Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πολύ πίζουλο, καθόλου μαϊτζέβελο

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2009


Ο φίλος μου ο Θέμος, που δεν ιντερνετιάζεται και πολύ, μου έστειλε το εξής ηλεμήνυμα:

Έxω μία μνήμη USB κρεμασμένη στα κλειδιά μου που ανοίγει σα σουγιάς.Ένας συνάδελφος το είδε και με ρώτησε:

— Πως ανοίγει τούτο δω;
— Δύσκολα, του λέω. Είναι πολύ πίζουλο (= δύσχρηστο / περίεργο ;;;)
Δηλαδή; Ρωτάει,
— Να ρε παιδί μου, δεν είναι καθόλου μαϊτζέβελο (=εύχρηστο ;;;).

Τις δύο αυτές λέξεις τις έλεγε ο πατέρας μου. Πρέπει να είναι τεχνικοί όροι, «της μαστοράντζας»

1. Αν ξέρεις ή μπορείς να βρεις από πού βγαίνουν (μπορεί να μη θυμάμαι και καλά και να τις χρησιμοποίησα «λάθος»)
2. έχει κανένα λεξικό με τέτοιους «τεχνικούς» όρους;


Το «μαϊτζέβελο» το ξέρω. Ή μάλλον, το ξέρω ως «μαντζόβολο». Το έλεγε ο παππούς μου, που μαστόρευε πολύ και εκτιμούσε τα ματζόβολα πράγματα. Είναι το εργαλείο ή γενικά το πράγμα το εύχρηστο, που το κουμαντάρεις εύκολα. Ξέρω και από πού προέρχεται, από το ιταλικό maneggievole, που θα πει το ίδιο, από το ρήμα maneggiare (κουμαντάρω, χειρίζομαι -μήπως και… μανατζάρω;). Να προσεχτεί ότι ο τύπος «μαϊτζέβελος» είναι λιγάκι πιο κοντά στο ιταλικό.

Το «πίζουλο» δεν το ήξερα. Λεξικό δεν το έχει. Όμως γκούγκλισα και βρήκα ότι περιλαμβάνεται στη μετάφραση της Ιλιάδας του Καζαντζάκη-Κακριδή, στη ραψωδία Θ, «και πίζουλο το λάβωμα στέκει εδωπέρα». Ευτυχώς το πρωτότυπο είναι πιο κατανοητό: μάλιστα δε καίριον εστίν. Όμως το πίζουλο δεν είναι καζαντζακισμός, διότι τον ίδιο όρο τον έχει χρησιμοποιήσει και ο Αργυρίου σε κριτική για την Ιστορία της λογοτεχνίας του Δημαρά, αλλά βρίσκω και γκουγκλιές όπου χρησιμοποιείται και για θέματα εξετάσεων. Ζόρικο, θα έλεγα, νομίζω αυτή η λέξη αντιστοιχεί καλά. Ετυμολογία; Το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι το «επίζηλο» (ή το επίβουλο; αλλά βήτα να γίνει ζήτα δεν είναι εύκολο).

Περιττό να το πω, ούτε η μια λέξη ούτε η άλλη βρίσκονται στα μεγάλα λεξικά μας. Ούτε στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ούτε στον Δημητράκο. Στο μεσαιωνικό του Κριαρά το ματζόβολος φυσικά δεν υπάρχει (δεν φαίνεται τόσο παλιά λέξη), το πίζουλος δεν θα μάθουμε διότι δεν έχει ακόμα βγει ο αντίστοιχος τόμος. Μόνο στο λεξικό της Πιάτσας του Καπετανάκη βρίσκω: Μαϊτζέβελος = ο κόμοδος, ο βολικών διαστάσεων, ο ευκόλως τακτοποιούμενος, βολευόμενος. Άρα, δίκιο είχε ο Θέμος που το έλεγε έτσι.

Το μεγάλο (και αναξιόπιστο) λεξικό της πιάτσας του Ζάχου έχει κι αυτό το μαϊτζέβελος αλλά μόνο για άνθρωπο (συνεννοήσιμο, που εύκολα τα βρίσκεις μαζί του). Ολοφάνερα αυτη είναι η δευτερογενής σημασία, η πρωτογενής είναι του εργαλείου.Στο slang.gr βρίσκω το ματζόβολο (με δεύτερο τύπο «μανιτζέβελο»).

Προσωπικά, πιστεύω ότι κακώς δεν έχουν τα μεγάλα λεξικά μας το «ματζόβολος» ή «μαϊτζέβελος». Το έχω ξαναπεί, οι λεξικογράφοι μας δεν αγαπούν να μουτζουρώνουν τα χέρια τους, οι λέξεις της μαστοράντζας υποαντιπροσωπεύονται στα λεξικά μας.

Κι ενώ λέω να κλείσω το θέμα, μου έρχεται η φαεινή ιδέα να γκουγκλίσω για «πίζουλος» (και όχι «πίζουλο») οπότε βέβαια βρίσκω τη λέξη στον Κοραή, στα Άτακτα. Όπου πράγματι μας λέει ότι το επίζηλος «εξεχυδαΐσθη» σε πίζουλος, και εξηγεί ότι το πράγμα που το ζηλεύουν όλοι διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο βλάβης. Δίνει τη σημασία ακροσφαλής, γαλλ. délicat, scabreux.

Η σημασία πρέπει να έχει μετατοπιστεί λιγάκι από τότε, αλλά τουλάχιστο σιγουρέψαμε την ετυμολογία. Κι αν ξέρει κανείς κανένα «λεξικό της μαστοράντζας» να μας το πει. Εγώ ξέρω μόνο το Λεξικό λαϊκών όρων οικοδομικής, του Τζάρτζανου (όχι του Αχιλλέα).

Advertisements

49 Σχόλια to “Πολύ πίζουλο, καθόλου μαϊτζέβελο”

  1. Νομίζω στη Σάμο λένε «σμαϊτζέβελο», με την ίδια έννοια (κυρίως του μικρού μεγέθους).

  2. Μαρία said

    Πέτρου Βλαστού,…, Σύνεργα και τέχνες.
    http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/9/7/a/metadata-01-0000133.tkl
    Το χάζευα μικρή στο σπίτι μιας θείας μου.

  3. Εγώ το ξέρω όπως το λένε οι ναυτικοί «μανιτζέβελος» σύμφωνα με τον Σεγδίτσα (http://www.eugenfound.edu.gr/appdata/documents/books_pdf/e_j00002.pdf) προέρχεται από το ιταλικό maneggevole.

  4. Αν καταλαβαίνω καλά, το πίζουλος χρησιμοποιείται με τη σημασία τού «τζαναμπέτικος», «ζόρικος», «δυσμεταχείριστος». Αν έχω δίκιο, τότε η εξήγηση που δίνει ο μέγιστος Κοραής, αν και κατά βάση σωστή, μάλλον θέλει συμπλήρωση ως προς το σημασιολογικό μέρος της.

    Το λοιπόν, ο πίζουλος έρχεται πράγματι απ’ τον αρχαίο επίζηλον, έτσι καθώς κι η ζήλεια έγινε σε ορισμένα ιδιώματα αζούλα και το ζηλεύω έγινε (α)ζουλεύ(γ)ω. Ωστόσο, μου φαίνεται ελάχιστα πειστική η ερμηνεία του Κοραή, ότι δήθεν «Επίζηλον ή Επίφθονον πράγμα ελέχθη μεταφορ. το επικίνδυνον, διότι τα ζηλευόμενα ή φθονούμενα ωσεπιπολύ τρέχουν και πλειότερον κίνδυνον βλάβης.» Ομολογουμένως, η μοναδική μαρτυρούμενη σημασία τού επίζηλος είναι «ζηλευτός, μακάριος». Ωστόσο, το επίφθονος σημαίνει, στα αρχαία ελληνικά, και αυτόν που προκαλεί φθόνο, άρα τον μισητό, ενώ υπάρχει και ενεργητική σημασία, «φθονερός, εχθρικός, μοχθηρός».

    Μου φαίνεται λοιπόν ευλογότερη η υπόθεση ότι το επίζηλος ακολούθησε τα χνάρια του επίφθονος κι έφτασε να σημαίνει όχι μόνο τον μακάριο, αλλά κι αυτόν που με το ζορλίκι του προκαλεί τον φθόνο και την έχθρα — ή ακόμα κι αυτόν που είναι τόσο ζόρικος και τζαναμπέτης, ώστε να θεωρείται αυτόχρημα και φθονερός ή μοχθηρός.

  5. Ελένη said

    Πίζουλο πράμα δεν έχω ακούσει ποτέ, αλλά τη λέξη μα(ν)τζάβελο τη χρησιμοποιούσαμε πολύ στην οικογένεια, κι ακόμη τη χρησιμοποιούμε, τόσο από την πλευρά του πατέρα μου (λίγο Κρητικός, λίγο Πολίτης, λίγο Κυκλαδίτης και λίγο Μανιάτης!!!) όσο και από την άλλη πλευρά (μισο-μικρασιάτες, μισο-αρβανίτες).

    Σ’εμάς σημαίνει εύχρηστος.

  6. ὁ δρ Θεόδωρος Μωυσιάδης φρἀφει στὴν σελίδα 247 τοῦ ἔργου του «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ» ἐκδ. ἑλληνικὰ γράμματα, Ἀθήνα 2005:

    Ἐπίσης ὁ διαλεκτικὸς τύπος πίdζαλο «χαριτωμένος» τῆς Κάτω Ἰταλίας εἶναι ἀναμφιβόλως δωρικὸ κατάλοιπο (<ἀρχ. δωρ. ἐπίζαλος, τ.ε. ἐπίζηλος) καθὼς μαρτυρεῖται τὸ κύριο ὄνομα Πολύζαλος (Α. Καραναστάσης, ΙΛΚΙ, τ.4, λ. πίdζαλο), τύραννος τῆς Γέλας Σικελίας ὴδη τὸν 5ο π.Χ. αἰῶνα.

  7. Κρήτη έφα said

    Εδώ στην Κρήτη το πίζουλο το λέμε «μπίζιλο», με την ίδια ακριβώς έννοια… Το τσέκαρα στην google και το βρήκε να χρησιμοποιείται εκτενώς…

    🙂

  8. TAK said

    Ο 16ος τόμος του Μεσαιωνικού Λεξικού Κριαρά (λ. περιδιαβάζω-πνεύμονας) κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2008, αλλά δεν έχει το πίζουλος.
    Ομολογώ ότι η ετυμολογία του Κοραή δε με πείθει καθόλου: η σημασιολογική απόσταση ανάμεσα στο επίζηλος (= ζηλευτός) και στο πίζουλος (= δύσχρηστος) είναι τεράστια. Ο Βλαστός θεωρεί ότι η λέξη σημαίνει εύθραυστος, αλλά και πάλι δε βλέπω τη σύνδεση.
    Στα ιταλικά υπάρχει το ποιητικό pesolo (ήδη στο Δάντη) που σημαίνει κρεμασμένος. Μήπως τελικά το πίζουλο είναι το εργαλείο εκείνο που μένει κρεμασμένο στον τοίχο επειδή είναι δύσχρηστο; Οργιάζουσα φαντασία! Αλλά όπως θα έλεγαν και οι Ιταλοί «Se non è vero, è ben trovato»! 😀

  9. sarant said

    Κρητικέ (7), σ’ ευχαριστώ πολύ, έπρεπε να το σκεφτώ ότι στα κρητικά ηχηροποιείται το αρχικό π. Πράγματι, στο γκουγκλ βρίσκει κανείς φράσεις όπως «το κουτί είναι πολύ όμορφο αλλά μπίζιλο, δυσκολεύομαι να το ανοίξω» και άλλες που σημαίνουν «δύσχρηστο». Και με ήτα: «Το μόνο του μειονέκτημα είναι ότι είναι λίγο μπίζηλο στο αρχικό του setup. Από κει και πέρα όλα καλά».

    Υπόψιν πως στο ανατολικοκρητικό λεξικό του Πιτυχάκη βρίσκω: μπίζηλος = ο λεπτεπίλεπτος, ο μη μου άπτου, ο εύθραυστος, συνεπώς ο ακριβός, ο πολύτιμος. «Μπίζηλα πράματα είναι τα φαρφουριά σερβίτσια, μόνο μην τα μεταπιάνεις και τα σπάσεις». Επί ανθρώπων, περιέπεσε στη σημασία του ασθενικού. «Καλή’ ναι η κοπελιά ντου, μα μου φαίνεται πολλά μπίζηλο πράμα και το σκέφτομαι να την κάμω νύφη».

    Βρίσκω και σε ανωγειανό ποίημα:
    Δύσκολο, κακοπάντιδο και μπίζηλο κοινάτο
    και πλια που το Κυπριακό μπερδένει ανάθεμά το

    Τάσο Κ. (8), η απόσταση, θαρρώ, μπορεί να γεφυρωθεί. Βλέπω την εξής σημασιολογική εξέλιξη. επίζηλο = το εκλεκτό και περιζήτητο > αυτό που φοβάσαι να το πιάσεις μη σπάσει > το εύθραυστο, το μη μου άπτου > το δύσχρηστο > το ζόρικο, δυσεπίλυτο. Η κατωϊταλική σημασία «χαριτωμένο» είναι προφανώς παρακλάδι από τα πρώτα στάδια αυτής της αλυσίδας.

    Τι βρίσκει κανείς από μια λέξη -Θέμο, αν διαβάζεις, σ΄ευχαριστώ!

  10. Θέμος said

    Είχες – δεν είχες με τύλιξες στο blog-ο-δίχτυ σου.

    Με το google βρήκα κι εγώ τα παρακάτω link που έχουν και τα δύο σχέση με τη Χίο:
    1. http://www.tholopotamousika.gr/etsi-na-miloumene..htm
    που λέει:
    πίζουλος: ευερέθιστος, ευαίσθητος

    2. http://chios24.gr/chios/language
    που λέει:
    Πίζουλος = παράξενος, ιδιότροπος

  11. espectador said

    Ενας παλιος παραγοντας του Παναθηναικου, οναματι Ματζαβελακης εχει αραγε σχεση με ολα αυτα? 🙂

  12. sarant said

    Θέμο, κι εγώ που έλεγα ότι δεν ιντερνετιάζεσαι και πολύ! Για τους ανθρώπους, η σημασιολογική αποσταση από τον λεπτεπίλεπτο και ευαίσθητο στον μη μου άπτου και ιδιότροπο και μετά στον ευερέθιστο και τζαναμπέτη είναι ακόμα πιο μικρή απ’ ό,τι για τα πράγματα!

    Espectador, δεν ξέρω, θα μπορούσε αν και δεν το βρήκα το μαϊτζέβελος (και τις παραφυάδες του) στο Κρητικό λεξικό -πάντως ο Ματζεβελάκης ήταν πολύ καταφερτζής.

  13. Βικυ Π said

    Επιβεβαιώνω για το μπίζιλο , το χρησιμοποιεί ο πατέρας μου πολύ που είναι Κρητικός όπως επίσης χρησιμοποιεί και το ματζόβολος πολύ. μάλιστα τον αδερφό μου (τον 4ο στη σειρά) τον φωνάζουμε Μάτζη (χαϊδευτικό του ματζόβολος) επειδή βοηθάει τον πατέρα μου στην δουλειά οποτεδήποτε τον χρειαστεί.

  14. Το μαϊτζέβελο χρησιμοποιείται από τους ψαράδες με τις έννοιες του ευκολόχρηστου αλλά και του ευκίνητου, αυτού που ρέει, σε αντιδιαστολή με τον δυσκίνητο που «πήζει» απ’ όπου πιθανόν και το πήζουλας.
    Οσον αφορά το «η» μην ξεχνάτε ότι οι καινούργιες λαϊκές λέξεις φιάχνονται πρώτα στο στόμα και μετά περνάνε στο χαρτί.

  15. περαστικός said

    Στην Κρήτη πάντως το «μανιτζέβελος» το λέμε συχνά με τις σημασίες που αναφέρει και το κείμενο.
    Sarant, μήπως και στα σαλονικιώτικα ηχηροποιείται το αρχικό π, γι’ αυτό λένε ΜΠΑΟΚ και Μπαοκτσής;

  16. π2 said

    Απορία: γιατί ο επίζηλος > πίζουλος γίνεται μπίζηλος / μπίζουλος (το τελευταίο έχει ένα γκουγκλοαποτέλεσμα σε τεχνικά συμφραζόμενα) στην Κρήτη, αλλά ο επίβουλος > πίβουλος παραμένει πίβουλος (στον Καζαντζάκειο Όμηρο, σε κρητικές μαντινάδες κλπ.);

  17. Το πίζουλο το ήξερα ως «μπίζουλο», που είναι το αλλόκοτο, το άξιο προσοχής, το περίεργο πράγμα, που το επιδεικνύεις με κάποιο καμάρι («είδες μπίζουλα μποτάκια που αγόρασα;»).
    Δεν είχα φανταστεί ότι μπορεί να προέρχεται από το επίζηλο!

  18. aerosol said

    Ως πίζουλο αλλά και μπίζουλο το έχω ακούσει στην Αχαϊα με την έννοια του άβολου αλλά και του στενάχωρου.

  19. Χασάπης από τα Παλιά said

    Και τις δύο λέξεις τις ακούω από το Μυκονιάτη πρώτο μηχανικό ΕΝ θείο μου – αλλά επίσης χρησιμοποιεί πολύ τη λέξη «ματζαφλώρι» – καμμία ιδέα;

  20. Χασάπη, μήπως εννοείτε «ματζαφλάρι»;
    Σημαίνει απλούς μηχανισμούς ή εργαλεία, των οποίων αγνοούμε το όνομα.

  21. sarant said

    ΒίκυΠ, σε ευχαριστώ.

    Gpoint, το σκέφτηκα κι εγώ το «πήζω» αλλά δεν εξηγεί όλες τις σημασίες, ούτε είναι συνήθης σχηματισμός.

    Περαστικέ, δεν ξέρω γιατί λένε Μπάοκ. Αντίθετα, εγώ ήξερα ότι πολλοί Θεσσαλονικιοί, ως επίτο πλείστον Πόντιοι, μετατρέπουν το μπ σε π, δηλ. αποηχηροποιούν. Κλασικό το ανέκδοτο για τις Πλε Παταρίες Πέρεκ.

    Πιδύε, καλή απορία. Λες και για μαντινάδες, αλλιώς θα σου έλεγα πως ο Κ. δεν είναι λαϊκός.

    Σκύλε ΒΚ, στη Μεσσηνία, έτσι;
    Αεροζόλ, ευχαριστώ.

    Χασάπη, το ματζαφλάρι είναι περίπου ό,τι και το μαραφέτι, ένα αντικείμενο, συχνά εργαλείο, που δεν ξέρουμε πώς λέγεται.

    Να πω και τη συμβολή του φίλου μου του Θέμη (άλλος από τον Θέμο) ο οποίος στην Αθήνα ως μαθητής γυμνασίου είχε ψωμοτύρι τη λέξη πίζουλος στην παρέα του, με την έννοια του ζόρικου, του δύσκολου· όχι του αδύνατου, αλλά του πράγματος που χρειάζεται προσοχή και λεπτό χειρισμό. Αντίθετα, δεν ήξερε τη λέξη μαϊτζέβελος-ματζόβολος, που οι περισσότεροι εδώ την ξέρουν. Σημάδι πως η γλώσσα είναι απέραντη κι ας μην έχει 5 εκ. λέξεις όπως θέλουν οι κουφιοκεφαλάκηδες.

  22. ppan said

    Το σωστό είναι ΜπαοΓκ νομίζω

  23. π2 said

    Χμ, μάλλον λάθος έκανα για τις μαντινάδες. «Ο Έρωτας ο πίβουλος» είναι από τον Ερωτόκριτο, οπότε το γεγονός ότι η φράση χρησιμοποιείται και σε μαντινάδες δεν κάνει τη λέξη λαϊκή.

  24. Μαρία said

    Το μαντζαφλώρι είναι το εργαλείο για φλώρους.

  25. Βικυ Π said

    το Μπαοκ τείνει να γίνεται Ζμπαοκ.

  26. Χασάπης από τα Παλιά said

    Χασάπη, μήπως εννοείτε «ματζαφλάρι»;
    Σημαίνει απλούς μηχανισμούς ή εργαλεία, των οποίων αγνοούμε το όνομα.

    Πολύ πιθανόν στο άκουσμα το φλά να έγινε φλώ – πάντως εγώ αυτή την έννοια έχω καταλάβει και έτσι το χρησιμοποιώ (και το έμαθε και η στεριανή γυναίκα μου και πέφτει το άπειρο γέλιο όταν τη χρησιμοποιεί μπροστά στους γονείς της.

    Το μαντζαφλώρι είναι το εργαλείο για φλώρους.

    Με δεδομένη μια των εννοιών της λέξης φλώρος δε θέλω να σκέφτομαι τι είδους εργαλεία εννοείς! :->

  27. ppan said

    Βίκυ Π: σωστά! Κι αυτό το φαινόμενο τόχε καλύψει ο Χριστιανόπουλος, όχι μόνο την υπογεγραμμένη.

    έτσι στο τσάμπα;»
    με ρώτησε ο νεαρός
    τόσο πολύ με σόκαρε το σίγμα
    που τον παράτησα

    πριν από χρόνια ένας λεβέντης
    «όχι και τζάμπα» μου είπε γελαστός
    το ζήτα του με μάγεψε
    του τα ‘δωσα όλα

  28. Και Μεσσηνία και Αχαΐα αλλά και στην μεγαλύτερη όλων επαρχία, την Αθήνα, ως μα(ν)τζαφλάρι το ξέρω.

  29. sarant said

    Σκύλε, παρεξήγηση -η απορία μου αφορούσε τη σημασία της λέξης μπίζουλο, όχι το ματζαφλάρι!

  30. Κωστής Κ said

    Εγώ, παιδιά μου, να καταθέσω μόνο ότι ως «μπίζουλο», με τη σημασία «δύσκολο στο χειρισμό» το ακούω στη Σαλονίκη από πολύ κόσμο με διάφορες «ντόπιες» ιδιαίτερες καταγωγές (δε θυμάμαι αν το έχω ακούσει και από Ποντίους). Το χρησιμοποιώ λοιπόν και στην Κρήτη που εργάζομαι, όπου άλλοι δεν το καταλαβαίνουν και άλλοι με «διορθώνουν» στο πνεύμα του Κρήτη Έφα, δηλ. μου λένε «ααα, μπίζιλος εννοείτε….» .

  31. Γλωσσολάγνος said

    Sarant #21: … δεν ξέρω γιατί λένε Μπάοκ.

    Νομίζω ότι είναι απλό: από το άρθρο στην αιτιατική, όταν προηγείται: «πάω να δω τον ΠΑΟΚ», «ζούμε μόνο για τον ΠΑΟΚ» ( = /το bάοκ/). Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν άφθονες, όπως π.χ. το επίθετο Καραγκούνης που το συναντάμε σε μερικές οικογένειες/περιοχές της Θεσσαλίας ως Γκαραγκούνης, κ.τ.ό.

    Για το Λεξικό της Πιάτσας του Ζάχου: κρίμα που διαβάζω κι εδώ πως είναι αναξιόπιστο. Κυκλοφορεί άραγε κάποιο πραγματικά έγκυρο λεξικό της αργκό;

  32. dialogikoimonologoi said

    Τι γινεται εδώ ρε παιδιά; Ολόκληρη ερευνητική ομάδα έχετε στήσει;;;;
    Καλή συνέχεια και τα συγχαρητήρια μου στον Κο Σαραντάκο για το Blog του!!!

  33. sarant said

    (Με καθυστέρηση)
    Ευχαριστώ αγαπητέ. Η συλλογική σοφία είναι πάντοτε ακαταμάχητη.

  34. bloody amateur said

    Το μπίζηλο τώρα και στο slang, με αναφορά σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα!

  35. Immortalité said

    Με πολλή καθυστερηση θα επιβεβαίωσω απλώς ότι στην Κρήτη λέμε μπίζηλο και μανιτζέβελο με μια μικρή μικρή διευκρίνιση: μπίζηλο είναι ΟΛΑ όσα αναφέρθηκαν μαζί και με μια φράση αυτό το οποίο δεν φέρνεις εύκολα βόλτα, που θέλει ιδιαίτερη μεταχείριση.

  36. Alfred E. Newman said

    «Μπίζηλο είναι τούτονε το κεντίδι και δε γ-κατέω ανε το ξετελέψω.»

  37. sarant said

    Δεν το λέω επειδή έχει αναφορά εδώ, αλλά τα παιδιά στο slang.gr κάνουν καταπληκτική δουλειά!

  38. -Ὄχι, ἡ Ἀννεζιὼ εἶναι ἀνέμυαλη. Δὲν ξέρει πὼς ἡ στεριὰ εἶναι πιὸ πίζουλη ἀπ’ τὴ θάλασσα.

    Καραγάτσης, Ἡ Μεγάλη Χίμαιρα, σελ. 232

  39. evigatou said

    Η θεία η Μάτα, γηραιά δασκάλα και νομικός του πάλαι ποτέ-τότε, λέει «οι άντρες είναι πίζουλα πλάσματα». Απ’ όσο έχω καταλάβει το λέει με την έννοια του ντελικάτου, αδύναμου.

  40. sarant said

    Ναι, υπάρχει αυτή η έννοια -αλλά και «ιδιότροπα» μπορεί να εννοεί.

  41. EΦΗ ΕΦΗ said

    Πάντοτε στη γκακοβολιά μ’αρέσει να βαδίζω
    και κάθε μπίζιλη δουλειά να τηνε ξεχερίζω.

    Ψαραντώνης,
    Na gyrize anapoda – Psarantonis :
    Εκτός από το μπίζιλη (η περίπλοκη,η δυσκολη γενικά) ,περιλαμβάνει μέσα σε ολόγλυκες μαντιναδες τα:
    καταπότης
    απ αγκινιού = απο ξαρχής (ολοκαίνουργια κατάσταση)
    διγαβρές (αδιγαβρές πιο ανατολικά)
    φαμεγιούρης
    ταχινή
    κρουλάκια και κουρλάκια

  42. ΚΑΒ said

    Προχωρώντας την ερμηνεία του Κοραή τελικά είναι αυτό(ς) που εύκολα ματιάζεται. Στο νησί έχει αυτή τη σημασία εκτός από ευαίσθητο πράγμα και που γι’ αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή

  43. Γιάννης Ιατρού said

    Βρήκα εδώ ότι χρησιμοποιείται και με την έννοια Καλικάτζαρος, δηλ.
    τα πίζηλα, ανάλογα με την περιοχή και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα ==> (στα Ποντιακά) οι καλικάντζαροι

  44. Μαρία said

    43
    Βάζω πιο μαϊτζέβελο λίκνο.
    http://www.pontos-news.gr/pontic-article/158109/oi-kalikantzaroi-evgainan-kai-ston-ponto-dodekaimero

    Στον Πόντο τα πονηρά και ενοχλητικά αυτά πνεύματα αναφέρονται ως δαβόλ’, μαϊσσάδες, μάισσες, περήδες, αλλά χρησιμοποιούνται και ευξευμενιστικά ονόματα όπως «οι έμορφοι» ή «οι καλοί». Ειδικά στην περιοχή του Σταυρίν λέγονται ’πίζη(α)λα, δηλαδή επίζηλα πνεύματα

  45. Γιάννης Ιατρού said

    44: 🙂
    2: Στη Χέϋδεν;

  46. B. said

    Και μια και πιάσαμε το νήμα του 2009, να προσθέσω ένα στίχο από το βιβλίο «Παραδοσιακά τραγούδια της Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (1964)

    Στο σπίτι μου καθόμουνα φρόνιμα και με τάξη
    κι ο έρωτας ο πίζουλος ήρθε να με πειράξει

    (επίζηλος, κατά μία έννοια, αλλά με μπερδέψατε με τους καλικάντζαρους)

  47. sarant said

    Καλά είναι να ανασταίνονται τα νήματα.

    46 Ο έρωτας μπορεί να είναι πίζουλος και με την έννοια του μπελαλίδικου

  48. Γιάννης Ιατρού said

    47: ..Καλά είναι να ανασταίνονται τα νήματα…
    Κατά το Πάσχα θα υπάρξει σχετική αποκορύφωση, το μέγιστο στην 2α παρουσία (με τη λήξη των μέτρων λιτότητας κλπ.) 🙂

    Χωρίς πλάκα τώρα, αυτή η δυνατότητα είναι ένα από τα ατού του ιστολογίου, γιατί και πάντα θα υπάρχουν νεώτερες πληροφορίες/ανακαλύψεις (π.χ. ένα άγνωστο χειρόγραφο ή δημοσίευση) κλπ. για τα θέματα, αλλά και πολλές φορές ο χρόνος μας κάνει να βλέπουμε/αξιολογούμε τα πράγματα διαφορετικά. Δυστυχώς πολλές φορές περνουν σχεδόν απαρατήρητα,

    Μια σκέψη μου είναι, ειδικά όταν γίνονται σχόλια (που αφορούν το θέμα 🙂 ) σε παλαιότερα (πόσο ;;) άρθρα, να υπάρχει μια σχετική πληροφόρηση. Κατανοώ ότι κάτι τέτοιο θέλει πολλή σκέψη το πως κλπ., υπάρχουν πολλές παράμετροι …

  49. Ειρήνη Τσιμπίδη said

    Καλημέρα, στην Ικαρία χρησιμοποιούμε πολύ το πίζουλος, πάντα με την έννοια του αβέβαιου, επίφοβου, επισφαλή. «Πίζουλα τα πράγματα…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: