Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το Λουλούδι της φωτιάς: ένα ‘διπλό’ διήγημα του Μυριβήλη

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2009


Ο Στρατής Μυριβήλης, γεννημένος το 1890 στη Συκαμιά της Λέσβου, στρατεύθηκε εθελοντής το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους και στη συνέχεια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Από τις πολεμικές εμπειρίες του εμπνεύστηκε το αριστούργημά του, τη Ζωή εν τάφω, που χωρίς υπερβολή τον τοποθετεί ανάμεσα στους κορυφαίους αντιμιλιταριστές λογοτέχνες της Ευρώπης. Έχει γράψει όμως και άλλα πολεμικά (ή αντιπολεμικά) έργα, ανάμεσα στα οποία και το Λουλούδι της φωτιάς, που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το σημείωμα.

Γιατί το αποκαλώ διπλό διήγημα; Γιατί έχει δημοσιευτεί δυο φορές, με άλλο τίτλο την πρώτη φορά, και με αρκετές διαφορές ανάμεσά τους. Για όσους βιάζονται, να πω ότι η δεύτερη μορφή του διηγήματος είναι εκτενέστερη κατά 60%. Προσθέτει εκτενή εισαγωγή κι επίλογο, έχει κάποιες δευτερεύουσες διαφορές σε σχέση με την πρώτη, δεν παραλείπει τις ωμές περιγραφές και τα φονικά, αλλά ενώ στην πρώτη μορφή οι φαντάροι βιάζουν τις κοπέλες, στη δεύτερη μορφή η εμφάνιση ενός λοχαγού αποτρέπει την ατίμωση.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το 1928 ο Μυριβήλης εκδίδει, στη Μυτιλήνη, τη συλλογή «Διηγήματα». Η συλλογή έχει πέντε διηγήματα: Πόλεμος. Οι χωρατατζήδες. Θυσία στον ήλιο. Το Βγενάκι. Οι δυο κάλπηδες. Το πρώτο διήγημα, «Πόλεμος» είναι και το εκτενέστερο και το πιο δυνατό. Ύστερα από 24 χρόνια, το 1952, εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων του Μυριβήλη «Το κόκκινο βιβλίο». Το πρώτο διήγημα του βιβλίου λέγεται «Το λουλούδι της φωτιάς». Είναι ο «Πόλεμος», σε ξαναδουλεμένη και επαυξημένη μορφή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μυριβήλης ξαναδουλεύει εκδομένο κείμενό του. Χαρακτηριστικά, η Ζωή εν τάφω στη σημερινή της οριστική μορφή, έχει υπερδιπλάσια έκταση από την αρχική (έκδοση Μυτιλήνης 1924). Κάποιοι Μυτιληνιοί λόγιοι λένε χαριτολογώντας ότι στις επόμενες εκδόσεις ο Μυριβήλης «πρόσθεσε δύο επίθετα μπροστά από κάθε ουσιαστικό» και γι’ αυτό αυξήθηκε η έκταση του έργου, αλλ’ αυτό είναι υπερβολή και ίσως άδικη. Έχουν προστεθεί πολλά εντελώς νέα κεφάλαια, είναι όμως αλήθεια ότι το έργο έχει γίνει φλύαρο σε κάποια σημεία. Τέλος πάντων, στην πρώτη μορφή η Ζωή εν τάφω είναι περισσότερο μια μαρτυρία, στην οριστική είναι λογοτέχνημα· αλλά το θέμα μας είναι ο Πόλεμος και πώς μετατράπηκε στο Λουλούδι της φωτιάς.

Για όσους θέλουν να διαβάσουν τα δυο διηγήματα, έχω ήδη ανεβάσει στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ και τον Πόλεμο και το Λουλούδι της φωτιάς, φυσικά χάρη στην πολύτιμη βοήθεια των φίλων που έκαναν την ψηφιοποίηση των κειμένων. Προχωράω τώρα σε αναλυτική σύγκριση.

image002

Χαρακτικό του Ε. Σπυρίδωνος από την έκδοση της Εστίας ("Το κόκκινο βιβλίο", διήγημα Το λουλούδι της φωτιάς)

Και ξεκινάμε με σύντομη περίληψη της υπόθεσης του Πολέμου, δηλ. της πρώτης μορφής: Ο αφηγητής είναι εικοσάχρονος εθελοντής στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, στην 5η Μεραρχία. Δέχονται αιφνιδιαστική επίθεση από τον εχθρό και στην πανικόβλητη υποχώρησή τους περνάνε μέσα από τα Σταροχώρια. Οι χωριάτες επιτίθενται στους στρατιώτες, σκοτώνουν και βασανίζουν απάνθρωπα πολλούς. Όμως η 5η Μεραρχία ανασυντάσσεται, ανακαταλαμβάνει τα Σταροχώρια κι ο αρχιστράτηγος, ο γιος του Βασιλιά, διατάζει σκληρά αντίποινα: να εκτελεστούν όλοι οι ενήλικοι άντρες και να καούν τα χωριά. Η διμοιρία του αφηγητή εφαρμόζει τα αντίποινα. Φτάνουν σε ένα ξεμοναχιασμένο εξοχικό αρχοντόσπιτο, όπου βρίσκουν σε μια αποθήκη μια οικογένεια Τούρκων και μέσα στο σπίτι έναν επιβλητικό γέρο και, καλά κρυμμένες, τις δυο κόρες του. Ο γέρος Τούρκος παρακαλεί τους στρατιώτες να μη στείλουν τις κόρες του στο τζαμί, όπου πρέπει να συγκεντρωθούν τα γυναικόπαιδα, αλλά να περιμένουν να ξημερώσει. Περιμένοντας να ξημερώσει, οι δυο κοπέλες φιλοξενούν πλουσιοπάροχα τους καταπονημένους στρατιώτες, σερβίροντάς τους όλα τα καλά. Κάποια στιγμή, ένας εθελοντής φαντάρος από την Πόλη, πάει να βάλει χέρι σε μια κοπέλα, αλλά ο αφηγητής και ο φίλος του ο Μύρωνας τον εμποδίζουν. Όμως σε λίγο καταφθάνει στο σπίτι ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας και ο συσχετισμός των δυνάμεων αλλάζει: ο ανθυπασπιστής διατάζει τις κοπέλες να χορέψουν τσιφτετέλι, παρά τις αντιρρήσεις του αφηγητή και του Μύρωνα· ο εθελοντής από την Πόλη παίζει σ’ ένα αυτοσχέδιο ταμπούρλο τον σκοπό, οι φαντάροι δένουν τον γέρο πατέρα, οι κοπέλες θέλοντας και μη χορεύουν, και όταν πια οι ορμές έχουν ανάψει, σχεδόν αναπόφευκτα, ο ανθυπασπιστής παίρνει παράμερα τη μία κοπέλα και παραδίνει την άλλη να τη βιάσουν ομαδικά οι άλλοι φαντάροι. Την άλλη μέρα γίνεται η εκτέλεση των αντρών του χωριού· η τύχη το φέρνει και ο αφηγητής βρίσκεται στο απόσπασμα που εκτελεί τον γέρο πατέρα των κοριτσιών και η γαλάζια του ματιά μένει αποτυπωμένη στη μνήμη του για πάντα.

Δημοσιευμένο 24 χρόνια αργότερα, το «Λουλούδι της φωτιάς» έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση (11.200 λέξεις έναντι 6.900, αύξηση 60%) αν και διατηρεί τον σκελετό της υπόθεσης. Ενώ ο «Πόλεμος» μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, στο «Λουλούδι της φωτιάς» υπάρχει εκτενής (1100 λέξεις) εισαγωγή, όπου ο αφηγητής θυμάται πώς, όταν ήταν μαθητής στο «σκλαβωμένο νησί» του, ο δάσκαλός τους ο Αναγνώστου (υπαρκτό πρόσωπο, παρεμπιπτόντως) τούς δίδασκε για τη μεγάλη ιδέα, για την Ανάσταση του Γένους και την ελευθερία που θα έρθει.

Μετά την εισαγωγή, το Λουλούδι αφηγείται την ίδια ιστορία με τον Πόλεμο. Εδώ ίσως πρέπει να κάνω μια παρένθεση. Συζητώντας με ανθρώπους που είχαν διαβάσει και αγαπήσει το ένα ή το άλλο διήγημα, διαπίστωσα ότι στη μνήμη τους είχε αποτυπωθεί (λαθεμένα) πως η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά τη μικρασιατική εκστρατεία. Από λίγες ενδείξεις (οι φυγάδες κατέφευγαν στην Αλβανία, αρχιστράτηγος ήταν ο διάδοχος) συμπεραίνουμε πως η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Μακεδονία ή στην Ήπειρο στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο. Οι ενδείξεις που επιτρέπουν τη χρονολόγηση είναι θεληματικά λίγες και στη δεύτερη γραφή του διηγήματος ο Μυριβήλης τις απαλείφει όλες εκτός από μία.

Συγκρίνοντας λοιπόν τις δύο μορφές, τον Πόλεμο με το Λουλούδι, διαπιστώνουμε πως άλλοτε ο συγγραφέας προσθέτει κάποιες νέες προτάσεις που δεν επηρεάζουν την πλοκή, ενώ άλλες παράγραφοι επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτολεξεί. Αξίζει να αντιπαραβάλουμε δυο διαδοχικές παραγράφους που δείχνουν τις δυο αυτές μεθόδους:

Πόλεμος, 1928

Λουλούδι της φωτιάς, 1952

Κατόπι έγινε η ανασύνταξη. Πήραμε ενισχύσεις, κάναμε τη μάχη του Κούμανο βουτηγμένοι ως το λαιμό μέσα στη λάσπη και ξαναπήραμε τα μπρος. Έτσι τα Σταροχώρια ήτανε πάλι δικά μας. Κι ο αρχιστράτηγος, που ’τανε ο ίδιος ο γιος του Βασιλιά, διάταξε: Όλα τα Σταροχώρια να καγούν συθέμελα, να ρημαχτούνε πέρα για πέρα. Κι όλοι οι χωριάτες από δεκάξη χρονώ κι απάνω να ντουφεκιστούνε.

Όλ’ αυτά τα λένε στον πόλεμο με μια λέξη όλο δικαιοσύνη: «Αντίποινα».

Κάποτε έφεξε η μέρα, σταμάτησε η βροχή, κάποτε σταθήκαμε. Και έγινε η ανασύνταξη. Βιαστικά, με πείσμα, με μανία κινήθηκαν όλα. Ζωντανά, κάρα, ανθρώποι. Ξεκουραστήκαμε, φάγαμε ψωμί, συνήρθαμε. Πήραμε ενισχύσεις και κάναμε τη μάχη του Κ* βουτηγμένοι ως το λαιμό μέσα στη νερουλή λάσπη. Έτσι μεμιάς ξαναπήραμε τα μπρος. Τα Σταροχώρια ήτανε πάλι στα χέρια μας. Όμως ετούτη τη φορά ήμασταν αλλιώτικοι. Μια μανία μας είχε συνεπάρει για το γδικιωμό. Ο αρχιστράτηγος που ήταν το βασιλόπαιδο, διάταξε: «Όλα τα Σταροχώρια να καγούν συθέμελα. Να μην πειραχτεί καμιά γυναίκα, κανένα παιδί. Όμως όσους χωριάτες βρείτε μέσα, από δεκάξι χρονώ κι απάνω, να ντουφεκιστούν». Αυτό στον πόλεμο το λένε με μια λέξη που μοσκοβολά από δικαιοσύνη: «αντίποινα». Απομείναμε οπισθοφυλακή, να κάνουμε αυτό το ξεκαθάρισμα στ’ ανταρτοχώρια.

Χυθήκαμε μες τα χωριά σαν ένα μεγάλο τσούρμο λυσσασμένων ζώων, που τ’ αδύνατα, τα λερά τους μέλη τρέμαν απ’ το σουβλερό κρύο, τα γόνατά τους λιγούσανε απ’ την κούραση και τα δόντια τους χτυπούσανε απ’ την πείνα της εκδίκησης.Ήτανε όλο ξωχόσπιτα τριγυρισμένα με αψηλόν αυλότοιχο, πούχε μόνο μια μεγάλη πόρτα για να μπαίνουν τα κάρα τα ζα κι οι αθρώποι. Αυτή η πόρτα ήτανε χιλιομανταλωμένη. Από μέσα, ένα γύρω στον αυλότοιχο ήτανε οι αποθήκες για τα γεννήματα και ντάμια για τα ζα. Και στη μέση το σπίτι. Οι πιότεροι χωριάτες, ξέροντας την τιμωρία που τους περίμενε για τη μπαμπεσιά τους, αδειάσανε το χωριό και φύγανε όπως-όπως μπροστά, μαζί με το στρατό που κυνηγούσαμε. Μα απόμειναν και καμπόσοι. Όσοι δεν προκάνανε να φύγουνε προς τα σύνορα της Αρβανιτιάς για να γλυτώσουν απ’ την τιμωρία. Αυτούς, πατούσαμε τα σπίτια και τους πιάναμε. Τις γυναίκες με τα παιδιά τις χωρίζαμε και τις κλείναμε στο τζαμί του χωριού, βάζοντας δυνατή φρουρά για να τις γλυτώσουμε απ’ τα ξαναμμένα ένστιχτα των φαντάρων. Τους άντρες που ήτανε φόβος να ξανασηκώσουνε ντουφέκι πίσω μας, τους σκοτώναμε. Κατόπι ανοίγαμε το τζαμί, ξαπολνούσαμε, τα γυναικόπαιδα που ήτανε μαντρισμένα μέσα, βάζαμε φωτιά στο χωριό και φεύγαμε σ’ άλλο για να κάνουμε τα ίδια.

Χυθήκαμε σαν ένα μεγάλο κοπάδι λυσσασμένα ζα, που τ’ αδύνατα, τα λερά τους μέλη τρέμαν από το σουβλερό κρύο, τα γόνατα λυγούσαν από την κούραση και τα δόντια σφίγγονταν από την πείνα του γδικιωμού. Ήταν αναριοχτισμένα χωριά, όλο ξωχόσπιτα τριγυρισμένα με ψηλόν αυλότοιχο, που είχε μόνο μια μεγάλη πόρτα να μπαίνουν τα κάρα, τα ζωντανά κι οι ανθρώποι. Εσωτερικά, ένα γύρω στον αυλότοιχο ήταν οι αποθήκες για τα γεννήματα, οι στάβλοι για τα ζα. Και στη μέση το σπίτι. Στέριο, τετράγωνο, με λίγα μικρά παράθυρα. Οι πιότεροι χωριάτες, ξέροντας τι τους περίμενε ύστερ’ από το κάμωμά τους, είχαν αδειάσει τα χωριά και φύγανε όπως όπως, ακλουθώντας το νικημένο στρατό που κυνηγούσαμε. Φόρτωσαν στους βαριούς αραμπάδες τα γυναικόπαιδα και φύγανε. Μα απόμειναν και καμπόσοι. Αυτοί που δεν πρόφτασαν, και οι λίγοι, οι φανατικοί. Πατούσαμε τα σπίτια και τους πιάναμε. Τις γυναίκες και τα παιδιά τις χωρίζαμε και τις κλείναμε στο τζαμί του χωριού, βάζοντάς τους δυνατή φρουρά, να τις γλιτώσουμε από τα ξαναμμένα ένστιχτα των φαντάρων. Τους άντρες, που ήτανε φόβος να μας ξαναχτυπήσουν πισώπλατα, τους ντουφεκάγαμε. Κατόπιν ανοίγαμε το τζαμί, ξαπολνούσαμε τα μαντρισμένα γυναικόπαιδα, βάζαμε φωτιά στο χωριό και φεύγαμε σε άλλο για να κάνουμε τα ίδια.

Στην πρώτη παράγραφο, η δεύτερη μορφή είναι αρκετά εκτενέστερη από την πρώτη. Έχουν προστεθεί προτάσεις που χωρίς να επηρεάζουν την πλοκή δίνουν ανάσες στο κείμενο. Αντίθετα, η δεύτερη παράγραφος επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί. Έχει απαλειφθεί η αναφορά «προς τα σύνορα της Αρβανιτιάς» που βοηθάει να τοποθετήσουμε χρονικά το διήγημα και έχει προστεθεί ότι κάποιοι από αυτούς που έμειναν πίσω ήταν «οι λίγοι φανατικοί», αλλά κατά τα άλλα πρόκειται για το ίδιο κείμενο με κάποιο στιλιστικό χτένισμα.

Στη συνέχεια, καθώς οι φαντάροι μπαίνουν στο αρχοντόσπιτο και έρχονται σ’ επαφή με τους ενοίκους τους, η δεύτερη μορφή διαφοροποιείται από την πρώτη αρχικά επειδή στον Πόλεμο υπάρχουν πολύ περισσότερες φράσεις στα τούρκικα, οι οποίες στο Λουλούδι μεταφράζονται· λογικό, καθώς η δεύτερη μορφή απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό, το 1950, με πολύ λιγότερη εξοικείωση με τα τούρκικα απ’ ό,τι οι Μυτιληνιοί του 1928. Έτσι, το – Έβετ. Ήμουνα λοχίας. Τσαούς ιντίμ.

γίνεται – Μάλιστα· λοχίας ήμουνα. Τσαούσης· τότες που πολεμούσαμε τους Μοσκόβηδες…

Αμέσως μετά, το Λουλούδι εισάγει ένα νέο πρόσωπο, που δεν υπάρχει στον Πόλεμο, τον παράλυτο αδερφό του οικοδεσπότη, που μένει κατάκοιτος και ανήμπορος στο δωμάτιό του. Οι φαντάροι περιεργάζονται τον κατάκοιτο για να βεβαιωθούν ότι δεν υποκρίνεται. Όλο αυτό το επεισόδιο (800 λέξεις) είναι καινούργια προσθήκη.

Στη συνέχεια, οι φαντάροι βρίσκουν κρυμμένες τις κοπέλες, δέχονται να περιμένουν να ξημερώσει, κι αυτές αρχίζουν να τους σερβίρουν ένα πλουσιοπάροχο δείπνο. Η ευωχία περιγράφεται περίπου αυτολεξεί και στα δυο διηγήματα. Μόνο ο «σπανός, ζουριάρης εθελοντής από την Πόλη» αποκτά όνομα στη δεύτερη γραφή του διηγήματος: Μπασματζής, ενώ μαθαίνουμε και μερικές ακόμα πληροφορίες γι’ αυτόν, φυσικά όχι κολακευτικές: Ο στρατιώτης αυτός ήταν, από τα παραπήγματα ακόμα, ο πιο αχόρταγος του λόχου. Έτρεχε να κάνει όλες τις αγγαρείες στο μαγειρείο, μόνο και μόνο για να μαζέψει τα περισσέματα από το καζάνι του συσσιτίου. Τα κατέβαζε όλα και ποτές δεν χόρταινε μηδέ κι έβαζε ένα δράμι κρέας απάνω του. Απορούσε κανείς που πήγαινε τόσο φαΐ. (νέα προσθήκη).

Στη συνέχεια, κάνει την εμφάνισή του ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας. Η περιγραφή του έχει ενδιαφέρουσες διαφορές: η δεύτερη μορφή είναι σαφώς πιο επεξηγηματική, αποφεύγει όμως τη φράση Παλιοελλαδίτης, «Έλληνας» που λένε οι φαντάροι μας της πρώτης μορφής.

Πόλεμος, 1928

Λουλούδι, 1952

Ήταν ένας σαραντάρης σακαράκας. Παλιοελλαδίτης, «Έλληνας» που λένε οι φαντάροι μας. Παλιά καραβάνα. Ζαρωμένο κορμί, σκεβρό, με ψαρά μαλλιά. Είχε πλακωτή μύτη και στενό κούτελο γερμένο προς τα πίσω σαν των αιλουροειδών. Τα ματάκια του έψαχναν, έγδυναν θαρρείς τις δυο κοπέλες, γεμάτα αδιαντροπιά. Είναι κάτι ματιές χειρότερες απ’ τις πιο βρώμικες αισχρολογίες. Μοιάζουν με χειρονομίες απόκοτες.

Θα ήταν καμιά πενηνταριά χρονώ άνθρωπος. Μόνιμος, αμόρφωτος, τελματωμένος εδώ και πολλά χρόνια σε τούτον τον αμφίβιο βαθμό, που δεν είναι πια υπαξιωματικού και δεν είναι ακόμα αξιωματικού. Παλιά καραβάνα της ειρηνικής στρατώνας, που δεν είχε ελπίδα ν’ ανέβει ούτε ως το πρώτο αστέρι της επωμίδας του. Ζαρωμένο το σκαρί του, σκεβρωμένη ράχη, ψαρά, ανάρια μαλλιά. Τα μάτια του πασπάτευαν τις κοπέλες επιδειχτικά. Είναι ματιές χειρότερες από τις πιο βρόμικες αισχρολογίες. Ματιές, χειρονομίες.

Στη δεύτερη μορφή του διηγήματος, ο ανθυπασπιστής έχει μαζί του τσιγάρα τα οποία προσφέρει στους ατσίγαρους φαντάρους κι έτσι κερδίζει αμέσως τη συμπάθειά τους. Αυτή η λεπτομέρεια λείπει από την πρώτη μορφή.

Ο χορός των κοριτσιών, που περιγράφεται με μεγάλη τέχνη, έχει συντομευτεί κάπως στη δεύτερη μορφή (που, θυμίζουμε, είναι εκτενέστερη συνολικά). Έχει όμως προστεθεί μια σημαντική λεπτομέρεια: σε μια στιγμή ο αφηγητής αναζητεί τον Μύρωνα, τον φίλο και συμπαραστάτη του, και διαπιστώνει την απουσία του.

Στη συνέχεια, ο ανθυπασπιστής αρπάζει τη μια κοπέλα και προτρέπει τους φαντάρους να «γλεντήσουν» την άλλη. Και εδώ έχουμε τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση της πλοκής. Ενώ στον Πόλεμο ο βιασμός γίνεται και συνεχίζεται μέχρι το πρωί (Ούτ’ εγώ ούτε ο φίλος μου κάναμε τίποτα γενναίο, σημειώνει λιτά ο αφηγητής), στο Λουλούδι η συνειδησιακή κρίση του αφηγητή περιγράφεται εκτενέστερα, μέχρι που, την κρίσιμη στιγμή, κάνει την εμφάνισή του ο λοχαγός και σώζει την τιμή του ελληνικού στρατού.

Ο λοχαγός, μια πατρική, ασκητική μορφή με ρουμελιώτικη προφορά τούς κατσαδιάζει, προστάζει τον ανθυπασπιστή να παρουσιαστεί το πρωί στην αναφορά για να τιμωρηθεί και οδηγεί τις κοπέλες στο τζαμί, μαζί με τ’ άλλα γυναικόπαιδα του χωριού. Όμως, δεν ήταν τυχαία η εμφάνισή του· μαθαίνουμε πως τον είχε ειδοποιήσει ο Μύρωνας, που έφυγε κρυφά όταν το γλέντι άρχισε να παίρνει άσχημη τροπή. Όλο αυτό το επεισόδιο (320 λέξεις) έχει προστεθεί στη δεύτερη μορφή του διηγήματος, ενώ στην πρώτη ο βιασμός δεν αποτρέπεται.

Στη συνέχεια, έχουμε την επόμενη μέρα: στον Πόλεμο οι περιγραφές είναι λιτές, στο Λουλούδι αρκετά εκτενέστερες. Έπειτα, στο Λουλούδι υπάρχει ένα νέο επεισόδιο: ενώ ο στρατός έχει βάλει φωτιά στα σπίτια, ο αφηγητής και ο φίλος του θυμούνται τον παράλυτο του αρχοντόσπιτου. Τρέχουν να τον σώσουν, αλλά το σπίτι ήδη καίγεται· ανήμποροι να τον πλησιάσουν, μπορούν μόνο να δουν το μαρτύριό του καθώς καθηλωμένος περιμένει το τέλος του. Βγαίνοντας έξω, αντικρίζουν το μιναρέ του τζαμιού που φλέγεται και μοιάζει φλεγόμενο τριαντάφυλλο, το λουλούδι της φωτιάς που έδωσε τον τίτλο στο διήγημα.

Τέλος, ο επίλογος: στον Πόλεμο είναι μια σύντομη παράγραφος 50 λέξεων:  Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά. Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σαν αρρώστια. Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου. Στο Λουλούδι ο επίλογος πιάνει 500 λέξεις και η κατάληξή του είναι περισσότερο αμφίθυμη: Μια ειρηνική γαλάζια ματιά που την κρατώ αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα μου, στο αίμα μου. Κυκλοφορεί με το αίμα μου. Πότε σαν ευλογία και πότε σαν μόλεμα, σαν αρρώστια που με μπόλιασε. Ξέρω πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα χαθεί αυτή η ματιά. Γι’ αυτό θέλω να την περισώσω όσο είναι καιρός.

Η λογοτεχνική αξία είναι μεγάλη και στις δυο παραλλαγές· κάποιοι θα γοητευτούν περισσότερο από τη δωρική λιτότητα της πρώτης γραφής, άλλοι θα εκτιμήσουν την πιο φροντισμένη δεύτερη γραφή. Όμως, η χολιγουντιανή, θα έλεγε κανείς, επέμβαση του λοχαγού στο Λουλούδι, που σώζει την τιμή των κοριτσιών και κυρίως του στρατού, μου φαίνεται πως αδικεί το δεύτερο διήγημα και μειώνει την αξία του. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο δημιουργός έκρινε σκόπιμο να τυπώσει τη δεύτερη, ριζικά αλλαγμένη μορφή, στην οποία άλλωστε δεν παραλείπει ούτε τα φονικά και τις ωμότητες ούτε τις άγριες περιγραφές της πρώτης μορφής, πέρα από τον βιασμό. Ίσως στη διακαή επιθυμία του να γίνει ακαδημαϊκός, κάτι που κατάφερε εφτά χρόνια αργότερα ύστερα από επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες, ο Μυριβήλης να έκρινε καλύτερο να παραλείψει την ατιμωτική σκηνή. Κάποιοι θα θυμηθούν μια άλλη, πολύ πιο γνωστή, αλλαγή κειμένου του Μυριβήλη· εννοώ την αφαίρεση του «Μακεντόν ορτοντόξ» από την οριστική έκδοση της Ζωής εν τάφω. Ασφαλώς μπορεί κανείς να παραλληλίσει τις δύο περιπτώσεις.

Πριν κλείσω, μια παρατήρηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι την ομοιότητα των δύο διηγημάτων την ανακάλυψα εγώ, πιθανόν όμως να μην έχει αλλού δημοσιευτεί κάποια σχετική νύξη. Τουλάχιστον δεν μπόρεσα να βρω άλλο βιβλίο που να τη μνημονεύει, έμαθα όμως ότι η καθηγήτρια Νίκη Λυκούργου του ΑΠΘ, που ασχολείται χρόνια πολλά με τον Μυριβήλη, έχει διδάξει στους φοιτητές της την ομοιότητα μεταξύ των δύο διηγημάτων. Καθώς ο Πόλεμος σήμερα είναι εκτός εμπορίου (χωρίς να το παινευτώ, μόνο στις σελίδες μου μπορείτε να τον βρείτε), ελπίζω το σημερινό δημοσίευμα να συμβάλει στο να διαβαστεί ξανά, είτε στη μία είτε στην άλλη μορφή του, ένα πολύ αξιόλογο διήγημα.

36 Σχόλια προς “Το Λουλούδι της φωτιάς: ένα ‘διπλό’ διήγημα του Μυριβήλη”

  1. palalos said

    χαίρομαι για την γνωριμία και ένα μεγάλο μπράβο με τα συγχαρητήριά μου για το πανέμορφο αυτό blog

  2. Έλεγα να γράψω για το «μακεντόν ορτοντόξ» αλλά φτάνοντας στο τέλος είδα ότι με πρόλαβες. Όντως ο Μυριβήλης, ναι μεν τόσο φιλόδοξος που να υπηρετεί οποιονδήποτε ή οτιδήποτε (όπως νομίζω ότι τον περιγράφει ο Πανσέληνος) αλλά μερικές φορές έχει κάτι.
    Η εικονογράφηση με το χορό τίνος είναι; Γιατί μου θυμίζει πολύ κάτι παιδικά βιβλία που είχα πολύ μικρός («Το χρυσό μου βιβλίο»; «Το καλό μου βιβλίο»;), και ιδίως μια ιστορία με τον Αλέξανδρο και τον Βουκεφάλα… Τώρα βέβαια η ερώτηση είναι χωρίς πολύ νόημα, γιατί ούτε που ξέρω το όνομα του ζωγρα΄φου έτσι κι αλλιώς.

  3. neostipoukeitos said

    Δύτη, νομίζω ότι ο χαράκτης είναι ο Καλμούχος, αλλά ας μας το επιβεβαιώσει ο νοικοκύρης.

  4. Ναι, το βρήκα το παιδικό βιβλίο, ο χαράκτης εκεί λέγεται Ε. Σπυρίδωνος και μάλλον δεν πολυμοιάζει. Με κάτι άλλο το μπέρδεψα, μια εικονογράφηση του Καρκαβίτσα ίσως; Υποθέτω κάποια άλλη έκδοση της Εστίας.

  5. sarant said

    Παιδιά, δεν έχω το βιβλίο πρόχειρο, της Εστίας. Επιφυλάσσομαι.
    Δύτη, μπορεί να σου θυμίζει την εικονογράφηση από τα Ψηλά βουνά του Παπαντωνίου.

  6. Sarant, μπράβο αυτό είναι, ιδίως ο φαντάρος πλάτη, κάτω δεξιά. Τελικά όλα τα βιβλία της παιδικής ηλικίας κάπου συγχωνεύονται γλυκά… Ελπίζω να μη δω απόψε εφιάλτες με τον Γιάννο που έκοψε τον πεύκο, γιατί, γιατί.

  7. neostipoukeitos said

    Bρήκα το Κόκκινο Βιβλίο, και η εικονογράφηση είναι πράγματι του Ε. Σπυρίδωνος, όπως λέει ο Δύτης! Άκυρος λοιπόν ο Καλμούχος.

  8. ★★★★★★★★★★★★★★★★★★★★★
    ΕΠΕΙΓΟΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ

    ΜΙΑ ΑΘΩΑ ΨΥΧΗ ΕΚΠΕΜΠΕΙ SOS ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ. Η ΜΑΡΙΑ (http://mariatweety.blogspot.com) ΔΙΝΕΙ ΜΙΑ ΑΝΙΣΗ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΟ ΝΟΣΟ ΚΑΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΤΗΝ ♥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΣΤΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΜΑΣ. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΡΑΕΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ ΓΙΑ ΑΥΤΗΝ. ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΙΓΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ. ΕΞΑΛΛΟΥ, ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΕΜΠΡΑΚΤΑ ΠΩΣ ΟΤΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΔΩΣΕΙ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΣΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗ ΜΑΣ ΨΥΧΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. ΑΣ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΣ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΑΣ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΧΑΛΕΠΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΕ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ!

    ΣΠΕΥΣΑΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

    ★★★★★★★★★★★★★★★★★★★★★

  9. gbaloglou said

    Η παραλειψη του «Μακεντον Ορτοντοξ» εγινε απο τον ιδιο τον Μυριβηλη η απο αλλους?

  10. sarant said

    Έγινε από τον ίδιο -αν με τη συμβουλή άλλων, δεν το ξέρουμε.

  11. gbaloglou said

    Αραγε πριν η μετα την εκλογη του στην Ακαδημια Αθηνων?

  12. sarant said

    Πριν (και, λένε οι κακές γλώσσες «για να»).

  13. gbaloglou said

    Για πες, για πες 🙂

  14. sarant said

    Δεν ξέρω κάτι πιο συγκεκριμένο, δεν είμαι και τόσο παλιός 🙂

  15. Για το «πείραγμα» της «Ζωής εν τάφω» βρήκα πρόχειρα αυτό:
    http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050605.htm
    Αν θυμάμαι καλά, περισσότερα στον τόμο «Μειονότητες στην Ελλάδα», Αθήνα 2004, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού, ο οποίος κάποτε είχε περάσει από τα χέρια μου αλλά τώρα δεν ξέρω αν κυκλοφορεί πουθενά…

  16. gbaloglou said

    Πηγα στο αρθρο του ΙΟΥ και βρηκα αναφορα στην «Ζωη εν Ταφω», οχι ομως και στο ‘πειραγμα’ — τι τα θες, οταν ακομη και ο παλαιοδιφης Σαραντακος λεει «δεν ειμαι και τοσο παλιος» … ζορικα τα πραγματα!

  17. Το ‘πείραγμα’ αναφέρεται μια-δυο παραγράφους πιο κάτω. Νομίζω ότι (ίσως στον τόμο που ανέφερα πριν) κάτι αναλυτικότερο γράφει και ο Λιθοξόου. Πάντως, δεν νομίζω ότι κανεις από τους φιλολόγους μας έχει ασχοληθεί ειδικά με το θέμα. Θυμάμαι (αλλά πολύ αφηρημένα -δεν το’χω μπροστά μου) οτι ο Ασημάκης Πανσέληνος στο «Τότε που ζούσαμε» σούρνει διάφορα του Μυριβήλη -τον είχε για ματαιόδοξο, καιροσκόπο κτλ., αλλά δεν θυμάμαι καθόλου αν αναφέρεται στα της Ακαδημίας.

  18. ἐγώ ὡς ὁ μᾶλλον νεώτερος νὰ εὐελπιστῶ ὅτι θὰ μάθω γιὰ τὴν σείρπη ἢ ὄχι κύριοι παλαιοδίφες;

  19. Μαρία said

    Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε…, Κέδρος 1975
    σ. 247: Δραματική φαίνεται να είναι η μετάσταση του Μυριβήλη, πώς μαθές απο γνήσιος δημοκράτης, που μοίραζε αντιδιχτατορικά έντυπα τις πρώτες μέρες του κακού, κατάντησε να εξυμνεί στο ραδιόφωνο, τον κοντοσούπη διχτάτορα. Ο ίδιος πρέπει να έχει γράψει πάρα πολλά, στο διάστημα της δημοσιογραφικής του καριέρας, ενάντια στο όψιμο είδωλό του.
    Έχω την εντύπωση μάλιστα πως πήγε κι εθελοντής εναντίο του, όταν έκανε εκείνο το περίφημο κίνημα στα 1923, και που μετά την αποτυχία του δραπέτεψε μ’ έν ανορβηγικό φορτηγό, κρυμμένος μες σε σωρούς μπακαλιάρο, εξού και το παρατσούκλι ο «μπακαλιάρος» που του είχαν βγάλει τα χρόνια εκείνα.
    Πρέπει να υπήρξε μέσα στο Μυριβήλη, κάποια βαθύτερη αλλαγή που τονώθηκε αργότερα με τις νίκες εναντίο των Ιταλών. ήταν εθνικιστής απο τους στενοκέφαλους. Απο το Μυριβήλη έλειπε εντελώς η θεωρητική σκέψη.
    Κι ο Πνευματικός Μυριβήλης εξάλλου, αν πιστεύψουμε τα ίδια τα λόγια του, ήταν ένα είδος εστέτ, με την έννοια πως πίστευε πριν απ’ όλα στην ομορφιά, και τόντις, αν κρίνει κανείς απο το έργο του, παντού επικρατεί κυριαρχικά η προσπάθεια να ωραιοποιήσει τη ζωή.
    Στην κοινωνική του πάλι ζωή, τουλάχιστο αφότου τον γνώρισα εγώ στη Μυτιλήνη ευτύς ως επέστρεψε, νομίζω, απο το Δικέλι, ήταν πολύ νοικοκύρης και τέτοιος έμεινε ως το τέλος. Ένας άνθρωπος διχασμένος.

    σ. 272: Την εποχή εκείνη, που οι νίκες ενάντια στους Ιταλούς ερχόταν η μια κατόπι απο την άλλη, πολλοί ξεχάσανε το διχτάτορα κι άλλοι βρεθήκαν έτοιμοι να τον δοξολογήσουν. Ο Μυριβήλης απο το ραδιόφωνο έπλεξε το εγκώμιο στα «γαλανά ματάκια» του – απίθανο υπόδειγμα κολακείας.

    σ.274: Όταν τα βράιδα κατόπι απο το γενικό συσκοτισμό μαζευόμαστε, όσοι μείναμε, σε διάφορα σπίτια, η συζήτηση έπαιρνε κι έδινε. Οι δύσκολες ώρες μας φέρναν τον έναν κοντά στον άλλο. Οι αντιθέσεις μετριαζότανε. Καθένας κολλούσε στον άλλο κάποια ετικέτα, ταχτοποιόταν με τη συνείδησή του και τον άφηνε να διαφωνεί.
    Ερχόταν ο Μυριβήλης που εξύμνησε τον διχτάτορα,… κι άλλοι πολλοί.
    Ο Μυριβήλης συχνά μιλούσε με περίσκεψη κι εξυπνάδα, σα να αγνοούσε την ιδεολογική του αντίθεση με το περιβάλλο. Είχε την πείρα του πρώτου παγκόμσιου πόλεμου. Τον άκουγες με ευφροσύνη να μιλά για θέματα που ήταν ανύποπτος. Κι ενώ συχνά η εξυπνάδα του σκέπαζε τη λειψή μόρφωσή του, τούτη συχνά άφηνε έκθετη την εξυπνάδα του. Αυτός είναι ο λόγος που η φωνή του, παρόλο το εκλεχτό μέταλλό της, δεν είχε ποτές ανθρώπινη αυθεντία.
    […] Μια μέρα ο Μυριβήλης, πήρε θάρρος και μας εξύμνησε, με συσταζούμενο τρόπο, το Μεταξά. Είπε:
    – Αυτός που όλη η πολιτική του ζωή υπήρξε άγονα συνετή, την ώρα αυτή τόλμησε να χτυπήσει.
    – Να τους φοβόσαστε αυτούς που παραείναι συνετοί στη ζωή τους- αυτοί είναι οι πραγματικοί τρελοί, του είπε κάποιος.

  20. Μαρία said

    «…πόσο η τιμή και η ευθύνη της φυλής, σαν συμπέσει, όπως η δική μας να ολοκλήρωσε κάποτε -και για πάντα- όλη την ευγένεια της ανθρώπινης ράτσας, ως το υψηλότερο σημείο του ανεβασμού της, μπορεί να γίνει ένα παντοδύναμο παιδαγωγικό στοιχείο για άνοδο, στα χέρια ενός Κράτους που αληθινά θα εκφράσει το Έθνος, και ενός Έθνους που αληθινά θα συνειδητοποιήσει την ουσία του τη φυλετική»
    Σ.Μυριβήλης,«Ο λογοτέχνης και η φυλή», Ν.Εστία, τ.27,324, 15-6-1940

  21. τὸ παρατεθὲν ὑπὸ τῆς Μαρίας τσιτᾶτο τοῦ Μυριβήλη μόνο στενοκέφαλο ἄνθρωπο δὲν δείχνει.

  22. gbaloglou said

    1956 το ‘πειραγμα’*, 1958 το Ακαδημα.ι.λικι — λιγο ακομη και θα κατερρεε ο περι μη επαρκους παλαιοτητος ισχυρισμος του φιλοξενου παλαιοδιφου…

    *Χαρακτηριστική του νέου κλίματος μπορεί να θεωρηθεί η κίνηση του (εθνικόφρονος πλέον) Μυριβήλη, να αφαιρέσει από την επανέκδοση της «Ζωής εν Τάφω» (1956) τη φράση περί «μακεντόν ορτοντόξ» (σ.228) [ΙΟΣ, βλ. #17]

  23. Μαρία said

    Κορνήλιε, στο παράθεμα υπερασπίζεται τον «Γ΄Ελληνικό Πολιτισμό». Αν αυτό σχετίζεται με στενοκεφαλιά ή όχι δε το ξέρω. Ένα είναι σίγουρο οτι έχει αφομοιώσει τη μεταξική προπαγάνδα.

  24. sapere aude said

    @Κορνήλιος
    > … μόνο στενοκέφαλο ἄνθρωπο δὲν δείχνει.

    Κατανοώ τη λογική σου. Μου θύμισες τον ορισμό του αλκοολικού που είχα ακούσει από ένα φίλο γιατρό.
    Αλκοολικός: αυτός που πίνει πιο πολύ απ’ το γιατρό του.

  25. ἐμένα ὅλα αὐτὰ μοῦ θυμίζουν τὴν ἑξῆς ῥῆσι ἑνὸς κωμικοῦ:

    διάβασα τὸσα πολλὰ κατὰ τοῦ ἀλκοόλ ποὺ άποφάσισα νὰ κόψω τὸ διάβασμα.

    καληνύχτα ἢ μᾶλλον καλημέρα γιατὶ βλέπω τὸ ὡρολόι καὶ μᾶλλον τὸ παράκανα!

  26. ηλε-φούφουτος said

    Συγκινήθηκα όταν είδα το σκίτσο.

    Είναι πάνω από 20 χρόνια από τότε που διάβασα το διήγημα, κι όμως με το που είδα το σκίτσο το θυμήθηκα αμέσως.

    Δεν ξέρω πολλά για το Μυριβήλη, η εντύπωσή μου όμως ήταν ότι πρόκειται για ανθρωπάκι με πολλές μικρότητες και κακίες, πέραν του μεγάλου του συγγραφικού ταλέντου βεβαίως. Την εντύπωση την είχα σχηματίσει από τα «χρωματιστά» βιβλία του όπου εναλλάσσονταν ιστορίες γεμάτες ανθρωπιά και ευαισθησία όπως η παραπάνω με βάρβαρα προπαγανδιστικά αφηγήματα του πιο χοντροκομμένου αντικομμουνισμού, γεμάτα από κλισέ του μετεμφυλιακού κράτους. Θυμάμαι π.χ. ένα διήγημα για έναν εργάτη που είχε άρρωστο παιδί, πήγε στην εκκλησία και πήρε αντίδωρο, το έμαθαν οι κομμουνιστές συνάδελφοί του και τον έβαλαν να φτύσει και να πατήσει κάτω το αντίδωρο κι ύστερα το παιδάκι του έπεσε του θανατά, τελικά όμως ο Θεός τον συγχώρεσε και με επέμβαση των αγγέλων (το μόνο που μου άρεσε ήταν το πώς παρουσίαζε αυτή την επέμβαση) το παιδάκι σώθηκε.
    Προς Θεού, δεν λέω υπάρχει λογοτεχνικά σωστή και λογοτεχνικά λάθος ιδεολογία. Είναι φανερό όμως ότι όταν ο Μυριβήλης έκανε αντικομμουνισμό ο λογοτέχνης έφευγε από μέσα του.

    Μου θυμίζει κάτι από τις παλινωδίες του Ράμφου.

  27. ηλε-φούφουτος said

    διόρθωση στο παραπάνω: Προς Θεού, δεν λέω ΟΤΙ υπάρχει λογοτεχνικά σωστή και λογοτεχνικά λάθος ιδεολογία

  28. ἐγὼ διαφωνῶ. λογοτεχνία εἶναι τὸ πῶς λὲς κάτι, ὄχι τὸ τί λές. δηλαδὴ ἡ άπροκάλυπτη προπαγάνδα ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος τοῦ Αὐγούστου καθιστᾷ λιγότερο λογοτενικὴ τὴν Αἰνειάδα;

    καὶ ἀπὸ πότε οἱ λογοτἐχνες δὲν ἔχουν πάθη, κακίες καὶ ἔμμονές; δηλαδὴ ἡ κομμουνιστικὴ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου δὲν εἶναι λογοτεχνία ἐπειδὴ εἶναι κομμουνιστική;

  29. ηλε-φούφουτος said

    Καταγγέλλω τον Κορνήλιο, ότι με με αντιγράφει! Η Αινειάδα και οι ποιητές της αυλής του Αυγούστου είναι το αγαπημένο μου παράδειγμα που αντιτείνω σε όσους επιτίθενται στη στρατευμένη λογοτεχνία. Έχω βέβαια την εντύπωση ότι οι συγκεκριμένοι ποιητές έφτιαξαν ένα δικό τους ωραίο λογοτεχνικό σύμπαν, και απλώς το έντυσαν εξωτερικά με το μανδύα του αυτοκράτορα προστάτη τους.

    Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου είναι για μένα έργο ενός ποιητή που εμπνεόταν και δονείτο ολόψυχα από αυτά που ζούσε και από το κίνημα στο οποίο είχε δοθεί (όχι χωρίς κριτικές αποστάσεις). Θα μπορούσε βέβαια να μην τα περνούσε ωραία στο χαρτί, επειδή όμως ήταν καλός ποιητής ο μακαρίτης τα κατάφερε καλά, νομίζω.

    Στα προπαγανδιστικά διηγήματα του Μυριβήλη ελάχιστα βλέπω τον καλό συγγραφέα που τα λέει καλά (το «πώς το λέει» που λέει κι ο Κορν.). Μάλλον ένα ανεπεξέργαστο και κακόγουστο κόπι-πέιστ βλέπω από τον προπαγανδιστικό λόγο του τότε καθεστώτος. Ούτε καν επεξεργασία, ώστε να γίνουν πιο ευπαρουσίαστα. Τόση κακογουστιά από το συγγραφέα της «Ζωής εν Τάφω»;
    Τι άλλο κίνητρο να διαγνώσω σε κάτι τέτοιο από ιδιοτέλεια και μικρότητα; Και κακιούλες, ίσως, λέω εγώ, με κάποια κουτσουμπολιά που έχω διαβάσει από λογοτέχνες σύγχρονούς του.

  30. ppan said

    λογοτεχνία στρατευμένη είναι σαν δώρο με την ετικέτα με την τιμή επάνω. βελτίωσα λίγο τον προυστ.

  31. Επιτρέπετε να επιστρέψω στην αρχή της συζήτησης (αρ. 2-7); Βρήκα επιτέλους τα «Ψηλά Βουνά» του Παπαντωνίου, sarant και Τιπούκειτε, και πράγματι ο χαράκτης είναι και εδώ ο ίδιος, Ε. Σπυρίδωνος, για τον οποίο τίποτε άλλο δεν γνωρίζω (-ουμε;). Πρέπει να ήταν όμως από τους κλασικούς εικονογράφους εκείνης της εποχής, αν και εμένα ο αγαπημένος μου είναι ο Παύλος Βαλασάκης.

    Αλλά για να μην ξεστρατίζω εντελώς την κουβέντα, θα συμφωνήσω με τον Ηλε-Φούφουτο, και θα πρόσθετα ότι ο στρατευμένος λογοτέχνης μπορεί να γράφει και καλά, αλλά συνήθως όταν το κάνει απροκάλυπτα είναι σε βάρος του έργου. Προσωπική εμπειρία: Στανίσλαφ Λεμ (αν το «προφέρω» σωστά το πολωνικό), Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια μπανιέρα, φοβερό ξενέρωμα στις τελευταίες δύο σελίδες. Αλλά και Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη, ομοίως.

    Και για να το γενικεύσω και λίγο, μήπως για τον ίδιο λόγο οι πιο αδύναμοι (λογοτεχνικά) χαρακτήρες του Ντοστογέφσκι (αν συμφωνείτε) είναι οι καλοί ήρωες (Αλιόσα, Μίσκιν), ενώ κάτι περίπλοκα «κακοί» χαρακτήρες (Ραγκόζιν, Ντμίτρι Καραμαζόφ, Σβερντ… πώς τον λένε εκειό τον παιδεραστή στο «Εγκλημα και Τιμωρία») οι πιο γοητευτικοί λογοτεχνικά; (Ίσως το παραπήγα στο φιλοσοφικό τώρα.)

  32. sarant said

    Δύτη, οι περίπλοκα κακοί χαρακτήρες πάντοτε σχεδόν είναι γοητευτικοί. Όμως μ’εντυπωσιάζει που ο χαράκτης είναι ίδιος και αναγνωρίσιμος, σε δυο βιβλία που έχουν 30+ χρόνια διαφορά (εκτός κι αν το Λουλούδι είχε εκδοθεί και παλιότερα).

  33. Μαρία said

    Νίκο, ο Καρκαβίτσας(Λόγια της πλώρης και Λυγερή) που έχω σε Εστία χ.χ. αλλά ξέρω οτι είναι της δεκαετίας του 50 έχουν χαρακτικά του Σπυρίδωνος

  34. sarant said

    Tώρα που το σκέφτομαι, μάλλον και οι εκδόσεις των Ψηλών Βουνών που έχουμε υπόψη μας θα’ναι κι αυτές από το ’50.

  35. Μαρία said

    Νίκο, το ίδιο ετοιμαζόμουνα να σου πω. Αλλά κατασυγκινήθηκα, γιατί κοίταξα τα παιδικά μου, τι μικρούς ναυαγούς, τι κοκκινοσκουφίτσες και γάτους…, στις εκδόσεις Αστέρος, όλα με εικονογράφηση του Σπυρίδωνος. Και το ανακαλύπτω τώρα μετά απο 50+ χρόνια. Να είστε καλά, ρε παιδιά.
    Φαίνεται να είναι πολύ παραγωγικός τη δεκαετία του 50. Το αγαπημένο του Ηλεφού κόκκινο βιβλίο, το εικονογραφεί ο ίδιος.

  36. Τί ἔγινε; Εὐρέθη συγγραφεὺς -καὶ μάλιστα ἐκ τῶν κορυφαίων- δεξιός; Σκανδαλῶδες! Πῶς νὰ μὴν σοκάρεται ἡ ἀγαπητὴ Μαρία! :->

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: