Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο τσολιάς με τις κακές παρέες

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2010


Δοξασμένοι στην Αλβανία και παρόλο που το όνομά τους λερώθηκε στην κατοχή με τους ταγματασφαλίτες-γερμανοτσολιάδες, οι τσολιάδες εξακολουθούν να έχουν μεγάλη λαϊκή εκτίμηση, που έχει αποτυπωθεί και στη γλώσσα. Κάποτε το πρότυπο του λεβέντη νέου με την ωραία κορμοστασιά ήταν «τσολιάς στ’ ανάκτορα», αλλά «τσολιάς» λέγεται και η όμορφη και μεγαλόσωμη γυναίκα, που προκαλεί αίσθηση όταν περνάει. Όπως λέει άλλωστε και το λαϊκό τραγούδι,

Μια κούκλα μες στη γειτονιά τσολιά τηνε φωνάζουν
(γεια σου τσολιά μου – γεια σου τσολιά μου)
και στο σεργιάνι σαν θα βγει τα κάλλη της θαυμάζουν


Στο slang.gr βρίσκω μάλιστα ότι τσολιάς στο τάβλι, και συγκεκριμένα στο πλακωτό, λέγεται το πούλι που προπορεύεται αφύλαχτο και που είτε θα πέσει ηρωικώς μαχόμενο είτε θα πιάσει αντίπαλο πούλι και θα κάνει μεγάλο βήμα προς τη νίκη. Ομολογώ ότι τάβλι έπαιζα αρκετά στα νιάτα μου, αλλά την έκφραση δεν την είχα συναντήσει, πάντως είναι ενδεικτική για την καλή φήμη των τσολιάδων.

Ετυμολογικά, ωστόσο, ο τσολιάς έχει κακές παρέες ή έστω ταπεινή καταγωγή. Διότι, σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, η λέξη προέρχεται από το τσόλι που σημαίνει «κουρέλι, παλιόρουχο». Την ίδια άλλωστε ετυμολογία προτείνει και ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ, το λεξικό του ιδρύματος Τριανταφυλλίδη. Ο Μπαμπινιώτης αιτιολογεί την ετυμολογία ως εξής: Φαίνεται ότι η λέξη είχε αρχικώς αποδοθεί μειωτικά στους κλέφτες και τους αρματολούς (από τους Τούρκους) επειδή η φουστανέλα τους ήταν ραμμένη από πολλά μικρά κομμάτια υφάσματος.

Η εντός παρενθέσεως εξήγηση με παραξενεύει. Θέλω να πω, ενώ πράγματι η λέξη ‘τσόλι’ έχει τουρκική αρχή (από το çul) μου φαίνεται περίεργο να χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι ελληνικό παραγωγικό τέρμα (-ιάς). Δεν βρήκα να υπάρχει τουρκική μειωτική λέξη, παράγωγη του çul, που να σημαίνει, ξερωγώ, «κουρελής».

Ίσως επηρεαζόμαστε από το ότι σήμερα το ‘τσόλι’ έχει σαφώς αρνητική χροιά, μια και δεν σημαίνει μόνο το παλιόρουχο, το φτηνό στρωσίδι που ρίχνουμε πρόχειρα στο πάτωμα, το χαλάκι που έχουμε να σκουπίζουμε τα παπούτσια μας στην πόρτα, αλλά και τον τιποτένιο άνθρωπο, τον ηθικά ευτελή. Ωστόσο, σε μια παλιότερη εποχή, που η λέξη θα σήμαινε απλώς το τραχύ ύφασμα (διότι στα τουρκικά το çul αυτό σημαίνει: τραχύ ύφασμα, σαμαροσκούτι, παλιόρουχο), θα μπορούσε να ονομαστεί «τσολιάς» αυτός που έχει ενδυμασία από τέτοιο ύφασμα, διότι ασφαλώς δεν θα ντύνονταν με φίνα μεταξωτά.

Όπως έλεγα, μου φαίνεται εντελώς απίθανο να «οικειοποιήθηκαν» οι Ρωμηοί μια μειωτική τουρκική λέξη, όπως δεν οικειοποιήθηκε κανείς τον ραγιά, ή, αργότερα, επί νεοελληνικού κράτους, τον κατσαπλιά. Άλλωστε, από την αίσθηση που έχω (εδώ όμως μπορεί να πέφτω χοντρά έξω) ο τσολιάς δεν είναι λέξη της τουρκοκρατίας αλλά λίγο μεταγενέστερη. Ωστόσο, επειδή δεν έχω καμιά ένδειξη για το πότε εμφανίστηκε η λέξη «τσολιάς» στα ελληνικά, όλα όσα λέω είναι σκέτες εικασίες.

Το βέβαιο πάντως είναι πως η λέξη είναι δάνειο και δη από τα τούρκικα, όπως τούρκικο δάνειο είναι και η άλλη λέξη που  θεωρούμε πως μας χαρακτηρίζει δικαιωματικά όλους τους Έλληνες, εννοώ τη λέξη «λεβέντης», όσο κι αν προσπάθησαν μερικοί ευσυνείδητοι στρατευμένοι μελετητές να της βρουν ελληνική ή έστω φράγκικη ετυμολογία. Για τον τσολιά, απ’ όσο ξέρω, παρόμοια προσπάθεια δεν έγινε.

Όπως είπα και πιο πάνω, το τσόλι (που λέγεται και τσούλι) σημαίνει παλιόρουχο, καθώς και το χαλάκι που σκουπίζουμε τα πόδια, και μεταφορικά έχει πάρει τη σημασία του τιποτένιου, του μηδαμινού ανθρώπου. Τη λέξη τη βρίσκω στον Σπανό (τσόλιν, δια να τσιλάς τας αρίδας σου), ενώ επειδή αρχίζει από Τ είναι στην σκοτεινή πλευρά του λεξικού του Κριαρά, άρα δεν θα μάθουμε περισσότερα για το αν έχει καταγραφεί σε μεσαιωνικά κείμενα.

Συνεχίζοντας στο δρόμο με τις κακές παρέες, από το τσόλι πάμε στο τσούλι και από εκεί μοιραία στην τσούλα, λέξη που νομίζω ότι βρισκόταν σε υποχώρηση πριν από λίγα χρόνια και τώρα ακούγεται πολύ περισσότερο, αλλά μπορεί απλώς να είναι η εντύπωσή μου. Τέλος πάντων, τέτοιες λέξεις δεν καταγράφονται και πολύ κι έτσι είναι αδύνατον να ξέρουμε πότε μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Ας πάμε στην ετυμολογία: η επικρατούσα άποψη που την αναφέρουν όλα τα λεξικά, είναι ότι η τσούλα είναι δάνειο από το παλιό ιταλικό ciulla («ανάξια, ασήμαντη» λέει ο Μπαμπινιώτης, «κοπέλα» λέει το ΛΚΝ), που είναι συγκεκομμένος τύπος του fanciulla = κοπέλα. Αν είχε η λέξη πάρει την αρνητική σημασία ήδη από τα ιταλικά, μπορεί να μεταφέρθηκε στα ελληνικά, λέξη λιμανίσια, αλλά αν όχι μου φαίνεται δύσκολο να έγινε εδώ η δείνωση της σημασίας χωρίς μάλιστα να έχει κάπου καταγραφεί η ουδέτερη σημασία επίσης.

Πάντα αντιμετώπιζα με δυσπιστία αυτή την εξήγηση και θεωρώ πιθανότερο η τσούλα να ετυμολογείται από το τσούλι/τσόλι, είτε απευθείας (παλιόρουχο > παλιογυναίκα) είτε μέσω κάποιου ευτελούς τεχνουργήματος που ονομαζόταν τσούλα (κάπου βρίσκω ότι τσούλα είναι χαλί από τρίχες κατσίκας). Βλέπω τώρα ότι το Ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει, σαν δεύτερη εκδοχή, την ετυμολογία της τσούλας από το çul.

Βέβαια, ξαναλέω, όλες αυτές είναι εικασίες διότι τέτοιες λέξεις δεν καταγράφονται. Έχω πάντως μια έμμεση ένδειξη ότι η λέξη «τσούλα» δεν πρέπει να ήταν πανελλήνια πριν από εκατό, ας πούμε, χρόνια. Στο διήγημα «Το καμίνι» ο Παπαδιαμάντης έχει μια ηρωίδα που τη λέει Τσούλα, ποιμενικό χαϊδευτικό όνομα όπως λέει ένα γλωσσάρι. Σκέφτομαι, αν και μπορεί να λέω χαζαμάρες, ότι αν η λέξη ήταν πανελληνίως γνωστή, δεν θα φώναζαν στη Σκιάθο έτσι τα κορίτσια τους οι βοσκοί, και θα ντρεπόταν κι ο κυρ Αλέξανδρος να το βάλει στο διήγημα. Νομίζω μάλιστα ότι ο Σονιέ (τον Saunier εννοώ) έχει δηλώσει την έκπληξή του για την επιλογή αυτού του ονόματος της ηρωίδας του Παπαδιαμάντη, κι έχει βγάλει κάποια συμπεράσματα απ’ αυτό, που μπορεί να μη στέκουν, αλλά επειδή δεν έχω το βιβλίο πρόχειρο δεν μπορώ να πω περισσότερα.

Μυστήριο άρθρο το σημερινό, γεμάτο εικασίες και αβεβαιότητα. Τα έχουν αυτά οι κακές παρέες.

116 Σχόλια προς “Ο τσολιάς με τις κακές παρέες”

  1. Ενδιαφέρον έχει ότι ο Σπανός (πρόκειται, υποθέτω, για την Ακολουθία του τραγογένη Σπανού) επινοεί και παρετυμολογικό συσχετισμό ανάμεσα στο τσόλι και στο τσιλώ, που σημαίνει «τοποθετώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο», «πατώ», «πιέζω».

    Εδώ πάλι (http://gl-es.facebook.com/topic.php?uid=24728354204&topic=6432&start=0&hash=78ef9408d961b248373c47884393afc9) ισχυρίζονται ότι τσουλλάκι στα Ροδίτικα θα πει κοτσίδα. Ξέρει κανείς;

    Ο Σωνιέ τώρα έχει γενικότερα την τάση να βγάζει μουρλοσυμπεράσματα (conclusions farfelues τα λεν στη γλώσσα του) από τα κύρια ονόματα του Παπαδιαμάντη. Τον είχα ακούσει σε διάλεξή του να προτείνει, με δισταγμό ομολογουμένως, ότι η «εξαδέλφη Μαχούλα», που επανέρχεται σε αρκετά παπαδιαμαντικά διηγήματα, παραπέμπει βεβαίως στην (Υ)περμαχούλα, δηλαδή στην Παναγία, αλλά και στη … Μανούλα, και ότι είναι σύμβολο του καταπιεσμένου Οιδιπόδειου από το οποίο υπόφερνε, λέει, ο Κυρ Αλέξαντρος. Αυτά είναι μυστήρια πράματα, του ψυχαναλυτώνε.

  2. Αχ αυτά τα ψυχαναλυτικά πια…
    Ωραία ανάρτηση! Και σκεφτόμουν στο προηγούμενο την ετυμολογία του τσολιά.
    Για τους λεβέντες πάλι, η επικρατέστερη ετυμολογία είναι από το Levantino· ωστόσο, το ότι η λέξη εμφανίζεται στα περσικά ήδη από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα είναι ένδειξη πιθανής περσικής ετυμολόγησης.
    Α, τι σημαίνει; Αρχικά «άτακτος ναύτης» και ταυτόχρονα «αλιτήριος, απείθαρχος νεαρός, κακοποιός» (π.χ. στη νομοθεσία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στα μέσα του 16ου αιώνα).

  3. «Per definire gli imbecilli, non certo rari neanche allora, i vecchi piemontesi usavano un vivace accoppiamento di parole: quello, dicevano, è una fiera ciula. Dove fiera stava per «cospicua», «eccezionale», «ammirabile nel suo genere», come registra il Tommaseo. Nessuno poteva immaginare che col tempo sarebbe cresciuta una varietà di ciula letteralmente, impudicamente, disastrosamente fiera di esserlo.»
    (Από το βιβλίο των Fruttero & Lucentini, «La prevalenza del cretino». Υπάρχει και σε γαλλική μετάφραση ως La prédominance du crétin, όπου η fiera ciula μεταφράζεται un fier connard.)
    Είναι δυνατόν η δική μας τσούλα να έχει σχέση με αυτή την ciula; Αλλά πάλι, δάνειο από τα πιεμοντέζικα στα ελληνικά; Να ήταν (και) βενετσιάνικο, ναι!

    Όσο για το λεβέντη, δεν βγαίνει δηλαδή από το γερμανικό lebendig; (8)

  4. Μπουκανιέρος said

    Πολύ καλό παράδειγμα μυθολογικής σκέψης η φράση από το ετυμολογικό του Μπάμπι!

  5. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό το «τσόλι»>»τσολιάς» κάπου δεν μου πάει, και συγκεκριμένα η κατάληξη. Σκέφτομαι ας πούμε το «κουρέλι»>»κουρελής». Κάπου υποπτεύομαι ότι αν ψάξουμε στα αλβανικά, κάτι θα βρούμε.

  6. Μπουκανιέρος said

    Άγγελε, για το λεβέντη δεν ξέρω, μάλλον όμως ο τσολιάς θα άξιζε να έχει γερμανική (και συγκεκριμένα βαυαρική) ετυμολογία.

  7. Μπουκάν (#4): Και δεν είναι το μόνο!

  8. Μπουκανιέρος said

    Τιπού, πολύ φοβάμαι ότι έχεις δίκιο.

    Γυρίζοντας τώρα στην πρώτη παράγραφο του άρθρου, θυμήθηκα το παλιό τραγούδι «ένας κορίτσαρος, σωστός γενίτσαρος…»
    «Τσολιάς» και «γενίτσαρος» λοιπόν – αυτό θα πει επιθετική ομορφιά, και μάλιστα χωρίς εθνικές προκαταλήψεις!

  9. @4 Μπουκανιέρε: Αχ, ο ανεκδιήγητος Μπάμπι. Λες και άπαντες οι επί γης ελληνόφωνοι επί τουρκοκρατίας έτρεφαν αισθήματα θαυμασμού ταυτοχρόνως, και για τους κλέφτες και για τους αρματωλούς — που πώς να το κάνουμε, ήταν αντίπαλα σώματα, έστω κι αν συμμετείχαν οι ίδιοι κουρελήδες και στα δύο.

    @6 : Γερμανιστί, Zoll = ίντσα, ή χρηματικό τέλος, τελωνείο. Αν έβαζαν τσολιάδες στα τελωνεία, το πρόβλημά μας λύθηκε!

    @5 Δύτα: Τσολιάς < Τσολέας; Αλλά δεν βλέπω τέτοιο επίθημα παραγωγικό όντως. Πάντως δεν βρήκα τίποτα στο http://www.argjiro.net/fjalor/index.php3 με xol-, xhol-, çol- ή col-.

  10. π2 said

    Δεν ξέρω αν η τσούλα ετυμολογείται από το τσόλι, ξέρω πάντως ενίοτε το τσόλι χρησιμοποιείται με την έννοια της τσούλας. Μπορεί βέβαια αυτό να οφείλεται σε ευφημισμό λόγω της ηχητικής συνάφειας και να μην αποτελεί ένδειξη ετυμολογικής συγγένειας, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

  11. Μαρία said

    Για το χαλάκι τσούλι και τσουλάκι, λέει ο Βορράς. Με τη σημασία της τσούλας έχουμε το τσουλί(νά γιατί χρειάζονται οι τόνοι) και το υποκοριστικό. Το τσόλι με τη σημασία της τσούλας, αλλά και του φτηνού υφάσματος, το έμαθα τα τελευταία (αυτό είναι σχετικό) χρόνια. Την ήξερα όμως απ’ την αργκό των ομοφυλόφιλων που λένε τσόλια τους νεαρούς σερνικοπούτανους.
    Το κουρέλι εμείς το λέμε παρτάλι και μεταφορικά «χαμένο παρτάλι». Είναι και τίτλος μυθιστορήματος.
    Η φιλοφρόνηση-πείραγμα «γεια σου τσολιά μου» είναι αθηνιώτικη, λέγαμε όμως το «τσολιάς στ’ ανάκτορα»
    Για την ετυμολογία δεν έχω ιδέα. Μόνο για το λεβέντη ξέρω αυτά που γράφει ο Δύτης.

  12. Ηλεφούφουτος said

    «η τσούλα να ετυμολογείται από το τσούλι/τσόλι, είτε απευθείας (παλιόρουχο > παλιογυναίκα)»

    και το «πατσαβούρα» χρησιμοποιείται με τη σημασία της κακιάς γυναίκας

    Τώρα η αναγκαία προσθήκη «από τους Τούρκους» μάλλον στον ορθολογισμό του ψιλικατζή με πάει παρά σε μυθολογία, δηλαδή «αφού α) μειωτικούς χαρακτηρισμούς χρησιμοποιούν μόνο οι εχθροί και β) εχθροί των κλεφταρματολών, όπως μάθαμε στο Δημοτικό, ήσαν οι Τούρκοι,
    αβίαστο ετυμολογικό συμπέρασμα: χρησιμοποιόταν από τους Τούρκους».

    Η μυθολογία αντίθετα είναι κάτι ευρύ, φαρδύ, πλατύ και γενναιόδωρο. Στη μυθολογία μπορείς να φοβάσαι και να αποτάσσεσαι το θεριό και ταυτόχρονα να το θες και να το θαυμάζεις. Κι επειδή πιάσαμε και τα ψυχαναλυτικά, να βδελύσσεσαι κάτι και ταυτόχρονα να το ποθείς.
    Έτοιμος είμαι τώρα κι εγώ για παπαδιαμαντική ανάλυση!

  13. π2 said

    Μαρία, για το τσουλί συμφωνούμε, αλλά απ’ τας Σέρρας δεν το είχες ακούσει το τσόλι με την έννοια τσούλα; Ο πατέρας μου το έλεγε χωρίς να γνωρίζει, φαντάζομαι, την αργκό των ομοφυλοφίλων.

  14. xasodikis said

    Στην Ινδία πάλι «τσόλι» ονομάζεται το μπλουζάκι (συνήθως κοντό και εφαρμοστό) που φοράνε οι γυναίκες κάτω από το παραδοσιακό σάρι. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση ή κοινή ρίζα -πάντως το ινδικό τσόλι μπορεί κάλλιστα να είναι πλουμιστό και επώνυμο και να κοστίζει ένα κάρο λεφτά…

  15. Μπουκανιέρος said

    Συμμερίζομαι τις αμφιβολίες του Δύτη, μέσα στο πλαίσιο της αβεβαιότητας που έθεσε ο Νικοκύρης.

    Θάπρεπε καταρχήν να βρούμε τις παλιότερες εμφανίσεις της λέξης και τι σήμαινε αρχικά.
    Π.χ. φουστανελοφόρος γενικά ή μέλος της (μπαβαρέζικης) βασιλικής φρουράς;
    Απίθανο μου φαίνεται νάχε σχέση με κλέφτες κι αρματολούς, ό,τι κι αν πιστεύει ο καθένας πως ήταν αυτοί.

  16. Μαρία said

    Πιδύε, όχι, χωρίς να αμφισβητώ αυτό που λες για το μπαμπά σου. Μόνο τσου- ποτέ τσο- και πάντα απο γυναικεία στόματα μια και οι άντρες της οικογένειας έλεγαν ή καλτάκ/ισκί καλτάκ ή κατ’ ευφημισμόν «του ιππικού»

    Γεια σου, Ηλεφού, με τα σκοτεινά σου αντικείμενα του πόθου. Και όχι κακιάς, μπορεί να είναι και ψυχικάρα σαν τη συνονόματή μου οσία.

  17. πέρα ἀπὸ τὰ γλωσσικὰ ἐνδιαφέρον θὰ εἶχε ἡ καταγωγὴ τῆς ἴδιας τῆς ἐνδυμασίας τοῦ τσολιᾶ. ἐξ ὅσων ξέρω ἡ φουστανέλλα εἶναι ἀρβανίτικη. ὁ Πετρόπουλος τὸ εἶχε γράψει, δὲν ἔχω ψάξει ὅμως τὸ θέμα.

  18. Μαρία said

    Η στολή των Ευζώνων έχει μακρά ιστορία. Ο τύπος της αρχίζει να διαμορφώνεται από την εποχή του Ομήρου με τους «καλά-ζωσμένους» μαχητές που ονομάζοντας Εύζωνες (ευ-ζώνες) και ολοκληρώνεται κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας σε συγκεκριμένο τύπο στολής, με τη φουστανελά και το τσαρούχι. Απ’ο το 1821 και μετά η ευζωνική στολή καθιερώθηκε ως επίσημη Εθνική ενδυμασία.
    http://www.presidency.gr/proedr_froura.htm

    Και μετά μας φταίει η κοσμικογράφος της Καθημερινής! (ευ-ρόμπες)

  19. sarant said

    Συγνώμη, αλλά αυτή η σελίδα που έδωσε η Μαρία στο παραπάνω σχόλιο είναι όνειδος για τον θεσμό της Προεδρίας. Τόσα κενά λόγια, τόσοι μύθοι, τόσα λάθη, τόσο λίγες έγκυρες πληροφορίες! Μάλλον θα την ανέθεσαν σε καλοπληρωμένον εξωτερικό συνεργάτη…

  20. SophiaΟικ said

    Η γιαγιά μου, που ειναι Πελλοπονήσια ντιπ για ντιπ, ξεχώριζε αυστηρότατα τις λέξεις τσόλι και τσουλί, επομένως κι εγώ έχω μεινει με την εντύπωση ότι πρόκειται για λέξεις μη συγγενικές (ΟΚ, δεν είναι πολύ επιστημονικός ο τρόπος αυτός, αλλα δεν έχω άλλον).
    Δεν ξερω αν η δεύτερη λεξη εχει αρχίσει να σπανίζει, ξερω όμως ότι απαγορευόταν να την χρησιμοποιήσουμε όταν ήμασταν μικρα. Τελευταία ακούω περισσότερο το γενικό χαρακτηρισμό «τσουλαρία».

    Κορνήλιε, η ενδυμασία του τσολιά είναι σαν την αμαλία, στυλιζαρισμενη απόδοση παραδοσιακής ενδυμασίας. Τις εθνικές στολές μπορείς να τις κοιτάξες στο ιντερνέτιο. Θα δεις ότι στα Βαλκάνια λίγο πολυ μοιάζουν μεταξύ τους. Θα δεις επίσης ότι η αλβανική στολή του Βύρωνα από τη μεση και πανω μοιάζει με τις επίσημες φορεσιες του Κολοκοτρώνη π.χ. και δεν έχει φουστανέλλα, αλλά μακρύ πουκάμισο-φόρεμα, μεχρι τη μεση της γάμπας, χωρίς πιέτες.

  21. Μαρία said

    Ένα ενδιαφέρον άρθρο για τη φουστανέλα, τον Όθωνα και Αμαλία

    Click to access 84_30-36.pdf

    Σοφία, εσείς λέτε και το φρόκαλο, νομίζω, με μεταφορική σημασία.

    Νίκο, για πάτα στους υπεύθυνους της σελίδας. Υποψιάζομαι την υπεύθυνη βιβλιοθήκης.
    Δεν είναι η μόνη σελίδα. Ένα καλό άρθρο για τέτοιυ είδους σελίδες «ιστορίας» στα σάιτ των υπουργείων έχει γράψει η Γιάννα η Κατσιαμπούρα αλλά είμαι ακόμη εκτός έδρας για να δώσω παραπομπή στον «Πολίτη», νομίζω.

  22. Ηλεφούφουτος said

    ΜΑρία, χαίρομαι που συμφωνείς μαζί μου. Τώρα μπορώ να αποδομήσω και να συδομήσω τον Παπαδιαμάντη.
    «εσείς λέτε και το φρόκαλο, νομίζω, με μεταφορική σημασία»
    Γιατί επιβιώνει και η κυριολεκτική; Εγώ μόνο ως χαρακτηρισμό το ξέρω.

    Αν τελικά το «τσόλι» περιοριζόταν στα ευτελή, τι πρέπει να φανταστώ για τους προγόνους των Τσολάκηδων και Τσολάκογλου;

  23. sarant said

    Νομίζω ότι τσολάκ στα τούρκικα ήταν ο κουλός. Άρα, Τσολάκογλου ίσον Κούλογλου. (δεν κάνω υπαινιγμούς)

    Η τουρκική λέξη που έδωσε τον τσολιά δεν είναι τσολ, είναι τσουλ.

  24. Palavra said

    Çolak (τσολάκ) όντως ο κουλός τουρκιστί, αλλά kul = σκλάβος, επομένως Κούλογλου όχι το ίδιο, εκτός και αν δεν έπιασα το pun 😦 🙂

  25. #23: Νικοκύρη, απ’ το στόμα μου το πήρες αυτό με το çolak.

    Πάντως, βλέπω ότι στις φράσεις çulu düzmek και çulu tutmak (πλουτίζω, αποκτώ οικονομική άνεση), το çul έχει τη σημασία «καλοντυμένος» και κατ’ επέκταση «πλούσιος». Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως ο τσολιάς είναι ο καλοντυμένος και όχι ο κουρελής. Ας παρέμβει τελοσπάντων και ο καθ’ ύλην αρμόδιος Νιπτηροδύτης να μας διαφωτίσει.

  26. Λευτέρης said

    #2
    Και στα τουρκικά επίσης
    levent=ναύτης, λεβέντης και
    denlikanlı=λεβέντης, παλικάρι, ντερμπεντέρης

  27. Μα ούτε σιέστα δεν μπορεί να κάνει κανείς εδώ! 🙂 Τιπούκειτε, έχουμε το ίδιο λεξικό προφανώς (τον Redhouse) και όντως, φυσικά, έτσι είναι. Ωστόσο στο ίδιο λήμμα, çul είναι το τρίχινο ύφασμα και κατ’ επέκταση τα κακοφτιαγμένα ρούχα. Εξακολουθεί να λείπει όμως ο κρίκος με την κατάληξη -ιάς… Το τσολεύς>τσολέας>τσολιάς δεν μου φαίνεται, ούτε αυτό, πειστικό. Çulha, παρεμπιπτόντως, σημαίνει «υφαντής» και «αργαλειός» (προφέρεται τσουλχά, με το χ ελαφρύ).

  28. Δύτης των Νιπτήρων: ο άνθρωπος που πυροβολεί πιο γρήγορα κι απ’ τη σκιά του.

    (Πράγματι, τον Redhouse έχουμε άμφω.)

  29. Αδύνατη η σιέστα! 😦 Το τουρκικό λεβέντ βγαίνει είτε από το ιταλικό Levantino είτε τα περσικά. Σήμαινε «ναύτης» και συγχρόνως, σε στεριανά συμφραζόμενα, «αλητήριος, κακοποιός» κλπ ήδη το 16ο αιώνα, αν και στα τέλη του αιώνα εμφανίζονται οι σημασίες «παλικάρι» σποραδικά. Delikanlı, κατά λέξη, αυτός που έχει τρελό αίμα: ο νεαρός, που βράζει το αίμα του. Δεν θυμάμαι, ο Καρκαβίτσας είναι που έχει ένα διήγημα «Ο Ντεληκανής»;

  30. Με όλους γράφω ταυτόχρονα σήμερα! Τώρα όμως, πάω να ξαπλώσω μισή ωρίτσα.

  31. sarant said

    Ντελικανής ήταν ταινία με τον Κακαβά, αλλά δεν ξέρω αν υπήρχε διήγημα -για Καρκαβίτσα δύσκολο το κόβω, αλλά και Κονδυλάκης δεν νομίζω να είναι.

  32. Μαρία said

    Έχουμε και το επίθετο τσουλάτκος π.χ. κυρίως για αδέξιους, τσουλάτκα είναι τα χέρια σ’.

    Ηλεφού, αν υπαινίσσεσαι ετυμολογική συγγένεια μεταξύ τσουλιών και τσολάκηδων, ε τι να πω, σου τα ‘χω ξαναπεί. Υπάρχει βέβαια, επώνυμο Τσούλης και Τσουλής.

  33. ppan said

    Ντελικανής με τον Άλκη Γιαννακά.

  34. sarant said

    Αχ ναι, Άλκης Γιαννακάς, όχι Κακαβάς, συγνώμη!

  35. ppan said

    Και, λέει, βασίζεται στον «Πατούχα»

  36. SophiaΟικ said

    To φρόκαλο Μαρία,είναι ο ηλικιωμενος και αδυναμος. Τα φρόκαλα δνε είναι τα ξερά φύλλα;

  37. Φρόκαλο δεν είναι το σκουπόξυλο;

  38. gbaloglou said

    Ποια ειναι η πιο παλια αναφορα που εχουμε? Αναφερονται «τσολιαδες» στα απομνημονευματα των πρωταγωνιστων της Επαναστασης?

  39. sarant said

    Φρόκαλο είναι και ό,τι μαζεύει η σκούπα, το σαρίδι, το σκουπίδι, αλλά και η ίδια η σκούπα. Εκ του φιλοκαλώ.

    Γιώργο Μπαλόγλου, δεν νομίζω ότι υπάρχει η λέξη τσολιάς σε απομνημονεύματα αγωνιστών, αλλά μπορεί και να πέφτω έξω. Δεν έχω ψάξει, ό,τι θυμάμαι λέω. Όποιος έχει πρόχειρα, ας κάνει κανα κόπο.

  40. Ε, όποιος βρει την απάντηση στο 38, θα έχει δώσει πιθανότατα και τη λύση στην ετυμολόγηση της λέξης…

  41. Ηλεφούφουτος said

    «Delikanlı, κατά λέξη, αυτός που έχει τρελό αίμα»
    φράση που ακούγεται και στην εν λόγω ταινία.
    Νικοδεσπότα, σιγά μην ήταν κι ο Βουλγαρίδης!

    Σοφία και Δύτη, οι κυριολ. σημασίες που αναφέρετε επιβιώνουν
    και εκτός λεξικών;

    Μαρία, λες να υπαινίσσομαι; Κι εσύ πάλι τι ήταν αυτό που μου είχες πει;

    Οι μουσικόφιλοι δεν πρέπει βέβαια να λησμονούν την περίφημη
    «Καλτσοδέτα Τσουλάρια».

  42. Ηλεφούφουτος said

    Οι μουσικόφιλοι δεν πρέπει βέβαια να λησμονούν την περίφημη
    “Καλτσοδέτα Τσουλάρια”.

    Αυτήν εδώ δηλαδή

  43. Ηλεφού (41), μάλλον όχι. Δεν θυμάμαι από πού ξέρω το «φρόκαλο», δεν νομίζω όμως ότι άκουσα ποτέ κάποιον να το χρησιμοποιεί για το σκουπόξυλο.

  44. ἔχω ἀκούσει 2 ἐδοχὲς γιὰ τὸ Τσολάκ:

    1: σημαίνει τὸν μονόχειρα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀριστερόχειρα

    2: εῖναι παραφθρὰ τοῦ Ἀποστόλης-Τόλης. Κατὰ τὸ λεξικό Ἀλεξιάδη Τσολάκης εἶναι ὑποκροριστικὸ τοῦ Τσόλης ποὺ εἶναι ἠπειρώτικη παραφθορά τοῦ Στόλης ποὺ εἶναι μὲ τὴν σειρά του σύντμησι τοῦ Ἀποστόλης. Πάντως καὶ τὴν πρώτη τουρικικὴ ἐκδοχὴ ἀπὸ τὸν Ἀλεξιάδη τὴν πρωτάκουσα.

  45. Κορνήλιε, το 1 είναι βέβαιο για τα τούρκικα -αν και τη σημασία «αριστερόχειρας», που για κάποιο λόγο τον οποίο δεν θυμάμαι την ξέρω, δεν τη βρίσκω στα λεξικά. Τώρα για το 2, ας μας πει κανένας Ηπειρώτης.

    Εξακολουθούμε να αγνοούμε την καταγωγή της λέξης «τσολιάς», πιστεύω. Μήπως πρέπει να θεσμοθετήσουμε κάποιο έπαθλο, ξέρω γω τη μεταξωτή φουστανέλλα; 🙂

  46. Ηλεφούφουτος said

    σχ. 44 από «Θεμιστοκλής» πάντως υπήρχε χαϊδευτικό «Τσόκλης».

  47. #46 ὅθεν καὶ ἡ Μάγια ἡ μελισσούλα;

  48. Μαρία said

  49. Ηλεφούφουτος said

    σχ. 47 η ποια;

  50. Μαρία said

    Η Μάγια Τσόκλη.

  51. Μπουκανιέρος said

    Δύτη (40) παραείσαι αισιόδοξος!
    Τότε απλώς θα έχει γίνει το πρώτο βήμα.
    Τουλάχιστον θα ξέρουμε τι πράγμα ψάχνουμε να ετυμολογήσουμε…

  52. Μωρέ ας γίνει το πρώτο βήμα…

  53. Μαρία said

    Κάτι μου έφαγε η μαρμάγκα.
    Ηλεφού, το κυριολεκτικό φρόκαλο το ξέρω απ’ τη λογοτεχνία.
    Σου έχω πει οτι στα ελληνοτουρκικά των νεοοθωμανών είσαι άσχετος.

  54. Ηλεφούφουτος said

    Μαρία, για τα βορειοελλαδίτικα με είχες πει άσχετο.
    Αλλά τα ελληνοτουρκικά των νεοοθωμανών πράγματι ούτε ξέρω τι είναι. Μου έχουν όντως ξεφύγει τα τελευταία τεύχη της Ρήξης.

  55. sarant said

    Μαρία, τη μαρμάγκα τη βρίσκω νηστικιά, δεν έχει φάει τίποτα εδώ και μέρες 🙂

  56. Μαρία said

    Έλα ρε, τα ίδια εννοώ. Δες εμένα πόσες τούρκικες λέξεις και παροιμίες ξέρω, χωρίς να ξέρω τούρκικα. Χώρια τα τραγούδια.

  57. Μαρία said

    Μια φορά συμφώνησαν τα λεξικά για τον τσολιά και σας έφαγε η αμφισβήτηση. Εδώ που είμαι υπάρχει Σταματάκος και λέει τα ίδια, για τον «ευτελώς ενδεδυμένο ορεσείβιο» Ούτε κλέφτη ούτε αρματολό, απλώς βλάχο.

  58. Τώρα το σκέφτομαι: μπας και η κατάληξη είναι βλάχικη; Λέω τώρα.

  59. Ηλεφούφουτος said

    τσολέα δηλαδή;

    Μαρία, παρεπιπτού και για να μη νομίζεις ότι είναι αποκλειστικό προνόμιο των βορείων, χτες είδα την ταινία «Σημείο Ζωής» του Χέρτσογκ, η οποία είναι και ενδιαφέρον σαν ντοκουμέντο για την Κω του ’68 (υποτίθεται ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Κατοχή αλλά καμία σχέση, ο σκηνοθέτης εμφανώς δεν ενδιαφερόταν για ιστορική ανάπλαση, ούτε τους ιστούς με τις ελληνικές σημαίες δεν φρόντισε να βγάλει απ τα πλάνα του), και σε ένα σημείο μιλάει και ένας μουσουμάνος ένστολος με πηλίκιο που φέρει την κορώνα και λέει «Με λένε Αχμέτ και είμαι Οθωμανός».

  60. Λευτέρης said

    #44
    çolak=κουλός, μονόχειρας, κολοβός

  61. #44: Ρε Κορνέιγ, πες και σε μας τους άσχετους ποιο είναι το λεξικό Αλεξιάδη και μη μας αφήνεις στο σκότος το συναμφότερον. Μήπως εννοείς το «Ετυμολογικό Λεξικό Κυρίων Ονομάτων» καποιανού Πέτρου Α. Αλεξιάδη;

  62. Voulagx said

    #58 Δυτη,»ακουσα» την αγωνιωδη σου εκκληση απο το αλλο δωματιο, και σου απαντω: οχι, καμμια σχεση με τα βλαχικα.
    Αλλα, νομιζω,οτι το θεμα εχει λυθει(βλ.Μαρια στο #57)-αν και δεν ειμαι ειδικος.

  63. #61 ναί. θυμᾶμαι τὶς ἐκπομπές του ποὺ ἔβλεπα γυμνασιόπαις. ἔχει πεθάνει τώρα πιά.

  64. Βουλάγξ μου, αυτό που δεν έχει λυθεί ακόμα, νομίζω, είναι αυτή η έρμη η κατάληξη.

  65. Voulagx said

    #64 Δυτη, σορρυ, ειχα διαβασει διαγωνιως τα προηγουμενα σχολια.Λοιπον, στα βλαχικα ο τσολιας λεγεται «τσουλιέ». Νομιζω, δεν ειμαι σιγουρος, οτι ειναι δανειο απο την ελληνικη.

  66. Η κατάληξη -ιέ όμως υπάρχει στα βλάχικα, όπως το -ής στο «κουρελής» ας πούμε; Αν ναι, φτάσαμε ίσως στη λύση!

  67. sarant said

    Δύτη, θαρρώ ότι δεν είναι μυστηριώδης η ετυμολογία του τσολιά καθαυτή, αλλά το πότε βγήκε η λέξη και από ποιούς. Εγώ αποκλείω να έβαλαν οι Τούρκοι το χέρι τους, αλλά θα μπορούσε να έχει ονομαστεί από τους Έλληνες τσολιάς αυτός που φοράει τσόλια ή ρούχα φτιαγμένα από τσόλια. Πότε όμως; Δυστυχώς δεν έχω τον Μακρυγιάννη σε ηλεκτρονική μορφή να δω αν έχει τη λέξη (θα έλεγα πως δεν την έχει)

  68. Μπουκανιέρος said

    Και για ποιους.

  69. Voulagx said

    #66: τσουλιέ λου = ο τσολιάς, τουλιάτζ’ λλι= οι τσολιάδες, μπαχτσσέ λου = ο κηπος, μπαχτσσιάτζ’ λλι = οι κηποι(προφανως τουρκικο δανειο,λεγεται και gardina).Ψαχνω για αλλες λεξεις (επιθετα) με καταληξη -ιε, αυτη τη στιγμη δεν μου ερχονται αλλες στο μυαλο. Στο λεξικο της κουτσοβλαχικης, που με παρεπεμψες τις προαλλες, δεν υπαρχει λημμα «τσουλιε».
    Με την ευκαιρια, Γενη- Σεβδας τι σημαινει;

  70. Γενή-Σεβδάς, Ο νέος έρως…!

  71. Μπουκανιέρος said

    Μαρία, στο ενδιαφέρον του σχ. 21 υπάρχει και φωτογραφία της κυρίας Μοναρχίδου.
    Φτώχιες τότε η ψωροκώσταινα, πού ο Χιλιαρχίδης της Καλαμαριάς…

  72. Μαρία said

    Είναι τυχαίο που στη λαϊκή γλώσσα ο μόνορχις λέγεται μονάρχης!

    Βουλάγξ, σα τα χιόνια. Είδες οτι ο Γραμματικός ήταν συγχωριανός σου; Καλά και στο σεβντά ήθελες μετάφραση; Και στο γενή τζαμί; Αμάν πια εσείς οι Βλάχοι.

    Κι εγώ στο Μακρυγιάννη τσολιάδες δε θυμάμαι. Παλιά η κονκορντάνς ήταν ελεύθερη. Μετά πονηρεψάμους.

  73. Voulagx said

    #70 Δηλαδη: Δημητριος Γενη-Σεβδας = Δημητριος Νεοέρως ή Νεοέρωτας. Παντως υπαρχει βλαχικο επιθετο Σεβνταλής (=Ερωτοχτυπημένος;)

  74. Μαρία said

    Μπουκάν, νόμιζα οτι σε κόλλησε ο Μιχάλης αλλά αυτή η Μοναρχίδου είναι υπαρκτή και τη λένε και Μαρία. Παναγία μου.

  75. Voulagx said

    #72 Μαρια,το γενη δεν ηξερα, τη λεξη «σεβντας» την εχουμε στα βλαχικα

  76. Voulagx said

    Μαρια,Να υποθεσω οτι ο Ισκι- σεβδας ειναι ο παλιος ερως;

  77. gbaloglou said

    #64:

    «τσολιάς» οπως «κατσαπλιάς»???

  78. Μαρία said

    Σεβντάς είναι για την ακρίβεια ο ερωτικός καημός. Το γενή τζαμί της Θεσσαλονίκης χτίστηκε για τους εξισλαμισμένους Εβραίους, τους ντονμέδες (και στη λαϊκή ντολμέδες) Γούγλισέ το για να δεις φωτογραφίες, είναι θαυμάσιο μνημείο.

  79. Μαρία said

    Βουλάγξ, σωστά υποθέτεις. Εξού και ισκί τζαμί και ισκί καλτάκ.

    Μπαλό, μόνο που κι αυτός είναι άγνωστης ετυμολογίας.

  80. gbaloglou said

    Nαι αλλα δυο μαζι δεν μπορουν να περασουν απαρατηρητοι 🙂

  81. Βαμβάκος said

    Στο αλβανικό λεξικό της Οξφόρδης (Oxford Albanian – English Dictionary, Edited by Leonard Newmark, Oxford University Press) βρήκα το εξής:
    shollë (προφορά chola)= δέρμα για σόλες, πέλμα, μοκασίνι, παπούτσι
    καθώς και την έκφραση sholla me hundë = μοκασίνι με γυριστή μυτερή άκρη.(Hundë = μύτη, ε;)
    Μήπως σ ‘ αυτά «κρύβεται» ο τσολιάς;(shollë>chole>chola>tsola κλπ;)

  82. sarant said

    Κάτι μπορεί να υπάρχει εδώ. Παρέμπ, το αλβανικό αυτό (shollë) πρέπει να έρχεται από τα λατινικά, ξαδερφάκι της σόλας.

  83. Η επιμονή μου δικαιώνεται! Σειρά παίρνει ο κατσαπλιάς.

  84. Βαμβάκος said

    #83
    Ναι, Δύτα των Νιπτήρων, το είχες πεί από το #5 να ψαχτούν τα αλβανικά. Για τον κατσαπλιά στην ετυμολογική έρευνα ανοίγεται «πεδίον δόξης λαμπρόν».
    Κε Σαραντάκο, αυτά μπορούσα να παράσχω επί του θέματος. Ναι, από τα λατινικά, όπως το λέτε, πιστεύω.

  85. Μπουκανιέρος said

    Δύτη, πάντα ορμητικός και βιαστικός (Αχ, τα νιάτα!).
    Ενδιαφέρον το εύρημα του Βαμβάκου – μπορούμε λοιπόν να κατέβουμε από τη φουστανέλα στα ποδάρια και να υποθέσουμε ότι τσολιάς σημαίνει τσαρουχάς…
    Πιθανό, ΟΜΩΣ για να στηθεί στα πόδια της (ή στα τσαρούχια της) η θεωρία, θα πρέπει κάποιος να ψάξει την ιστορία της υπόθεσης στα αλβανικά. Κι έχουμε πάντα να βρούμε τις πρώτες εμφανίσεις της ελληνικής λέξης (και σε τι είδους ον αναφέρεται).
    Αν (λέω αν) η λέξη πρωτοχρησιμοποιήθηκε για τα μέλη της φρουράς, είναι πιο πιθανό να έχει σχέση με το εντυπωσιακό-διακοσμητικό (κι ελάχιστα πραχτικό) τσαρούχι με τη φούντα (όχι με χούντα, hundë) παρά με τη φουστανέλα – που δεν πρέπει να έκανε πολλή αίσθηση τότε.

    ΥΓ. Βούλαγξ, ούτε γενι-ρακί δεν έχεις πιει;

  86. sarant said

    Όσο για τον κατσαπλιά, όλα τα λεξικά τον δίνουν αγνώστου ετύμου (όταν τον έχουν στο λημματολόγιό τους)

  87. Μπουκανιέρος said

    είναι βαριά η στάχτη του τσολιά
    http://monumentvandalism.wordpress.com/

  88. Μαρία said

    87 Τι μπορεί να στοιχίσει μια μούντζα!

  89. Voulagx said

    #58: ΜΠΟΥΚΑΝ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΜΕ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙΣ!!!!! (..ακου δεν εχω πιει ασπρο…)

  90. Κώστας Αδαμόπουλος said

    Μάλλον δεν έχει και πολύ σημασία πιά, αλλά ο Μακρυγιάννης δεν έχει ούτε τσολιά, ούτε τζολιά – ξέρω κι εγώ πώς τα προφέρουν αυτοί οι ρουμελιώτες;

  91. sarant said

    Κώστα, έχει σημασία (η απουσία της λέξης από τον Μακρυγιάννη), διότι μεταθέτει πιθανότατα τη χρονολογία που θα βγήκε η λέξη.

  92. Κώστας Αδαμόπουλος said

    Μα ούτως ή άλλως δεν ψάχναμε για μετά το 1867 που δημιουργήθηκε το ευζωνικό; Ή μήπως η λέξη προηγείται του πράγματος που περιγράφει; Εκτός αν θεωρούμε ότι η λέξη τσολιάς αφορά γενικά όσους φορούν φουστανέλλα, άρα θα μπορούσαμε να την αναζητάμε από το 1833 – αλλά δεν προκύπτει αυτό από καπου.

    Επίσης, μήπως έχει κανείς σε ηλεκτρονική μορφή τη «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι»;

  93. sarant said

    Το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέει: «φαίνεται ότι η λ. είχε αποδοθεί αρχικώς μειωτικά στους κλέφτες και αρματολούς (από τους Τούρκους), επειδή η φουστανέλα τους ήταν ραμμένη από πολλά μικρά κομμάτια υφάσματος». Άρα, υπονοεί (όχι σωστά, κατά τη γνώμη μου) ότι είναι λέξη της τουρκοκρατίας, όχι;

    Καλή ιδέα η Στρατιωτική ζωή, θα ρίξω μια ματιά.

  94. Μπουκανιέρος said

    Κώστα, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι δεν ξέρουμε με σιγουριά τι σήμαινε αρχικά η λέξη, ποιους αφορούσε.

  95. Μπουκανιέρος said

    #89
    Πάω πάσο βούλαγξ, συγγνώμη…

  96. Κώστας Αδαμόπουλος said

    #94

    Και γιατί να μην εμφανίστηκε μετά την εμφάνιση των ευζωνικών ταγμάτων; Είναι απαραίτητο να προϋπήρχε; Αν μπορούσε να βρεθεί η πρώτη εμφάνιση της λέξης στο γραπτό λόγο…

  97. sarant said

    Μα, κι εγώ τείνω να πιστέψω ότι είναι μεταγενέστερη η λέξη, μετά το 1870. Παρεμπιπτόντως, μια (πολύ) πρόχειρη ματιά στο «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι» δεν έδωσε τίποτε, αλλά δεν το διάβασα κι όλο.

  98. Κώστας Αδαμόπουλος said

    Βέβαια σε αντίθεση με αυτά που λέω στο Ζητιάνο του Καρκαβίτσα (1896;) η λέξη εμφανίζεται με την έννοια του κακοντυμένου με ρωμέικα ρούχα.

    «Πρώτ’ απ’ όλα έπρεπε ν’ αλλάξη τη φορεσιά του. Μέσα στα σακκούλια του, στον πάτο βαθιά, είχε την ευρωπαϊκή αλλαξά, που τον έκαναν αμέσως άλλον άνθρωπο. Την έβαζεν εκείνη, όταν έμπαινε σε πολιτείες. Εκεί κατοικούν ανεπτυγμένοι άνθρωποι. Συχαίνονται και δυσπιστούν εμπρός στον παλιοτσολιά· δεν αγριεύουν όμως στους φραγκοφορεμένους.»

  99. Μαρία said

    #98 Άρα ερχόμαστε στη σημασία που δίνει ο Σταματάκος. Κάτι σαν βλάχος φουστανελάς.(Γκραβαρίτης ήταν ο ζητιάνος)
    Η λέξη λογικά πρέπει να προϋπήρχε.
    Όταν δημιουργήθηκαν τα τάγματα, η επίσημη καθαρεύουσα τους ονόμασε ευζώνους κι όχι τσολιάδες. Μου φαίνεται απίθανο να φτιάχτηκε μαζί με τη λόγια ονομασία κι η λαϊκή.

  100. Ηλεφούφουτος said

    Απ το απόσπασμα που βρήκε ο Κώστας Αδ σαν να προκύπτει ότι το «τσολιάς» είχε αποκτήσει τη σημασία του μη φραγκοφορεμένου. Μήπως τελικά υπήρξε τέτοια σημασιολογική εξέλιξη (κακόσ. «κουρελής» > ουδ. «ο ντυμένος παραδοσιακά και όχι φράγκικα») και δεν το πήραν χαμπάρι τα λεξικά; Αυτό θα εξηγούσε πιο εύκολα τη μετάβαση στη θετική σημασία που απέκτησε το τσολιάς μετά, όπως π.χ. στο άσμα της εισαγωγής.

  101. sarant said

    Κώστα, πολύ ωραίο το εύρημά σου και εύστοχα και τα επόμενα σχόλια. Θα συμφωνήσω με τον Ηλεφού στο σχ. 100.

    Ωστόσο, η λέξη «τσολιάς» (αρχικά κουρελής, στη συνέχεια ντυμένος με χωριάτικα-ρωμέικα ρούχα) μπορεί να μην είναι τόσο παλιά, δηλ. δεν αποκλείεται καθόλου να φτιάχτηκε σχετικά αργά. Πάντως, δεν κάνει κακό να ψάξουμε τα κείμενα. Βλ. επόμενο σχόλιο.

  102. sarant said

    Μπα, δεν βρήκα πολλά πράγματα. Ο Σουρής έχει «και σου πρέπει βρε τσολιά, μία περικεφαλιά» σε κείμενο του 1905. Ο Χατζόπουλος στον Πύργο του ακροπόταμου, που είναι του 1915, αλλά αναφέρεται σε παλιότερη εποχή, έχει το εξής:

    Οι φούριες δεν του αρέσανε κι ήξερε πως στην περίσταση αυτή η βία κι οι φοβέρες δεν πιάνουν τόπο. Πρώτα έλειπε ο άνθρωπος που θα τις έκανε. Νταλματζήδες και τσολιάδες είχανε τα βουνά του τόπου του, άλλο καλό· μα ποιος θα πήγαινε να τους εύρισκε; Ή λες θα τους έστελνε ο ξάδερφός του; Εκείνος από τον καιρό που καταργηθήκανε τα επαρχεία και δεν μπορούσε να τον έχει πια στην πόλη κοντά στον ποταμό, ούτε τόνε νοιάζεται άλλο· τον άφησε γραμματικό εκεί στο λασπότοπο της Θεσσαλίας.

    Στο ίδιο:

    Είχαν ξυπνήσει μέσα του οι καημοί και ξεχάστηκε.
    Τα ποτήρια ξαναδειάσαν, όσο έσιαχνε ο Φωτούλας το μπου¬ζούκι.
    – Έλα, Φωτούλα, πάρ’ το τώρα· μας γκάστρωσες, πρό¬σταξε ο Συμεών Καραφωτιάς.
    Ο Τυλιγάδας, γελαστότερη ψυχή από τον παίχτη της φυ¬σαρμόνικας, χτύπησε πιο περίχαρη χορδή, πιο ανοιχτόκαρδο σκοπό:
    – Ούλες οι παπαρούνες, παπαρούνα μου, — αντιλάλησε η ψιλή, βραχνότρεμη φωνή του.
    – Ούλες οι παπαρούνες με γέλια, με χαρές, βουίξαν όλοι μ’ ένα στόμα.
    – Άιντε τσολιά μου! αλάλαξε ο Καραφωτιάς, σκαρταρίζοντας ψηλά στον αέρα τα τρία δάχτυλα.
    Μπιμ! μπαμ!
    – Νίλα θα γένει απόψε! ρεκάξανε άλλες φωνές.

    Αλλά ρουμελιώτικη λέξη και να μην την έχει ο Μακρυγιάννης; Αυτό είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα για να σκεφτώ ότι θα είναι μεταγενέστερη.

  103. Μαρία said

    Ο Σουρής μάλλον προτιμάει τα ευζωνάκια.
    http://xantho.lis.upatras.gr/test2_pleias.php?art=93895
    Το κουρελής πώς σου κόλλησε; Κάποιος που είναι ντυμένος «ευτελώς» που λέει ο Σταμ. δε σημαίνει οτι φοράει παρτάλια. Κι αυτό που λέει ο Μπαμπ. για τις φουστανέλες απίθανο μου φαίνεται.

  104. sarant said

    Το κουρελής μου το κόλλησε ο Ηλεφού στο πιο πάνω σχόλιό του. Αλλά πράγματι, δεν είναι απαραίτητο.

  105. lailoken18 said

    Άκου τι θυμήθηκα τώρα, έτσι στα ξαφνικά…
    Τη δεκαετία του εξήντα (ως κάπου στα μέσα της, μάλλον), τα «τσολιαδάκια» ήταν κάτι άσπρα ζαχαρωτά, σε στιλιζαρισμένο σχήμα ευζώνου, που κυκλοφορούσαν τυλιγμένα σε χρωματιστή, διάφανη ζελατίνα.
    Τα θυμάται κανείς άλλος;

  106. Μπουκανιέρος said

    …εντάξει, η γνωστή πατάτα.
    Αλλά το θυμήθηκα ξαφνικά και βιάστηκα να το γράψω.

  107. ὁ Καρκαβίτσας στὸν «ζητιάνο»:

    Λαθρέμποροι και τελωνοφυλάκοι εσυνεννοήθηκαν για καλά. Γερανός ήταν ο περατάρης του ποταμού· παλιοτσολιάς ο σταθμάρχης της γέφυρας· ρόδες και καμπανέλια τα κάρα και τα μουλάρια, που θα εμοίραζαν στη θεσσαλική γη, πεδινή και ορεινή, τ’ ατελώνιστα εμπορεύματα.

  108. μιὰ καλὴ ἰδέα θὰ ἦταν νὰ ἐρευνηθοῦν παλιὰ ἀλφαβητικὰ ἀρχεῖα μπὰς καὶ ὑπάρχει τὸ τσολιᾶς ὡς ἐπώνυμο.

    Παρουσιάσθηκε ο «Διαχρονικός Ηπειρωτικός Ελληνισμός» του Γρ. Κοσσυβάκη

    Την διαχρονική ιστορία της Ηπείρου μελέτησε και συνέγραψε στο νέο του βιβλίο ο συγγραφέας Γρηγόρης Κοσσυβάκης, δικηγόρος με ειδικότητα στο εργατικό Δίκαιο και 4 φορές υποψήφιος βουλευτής Άρτης με τον «Συνασπισμό» (1989, 1990, 1996 και το 2000 εν Αθήναις). Το βιβλίο παρουσιάσθηκε προσφάτως στην κατάμεστη αίθουσα του «Ιανού» Αθηνών.
    Με απόλυτο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια στο βιβλίο παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την αρχέγονη ελληνική πορεία της Ηπείρου, από τους Σελλούς, Γραικούς, Έλληνες-πελασγούς του Δωδωναίου Διός, τους Βορειοηπειρώτες Χάονες, τους Θεσπρωτούς, τους Μολοσσούς και τους Αθαμάνες, την μητέρα του Μεγαλέξανδρου και τον βασιλέα Πύρρο έως τον Γεώργιο Καστριώτη (Σκεντέρ-μπεη) και τους Σουλιώτες τσολιάδες (προσέξτε τήν ακολουθία σελλός>σούλι>τσολιάς).
    http://www.xronos.gr/detail.php?ID=50915

  109. Μαρία said

    Μπουκάν, αν γουγλίσεις ευζωνάκια ζαχαρωτά, θα βρεις κάποιους που τα θυμούνται. Εγώ θυμάμαι μόνο τσολαδάκια μασκότ(αυτή η λέξη πέθανε;).

  110. Μπουκανιέρος said

    Η μασκότ; Υπάρχει ακόμα θαρρώ. Δε λένε πάντα η μασκότ της ομάδας κοκ; Ή εννοείς κάτι άλλο;

    Το περίεργο είναι ότι οι άλλοι νοσταλγοί είναι της δεκαετίας του εβδομήντα. Στο δικό μου κερκυραϊκό μικρόκοσμο είχαν εξαφανιστεί πριν το 1970. Κι ήταν τυλιγμένα με διάφανη ζελατίνα, όχι με γυαλιστερό χαρτί…
    (η ποικιλία των διαφορετικών εμπειριών)

  111. Voulagx said

    Μπουκαν,τωρα που το λες,τα θυμαμαι,δεκαετια του ’60.Καπως .. πως να το πω… τραγανιστα, καλα θυμαμαι;

    Ενημερωτικο: Πριν απο λιγο εγινε σεισμος,ταρακουνηθηκα λιγο, το καταλαβε κανεις αλλος;

  112. Μπουκανιέρος said

    Ναι, τραγανιστά – και έσπαγαν. Σκέτη ζάχαρη πρέπει νάτανε, βασικά, με λίγη βανίλια ίσως, αλλά δεν ξέρω με τι διαδικασία τα φτιάχνανε.

    Από σεισμό, τίποτα. Αλλά δε θυμάμαι πού βρίσκεσαι εσύ…

  113. Voulagx said

    Στην πρωτεύουσα της τυρογαλίας βρισκομαι. Ειχα την υποψία οτι το επίκεντρο του σεισμού ήταν στην Δυτική Ελλαδα και υπέθεσα ότι έγινε αντιληπτός στην Κερκυρα, εδω πάντως κουνηθήκαμε αρκετά.

  114. Παντελής said

    Το πιο περίεργο ειναι οτι τα κρατικα ΜΜΕ και αρκετοι δημοσιογραφοι εχουν αλλαξει κλιση στο εξελληνισμενο «ευζωνος» (β’κλιτο,απο ευ+ζωνη κατα το Βικιξικό) και το εκαναν τριτοκλιτο: «ο εύζων», πληθ. «οι εύζωνες»!.( Σα να λεμε οι έμπορες, οι ανθρωπες!!!). Νομίζω οτι αυτη τη μετα(δια-)στροφη τη δημιουργησε πρωτη η ιδια η Προεδρικη Φρουρά, γιατι καπου ειδα ένα ρητό τους: «Μια φορά Εύζων, για πάντα εύζων»!
    Τί να πω, ισως απ τα κουρέλια θέλουν να μεταστρέψουν την ετυμολογια τους στην «ευζωΐα»…..

  115. sarant said

    Ετσι ακριβώς, σωστή παρατηρηση!

  116. Παύλος said

    Τσούλο (chulo) στα ισπανικά της Κούβας, σημαίνει ο προαγωγός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: