Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κάλπες και ψήφοι, παπαγαλάκια και κάλπηδες

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2009


Συνήθως, τα άρθρα που γράφω στην Αυγή τα δημοσιεύω εδώ ή στον ιστότοπό μου μερικές μέρες αργότερα. Με το σημερινό θα κάνω μιαν εξαίρεση’ το δημοσιεύω σήμερα, ενώ στην Αυγή θα μπει την Κυριακή. Ο λόγος είναι ότι έχει εκλογική θεματολογία και το βρίσκω εξαιρετικά βαρετό να μπαίνει προεκλογικό άρθρο μετεκλογικά, έστω κι αν το άρθρο λεξιλογεί κυρίως και πολύ δευτερευόντως πολιτικολογεί.

kalpiΝα πω ακόμα ότι το κείμενο που βλέπετε εδώ είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από αυτό που θα δημοσιευτεί στην εφημερίδα, όπου υπάρχουν περιορισμοί χώρου. Και ότι κανονικά είχα σκοπό να γράψω και για τα κουκιά, αλλά τελικά το κουκί έχει τόσο πλούσιο γλωσσικό-λαογραφικό υλικό που θέλει ένα άρθρο μόνο του. Θα μ’ ενδιέφερε αν ξέρει κανείς κάτι περισσότερο για τον τύπο «ψηφαλάκια».

Καθώς διαβάζετε τις γραμμές αυτές, οι πιο πρωινοί θα έχετε ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Σήμερα η κάλπη είναι ένα μεγάλο κιβώτιο, σαν κύβος, ξύλινο ή από διαφανές πλαστικό, με μια  σχισμή στην επάνω του πλευρά. Στην αρχαιότητα, βέβαια, η κάλπις ήταν άλλοτε κανάτι για νερό (με αυτή τη σημασία στον Όμηρο), άλλοτε αγγείο που το χρησιμοποιούσαν σαν τεφροδόχο, αλλά επίσης και μια λήκυθος όπου έβαζαν κλήρους, και από εκεί και η σημασία της ψηφοδόχου.

Στις πρώτες εκλογικές διαδικασίες του νεοελληνικού κράτους, που γίνονταν με σφαιρίδια, οι κάλπες ήταν ορθογώνια μεταλλικά κουτιά. Υπήρχε μία κάλπη για τον κάθε υποψήφιο. Εσωτερικά, η κάλπη ήταν χωρισμένη στα δύο. Στο δεξιό μέρος, που είχε χρώμα λευκό, ήταν το Ναι· στο αριστερό, που είχε χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του. Όπως γράφει ο Παπαδιαμάντης στους Χαλασοχώρηδες: Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμέναι όπως ήσαν διά του χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκαί και μαύραι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δέσμιους με την αυτήν άλυσιν, κύπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν αγγαρείαν εις τον ναύσταθμον.

Όταν τελείωνε η ψηφοφορία, άνοιγαν τις κάλπες και μετρούσαν τα Ναι και τα Όχι για κάθε υποψήφιο και εκλέγονταν αυτοί με το μεγαλύτερο θετικό ισοζύγιο. Εύλογα, για τον υποψήφιο που απέτυχε, καθιερώθηκε να λέμε ότι «τον μαύρισαν» ή ότι «έφαγε μαύρο» ή «έφαγε φούμο». Κι επειδή η γλώσσα είναι συντηρητική, οι φράσεις αυτές ακούγονται ακόμα και σήμερα, ενώ το σύστημα εκλογής με σφαιρίδια έχει καταργηθεί από το 1911. Κατάλοιπο της ίδιας εποχής είναι και η φράση «το έριξε δαγκωτό», επειδή όποιος ήθελε να εκδηλώσει το άχτι του ή τη λατρεία του για κάποιον υποψήφιο δάγκωνε το σφαιρίδιο πριν το ρίξει στο Όχι ή στο Ναι.

Η λέξη κάλπη είναι σχεδόν ομόηχη με τον κάλπη, τον απατεώνα δηλαδή, αλλά αυτό είναι συμπτωματικό. Ο κάλπης έχει τουρκική ετυμολογία (kalp), άσχετο αν καμιά φορά οι κάλπες βγάζουν κάλπικο αποτέλεσμα.

Η λέξη ψήφος πάλι, κανονικά είναι θηλυκή, όμως όλο και περισσότερο ακούγεται και στο αρσενικό, ο ψήφος, τύπος που πέρασε και στα λεξικά για ν’ ανατριχιάζουν οι γλωσσαμύντορες. Αρχικά σήμαινε, στα αρχαία, το βότσαλο, τη μικρή στρογγυλή πέτρα. Κι επειδή με τέτοιες πέτρες μπορούσε κανείς να κάνει υπολογισμούς, το ρήμα ψηφίζω αρχικά σήμαινε «λογαριάζω, αριθμώ πράγματα». Όμως, τα βοτσαλάκια αυτά τα χρησιμοποιούσαν επίσης στις εκλογές, οπότε πήρε η ψήφος τη σημερινή της σημασία, καθώς και το ρήμα ψηφίζω (στα αρχαία χρησιμοποιούσαν συνήθως τη μέση φωνή, ψηφίζομαι, για τη σημασία αυτή).

Υποκοριστικά της ψήφου, με την αρχική σημασία του βότσαλου, ήταν η ψηφίδα, απ’ όπου τα ψηφιδωτά, αλλά και το ψηφίο, στην αρχή χαλικάκι, που πήρε τον Μεσαίωνα τη σημασία του αριθμού και που κυριαρχεί στην ψηφιακή εποχή μας.  Από τον αόριστο του ρήματος ψηφίζω (εψήφισα) φτιάχτηκε νέο ρήμα, το ψηφώ, με σημασία υπολογίζω –και από εκεί το αψηφώ, όταν δεν λογαριάζουμε κάποιον ή κάτι, δεν τον σεβόμαστε, τον υποτιμάμε.

Η νεότερη ψήφος έχει αποκτήσει πρόσφατα το ιδιότυπο υποτιμητικό υποκοριστικό «ψηφαλάκι» ή «ψηφουλάκι». Η λέξη είναι συχνή στον δημοσιογραφικό λόγο. Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα σε σώματα εφημερίδων βρήκα δεκάδες ανευρέσεις στη δεκαετία μας, ελάχιστες στην προηγούμενη δεκαετία, και μία και μοναδική το 1980, σε ρεπορτάζ για κάποιες εκλογές τοπικού συλλόγου στη Σητεία. Με αυτό το δεδομένο και με τον σχηματισμό του υποκοριστικού, μπορούμε άραγε να υποθέσουμε κρητική αρχή;

Οι ψήφοι λέγονται και «κουκιά», που κι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί υποτιμητικά -λέγεται, ας πούμε, για τους ψηφοφόρους που τους έχει δεδομένους και σίγουρους ένα κόμμα ή ένας κομματάρχης. Όμως, με το ταπεινό κουκί συνδέεται τεράστιο και πολύ ενδιαφέρον γλωσσικό και λαογραφικό υλικό που θα κάλυπτε πολλαπλάσια έκταση από αυτό το άρθρο, οπότε το αφήνουμε για άλλη ευκαιρία.

Αυτά για το γενικό εκλογικό λεξιλόγιο. Όσο για τη λέξη που ακούστηκε περισσότερο ειδικά σ’ αυτές τις εκλογές, πιστεύω πως είναι τα παπαγαλάκια της νεοδημοκρατικής διαφήμισης. Βέβαια, όπως ελπίζω να διαπιστώσει το βράδυ ο προς το παρόν περήφανος διαφημιστής, άλλο θόρυβος κι άλλο ψήφοι στην κάλπη.

Η λέξη παπαγάλος πάντως έχει κάνει ενδιαφέρον γλωσσικό ταξίδι. Τα μεσαιωνικά χρόνια τους παπαγάλους τους εμπορεύονταν Άραβες (από την Ινδία) και τους ονόμαζαν babbaga, μια λέξη που πιθανότατα προσπαθεί να αποδώσει τη φωνή του πουλιού. Η λέξη φτάνει στο Βυζάντιο ως παπαγάς. Με τις σταυροφορίες, το πουλί και η λέξη περνάνε στη Δύση· έχουμε το βορειοιταλικό papagá,  το οποίο με παρετυμολογική διασταύρωση με τη λέξη gallus (πετεινός) δίνει τον μεσαιωνικό λατινικό τύπο papagallus, από όπου το παλαιό ιταλικό papagallo (η σημερινή ορθογραφία είναι pappagallo) που επέστρεψε στα ελληνικά ως αντιδάνειο.

Παπαγαλάκι αρχικά ήταν μόνο ο μικρός παπαγάλος. Η νέα σημασία, του διαδοσία ανυπόστατων φημών, ξεκίνησε από την ορολογία του χρηματιστηρίου κι έπιασε, παρόλο που ζωολογικά είναι λανθασμένη (τα παπαγαλάκια δεν μιμούνται την ανθρώπινη φωνή, μόνο οι μεγάλοι παπαγάλοι, που αποτελούν εντελώς άλλο είδος). Ο όρος υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά έγινε πασίγνωστος τα χρόνια της μεγάλης απάτης, ιδίως το 1999. Επόμενο ήταν να διευρυνθεί η σημασία του και από τον τζόγο του χρηματιστηρίου να περάσει και στην πολιτική.

Πάντως, ελπίζω να μην καταφέρουν και πάλι να μας ξεγελάσουν οι κάλπηδες, τα μπλε και πράσινα παπαγαλάκια με τα γαμψά νύχια. Ελπίζω πως θα τους α-ψηφήσουμε και πως θα βγει δυναμωμένος από τις κάλπες ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε λίγες ώρες θα ξέρουμε!

86 Σχόλια to “Κάλπες και ψήφοι, παπαγαλάκια και κάλπηδες”

  1. Καλέ μου συμμαθητή, πολύ ωραίο και καθόλου κάλπικο το άρθρο σου. Να συμπληρώσω ότι το «δαγκωτό» σφαιρίδιο ήταν και προσυμφωνημένο σημείο αναγνώρισης ότι ο ψηφοφόρος εκτέλεσε το χρέος του προς τον κομματάρχη («θα τον ψηφίσω τον δικό σου και για να γνωρίσεις το κουκί μου, θα το έχω δαγκώσει»).

  2. Φαροφύλακας said

    Ο Σκύλος της Β. Κ. είπε

    Να συμπληρώσω ότι το «δαγκωτό» σφαιρίδιο ήταν και προσυμφωνημένο σημείο αναγνώρισης ότι ο ψηφοφόρος εκτέλεσε το χρέος του προς τον κομματάρχη («θα τον ψηφίσω τον δικό σου και για να γνωρίσεις το κουκί μου, θα το έχω δαγκώσει»).

    Δυστυχώς τέτοιες πρακτικές συνηθίζονται και σήμερα κι οι υποψήφιοι θέλουν να ξέρουν ποια πρόβατα έχουνε στο μαντρί τους. Προσυμφωνείται συγκεκριμένος τρόπος διπλώματος τού ψηφοδελτίου που ελέγχεται από το κομματικό στέλεχος που είναι παρόν στην καταμέτρηση των ψήφων.

    Έχω την εντύπωση πως ξέχασες να αναφέρεις το «μονοκούκι».

  3. Πατριώτις said

    «Η λέξη ψήφος πάλι, κανονικά είναι θηλυκή, όμως όλο και περισσότερο ακούγεται και στο αρσενικό, ο ψήφος, τύπος που πέρασε και στα λεξικά για ν’ ανατριχιάζουν οι γλωσσαμύντορες.»

    Ειλικρινής ερώτηση για μια λέξη που ακούω και διαβάζω συχνά-πυκνά αλλά δεν έχω καταλάβει τι εννοεί: Τι είναι οι γλωσσαμύντορες; Και (σαν παράδειγμα του τι είναι) γιατί ανατριχιάζουν σε αυτή την περίπτωση;

    Ευχαριστώ εκ των προτέρων για την απάντηση, από όποιον προθυμοποιηθεί.

  4. sarant said

    Ανατριχιάζουν από φρίκη επειδή ορισμένα λεξικά αναγνωρίζουν κάτι που οι ίδιοι το θεωρούν λάθος και ένδειξη παρακμής της γλώσσας, δηλ. ότι η λέξη ψήφος λέγεται και στο αρσενικό γένος.

  5. gbaloglou said

    [Χοιρος:] «συ δε, ελαφιν και λαγε, τι ψηφος εν δικος σας?» [Τετραποδων Διηγησις 410]

  6. Φαροφύλακας said

    Νομίζω πως ο όρος γλωσσαμύντορας δεν είναι πολύ ταιριαστός μιας και η λέξη αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει ομιλητές οι οποίοι αντιτίθενται στην φυσική εξέλιξη τής γλώσσας και την βάζουν σε παλιά καλούπια προσπαθώντας να την οπισθοδρομήσουν.

    Θα έλεγα πως το συγκεκριμένο φαινόμενο θα έπρεπε να ονομάζεται «γλωσσοπέδη» και οι συγκεκριμένοι ομιλητές-θεωρητικοί «γλωσσοπεδιστές» .

  7. περαστικός said

    Το «ψηφαλάκι» πολύ πιθανό να έχει κρητική αρχή. Στην Κρήτη έχουμε κι άλλα υποκοριστικά που σχηματίζονται με παρόμοιο τρόπο: πορταλάκι, βρυσαλάκι, βιδαλάκι κ.α.

  8. aerosol said

    Ίσως off-topic:
    Τη λέξη κάλπης νομίζω πως την συνάντησα για πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια στην πετυχημένη μετάφραση του «Φύλακα στη σίκαλη» (Catcher in the rye) του Τζ.Ντ. Σάλιντζερ. Έχει μια κοφτή, λαϊκή αμεσότητα και μου αρέσει ιδιαίτερα.
    [Δεν ξέρω πόσο συχνά έχει αναφερθεί ή μελετηθεί η σημασία της προσωπικής αισθητικής στην επιλογή και χρήση λέξεων. Είναι κάτι που -παρά τον υποκειμενικό παράγοντα ή ίσως εξαιτίας αυτού- με ενδιαφέρει πολύ.]

  9. Πατριώτις said

    κ. Σαραντάκο ευχαριστώ για την απάντηση, αν και δεν διαφωτίζει το «τι είναι οι γλωσσαμύντορες;». Ωστόσο, ψάχνοντας πρόχειρα στο google, βρήκα μια πολύ ωραία απάντηση, δική σας, από το κείμενό σας για τον «πάτερ Γλωσσαμύντορα». Είναι εκεί που, απαντώντας, λέτε «οι γλώσσες δεν πεθαίνουν έτσι, ότι παρόμοιες αλλαγές χρήσης, σημασίας και κλίσης έχουν γίνει χιλιάδες και χιλιάδες στη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας, η οποία όμως δεν πέθανε, αντίθετα εξελίχτηκε» – μια θέση σας με την οποία νομίζω ότι συμφωνώ.

    Αυτό, σε συνδυασμό με τον ορισμό που έδωσε ο Φαροφύλακας (ευχαριστώ), ότι γλωσσαμύντορες είναι εκείνοι «οι οποίοι αντιτίθενται στην φυσική εξέλιξη τής γλώσσας και την βάζουν σε παλιά καλούπια προσπαθώντας να την οπισθοδρομήσουν», μου ξεκαθάρισε τελείως την έννοια.

    Αλλά να που μου γεννήθηκε μια άλλη ερώτηση: Όταν λέμε ότι «οι γλώσσες δεν πεθαίνουν έτσι», υπονοούμε ότι κάπως (αλλιώς) πεθαίνουν οι γλώσσες. Μήπως λοιπόν θα μπορούσε να μου πει κανείς, σε πολύ γενικές γραμμές, πώς πεθαίνουν οι γλώσσες; Κι από ποια σημάδια το αντιλαμβανόμαστε ότι πεθαίνουν;

  10. Δλδ έμενα στη Στεία την εποχή που γεννήθηκε εκεί μια νέα λέξη της ελληνικής! Μωρέ μπράβο, και δε μου φαινόταν…

    Τη λέξη φυσικά την αγνοούσα, και βλέπω από Google πολλά «ψηφαλάκι-ψηφαλάκι». Αρχήθεν υποτιμητικό, Νικοδέσποτα; Και η παρωδία «ψηφαλάκι-ψηφαλάκι» είναι σημαδιακή για την πορεία της λέξης;

  11. Μαρία said

    Τα ψηφαλάκια νομίζω τα καθιέρωσε ο Κακαουνάκης. Βλ. και σχόλιο Περαστικού.

    «Το σύστημα εκλογής με σφαιρίδια έχει καταργηθεί από το 1911» Για την ακρίβεια δεν κατοχυρώθηκε συνταγματικά όπως στο σύνταγμα του 1864. Το εκλογικό σύστημα στο εξής θα καθορίζεται με εκλογικό νόμο. Θα επανέλθω.

  12. @9 Πατριώτη : μια γλώσσα πεθαίνει κατά κύριο λόγο όταν την εγκαταλείπουν οι ομιλητές της, ή από ανάγκη ή από προτίμηση ή από ιδεολογία. Όρα π.χ. τη μοίρα των βλάχικων, που σχολιάστηκε αλλού.

    Αλλά και η μεταβολή μιας γλώσσας σε άλλη γλώσσα είναι κι αυτή ένα είδος θανάτου — λέμε τα λατινικά νεκρά, έτσι. Είναι όμως ανεπαίσθητη, σταδιακή, και δυσπροσδιόριστη· και βέβαια, όπως και ο διαχωρισμός μιας σύγχρονης γλώσσας από κάποια άλλη, είναι θέμα και ιδεολογικό. (Π.χ. λατινικά/ιταλικά εναντίον αρχαία/νέα ελληνικά). Πάντως τη μεταβολή δεν τη φέρνει η αλλαγή μιας ή δυο λέξεων, αλλά η ριζική μεταβολή του γραμματικού συστήματος. Αν πούμε πως τα λατινικά κάποια στιγμή πέθαναν, πρέπει να ακριβολογήσουμε πως μετεξελίχτηκαν σε γαλλικά, ιταλικά, κ.ο.κ. Και δεν πέθαναν (αν πούμε «πέθαναν») επειδή οι λεγεωνάριοι άρχισαν να λένε το κεφάλι «κατσαρόλα» (testa), άλλα όταν σκόλασε η δοτική και η γενική, ή ο μέλλοντας και ο παρακείμενος.

    Κάθε μέρα δηλαδή πεθαίνει ανεπαίσθητα κάποιο γλωσσικό στοιχείο σε κάθε γλώσσα, και έρχεται κάποιο άλλο, αλλά όσον αφορά τη ληξιαρχική πράξη, η γλώσσα είναι πλοίο του Θησέα. (Έτσι το λέμε ελληνικά;)

  13. Και τι γίνεται αν τα αντικατασταθέντα κομμάτια συντεθούν σε νέο πλοίο; Ποιο είναι τώρα το πλοίο του Θησέα; Ή μήπως έχουμε πλέον δύο; 😀

  14. sarant said

    Το πλοίο του Θησέα το έχω εγώ χρησιμοποιήσει σε άλλη συζήτηση σε άλλο ιστολόγιο. Είχα γράψει:

    Με μη πολιτικά κριτήρια, με κριτήρια γλωσσολογικά έστω, μπορεί κανείς θαυμάσια να επιχειρηματολογεί ώρες πολλές είτε υπέρ της συνέχειας είτε υπέρ της ασυνέχειας, και να είναι πειστικός και στις δύο περιπτώσεις. Κάπου θυμάμαι ένα ποίημα του Μπρεχτ(;) για ένα πλοίο (του Θησέα;) που το κράτησαν οι Αθηναίοι στους αιώνες και άλλαζαν όσα κομμάτια έφθειρε ο χρόνος, μέχρι που τελικά δεν έμεινε ούτε ένα ξυλαράκι από το αρχικό πλοίο -κι όμως *ήταν* το πλοίο του Θησέα.

    Από την άποψη αυτή, στην νέα ελληνική έχουν διατηρηθεί πολύ περισσότερα ξυλαράκια της αρχαίας.

    Το γεγονός ότι οι ελληναράδες αρέσκονται τα ξυλαράκια αυτά να τα κάνουν είτε ταλισμάνια (φυλαχτό, από το τέλεσμα) είτε ρόπαλα για να ανοίγουν κεφάλια, δεν πρέπει να μας κάνει να αρνούμαστε την ύπαρξή τους.

  15. ηλε-φούφουτος said

    O Νικνικ είναι αρμοδιότερος να μιλήσει για θανάτους γλωσσών αφού ζει στη χώρα με τις περισσότερες θνήσκουσες γλώσσες 😉

    Πάντως το θέμα «πόσα πλοία του Θησέα» το θεωρώ πολύ άχαρο για γλωσσολόγο. Κατά βάθος η πολιτική/ ιδεολογία προηγείται και η γλωσσολογία έρχεται δεύτερη και καταϊδρωμένη. Ή μήπως έχει η γλωσσολογία το κλειδί για τη διάκριση γλώσσας από διάλεκτο;

  16. νομίζω ὅτι ἡ α.ε. καὶ ἡ ν.ε. συγχρονικὰ ἐξεταζόμενες ἡ καθεμιὰ εἶναι διαφορετικὲς γλῶσσες, διαχρονικὰ ὅμως ἐξεταζόμενες εἶναι ἡ αὐτὴ γλῶσσα. καὶ συγχρονικὰ ὅμως ἔχουν πολὺ μεγαλύτερη συγγένεια καὶ ὅμοιότητες ἀπὸ ὅσες ἔχει ἡ λατινικὴ μὲ τὶς θυγατρικές της.

  17. ἐπίσης θεωρῶ ὅτι διάλεκτο ἔχουμε ὅταν κάποιος ἔστω καὶ ὰν δὲν κατανοῇ τὸ σύνολο τῶν λεγομένων ἀναγνωρίζει σὲ αὐτὰ ποὺ ἀκούει τὴν γλῶσσα του (π.χ. αὐτὸ μοῦ συμβαίνει μὲ τὰ βαριὰ κυπριακὰ ἢ τὰ ποντιακά).

  18. neostipoukeitos said

    Σχ. 17: Νομίζω ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Ας πούμε, η γλώσσα που μιλούν (μιλούσαν;) στα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας είναι διάλεκτος της Ελληνικής ή όχι; Είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν νομίζω ότι μ’ ένα πρώτο άκουσμα θα την έλεγε κανείς ελληνική, παρόλο που αναμφισβήτητα διατηρεί πολλά στοιχεία της μεσαιωνικής ελληνικής. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τα κυπριακά και τα ποντιακά: δύσκολα θα ακούσει κανείς πολλές ελληνικές λέξεις, λ.χ., στο «εκάιεν κι εμανίεν τ’ Ορντούζ το παρχάρ, εκεί άλλον δεν κι επέμνεν, μαναχόν σαχτάρ», παρόλο που μόνο το παρχάρ και το τοπωνύμιο Ορντούζ είναι τουρκικά. Όσο για τα κυπριακά, ας μην αρχίσω, γιατί δεν θα έχουμε τελειωμό.

    Τα ψηφαλάκια τ’ άκουσα, νομίζω, πρώτη φορά στην ταινία της Μαλέα Πρώτη φορά νονός, όπου ο κρητικός κομματάρχης του Ανδρέα Παπανδρέου έτριβε τα χέρια του λέγοντας: «Να τα τα ψηφαλάκια, θωρώ τα κι έρχονται γλακώντα». Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο και δεν ξέρω αν η λέξη απαντά κι εκεί. Πάντως, σύμβουλος της Μαλέα σε θέματα κρητικής διαλέκτου ήταν ο Μιχάλης Κοπιδάκης, αναντάμ παπαντάμ Κρητίκαρος (ακόμα και στις παραδόσεις του, νομίζω, μιλάει με εντελώς αποενοχοποιημένη κρητική προφορά).

  19. ηλε-φούφουτος said

    Και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν θεωρούμε διαφορετικές γλώσσες τα Βοσνιακά (;) από τα Σέρβικα, τα Σλαβομακεδόνικα από τα Βουλγάρικα, τα Σλοβάκικα από τα Τσέχικα, τα Νορβηγικά από τα Δανέζικα, όπου οι ομιλητές της μιας καταλαβαίνουν ανετότατα τους ομιλητές της άλλης.
    Γι’ αυτό λέω, ποια γλωσσολογία μού λες…! Καταϊδρωμένη!

  20. Μὰ βουλγαρικὰ μιλοῦν οἱ Σκοπιανοί. Αὐτὸ εῖναι γνωστό.

    Νὰ κι ἕνα ποιη,ματάκι γιὰ τὶς ἐκλογὲς ποὺ σκάρωσα στὰ γρήγορα πρὸ διλέπτου:

    ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ

    Ἑπτὰ τοῦ Ἰούνη ἐκλογὲς θὰ γίνουν
    νὰ βγοῦνε βουλευτὲς γιὰ τὴν Εὐρώπη
    κι οἱ πλέον μεταξύ τους ἄλλοι τόποι
    τὴν ἴδια Κυριακὴ τὶς κάλπες στήνουν.

    Στοιχήματα παντοῦ παίρνουν καὶ δίνουν,
    ἀγῶνες, συγκεντρώσεις, μάταιοι κόποι,
    μὲ ψήφους δὲν ἄλλάζουν οἱ ἀνθρῶποι
    καὶ ἴδιοι στὶς ὀχτὼ ξανὰ θὰ μείνουν.

    Τὰ exit pall θ’ ἀνάψουνε τὸ βράδυ
    σ’Ἀθήνα, Λουξεμβοῦργο καὶ Παρίσι
    ἀκόμη ἕνα πρόσθετο σημάδι

    πὼς ἥσυχα ἡ νύχτα θὰ κυλήσῃ.
    Ἀδιαφορῶ γιὰ σέ, σχισμὴ τῆς κάλπης,
    κι άναπολῶ τῶν Ἑλβετῶν τὶς Ἄλπεις.

  21. sarant said

    Κορνήλιε, ντουζ πουάν!

    Μου φαίνεται πρέπει να οργανωθεί κι εδώ μια Χελιδόνα (παναπεί: νήμα με μόνο έμμετρα ποστ)

  22. Πατριώτις said

    @ NickNicholas ευχαριστώ για την απάντηση σχετικά με το θάνατο μιας γλώσσας. Θυμήθηκα κιόλας κάτι που είχα διαβάσει (του Καρλ Κράους νομίζω) για την «καρκινοπαθή» γλώσσα: αυτήν όπου πληθαίνουν οι λέξεις που δεν σημαίνουν σχεδόν τίποτα, αν θυμάμαι καλά… Μια διόρθωση: ¨»Πατριώτις» με γράφω, όχι «πατριώτης» – όπως γράφουν κάποιοι Τάκις, Χατζηδάκις, κ.λπ.

    Επίσης ευχαριστώ κ. Σαραντάκο (14) για την πολύ ωραία εικόνα του «πλοίου του Θησέα» αλλά και για την τελευταία παράγραφο της απάντησής σας.

    Ένα ιστολόγιο που χαίρεται κανείς να διαβάζει – και τα σχόλιά του!

  23. sarant said

    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια -γιατί όμως με γιώτα το πατριώτις;

  24. Φαροφύλακας said

    εγώ είχα υποθέσει θηλυκό γένος… :/

  25. abdal said

    @ Νέος Τιπούκειτος 18.
    Ένα πιθανώς αδιάφορο (όχι όμως για μένα: κατάγομαι από κει) σχολιάκι για το «τ’ Ορντούζ» που αναφέρεις.

    Είναι πράγματι τουρκική λέξη. Πρόκειται για την πόλη Ορντού, στη Μαύρη Θάλασσα (ordu -> … … horde, ορδή).

    [Η Γεωγραφία και οι Πόντιοι λένε «η Ορντού», όχι «το Ορντού», ενώ για πόλεις που ο… ήχος τους δεν «ελληνοποιήθηκε», πχ Gümüşhane (/Αργυρούπολη), χρησιμοποιήθηκε τόσο το ουδέτερο όσο και το θηλυκό: το/η Γκιουμούσχανε -τεράστιο βέβαια θέμα το γένος αλλά και η κλίση «ξενόγλωσσων» τοπωνυμίων.]

    Το «ζ» στο τέλος της λέξης αποτελεί προφορική εκδοχή του τελικού «ς» της γενικής πτώσης: η Ορντού, της Ορντούς -> τ’ Ορντούζ.

    >>>> Να’σαι καλά Τιπούκειτε, μου θύμισες την εκατόχρονη προγιαγιά μου (που «υπερηφάνως εδιδάχθη» την «ελληνοπρέπειαν» στο τοπικό ελληνικό σχολείο, στα τέλη του 19ου αι.) να με διορθώνει με μισοσβησμένη φωνή: «Όχι Ορντού, Ορδού να λέγεις»…

  26. ηλε-φούφουτος said

    Αχ, οι Πόντιες γιαγιάδες και τα τραγωδία!

  27. Μαρία said

    Δε πιστεύω στα μάτια μου. Μήπως έχω μπλέξει τα ποστ;
    Συνεχίζω απ’ το 11.
    Η ψήφος με σφαιρίδια καταργείται για τις δημοτικές εκλογές το 1912, ενώ για τις βουλευτικές αμέσως μετά το 1922.
    Για να μην ακούγεται σε ποια μεριά πέφτει το σφαιρίδιο το εσωτερικό της κάλπης «καλύπτεται δι’ εριούχου υφάσματος»
    Η ψηφοφορία «διά σφαιριδίων» κατοχυρώθηκε για να καταπολεμηθεί η νοθεία. Επειδή όμως πάντα βρίσκονταν οι εφευρετικοί, αν κατά τη διαλογή το άθροισμα αρνητικών και θετικών ψήφων μιας κάλπης ξερπερνούσε τον αριθμό των ψηφοφόρων, αφαιρούσαν τα παραπανίσια σφαιρίδια απο τα «ΝΑΙ».

    Το μονοκούκι που αναφέρει ο Φαρό, σχετίζεται με την πολυκαλπία. Απο τη στιγμή που κάθε βουλευτής έχει την κάλπη του, οι εκλογείς ψηφίζουν πρόσωπα, που μπορεί να ανήκουν και σε αντίπαλους κομματικούς συνδυασμούς. Οι φανατικοί οπαδοί όμως ασπρίζουν μόνο τους βουλευτές του κόμματός τους, ψηφίζουν δηλαδή μονοκούκι ή γαϊτάνι ή κορδόνι.(σερί δηλαδή τους δικούς τους και μαύρο στους αντίπαλους) Το «κορδόνι» απο σύνθημα των οπαδών του Δηλιγιάννη, καθιερώθηκε τελικά ως σύμβολο του «Εθνικού Κόμματος»

    Τα στοιχήματα πρωτοεμφανίζονται στον τύπο στις εκλογές του 1885. Ο Μπάμπης Άννινος σημειώνει οτι οι εκλογές «έλαβον αμερικανικώτερον εν γένει χαρακτήρα» κι όσοι κάποτε ασχολούνταν με τον ιππόδρομο αυτή τη φορά έβαλαν στοιχήματα.

  28. Μαρία said

    Ηλεφού, ο αγαπημένος μου. Τον έχω ακούσει και ζωντανά, τον έχω και σε βινύλιο.

  29. Πάντως κάλπη γιὰ κάθε βουλευτὴ θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἐφαρμοστῇ καὶ σήμερα.

  30. @ 20

    Κορνήλιε, έγραψες κάσα για μιαν ακόμα φορά!

    Ζήλεψα κι εγώ και ορνιθοσκάλισα το –

    Κορνηλίου εγκώμιον

    Φέρει όνομα εκατόνταρχου που ασπάστηκε την Πίστι.
    Η πολυπραγμοσύνη του ευδήλως παμμεγίστη.

    Οξύνους και πληθωρικός, διάπυρος, χειμαρρώδης,
    ευαίσθητος, στοχαστικός, ουδέποτε ληρώδης.

    Σεμνός και ευπροσήγορος, όχι ονειροπλάνος.
    Αυτοπροσδιορίζεται νεοκαθαρευουσιάνος.

    Στον λόγο ακατάβλητος και μάγος στη γραφίδα,
    και δεν ξεχνά στα δύο ρω δασεία και κορωνίδα.

    Ω αγαθοί, εγέρθητε και αποκαλυφθείτε:
    Διάνοια σαν τον Κορνήλιο σπάνια θα ξαναβρείτε!

  31. Μαρία said

    Κορνήλιε, μας στερούν την απόλαυση του μαυρίσματος. Απ’ την άλλη είδα διαφήμιση που προσφέρει τζάμπα ταξίδι στη Μύκονο για μαύρισμα σε όποιον στηθεί στο εκλογικό τμήμα που ψηφίζει η περίφημη (Θεσσαλονικιά) Πετρούλα και φωτογραφιθεί μαζί της.

  32. Σαλονικιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ κλακότα; εἶχε, ἔμαθα, καὶ κάποιον ἐραστὴ ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς μητρός μου.

    δὲν ἔχω κάψα νὰ μαυρίσω κάποιον, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ψηφίζω ἄτομα ἀπὸ πολλὰ κόμματα.

  33. Πατριώτις said

    (23) «Ευχαριστώ για τα καλά λόγια -γιατί όμως με γιώτα το πατριώτις;»

    κ. Σαραντάκο, εξήγησα στο (22): ”Πατριώτις, με γράφω (…) – όπως γράφουν κάποιοι Τάκις, Χατζηδάκις, κ.λπ.»

    🙂

  34. Μαρία said

    Καλτάκα γράφεις; Πήγαινε στο ίδιο σχολείο με τα παιδιά της φίλης μου κι έτσι το ξέρω.

    Κορνήλιε, αυτή την ωραία εποχή των σφαιριδίων οι αναποφάσιστοι ονομάζονταν «ενδοιάζοντες», τους οποίους οι υποψήφιοι προσπαθούν να πείσουν έστω και την τελευταία στιγμή «μεταχειριζόμενοι εν υστάτη ανάγκη το πειστικώτερον των μέσων, το χρήμα, όπερ πάσαν αμείλικτον εναντίωσιν καταβάλλει», όπως έγραφε εφημερίδα της εποχής.

  35. Καλοπροαίρετε σὲ εὐχαριστῶ γιὰ τοὺς δεκαπεντασυλλάβους σου. Θὰ ἀπαντήσω βέβαια occasione data!

  36. Μαρία said

    Ζουράρις

  37. Μαρία said

    «εκθέτω κάλπην» = βάζω υποψηφιότητα
    «Ασμοδαίος» 25,1875

  38. SophiaΟικ said

    Για να επιστρεψουμε στις κάλπες και τους συνειρμούς μου…
    Κάλπης ήταν το παρατσούκλι ή το επίθετο κάποιου στο χωριό, δεν έμαθα ποτέ γιατι κι ούτε ήξερα τι σημαίνει. Με αποτέλεσμα βεβαίως όταν κάποια εποχή έιχα γνωρίσει μία Ινδη ονόματη Κάλπενα (έτσι το προφερε, αλλα θα το δέιτε και Κάλπανα που σημαίνει δημιουργική φαντασία στα Σανσκριτικά και είναι μια από τιςς αρχές του Ινδουισμού) για να το θυμάμαι το έιχα συνδέσει με τη σύζυγο του Κάλπη.

    Τώρα, αυτά με το δαγκωτά, μπερδεμένη υπόθεση γιατί άμα όλοι το έβαζαν δαγκωτό θα έπρεπε ο ενδιαφερομενος να έχει οδοντιατρικά αρχεία για να βρει ακρη.

    Το ψηφουλάκι μου θυμίζε ψιχουλάκι, όπως λέμε ψίχουλα πήρε, πενιχρό τό αποτέλεσμα των εκλογών.

    Α, ναι, για το διαφημιστη που λες 40ακο… Αυτός τη δουλειά του την έκανε, συζητήθηκε η διαφήμισή του, θα έχει να το λέει, θα το βάλει και στο βιογραφικό του, άξιος ο μισθός του, το αποτέλεσμα σε ψήφους είναι αλλου παπά ευαγγέλιο.

    Κοπρνήλις, στο εξής όλα έμμετρα αν γίνεται και χωρίς κιναιδους- που δεν ξερω και με τι θα ομοιοκαταληκτούσαν (όχι, μην αρχίσεις τώρα…). Παρεμπιπτίοντως τι έιναι η κλακότα που λες; Κότα που μιλάει ξένες γλώσσες

    Και κάτι άλλο: μιλάμε για εκλογές, αλλά ξεχνάμε ότι στους συλλόγους και τα σωματεία λέγονται αρχαιρεσίες- λέξη που ακούω πλέον πολύ σπάνια, ανβ και οι αρχαιρεσίες στα σωματεία καμιά φορά δεν εχουν καμιά σχέση με εκλογές, συχνά είναι πεντε ανθρωποι και λενε εγώ παίρνω αυτό το αξίωμα, εσύ το άλλο κλπκλπ

    Βεβαίως, να τελέιωσω το μακρυνάρι με μια αναφορά στις εκλογικές κάλτσες (σαρδάμ περιωπής)

  39. SophiaΟικ said

    Ξέχασα αν πω ότι εγώ ψήφισα σήμερα εδώ απένατι, στο κοινοτικό κέντρο μας (όχι στα σχοέία, γιαίτ τα σχολεία είναι για να γίνοται μα΄θηματα, βεβαίως στην Ελλάδα που δεν υπάρχουν κοινοτικά κεντρα, στα σχολεία….). Το ψηφοδέλτιο ήταν ένα χαρτι μακρυνάρι ενάμισι μέτρο που ειχε απανω όλα τα κόμματα με τα ονόματα των υποψηφίων και το σύνθημά τους και δίπλα χώρο για να βάλεις Χ. Στο έδιναν διπλωμένο, το ξεδίπλωνες, το σημείωνες και το ξαναδίπλωνες. Η κάλπη ήταν σαν τα φορητά ψυγειάκια που παίρνουμε στα πικνικ, πλαστικό, και δεν είχε ακριβώς σχισμή αλλά κενό τεράστιο. επειδή είχε γεμίσει, το πήρε και το έβαλε στην κάλπη ο επιβλέπων (στις έντεκα πήγα και ψήφισα, τι στο καλό, εδω είναι πρωταθλητές στην αποχη και έιχαν ήδη παέι να ψηφίσουν;;;). Ξέχασα να πω ότι δε μυ ζήτησαν ταυτ΄τοτητα απρόλο που προσφέρθηκα να δέιξω.
    Γενικά, η διαδικασία ίδια με όλες τις εκλογές που έχω ψηφίσει εδώ περα- στην Ελλάδα οι ενστάσεις θα έπεφταν βροχή ότι είναι διαβλητή η διαδικασία και γίνεται νοθεία Εδώ μάλλον ισχύει αυτό που μου είχαν πει την πρώτη φορά που ειχα ψηφίσει: με το ζόρι έρχονται να ψηφίσουν, να τους κανουμε τη ζωή δύσκολη;
    Πάντως στη Β. Ιρλανδια που δνε υπάρχει αποχή, δεν υπάρχει αδιαφορία κλπ οι εκλο΄γες γ΄νοτια με ολο το τυπικό, με απόδειξη ταυτοτητας, με μυστικότητα κλπ ενώ οι αντίδικοι… ε, ήθελα να πω οι αντιπρόσωποι, από ένσταση σε ένσταση πανε.

    Εντωμεταξύ βλέπω ότι ανακοινώθηκαν ήδητα αποτελέσματα της Ολλανδίας- νόμιζα ότι θα τα ανακοινώσουν όλες οι χώρες μαζι την Κυριακή.

    ΥΓ Γιατί δεν ψήφισα στο προξενείο; δύο λόγοι:
    α. το προξενείο ζητούσε να γραφτώ από το Μάρτιο για να ψηφίσω και να παώ χαρτιά κλπ. Ο δήμος μου μου έστειλε γράμαμ και με ρώταγε αν θα ψηφίσω εδώ και αν ναι να εστελνα την άιτηση (χωρίς χαρτιά) μέχρι 19/5.
    β. Θεωρώ ότι εναι πολύ σημαντικό να ψηφίζει πολίτης ΕΕ στο ΗΒ, είναι ένα από τα προνόμια που μου παρέχει η ΕΕ και το εκμεταλλεύομαι- άλλωστε με ενδιαφέρει η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας που ζω, και παρακολουθώ την πολιτική εδώ.

    (κι ένα τρίτο: γλύτωσα από τα διαφημιστικά των ελληνικών κομμάτων).

  40. Μαρία said

    Σοφία, τις κάλτσες του ΓΑΠ τις έπαιξε κι η «ελληνοφρένεια» και δε πίστευα στ’ αφτιά μου.
    Τον κάλπη πώς και δεν τον συνέδεσες με τον κάλπικο;
    Απίστευτο που δε σου ζήτησαν ταυτότητα. Τα σχολεία δε χρησιμοποιούνται μόνο στην Ελλάδα.
    Το κλακ;τα του Κορνήλιου το πήρα για αναγραμματισμό του καλτάκα. Αλλά ακόμα να απαντήσει.
    Πάω να δω τα ολανδικά.

  41. sarant said

    Mαρία (27)
    Υπήρχαν κι αυτοί που ψήφιζαν μόνο έναν υποψήφιο. Τις προάλλες σε μια παλιά εφημερίδα διαβασα πως σε κάποιες εκλογές των Αθηνών που συμμετείχε και ο Ρόκκος Χοϊδάς, οι αριστεροί που τον ψήφιζαν φώναζαν κιόλας βγαίνοντας 19, εννοώντας ότι μαύρισαν τους 19 και ψήφισαν τον ένα.

  42. ηλε-φούφουτος said

    Μαρία, Σοφία αυτό που ανακοίνωσαν οι Ολλανδοί είναι τα έξιτ-πολ, όχι τα αποτελέσματα που βγήκαν απ τις κάλτσες. Πάντως η μπόχα τους ήταν η ίδια!

  43. Μαρία said

    Ηλεφού, αυτό ετοιμαζόμουν να πω στη Σοφία. 14 + η ακροδεξιά. Βοήθειά μας.

  44. SophiaΟικ said

    Καλπικό και κάλπης, ναι, δεν ξέρω, ποτε δεν το συνέδεσα. Ίσως γιατί εκτός από το όνομα δεν είχα ακούσει ποτε τη λέξη.

    Οι κάλτσες είνα κλασσικό δέιγμνα ανθρώπου που δε τα μιλάει πολύ τα ελληνικά. Σαν τη μητέρα συμμαθήτριάς μου (γερμανίδα) που έλεγε ότι βρήκε κάτι εξαιρετικά παντζούρια στην αγορα. Ε, κι ο ΓΑΠ διάβαζε το κέιμενο αλλα δεν το διάβαζε σωστά! Αναρωτιέμαι θα κυκλοφορήσουν τα μπεστ οβ του, όπως με τον Μπους;

    Για τους Ολλανδούς, οντως εξιτπολ, αλλα όπως διάνβασα τον τίτλο κι όχι την έιδηση μπερδέυτηκα.
    Βεβαίαως άλλο Ολλανδοι ακροδεξιοί, άλλο έλληνες ακροδεξιοί, άλλο κινέζοι ακροδεξιοί. Η κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητες της και οι πινακίδες των κομμάτων είναι πολυ φλου. Θα έλεγα παντως ότι οι ενδείξεις αό Ολλανδία είναι ότι υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά θέματα που δεν έχουν καταφέρει να τα λύσουν τα κόμματα που κυβερνάνε. Δε σημαίνει ότι το 14% των Ολλανδών ονειρευέται στρατοπεδα συγκεντρώσεως και φούρνους. Ο Φορτάιν π.χ. που τον καθαρίσανε ειχε πει ότι ασχολήθηκε με την πολιτική γιατί ως ομοφυλόφιλος φοβόταν ότι η υποχωρητικότητα στον συντηρητισμό των μουσουλμάνων τον απειλουσε. Κι αυτή η υποχωρητικότητα έιναι που ενοχλεί, γιατί όλοι φοβούνται μην τους πουν ρατσιστές κι αφήνουν έτσι ελέυθερο τον κάθε κουτοπόνηρο που έχει επιχέιρημα το ότι πρέπει να γίνει σεβαστη η ιδιαιτερότητα του και τα έθιμά του.

  45. Μαρία said

    Νίκο, καλό το 19. Δε το ήξερα. 19, άρα υποψήφιος στην Αττική. Πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ο Χοϊδάς (παρασύρθηκε όμως απ’ τη δημαγωγία του Δηλιγιάννη και συνεργάστηκε ευκαιριακά μαζί του, όπως και άλλοι σοσιαλιστές)

  46. κλακότα εἶναι δική μου λέξι, προσεχῶς θὰ μπῇ στὸ σλὰνγκ παρέα μὲ τὸ «κονσολογῶ» ποὺ ἁπλῶς τὸ ἄκουσα καὶ τὸ κατέγραψα. ὁ Χλέμπνικωφ δὲν ἔλεγε νὰ πλάσουμε νέες λέξεις;

    μὲ γλυκάκουστα θα ῤθῶ παρακλαυσίθυρα
    γιὰ τ’ἄπιαστο ταξίδι μας στὰ Κύθηρα
    μακριὰ ἀπὸ τὶς ἄνομες ὀρέξεις τῶν κιναίδων
    καὶ τ’ ἄλυκο ποὺ ξέφτισε τῶν πρώην κουκουέδων.

    ξεκινᾷ ἀπὸ προπαροξύτονο δεκατρισύλλαβο καὶ καταλήγει σὲ ἰαμβικὸ δεκαπεντασύλλαβο, ἀλλὰ τέτοια ὥρα τέρτοια λόγια! 🙂

  47. ηλε-φούφουτος said

    σχ. 44, Σοφία, η πραγματικότητα που περιγράφεις πάντως εξηγώντας την απήχηση της ολλανδικής ακροδεξιάς δεν είναι καθόλου ολλανδική ιδιαιτερότητα.

  48. ὁ κάλπης ἔχει σύμφωνα μὲ τὸν Ἀλεξιάδη ἀραβικὴ ἐτυομολογία. παραθέτει λῆμμα ἀπὸ τὸν Redhouse:

    kalp (arabic) 1. false, forged, spurious, unreliable. 2 false coin.

  49. ἐνδιαφέρον καὶ τὸ ἑξῆς λῆμμα:

    atlasi {based on Atlas (greek)}. atlasi= lined with satin, covered with satin.

    Δέσποτα, ξέρουμε τίποτε γι’αὐτό;

  50. SophiaΟικ said

    Ηλέφ, πολύ χαρακτηριστικό κάτι που έιχε πει φίλος που εργάζεται σε γαλλικό νοσοκομείο: Μία μουσουλμάνα νοσοκόμα ζήτησε ειδική μεταχέιρισή την περίοδο του Ραμαζανιού (να επιλέξει τις βάρδιες της). Ο προιστάμενός της που ήταν Άραβας αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι στις αραβικές χώρες τα νοσοκομεία δεν αλλάζουν τη λειτουργία τους στο Ραμαζάνι. Το ερώτημα ήταν: αν ο προιστάμενος δεν ήταν άραβας, δεν θα αισθανόταν ότι πρέπει να υποχωρήσει για να μην τον πουν ρατσιστή; Η νοσοκόμα φυσικά το ήξερε τι γίνεται στις αραβικές χώρες απλά ήταν τεμπελόσκυλο.

    Ομοίως, στο συγκρότημα που μένω πρότεινα να κάνουμε μια συγκέντωση γειτονων το Δεκέμβριο για να γνωριστου΄με. Έχει σημασία γιατί προσπαθούμε να φτιάξουμε σύλλογο κια το πειχείρημά μου ήτνα ότι θα υπάρχε ενδιαφέρον για σύλογο αν γνωριστούμε πρώτα οι γέιτονες μεταξύ μας. Και μια που πλησίαζαν Χριστουγεννα και πολλά συγκροτήματα έχουν συνήθεια να στολίζουν τους κοινόχριστους χώρους και να κάνουν γιορτη έιπα να το συνδιάσουμε. Είχα μερικούς που είπαν ότι δεν θέλουν να συμμετέχουν σε χριστιανική θρησκευτική εκδήλωση. Για να τους τη σπάσω τους είπα οτι εγώ είμαι δωδεκαθείστρια, όπωςόλοι Έλληνες 🙂 αλλα συμμετέχω σε όλες τις γιορτές, δε μαλώνει ο Δίας. Τελικά μια γειτονισσα από το Ιράκ (μουσουλμάνα), τους έριξε ένα βρισιδι για το ότι εδώ ο κόσμος αυτά γιορταζει, στην πατριδα σας γιορτάζουν άλλα, αφήστε τις θρησκείες στην άκρη γιατί κάνουν κακό. Πάλι καλα που το είπε η ομόθρησκή τους. Δεν την κάναμε τη συγκέντρωση γιατί μας χάλασε τη διάθεση. Και γιατι ήθελα να έρθουν όλοι κι όχι να συγκρουστούμε. Που σημαινει αυτολογοκριθήκαμε. Εμένα πρώτη φορά μου συνέβαινε αυτό, και δεν με θεωρώ αναισθητη στις θρησκευτικές ευαισθησίες των άλλων. Φαντάσου να έισαι Άγγλος και να τα τρως αυτά στη μάπα .

  51. Κορνήλιε,
    http://twitter.com/klakota
    http://www.eecglobal.com/study_abroad_and_admission_visa.php (ο πέμπτος Ινδός στη δεύτερη σειρά)

  52. δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορεὰ ποὺ τὸ νιώθω ἀυτό. 9 χρονῶν εἶχα φτιάξει τὴν λέξι σκούλιγκανς καἰ πολὰ χρόνια μετὰ τὴν εἶδα ὡς τίτλο ἑνὸς ὕποπτου περιοδικοῦ.

  53. Μαρία said

    Ποια θα είναι η επόμενη ύποπτη λέξη;

  54. Μύρων Κατσούνας said

    Για το ψηφαλάκι, θα ήταν, νομίζω, χρήσιμο να δούμε πόσο συχνή είναι η κατάληξη -αλο στο αντίστροφο λεξικό κρητικής διαλέκτου του Κοντοσόπουλου. Δυστυχώς δεν το έχω πρόχειρο. Εκτός από όσα αναφέρει ο Περαστικός στο 7, πρώτο μου έρχεται στο νου το νέφαλο- νεφαλάκι, που απαντά ήδη στον Ερωτόκριτο και ριμάρει άψογα με το προειρημμένο ψηφαλάκι.

    Και για να συνεχίσομε την ηλεχελιδόνα, αντιγράφω μαντινάδα Κρητός τινος ποιμένος βαρέως ερωτοχτυπημένου.

    Στσ’ αγάπης τον συνδυασμό ρίχνω το ψηφαλάκι
    μα εσύ ψηφίζεις αποχή, μικιό κοπελιδάκι.

  55. sarant said

    Ώμυρον, ευχαριστώ για την πληροφορία και για τη μαντινάδα.

    Προτείνω στην ομήγυρη ετούτο δω το νήμα
    έμμετρο να ‘ναι στο εξής, και βέβαια με ρίμα.
    Εμπρός λοιπόν, τους στίχους σας σ’ αυτό το νηματάκι
    και τ’ όνομά του φυσικά: ηλεπαπαγαλάκι!

  56. Δὲν εῖναι βέβαια δυνατὸν
    νὰ μὴ τὸ ἐπικροτήσω
    τὸ νῆμα τὸ ποιητικὸν
    κι εὐθὺς νὰ τὸ τιμήσω!

    Οἱ στίχοι μου τώρα νὰ δῇς
    στὴν Βόρεια τὴν Εὐρώπη
    πὼς θὰ διαβάζονται στὸ ἑξῆς
    σὲ κάθε γλεντοκόπι!

  57. Μύρων Κατσούνας said

    Εις το Βορρά χαροκοπούν,
    στον Νότο κάμουν στάση,
    κι ο παπαγάλος μας γλεντά
    σε κάθε χοροστάσι!

  58. Πουλὶ ἦρθε καὶ κάθισε ἀπάνω σ’ἕνα δέντρο
    στοῦ Λουξεμβούργου μιὰ γωνιὰ πιὸ δίπλα ἀπὸ τὸ κέντρο,
    δὲν ἐκελάηδει σὰν πουλὶ οὐδὲ σὰν ἀηδονάκι,
    σὰν ἄνθρωπος τραγούδαγε τὸ ἠλε-παπαγαλάκι
    κι ἀπ’ τὴν παράδοξα ἐκεῖ ὑ;πάρχουσα σεκόγια
    απήγγειλε σὰν ραψῳδὸς τὰ παρακάτω λόγια:
    «Κὺρ-Σαραντᾶκο πάνσοφε, μεγάλε ἐτυμολόγε
    τὰ ὅσα χρόνια ἔδρεπες ἀπόλαυσε καὶ τρῶγε
    τὶ μῆνες ἦρθαν δίσεκτοι καὶ χρόνοι ὠργισμένοι:
    ὁ φασισμὸς σηκώθηκε κι ἐσένα περιμένει!
    Καρτέρι σοῦ ‘στησε κρυφὸ μὲ ῥάσο κι ἀγαιστούρα
    καὶ σοὔστειλε σὲ φάκελο κομματικὴ μπροσούρα
    καὶ μέσ’ ἀπ’τὰ χαλάσματα ἰδοῦ ὁ Καρατζαφέρης
    κρατώντας τὰ χειρόγραφα Ἄνδρου καὶ Κρυπτοφέρρης,
    πιὸ κεῖ κοιτάζει ὁ Ἄδωνις μ’ Ἐσκοριὰλ στὴν τσέπη
    ἐν ὅσῳ τὸ λερναῖο μας τὴν δόξα πάλι βλέπει:
    ἡ Τζιροπούλου ἔλαβε τοῦ πρύτανι τὴν θέσι
    καὶ τὸ συμβούλιο τοῦ Ντὶν νομίζω τῆς ἀρεσει,
    ὁ Στάθης κι ὁ Καραμπελιᾶς γιμήκανε ἐθνίκια,
    τὸ καλαμπόκι ἀρακᾶς καὶ τὰ πρεκόκια ῥείκια,
    οἱ πράσινοι τοῦ Σείριου κατέφτασαν μὲ σκάφος
    καὶ τοῦ Σαββόπουλου ἔσπασε ὁ ὑπερηχογράφος.
    Μὰ τὸ χαράτσι σ’ ἔδειξε καινούργιο Πορτοκάλο
    ποὺ ὁ μέγας Δοὺξ σοῦ ἔδωσε βασιλικὸ ῥεγάλο
    κι ἔγινες φίλος ἐσαεὶ τοῦ οἴκου τῶν Νασάου
    γιὰ νὰ γλυτώσῃς πονηρὲ τὴν φρίκη τοῦ Νταχάου,
    γιὰ κεῖ σὲ προορίζουνε Βορίδης καὶ Βαΐτσης,
    ὁ ἕνας σύγχρονος Ψελλὸς κι ὁ ἄλλος ὁ Σκυλίτσης».
    Ἔτσ’ εἶπε ὁ παπαγάλος μας καὶ πέταξε γιὰ πέρα
    εὐθὺς μεταμορφούμενος σὲ ἄσπρη περιστέρα
    ποὺ κάθισε μ’ ἀναίδεια στὸ εὔστροφο κεφάλι
    τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ πρόεδρου Καρατζαφέρη πάλι.

  59. SophiaΟικ said

    Καλά Κορνήλιε παλι έγραψες.

  60. sarant said

    Κορνήλη, αποκαλύπτομαι! Σου βγάζω το καπέλο
    ν’ ανταποδώσω πρέπει μου, μα όσο κι αν το θέλω
    στίχοι δεν στάζουν στο χαρτί, πρέπει να με πιστέψεις
    από ποιητικής πλευράς, Κορνήλη, έχω στερέψει.

    Δεν έχω στο συρτάρι μου ποίημα σκαρωμένο
    κι έτσι έμεινα ο δυστυχής εδώ να περιμένω
    να καρτερώ την έμπνευση πότε θ’ αποφασίσει
    να κάνει την επίσκεψη να ρθει να με φωτίσει

    Θεέ μεγαλοδύναμε, βόηθα με να πετύχω
    να φτιάξω έναν ζόρικο και αλανιάρη στίχο.
    Θεέ μεγαλοδύναμε, δεν είναι μέγα κρίμα
    να μη μπορώ ο άμοιρος μια να σταυρώσω ρίμα;

    Μα η έμπνευση δεν έρχεται και γίνομαι ρεζίλι
    σαν βλέπω το αριστούργημα του φίλου μου Κορνήλη
    Μα η έμπνευση καθυστερεί και μ’ άφησε μπουκάλα
    κι ας είχα μέσα μου όνειρα ποιητικά μεγάλα.

    Κι έτσι που λες δεν μπόρεσα να φιάξω ουδέ στιχάκι
    και κλαίει απαρηγόρητο το ηλε-παπαγαλάκι….

  61. Ῥίξτε τὴν λύρα καταγῆς Δημόδοκε καὶ Φήμιε
    κι ὲσὺ ὀξὺ τὸν πέλεκυ νὰ ἐτοιμάζῃς δήμιε
    μεγάλο ἔπος μ’ ἔμπνευσι συνέθεσε καὶ χάρι
    ὁ στοὺς Λερναίους πού ‘βαλε ζυγὸ καὶ χαλινάρι.
    Καὶ τώρα σὰν Κικέρωνας σὲ νέους συνωμότες
    ἀφήνει λίγο μοναχὰ μεζέδες καὶ μπομπότες
    καὶ τιμωρεῖ μὲ θάνατο, μὲ δήμευσι, ἐξορία
    τὴν πλάνη ποὺ ἐντοπίζεται στὴν παρετυμολογία
    μὰ τοῦ συστήνω προσοχὴ καὶ φυλαγμένα νῶτα:
    ὁ Κλώδιος στέκει στὴν γωνιὰ σκληρὸς ὅσο καὶ πρῶτα!

  62. ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥΣ

  63. Βαγγέλης said

    Τρία πουλάκια κάθονταν στης Γιούροπ το ταμπούρι
    το να τηράει προς το Βοριά και τάλλο προς το Νότο
    το τρίτο το καλύτερο μονολογάει και λέει:
    Πολύ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σα καλιακούδα
    μην ο Βορίδης έρχεται, μην ο Καρατζαφέρης;
    νουδ ο Βορίδης έρχεται, νουδ ο Καρατζαφέρης

    Ομέρ Κορνήλης πλάκωσε μ’ οξείες και δασείες
    κι ο Ντάκος σαν τα αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
    Το νταϊφά του σήκωσε, στα παλικάρια λέει:

    Πιάστε τις πένες τις χρυσές κι όλα τα πληκτρολόγια
    Τον άπιστο να διώξουμε από τα ιστολόγια
    Τι ναι πολύτονος κι αψύς και πάει να μας τη φέρει
    Κι όλο ιδέες αντίθετες έχει από τ ασκέρι.

    Στη μάχη μπήκε με χαρά ολάκερη η φατρία
    ο Φαροφύλακας μπροστά κι απέκει η Μαρία
    ο υποφαινόμενος βροντοβαρά το τουμπελέκι
    κι ο Νέος ο Τιπούκειτος να λέει πως «τον έχει»

    Κι αρχίσανε όλοι μαζί να του βροντοφωνάζουν
    σε τούτα δω τα χώματα οι τόνοι δεν ταιριάζουν
    κι όσο για τις ιδέες σου τις έχουμε χεσμένες
    μαζί με του Αδώνιδος μας είναι κάπως ξένες

    γιατί παιδιά είμαστε μεις που οξείες μόνο βάζουν
    και από περισπώμενες καθόλου δεν σκαμπάζουν
    ο ρατσισμός κι ο εθνικισμός μας φέρνουν δυσφορία
    και του ΛΑ.Ο.Σ οι τονισμοί μια αδιαφορία.

    Σαν είδε ο άπιστος μπροστά τη δόλια συμμορία
    να τονε κανοναρχά σε κάθε ευκαιρία
    πήρε κι αυτός πένες χρυσές και αργυρές δασείες
    με τέχνη τις μαστόρευε σε ωραίες ελεγείες

    κι έφτιαχνε στίχους ζωντανούς σαν του Σουρή ένα πράμα
    που καθαρευουσιάνικα τους έβαζε αντάμα
    κι ο Ντάκος παραδέχθηκε πως ήταν σαν τους άλλους
    – μόνο που δεν το ήξερε – δεν ήταν παπαγάλος.

  64. στοὺς τόνους καὶ στὰ πνεύματα ποτὲ δὲν κάνω πίσω
    μὲ τὴν Κανέλλη ἂν χρειαστῇ εὐθὺς θὰ συμμαχήσω
    κι ἂς εἶναι πολιτεύτρια τοῦ κόκκινου ἐφιάλτη
    δὲν μ’ἐνοχλεῖ κι ἂν ἤτανε βοηθὸς τοῦ ἀντεροβγάλτη!

  65. Μαρία said

    Γι’ αυτό τις κάλπες τις πολλές
    τις θέλει το κοπέλι.
    Για να το ρίχνει δαγκωτό
    στη Λιάνα την Κανέλλη.

  66. gbaloglou said

    Αυτο το ειδατε?! Νομιζω πως ηρθε η ωρα να φτιαξετε λεξεις αντι για στιχους, καθοτι μας πηρανε παραμαζωμα…

  67. Μαρία said

    Έλα να εξασκήσεις το γλωσσοπλαστικό σου δαιμόνιο στο άλλο ποστ, της πολίτισσας. Πω, πω μας γ… στο ταμτιριρί.

  68. Ὅλοι κοιμόντουσαν, θεοὶ καὶ ἄνθρωποι καὶ ζῷα
    μὰ ὁ Δίας δὲν κοιμότανε στὰ οὐράνια ὑπερῷα
    κι ὁ νοῦς του στριφογύριζε τὶ θἄπρεπε νὰ πράξῃ
    νὰ σώσῃ τὸν Κορνήλιο ἢ νὰ τονὲ ξεγράψῃ;
    Πιάνει καλεῖ τὸν Ὅνειρο, τὸν γιὸ τοῦ μαύρου σκότους
    ποὔχει πλανῆτες πρόπολους κι ἀστέρια καμαρότους
    κι ἀποστολὴ τοῦ ἔδωσε στὴν γῆ νὰ φτάσῃ κάτω
    στοῦ Κορνηλίου τοῦ βασιλιᾶ τ’ ἀμέτρητο φουσᾶτο.
    Κι ἐκεῖνος πήδηξε μεμιᾶς ἀπ’τὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου
    στὰ βάθη τοῦ ὠκεανοῦ τοῦ πάντα ἀκολύμπου
    κι εὐθὺς ξαναναδύθηκε καὶ πέταξε μὲ βία
    σὲ κάποια ἀκτὴ τῆς θάλασσας ποὺ ἔβρεχε τὴν Τροία,
    μπαίνει στὸ ψεύτικο ὄνειρο τοῦ θείου Κορνηλίου
    καὶ τέτοια λόγια τοῦ ἀρχινᾷ ἐντὸς τοῦ ἐνυπνίου:
    «Μαῦρε ἡγέτη κι ἄμοιρε τί ξέγνοιαστος κοιμᾶσαι,
    τ’ ἀσκέρι ποὺ ἐτοιμάζεται γιὰ σένα δὲν φοβᾶσαι;
    Μὲ ἐντολὴ κατέφτασα τοῦ συννεφοσυνάχτη
    ποὺ μ’ ὅρισε παντοτινὰ τῶν κοιμισμένων κράχτη,
    αὐτὸς καὶ τώρα μήνυσε δυὸ λόγια νὰ σοῦ σύρω,
    νὰ σ’ἐμποδίσω ἄτυχε νὰ πᾷς ἐπὶ τὰ χείρω.
    Μάθε λοιπὸν καὶ κάτεχε πὼς ὅλοι οἱ ἐχθροί σου
    μαζεύτηκαν κι ὁρκίστηκαν νὰ πάρουν τὴν ζωή σου
    τρία ἀσκέρια φτιάξανε καὶ τρεῖς σημαῖες στῆσαν
    γιὰ καθεμιὰ καὶ σύμβολο ξεχωριστὸ ὁρίσαν,
    ἡ μία κατακόκκινη μὲ Κριαρᾶ στὴν μέση
    ἡ ἄλλη ἔχει Κακριδὴ στοῦ σύμβολου τὴν θέσι
    ἡ τρίτη ἡ καλύτερη μὲ ὀμορφιὰ καὶ χάρι
    λιγνόκορμο μουστακαλῆ τὸν ἄρχοντα Ψυχάρη.
    Σοῦ δίνουν τελεσίγραφο μέχρι τὴν πέμπτη μέρα
    τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα στυγνὰ νὰ κάνῃς πέρα
    δασεῖες καὶ κυματιστὲς κυρτὲς περισπωμένες
    νὰ θάψῃς μὲς στὰ Τάρταρα ὠς ἀπαρχαιωμένες,
    νὰ λησμονήσῃς ἄπρεπα χωρὶς ντροπὴ καὶ τύψεις
    Ἀρίσταρχο Σαμόθρᾳκα καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃς
    τὴν τόσο ἀπροκάλυπτα ἀπὸ καιροῦ χαμένη
    βαρεῖα ποὺ στὶς λέξεις σου ἀκόμη παραμένει.
    Μὰ ὁ Δίας δίνει διαταγὴ κι ἡ Ἥρα σὲ προστάζει
    μόλις φανῇ ὁ ἀυγερινὸς κι ἀρχίζῃ νὰ χαράζῃ
    πάρε ἀσπίδα καὶ σπαθὶ κι ἕνα γερὸ κριάρι
    καὶ πήγαινε στὸ χέρι σου βαστῶντας ἀξινάρι
    ν’ἀνοίξῃς λάκκο δίμετρο στὸ βάθος καὶ στὸ πλάτος
    νὰ ‘βρῆς τοῦ ᾼδη τὸν σταθμὸ ποὖναι ψυχὲς γιομᾶτος,
    θαρθοῦν ἀπάνω σου ψυχὲς σιμὰ νὰ σὲ ζυγώσουν
    μὰ σὺ νὰ στέκῃς μακριὰ μὴ τύχῃ καὶ ἁπλώσουν
    τὴν γλῶσσα τους τὴν μελανὴ στοῦ κριαριοῦ τὸ αἷμα
    λυγίζοντάς σου τὴν καρδιὰ μὲ τὸ ὑγρό τους βλέμμα!
    Συνέχεια ἕνα θὰ ζητᾷς, σ’αὐτὸ θὰ στέκῃς βράχος
    νὰ σ’ ὁδηγήσουν οἱ νεκροὶ στὸ μέρος ποὺ μονάχος
    σὲ κάποια στέκεται γωνιὰ ὁ γερο-Μιστριώτης
    ὁ μόνος ποὔμεινε πιστὸς κι ὄχι αἰσχρὸς προδότης.
    Τριγύρω σέ ἀπόστασι θὰ στέκουν παλληκάρια
    ποὺ πέταγαν στὰ Ευαγγελικὰ κοτρόνες καὶ λιθάρια,
    περίλυπα, ἀγέλαστα μὲ μἐτωπα σφιγμένα
    θὰ ξαφνιαστοῦνε βλέποντας μὲς στοῦς νεκροὺς ἐσένα.
    Ὅταν σιμώσῃς ἀρκετὰ στὸν γέρο ποὺ ἀρχαΐζει
    τὸ χέρι σκύψε φίλα του ὡς ὁ θεσμὸς ὁρίζει
    καὶ τότε γύρεψε χρησμὸ κι ἀπόκρισι θὰ πάρῃς
    πῶς νὰ συντρίψῃς μαλλιαροὺς σὰν ἀττικίζων Ἅρης».
    Αὐτά ‘πε μόνο ὁ ὄνειρος κι απὲ μεμιᾶς ἔχάθη
    γυρίζοντας ἀντίστροφα στῆς θάλασσας τὰ βάθη.
    Ψυχρός ἰδρῶτας ἔλουσε τὸν δύσμοιρο Κορνήλη
    ἀμέσως ὡς ἐξύπνησε καὶ γύρεψε μαντήλι.

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  69. sarant said

    Το έπος συνεχίζεται κι εμένα δεν μου πρέπει
    σαν διακοψίας απεχθής να παρεμβαίνω σ’ έπη
    όμως αποκαλύπτομαι, σου βγάζω το καπέλο
    αν και μια λεπτομέρεια να συμπληρώσω θέλω.

    Εκεί σιμά στα μνήματα, στο σκοτεινό το φόντο
    θα βρεις Κορνήλη ασφαλώς και τον σχολάρχη Κόντο
    δεινόν νεοαττικιστή, με μόρφωση μεγάλη
    που όλους ανελλήνιστους θα θέλει να τους βγάλει
    κι αν σκάψεις περισσότερο, σε πιο μεγάλο βάθος
    θα ξεπροβάλει ο Φρύνιχος και θα φωνάζει: Λάθος!
    «Σκίμπους λέγε, μη κράββατος! ως μιαρός ει νέος
    βάρβαρος, πάνυ έκφυλος, αποδοκιμαστέος!»

  70. Μύρων Κατσούνας said

    Σταλαγματιές ξεκίνησαν οι στίχοι μας, που λένε
    κι εδά γινήκαν θάλασσα και τα καράβια πλένε

    (Παραλλαγή σε γνωστή μαντινάδα του Αριστείδη Χαιρέτη)

  71. sarant said

    Κι αν εγενήκαν θάλασσα, κι αν πλένε τα καράβια
    καρδιά που τηνε πρόδωσαν θα μένει πάντα άδεια

    (Απάντηση από ερωτοχτυπημένον μαντιναδόρο που δεν άκουσε καλά την προηγούμενη)

  72. Βρε σεις .. Τί γινεται εδώ; Τί μέγα Πανηγύρι;
    Γιατί δεν προσκαλέσατε την Μέλισσα στη Γύρι;
    Γιατί με αποφύγατε;Παιζετε εν Κρυπτώ;
    Σε τουτη την Ομήγυρι θελω να μπώ κι εγώ.

    ————————-
    Αλίμονο . Παει καιρός που εχω να στιχάρω
    Πνίγομαι στην πεζότητα , κοντευω να φλιπάρω
    Σε τουτο το στιχουργικό το Μέσα και το εξω
    που ολοι συμμετεχουνε , θελω κιεγώ να παιξω..

  73. sarant said

    Καλώς να ορίσει ο μάστορας του στίχου ο Νοσφεράτος
    σε τούτο δω το φτωχικό στιχουργικό τσαρδάκι
    τον βλέπω να ‘χει όρεξη και να ‘ρχεται κεφάτος
    για ν’ αβγατίσει το μικρό Ηλε-παπαγαλάκι.

  74. Mες το μυαλό αμέτρητα στριμωχνονται στιχάκια
    στριμώχνονται στον τοιχο του σαν νατανε τουβλακια
    Φοβάμαι πως αν ξεχυθουν θα καταρευσει ο Τοιχος
    – Μα τι να κάνω , πεστε μου .. !Δεν βγαινει ο στιχων Ηχος!

  75. Σὰν σκούπισε τὸν ἵδρωτα ἀπὸ τὸ πρόσωπό του
    βγαίνει ὁρμῶντας γρήγορα ἀπ’ τὸ ἀντίσκηνό του
    κοιτάζει γύρω του καλὰ καὶ βλέπει ὅτι ῥοδίζει
    ἡ αὐγὴ ἡ ῥοδοδάκτυλος καὶ τὰ βουνὰ φωτίζει.
    Πιάνει καλεῖ ἕνα σκοπὸ ποὺ ἀπ’τὴν σκοπιὰ γυρνοῦσε
    καὶ ξιφολόγχη πάνω του στὸν κολεὸ φοροῦσε
    τὴν παίρνει ἀμέσως γρήγορα καὶ βγαίνει στὰ λιβάδια
    ὁποῦ ‘βοσκαν τσομπάνηδες τὰ κάτασπρα κουράδια
    πρὶν στρίψῃ πρὸς τοὺς πρόποδες τοῦ λόφου ἐκεῖ στὸν νότο
    ἁρπάζει ἕνα πρόβατο -ὅποιο εὑρέθη πρῶτο-
    καὶ γρήγορα μετὰ κινεῖ σὲ μαῦρο χερσοτόπι
    ποὺ δὲν κατοίκησαν ποτὲ οἱ ζωντανοὶ ἀνθρῶποι.
    Ἐκεῖ θυμᾶται τοῦ θεοῦ τοῦ Ὄνειρου τὰ λόγια
    πῶς τὸν ὁρμήνεψε νὰ πάῃ στοῦ Ἅδη τὰ κατώγια
    κι εὐθὺς μὲ κόψι κοφτερὴ κι άκονισμένη σπάθα
    ἀνόιγει λάκκο δίμετρο –χωμάτινη γαβάθα
    ὁποῦ ‘σταξε σταλιὰ σταλιὰ τὸ αἷμα τοῦ προβάτου
    σὰν τό ‘σφαξε γυρίζοντας τὴν διάφανη ματιά του.
    Καὶ τότε μέγα γίνηκε στὸν λάκκο μέσα θαῦμα
    κι ἀπ’ τοῦ ἀρνιοῦ ξεπήδησε τὸ κόκκινο τὸ τραῦμα
    ἕνα νεφέλωμα θολὸ ἀπὸ βαρὺ λιβάνι
    ποὺ στὰ οὐράνια ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ φτάνῃ.
    Σκιὲς ὁλοῦθε σίμωσαν πιὸ μαῦρες κι ἀπ’τὸ χῶμα
    μυρίζοντας τὸ κόκκινο θανατερό τους πιῶμα,
    πρώτη γνωρίζω τὴν ψυχὴ τοῦ Βηλαρᾶ τοῦ Γιάννη
    καθὼς ἀρχίζει σιγαλὰ κουβέντα νὰ μοῦ πιάνῃ:
    «Ὦ νέε μου τί γύρεψες στοῦ Χάρου τὰ σκοτάδι;
    τοῦ θάνατου τ’ ἀγύριστο δὲν σοῦ ‘λαχε μοιράδι,
    βλέπω τὴν σάρκα πάνω σου ὅλο ζωὴ καὶ σφρίγος,
    ὁ χρόνος πού ‘ζησες στὴν γῆ θαρρῶ πὼς εἶναι λίγος
    ἄει γύρνα μὲ τοὺς ζωντανοῦς, δὲν ἤρθε σου ἡ ὥρα
    ἐδῶ ‘ναι γῆ γιὰ τοὺς νεκρούς, τῶν πεθαμένων χώρα!
    Σῦρε λιγάκι κατὰ κεῖ νὰ πιῶ ἀπὸ τὸ αἷμα
    κι ἀπὲ στὰ βάθη μου γυρνῶ μὲ μιᾶς ἀνάσας πνέμα.
    Μὰ στάσου! σὺ δὲν ἤσουνα ὁ αἴσχιστος ἐκεῖνος
    ἀττικιστὴς καὶ ὄψιμος τῶν καθαρῶν δελφίνος
    ποὺ σήκωσε στὸν πόλεμο ἀσκέρια καὶ φουσᾶτα
    γιατ’ ἤθελε τὰ γράμματα μὲ πνεύματα γιομᾶτα;
    Ἐσὺ δὲν εἶσαι τάχατες τοῦ Κοραῆ ὁ σπόρος
    ποὺ διαλαλεῖ ἡ μαλλιαρὴ ὅτ’ εἶναι ἐθνοφθόρος;
    Ἐσὺ δὲν εἶσαι ἄθλιε τοῦ Κόντου τὸ τζουτζέκι
    ποὺ σχήματα ὑπερβατὰ καὶ δοτικὲς συμπλέκει;
    Ἐσὺ δὲν εἶσαι γέννημα φαιδρὸ τοῦ Φωτιάδη,
    τοῦ Μιστριώτη βλάστημα ξερὸ κι ἀπολειφάδι
    μιᾶς περασμένης ἐποχῆς ποὺ πίσω δὲν γυρίζει
    ὅσο σκληρὰ κι ἂν πολεμᾷς κι ἀπ’ ὅποιο μετερίζι;
    Ἐσὺ δὲν εἶσαι πού ‘θελες ξανὰ νὰ βάλῃς τόνους
    κι ὀνόμαζες τοὺς βουλευτὲς τοῦ Ἀνδρέα γλωσσοκτόνους;
    Τράβα τσακίσου ἀπὸ μπροστὰ καὶ φύγε μιὰ γιὰ πάντα
    αἷμα διαβαίνω γιὰ νὰ πιῶ, κάνε λοιπὸν στὴν μπάντα!»
    Ὡς εἶπε δὲν ἀπόσωσε τὸν λόγο του καὶ νά τος:
    εὐθὺς μπροστά τους στάθηκε ὁ Κοραῆς σπαθᾶτος!

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  76. sarant said

    Ξάφνου στη μέση πρόβαλε ο Κόντος οργισμένος
    κι έδειξε τον Κορνήλιο και είπε μανιασμένος:
    «Ουκ έστιν ούτος τέκνον μου, ούτος εστί χηνώδης
    καθόλου ανελλήνιστός τε και βοσκηματώδης!
    Με τέτοιο λάθος που’ κανε με έχει πιάσει ρίγος (*)
    ακούς εκεί ο σκερβελές να βάλει οξεία στο σφρίγος!

    (*) Απ’ την πολλή την ταραχή στη θέα του εγκλημάτου
    μίλησ’ ο λογιώτατος στη γλώσσα του μπαμπά του.

  77. Αλλιμονο. Γυρίσαμε σε χρόνια Μαλλιαρά
    απο τη καθαρευουσα βγαλαμε ιλαρά
    επέστρεψαν μου φαινεται
    οι καθαρευουσιάνοι
    Κι ενώ δεν εχουμε Ψωμί τρωμε απ’ το παντεσπάνι

  78. κι ενώ ο Κορνηλης κοπανά οξειες και βαρείες
    εμεν’ ο Νους μου τριγυρνά σ’αλλοτινές Μαρίες
    Μαρίες απ’ το παρελθόν , Μαρίες απ’ τα νιάτα
    (Βλέπω και μια Μαρία εδώ ,που μάλλον ειναι Γάτα .)

  79. στὸ σφρῖγος μπῆκε ὀξεῖα;
    ὁποία ἀηδία!
    μὰ ἦταν ξημερώματα, ὥρα ὡσεὶ τετάρτη
    γι’αὐτὸ σοφὲ διδάσκαλε ζητῶ συγχωροχάρτι!

  80. sarant said

    Σαν ήμουν νέος άκουγες παντού να λεν Μαρία
    στην τάξη όμως της κόρης μου δεν έχει ούτε μία
    Τώρα μονάχα Άρτεμις, Φαίδρα, Διδώ, Νεφέλη
    -Μαρία πια να λέγεται καμία τους δεν θέλει.

  81. Μαρία said

    Πάει η Πενταγιώτισσα, πάει κι η Αιγυπτία.
    Νεφέλη τώρα λέγεται και η κουτσή Μαρία.

  82. Νεφέλες τώρα ποὔχουμε νὰ βροῦμε Στρεψιάδη
    κι ἂν ἡ Μαρία διαφωνῇ τὴν ῥίχνω στὸ πηγάδι
    σὰν ἄλλος Λακεδαίμονας τοῦ Ξέρξη τὴν πρεσβεία
    θὰ ῥίξω κέρμα γιὰ εὐχὴ στὸν πάτο τὴν Μαρία!

  83. Μύρων Κατσούνας said

    Και δυο κοτσάκια απεραθίτικα:

    αχ, χελιδόνα σ’ ιστολό-
    γιο γράφω και περικαλώ:

    Γράφτε, γράφτε ως που να
    (γ)ενούν οι θάλασσες βουνά
    (άδεται σε ρυθμό κοτσάτο της τσαμπούνας με τον τρόπο του Λευτορογίαννη: http://www.youtube.com/watch?v=1FVh-Dsj1fM)

  84. Τέλειωσα την Καριένινα τις προάλλες, που την είχα αφημένη στην μέση. Πολύ καλό βιβλίο.

    Ο υπεραναλυτικός Τολστόης αφιερώνει κεφάλαια για να περιγράψει κάποιες εκλογές. Ιδού κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα:

    – Να γίνει ψηφοφορία! Με σφαιρίδια! Να λείπουν οι κουβέντες! Τα σφαιρίδια!
    […]
    Ο Λιέβιν μπήκε στην αίθουσα, πήρε ένα άσπρο σφαιρίδιο κι ακολουθώντας τον αδερφό του, πλησίασε στο τραπέζι, […] Ο Σιεργκιέι Ιβάνιτς έχωσε το χέρι του στην κάλπη, έβαλε κάπου το σφαιρίδιό του και παραχωρώντας τη θέση του στον Λιέβιν, στάθηκε κειδά. Ο Λιέβιν πλησίασε, μα ξεχνώντας ολότελα περί τίνος πρόκειται και σαστίζοντας στράφηκε στον Σιεργκιέι Ιβάνιτς, τη στιγμή που κει κοντά άλλοι μιλούσαν, ώστε έλπιζε ότι η ερώτησή του δε θ’ ακουγόταν, και τον ρώτησε σιγανά: «πού να το βάλω;» Μα κείνοι που μιλούσαν σώπασαν και η αδιάκριτη ερώτησή του ακούστηκε. Ο Σιεργκιέι Ιβάνιτς κατσούφιασε.
    – Αυτό είναι ζήτημα πεποιθήσεως του καθενός, είπε αυστηρά.
    Μερικοί χαμογέλασαν. Ο Λιέβιν κατακοκκίνισε, έχωσε βιαστικά το χέρι του κάτω απ’ την τσόχα και το ‘βαλε δεξιά, επειδή το σφαιρίδιο το κρατούσε στο δεξί του χέρι. Αφού το ‘βαλε, θυμήθηκε ότι έπρεπε να χώσει και το αριστερό του χέρι, και το ‘χωσε και κείνο, μα ήταν πια αργά και τότε σάστισε ακόμα πιο πολύ κι όσο μπορούσε πιο γρήγορα αποσύρθηκε στην πιο απόμερη άκρη.
    – Εκατόν είκοσι έξι υπέ(ρ)! Ενενήντα οχτώ κατά! ακούστηκε η φωνή του γραμματέα, που δεν μπορούσε να προφέρει το γράμμα ρο. Ύστερα ακούστηκαν γέλια: μέσα στην κάλπη βρέθηκε ένα κουμπί και δυο καρύδια.

    Το άκυρο φαίνεται πως και με εκείνο το σύστημα είχε κάποια πλάκα. 😀 Αργότερα ξαναπιάνονται με τα σφαιρίδια.

    Οι πρόεδροι των περιφερειών σηκώθηκαν απ’ τα τραπέζια τους και προχώρησαν προς το τραπέζι του διοικητή, κρατώντας τα πιατάκια με τα σφαιρίδια, και οι εκλογές άρχισαν.
    – Δεξιά να το ρίξεις, ψιθύρισε ο Στιεπάν Αρκάντιγιεβιτς στον Λιέβιν […] Μα ο Λιέβιν ξέχασε τώρα τους υπολογισμούς κείνους, που του ‘χαν εξηγήσει και φοβόταν μην τυχόν έκανε λάθος ο Στιεπάν Αρκάντιγιεβιτς, λέγοντάς του «δεξιά» τη στιγμή που ο Σνιετκόβ ήταν αντίπαλος. Κατευθυνόμενος στην κάλπη, κρατούσε το σφαιρίδιο με το δεξί του χέρι, μα με τη σκέψη πως έκανε λάθος, σαν έφτασε μπροστά της, το μετάφερε στ’ αριστερό και σίγουρα αριστερά το ‘ριξε. Κάποιος γνώστης των πραγμάτων, που μονάχα απ’ την κίνηση του αγκώνα καταλάβαινε πού έριχνε ο καθένας το σφαιρίδιο, κατσούφιασε δυσαρεστημένος. Δεν είχε το δικαίωμα αυτή τη στιγμή να δείξει ότι το παρατήρησε.
    […]

  85. sarant said

    Φαροφύλακα, ευχαριστούμε!

  86. Τολστόι, ο μέγας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: