Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Πωρικολόγος’

Ρεβίθι χωρίς κουκί

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2013

ρεβιDSCN1023Θυμάμαι πριν από κάμποσα χρόνια, τότε που είχα κι εγώ μικρά παιδιά και πρόσεχα και τα άλλα, ένα πιτσιρίκι είχε ρωτήσει τη μητέρα του γιατί στο γνωστό παιδικό τραγούδι το κουκί και το ρεβίθι εμαλώσανε στη βρύση. «Ποιο θα πιει πρώτο νερό», απάντησε η μητέρα, μια απάντηση πρακτική και όχι εντελώς άστοχη. Όσοι γεννήθηκαν σε σπίτια με τρεχούμενο νερό, δεν έχουν μνήμες από την καθημερινή διαδρομή με τη στάμνα στη βρύση, όπου, πέρα από τη συζήτηση και την αλληλοενημέρωση, υπήρχαν και οι αναπόφευκτες προστριβές για τη σειρά, μια και το γέμισμα της στάμνας βαστούσε πολλή ώρα κι έτσι κι αλλιώς δεν είναι σωστό να σου φάει η άλλη τη σειρά (το κουβάλημα του νερού ήταν γυναικεία δουλειά· άλλωστε, οι περισσότερες ήταν).

Εμείς για τις ανάγκες του άρθρου μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κουκί και το ρεβίθι διαπληκτίστηκαν για το ποιο από τα δυο θα αποτελέσει το αντικείμενο του σημερινού άρθρου. Αν και σπανιότερο στη καθημερινότητά μας, το κουκί είναι ασύγκριτα πιο ενδιαφέρον από γλωσσική-λαογραφική άποψη· όμως έχουμε ήδη αναφερθεί σε παλιότερα άρθρα μας σε μερικά από τα γλωσσικά του κουκιού, οπότε τελικά ο κλήρος έπεσε στο ρεβίθι.

Το ρεβίθι προέρχεται από το αρχαίο ερέβινθος, που δήλωνε και το φυτό και τον καρπό, και το επίθημα -νθος πάντα μας κάνει να σκεφτόμαστε δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα, και από το ερεβίνθιον προέκυψε το ρεβίνθιον και ρεβίθιον και ροβίθιον στα μεσαιωνικά χρόνια. Τον τύπο ροβίθι που ήταν πολύ διαδεδομένος παλιότερα, ο Χατζιδάκις τον είχε εξηγήσει από την παρετυμολογική επίδρ. της λέξης «ρόβι» (άλλο όσπριο αυτό), αλλά ο Θ. Μωυσιάδης (και πιο πριν ο Φιλήντας) από την επίδρ. του χειλικού. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει βάση η παλιότερη ορθογραφία ρεβύθι, που διατηρείται ακόμα. (Στην περίπτωση της *μπύρας, το αδικαιολόγητο ύψιλον εξηγήθηκε με την αναλογία του «ζύθος»· εδώ, δεν ξέρω πώς ξεφύτρωσε).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 136 Comments »

Οι κυρίες που φοράνε μελιτζανιά

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2013

800px-Variétés_d'aubergines

Οι παλιότεροι φίλοι του ιστολογίου θα θυμούνται ότι δημοσίευα κατά καιρούς άρθρα για τα φρούτα, που τώρα μάλλον ολοκληρώθηκαν (και αν όλα πάνε καλά ίσως τα δούμε στο κοντινό μέλλον και σε μορφή βιβλίου, παρά την άγονη συγκυρία). Στη συνέχεια, όπως ήταν φυσικό, πέρασα στα λαχανικά, και ήδη έχουμε γράψει εδώ άρθρα για τη ντομάτα, το αγγούρι, την πατάτα και τα πράσα (που πρέπει να είναι και το τελευταίο), οπότε συνεχίζω με ένα ακόμα λαχανικό, που έχει μεγάλο γλωσσικό και ετυμολογικό ενδιαφέρον, αν και δεν έχει μεγάλη παρουσία στη φρασεολογία μας και στην ποίηση· αυτό το τελευταίο, η απουσία δηλαδή από την ποίηση, είναι γενικό πρόβλημα των ζαρζαβατικών, σε αντίθεση με τα φρούτα για τα οποία οι ποιητές έχουν γράψει πάμπολλα ποιήματα, ίσως επειδή τα λαχανικά παραέχουν συνάφεια με την κουζίνα, και η μυρωδιά του τηγανόλαδου διώχνει μακριά τους ποιητές, κι έτσι δεν ξέρω να έχει γραφτεί τίποτα (έξω από σατιρικά) για τις μελιτζάνες, ούτε άλλωστε για τις ντομάτες ή τις πατάτες.

Αναφέρω μαζί μελιτζάνες, ντομάτες και πατάτες, επειδή συνυπάρχουν και σε τόσα φαγητά, αλλά τα τρία αυτά φυτά έχουν και βοτανολογική συγγένεια, και μάλιστα στενή συγγένεια, μια και ανήκουν και τα τρία όχι απλώς στην ίδια οικογένεια, τα στρυχνοειδή ή σολανίδες (Solanaceae στα λατινικά που ακόμα χρησιμοποιούνται στην επίσημη ορολογία) αλλά και στο ίδιο γένος, που ονομάζεται Στρύχνος ή Στρύχνο ή σολανό (Solanum). Στρύχνος ο κονδυλόριζος (Solanum tuberosum) είναι η πατάτα, στρύχνον το λυκοπερσικόν η ντομάτα, Στρύχνον η μελιτζάνα (Solanum melongena) είναι το φυτό που θα μας απασχολήσει σήμερα. Τα τρία αυτά αδερφάκια έχουν κι ένα πασίγνωστο ξαδερφάκι, που ανήκει στην ίδια οικογένεια, τα στρυχνοειδή, αλλά σε άλλο γένος: τη νικοτιανή, δηλ. τον καπνό. Στο ίδιο γένος ανήκει και το φυτό από το οποίο εξάγεται η στρυχνίνη, το δηλητήριο. Όλα τα φυτά της οικογένειας αυτής περιέχουν στα φύλλα ή στα σαρκώδη μέρη τους σε μικρές ή μεγάλες ποσότητες σολανίνη, που είναι δραστικό τοξικό συστατικό, και άλλωστε κάμποσα από αυτά είναι δηλητηριώδη σε χλωρή κατάσταση ή φαρμακευτικά.

Ντομάτα και μελιτζάνα είναι αναπόσπαστα στοιχεία της μεσογειακής κουζίνας, όμως δεν είναι αυτόχθονα φυτά· οι ντομάτες ήρθαν από τον Νέο Κόσμο, αλλά οι μελιτζάνες από την Ινδία. Ινδική είναι και η αρχή του ονόματός της, από το ινδικό vatin ganah που σύμφωνα με ορισμένες πηγές σημαίνει «το φυτό που θεραπεύει τα αέρια». Από τα ινδικά πάμε στo περσικό bādingān بادنجان, και από εκεί στο αραβικό (al-)bāḏinjān باذنجان.‎ Αυτά τα έχω δανειστεί από την αγγλική Βικιπαίδεια, που τα έχει πάρει από το έγκυρο OED. Το αραβικό μπαντιντζάν είναι και η εστία για την περαιτέρω εξακτίνωση της λέξης στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η διάδοση ακολούθησε δύο δρόμους. Ο πρώτος, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, περνάει από το Βυζάντιο. Το φυτό φτάνει στα μέρη μας γύρω στον 11ο αιώνα, και αρχικά αναφέρεται με διάφορες παραλλαγές: ματιτάνιον, μαζιζάνιον, μανζιζάνιον, ματζιτζάνιν (έτσι στον Πτωχοπρόδρομο), μαζάνα, ματζάνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 192 Comments »

O κατάφρακτος καρπός

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2012

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με έναν από αυτούς τους κατάφρακτους καρπούς, εκείνον που φοράει τη βαρύτερην πανοπλία απ” όλους. (Κατάφρακτοι ήταν άλλο επίλεκτο βυζαντινό σώμα, έφιπποι αυτοί). Εννοώ τα καρύδια. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι  τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 89 Comments »

Ο βασιλιάς των φρούτων

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2011

Στον Πωρικολόγο, το βυζαντινό σατιρικό στιχούργημα που προσωποποιεί τα φρούτα (οπωρικά) και τα βάζει να συνεδριάζουν, βασιλιάς των οπωρικών είναι ο πανενδοξότατος Κυδώνιος. Δεν θα συμφωνούσαν πολλοί σήμερα με την ιεράρχηση αυτή. Για τον καθένα από μας, βασιλιάς των φρούτων είναι το φρούτο που τους αρέσει, για άλλους πάλι το σταφύλι αφού δίνει το κρασί. Γλωσσικά πάντως, αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των φρούτων, ή φρούτο καθαυτό, θα τολμούσα να πω, είναι το μήλο.

Τουλάχιστον αυτό ίσχυε στα αρχαία ελληνικά, αφού οι αρχαίοι έδιναν σε πολλά άλλα φρούτα ονόματα που ήταν παραλλαγές του μήλου: τα ροδάκινα τα ονόμαζαν περσικά μήλα, τα βερίκοκα αρμενιακά μήλα, τα κυδώνια τα έλεγαν κυδώνια μήλα, τα κίτρα μηδικά μήλα, κάτι που συνεχίστηκε και στις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν σκεφτούμε πως τη ντομάτα οι μεν Γάλλοι την είπαν ερωτόμηλο (pomme d’amour), οι δε Ιταλοί χρυσόμηλο (pomo d’oro), και την πατάτα, βέβαια, οι Γάλλοι την είπαν pomme de terre, τέχνασμα που το δανειστήκαμε κι εμείς ως γεώμηλο. Ας μην ξεχάσουμε επίσης τα κυπαρισσόμηλα και τα κορόμηλα. Και για να γυρίσουμε στον Πωρικολόγο, κι εκεί το μήλο έχει σχετικά υψηλή θέση, αφού είναι λογοθέτης, δηλαδή υπουργός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Comments »

Μαρμελάδα από κυδώνι

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2011

 

Χτες φτιάξαμε κυδωνάτο και επειδή είχα πάρει πολλά κυδώνια –μ’ αρέσουν να τα βλέπω, έτσι χρυσά– μερικά κομμάτια περίσσεψαν, οπότε τις έφαγα -και θυμήθηκα τα νιάτα μου, που τα έτρωγα τα κυδώνια ωμά, παρόλο που σε πολλές πηγές βλέπω ότι ωμό το κυδώνι δεν είναι φαγώσιμο.

Το κυδώνι είναι από τα πιο αρχαία φρούτα και από τα πιο περιφρονημένα σήμερα (όπως και το ρόδι, ας πούμε, που θα περιμένει το δικό του σημείωμα άλλη φορά). Έφτασαν στην Ελλάδα από τον Καύκασο, μέσω της Μέσης Ανατολής. Η παλιότερη μορφή της λέξης στα ελληνικά είναι «κοδύμαλον» που κατά πάσα πιθανότητα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, όμως στη συνέχεια εξελληνίστηκαν σε «κυδώνια μήλα», συνδέθηκαν δηλαδή –πραγματικά ή παρετυμολογικά– στη συνείδηση των ομιλητών με την πόλη Κυδωνία της Κρήτης (εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Χανιά)

Οι αρχαίοι συνέδεαν το κυδώνι με την Αφροδίτη και μάλιστα ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Σόλωνας συνιστούσε στις νύφες, πριν μπουν στο νυφικό θάλαμο, να μασήσουν ένα κυδώνι για να μην είναι δυσάρεστο το πρώτο φιλί (ὁ Σόλων ἔγραψε μήλου κυδωνίου τὴν νύμφην ἐντραγοῦσαν εἰς τὸν θάλαμον βαδίζειν͵ ὅπως τὸ πρῶτον ἄσπασμα μὴ δυσχερὲς γένηται μηδ’ ἀχάριστον).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 86 Comments »

Τα φρούτα, οι καρποί, τα πωρικά, τα γεμίσια

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2010

Τις προάλλες είχα ξεκινήσει να γράφω για τα φρούτα της εποχής αλλά τελικά εξαιτίας του Κοραή και της μυτιληνιάς γιαγιάς μου ξεστράτισα και αφιερώθηκα στη λέξη «πρωτοφανήσιμος». Σήμερα λέω να μιλήσω για τη λέξη φρούτα, διότι το σηκώνει η εποχή.

Η λέξη βέβαια δεν είναι αναντάμ μπαμπαντάμ ελληνική, είναι δάνειο από τα ιταλικά, με την αρχή της στο λατινικό fructus, που σημαίνει τον καρπό αλλά και το όφελος, το έσοδο. Η λατινική λέξη πέρασε στις ρωμανικές και στις γερμανικές νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και από τα ιταλικά πέρασε και στα ελληνικά, αν και διατηρείται σε χρήση και η αυτόχθονη «οπώρα» που χρησιμοποιείται συνήθως σε λόγια σύνθετα, αλλά έχει δώσει και τα δημοτικότερα οπωρικά ή και πωρικά. Η οπώρα, πρέπει να πούμε, αρχικά σήμαινε στον Όμηρο την εποχή από τα τέλη Ιουλίου στα τέλη Σεπτεμβρίου (από εκεί και το φθινόπωρο που ακολουθεί), και στη συνέχεια τους καρπούς εκείνης της εποχής, παναπεί σύκα και σταφύλια κυρίως, και μετά όλους τους καρπούς. Πάντως, οι αρχαίοι για τους καρπούς όλων των δέντρων είχαν και τη λέξη ακρόδρυα, που όμως αργότερα έμεινε να εννοεί μόνο τους καρπούς που έχουν κέλυφος ξυλώδες, δηλαδή λίγο-πολύ τους ξηρούς καρπούς. Βέβαια, στον Πωρικολόγο, ένα βυζαντινό σύντομο σατιρικό έργο που προσωποποιεί όλα τα οπωρικά για να δικάσουν τη Στάφυλο, βρίσκω να συμμετέχουν και οι ξηροί καρποί στο πανηγύρι, όπως άλλωστε και τα ζαρζαβατικά. Να πω ότι ο Πωρικολόγος, γραμμένος τον 14ο αιώνα, δεν έχει τη λέξη «φρούτο» επειδή προφανώς δεν είχε ακόμα μπει στη γλώσσα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 38 Comments »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 7.921 other followers