Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Παπαράτσι -ή μήπως παπαράτσος; Ιστορία της λέξης

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2009


Το κομμάτι αυτό το έγραψε αρχικά ο Νίκος Λίγγρης στο φόρουμ Λεξιλογία, αντλώντας υλικό από το λεξικογραφικό δελτίο World Wide Words του Michael Quinion. Παρένθεση: Αν αγαπάτε τη γλώσσα ή/και αν ασχολείστε με τη μετάφραση, σας υπόσχομαι ότι θα βρείτε πολλά απολαυστικά και ενδιαφέροντα, τόσο στη Λεξιλογία όσο και στο δελτίο του Quinion. Ας επιστρέψουμε όμως στον παπαράτσι (ή παπαράτσο). Κατά σύμπτωση, με το ίδιο θέμα είχα ασχοληθεί κι εγώ παλιότερα και μάλιστα είχα αλληλογραφία με τον Quinion, οπότε, με την άδεια του Λίγγρη, ξαναγράφω το άρθρο του προσθέτοντας τα δικά μου.

Ο Tazio Secchiaroli, ο φωτογράφος που χρησίμεψε σαν έμπνευση στον Φελίνι

Ο Tazio Secchiaroli, ο φωτογράφος που χρησίμεψε σαν έμπνευση στον Φελίνι

Όπως ξέρουν όλοι, τον ενοχλητικό φωτογράφο που δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί τους πλούσιους και διάσημους, τον λέμε παπαράτσι, λέξη δανεική από τα ιταλικά. Στα ιταλικά, το paparazzi είναι πληθυντικός, ο ενικός είναι paparazzo, εμείς όμως, αρχικά τουλάχιστον, στη δεκαετία του 1960 που έγινε ο δανεισμός, πήραμε τη λέξη από τον πληθυντικό κι έτσι καθιερώθηκε.

Για την ιταλική λέξη paparazzo, ισχύει κάτι αρκετά σπάνιο· έχουμε τη ληξιαρχική πράξη της γέννησής της, αλλά παρόλ’ αυτά υπάρχουν τουλάχιστον τρεις εκδοχές για την ετυμολογία της. Όλα ξεκίνησαν μια πνιγηρή καλοκαιρινή βραδιά, πριν από μισόν αιώνα και κάτι.

Είναι Αύγουστος τού 1958. Στη θρυλική Βία Βένετο, το στέκι των «επωνύμων» στη Ρώμη, κάνει αφόρητη ζέστη. Πάνω στις βέσπες τους, ο Τάτσιο Σεκιαρόλι και τρεις συνάδελφοί του, «φωτορεπόρτερ του δρόμου» όπως τους έλεγαν τότε, κυκλοφορούν βαριεστημένοι αναζητώντας φωτογραφικά θέματα που θα τους εξασφαλίσουν το νυχτοκάματο. Θα σταθούν τυχεροί. Πρώτα, θα πέσουν πάνω στον έκπτωτο βασιλιά Φαρούκ της Αιγύπτου, καθισμένο ανάμεσα σε δύο κυρίες που καμιά δεν είναι η σύζυγός του. Το φλας ανάβει και ο Σεκιαρόλι φωτογραφίζει τον μονάρχη. Ο Φαρούκ εκτοξεύει ένα τραπέζι και θέλει να σπάσει τη μηχανή. Ένας δεύτερος φωτογράφος απαθανατίζει τη σκηνή. Αλλά υπάρχει και συνέχεια. Λίγο παρακάτω, ο Σεκιαρόλι αιφνιδιάζει τον Τόνι Φραντσιόζα (που ήταν ακόμα παντρεμένος με τη Σέλεϊ Γουίντερς) τη στιγμή που φιλάει την Άβα Γκάρντνερ. Και μετά τσακώνουν την Ανίτα Έκμπεργκ να βγάζει σέρνοντας τον μεθυσμένο σύζυγό της από κάποιο κλαμπ. Σε κάθε φωτογράφηση οι διάσημοι αντιδρούν βίαια.

Τις επόμενες μέρες οι φωτογραφίες είδαν το φως της δημοσιότητας στις ιταλικές εφημερίδες και περιοδικά. Όπως είχε πει ο Σεκιαρόλι, εκεί που οι φωτορεπόρτερ έπαιρναν 3.000 λιρέτες για μια στημένη πόζα, ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να πάρουν 200.000 λιρέτες για ενσταντανέ που έδειχναν τους διάσημους να επιτίθενται στους φωτογράφους που τους είχαν κάνει τσακωτούς.

Αφίσα της ταινίας Ντόλτσε Βίτα

Αφίσα της ταινίας Ντόλτσε Βίτα

Εκείνο τον καιρό ο Φεντερίκο Φελίνι ετοιμάζει μια ταινία για το νέο πρόσωπο της Ρώμης ως κέντρου συνεύρεσης της παρηκμασμένης υψηλής κοινωνίας των καφέ-μπαρ και των πάρτι. Επικοινωνεί με τον Σεκιαρόλι και του ζητά τα φώτα του. Στην ταινία La Dolce Vita (1960), ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι παίζει έναν δημοσιογράφο που γράφει τα «κοινωνικά» σε κάποια φτηνοφυλλάδα ενώ ο φωτορεπόρτερ φίλος του, ονόματι Παπαράτσο (παιγμένος από τον ηθοποιό Walter Santesso), είναι ένας ρόλος βασισμένος στις επαγγελματικές δραστηριότητες τού Σεκιαρόλι. Η ταινία πρόσθεσε δύο νέους όρους στο διεθνές λεξιλόγιο: η ανέμελη και τρυφηλή ζωή των πλουσίων θα λέγεται στο εξής ντόλτσε βίτα, ενώ οι φωτογράφοι που καραδοκούν να αιχμαλωτίσουν τις ιδιωτικές στιγμές των διασημοτήτων ονομάζονται έκτοτε παπαράτσι. Ο ίδιος ο Σεκιαρόλι απαρνήθηκε τη ζωή τού παπαράτσι και έγινε κολλητός των αστέρων, επίσημος φωτογράφος στα γυρίσματα του Φελίνι και προσωπικός φωτογράφος ηθοποιών όπως η Σοφία Λόρεν. Πέθανε το 1998, σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας πίσω του πλήθος αξέχαστες φωτογραφίες. Στο ανάμεσα, η λέξη παπαράτσι είχε προλάβει να ξαναέρθει στην παγκόσμια επικαιρότητα με τον χειρότερο τρόπο, όταν ένα χρόνο νωρίτερα, στις 31 Αυγούστου 1997, το κυνηγητό από τους παπαράτσι θεωρήθηκε υπεύθυνο για το δυστύχημα που στέρησε τη ζωή στη λαίδη Νταϊάνα και τον Ντόντι αλ-Φαγιέντ.

Πώς όμως προέκυψε το όνομα Παπαράτσο; Δηλαδή, γιατί βαφτίστηκε έτσι ο ήρωας της ταινίας; Σ’ αυτό το ερώτημα έχουν δοθεί τουλάχιστον τρεις απαντήσεις. Μια εκδοχή λέει ότι στην ιταλική αργκό, paparazzo είναι ο μπούμπουρας και ο Φελίνι είχε πει ότι έτσι φώναζαν έναν παιδικό του φίλο που του άρεσε να μιμείται το βουητό των εντόμων. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι στη διάλεκτο των Αμπρούτσε paparazze είναι τα μύδια, και ότι ο σεναριογράφος, που καταγόταν από τα Αμπρούτσε, παρομοίασε το ανοιγοκλείσιμο του φακού της φωτογραφικής μηχανής με το ανοιγοκλείσιμο του κελύφους του μυδιού και έδωσε αυτή την ονομασία στον ήρωά του. Όμως ο Ένιο Φλαϊάνο, που έγραψε το σενάριο της Γλυκιάς Ζωής μαζί με τον Φελίνι, αναφέρει στο βιβλίο του La Solitudine del Satiro (1973) ότι εκείνο τον καιρό διάβαζε το κλασικό ταξιδιωτικό βιβλίο του Άγγλου μυθιστοριογράφου Τζορτζ Γκίσινγκ By the Ionian Sea. Σ’ αυτό ο Γκίσινγκ περιγράφει ένα ταξίδι που έκανε στη νότια Ιταλία το χειμώνα του 1897-98. Στο Καταντζάρο της Καλαβρίας, ο Γκίσινγκ έμεινε στο ξενοδοχείο Albergo Centrale, που το είχε ένας ξενοδόχος ονόματι Κοριολάνο Παπαράτσο. Το όνομα άρεσε στον Φλαϊάνο και έτσι πέρασε στην ιστορία.

Walter Santesso, ο Παπαράτσο της Ντόλτσε Βίτα

Walter Santesso, ο Παπαράτσο της Ντόλτσε Βίτα

Το όνομα Paparazzo πράγματι είναι συχνό στην περιοχή του Καταντζάρο. Υπάρχει πιθανότητα να έχει ελληνική αρχή. Τουλάχιστον αυτό γράφει ο Μπρούνο Μιλιορίνι (Migliorini) στο βιβλίο του Nella foresta del vocabolario, όπου λέει ότι το επώνυμο Paparazzo προέρχεται από το ελληνικό Παπασαράτσης (σαράτσης είναι ο σελλοποιός). Προσωπικά, και με όλο το σεβασμό, έχω σοβαρές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, συν τοις άλλοις επειδή στα ελληνικά της κάτω Ιταλίας δεν συνηθίζονται τα τουρκικά δάνεια (διότι τουρκικό είναι το σαράτσης).

Τελειώσαμε; Όχι. Διότι, ενώ η λέξη είχε πολιτογραφηθεί στα ελληνικά ως ο παπαράτσι, άκλιτο βέβαια, τον τελευταίο καιρό, που πήρε το κουτάλι μας νερό και μορφωθήκαμε, όλο και συχνότερα βλέπει κανείς τον τύπο ο παπαράτσο, άλλοτε μεν άκλιτον (οπότε, να πεις, πάει κι έρχεται) κι άλλοτε κλιτόν ιταλοπρεπώς (ο παπαράτσο, οι παπαράτσι) σαν τους δήθεν ψαγμένους εκφωνητές που μιλάνε για κοντσέρτι (πληθυντικός του κοντσέρτου αν δεν το καταλάβατε) ή σαν τα ψώνια που όταν επευφημούν πολλούς στην όπερα φωνάζουν bravi! για να δείξουν πως μετέχουν της ιταλικής παιδείας αλλά όχι της ελληνικής αφού δεν πήραν χαμπάρι πως το μπράβο έχει γίνει επιφώνημα.

Προσωπικά, προτιμώ να μένει άκλιτος ο παπαράτσι και να μην «ενικοποιηθεί» σε παπαράτσο. Αφού έχει καθιερωθεί, καλώς καθιερώθηκε. Κι αν το τανκς τώρα που μάθαμε αγγλικά το βλέπουμε και στον αγγλοπρεπή ενικό, η φάμπρικα αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις δάνειες λέξεις γιατί τότε θα πρέπει να πούμε «το πιραζόκ» (ενικός του πιροσκί στα ρώσικα) ή «ο ταλέμπ» (ενικός του ταλιμπάν). Κι αν είναι να λέμε «ο παπαράτσο», τότε χίλιες φορές καλύτερα να το λέμε ελληνοποιημένο: ο παπαράτσος, του παπαράτσου, κατά τον παλιάτσο.

Advertisements

24 Σχόλια to “Παπαράτσι -ή μήπως παπαράτσος; Ιστορία της λέξης”

  1. neostipoukeitos said

    Πολύ καλό, Νίκο! Ήξερα ότι οι παπαράτσι είχαν νονό τον Παπαράτσο της Ντόλτσε Βίτα, αλλά τα ετυμολογικά που πήγες και ψάρεψες, ρε θηρίο, πρώτη φορά τ’ ακούω.

    Αυτό με το μπράβο, που γίνεται μπράβα όταν επευφημούμε τη σοπράνο και μπράβι όταν επευφημούμε όλον τον θίασο το είχε γράψει και ο Γ. Π. Σαββίδης σε κάποια επιφυλλίδα σχετική με το νεότευκτο –τότε– Μέγαρο Μουσικής. Δεν μπορώ όμως να βρω τη ρημάδα την παραπομπή.

    Εννοείται ότι ψηφίζω τον εξελληνισμένο παπαράτσο, του παπαράτσου!

  2. Μαρία said

    Ο παπαράτσι σαμαρτζής δεν είναι κι απίθανο, αν σκεφτούμε οτι τη λέξη σαράτς μπορεί να την πάραμε απ’ τους Τούρκους αλλά είναι αραβική και το Καταντζάρο όλο το 10ο αι. ήταν εμιράτο των Σαρακηνών.

  3. Να παρατηρήσω κατ΄αρχήν πως ο Tazio Secchiaroli στη φωτογραφία είναι φτυστός ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.

    Τώρα, για κοιτάξτε κατά razzo μεριά γιατί τα online λεξικά μου βγάζουν τη λέξη «μυταρόλα». Βρίσκω 209 αναφορές στο γούγλη χωρίς τόνο και 140 με τόνο, πολλές από αυτές αποτελούν ποδοσφαιρικό ιδίωμα, συχνά των βαζέλων, αλλά από τα γενικά συμφραζόμενα συνάγεται πως ο μυταρόλας είναι αυτός που έχει μεγάλη μύτη άρα μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια, αν απαλείψουμε το συχνά εμφανιζόμενο σεξουαλικό υπονοούμενο, πως είναι αυτός που χώνει τη μύτη του. Δεν υπάρχει σχετική καταχώρηση στο slang.gr για να κάνω περισσότερο σίγουρες υποθέσεις.

    Δείγματα:

    «άρχισε ο Τζιμπούρης να δοκιμάζει τις νέες εκτελέσεις φάουλ πάνω στα πλευρά του Αργεντίνου: με εσωτερικό φάλτσο, με κουντεπιέ, με μυταρόλα, με ό,τι λάχει»
    http://dalikeris1.blogspot.com/2009/01/blog-post_30.html

    «Η ιστορία του δονκιχοτικού… μυταρόλα ήρωα που ρίχνεται σε μια άνιση μάχη με προδεδικασμένο τέλος»
    Για τον Συρανό ντε Μπερζεράκ σε μια φοιτητική θεατρική παράσταση, κάπου το 2002 από την Ελευθεροτυπία.
    http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=24.05.2002,id=19298232

    «ΜΥΤΟΣ : Το πολύ δυνατό σουτ με τη μύτη του παπουτσιού.
    Συνήθως αποτελούσε προσφιλή φραστική επίθεση.
    «Μην το παίζετε ρε αυτόν, βαράει μύτους» !
    Υπερθετικό ήταν η ΜΥΤΑΡΟΛΑ («Ο Γιάννης έριξε μια ΜΥΤΑΡΟΛΑ που κόντεψε να σπάσει τον τοίχο)»
    Ρετρό ποδοσφαιρική ορολογία παιδιών
    http://www.retromaniax.gr/vb/archive/index.php/t-7484.html

    Αλλά:
    «Φορούσε διαμάντια στον αφαλό, κυκλοφορούσε τόπλες *για νΆ αποπροσανατολίζει τα βλέμματα απΆ τη μυταρόλα* έκανε μπάνιο στο γάλα, λουζόταν με βότανα και γλίτωσε το Γκίνες στις τσιμπουκοδρομίες λόγω εποχής»
    Από το ΚΛΙΚ του Φεβρουάριου 1996.
    http://www.klik.gr/106/poison/index.htm

    «Ρίχνουν τη μυταρόλα τους και φέρνουν και δώρο στους Τούρκους συμπέθερους»
    Για τα… Σύνορα της Αγάπης.
    http://kathimerinitrella.blogspot.com/2005/08/mega.html

    Μετά απ’ όλα αυτά, τολμώ την εξής εικασία. Papa στα ιταλικά είναι ο πατέρας και ο παπάς. Razzo, όπως είπαμε πριν, είναι ο μυτόγκας ας πούμε. Παίρνω όμως την έννοια του παπά και τη συνδέω με τον μυτόγκα/razzo κι αναφέρομαι στον καθολικό παπά που χώνει τη μύτη του εξαιτίας του ηθικιστικού ζήλου του, γιατί τι άλλο κάνει ο παπαράτσι από το να βγάζει τα άπλυτα των διάσημων γαργαλώντας τον καθολικό ηθικισμό των αναγνωστών του;

    Με κάθε επιφύλαξη όλα αυτά αλλά τα στοιχεία με οδηγούν σε αυτό το ενδεχόμενο. Κανείς που να ζει στην Ιταλία, ή έχει γνωστό εκεί, για να μας πει περισσότερα;

  4. Αναθεματισμένα κόμματα, συγνώμη για τις ασυνταξίες μου.

  5. sarant said

    Βασικά, στα ιταλικά razzo είναι η ρουκέτα.

  6. doctor said

    Καλά, άνοιξες blog και δεν με ενημέρωσες; Θα σε μαλώσω!
    Καλορίζικο, καλορίζικο. Η μπλογκόσφαιρα απέκτησε άλλη μια νησίδα Λογικής…

    doc

  7. Μήπως, όμως, ισχύει και το γνωστό ανεκδοτάκι με τον κρητικό που ρωτάει τη γυναίκα του;
    «Ρε ζυναίκα, ίντα μαθαίνω; Απόθανε η Νταϊάνα;»
    «Ναι, κύρη μ΄» του απαντά εκείνη
    «Τζιαι πώς απόθανε;»
    «Παπαράτσι»
    «Παραπάτ’σι, ε; Κρίμα, ωρέ, δυό μέτρα ζυναίκα!»

  8. sarant said

    Γιατρέ, καλώς ορίσατε!

    ΣκύλεΒΚ, δεν θέλησα να το βάλω μέσα στο άρθρο (όχι από σοβαροφάνεια, αλλά δεν βρήκα μέρος να το ταιριάξω) αλλά την εποχή της Νταϊάνας υπήρχαν αρκετοί που εσκεμμένα παρετυμολογούσαν τη λ. παπαράτσι σαν τάχα να είναι κρητικιά (παπαράκι, δηλαδή).

  9. Μαρία said

    Παράπλευρη απορία: Στη διάδοση της ντολτσεβίτας λέτε να έπαιξε ρόλο το τραγούδι σε στίχους Βίρβου «Σε πλάνεψε η ντόλτσε βίτα…»;

  10. Απο σοβαροφανεια μην ανησυχεις, φιλε! Ειμαι η προσωποποιηση της απολυτης ελλειψης της.

  11. ηλε-φούφουτος said

    Θα έλεγα ότι όπως το «μπράβι» δείχνει ότι το ψώνιο αγνοεί ότι το «μπράβο» στα Ελληνικά είναι άκλιτο επίρρημα, έτσι και ο ενικός «το τανκ» δεν λαμβάνει υπόψη την ελληνική φωνητική και είναι εντελώς δυσπρόφερτο (π.χ. είναι άβολο να πεις «ήρθε ένα τανκ και τον πάτησε»). Το τανκς (ή τανξ;) και πάλι το τανκς!

    Αλήθεια, θυμάστε ένα κόμιξ (όχι, ρε, δεν θα πω «ένα κόμικ») που λεγόταν «τανκς»;

  12. neostipoukeitos said

    @Σκύλε της Β. Κ., το ανέκδοτο το έχω ακούσει σε λαρισαϊκή παραλλαγή, που είναι (νομίζω) και αληθοφανέστερη (παραπάτησε > παραπάτησι > παραπάτ’σι).

    Νέους Τιπούκειτους

  13. sapere aude said

    ηλε-φούφουτος said:
    > … ο ενικός “το τανκ” δεν λαμβάνει υπόψη την ελληνική φωνητική και είναι εντελώς δυσπρόφερτο (π.χ. είναι άβολο να πεις “ήρθε ένα τανκ και τον πάτησε”).
    ——————————————-

    Huh? Το σύμπλεγμα «nkk» είναι πιο δυσπρόφερτο / άβολο από το «nksk»;;;

  14. ηλε-φούφουτος said

    @sapere aude, σε καταλαβαίνω, δεν επιμένω, αλλά να σου πω την αμαρτία μου, δεν μου φαίνονται το ίδιο. Δεν βρίσκεις ότι το διαρκές στην προφορά s σώζει κάπως την κατάσταση;

    Το αφτί μου έχει συνηθίσει στα Ελληνικά σε τύπους της καθαρεύουσας όπως λυγξ, φάρυγξ, λάρυγξ. Σίγουρα το φωνητικό σύστημα της Νέας Ελληνικής δεν τους αγαπά, αλλά και εκτός Ελληνικών, όπως το ληκτικό -νκ στο τανκ, δεν μου φαίνονται.

  15. aerosol said

    Νομίζω πως προτιμώ το άκλιτο παπαράτσι -αλλά και η ιδέα να κλίνεται κατά το παλιάτσος φαίνεται ενδιαφέρουσα. Εξαιρετικό ποστ.
    Μπράβο στον Λίγγρη και σε σένα.

    ΥΓ: Το κόμιξ «Τανκς» ήταν θρυλικό (όπως και τα «Κράνος», «Δράση» και ‘Έφοδος»)!

  16. Χμ… γκουχ… δείχνουτε τα χρόνια μας!
    @ Νέος Τιπούκειτος: Λαρ’σέϊκο, χα; Ε, ας μην τα ρίχνουμε όλα στους έρ’μους τους Λαρ’σαίοι… Και είμαι και Πελοποννήσιος και δεν κάνει…

  17. Χμ… γκουχ… δείχνουτε τα χρόνια μας όταν μιλάτε γι’ αυτά τα περιοδικά!
    Κι όχι τίποτις άλλο αλλά ακόμα κλαίω τρία τεύχη του «Κράνο(υ)ς» με άτσαλο σχεδιασμό, πικρό τέλος (δεν νικούσαν οι σύμμαχοι, δεν νικούσε κανείς) αλλά με απίστευτη γοητεία. Όταν μεγάλωσα διαπίστωσα πως επρόκειτο για σχέδια του hugo Pratt. Αλλά η μάνα μ’ τάχε κάνει προσάναμμα για την ψησταριά…

    @ Νέος Τιπούκειτος: Λαρ’σέϊκο, χα; Ε, ας μην τα ρίχνουμε όλα στους έρ’μους τους Λαρ’σαίοι… Και είμαι και Πελοποννήσιος και δεν κάνει…

  18. τιπούκειτος έφα:
    «Εννοείται ότι ψηφίζω τον εξελληνισμένο παπαράτσο, του παπαράτσου!»

    αντιψηφίζω, και μετά σθένους:

    γενικότερα, για να μην αρχίσουμε αυτό το βιολί, σε λέξεις μάλιστα με μακρά ήδη θητεία:
    θα συναντηθούμε έτσι αναπόφευκτα με την «καθαριστική» τάση των εμβριθών που θέλουν να κλίνουν κοντσέρτι, τύμπανι και πιάτι [της ορχήστρας –ω ναι, το άκουσα με τ’ αφτιά μου, δεν το σκάρωσα εγώ]

    στο συγκεκριμένο, η αιτιατική φερειπείν «τον παπαράτσο» από πούθε κατεβαίνει; από το εξομαλισμένο «παπαράτσος» και άρα κλινόμενο ή από το Τριτοπρογραμμικό «ο παπαράτσο»;

  19. nickel said

    Πιστεύω ότι τίποτα δεν εμποδίζει κάποιους (ανάμεσά τους θα μπορούσα να είμαι κι εγώ) να αρχίσουν να το κλίνουν (ο παπαράτσος κ.λπ.). Και κάποια στιγμή αυτοί που θα το κλίνουν θα είναι αρκετά περισσότεροι από εκείνους που δεν θα το κλίνουν και τα λεξικά θα πάψουν να λένε «άκλιτο». Στο κάτω κάτω, ο παπαράτσος δεν είναι παιδί κατώτερου θεού από τους αρλεκίνους, τους καβαλιέρους, τους βιρτουόζους ή τους κολονέλους.

    Είναι μια λύση πολύ πιο φυσιολογική από το να λέμε «ο παπαράτσι» (που δεν ενοχλεί πολύ επειδή σπάνια μιλάμε για έναν) ή τη διόρθωση σε «ο παπαράτσο» – που αυτό, ναι, θυμίζει το «τα κοντσέρτι» ή θα ήταν σαν να κάναμε το κομφετί «κονφέτο» (μπα, το κάναμε ήδη κουφέτο).

  20. ηλε-φούφουτος said

    @Σκύλος της Βάλια Κάλντα
    «Χμ… γκουχ… δείχνουτε τα χρόνια μας όταν μιλάτε γι’ αυτά τα περιοδικά!»

    Εεεμ, εγώ από το μεγάλο μου αδελφό τα είχα και τα διάβαζα 🙂

    Προτιμούσα τη «Δράση» – τα άλλα (ο Δραγούνης τα έβγαζε, ο ίδιος που έβγαζε και τον Ποπάυ) μού φαίνονταν χοντροκομμένα!

    Το «παπαράτσης, παπατσαράτσηδες» πώς σας φαίνεται; Δεν είναι πιο βιώσιμο; Έχει προσόντα!

  21. Μπουκανιέρος said

    Ψηφίζω τον Ηλεφού και τους παπαράτσηδες.

  22. @ nickel
    «τίποτα δεν εμποδίζει κάποιους […] να αρχίσουν να το κλίνουν (ο παπαράτσος κ.λπ.). Και κάποια στιγμή αυτοί που θα το κλίνουν θα είναι αρκετά περισσότεροι από εκείνους που δεν θα το κλίνουν και τα λεξικά θα πάψουν να λένε «άκλιτο»»

    τίποτα δεν εμποδίζει κανέναν, αλλά προσαρμογή και εξομάλυνση γίνεται πάντοτε, αν δεν κάνω λάθος, «από τα κάτω», και προπάντων στην ώρα της, κατά την εισαγωγή δηλαδή μιας λέξης και στα πρώτα της στάδια

    έχει δηλαδή κάποιο νόημα όταν ο οικοδεσπότης μας φερειπείν έγραφε [γράφει ακόμα; δεν έχω προσέξει] «το ιντερνέτι» κ.ά., όχι όμως ν’ αρχίσουμε να προσαρμόζουμε προγραμματικά λέξεις περασμένες ήδη: φοβάμαι πως είναι το ίδιο εξεζητημένο και άγονο με την «αποκατάσταση», τον καθαρισμό τού «παπαράτσο»

  23. nickel said

    Δεν θα διαφωνήσω. Η λέξη είναι μιας άλλης εποχής, με διάδοση κυρίως μέσα από τον Τύπο, και δεν είναι λογικό, με 50 χρόνια καθυστέρηση, να θέλουμε, αμέτι-μουχαμέτι, να την αλλάξουμε μέσ’ από το ιντερνέτι. Δεν μπορούμε καν, επειδή ανοίξαμε μια συζήτηση άσχετη με την επικαιρότητα, να πιστέψουμε ότι δυο-τρεις γραφικοί που θα την κλίνουν σε δυο-τρία γραφτά τους μπορούν να δημιουργήσουν μόδα. Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός (σχολική ορθογραφία) τον Αύγουστο. Απλώς ήθελα να προλάβω τις κατραπακιές σε περίπτωση που γινόμουν εγώ γραφικός και αποφάσιζα να κλίνω τη λέξη. Άλλωστε, το ιντερνέτι είναι πεδίο δοκιμών: μπορούμε να δοκιμάσουμε ρηξικέλευθες ιδέες πριν αποφασίσουμε να τις περάσουμε σε έντυπα (αν και δεν ξέρω ποιο από τα δύο μέσα μπορεί πια να θεωρηθεί ότι έχει το μεγαλύτερο κύρος ή τη μεγαλύτερη διάρκεια).

  24. Μαρία said

    Οι Φιλανδοί λένε ίντερνέτι αλλά το έκαναν βέβαια απ’ την αρχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: