε όλο το αίμα.

Ένοιωσα φρίκη και σιχασιά για τις αβδέλλες, αλλά τελικά δεν είδα ποτέ μου καμιά.

Γενικά από τις πρώτες μέρες διαπίστωσα πως υστερούσα σε πλήθος γνώσεων από τα παιδιά του χωριού. Ξέρανε όλα τα χόρτα και βότανα με τ’ όνομά τους, ποια τρωγόντουσαν και ποια όχι. Ξέρανε επίσης πώς γκαστρώνονταν οι γελάδες, οι κατσίκες, οι προβατίνες, οι γαϊδάρες, οι φοράδες, οι γάτες και οι σκύλες και μου τα περιγράψανε με κάθε λεπτομέρεια.

Για να αντισταθμίσω τις ελλείψεις μου, άρχισα να τους διηγούμαι για τη ζωή στην Αθήνα. Με ικανοποίηση διαπίστωσα, πως παρά τις καυχησιές τους, τα περισσότερα δεν είχαν πάει ούτε καν ως τη Χώρα, ελάχιστα είχαν μπει σε αυτοκίνητο και κανένα, εκτός από τον Πάτροκλο, σε βαπόρι. Κανένα τους δεν είχε δει κινηματόγραφο και δυσκολεύτηκα πολύ να τους δώσω να καταλάβουν τι είναι. Δεν είχαν φυσικά ιδέα τι είναι τα τραμ και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος.

Ήταν η εποχή που βγαίνανε στα δέντρα τα πρώτα τζιτζίκια. Όπως μου ‘παν οι καινούργιοι φίλοι μου, για να πάει καλά το καλοκαίρι, έπρεπε να πιάσεις τον πρώτο τζίτζικα που θα ‘βλεπες, και να τον δαγκάσεις ελαφρά, χωρίς να τον σκοτώσεις. Ακούγοντάς τα στην αρχή σιχάθηκα, αλλά βλέποντας τ’ άλλα παιδιά να το κάνουν, ντράπηκα να υστερήσω και πιάνοντας έναν τζίτζικα τον έφερα στο στόμα μου. Αισθάνθηκα ένα χαρχάλεμα από τα φτερά και τα πόδια του και τον άφησα αμέσως.

Το καλαμένιο ιππικό μας προχωρούσε στην κοίτη του ρυακιού, που αλλού είχε λίγο νερό κι αλλού ήταν στρωμένη με άμμο. Λυγαριές, καλαμιές, βατόμουρα και αρκουδόβατοι σκέπαζαν τις όχθες του. Βαδίζοντας στην κοίτη, έβλεπα κάπου – κάπου κάτι περίεργες μάζες σα βρόμικα μπαμπάκια, που δεν ήξερα τι είναι και ρώτησα τον πολύξερο Πάτροκλο.

«Είναι από τα βατράχια», μου είπε και με την ευκαιρία μού εξήγησε τι μυστήριο ζώο είναι ο βάτραχος.

«Την άνοιξη γεμίζει το νερό στο ποταμάκι με κάτι μικρά μαύρα στρογγυλά ζωάκια με μια μικρή ουρίτσα, που κουνιέται συνεχώς. Όταν τα βγάλεις από το νερό, συνεχίζουν να κουνάνε την ουρίτσα τους για πολλήν ώρα, ύστερα όμως ψοφούν.

Σε μια – δυο βδομάδες τα ζωάκια μεγαλώνουν λίγο και βγάζουν ποδαράκια. Κατόπιν το χρώμα τους γίνεται πρασινόμαυρο και ξεχωρίζει το κεφάλι τους με κάτι μεγάλα μάτια. Μεταμορφώνονται σε μικρά βατραχάκια με ουρά. Τώρα όσην ώρα κι αν τα κρατήσεις έξω από το νερό δεν ψοφάνε. Κατόπιν χάνουν την ουρά τους και γίνονται κανονικοί βάτραχοι.»

Αυτούς που έβλεπα τώρα, ήταν πια μεγάλοι κι αυτοί αφήναν αυτά τα παράξενα μπαμπάκια στο ποταμάκι.

About these ads

44 Σχόλια to “Στο χωριό του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Καλημέρα στο Νίκο και σε όλους.
    Αυτό το “καλαμένιο ιππικό” πόσα μου θυμίζει από το δικό μου χωριό.
    Μας πετάει τρεις αράδες ο Μίμης για την όμορφη Άσπα και μας αφήνει να βουρλιζόμαστε.
    Αριστερός έγινε ο πατέρας σου όταν έμαθε για τις αβδέλλες;
    Τέσσερις και σήμερα για τις εκλογές. Θα ψηφίσουμε δυνατά, με πάθος και χωρίς φόβο!

  2. ppan είπε

    Καλημέρα. Πολύ ωραίο. Αυτό το πρωινό ξύπνημα στο χωριάτικο σπίτι και η πρωινή περιπλάνηση στους δρόμους του χωριού!

    Να και μια Άσπα, που δεν είναι από το Φορτηγό όπως γράφει, αλλά από την Ρεζέρβα

  3. dimosioshoros είπε

    Καλογραμμένο κομμάτι και αυτό.
    “Όταν αποτρώγαμε…”. Το έλεγε και ο πατέρας μου “ότ’ απόφαγαμ’” με το τόσο σωστό διαλεκτικό “ότε”. Λέξεις και εκφράσεις που έχουν υποχωρήσει μέχρις εξαφανίσεως χωρίς να έχουν αντικατασταθεί από εκφραστικότερες ή συντομότερες.

    Γιάννης

  4. bernardina είπε

    Σαν να είμαι εκεί…

  5. spiral architect είπε

    Ερώτηση:
    [...] με ξυπνούσαν τα κοκόρια, που άρχιζαν να κράζουν από τα χαράματα.[...]

    Tα κοκόρια κράζουν, κακαρίζουν, ή λαλούν; :roll:

  6. sarant είπε

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    5. Τα κοκόρια λαλούν, αλλά όταν σε ξυπνάνε άμαθον μπορείς να πεις και κράζουν, υποθέτω :)

  7. Αρκεσινεύς είπε

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραίο το απόσπασμα!
    Ωραία τα παιδικά χρόνια για μας που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε χωριό: βατράχοι, σφεντόνες, πετεινοί κ.ά και κ.ά. , αλλά και δουλειά με αλώνια, συκολόημα, μέλισσες, τρύγος (αναφέρομαι σε καλοκαιρινές δουλειές).

    Στην Αμοργό λένε οι γεωργοί “τώρα αβδελλώνει” για το φύτρο του δημητριακού που βγάζει το πρώτο φύλλο.

    “αποφάαμε’ και στην Αμοργό

  8. sarant είπε

    Και η παροιμία “Νίψου κι αποφάγαμε” που όπως βλέπω λέγεται ακόμα.

  9. Το “αποτρώω” το λέω κι εγώ πολύ συχνά.

  10. Ψηφοφόρος Σαραντάκου είπε

    7. 8. 9. Και η παραλλαγή “πόφαγα ποφάγαμε” για το “τελειώνω το φαί” και “προσφα(γ)ίζω” για το συνοδευω το κυρίως (φτωχικό) φαγητό με κάτι τις.

  11. ppan είπε

    ΚΙ εγώ το λέω το αποτρώω, δηλαδή κυρίως το απόφαγα.
    Για τον ύπνο αντίστοιχο ρήμα, που να δηλώνει δηλαδή το οριστικό τέλος, έχω το ξεξύπνησα. Το λέτε;

  12. dimosioshoros είπε

    Ω! Ppan μου. Είναι ηρωικό το “ξεξύπνησα” αφού πάντα διατρέχει τον κίνδυνο να απλολογηθεί σε “ξύπνησα”. (Νομίζω πως θα πεθάνει μαζί με τη “απλολογία” που θα γίνει “απλογιά”).

    Γιάννης

  13. ppan είπε

    Ηρωικό είναι που ξεξυπνάω ενώ τον ύπνο δεν εχόρτασα!

  14. Αρκεσινεύς είπε

    Σ’ ένα δημοτικό πώς καταντούν στα γεράματα τα διάφορα μέλη του σώματος γίνεται αναφορά και στη γλώσσα:

    και η γλώσσα που εμίλεις όμορφα και καθαρά,
    τότε θα θαρρείς πως είναι βατραχάς εις τα νερά.

  15. sarant είπε

    12: ;)

    14; Ωχ, τι μας περιμένει!

  16. crystallomath είπε

    “ήταν πια μεγάλοι κι αυτοί αφήναν αυτά τα παράξενα μπαμπάκια στο ποταμάκι”: βατραχοβάμβακας!

  17. Δημήτρης Μ. είπε

    Πολύ λίγα απ΄ αυτά, που αναφέρονται στο ΄36, είχαν αλλάξει τη δεκαετία του ΄60 που πέρναγα κι εγώ τα καλοκαίρια μου στο χωριό. Από τη δεκαετία του ΄80, όμως, και ύστερα, η κατάσταση άλλαξε. Τη δεκαετία του ΄90 στα πεδινά της Καρδίτσας τα σπίτια δεν είχαν κήπο, αλλά αγόραζαν λαχανικά από τη λαϊκή…

  18. Αρκεσινεύς είπε

    Ένα χαριτωμένο περιστατικό:
    http://www.kentrolaografias.gr/files/pdf/ekdoseis/kl_dh_kyr_a3/Ellhnikh_Laografia_meros_A_Mnhmeia_tou_Logou.pdf,

    σελ. 234 του pdf

  19. christos είπε

    Καλησπέρα, ρε παιδιά τι ωραίο που είναι να μπορείς να βλέπεις, να μυρίζεις και να ακούς. Ζω απέναντι απο δάσος και τα πρωινά που ανοίγω το μαγαζί μου δεν παρακολουθώ τίποτα παρα σκέφτομαι τις δουλειές μου΄ σαν εμένα είναι νομίζω πολλοί. Μερικές φορές-ειδικά όταν βρέχει- μυρίζω το χώμα και πραγματικά μαλακώνει η καρδιά μου. Τελικά ο μικρός του διηγήματος ζούσε τη ζωή και όχι πολλοί απο εμάς. Αυτά με έχει κάνει να σκέφτομαι η ιστοριούλα.

  20. Αρκεσινεύς είπε

    18. Συγνώμη, σελ. 223

  21. Αρκεσινεύς είπε

    Νίκο, ζητώ μια χάρη.Να μου επιτρέψεις να κάνω μια παράκληση.
    Ζητώ το χωρίο Αναξανδρίδης, εν Οδ. 2,3 στη έκδοση του Meineke Com. Graec. fragm. ή του Kock Com. att. fr.
    λ. σταλαγμός

  22. sarant είπε

    19: Και δεν έχεις άδικο.

    18: Μπράβο Αρκεσινέα, εκεί έχει κι άλλα λαογραφικά ψηφιοποιημένα.

  23. Μαρία είπε

    21 Συνέχισε μόνος σου :-)
    http://tinyurl.com/bunedbx

    18 Ναι, και τις παροιμίες.

  24. dimosioshoros είπε

    “Το μέλλον της νεολαίας που αγωνjά”. Από Σαμαρά, μόλις τώρα. Φύγαμε για Άγιο Στέφανο, Βjέννη.

    Γιάννης

  25. Αρκεσινεύς είπε

    23. Μαρία, σε ευχαριστώ πολύ.

  26. Μαρία είπε

    25 σ. 582 (Ήταν στον 1ο τόμο της 2ης σελίδας των γουγλοβιβλίων)
    http://books.google.gr/books?id=SJQCAAAAQAAJ&printsec=frontcover&dq=Fragmenta+comicorum+Graecorum&hl=el&sa=X&ei=2HuhT_ndEejP4QT3kP22CQ&ved=0CCoQ6AEwADgK#v=onepage&q&f=false

  27. Mπετατζής είπε

    Το ξηροστεριανό νερό λένε πως έχει αβδέλλες, μα κείνο το μαργιόλικο βγάζει όμορφες κοπέλες.

  28. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  29. Immortalité είπε

    Ωραίο ταξίδι… Καμιά φορά ακόμα με ξυπνάει ο κόκκορας. Όταν πάω πίσω στη μαμά μου… Αλλά εγώ γυρίζω από την άλλη. Μέχρι να ξεξυπνήσω, οι άλλοι έχουν αποφάει το πρωινό και είναι στον δεύτερο καφέ ;)

    @27 Τι μου θύμισες τώρα… Μου το τραγουδούσε ο πατέρας μου τα πρωινά που τσέκαρε αν είμαι καλοχτενισμένη και τα φρύδια μου ίσια…

  30. Αρκεσινεύς είπε

    26. Μαρία, το είχα βρει. Σ’ ευχαριστώ και πάλι. Ευχαριστώ και τον Νίκο.

  31. Μαρία είπε

    30 Μαζεύεις χαρακτηρισμούς για τους κοντούς;

  32. Αρκεσινεύς είπε

    31. Μαρία, υπήρχε στο χωριό μου παρατσούκλι σε έναν κοντό παρόμοιο (σε νεοελληνικά βέβαια) με αυτό που αναφέρει ο Αναξανδρίδης. Δεν ξέρεις την έκπληξή μου, μόλις διαπίστωσα αυτή την κοινή ονομασία. Θα ήταν θαυμάσιο αν γνωρίζαμε και το περιστατικό που έδωσε τον αρχαίο χαρακτηρισμό. Του χωριού μου βέβαια το ξέρω.

  33. Καλαχώρας Λεώνικος είπε

    Σας αποφάς, κάνε αυτό. Λέγεται πολύ.

    Καταπληκτικό σημείωμα, μόνο που μας άφησε ξεκρέμαστους με την Άσπα εκ Κίνας. Έχω ένα φίλο από το Μακάο. Από έλληνες γονείς, έγινε πορτογάλος υπήκοος, υπηρέτησε στις Αζόρες, ξαναγύρισε στο Μακάο, έγινε κινέζος υπήκοος και είναι κινεζόφιλος μέχρι κόκκαλο, δηλαδή εθνικά όχι πολιτικά. Οι κινέζοι έχουν έναν απόλυτο εθνικισμό. Θεωρούν ότι ο κόσμος είναι δυο πλευρές: η κινέζικη και η άλλη

    Μια λέξη που χρησιμοποίησα κι εγώ σ’ ένα διήγημά μου είναι το απόφχι, η τελευταία ευχή πριν πάει κανείς να κοιμηθεί, ή φύγει για τη δουλειά, κ.ὄ.κ.

  34. Αρκεσινεύς είπε

    15. Νίκο, επειδή η ζωή είναι λίγη http://www.tragoydia.net/2009/12/ta-vatraxia-

  35. Μαρία είπε

    32 Δε νομίζω οτι χρειάζεται περιστατικό για τη μεταφορά. Και στα νέα ελλην. η σταλιά έχει την ίδια σημασία.

  36. Αρκεσινεύς είπε

    http://www.tragoydia.net/2009/12/ta-vatraxia-xrhstakhs.html

    Μήπως τώρα το πέΤυχα;

  37. sarant είπε

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα. Να με συμπαθάτε που έλειπα.

    34: Δεν μου βγαίνει η σελίδα.

    Άκυρο, τώρα βγαίνει!

  38. Αρκεσινεύς είπε

    36. Ζητώ συγνώμη για την αριστερή φάτσα. Βλέπω πως υπάρχει και ” απολογισμός”.

  39. Αρκεσινεύς είπε

    38. Προηγουμένως ήταν ο Γερουλάνος, τώρα βγήκε ο Πρωτόπαπας , σε λίγο δεν ξέρω ποιος θα βγει.΄Εχουν, βλέπω, βγει όλοι παγανια.Ψαρεύουν όμως σε θολά νερά και δε θα πιάσουν ούτε γύλο.

  40. Μαρία είπε

    36 Τώρα είδα το άσμα.
    Στην κατασκήνωση λέγαμε «βρεκεκέξ κουάξ κουάξ, κάθε αγόρι κι ένας βλαξ».

  41. Αρκεσινεύς είπε

    Καλημέρα.
    Υπάρχει μια παροιμία: Μη σας γελάσει ο μπρακακάς, μήτε το χελιδονάκι,αν δε λαλήσει τζίτζικας δεν είν’ καλοκαιράκι.

    ο μπρακακάς είναι ο βάτραχος; Σε ποια μέρη λέγεται έτσι; από περιέργεια.

    Βλέπω πως και ο τζίτζικας λαλεί, όχι μόνο ο πετεινός του Βιζυηνού:
    Πετεινός μες στην αυλή
    κικιρίκουκου λαλεί.
    ………………………
    την αυγούλα που λαλεί
    σειει φτερά και κεφαλή.

  42. 27 Εγώ ήξερα για το πλατανιώτικο νερό:

    (στο γιουτούμπι γράφει αγγλική μετάφραση “”Plataniotiko nero”, means “The water of the plane”., αλλά βέβαια πρόκειται για τον Πλάτανο, το ορεινό χωριό)

  43. sarant είπε

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Ο βάτραχος έχει αμέτρητες τοπικές παραλλαγές στο όνομά του, ίσως εκατό, πρέπει να γράψω κάποτε.

  44. Παντελής είπε

    5. Τα κοκόρια κράζουν, κακαρίζουν, ή λαλούν;

    Στην Κρήτη πάντως οι κούκλιδες ή πετεινοί κράζουνε & μάλιστα αξημέρωτα, όπως & στην Μυτιλήνη.

    Όμορφη ανάρτηση.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 7,503 other followers

%d bloggers like this: