Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι πραγματικοί δείκτες της ευημερίας και της προόδου μιας κοινωνίας – του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2009


image001Δύο μεγέθη της Οικονομίας, που υποτίθεται πως δείχνουν τη στάθμη ανάπτυξης μιας χώρας και την προκοπή της κοινωνίας της, είναι το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και το Μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα. Λέω υποτίθεται, γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για δείκτες απατηλούς, παραπειστικούς και σε τελική ανάλυση λανθασμένους. Και εξηγούμαι.
Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μετριέται με το αν μία χώρα έχει μεγάλη βιομηχανική ή γεωργική παραγωγή, κάνει εξαγωγές και διαθέτει στις τράπεζές της μεγάλα οικονομικά αποθέματα. Το υψηλό Μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα πάλι, δείχνει πως η κοινωνία της χώρας αυτής περιλαμβάνει πολλά άτομα με υψηλά εισοδήματα.
Οι δείκτες αυτοί όμως είναι απατηλοί, όταν το ακαθάριστο εθνικό προϊόν παράγεται από ξένες επιχειρήσεις, που εγκαταστάθηκαν στη χώρα με χαριστικούς και ετεροβαρείς όρους και προκάλεσαν τη χρεωκοπία πολλών ντόπιων μικρότερων ομοειδών επιχειρήσεων. Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα είναι ακόμα πιο απατηλός δείκτης, αφού αποτελεί τον μέσον όρο του εισοδήματος λίγων εκατοντάδων βαθύπλουτων και κάποιων εκατομμυρίων φτωχών, χωρίς να γίνεται καμμιά νύξη για την κατανομή του.

Το σημαντικό όμως είναι πως οι δείκτες αυτοί δε δείχνουν την πραγματική προκοπή και ευημερία του πληθυσμού μιας χώρας, ούτε σημαίνουν πως η εν λόγω χώρα έχει κάνει βήματα προόδου σε σύγκριση με το παρελθόν της. Αυτά τα δείχνουν άλλοι δείκτες και άλλα μεγέθη, που συνήθως αποσιωπούνται και δεν απασχολούν τους οικονομολόγους και τους ειδικούς περί την στατιστική, καθώς δεν αποτελούν μακρο-οικονομικά στοιχεία. Εντούτοις βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην πραγματική απεικόνιση της προκοπής μιας χώρας και της ευημερίας των κατοίκων της.
Τα παραδείγματα που θα δώσω παρακάτω αφορούν άτομα των μεσαίων ή των υψηλών εισοδημάτων και όχι τους φτωχούς και τους απόκληρους, που και αυτοί σε μια σωστά οργανωμένη κοινωνία θα έπρεπε να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πλούσιους και τους ευνοημένους. Αυτή η επιλογή γίνεται επίτηδες γιατί θέλω να δείξω πως η λεγόμενη ευημερία των «επιτυχημένων», αν την εξετάσεις από σκοπιά διαφορετική από το ύψος των εισοδημάτων τους, δε στέκει στα πόδια της.
Ένας λοιπόν δείκτης ευημερίας και προόδου μιας κοινωνίας πρέπει να είναι το αίσθημα ασφαλείας που νιώθουν τα μέλη της. Το έχω βρασμένο το υψηλό μου εισόδημα, όταν δεν μπορώ να περπατάω μοναχός μου τη νύχτα στους δρόμους της γειτονιάς μου, χωρίς να φοβάμαι επιθέσεις από τσαντάκηδες, πρεζόνια και άλλα κακοποιά στοιχεία. Όταν μπορεί να είμαι πάμπλουτος βιομήχανος ή εφοπλιστής και να με αρπάξουν μιαν ωραίαν ημέρα κάποιοι συμμορίτες, να με κρατήσουν μερικές βδομάδες κλεισμένο σε ένα μπουντρούμι και να με ελευθερώσουν, αφού μου πάρουν και της Παναγιάς τα μάτια.
Άλλος δείκτης ευημερίας και προόδου πρέπει να είναι το αίσθημα της προσωπικής αξιοπρέπειας, που μου την τσαλαπατάνε καθημερινά οι πάσης φύσεως γραφειοκράτες, μεσάζοντες και παρακεντέδες της εξουσίας, όταν αυτοί μεν παρανομούν, παρατυπούν και αγνοούν προκλητικά κάθε νόμο, σε μένα, δε, επιβάλλουν, για να βγάλω οποιοδήποτε «χαρτί», από οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική αρχή, να στήνομαι σε ουρές και να πηγαίνω δυο και τρεις φορές στα γραφεία τους, ενώ θα έπρεπε να στείλω την αίτησή μου ταχυδρομικώς και να έχω σε δύο μέρες το χαρτί που τους ζήτησα, πάλι ταχυδρομικώς.
Τρίτος δείκτης ευημερίας και προόδου είναι το καθαρό περιβάλλον. Τι να το κάνω το διαμέρισμα «πολυτελούς κατασκευής», που απόχτησα, με μύριες θυσίες, σε καλή μάλιστα γειτονιά, όταν ο αέρας που αναπνέω είναι γεμάτος καυσαέρια και άλλους ρύπους και τη νύχτα δεν μπορώ να κλείσω μάτι από τον σαματά της κίνησης των αυτοκινήτων και του διπλανού «πολυτελούς» επίσης κέντρου διασκέδασης. Όταν έχτισα βίλα σε πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά δεν μπορώ να κάνω μπάνιο, γιατί η θάλασσα είναι γεμάτη σκουπίδια και πετρελαιοκηλίδες.
Δείκτης ευημερίας και προόδου είναι επίσης το ποσό του ελεύθερου χρόνου που διαθέτω και ο τρόπος που τον αξιοποιώ. Το να μπορώ να απολαμβάνω μια καλή συναυλία ή μια καλή παράσταση χωρίς να ζεματιστώ στα έξοδα και χωρίς να χρειαστεί να διανύσω χιλιόμετρα ή και να… μεταναστεύσω ακόμα, αφού η γειτονιά ή η πόλη μου δε διαθέτει ούτε θέατρο ή λυρική σκηνή, ούτε καν κινηματόγραφο της προκοπής και η τηλεόραση, που τελικά απομένει, σα μόνη λύση για να αξιοποιήσω τον ελεύθερο χρόνο μου, έστω κι αν διαθέτει δορυφορική κεραία και μεγάλη πανοραμική οθόνη, μου προσφέρει προγράμματα που με αποβλακώνουν, με αποχαυνώνουν και με εθίζουν στη βία.
Καταλήγοντας, πιστεύω η πραγματική ευημερία και η ουσιαστική πρόοδος είναι συνυφασμένες με άλλους παράγοντες που μπορεί για τους οικονομολόγους να είναι αστάθμητοι, αλλά είναι καίριοι και ουσιώδεις, τελικά, δε, παραπέμπουν στην ισονομία και την ισοπολιτεία, δηλαδή στην αληθινή δημοκρατία, όπως τα είπε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια ο Δημόκριτος σε ένα ωραίο απόσπασμά του που θα ‘πρεπε να το διδάσκονται τα παιδιά μας στα σχολεία:
Η εν δημοκρατίηι πενίη
της παρά τοις δυνάστηισι καλεομένης ευδαιμονίης
τοσούτον εστί αιρετωτέρη
οκόσον ελευθερίη δουλείης

*O Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Mυτιλήνη, σπούδασε χημικός μηχανικός και μετά τη συνταξιοδότησή του εκδίδει το σατιρικό περιοδικό «το Φιστίκι» και κάνει τον συγγραφέα. Το τελευταίο (ενδέκατο στη σειρά) βιβλίο του «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» -Αθήνα 2008 – κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γνώση».

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη μυτιληνιά εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στις 17.2.2009

6 Σχόλια to “Οι πραγματικοί δείκτες της ευημερίας και της προόδου μιας κοινωνίας – του Δημήτρη Σαραντάκου”

  1. Costas said

    Το αρχαίο παράθεμα χρειάζεται διορθώσεις στη θέση των τόνων και ένα τουλάχιστον προσγεγραμμένο γιώτα, στους δυνάστες (αν δυναστήισι ή δυνάστηισι, δεν ξέρω), αν και εγώ θα έβαζα και ένα στο δημοκρατίηι.

  2. sarant said

    Τα έβαλα τα προσγεγραμμένα, δύο ήταν, διόρθωσα και τους τόνους με κάποιον συμβιβασμό στο «τοσούτον εστί»

  3. Alexis said

    Στην ουσία όσων γράφει ο κ. Σαραντάκος, θα συμφωνήσω σε όλα και θα προσθέσω δύο ακόμα δείκτες ευημερίας και προκοπής μιας κοινωνίας, έναν μετρήσιμο και έναν μη μετρήσιμο, αλλά πολύ ουσιαστικό:
    1)Τα επίπεδα των κατώτερων μισθών και ημερομισθίων και η αγοραστική δύναμη που αυτά αντιπροσωπεύουν (κανείς δε μπορεί να νοιώσει προσωπική αξιοπρέπεια όταν δε μπορεί στοιχειωδώς να τα βγάλει πέρα).
    2)Το αίσθημα της ισονομίας. Αυτό το «όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο» κοντεύει πια να καταντήσει ανέκδοτο στην Ελλάδα σήμερα. Μια κοινωνία είναι πραγματικά πολιτισμένη και ευημερούσα μόνο όταν εφαρμόζει τους νόμους με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όλους τους πολίτες.

  4. Καλά τα λέει ο κος Σαραντάκος.
    Πρόσφατα κυκλοφορήσανε κάτι μετρήσεις από κάποιο σοβαρό διεθνές ινστιτούτο (περί τα οικονομικά είμαι σκραψ, γεν. του σκραπός) όπου λένε ακριβώς το ίδιο πράμα:
    και ως πιο ευτυχή λαό του κόζμου δεν βγάζουν τους συνήθεις Σουηδούς/Δανούς/Φινλανδούς (που ναι μεν έχουν αξιόλογο κοινωνικό κράτος αλλά ο αλκοολιζμός θερίζει) μα κάποιους από τα νησιά του Ειρηνικού (Τοκελάου; Φουναφούτι; θα σας γελάσω) οι οποίοι είναι όλη μέρα στη λιακάδα, τρέφονται από τη θάλασσα και τα φοινικόδεντρα, έχουνε μηδενική εγκληματικότητα και γενικώς την περνάνε «μπέικα»

  5. Κουνελόγατος said

    Πόσο δίκιο είχε…

    Θεωρούμε συνήθως ότι η ανάγκη μας για ύπνο αποτελεί είτε απώλεια χρόνου, είτε μια ενοχλητική χαλάρωση της επαγρύπνησής μας. Για παράδειγμα, ο ύπνος χρησιμοποιείται ως παρομοίωση για να περιγράψει την απάθεια των λαών μπροστά στην καταπίεση που υφίστανται. Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός έχει θέσει ως στόχο να μετατρέψει την ανθρώπινη ζωή σε μια διαδικασία αδιάκοπης παραγωγής και κατανάλωσης, μήπως θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτά τα στερεότυπα ;

    Όποιος έχει ζήσει στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών σίγουρα γνωρίζει το φαινόμενο της μετανάστευσης των αποδημητικών πτηνών που διασχίζουν κάθε χρονιά ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Ωστόσο, ανάμεσα στις εκατοντάδες είδη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα είδος τσίχλας με λευκό λαιμό. Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα υπόλοιπα είδη, το συγκεκριμένο χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητα ότι, κατά τη διάρκεια της αποδημίας του, μπορεί να μείνει ξύπνιο έως και επτά συνεχόμενες ημέρες. Η ιδιαίτερη εποχιακή συμπεριφορά τού επιτρέπει να πετάει τη νύκτα και να αναζητεί την τροφή του κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς να ξεκουράζεται διόλου.

    Στις Ηνωμένες Πολιτείες, την τελευταία πενταετία, το υπουργείο Άμυνας έχει διαθέσει σημαντικά ποσά για την έρευνα της συμπεριφοράς αυτού του είδους πουλιών. Οι ερευνητές διάφορων πανεπιστημίων –και κυρίως του Μάντισον (Ουισκόνσιν)- έχουν λάβει πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση για να μελετήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα των πτηνών κατά τη διάρκεια των περιόδων στέρησης ύπνου. Ο σκοπός των ερευνών είναι η απόκτηση γνώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν στη συνέχεια να μεταφερθούν στο ανθρώπινο είδος.

    Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός στρατιώτη ο οποίος δεν θα κοιμάται. Η μελέτη αυτού του είδους τσίχλας αποτελεί ένα πολύ μικρό τμήμα ενός κατά πολύ ευρύτερου σχεδίου το οποίο αποσκοπεί στην επίτευξη της, έστω μερικής, κυριαρχίας πάνω στον ανθρώπινο ύπνο. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος συνίσταται στη δημιουργία μεθόδων οι οποίες θα επιτρέπουν σε έναν στρατιώτη να βρίσκεται σε επιχειρησιακή ετοιμότητα χωρίς να κοιμάται επί τουλάχιστον επτά ημέρες. Σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, ο στόχος είναι να διπλασιαστεί αυτό το χρονικό διάστημα, ενώ παράλληλα θα διατηρούνται σε υψηλό επίπεδο οι σωματικές και οι πνευματικές δυνατότητες των άγρυπνων στρατιωτών. Μέχρι σήμερα, τα μέσα που διαθέταμε για να επιτύχουμε καταστάσεις αϋπνίας συνοδεύονταν πάντα από έλλειμμα ψυχικών και διανοητικών ικανοτήτων (για παράδειγμα, μειωμένο επίπεδο επαγρύπνησης). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο στόχος της επιστημονικής έρευνας δεν είναι πλέον η ανακάλυψη μεθόδων για την τόνωση της εγρήγορσης, αλλά ο περιορισμός της ίδιας της σωματικής ανάγκης για ύπνο.

    Η κλοπή του χρόνου μας

    Όπως έχει ήδη αποδείξει η ιστορία, οι καινοτομίες που προκύπτουν από τη στρατιωτική έρευνα έχουν στη συνέχεια την τάση να μεταφέρονται στην ευρύτερη κοινωνική σφαίρα : έτσι, ο άγρυπνος στρατιώτης ενδέχεται να αποτελέσει τον πρόδρομο του άγρυπνου εργαζόμενου ή του άγρυπνου καταναλωτή. Τα προϊόντα « χωρίς ύπνο » που θα προβληθούν και θα προωθηθούν από τη φαρμακοβιομηχανία μέσα από ένα επιθετικό μάρκετινγκ, ενδέχεται αρχικά να παρουσιαστούν ως μια απλή επιλογή τρόπου ζωής, για να μετατραπούν τελικά σε μια αναγκαιότητα για πολλούς ανθρώπους.

    Δεδομένου ότι ο ύπνος είναι απόλυτα άχρηστος κι εντελώς παθητικός, με αποτέλεσμα να προκαλεί ανυπολόγιστες απώλειες στους τομείς της παραγωγής, της κυκλοφορίας και της κατανάλωσης αγαθών, θα αποτελεί πάντα εμπόδιο για την εγκαθίδρυση ενός κόσμου που θα ήθελε να λειτουργεί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα Η μεγαλύτερη προσβολή που μπορούν να κάνουν τα ανθρώπινα όντα στον αδηφάγο σύγχρονο καπιταλισμό, συνίσταται στο να περνούν ένα τεράστιο μέρος της ζωής τους κοιμισμένοι, αποδεσμευμένοι από τον βάλτο των τεχνητών αναγκών που αυτός τους επιβάλλει. Ο ύπνος αποτελεί μια ανυποχώρητη διακοπή της κλοπής του χρόνου μας, την οποία διαπράττει εις βάρος μας ο καπιταλισμός.

    Οι περισσότερες από τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες της ανθρώπινης ζωής –η πείνα, η δίψα, η σεξουαλική επιθυμία και, πρόσφατα, η ανάγκη για φιλία- έχουν αποκτήσει εμπορευματοποιημένη μορφή ή έχουν μετατραπεί σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ο ύπνος επιβάλλει την ιδέα μιας ανθρώπινης ανάγκης κι ενός χρονικού διαστήματος που δεν είναι δυνατόν, ούτε να ελεγχθούν, ούτε και να μετατραπούν σε δραστηριότητα που θα αποφέρει μαζικά κέρδη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο ύπνος εξακολουθεί να αποτελεί μια ανωμαλία κι έναν πόλο κρίσης μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Παρόλες τις προσπάθειες της επιστημονικής έρευνας στον τομέα, ο ύπνος εξακολουθεί να προκαλεί απογοήτευση και αμηχανία σε όσους σχεδιάζουν στρατηγικές για να τον εκμεταλλευθούν ή για να τροποποιήσουν τη φύση του. Όσο κι αν αυτό τούς φαίνεται εντυπωσιακό ή αδιανόητο, δεν καταφέρνουν να αποσπάσουν από τον ύπνο καμία οικονομική αξία.

    Οι επιθέσεις ενάντια στον χρόνο του ύπνου εντάθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο μέσος Αμερικανός ενήλικας κοιμάται σήμερα εξήμισυ ώρες κάθε βράδυ : παρατηρείται, συνεπώς, μια σημαντική μείωση των ωρών του ύπνου σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, που κοιμόταν κατά μέσον όρο οκτώ ώρες. Και δεν μιλάμε για τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου η διάρκεια του ύπνου έφθανε –όσο κι αν αυτό μας φαίνεται απίστευτο- τις δέκα ώρες. Το σκάνδαλο του ύπνου συνίσταται στο γεγονός ότι εισάγει μέσα στη ζωή μας τις ρυθμικές εναλλαγές του ηλιακού φωτός και του σκοταδιού, της δραστηριότητας και της ανάπαυσης, της εργασίας και της επανορθωτικής ξεκούρασης, οι οποίες σε άλλους τομείς της ζωής εξουδετερώθηκαν ή εξαλείφθηκαν.

    Από τα μέσα τού 17ου αιώνα, ο ύπνος εκδιώχθηκε από τη σταθερή θέση που κατείχε μέσα στο πλαίσιο που έθετε ο Αριστοτελισμός και η Αναγέννηση, καθώς αυτό θεωρήθηκε πλέον ξεπερασμένο. Άρχισαν να τον θεωρούν ασύμβατο με τις νεωτερικές έννοιες της παραγωγικότητας και του ορθολογισμού, και ο Ρενέ Ντεκάρτ, ο Ντέιβιντ Χιούμ και ο Τζον Λοκ δεν ήταν οι μοναδικοί φιλόσοφοι που αρνήθηκαν στον ύπνο τη σημασία του για όλες τις ενέργειες της πνευματικής ζωής και της αναζήτησης της γνώσης. Τον υποτίμησαν και αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία της συνείδησης και της βούλησης, καθώς επίσης και των εννοιών της χρησιμότητας, της αντικειμενικότητας και του προσωπικού συμφέροντος ως κινήτρου που ωθεί στην ανάληψη δράσης. Για τον Λοκ, ο ύπνος ήταν μια –λυπηρή, αλλά αναγκαία- διακοπή της υλοποίησης των προτεραιοτήτων που ανέθεσε ο Θεός στον άνθρωπο : να είναι εργατικός και ορθολογικός.

    Στα μέσα τού 19ου αιώνα αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την ασύμμετρη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, με βάση ιεραρχικά μοντέλα που παρουσίαζαν τον ύπνο ως μια οπισθοδρόμηση προς έναν κόσμο κατώτερων και πιο πρωτόγονων μορφών δραστηριότητας : θεωρούσαμε ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου αναστελλόταν η ανώτερη και πολυπλοκότερη λειτουργία του εγκεφάλου. Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ υπήρξε ένας από τους ελάχιστους διανοητές που αντέστρεψαν αυτήν την ιεραρχία, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ότι ο « πραγματικός πυρήνας » της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να ανακαλυφθεί μονάχα κατά τη διάρκεια του ύπνου [1].

    Καθώς η εκβιομηχάνιση της Ευρώπης συνοδευόταν από τη χειρότερη δυνατή μεταχείριση των εργαζόμενων, οι διευθυντές των εργοστασίων συνειδητοποίησαν ότι τους συνέφερε να παραχωρήσουν κάποια μικρά διαστήματα ανάπαυσης στους εργάτες τους. Όπως απέδειξε ο Άνσον Ράμπινμπαχ στη μελέτη του για την επιστήμη τής κούρασης [2], το ζητούμενο ήταν να μετατραπούν σε παραγωγικότερους και αποτελεσματικότερους εργαζόμενους, με μεγαλύτερη αντοχή στην κούραση. Όμως, από την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, με την κατάρρευση όλου του ρυθμιστικού πλαισίου που περιόριζε την ασυδοσία του καπιταλισμού στην Αμερική και στην Ευρώπη, δεν υπάρχει πλέον μέσα στο σύστημα καμία εσωτερική αναγκαιότητα για ανάπαυση και ανάκτηση των δυνάμεων των συντελεστών της οικονομικής μεγέθυνσης και της κερδοφορίας. Δεδομένων των ιδιαίτερων δομών που αποτελούν χαρακτηριστικό του σημερινού καπιταλισμού, η αφιέρωση χρόνου για την ανάπαυση και την ανάκτηση δυνάμεων των εργαζόμενων κοστίζει πλέον υπερβολικά ακριβά για να είναι δομικά εφικτή.

    Στην ανάλυσή τους για τον σημερινό καπιταλισμό, ο Λικ Μπολτάνσκι και η Ιβ Τσιαπέλο κατέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ένα σύνολο δυνάμεων για να εξυμνηθεί το είδος του ατόμου που είναι απασχολημένο ανά πάσα στιγμή, πάντοτε σε διασύνδεση, αλληλεπίδραση, επικοινωνία, αντίδραση ή συναλλαγή με ένα οποιοδήποτε τηλεματικό περιβάλλον. Όπως παρατηρούν, στις περιοχές του πλανήτη όπου υπάρχει ευημερία, το φαινόμενο συμβάδισε με το γκρέμισμα των περισσότερων συνόρων που χώριζαν στο παρελθόν τον ιδιωτικό χρόνο από τον επαγγελματικό, και την εργασία από την κατανάλωση. Στο μοντέλο « διαρκούς διασύνδεσης » που περιγράφουν, καταγγέλλουν το κυνήγι της « δραστηριότητας για τη δραστηριότητα » : « Θεωρείται σημαντικό το να κάνεις ανά πάσα στιγμή κάτι, να βρίσκεσαι σε κίνηση, να αλλάζεις, ενώ συχνά η σταθερότητα θεωρείται συνώνυμο της αδράνειας [3] ». Αυτό το μοντέλο δραστηριότητας δεν εμφανίζεται ως μια απλή τροποποιημένη μορφή τού προηγούμενου μοντέλου της εργασιακής ηθικής, αλλά ως ένα εντελώς νέο μοντέλο προτύπων, το οποίο, για να λειτουργήσει, απαιτεί χρονικούς ρυθμούς του τύπου 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και επτά ημέρες την εβδομάδα, οι οποίοι συχνά συνοψίζονται στον τύπο 24/7.

    Φυσικά, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κοιμούνται, κι ακόμα κι οι μεγαλουπόλεις με τους πλέον φρενήρεις ρυθμούς ζωής θα εξακολουθήσουν να γνωρίζουν νυχτερινά διαστήματα όπου επικρατεί μια σχετική ησυχία. Παρόλα αυτά, ο ύπνος αποτελεί στο εξής μια εμπειρία η οποία έχει αποσυνδεθεί από τις έννοιες της αναγκαιότητας και της φύσης. Πλέον, όπως και πολλά άλλα πράγματα, γίνεται αντιληπτός ως μια μεταβλητή λειτουργία, την οποία οφείλουμε να διαχειριστούμε και η οποία ορίζεται μονάχα με εργαλειακά κριτήρια και με κριτήρια ανθρώπινης φυσιολογίας. Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι αυξάνεται με εντυπωσιακό ρυθμό ο αριθμός των ατόμων που σηκώνονται τη νύχτα για να διαβάσουν τα ηλεκτρονικά τους μηνύματα ή για να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα τους.

    Υπάρχει μια, ανώδυνη υποτίθεται, αλλά πολύ διαδεδομένη έκφραση που χαρακτηρίζει την κατάσταση ενός υπολογιστή ή μιας μηχανής, η sleep mode [4]. Η ιδέα της μηχανής που είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή, λειτουργώντας σε χαμηλή ένταση, τείνει να επαναπροσδιορίσει την έννοια του ύπνου ως μια απλή κατάσταση περιορισμένης ή ετεροχρονισμένης λειτουργικότητας και προσβασιμότητας. Η λογική του πλήκτρου on/off είναι πλέον ξεπερασμένη : στο εξής, τίποτε δεν μπορεί να είναι πλέον εντελώς off. Δεν υπάρχει πλέον κατάσταση πραγματικής ανάπαυσης.

    Βέβαια, όσο κι αν ο ύπνος αποτελεί μείζον εμπόδιο στην πλήρη υλοποίηση του « καπιταλισμού 24/7 » (ο Καρλ Μαρξ μιλάει για έναν από τους τελευταίους « φυσικούς φραγμούς »), δεν είναι δυνατόν να εξουδετερωθεί εντελώς. Ωστόσο, είναι πάντοτε δυνατόν να διασπαστεί και να τσακιστεί. Όπως αποδεικνύεται κι από τα προαναφερθέντα παραδείγματα, οι μέθοδοι και τα κίνητρα που είναι αναγκαία για την υλοποίηση αυτού του τεράστιου καταστροφικού εγχειρήματος, έχουν ήδη δρομολογηθεί. Σήμερα, οι δημόσιοι χώροι είναι ολοκληρωτικά σχεδιασμένοι ώστε να αποθαρρύνουν και την παραμικρή πρόθεση ύπνου σε αυτούς• ακόμα και το ντιζάιν που έχει επιλεγεί για τα παγκάκια στους δημόσιους χώρους και για όλες τις οριζόντιες επιφάνειες που βρίσκονται σε κάποιο ύψος, αποσκοπεί -με μεγάλη μοχθηρία- στο να καταστήσει άβολη την ξαπλωτή στάση για το ανθρώπινο σώμα.

    Η επίθεση που εξαπολύεται ενάντια στον ύπνο είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με τις λυσσώδεις μάχες που δίνονται σε άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής και στοχεύουν στη διάλυση του πλαισίου της κοινωνικής προστασίας. Όπως η οικουμενική πρόσβαση στο πόσιμο νερό πλήττεται σε ολόκληρο τον κόσμο από τη ρύπανση, την ιδιωτικοποίηση και την προώθηση του εμφιαλωμένου νερού, υπάρχει και στην παρούσα περίπτωση ένα παρόμοιο –κι εύκολα ανιχνεύσιμο- φαινόμενο « δημιουργίας της σπανιότητας ». Όλες οι παραβιάσεις που υφίσταται ο ύπνος δημιουργούν τις συνθήκες για μια κατάσταση γενικευμένης αϋπνίας, όπου το μόνο που απομένει είναι η προσφυγή στην « αγορά τού ύπνου » -βέβαια, τελικά πληρώνουμε για να βυθιστούμε σε μια κατάσταση χημικά τροποποιημένη, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με τον πραγματικό ύπνο. Οι στατιστικές για τη ραγδαία αύξηση της χρήσης των υπνωτικών, μας δείχνουν ότι το 2010 συνταγογραφήθηκαν σε περίπου πενήντα εκατομμύρια Αμερικάνους φάρμακα όπως το Ambien και το Lunesta, ενώ αρκετά εκατομμύρια συμπατριωτών τους τα αγόραζαν χωρίς ιατρική συνταγή.

    Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι η βελτίωση των σημερινών συνθηκών ζωής θα μπορούσε να επιτρέψει στους ανθρώπους να κοιμούνται καλύτερα και να απολαμβάνουν έναν βαθύτερο και πιο επανορθωτικό ύπνο. Στο σημείο που έχουμε φθάσει, δεν είναι καν βέβαιο ότι ένας κόσμος οργανωμένος με λιγότερο καταπιεστικό τρόπο θα κατόρθωνε να εξαλείψει την αϋπνία. Η αϋπνία αποκτάει την ιστορική της σημασία και την ιδιαίτερη συναισθηματική υφή της μονάχα σε σχέση με συλλογικές εμπειρίες που είναι εξωτερικές ως προς αυτήν. Επιπλέον, συνοδεύεται κι από πλήθος άλλων μορφών αλλοτρίωσης και κοινωνικής καταστροφής, που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως αίσθηση στέρησης σε ατομικό επίπεδο, η αϋπνία εντάσσεται σήμερα στο πλαίσιο μιας γενικευμένης κατάστασης « απουσίας κόσμου ». Γύρω από το ζήτημα του ύπνου συναρθρώνεται ένας αριθμός θεμελιωδών υποθέσεων γύρω από τη συνοχή των κοινωνικών σχέσεων. Σε αυτές περιλαμβάνεται κι η ιδέα ότι υπάρχει μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα στην ευάλωτη κατάσταση και στην εμπιστοσύνη, ανάμεσα στο γεγονός ότι κάποιος βρίσκεται εκτεθειμένος και στη φροντίδα. Η επαγρύπνηση του Άλλου διαδραματίζει καίριο ρόλο : από αυτήν εξαρτάται η ξενοιασιά του ύπνου, ο οποίος μας αναζωογονεί, αυτή είναι που μας προσφέρει ένα χρονικό διάστημα απαλλαγμένο από φόβους, μια πρόσκαιρη κατάσταση « λήθης του κακού » [5].

    Ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους οι ανθρώπινοι πολιτισμοί συνέδεσαν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα τον ύπνο με τον θάνατο, οφείλεται στο γεγονός ότι και οι δύο αποτελούν την απόδειξη ότι ο κόσμος συνεχίζεται όσο εμείς απουσιάζουμε. Ωστόσο, η καθαρά προσωρινή απουσία του κοιμώμενου σημαδεύεται από ένα είδος δεσμού με το μέλλον, με τη δυνατότητα μιας νέας αρχής και, συνεπώς, με μια δυνατότητα ελευθερίας. Ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, ενδέχεται να αγγίξουν φευγαλέα τη συνείδησή μας εικόνες μιας ζωής την οποία δεν έχουμε ζήσει, μιας ζωής την οποία έχουμε εξορίσει στο μέλλον. Η νυκτερινή επιθυμία μας να βυθιστούμε σε έναν ύπνο τόσο βαθύ, ώστε να φθάσουμε στο σημείο να αποκοπούμε από τη συνείδησή μας, αποτελεί ταυτόχρονα και την προσδοκία για ένα ξύπνημα το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει κάτι το απρόοπτο.

    Να ονειρευθούμε ένα άλλο μέλλον

    Στην Ευρώπη, μετά το 1815, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που σημαδεύτηκαν από την κυριαρχία της αντεπανάστασης, τις ανατροπές και τη διάψευση των ελπίδων, ορισμένοι καλλιτέχνες και ποιητές είχαν τη διαίσθηση ότι ο ύπνος δεν αποτελούσε υποχρεωτικά μια απόδραση ή μια φυγή έξω από την ιστορία. Για παράδειγμα, τόσο ο Πέρσι Σέλεϊ όσο και ο Γκιστάβ Κουρμπέ κατανόησαν ότι το όνειρο αποτελούσε άλλη μια μορφή ιστορικού χρόνου, καθώς και ότι αυτή η υποχώρηση και η επιφανειακή, εκ πρώτης όψεως, παθητικότητά του περιλάμβαναν επίσης και την αναταραχή και την ανησυχία που είναι αναγκαίες για τη γέννηση ενός μέλλοντος στο οποίο θα υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα.

    Σήμερα, στον 21ο αιώνα, η ανησυχία του ύπνου δημιουργεί μια σχέση με το μέλλον, η οποία παραξενεύει και προβληματίζει. Καθώς ο ύπνος βρίσκεται στα σύνορα του κοινωνικού και του φυσικού, εξασφαλίζει την παρουσία μέσα στον κόσμο ορισμένων ημιτονοειδών και κυκλικών μοτίβων, που είναι αναγκαία για τη ζωή αλλά ασύμβατα με τον καπιταλισμό. Θα πρέπει να προβούμε στον συσχετισμό ανάμεσα στην αφύσικη για τον καπιταλισμό επιμονή του ύπνου να ανθίσταται και στη δρομολογημένη καταστροφή ακόμα και των ίδιων των προϋποθέσεων για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Καθώς ο καπιταλισμός αδυνατεί να αυτοπεριοριστεί, η έννοια της προστασίας ή της διατήρησης καθίσταται επίσης αδύνατη μέσα σε αυτό το σύστημα. Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, η αποκατάσταση της αδράνειας του ύπνου δημιουργεί εμπόδια στις θανατηφόρες διαδικασίες της συσσώρευσης κεφαλαίου, της κυριαρχίας του χρηματοοικονομικού τομέα σε όλους τους τομείς και της κατασπατάλησης, που έχουν καταστρέψει οτιδήποτε στο παρελθόν εντασσόταν στο καθεστώς των κοινόχρηστων αγαθών.

    Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μονάχα ένα όνειρο, το οποίο ξεπερνάει όλα τα άλλα : το όνειρο ενός κόσμου στον οποίο οι άνθρωποι θα μοιράζονται τα αγαθά, του οποίου το πεπρωμένο δεν θα αποδεικνύεται μοιραίο για τον ανθρώπινο πληθυσμό, ενός κόσμου δίχως δισεκατομμυριούχους, ενός κόσμου που θα έχει ένα μέλλον διαφορετικό από τη βαρβαρότητα ή το « μετα-ανθρώπινο » [6], στον οποίο η ιστορία θα μπορέσει να ακολουθήσει μια καμπή διαφορετική από τα σενάρια καταστροφής και τους εφιάλτες που τείνουν να μεταβληθούν σε πραγματικότητα. Σε κάθε είδους μέρος, σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις (συμπεριλαμβανομένης και της ονειροπόλησης ή των ονείρων που κάνουμε ξύπνιοι), είναι πιθανόν ότι, το να φανταστούμε ένα μέλλον δίχως καπιταλισμό μπορεί να αρχίσει από τα όνειρα που κάνουμε μέσα στον ύπνο μας. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να εκλάβουμε τον ύπνο ως μια ριζική διακοπή, ως μια άρνηση του αδυσώπητου βάρους του παγκοσμιοποιημένου παρόντος μας, να θεωρήσουμε ότι ο ύπνος αποτελεί –στο πιο πεζό επίπεδο της καθημερινής μας εμπειρίας- μια γενική πρόβα τού με τι ακριβώς θα μπορούσαν να μοιάζουν ορισμένες ακόμα πιο σημαντικές νέες αρχές και ανανεώσεις.
    Notes

    [1] Άρθουρ Σοπενχάουερ, « Ο κόσμος ως βούληση και ως αναπαράσταση » Presses universitaires deFrance (PUF), Παρίσι, 2014 (1819).

    [2] Anson Rabinbach, « Le moteur humain. L’énergie, la fatigue et les origines de la modernité », La Fabrique, Παρίσι, 2004.

    [3] Luc Boltanski και Eve Chiapello, « Le Nouvel Esprit du capitalism », Gallimard, Παρίσι, 1999.

    [4] « Κατάσταση ύπνου » στα αγγλικά και στα ελληνικά, ενώ στα γαλλικά χρησιμοποιείται ο όρος « κατάσταση εγρήγορσης ».

    [5] Roland Barthes, « Le Neutre », Cours au Collège de France (1977-1978), Seul-Imec, Παρίσι, 2002.

    [6] (Σ.τ.Μ.) Κυρίως στην Αμερική, πολλοί « οραματιστές μελλοντολόγοι », δεδομένου ότι θεωρούν αδιαπραγμάτευτη την « πρόοδο » που φέρνει ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η τεχνολογία και ο καταναλωτισμός, προτείνουν ως λύση για τα προβλήματα που προκαλεί η ρύπανση και η καταστροφή του περιβάλλοντος, το πέρασμα σε έναν βιονικό « μετα-άνθρωπο », γενετικά τροποποιημένο, ώστε να μπορεί να επιβιώσει στο νέο απάνθρωπο περιβάλλον που δημιουργεί η τεχνοεπιστήμη και ο καπιταλισμός. Ανάμεσα στις πλέον ευφάνταστες προτάσεις αυτού του « transhumanisme » προτείνεται το μπόλιασμα των ανθρώπινων οργανισμών με DNA βακτηριδίων που είναι εξαιρετικά ανθεκτικά σε τεράστιες συγκεντρώσεις ρύπων –ή ακόμα και που τρέφονται από αυτούς- όπως και η δημιουργία ανθρώπινου είδους εφοδιασμένου με… βράγχια, ώστε να μπορέσει να καταφύγει στα βάθη των ωκεανών όταν η αφόρητη ρύπανση της ατμόσφαιρας και η καταστροφή της στιβάδας του όζοντος θα έχει καταστήσει τη ζωή αδύνατη στην επιφάνεια του πλανήτη ! Όσο κι αν φαίνεται παρανοϊκό, οι απόψεις τους εξετάζονται σοβαρά από πολλούς επιστήμονες, οι οποίοι διαβλέπουν σε αυτήν την κατεύθυνση μεγαλεπήβολα ερευνητικά προγράμματα (τα οποία φυσικά θα τους αποφέρουν άφθονο χρήμα και δημοσιότητα).
    Rubriques

    Πηγή: Le Monde Diplomatique
    Μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

  6. sarant said

    Ευχαριστώ για το άρθρο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: