Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Απόκοσμο αγριολούλουδον απά στο ρημοκλήσι

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2009


1neb55aΌταν πεθαίνει, το 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είναι 22-23 χρονών. Στο αφιέρωμα που δημοσίευσε το περιοδικό Καλλιτέχνης του Γ. Βώκου μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, περιλαμβάνεται κι ένα άτιτλο εξάστιχο του Λαπαθιώτη. Αν και ο τρόπος ζωής του νεαρού δανδή μοιάζει εντελώς διαφορετικός από του Σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου, ο Λαπαθιώτης φαίνεται πως είχε καταλάβει πολύ καλά τον Παπαδιαμάντη, όπως δείχνουν οι στίχοι του:

Απόκοσμο αγριολούλουδον απά στο ρημοκλήσι,

όπου μακριά από τη ζωή -τη Ζωή βαθιοκοιτούσε

και τ’ Όνειρον αγνάντευε, στου λιβανιού τα θάμπη

Ολόφωτο να λάμπει

Και τα ματόφυλλα στο φως του Γήλιου τα ‘χε κλείσει.

(Απόκοσμο Αγριολούλουδον απά σε ρημοκλήσι)…

Λέω ότι το ποίημα είναι «σχεδόν αθησαύριστο», χαρακτηρισμός που θυμίζει το «ολίγον έγκυος», αλλά δεν είναι αδικαιολόγητος. Αθησαύριστο, επειδή ούτε στην συγκεντρωτική έκδοση (Ζήτρου-Φέξη) των ποιημάτων Λαπαθιώτη περιλαμβάνεται, ούτε (εκτός λάθους) σε άλλη συγκέντρωση λαπαθιωτικών ποιημάτων. Σχεδόν, επειδή η ύπαρξή του (όχι όμως το ίδιο το ποίημα) καταγράφεται στον τόμο Φώτα ολόφωτα, το αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη που επιμελήθηκε ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος το 1981 για το ΕΛΙΑ.

lapat1Ο Λαπαθιώτης αγαπούσε τον Παπαδιαμάντη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μερικά χρόνια αργότερα, το 1924, δημοσιεύει ένα πεζό, συνειδητή προσπάθεια μίμησης του ύφους του Παπαδιαμάντη, πιθανότατα την πρώτη από τις αρκετές ανάλογες απόπειρες πολλών λογίων (Καραγάτσης, Βάρναλης κτλ.), το Ο καπετάν Φουρτούνας ο Λαμπής. Ταυτόχρονα, δημοσιεύει και ένα ποίημα, το «Εις Τύριον ζωγράφον«, που είναι μίμηση του Καβάφη και προτάσσει το εξής σημείωμα: «Παίζοντας (ίσως να μην είναι η λέξις, αφού την έγραψα όμως έτσι, ας μένει) δοκίμασα το περασμένο καλοκαίρι να μιμηθώ δυο στυλ αγαπημένα μου, του Καβάφη και του Παπαδιαμάντη. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως: είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο. Ωστόσο να, που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μη τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν· εγώ δεν τα’ χω ακόμα συγχωρήσει -αλλά δεν έπαψα απ’ το να τ’ αγαπώ».

Αξίζει να παραθέσω την αρχή από το παπαδιαμαντικό διήγημα του Λαπαθιώτη:


Εκεί, παρά τον απορρώγα βράχον, τον σιγηλόν, τον έρημον, οπόθεν, ολίγον προ της δείλης πριν νυκτώσει, σμήνη ορνέων εξαπελύοντο και περιίπταντο αιθεροβάμονα κι επλήρουν το διάστημα με τους ατέρμονας κρωγμούς των, τους στριγγούς, υψούτο ποτέ λευκός ναΐσκος χαρίεις, αν και αφελής – χάρμα και τέρψις οφθαλμών – καταντικρύ του πέραν ανοικτού πελάγους. Εις τους πρόποδας του βράχου, του σιγηλού, του ερήμου, το κύμα έψαλλε μελωδικά το άσμα του το αιώνιον, ιδίως περί τας μελιχράς, τας δειλινάς τας ώρας, ύμνον βαθύν και ζοφερόν, την ακοή κατακηλούντα του ύπερθεν αντιπαρερχομένου οδοιπόρου. Ομοίαζε το άσμα εκείνο προς θρηνώδη επίκλησιν, προς βαθύ παράπονον, πλήρες ικεσίας, ενίοτε όμως, οσάκις έπνεεν από βορρά σφοδρότερός τις άνεμος, προσελάμβανεν, αγνοώ τίνα μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη, ως αν αόρατοι χοροί καλλιπλοκάμων ναϊάδων και τριτώνων, καταβιούντων εις τα βάθη τ’ ανερεύνητα του πολυταράχου ωκεανού, να συνηνούντο αίφνης εις έξαλλον ουρανομήκη συμφωνίαν, πλήρη οργής και διαμαρτυρίας· τότε, αφροί και βρύα, φυτά θαλάσσια, παντοειδή κογχύλια και άλλα του πελάγους απορρίμματα, ήρχοντο και περιέστεφον τον χθαμαλόν αιγιαλόν.

Επάνω, εγγύς του αφελούς, ερημικού ναΐσκου, υπήρχε μικρά καλύβη πεπαλαιωμένη, είδος παραπήγματος σαθρού, προχείρως κατεσκευασμένου, και οσημέραι επί μάλλον καταρρέοντος· η καλύβη αύτη εχρησίμευεν ως θερινή διαμονή του Καπετάν Φουρτούνα, του Λαμπή. Ο γέρων φουρτούνας ήτο ποτέ ναυτικός – εξ ου και το ιδιόρρυθμον προσωνύμιόν του – αρχαίος γερο-λύκος, ον η θάλασσα είχεν εκβράσει και απορρίψει, θα έλεγέ τις, μαζί με όλα τα παντοειδή αυτής απορρίμματα, εις την απόκρημνον εκείνην ακτήν, ίνα εφησυχάσει από του περιπετειώδους, του τρικυμιώδους βίου, ον διήλθε πλέων ανά την ξένην.

Μονήρης και καχύποπτος, ο γέρων Φουρτούνας, θύμα γάμου ατυχούς, κατά την νεότητά του, έζη τώρα εκεί, πλησίον του ναΐσκου, μόλις υπερκειμένου της πενιχράς καλύβης. Περί τας αρχάς του χειμώνος, τέλη του φθινοπώρου, κατήρχετο εις την χώραν, και η καλύβη έμενε τότε έρμαιον των πετεινών και των ορνέων, των πληρούντων τας ρωγμάς του βράχου, του τιτανικού. Υψαύχην και πελώριος, σύμβολον της μονώσεως και της υπεροψίας, εδέσποζεν ούτος των πέριξ άλλων βράχων και διέγραφε την μέλαιναν, την απειλητική αυτού σκιάν, μέχρι των απωτάτων χαραδρών. Από του ύψους εκείνου, ο ορίζων ηπλούτο αναπεπταμένος και το βλέμμα εξετείνετο και εκυριάρχει της υγράς εκτάσεως, κυκλοτερώς, από βορρά μέχρι νότου.

Όταν ο γέρων επέστρεφε την άνοιξιν, η καλυβη εχρειάζετο νέας επισκευάς. Αύται εγίγνοντο εκ των ενόντων, χάρις εις την έκπαλαι φημιζομένην ειδικότητα αυτού, περί τα τοιαύτα· ήτον, ως γνωστόν, «μάστορας με τα όλα του», ο καπετάν Φουρτούνας, ο Λαμπής, σύμφωνα προς αυτήν την φήμην, φήμην έχουσαν ποιάν τινα βάσιν, αν ήθελέ τις κρίνει εκ των διαφόρων προχείρων οικίσκων, τους οποίους είχεν ανεγείρει ούτος, υπείκων εις παρακλήσεις άλλων συγχωριανών του, προς χρήσιν εκείνων, εννοείται. Καθότι ο ίδιος ήτο, κατά το λεγόμενον, «πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης».

Για τη συνέχεια, σας παραπέμπω στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: