Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2014


kotzekswΚυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες ένα ξεχωριστό βιβλίο, η συλλογή πεζογραφημάτων «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» του Γιώργου Κοτζιούλα, που όπως θα ξέρουν αρκετοί είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Ο Κοτζιούλας βέβαια κυρίως σαν ποιητής είναι γνωστός, αλλά στην πραγματικότητα άσκησε με επιτυχία και αφοσίωση όλα σχεδόν τα είδη του λόγου: εκτός από ποιήματα, έγραψε διηγήματα και εκτενέστερα πεζογραφήματα (ο δεύτερος τόμος των Απάντων του, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι αφιερωμένος στα πεζά του),  μεταφράσεις πεζές και ποιητικές, θέατρο (είναι άλλωστε ο δημιουργός της Λαϊκής σκηνής, ενός μοναδικού αντάρτικου θιάσου στα βουνά της Πίνδου το 1944), χρονογράφημα, δοκίμια και κριτικές. Το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του παραμένει ανέκδοτο.

Το βιβλίο το χαρακτήρισα ξεχωριστό, όχι μόνο επειδή είναι το πρώτο νέο βιβλίο με έργα του Κοτζιούλα που εκδίδεται εδώ και πολύ καιρό (τα Άπαντα αποτελούν επανέκδοση), αλλά επίσης επειδή εκδόθηκε χάρη στη χορηγία ενός συγχωριανού και συγγενή του Κοτζιούλα, του Κώστα Αθανασούλα. Επίσης, δεν θα το βρείτε στο εμπόριο, αφού αυτή η πρώτη έκδοση διακινείται μόνο χαριστικά. Εγώ το πήρα από τον Κώστα Κοτζιούλα, τον γιο του ποιητή, ο οποίος συγκέντρωσε το υλικό και είχε την επιμέλεια μαζί με τη σύζυγό του Σωτηρία Μελετίου.

Το εξώφυλλο κοσμείται από σχέδιο του Αλ. Φασιανού, ο οποίος, όπως έχω ακούσει, θα εκδώσει και βιβλίο με σχέδια δικά του και ποιήματα του Κοτζιούλα. Επίσης, στο βιβλίο υπάρχουν και αρκετές θαυμάσιες παλιές (και ανέκδοτες ως σήμερα) φωτογραφίες του Κοτζιούλα, είτε με τους δικούς του ανθρώπους είτε με φίλους ή λογοτέχνες. Υπάρχει βέβαια στο τέλος και γλωσσάρι, που είναι απαραίτητο για ένα έργο με τόσο έντονο το ιδιωματικό στοιχείο.

Όπως υπονοεί και  ο τίτλος, κεντρική θέση στο έργο κατέχει το πεζογράφημα Πικρή ζωή, μια αυτοβιογραφική νουβέλα που εκτείνεται σε περισσότερες από 100 σελίδες. Πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο κείμενο, γραμμένο από τον Κοτζιούλα το 1941, λίγο πριν αφήσει την Αθήνα για να επιστρέψει στη γενέτειρά του, που θυμίζει άλλα αυτοβιογραφικά του, όπως το έξοχο «Από μικρός στα γράμματα». Εκτενείς είναι και οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις «Περιδιαβάζοντας στο Άγιον Όρος», που είχαν δημοσιευτεί το 1939 στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Τα υπόλοιπα 27 κείμενα του τόμου είναι μάλλον σύντομα. Περίπου τα μισά είναι ανέκδοτα, ενώ τα υπόλοιπα είχαν εκδοθεί σε περιοδικά που είναι δυσεύρετα σήμερα, κι έτσι είναι ουσιαστικά άγνωστα για τον σημερινό αναγνώστη.

Δυο από τα κείμενα του βιβλίου δεν είναι πεζά αλλά πεζόμορφα, όμως υποθέτω πως συμπεριλήφθηκαν στο έργο εξαιτίας της μεγάλης αξίας τους και επειδή ήταν ανέκδοτα. Πρόκειται για δύο μοιρολόγια,ποιητικές συνθέσεις σε πέντε ενότητες, που απαρτίζονται από τέσσερις πεζές ενότητες και μία ποιητική. Κάθε ενότητα έχει 13 παραγράφους ή στροφές. Διάλεξα να σας παρουσιάσω σήμερα το ένα από αυτά τα μοιρολόγια, το «Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες». Ο ταχυδρόμος είναι ο Κωσταντής Κοτζιούλας (1878-1942), ο πατέρας του ποιητή, συνταξιούχος ταχυδρόμος, που πέθανε τον Νοέμβρη του 1942 ενώ επέστρεφε στο χωριό του, την Πλατανούσα, από ένα ταξίδι στα χωριά του κάμπου όπου είχε πάει για να εξασκήσει την παλιά του τέχνη, την ξυλουργική, για να ενισχύσει τα στενεμένα οικονομικά της οικογένειάς του. Το μοιρολόι γράφτηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 1948 ή 1949.

Πρόκειται για ένα πολύ δυνατό κείμενο, που συνδυάζει το δραματικό στοιχείο με το λυρικό, και που θα ήταν παραπλανητικό να το ονομάσουμε πεζοτράγουδο αφού είναι πολύ μεγαλύτερο σε έκταση από τα περισσότερα πεζοτράγουδα και του λείπει ο έντονος (συχνά υπερβολικός) συναισθηματισμός τους. Πιθανόν να είναι φτιαγμένο πάνω στα αχνάρια του πραγματικού ηπειρώτικου μοιρολογιού. Πέρα από το πένθος για τον χαμό του πατέρα, ο Κοτζιούλας εκφράζει και τις τύψεις του για τη δύσκολη σχέση που είχε μαζί του, μια και ο Κωσταντής Κοτζιούλας φαίνεται πως ήταν άνθρωπος χαρισματικός αλλά χαρακτήρας σκληρός και δεσποτικός.

Το ποίημα έχει πολλές ιδιωματικές λέξεις, που δεν θα επιχειρήσω να τις υπομνηματίσω όλες. Δηλώνω με αστερίσκο μερικές, και στο τέλος τις επεξηγώ, καμιά σαρανταπενταριά. Αν καμιά άλλη σάς είναι δυσκολονόητη, ρωτάτε.

I

ΞΑΝΑΚΥΛΗΜΑ

Όσοι έχουν χέρια και μυαλό για προκοπή, δουλεύουν τον καλόκαιρο και το χινόπωρο σοδιάζουν, για να ’χουν άμα πάρουν οι βροχάδες τ’ Αηδημήτρη και τα χιόνια του Αντριά, που ’ναι καλά ν” ακούς την τέντζερη να βράζει στη γωνιά, κι εσύ ν’ ανάβεις μια χοντρή τσιγάρα σε δαυλί, με τα ποδάρια σου απλωτά στον πυρομάχο.

Ας μπουμπουνίζει ο Γεραμπής στο Ξεροβούνι, κι ας ρίχνει με τ’ ασκί στις πλάκες της σκεπής, κι ας σκούζει απ” τις κατεβασιές πιο κάτου η ποταμιά, φτάνει να βρίσκεσαι γερός στο σπιτικό, με τους δικούς σου και τα ζα και τ’ αγαθά, κι αν είσαι γέροντας, με κάνα αγγόνι στην ποδιά, να μείνει πίσω τ’ όνομα κι η κλήρα.

Τότε γελάν και τα μουστάκια απ’ τη χαρά κι αναγαλλιάζει ο δουλευτής ο παιδεμένος, οπού δεν πήγαν άδικα τα κόπια του, και τώρα πο’πιασε ο χειμώνας της ζωής, αυτός ατάραγος σα ρίζα στο κονάκι, σα νοικοκύρης που του αξίζει το πρωτιό, θα χαίρεται θαραπαμένος τα στερνά του, στην καλοπόρεψη και στο ζεστοκοπιό.

Μα όταν πλακώσει οργή πολέμου και κατάρα, κι η ανέχεια ακολουθάει ζαβή παρακοντά, κι έρχεται η στρίξη* με τη γκρίνια συντροφιά της, κι ανοίγουν οι λαβωματιές που δεν εγέρεψαν, και το σουβλί της ανημπόριας σ” αγκυλώνει, πώς να συχάσεις από της καρδιάς σου το δαρμό κι απ’ το σαράκι που σε τρώει;

Κοιτάτε ετούτον το σκυφτό στο παραγώνι, που εννιά χρονώ παιδί σκαπέτησε στα ξένα, για να φυλάξει ορφανεμένη φαμιλιά, να μην πεινάσουν οι αδερφές του από ψωμάκι, κι οι απαλάμες του καντήλιασαν στη μπλάνη, και ρίνισε τα δάχτυλα του ο ξυλοφάγος, και το σκεπάρι τού σακάτεψε τα νιάτα με τις δούγες.

Σαν είνορο* τού φαίνεται ο καιρός που σεργιανούσε, με τ’ αργαλεία στην πέτσινη ντραβζίκα*, κι έναν παλιό τρουβά με τ’ άπλυτα σκουτιά, ν’ αλλάζει μια βολά το μήνα άμα τον πλέναν, ξένες γυναίκες στα χωριά του Καλαβρύτου, Ξερομερίτισσες στεγνές απ’ τα καπνά, της γης φαρμάκι, π’ αρμαθιάζαν, θησαυρό τους.

Μα ήταν καλά να τρως καρβέλα από το φούρνο -γιόμα δείπνο- κι απέ να ζάφτεις μια κρασόκουπα μαζί με τους νοικοκυραίους, άνθρωπος του σπιτιού κι εσύ, τεχνίτης, βαγενάς και μαραγκός, ο μάστρο Κώστας, άξιος και πιτήδιος (λίγο αράθυμος μονάχα), πο’ψελνε κιόλα, στο ζερβί στασίδι, κάθε Κυριακή για την ψυχή του.

Αβάσταγη όμως είν” η ξενιτιά χρόνον καιρό, και τώρα πια που ζευγαρώθηκε, έγινε πατέρας, θέλοντας να ’ναι πιο σιμά ο κουβαλητής στη φαμιλιά του, μ’ εκειά τα λίγα που ’χε αρπάξει μαθητούδι και τα φύλαξε, τρύπωσε τώρα σαν ξυπνός στο υπαλληλίκι, διανομέας παναπεί με την τρουμπέτα τού κουβέρνου.

Κίναε Δευτέρα αχάραγα, έβρεχε κρατούσε, μ” ένα λειψό μεράδι στο σακούλι, με δυο αυγά να προσφαΐσει, κι όθ’ ήταν σκόρπιος μαχαλάς ή ψήλωμα και στέκονταν γι’ ανάσα, μ’ εκείνο το λαλούμενο έδινε χαμπέρι σ” όσους είχαν ταξιδεμένους ή στρατιώτες στη φωτιά, και καρδιοχτύπαγαν να λάβουνε μπουλέτο*.

Άλλους δεν είχαν οι έρμες στράτες τόσο ταχτικούς από τους αγωγιάτες και τον ταχυδρόμο τον πεζό, που κόλλαε πούλια* στα κακογραμμένα φάκελά τους και που οι μανάδες με τον πόνο τον φιλεύανε κοκόσιες*, μα τον κερνάγαν οι λιγότερο σφιχτοί στα μαγαζιά και κάνα ρακογιάλι, σαν τούς ερχόταν ντεσκερές* που καρτερούσαν.

Τα χρόνια διάβαιναν και πιάνονταν, μούδιαζαν τα ποδάρια, περνώντας όλον το χειμώνα μες στα Ρυάκια του διατάνου (τώρα που οι αντίχριστοι Αγναντίτες τού φόρτωσαν τον κακότοπό τους) και του ’βαλαν απανωσάμαρα (άλλο σχώριο, ο βουλευτής) κείνη την ανηφόρα της Φανερωμένης, που θέλουν γράμματα κι οι βλάχοι, τα στιλιάρια.

Σέρνονταν με τη βαρυγκόμια στην ψυχή, με το μαράζι, πο’μνησκε αβοήθητος με τα μυαλά εκεινού του προκομμένου (φτάνει ως εδώ, να μην ακούν οι οχτροί μας και γελάν), ώσπου απ” τις άδειες το υπουργείο τον πέταξε στην μπάντα, μεσοκομμένον, με κομμένη σύνταξη, μισή, να μασουλάει ένα ξερό κομμάτι σα σκυλί και να βλογάει, ευκές να δίνει στο δημόσιο.

Πάει ο καφές, πάει και το λάδι, πώς να του κατέβει το φαρμάκι το φαΐ; Δεν υποφέρνεται άλλο, θα τραβήξει θαρρετός εκεί που ’ν’ αρτυμή* νηστίσιμη, στον κάμπο, θα κουβαλήσει τα παλιά του σύνεργα, πολέμαρχος, που ζώνεται ξανά στα γερατειά του άρματα νιου, να πολεμήσει. -Μα φοβάμαι πως αυτό τ’ αντρέισμα το παράκαιρο θα ’ναι καθώς του αρρώστου που ξανακυλάει.

ΙΙ

ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ

Εδώ είν’ η άκρη του ζυγού του μακρουλού, που χαμηλώνει σα ζυγός αλόγου πο’σκυψε να πιει σε ξέχειλο χαντάκι: και στ’ αλήθεια, νάτο διαβαίνει παραπέρα το ποτάμι, ημερωμένο τώρα κι έτοιμο να γείρει κάτω από του ποταμιού τη ζεύλα*, παραπέρα, το στοιχειό που φυσομάναε ανυπόταχτο, καθώς ροβόλαε απ” της τρίδιπλης αρχής τα κεφαλάρια τα ξεμακρυσμένα.

Εδώ είν’ η Γρεμενίτσα, το χωριό με τις ελιές και τα γουρούνια και τους φούρνους τους χτιστούς, όπου ξεραίνουν τις σβουνιές για τη φωτιά και τα παιδιά τους έχουν τόση μπάκα από τις θέρμες, κιτρινιάρικα, γιατί τ’ αγέρι πο’ρχεται απ’ τις ράχες τις ψηλές κατηφορίζοντας στα σκίνα χάνει την αψιάδα, ξεθυμαίνει, γίνεται κι αυτό καμπίσιο, αμύριστο και σάμπως μολεμένο.

Καρσί είν’ η Άρτα με τις εκκλησιές και τους κουμπέδες* και το μιναρέ, παράμορφη από κεραμίδια ζωγραφιά ή αρχοντοπούλα με προικιά της τους μπαξέδες, π’ αν την καλοτηράξεις χάνεις το μυαλό σου από το πλούτος το πολύ της, κι όμως χαψιά ψωμί δε βρίσκεις να χαλέψεις* ούτε στουμπισμένο πορτοκάλι από τους παραδόπιστους εχούμενους*.

Πίσω όμως πέφτει η Παναΐα, το Γκρίμπαβο, άλλα χειμαδιά με μπιστικούς και τσελιγκάδες, βλαχουριά απ’ το Ξεροβούνι, που μυρίζουνε τυρόγαλο ή τραγίλα, μα η καρδιά τους είν” ένα γρομπούλι μάλαμα, κι αν ξένος καταλαχού περάσει, θ’ απολύσουν τα σκυλιά κοψίδια να τον κάμουν, άμα δε σταθεί να κλαπακίσει μια βεδούρα γάλα, ένα μπαγράτσι* ολόπηχτη διαγούρτη*.

Κι ετούτοι δω, που ’ναι στο σύνορο δυο κόσμων άσμιχτων και χωρισμένων σαν αλλόφυλων βασίλεια, στέκουνε στη μέση, μήτ’ ολάκεροι καμπίσιοι μήτε με τους βλάχους ξένοι που τους δίνουν τον καπνό, να πάρουν το τυρί τους ή καμιά βολά και καμιά τσιούπρα, μα αχαμνή, που δεν τη θέλουν η περήφανη φυλή με τις μανίκες και τις κλίτσες.

Εδώ είχε ο Κωσταντής που λέμε γνωριμίες απ’ τα μικράτα, αφόντας ήρθε αποκοντά σε μαραγκούς να ξεσκολίσει, κι η πληρωμή του ήταν με τούρκικους παράδες, μπιτχαβά*, κι είχε από τότε πιάσει κουμπαριές καλού κακού, κι έστελνε κέδρινο βαρέλι για να μην αλησμονιώνται, κι εκείνοι αρμάθα απ’ τον καπνό το διαλεχτό τού φύλαγαν στο διάβα.

Σ” αυτούς είχε κρεμάσει τη απαντοχή του τώρα στα στερνά, κι έλεε πως δε θα τον αφήκουν οι παλιοί του φίλοι δίχως λάδι, κι ελιές θα του γιομίσουν για το σπίτι μια προβιά, φτάνει να βρίσκουν αγγειά για φκιάσιμο κι αυτός θα στρώνονταν στα ξένα σπίτια διπλοπόδι, μαθημένος στη δουλειά, μια που δεν είχε απολαβή από κάναν άλλον.

Μα άλλοι από κείνους που ’ξερε είχαν πέσει ασήκωτα στη γης, άλλοι είχαν ξεκουτιάνει, δεν τους λογάριαζαν τα παιδιά, κι όσοι βαστούσαν το ραβδί της εξουσίας ακόμα σε γυναίκες και σε γιους, αυτοί κοίταζαν το συμφέρο μοναχά, να βάλουν όλο στη σακούλα, και δε γνιάζονταν για φίλου χρεία, δεν είχαν στάλα τώρα από ψυχοπονιά.

Πώς χάλασε ο ντουνιάς, πώς άλλαξε η ρημάδα η πλάση, αυτά τα χρόνια τα γραμμένα στο κιτάπι του Διαβόλου, και πώς απ’ του ουρανού το βάθος ο Μεγαλοδύναμος, πώς το επιτρέπει αυτός ο Κοσμοκυβερνήτης, να του καταπατούν το νόμο οι δόλιοι, οι άρπαγες, οι αδιάντροποι, τα βδελυρά σκουλήκια κι οι σκορπιοί οι φαρμακεροί;

Ετούτα αναρωτιέται και θιαμαίνεται*, καθώς δεν παίρνει απόκριση από μέσα του, ένας ψάλτης φουκαράς, που μια ζωή δεν παραστράτησε απ” το δρόμο του Θεού, και τώρα βλέπει πως δεν έχει πέραση η αρετή και το σωστό, πως βάνουνε τους γέρους να δουλέψουν, πως αντιμιλάνε στον πατέρα κι αστραπή δεν πέφτει να τους κάψει από ψηλά!

Τον παίρνει το παράπονο, όμως δεν το δείχνει, δεν τ” αφήνει ν’ αναβλύσει, μόνο σκουντουφλός μερεμετίζει τα ταλάρια*, τους μπαλώνει τα πατώματα, αβγαταίνει και τ’ αμπάρια, μα όλο τον τρυγάει μια κρυφοθέρμη, εκεί στ’ αλώνια απόξω που ’χε κάτσει και φυσούσε από την ποταμιά, κι αντελικάτο είν’ το κορμί του, δε βαστάει, σαρακωμένο από τις πούντες τις παλιές.

Ούτε κι η νύφη της κουμπάρας ξέρει από μαγέρεμα καλό, κι έριξε αλάτι με τη χούφτα, μισοκάηκε το ψωμί, κι ούτ’ εδώ είν’ η γριά η δική του να την ψάλει καθώς πρέπει, κι ενώ θα στέκει μπρος του αμίλητη, όλο υποταγή, να δώσει μια το ποδάρι, απ” το γινάτι μαυροκαπνισμένος, να της αλικουρδίσει* το καπάκι, για να πάει χαμένο το φαΐ, να ξεθυμάνει απ” το μπουρίνι.

Μα εδώ είναι κατοικιό αλλουνού κι ούτ’ έχουν για παράξενα όρεξη, λοιπόν δουλεύει με τ” αυτιά κατεβασμένα, κι όλο ξεροτεντώνεται, όλο του ’ρχεται σα νύστα, του ’ρχεται αχαμνά, μαζεύτηκαν χολές στα σωθικά του, λύθηκαν οι κλείδωσες, μα αυτός δε θέλει να το βάλει κάτω, μονάχα ρίχνει ένα σκέπασμα στην πλάτη, να δουλέψει, εκεί, με πείσμα, κι ας φωνάζουν μπάρμπα Κώστα.

III

ΚΑΒΑΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΟΝΤΑ

Ποιος να ’ν’ αυτός ο μισοκαιρισμένος με τ’ αδρό μουστάκι, με το φεγγαράτο κούτελο, ο ψαρής, που του κόπηκαν όμως τα ήπατα, του λείπει το τακάτι* να σταθεί, γι’ αυτό κι ετούτος πάει ανεβασμένος σ” ένα κουτσομούλαρο, π’ άλλος κρατάει τα γκέμια του οδηγός και παραστάτης, έτοιμος με το πρώτο να τον πιάσει από τις αμασκάλες, άμα του ρθει θαλαμπωμάρα* και βαΐσει*, να σωριαστεί κατάστρατα ξερός!

Τριμμένο τσόλι, τσάργανο* έχει γύρα από τις πλάτες μην κρυγιώσει, μα βέργες τού περνάνε το κορμί το παθιασμένο και το’ρχεται αναγούλα, νέκρα μες στο ψυχικό, και μαυροκίτρινη είν’ η όψη, σκοτωμένη, καθώς τα φύλλα το καπνό που κόπηκαν παράκαιρα και δε στεγνώσαν όπως έπρεπε, μόν’ έχουν πρόκα χαλασμένη, σαν της μούχλας, κι ούτε θα τα ζηλέψει φουμαδόρος βλέποντας τα.

Για πού ξεκίνησε να πάει, Χαμένο* μήνα, π’ άλλοι ρουν* στα χειμαδιά, να βρουν απόγωνο από τ’ αγριοκαίρι; Αυτός ωστόσο, τραβάει να σμίξει τους αγέρηδες εκεί, τα νεροπόντια, τους ανυχιάδες* τους κακούς, γι” αυτό κι η τρίχα του έχει αγρέψει, του σκοτείνιασαν τα μάτια, τρικυμιά είν” τα σωθικά του και φουρτούνα το μυαλό, γιατί τραβάει να μετρηθεί μ’ εκειόν που δεν ανίκησε κανένας.

Ούτε το λογιάζεται ο βαριόμοιρος σαν που θα τον βγάλει αυτός ο δρόμος σήμερα, που ξέρει κάθε πέτρα ριζιμιά του και κλαρί ψηλό και σιάδι ή γούρνα με νερό να ξεδιψάν οι στρατοκόποι οι αποσταμένοι· μα αυτουνού του φαίνονται όλα ξέθωρα, θαμπά, σάμπως να μην τα ’χει ματαϊδεί, με συντροφιά ή μονάχος του, σουρώντας, σάμπως να ’ναι (Θε μου, βόηθα!) για ύστερη φορά.

Πήρε δρόμο για τον έρμο, τον αγύριστο, φευγάτος από κει πο’γινε βάρος τους για κει που δεν τον θέλαν, κλοτσημένος σαν τη σκούφια τη λερή, την τρύπια του κασίδη, φαμιλίτης δίχως πόνο από δικούς του, δίχως σέβας των παιδιών, παρατημένος κι απ’ αδέρφια, δίχως να τον λογαριάζουν ούτ’ οι φίλοι οι γκαρδιακοί, χωρίς να βρίσκει μια αγκωνή για ν’ απογείρει, γεροκόμι.

Τον σουφλάει* και μέσα αυτός ο δαίμονας που φέρνει για καζάντιο, καπιτάλι απ’ τους καμπίσιους, ο καρδόπονος με το μούδιασμα, τη νύστα απ’ το φαρμάκι το ψιλό του κουνουπιού, που τον πότισε άξιφο* κι αλόη και δεν ορίζει μέση του, ποδάρια, όλα τού ξένεψαν και βαριά, μολύβι, τον τραβάν στο χώμα ν” ακουμπήσει για καλά, να μη ματασαλέψει, σαν κοτρώνι.

Και του λέγαν εκεί κάτου να φωνάξουνε για ενέσεις, ποιόν; εκείνον τον ψευτογιατρό, το φοιτητή μαθές απ” την Αθήνα, που ζητούσε καλαμπόκι για το τρύπημα της φλέβας, για να χύσει άλλο φαρμάκι, ο φοιτητής -άιντε στ” ανάθεμα, ξέρουμε από δαύτους, είδαμε κι εμείς την προκοπή και το χαΐρι τους, από πανεπιστήμια άλλο τίποτα, είμαστε χορτάτοι!

Κάτσε μονάχα στο σαμάρι αυτού του ψοφιμιού του ατάιστου, από τα ψωμοτόπια τα δικά μας, που δε βρίσκεις και καλύτερο, γιατί σκιάζοντ’ ετούτοι από τον κάμπο να σε βάλουν σ’ άλογό τους (πο’χουν τόσα για χωράφι και καβάλα και γι” απ” όλα), μην τους τύχει μες στο λόγγο συναπάντημα ντουφέκας του βουνίσιου κι απολύσουνε, μαζί με τα λουριά, και τα βρακιά τους.

Δοξασοιοθεός λοιπόν που βγήκε μπρος του αυτός ο χριστιανός απ’ την Τσουβίστα, και ξεφόρτωσε το γέννημα να πάρει γείτονά του, να τον βγάλει απάνω ζωντανόν ως τα μισά, να κάμει σχώριο, να μη μείνει ο άνθρωπος στους δρόμους αχωμάτιστος ή κλείσει τα ματόφυλλα σε ξένους μέσα, τι χρωστάν να ιδούν νεκρό, μην του σηκώσουν και τα κόκαλα στερνά με τα μελέτια*.

Κι είν’ ο ανήφορος πολύς ως τα Πλατάνια με τις βρύσες, που σου βγαίνει η γλώσσα για να φτάσεις ως εκεί, κι αυτό το λυκομούλαρο, όσες κι αν δεχτεί στα πισινά, πεισματωμένο, ξέφοβο από καβαλάρη, δε σπαράει, κι ο αφεντικός του κάτι λέει μουρμουριστά για την αγγάρια, κι ο άλλος με την ψυχή στο στόμα, τ’ αγρικάει, μα τι να ειπεί, το καταπίνει και βογγάει.

Να τώρα, εδώ στο χάνι, που στάθηκαν πρόβαλε κι η Ρίνα, κουβαλήτρα με τις άλλες (τριάντα οκάδες και περίττου) και του μιλάει η Κατερινούλα σα μικρότερη και τον φωνάζει Κωσταντάκη, από μια μάνα γεννητοί, μα αυτός κρατώντας το παλιό του πείσμωμα, από τότε που ξεπόρτισε χωρίς το θέλημά του, δεν της γύρισε το λόγο, μοναχά την αγριοκοίταξε την κακογερασμένη του αδερφή την ασυχώρετη.

Δεν του χρειγιάζεται κουβέντα από κανέναν ούτε βόηθιο ούτε νερό, τον φχαριστήσαν όλοι τους, νισάφι, τόσα χρόνια, που του πάαιναν πίκεντρα* και δεν τον λογάριαζαν, και που έκανε τ” ανάποδο ο καθένας ξεπιτούτου, σα νάηταν φταίχτης ο ίδιος που τους τάγιζε ολουνούς, νομάτους δέκα, χώρια οι γύρα κι όλο έδινε χωρίς ν” ακούσει ένα σπολλάτι από τρανόν ή κούτσικο, άσ’ τα θηλυκά.

Του φτάνει τόση τυραγνία, πενήντα χρόνια να δουλεύει και να μην του το γνωρίζουν, άπονοι, αχάριστοι, αφιλότιμοι, μα ως πότε; σώθηκαν πια τα ψέματα, βαριέστησε, και θα τους δώσει πια να καταλάβουν ολουνών, για να χτυπάνε το ξερό τους οι αλαφροί που δεν τον άκουγαν, ναι, θα τους δείξει αυτός να τον θυμούνται για καλά, τώρα που του μελάνιασε το θώρι, όπως ο ρούχος ο βαμμένος!

IV

ΣΤΟ ΚΑΚΟΛΑΓΚΑΔΟ

Τραβώντας με κορμί δραμπάλα απάνω στο φορτιάρικο*, μ’ ένα σκιαγμένο σύντροφο από πίσω για κουράγιο, μετράει το δρόμο, πόσες ράχες τον χωρίζουν απ’ το σπίτι, και μια η καρδιά του φλεκαράει* να βάλει ζόρι ν’ αποφτάσει, μα ευθύς κλοτσάει, το μετανιώνει κι ούτε θέλει να το ιδεί στα μάτια το ρημαδιακό, κάλιο όπου λάχει, σωριαστός να ρίξει την αποξυλή* του.

Στο Κακολάγκαδο, από δω μεριά, τον ξεπεζέψαν, και βρέθηκε ένα φτωχοκόνακο από κείνα που στήνουνε στο λόγγο για να μην αγρεύει ο τόπος κι ήταν εκεί μια χιλιομπαλωμένη καψογύναικα, κι έβαλε στη φωτιά να βράσει πικροβότανο μη σταματήσει το κακό αυτουνού του μοροζώντανου, που έναν καιρό -μαυράδα του!- ήταν ταχυδρόμος μ’ όλα τα καλά και τους ξεκάρδιζε στα γέλια.

Μα όταν τον ξάπλωσε στο ξύλινο κρεβάτι, κι αυτός της ζήτησε να τον ανασηκώσει για να βλέπει, και του ’πιασε τα χέρια κι ήταν κρύα, σίδερο, και τον αρώτησε τι θέλει κι αυτός γύρισε κατά τον τοίχο μ” ένα δάκρυ σιωπηλό, τότε η γυναίκα πήρε φόβο, ταραχή, και κάτσε μπάρμπα, τούειπε, κάτσε να φωνάξω τον άντρα μου απ’ το ρόγγι*, εδώγια παραπάνου, κι έφτακα η κουρούνα, δεν αργώ.

Όσο να πάει αυτή και να ’ρθει εκείνος (δε βαστάει, μαθές, το χαροπάλεμα ο καθένας καλοπίχερα*), έδωκε, πήρε, στρίφτηκε, ξεστρίφτηκε ο κατάκοιτος, μονάχος του, απομόναχος, παντέρμος, δίχως έναν παραστάτη, μέσα σε τέσσερα ντουβάρια καπνισμένα ενός ξενόσπιτου, κι έτσι τον ηύραν οι δικοί του, ερχόντας από πάνου, ξαπλωτόν, μ’ εκειό το παγωμένο στάλαμα από τα κλειστά ματόφυλλά του.

Στέκαν μπροστά του και τηράγαν κι ούτε το χωρούσε το μυαλό τους, πως γίνεται να σβήσ’ ο άνθρωπος από τη μια ως την άλλη μέρα, σαν κερί, και βλέποντας το πρόσωπο του που ’χε πάρει κιόλας, άχ! το χρώμα τ’ άραχλο της γης, ένιωθαν μπρος σ’ αυτόν τον παιδεμένο που παράδωσε πως ήταν όλοι φταίχτες, πως ατοί τους τον θανάτωσαν κι ούτ’ είχαν, έτσι που τελείωσε, σχωρεμό από την ψυχή του.

Είχε βουρκώσει ο αδερφός π” άμα σταμάτησε να τρώει ψωμί δικό του λώβιασε* τα χέρια, πάνιασε ο γιος ο απαρνητής κείνου που του άνοιξε τα μάτια για να ιδεί χαΐρι και δεν είδε, και λύγκιαζε* θωρώντας το γονιό της η ορφανή, πο’κλαιε και για τη μάνα την κρεβατωμένη, για την αδερφή τη μικρομάνα, αυτές που λείπαν, δε μπορούσαν, ήταν τόση η στράτα, η μέρα είχε κοντύνει.

Κι ούτ’ είχαν ξυλοκρέβατο για να τον πάνε στο χωριό, θα ξεπλατίζονταν στο δρόμο τόσο λίγοι, μπόρειε και να μυρίσει όσο να φτάσουν, απ” τα χτες, μα πάλι δεν τους έρχονταν καλά, δεν ήτανε σωστό να μη θαφτεί στο χώμα των δικών του, κοντά στις πλάκες των γερόντων, του λειψόχρονου παιδιού, να ’ρχουνται οι ζωντανοί να τους ανάφτουν απολείτουργα (όχι τώρα, που δε βρίσκεται) κερί.

Μα αυτά ήταν του καλού καιρού και τώρα κάλλιο να τον παραχώσουν αδεδώ, να κει στο παρακλήσι, στη ραχούλα, δίπλα στο ντερβένι οπού περνάν οι Τζουμερκιώτες, πο’χει κι ένα άλλο μνήμα καποιανού περαστικού απ’ τα πανωχώρια, τον ηύρε ο θάνατος κι εκείνον άξαφνα όπως περπατούσ’ ο κακομοίρης, να κάμουν συντροφιά κι οι δυο τους μες στο κλείσμα, εκεί, με τον τοιχούλη.

Φέρε καμιά σανίδα, πατριώτη, να του βάλουμε από κάτου, κάν’ το καλό κι εσύ, που να σου σχωρεθούν τα πεθαμένα, φέρε καμιά σανίδα απ’ το καλύβι, ας είναι και κουτσουλισμένη, κι εμείς θα σ’ την πληρώσουμε μονάτο* γέννημα, φλουρί, μονάχα να μη μπει με τα σκουτιά του μες στο λάκκο, και δεν κάνει, γιατ’ ήταν νοικοκύρης άνθρωπος και ζούσε με το φόβο του Θεού.

Βρέστε και λίγο λάδι, χριστιανοί, μια κατοστάρα να του ρίξουμε στο μνήμα, για να μην πάει στον άλλο κόσμο αλάδωτος κι αυτός, τώρα που βρέθηκε παπάς να τον διαβάσει (αφού κι εκείνος όλο τους ξελειτουργούσε), βρέστε λιγάκι λάδι, που γι’ αυτό πάει ο άνθρωπος παράκαιρα, άλλοι το κρατήσανε, κι εμείς θα σας αφήκουμε τα μισοφόρεγα παπούτσια του ιδιανού για ευχαριστώ.

Καημένε ταχυδρόμε, ήταν γραφτό σου ν’ απομείνεις μες στις στράτες τις χιλιόρημες, στο δρόμο που τον είχες ανεβοκατέβει αγκομαχώντας άμετρες φορές, σ’ ηύραν ξερό στο Κακολάγκαδο από δω Χαμένο μήνα, σ’ απιστομήσαν* φαίνεται οι Καλότυχες* κι αυτές σου πήραν τη λαλιά, γιατί θα πέρασες απ’ τα χαλάσματα ώρα που λαλάει ο πετεινός ο ξορκισμένος.

Ανάποδε πατέρα, διότροπε, χουιλή*, π’ όλο φαρμάκι είχες στ’ αχείλι και στα χέρια σου καλούδια τι σου ’ρθε τώρα στα στερνά και πήρες των ματιών σου και μας γύρισες το πρόσωπο για πάντα, χολιασμένος και στυφός, κουρμπάνι* για τη φαμιλιά που δεν της άξιζε η θυσία, μάρτυρα σκληρέ, κυνηγημένε από γεράματα, ανημπόρια, ανέχεια και διχόνοια, τέσσερα κακά, με την πανούκλα αντάμα του πολέμου!

Άξιε τεχνίτη, γιε μαστόρου μερακλή, που το τραγούδι του το κλέφτικο το γύρισες τροπάρι, ψαλμουδιά, μάθε, αρβανίτικο κεφάλι τριγιανταίικο* με τη γνώμη την ψιλή, μάθε, παραπονιάρη, πούηταν η κατάντια μου περφάνια σου, άκου το από μένα πως η τέχνη πάει σκοινί γαϊτάνι στη σειριά μας, φλέβα μαντεμιού, κι ο λόγος αναβράει τραγουδιστός, χοχλάζει σαν τον άμπλακα* απ” τα σπλάχνα του βουνού.

V

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ

«Πατέρα, μ” αναφυλλητά σού ασπάζομαι το χέρι,
πέτσα τραχιά, που η όψη μου χάιδι από σε δεν ξέρει.

Γιος είπες κάποτε, γονιό δεν πίκρανε άλλος τόσο·
μα πώς, αυτού π” αγλίστρησες, στο λάκκο να σε σώσω;

Συ που δε λάθευες ποτέ στις στράτες, τι κατάρα
να πέσεις, ν’ αντραποδηθείς μπρος στην Αγιά Βαρβάρα!

Το νιώθω τώρα, κι ο άμαθος πόσο είχα πριν πονέσει,
που δυο κεφάλια δε μπορεί το σπίτι να χωρέσει.

Τ” ήταν εκείνη η χρουσουζιά (ποιος θα μου βγάλει κρίση;)
π’ αμόνιαστους βουλήθηκε ξαρχής να μας χωρίσει;

Τον ίσκιο σου τον έτρεμα και φλόμων” ο αέρας
κει που θρονιάζοσουν εσύ, δυνάστης, ο πατέρας.

Δε σ” άφηκα ήσυχο ούτ” εγώ ποτέ, κρυφή σου αρίδα*,
μόνο έτσι σ’ το ξεπλέρωσα τ’ όποιο καλό κι αν είδα.

Τώρα που μας απαρατάς, ξανοίγω, ξεδιαλύνω
τ’ ήταν η ξεσυνέρια μας, το δούλεμα όλο εκείνο.

Το μέσα σου πελεκητό, στουρνάρι εσύ απ’ το Σούλι,
θα γίνει διαμαντόπετρα να το ζηλεύουν ούλοι.

Αν είμαι εγώ σημαδευτός ποιητής από τη μοίρα,
θα ζήσει το ζωντόβολο και του Λαμπράκη Χήρα

(γιατί μ’ αυτό ξεκίνησες τάχα για το κονάκι,
που σε καρτέρειε μια μουγγή και τέκνα βρουκολάκοι),

θα ζήσει, ναι, με τ” όνομα και των δυονώ, πατέρα
πούηταν μια κλάρα πουρναριού και το ’στησα παντιέρα.

Δέρνω τ” αστήθι, την καρδιά που δεν είχε απεικάσει*
πως τα συνόμοια βρίσκονται σ’ αμάχη εδώ στην πλάση.

 Λέξεις

αλικουρδίζω: αναποδογυρίζω

άμπλακας: νερομάνα

ανυχιάς: παγωμένος άνεμος (που παγώνει ως και τα νύχια)

άξιφο: δεν ξέρω τη λέξη, κάποιο δηλητηριώδες ή πικρό φυτό πρέπει να είναι, υποψιάζομαι ατεκμηρίωτα μην είναι άψιθο (αψιθιά).

απεικάζω: καταλαβαίνω, συμπεραίνω

απιστομιέμαι: πέφτω μπρούμυτα

αποξυλή: σκελετός, κουφάρι.

αρίδα: εργαλείο ξυλουργικό, είδος τρυπάνι· εδώ μεταφορικά, ενόχληση, σαράκι.

αρτυμή: μη νηστίσιμο φαγητό (κρέας, βούτυρο κτλ.)

βαΐζω: γέρνω, λυγάω

διαγούρτη: γιαούρτι

είνορο: όνειρο

εχούμενος: εύπορος

ζεύλα: τοξοειδές ξύλο που συγκρατεί το κεφάλι του ζώου στον ζυγό, η αρχαία ζεύγλα· ωστόσο, «του ποταμιού η ζεύλα» πρέπει να είναι κάποιο σημείο που ο Άραχθος κάνει κορδέλα.

θαλαμπωμάρα: ζαλάδα

θιαμαίνεται: απορεί, θαυμάζει

καλοπίχερα: ευκολα, βολικά

Καλότυχες: οι Νεράιδες (ευφημισμός)σ

κοκόσιες: καρύδια

κουμπές: τρούλος, θόλος

κουρμπάνι: θυσία, θύμα

λυγκιάζω: παθαίνω λόξυγγα

λωβιάζω: αρρωσταίνω, παθαίνω λέπρα

μελέτι: φάρα, χαρακτήρας

μονάτος: καθαρός, αμιγής.

μπαγράτσι, μπακράτσι: κατσαρολάκι με χερούλι

μπιτχαβά: τζάμπα

μπουλέτο: σημείωμα, γράμμα

ντεσκερές: γράμμα, ιδίως επίσημο.

ντραβζίκα: δερμάτινο σακούλι για εργαλεία

πίκεντρα: κόντρα

πούλια: γραμματόσημα

ρόγγι: έκταση θαμνώδης που την καίνε για να σπείρουν

ρουν: ρέουν, ροβολάνε

σουφλάει: σουβλίζει

στρίξη: στρίμωγμα, δυσκολία

τακάτι: αντοχή

ταλάρι: ξύλινο δοχείο, ιδίως στην τυροκομία

τριγιανταίικο: ο Κωσταντής Κοτζιούλας βαστούσε από το σόι των Τριάντων και ο Γ. Κοτζιούλας είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Τριάντος.

τσάργανο: λεπτό ύφασμα

φλεκαράει: φλετουράει, πεταρίζει

φορτιάρικο: υποζύγιο

χαλεύω: γυρεύω, ζητάω

Χαμένος (μήνας): ο Νοέμβριος

χουιλής: ιδιότροπος, που βγάζει χούγια.

 

About these ads

67 Σχόλια to “Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες”

  1. Σωσώ Μελετίου said

    Κ.Γ.Κ. Καλημέρα σας! Σημαντική η σημερινή σας παρουσίαση, κύριε Σαραντάκο, για τον Κοτζιούλα. Συμβάλλετε σημαντικά στο να γνωρίσει ο λαός έναν σπουδαίο και «αγνοημένο» λογοτέχνη. Από όσα γνωρίζω έχει από προχτές «κυκλοφορήσει» από τις εκδόσεις «Μίμνερμος» το συλλεκτικό χειροποίητο βιβλίο (50 αντίτυπα) με ποιήματα και αντίστοιχα χαρακτικά (χαλκογραφίες) του Αλέκου Φασιανού, ο οποίος φιλοτέχνησε και το εξώφυλλο της «Πικρής ζωής».

  2. Καλημέρα

    Ενδιαφέρον ανάγνωσμα, ενδιαφέρουσα γλώσσα. Κάποιες από τις λέξεις με αστερίσκο τις χρησιμοποιούν και στη Ρούμελη

  3. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Πολύ ωραίο νέο!

    2: Ναι, το έχω κι εγώ παρατηρήσει ότι πολλές λέξεις που θεωρούνται τοπικές λέγονται και σε άλλες περιοχές.

    Θα είμαι μακριά από το μηχάνημα ως το βράδυ, αν κάποιο σχόλιο το πιάσει η παγίδα μάλλον δεν θα μπορέσω να το αποδεσμεύσω.

  4. Πολύ ωραίο, είχε κάτι από Τσέχοφ μου φάνηκε.

  5. #4

    Ναι, θυμίζει μια ιστορία του Τσέχωφ για ένα τορναδόρο που μεθυσμένος μέσα στο χιόνι κουβαλάει στην άμαξα την ήδη νεκρή γυναίκα του μέχρι που πεθαίνει κι αυτός από κρυοπαγήματα

  6. leonicos said

    μπουλέτο: σημείωμα, γράμμα

    “Περιμένω μια βούλα! Δεν ξέρεις τι είναι η βούλα; Το γράμμα, επειδή το βουλώνουν με κερί, για να μην το ανοίξει κανείς άλλος!” (Από “διάλογο” σε κάποιο από τα “Κλασικά Εικονογραφημένα”,’κλασσικά τότε”, νομίζω την “Νήσο των Θησαυρών”). Έχω μνήμη ελέφαντα.

    ΑΛΛΑ ΖΩ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ!
    Μετά από το κτίριο, που δεν το χώνεψα αλλ” αναγκάστηκα να το παραδεχτώ ως ισότιμη γραφή, λόγω Μπαμπινιώτη, μετά από το αφτί και το αυγό και το κάθισα (αντί κάθησα) και πάλι λόγω Μπαμπινιώτη, αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι το σινάφι δεν προέρχεται από το συνάφι, και πάλι… λόγω Μπαμπινιώτη. Λέτε να έχω πάθει κάτι;

    ΕΓΩ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ
    Μερικές από τις λέξεις αυτές μπαίνουν εύκολα στο γενικό λογοτεχνικό λεξιλόγιο. Γιατί να μην τις χρησιμοποιήσουμε και γραπτά και προφορικά; Μπορεί να πιάσουν και η γλώσσαμας να εμπλουτιστεί (αν και δεν θα πιάσει τ” απίθανα νούμερα των ελληνομανιακών).

    Προτείνω:

    άμπλακας: νερομάνα (γνωστό κάπως αλλά δύσχρηστο. Πού να βρεις νερομάνα!)

    ανυχιάς: παγωμένος άνεμος (που παγώνει ως και τα νύχια)

    απεικάζω: καταλαβαίνω, συμπεραίνω (δεν είναι και τόσο ιδιωματικό εκτός αν θεωρείται γλωσσικό απομεινάρι)

    απιστομιέμαι: πέφτω μπρούμυτα (όπως και το απεικάζω)

    αποξυλή: σκελετός, κουφάρι. [ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ]

    αρίδα: εργαλείο ξυλουργικό, είδος τρυπάνι· εδώ μεταφορικά, ενόχληση, σαράκι.
    (Ωραία λέξη αλλά έχει χάσει από χέρι. Στη δική μου γλώσσα σημαίνει ήδη “πόδια” π.χ. άπλωσε την αρίδα του, χαλάρωσε, ενώ όταν μας ενοχλούν λέμε “μάζεψε τα κανιά σου”. Προφανώς είναι μακρύ εργαλείο)

    αρτυμή: μη νηστίσιμο φαγητό (κρέας, βούτυρο κτλ.) Το άκουγα από κείνους που νήστευαν και σκανδαλίζονταν όταν έτρωγα “αρτυμή” σε νηστείες, πουθ φυσικώ τω λόγω δεν τηρούσα. Με ρωτούσαν επίσης, όσοι δεν ήξερα τα κατ΄ εμέ “αρτύθηκες;” έφαγες μη νηστίσιμο; έσπαγα το κεφάλι μου πώς να γράφεται, και είχα καταλήξει ότι είναι επίρρημα. Αλλά προφανώς είναι ουσιαστικό.

    βαΐζω: γέρνω, λυγάω (πολύ ωραία λέξη, την υποστηρίζω. Προφανώς η βάγια, η τροφός, είναι αυτή που σκύβει πάνω από το παιδί.)

    ΡΕ ΤΙ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΟΦΟΣ ΕΔΩ ΜΕΣΑ!!! μΕ ΤΟ ΣΥΜΠΆΘΕΙΟ.

    διαγούρτη: γιαούρτι (καλά, δεν το χρειαζόμαστε)

    εχούμενος: εύπορος (πολύ ωραία κι εύστοχη λέξη, την προτείνω)

    ζεύλα: τοξοειδές ξύλο που συγκρατεί το κεφάλι του ζώου στον ζυγό, η αρχαία ζεύγλα· ωστόσο, «του ποταμιού η ζεύλα» πρέπει να είναι κάποιο σημείο που ο Άραχθος κάνει κορδέλα. [την προτείνω επίσης: οι ανάγυροι του ποταμιού ή του δρόμου, οι ζέβλες / ζευλες] ζεβλώνω δεν σημαίνει στραβώνω; Ζέβλωσε το τρυπάνι και το πέταξα

    θαλαμπωμάρα: ζαλάδα (σ” όποιον αρέσει, δεν είναι απαραίτητο)

    θιαμαίνεται: απορεί, θαυμάζει (όπως και το απεικάζω)

    καλοπίχερα: ευκολα, βολικά (δύσχρηστο αλλά ωραίο. Αν σερβιριστεί κατάλληλα, κάνει πιάτο)

    Καλότυχες: οι Νεράιδες (ευφημισμός) ΟΚ

    κοκόσιες: καρύδια (σ” όποιον αρέσει, δεν είναι απαραίτητο)

    κουμπές: τρούλος, θόλος (τη χρησιμοποιώ, δεν με ξάφνιασε)

    κουρμπάνι: θυσία, θύμα (τη χρησιμοποιώ, δεν με ξάφνιασε)

    λυγκιάζω: παθαίνω λόξυγγα (σ” όποιον αρέσει, δεν είναι απαραίτητο)

    λωβιάζω: αρρωσταίνω, παθαίνω λέπρα (πολύ εξειδικευμένο, αλλά καλό. Εγώ πολλές φορές αυτομεταφράζομαι μέσα στο κείμενο) και πάλι δεν γίνομαι πάντα κατανοητός. Άσ” τα Γς! Ευτυχώς που μας θαυμάζουν οι γυναίκες ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν

    μελέτι: φάρα, χαρακτήρας (προφανώς από το μιλιέτι, αλλά δύσκολο να πάρει κι αυτή τη σημασία)

    μονάτος: καθαρός, αμιγής.(ειδικό αλλά καλό. Δεν δείχνει εύκολα τη σημασία του)

    μπαγράτσι, μπακράτσι: κατσαρολάκι με χερούλι

    μπιτχαβά: τζάμπα (σ” όποιον αρέσει, δεν είναι απαραίτητο)

    μπουλέτο: σημείωμα, γράμμα (σ” όποιον αρέσει, δεν είναι απαραίτητο)

    ντεσκερές: γράμμα, ιδίως επίσημο. (NEW!!! καλό, αλλά δύσχρηστο. Ίσως σε ειδική φράση σε διάλογο… ίσως υποτιμητικά, όπως ήρθε κι ο ντεσκερές της ΔΕΗ…)

    ντραβζίκα: δερμάτινο σακούλι για εργαλεία (ωραίο αλλά δύσχρηστο. Μπορεί όμως να περιέχει λάπ-τοπ, ι-παντ κ.ο.κ. Εργαλεία είναι κι αυτά. Ή να περιέχει στηθοσκόπιο, μανόμετρο, φορητό ηπέρηχο για φλέβες με κεφαλή παλμογράφου κυήσεως, φορητό τρίπλεξ καρδιάς και φορητό απινιδωτή / ΗΚΓ. χωράνε όλα σε μια τσάντα λαπ-τοπ με τρεις θέσεις όμως)

    πίκεντρα: κόντρα (παροδηγητικό, δεν κάνει)

    πούλια: γραμματόσημα (περίεργο, δεν κάνει)

    ρόγγι: έκταση θαμνώδης που την καίνε για να σπείρουν (πολύ ωραίο, το παίρνω)

    τακάτι: αντοχή (πολύ ωραίο, το παίρνω)

    ταλάρι: ξύλινο δοχείο, ιδίως στην τυροκομία (ε, ως τυροκόμος θα το σκεφτώ)

    τσάργανο: λεπτό ύφασμα (πολύ ωραίο, το παίρνω)

    φλεκαράει: φλετουράει, πεταρίζει (εν χρήσει παρ” ημιν ήδη)

    φορτιάρικο: υποζύγιο (πολύ ωραίο, το παίρνω)

    χαλεύω: γυρεύω, ζητάω (γνωστό, πολύ ειδικό)

    χουιλής: ιδιότροπος, που βγάζει χούγια. (καλούτσικο, αν και δεν μ” ενθουσιάζει)

  7. leonicos said

    Ήπειρος, Ρούμελη, όλπωςκαι να το κάνουμε δεν έχουν και στεγανά!

  8. leonicos said

    Βέβαια, δεν πεθαίνω για τον Κοτζιούλα σου. Περιγράφει τις μέρες του και βγάζει σελίδες. Μπορεί να σε συγκινεί ως άνθρωπος… κι εμένα! Μπορεί να τον θαυμάζεις ως αγωνιστή… κι εγώ! Μπορεί… χίλια μπορεί, μπορεί να διέπρεψε στη δημοσιογραφία… δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό και πώς μετριέται… μπορεί να έχει ενδιαφέρον με τη σύζευξη του βουνού και του κάμπου ή του χωριού και της πόλης, αλλά λογοτέχνης που να σε τραβάει να τον διαβάσεις, δεν είναι.

  9. leonicos said

    Μπράβο, ρε, μόνο μου με αφήσατε μεσημεριάτικα… Και ούτε μεσημέριασε ακόμα

  10. leonicos said

    Είναι που λείπει ο Σερ Σαρ και δεν σας κάνει κέφι!

  11. ΠΑΝΟΣ said

  12. leonicos said

    Καλά, κανένας δεν συμφωνεί μαζί μου, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά!

    Δεν διαφωνώ, αναφέρομαι και στην κα. Σωσώ Μελετίου @1, ούτε υποστηρίζω ότι δεν πρέπει και γι” αυτούς να υπάρχει χώρος μέσα μας. Εμείς τι είμαστε στο κάτω κάτω;

    Μπορεί να κάνω μεγάλο λάθος, αλλά γιατί εμένα δεν μου έχει τύχει να διαβάσω κάτι καλό; Γιατί τους βαριέμαι αυτούς τους κάποιους;

    Το ότι έγραψαν είναι σπουδαιότατο ως γεγονός. Αλλ” αυτό που έγραψαν δεν είναι εξίσου σημαντικό με το γεγονός ότι έγραψαν. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές αξίες.

  13. ΠΑΝΟΣ said

  14. Γς said

    Μην τον ψάχνεις Πάνο

  15. spiral architect said

    @8: Σήμερα είναι μέρα λογοτεχνίας, οπότε μερικοί διαβάζουν, χωρίς απαραίτητα να σχολιάζουν. ;)

  16. Γς said

    12:
    >Το ότι έγραψαν είναι σπουδαιότατο ως γεγονός.

    Κι όταν την πατάγαμε σε τίποτα επιστημονικά πέιπερ, μου έλεγε ο καθηγητής μου

    Θα ήταν πολύ σπουδαίο να μην γράφουν ορισμένοι

  17. Λ said

    Έχει δίκαιο ο Νικοκύρης, σα μοιρολόι μοιάζει.

  18. Λ said

    Παιδιά συγγνώμη που αλλάζω θέμα αλλά το αυτό που θέλω να πω επείγει. Οσοι βρίσκεστε στη Λευκωσία, μη χάσετε την παράσταση στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, απόψε και αύριο βράδυ στις οκτώμισι. Το θεατρικό με τίτλο «Εξελού με» (το ου με περισπωμένη) το έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κωστής Γεωργίου και σ’ αυτό συμμετέχουν μαθήτριες και μαθητές του εν λόγω σχολείου. Το «Εξελού με» βασίζεται στο έργο του Κλάιστ «Μίχαελ Κόλχαας» που συζητήθηκε πρόσφατα εδώ:

    https://sarantakos.wordpress.com/2014/04/15/kohlhaas-2/

    Το λέω γιατί είναι επίπονη δουλειά μαθητών, οι οποίοι αμέσως μετά θα έχουν εξετάσεις και στη συνέχεια θα σκορπιστούν δεξιά κι αριστερά για σπουδές και εργασία. Η οικονομική στενότητα δεν επέτρεψε καν την εκτύπωση προγράμματος. Είναι μοναδικές παραστάσεις μέσα στο χώρο του ιστορικού σχολείου (φουαγιε, πτέρυγα προς βιβλιοθήκη, είσοδος (Σεβερείου) βιβλιοθήκης, αναγνωστήριο και το τελευταίο μέρος, στη αίθουσα εκδηλώσεων).

  19. Λ said

    6. Τις λέξεις ταλάρι, εχούμενος, πούλια (ππούλια) και χουιλής τις χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα στην Κύπρο.

    Μόνο που το ταλάρι δεν είναι ξύλινο αλλά μπλεγμένο σαν καλάθι από κάποιο φυτικό υλικό που μοιάζει με καλάμι. Υπάρχει σε δύο μεγέθη, ένα για χαλούμια και ένα για αναρή (μυζήθρα)

  20. Λ said

    8. Γιατρέ, διαφωνώ μαζί σας, όχι μόνο είναι λογοτεχνία αλλά είναι ότι πιο αληθινό έχει γραφτεί, χωρίς φτιασίδια και στόμφο.

  21. # 11, 14

    Ο ταχυδρόμος κτυπάει πάντα δυο φορές ( The Postman Always Rings Twice, ταινία του 81 )

    Γου σου, το νησί ήταν (ποιό άλλο ;) ο Πόρος

  22. Theo said

    Ωραίο κείμενο, συγκινητικό, πολύ ανθρώπινο!

    Για το αρτυμή που παράγεται από το ρήμα αρταίνω ή αρταίνομαι (μεσοπαθητικό), αν παράγεται από τον ενεστώτα και όχι τον αόριστο που και ο Μπαμπινιώτης και ο Δημητράκος τον γράφουν με υ μήπως θα ήταν προτιμότερη η γραφή με η;
    (Πιο κοινό πανελληνίως είναι το επίθετο αρτ.σιμος -η -ο, που συνήθως το βλέπω να γράφεται με η).
    Ή μήπως παράγονται από το άρτυμα;

  23. Τίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    Ευχαριστώ για την ειδοποίηση για το Παγκύπριο,το Γυμνάσιό μου. Το “αύριο” σημαίνει τη Δευτέρα;

  24. Λ said

    23. Ναι, αυρίο θα είναι η τελευταία μέρα. Μετά τα παιδιά θα έχουν εξετάσεις. Για την φράση «εξελού με» βλέπετε εδώ:

    http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/12/3207.html

  25. Λ said

    23. Και εγώ απόφοιτος του Παγκυπρίου είμαι. Ένα μικρό απόσπασμα του έργου διαδραματίζεται στην πρώην αίθουσα ιστορίας που ήταν ή τάξη μου στην τετάρτη. Ηταν αφιερωμένη σε κάποιον αυτή η αίθουσα αλλά δυστυχώς δεν θυμάμαι πιά σε ποιόν. Τώρα είναι αίθουσα καθηγητών.

    Όσο για τη Σεβέρειο βιβλιοθήκη τι να σας πω. Θυμάμαι έτρεχα εκεί το μεγάλο διάλειμμα για να διαβάζω μυθιστορήματα… Εκεί πρωτόμαθα τα ρω του έρωτα (την ποιητική συλλογή εννοω). Πάντως εξακολουθεί να είναι μια σπουδαία βιβλιοθήκη με εξαίρετη συλλογή βιβλίων.

  26. Λ said

    ταλάρι: ξύλινο δοχείο, ιδίως στην τυροκομία (ε, ως τυροκόμος θα το σκεφτώ)

    Να σας στείλω ένα ταλάρι; έχω μερικά παλιά που ακόμη μυρίζουν τυρόγαλο, αλλά μπορώ να βρω και καινούργιο.

  27. Λ said

    6-10 Γιατρέ, παρεμπιπτόντως, αν θέλετε δοκιμάστε αυτό το λίκνο. Έχει περιμαζέψει τα βιβλία μιας βιβλιοθήκης κάποιου ιατρικού συλλόγου που αποφάσισε να την ξεφορτωθεί και θα βρείτε διαμάντια. Και να μην τα πάρετε, μια περιδιάβαση αξίζει τον κόπο.

    http://www.barterbooks.co.uk/catalog/advanced_search_result.php?author=&title=&keywords=medical&x=30&y=6

    http://www.barterbooks.co.uk/catalog/index.php?cPath=1&inc_subcat=1

  28. Λ said

    απεικάζω: καταλαβαίνω, συμπεραίνω

    μήπως το απεικάζω συγγενεύει με τα παρακάτω; Λέω τώρα…

    Επισκάζω = αμφιβάλλω ενδοιάζω

    http://books.google.com.cy/books?id=sAYe7a9OOD8C&pg=PA773&lpg=PA773&dq=%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89&source=bl&ots=d_6X3jokmv&sig=oW2bcW7sxvtEgiJBnvdEfEe0quo&hl=en&sa=X&ei=bopvU7rRJ4jkOuf2gYAC&ved=0CDoQ6AEwBA#v=onepage&q=%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89&f=false

    Πισκάζω = απογαλακτίζω τα αρνία, ερίφια.
    (στο λίκνο βρήκα και τον Πδάλακα (ο) = ο του τυριού σκώληξ ως συστελλόμενος και πηδών ίδιο = αππηητούριν στα κυπριακά, μια και είχαμε αναφέρει τα τυριά προηγουμένως)

    http://www.evia-skyros.gr/skyros//index.php?option=com_content&task=view&id=508&Itemid=119

    Πισκάζω /νοιώθω την έλλειψη, πεθυμάω

    http://www.hellenicaworld.com/Cyprus/LX/gr/Kypriaka.html

  29. Λ said

    Για τα ππούλια που τα λέμε μέχρι σήμερα, αν και ππούλι σημαίνει επίσης παλαβος

    Κυπριακό το «ππούλι» της χρονιάς

    http://www.sigmalive.com/simerini/news/local/423568

    «Ππούλια»… ο Λαγός και η Χελώνα

    http://www.sigmalive.com/simerini/news/local/412796

  30. Λ said

    Ένα άλλο μυρολόι

  31. IN said

    Αν και το χωριό του Κοτζιούλα είναι μακρυά από την Κοζάνη, ο Κ. Δ. Ντίνας*, «Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης», ΙΝ.Β.Α., Κοζάνη 2005, τ. 2ος, σελ. 53, καταγράφει: «άξιφας, άξιφους:, ουσ.= γκρι σκόνη που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή παλιάς μάσκας ομορφιάς (φκιασίδι)» και παραπέμπει, με «πβ.» σε Δημητράκος, 1956, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Α:695 και Μ. Καλινδέρης, Ο βίος της Κοινότητος Βλάστης [Εορδαίας Ν. Κοζάνης] επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1982, Μακεδονική Βιβλιοθήκη 58, σελ. 258.

    * υποψήφιος Ευρωβουλευτής με το Ποτάμι, παρεμπ.

  32. IN said

    Και ο γνωστός μας κ. Λιθοξόου έχει αποθησαυρίσει τη λέξη «άξιφος» με την έννοια «άσπρη βαφή»: http://www.lithoksou.net/p/antara-arfanos

  33. Λ said

    ….που χάθηκε στις στράτες…

  34. Μαρία said

    άξιφος (ο), βοτάνη δηλητηριώδης χρησιμοποιουμένη επι προβάτων, ών οι όνυχες σκωληκιώσι.
    Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, Εν Αθήναις 1909.

  35. sarant said

    Επανήλθα και ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και τα λεξιλογικά.

    31: Τόσο νέος είναι ο Ντίνας;

  36. Μαρία said

    35
    Γιατί μόνο νέοι συμμετέχουν στο ποτάμι;

  37. sarant said

    Τον είχα για προπολεμικό, εννοώ -ή, τέλος πάντων, για σειρά με τον Μπόγκα.

  38. Μαρία said

    37
    Αυτός σου ρίχνει μόλις 2 χρονάκια και είναι Βλάχος και ιεροψάλτης :-)

  39. sarant said

    Ένας φίλος από το Φέισμπουκ διάβασε το λεξιλόγιο στην 94χρονη γιαγιά του, η οποία του είπε:

    «Αυτά σας μαθαίνουν για γράμματα; Αυτά τα λέγανε μερικοί παλαιοί και ο αφέντης μου [ο παππούς του φίλου, μακαρίτης προ πολλού, που είχε σπουδάσει] τους κορόιδευε».

    Ενδιαφέρουσα στάση απέναντι στη ντοπιολαλιά, την έχω ξανασυναντήσει.

  40. sarant said

    38: Ε, αυτό λέω, ότι έκανα λάθος.

  41. Το απ’κάζω, απείκασα, λεγόταν μέχρι πριν μερικά χρόνια στη Μυτιλήνη (πριν την ισοπέδωση της τοπικής γλώσσας απ” την αθηναϊκή – σχολική).

  42. 39 Χα, τα ίδια λέω κι εγώ μόλις. Συμπέσαμε :)

  43. Λ said

    Ωραίο το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον. Αξίζει να το διαβάσει κανείς σα μυθιστόρημα. Εύγε!

    Υ.Γ.
    Περιλαμβάνει τη λέξη εχούμενος αλλά έχει ακόμα μία με το ίδιο νόημα: σωζούμενος

  44. voulagx said

    #38 Α, έτσι εξηγούνται όλα! (και δεν εννοώ το ότι ρίχνει 2 χρονάκια του Σαραντ) :)

  45. Spiridione said

    Ο Γαζής στο Λεξικό του λέει «ο δια του όξους ητοιμασμένος μολυβδικός τίτανος, ήτοι ο εις τίτανον μεταβεβλημένος δια τινών οξέων μόλυβδος, ον η συνήθεια άξυφον λέγει (σουλιμάς Τουρκ.)».
    Ίσως να έχει κάποια σχέση με το όξος.

    http://books.google.gr/books?id=0uUNAAAAYAAJ&pg=PA511&dq=%22%CE%AC%CE%BE%CF%85%CF%86%CE%BF%22&hl=el&sa=X&ei=ie5vU7yfOo-u7AbfgYHoAQ&ved=0CDEQ6AEwAA#v=onepage&q=%22%CE%AC%CE%BE%CF%85%CF%86%CE%BF%22&f=false

    Και στον Βυζάντιο

    http://books.google.gr/books?id=S5YZAAAAYAAJ&pg=PA21&dq=%22%CE%AC%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%82%22&hl=el&sa=X&ei=JsZvU-iMHquMyQOSvYHIBQ&ved=0CEIQ6AEwAzgU#v=onepage&q=%22%CE%AC%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%82%22&f=false

  46. leonicos said

    @20 Αγαπητέ Λ.
    Πρώτον τους χαιρετισμούς και την αγάπη μου στην Κύπρον
    Δεύτερον, μίλα μου στον ενικό, γιατί είμαι παλιός εδώ μέσα.
    Τρίτον, το ότι διαφωνείς αποδεικνύει ότι έχεις μια γνήσια σχέση με τα πράγματα και κινείσαι μέσα στο Σαραντάκειο με άνεση και χάρη. Έχω εντοπίσει πάρα πολύ ωραίες συμβολές δικές σου από τότε που εμφανίστηκες, και δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να σε συγχαρώ.
    Τέταρτον, ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί διαφωνούν μαζί μου. Υγειά μπλογκ σημαίνει διαφωνία, συμφωνία, γιαούρτωμα του νοικοκύρη αν χρειαστεί… Όλα!
    Χαιρετισμούς και πάλι στην Κύπρο.
    Α! Αν μου στείλεις το η-μέιλ σου, θα σου στείλω μια ποιητική συλλογή ενός φίλου μου που μας διαβάζει αλλά δεν γράφει εδώ, με τον τίτλο «Εννιά Τραγούδια για την Κύπρο κι ένα για την Αγάπη» να μου πεις τη γνώμη σου.

    Επίσης, σ’ ευχαριστώ για το λίκνο στο @27. Εξαιρετικά ενδιαφέρον.

    Ωραίες λέξεις στο @28

    @15 Σπάιραλ, σωστό. Δεν χρειάζεται πάντα ασφαλώς. Αλλά…

    @16Γς Τα τζούφια πέιπερ είναι άλλη πληγή, όπως και οι σωροί ποιημάτων που ζητάνε ‘γνώμη’ αλλά στην πραγματικότητα έπαινο μέχρις εκθειασμού. Άλλο αυτό και άλλο το γεγονός ότι κάποιοι σκέφτονται κι αισθάνονται.

    @21 Γεια Τζι. Απορώ πώς αρέσανε στον Χατζηδάκη αυτά τα μισοφαγωμένα ‘ου’ (και της Νταντωνάκη ξέφευγαν μερικά). Αλλά η Φυτούση, αν την ακούσεις προσεκτικά, φαλτσάρει απύθμενα. Εκτός κι αν έχει ‘περιέργα διαστήματα’ για να προκαλέσει ‘περίεργη αίσθηση.’

    @22 Τεό, νομίζω, όπως άλλωστε υποθέτεις κι εσύ, ότι είναι από το ‘αρτύ(ν)ομαι’. Πρέπει να έχει τη σημασία της ‘ύπουλης παραβίασης’ της ‘παράβασης με κόλπο’ με την έννοια της διακοπής της νηστείας. Αρτύω σημαίνει κυρίως ‘τακτοποιώ, διευθετώ ώστε’ αλλά και επί κακής σημασίας ‘συνωμοτώ, στήνω ενέδρα, παγιδεύω’

  47. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Έλειπα και θα ξαναλείπω (δεν έχασε κι η Βενετιά βελόνι ασφαλώς).
    Να πω την ταπεινή μου αίσθηση για τον Κοτζιούλα : Αυθεντική δυνατή λογοτεχνική φωνή από τα βαθιά σπλάχνα της σκληρής ζωής και φύσης της Ηπείρου μιας εποχής, όπως ο Σωτήρης Δημητρίου σήμερα.Με συγκινούν ως τις άκρες των ακριών μου και οι δυο με την αλήθεια των γραφτών τους.
    Μοιρολόι και μυρολόι.

  48. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    -28.Πισκάζω = απογαλακτίζω τα αρνία, ερίφια.
    αποσακάζω ή σακάζω το κρητικό ανάλογο (αποκόβω, στ΄απανωμερίτικα).
    -Απείκασε: αφουκράσου,άκου, δόσε προσοχή. Απευθείας από τη γιαγιά μου,τριαντατρία χρόνια μες τη γης.

  49. Λ said

    :) anast παπακι primehome τελεία com

  50. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>αλικουρδίζω: αναποδογυρίζω
    αλέ κουρντέ ,περίπου σαν επίρρημα: ανακατεμένα, άλλα αντ άλλων

  51. Λ said

    48. Ναι τα θυμάμαι τα υφασμάτινα σακούλια, τα σουτιέν χωρίς νταντέλες, για τις αίγιες (κατσίκες).

  52. Λ said

    51. Ντρέπομαι που κορόιδεψα τις καημένες τις κατσίκες για τα σακούλια που τους βάζουμε για να τις εμποδίζουν να θηλάσουν τα μικρά τους.. Πιο πάνω είπα αυτά που λέγαμε μικροί και γελούσαμε. Αλλά δεν είναι πολύ αστείο, ειδικά για τα ίδια τα ζώα. Η συμπεριφορά μας προς αυτά είναι όντως πολύ σκληρή.

  53. Σωσώ Μελετίου said

    Κ.Γ.Κ. 47. ΕΦΗ ΕΦΗ, 20. Λ, 4 Δύτη Των Νιπτήρων και 2.Gpointofview, νομίζω ότι μπορώ να εξοικονομήσω από μία “Πικρή ζωή» για τον καθένα σας. Αν τηλεφωνήσετε στις εκδόσεις «Νηρέας” θα σας πουν τον τρόπο. Ειδάλλως ίσως σας δω -εσάς κι όσους άλλους ενδιαφέρονται- στην κοινή παρουσίαση των 2 βιβλίων της «συνάντησης» Κοτζιούλα-Φασιανού, («Πικρή ζωή» – «Ποιηματα-Χαρακτικά»)που πιθανότατα θα γίνει στις 2 Ιουνίου στις 7 το απόγευμα, ημέρα Δευτέρα, στο πολιτιστικό κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Μεγάλου Βασιλείου 15, Κεραμεικός (πολύ κοντά στο μετρό).

  54. sarant said

    Ευχαριστούμε πολύ!

    Εύχομαι κάθε επιτυχία στην εκδήλωση -δυστυχώς θα είμαι εκτός Ελλάδος.

  55. Σωσώ Μελετίου said

    34.Μαρία Το ίδιο Ισχύει και για σένα για το βιβλίο. Μου έχεις δώσει 2 πολύτιμες πληροφορίες στην σπανιότατη παρουσία μου εδώ

  56. Σωσώ Μελετίου said

    Κύριε Σαραντάκο,
    σε «ανύποπτο» χρόνο είχατε επισημάνει μια κάποια σχέση μεταξύ του Νίκου Εγγονόπουλου και του Γιώργου Κοτζιούλα συγκρίνοντας ένα ποίημα του πρώτου κι ένα πεζό του δεύτερου-πάρα πολύ εύστοχα! Αν προσέξετε στην «Πικρή ζωή» και συγκεκριμένα στις «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ» θα βρείτε κι άλλα κοινά σημεία για το ίδιο θέμα. Μήπως αυτό κάτι επιπλέον μηνύει;.

  57. sarant said

    56: Δεν έχω ακόμα προφτάσει να κοιτάξω ολόκληρο το βιβλίο, δυστυχώς ο ελεύθερος χρόνος έχει συρρικνωθεί πολύ και διαβάζω με το σταγονόμετρο. Επιφυλάσσομαι.

  58. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    -Kυρία Μελετίου ευχαριστώ θερμά.
    -μπουλέτο: σημείωμα, γράμμα
    μπουλετάκι σ΄εμάς, και ειδοποίηση πληρωμής,λογαριασμός.Πρόσφατα είπε ο πατέρας μου που του συνέβη μια σοβαρή θρόμβωση, γελώντας όταν τέλειωσε η επέμβαση και πήγαν όλα καλά,»εγώ γιατρέ είπα πως ήρθε το μπουλετάκι μου».
    -51,52, Λ :) :) Τώρα είδα.Μια χαρά τα είπες! Γλιτώνανε κι αυτές από τα μικρομέγαλα βλαστάρια τους που δε λέγανε ν΄ αποκόψουνε, ενώ ήδη μασούλαγαν χορτάρι με τα νιόβγαλτα κοφτερά δοντάκια τους και πλήγωναν τις θηλές στις μανάδες τους.Τους κάναμε και φιογκάκι αλα λεζαμπί, στη ράχη πάνω απ τα καπούλια! :) Το ύφασμα ήταν διαλεγμένο,τύπου τζιν ή καραβόπανο για να μην κολλάνε χόρτα και κλαδιά κι εμποδίζεται το ζώο και για ν αντέχει βέβαια.(Περί γίδινου φάσιον-νεγκλιζέ ο λόγος :) :)

  59. Κυρία Μελετίου σας ευχαριστώ πολύ.
    Θα είμαι στην εκτός Αθηνών θερινή διαμονή μου την ημέρα της παρουσίασης-εκτός απροόπτου- οπότε θα κάνω χρήση του άλλου τρόπου.

  60. Λ said

    58. Πιστεύω δεν το κάνουν πια. Απλά χωρίζουν τις μανάδες από τα μικρά, κοντός ψαλμός αλληλούια.

  61. Λ said

    Eurika.

    Το τυροβόλι από βούρλα:

    http://www.europeana.eu/portal/record/09411/8A07FD9D259B61836F2E3BEA7FD45EE401BE9C05.

    Το χειροποίητο τυρικό:

    html?query=cyprushttp://www.europeana.eu/portal/record/09411/33819F96AAA6C8AEE7A5B063CF35E6701E52ADED.html?query=cyprus

    και το ταλάρι που μόνο από ξύλο δεν είναι: http://www.europeana.eu/portal/record/09411/B7F01684C2CF0E0AAA91CB63E593EF92B8F6C9C7.html?query=cyprus

    Πρόκειται και στις τρεις περιπτώσεις για το ίδιο αντικείμενο!

    \

  62. Λ said

    Άλλη μια προσπάθεια (τυρικό):

    http://www.europeana.eu/portal/record/09411/33819F96AAA6C8AEE7A5B063CF35E6701E52ADED.html?query=cyprus

  63. Λ said

    Επειδή δεν άνοιγε πιο πάνω:

    http://www.europeana.eu/portal/record/09411/8A07FD9D259B61836F2E3BEA7FD45EE401BE9C05.html?query=cyprus

  64. Λ said

    και κάτι άλλο, τα βούρλα εμείς τα λέμε σκλινίτζια (και το ταλάρι, ποτέ μα ποτέ δεν το λέμε καλάθι)http://lsg.ucy.ac.cy/Flora/Flora_Official/Lessons/Xriseis%20ton%20fiton/print%20files%20xriseis%20fitwn/synantw%20ta%20fita%20pou%20xrisimopoiw/Proionta%20apo%20Fyta_Kalathia.pdf

  65. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Όταν το βραδάκι φέρνανε τις δυο οικόσιτες(τόσες ήταν συνήθως σε κάθε σπίτι) γίδες προς το στάβλο,αυτές τραβάγανε τσίτα το σκοινί και τεντωνόντουσαν να φτάσουνε να γευτούν στερνά ό,τι φαγώσιμο βλασταράκι,φύλλο,χορταράκι έπαιρνε το μάτι τους στα πλαϊνά του δρόμου.Αρπάζανε και χάφτανε σαν τρελές κι ας ήταν τίγκα οι κοιλιές τους.Τέλος χρόνου σου λέει. :)
    Αυτό το βιαστικό κατσικίσο μασούλισμα θυμάμαι για μένα όταν δεν υπάρχει χρόνος και μπαίνω να δω τί γίνεται στον κόσμο μέσα από το διαλεχτό σας κουβεντολόι εδώ, αγαπητοί μου Σαραντακιστές. Διατρέχω πάνω κάτω και δος του μόλις ξαναβρώ χρόνο, πιάνω κι απ τη μέση! Το νήμα τούτο για τον Κοτζιούλα τόχω διαβάσει κομματιαστά,ως και…βουστροφηδόν και δεν το χορταίνω.
    61.Το τυροβόλι από βούρλα
    Το τουπί σ΄εμάς,πλεχτό σκληρό ψαθί (βάζουνε το φρεσκοπηγμένο τυρί να πάρει σχήμα και να στραγγίξει για μια-δυο μέρες κι έπειτα το αραδιάζανε στην κρεμαστή τάβλα να στεγνώσει και να ξεραθεί.Τυροζούλι το σπιτικό,κεφάλι το βοσκίστικο.Τα βούρλα τα λέμε πιο πολύ βουρλιές.
    Μιας και πιάσαμε τα βουκολικά,ελέω Κοτζιούλα:
    Προ ημερών που ήμουν στην Κρήτη,ένα βραδάκι ήρθε τρέχοντας ο σκύλαρος της ανηψιάς μου(ένας αγαθιάρης κρεμανταλάς,λιονταρόχρωμος ,άγνωστης ράτσας) με ένα άσπρο κουρέλι στο στόμα.Τον είχε βγάλει νωρίτερα προς τα λιβαδερά να τρέξει και να ξελυσσάξει από το δέσιμο και την κοπάνησε για λίγο. Επέστρεψε κρατώντας ένα…αρνάκι! Το ακούμπησε περιχαρής μπρος στην κυρά του.Τρελαθήκαμε.Μια σταλιά,ένα κουβαράκι χιονάτο,με κάτι τεράστιες μαύρες ματάρες σαν ζωγραφιά. Είχε και λίγο κοκκινάκι αίμα και βλέννα της γέννας στο χνούδι του. Λέμε θα το έλιωσε ο κερατάς.Και πού το βρήκε; Δεν επιτρέπεται(νόμιμα κι επίσημα) βόσκηση στα μέρη αυτά και οικόσιτα αρνιά δεν υπάρχουν προ πολλού. Αμ δε! Ο αμνός,(ήταν και αρσενικό), ήταν άθικτος! Το έφερε με τόση προσοχή, αμάλαγο εντελώς. Φαίνεται το άρπαξε μόλις το γέννησε ή το είχε αφήσει επί τόπου νεογέννητο η προβατίνα για ν ακολουθήσει τ άλλα,από το φόβο του σκύλου;(λίγο απίθανο αλλά συμβαίνει αν δεν υπάρχει βοσκός να το κρατήσει την πρώτη ώρα στα χέρια και παίρνει να βραδιάζει). Βρήκαμε μπιμπερό και το ταϊσαμε και σε μισή ώρα ήταν ένα αρνάκι όλο ζωή στα πόδια του κι έπαιζε με τα άλλα δυο μικρότερα σκυλιά.Πιάσαμε να ψάχνουμε τη μάνα του ρωτώντας στα κοντινά ορεινά χωριά δυο τρεις βοσκούς που υπάρχουν.’Ολοι λέγαν πως δεν κατάλαβαν να τους λείπει αρνί και τελοσπάντων μας το χάριζαν, αλλά σαλονάτο κριάρι,ακόμη και στην επαρχία είναι δύσκολη υπόθεση. Τελικά ήρθε ένας τους και το πήρε την άλλη μέρα και ώρα του καλή. Έμεινε όμως πολύ όμορφη ανάμνηση, σταλμένη λες από το θεό της παιδικής ηλικίας.

  66. Λ said

    Καλημέρα,
    Εχουμε λοιπόν τυροβόλι, τυρικό, τουπί και ταλάρι για το ίδι σκεύος ( και όλα αρχίζουν από τ).

  67. Γς said

    65:
    > Έμεινε όμως πολύ όμορφη ανάμνηση, σταλμένη λες από το θεό της παιδικής ηλικίας.

    Τι όμορφο…

    Με πήρε τηλέφωνο πριν λίγο. Πάνω που με έκανες να την θυμηθώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 7.933 other followers

%d bloggers like this: