Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χαιρετισμοί του Θοδωρή, ανδρός λαοπροβλήτου

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2010


Μια και έχουμε μπει στους Χαιρετισμούς, και επειδή το παρόν ιστολόγιο διακρίνεται για την ευλάβειά του, σκέφτηκα να τους αφιερώσω ένα άρθρο. Παρουσιάζω λοιπόν τους «Χαιρετισμούς του Θοδωρή, ανδρός λαοπροβλήτου», ένα σπαρταριστό στιχούργημα του Γ. Σουρή, γραμμένο πριν από 118 χρόνια, το 1892, με αφορμή το «ήπιο βασιλικό πραξικόπημα», όπως το έχω χαρακτηρίσει, που ανέτρεψε τον πρωθυπουργό Θ. Δηλιγιάννη και οδήγησε σε εκλογές.

Πολύ σύντομα, το ιστορικό πλαίσιο: Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1890 νικητής είχε αναδειχθεί ο Δηλιγιάννης, ο οποίος μετά τη νίκη του θέλησε να παραπέμψει τον Τρικούπη, τον ηττημένο των εκλογών, και τέσσερις υπουργούς του σε ειδικό δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Πράγματι, τον Μάρτιο του 1891 η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή τους, αλλά το θέμα αφέθηκε σε εκκρεμότητα, προκειμένου να φθαρεί πολιτικά ο «υπόδικος» Τρικούπης (σας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά;)  Τον Ιανουάριο του 1892 η κυβέρνηση Δηλιγιάννη ήρθε σε σύγκρουση με ομάδα Γάλλων κεφαλαιούχων, που τα συμφέροντά τους εκπροσωπούσε ο Ανδρέας Συγγρός. Ο Συγγρός υπέβαλε υπόμνημα στον βασιλιά Γεώργιο Α’, που ήταν προσωπικός του φίλος, στο οποίο ουσιαστικά του ζητούσε να παύσει την κυβέρνηση Δηλιγιάννη. Ο βασιλιάς πείστηκε και στις 17 Ιανουαρίου έστειλε τον γραμματέα του Καλίνσκη και κάλεσε τον Δηλιγιάννη να παραιτηθεί επειδή δεν απολάμβανε την εμπιστοσύνη του Στέμματος. Ο Δηλιγιάννης συγκάλεσε αμέσως το υπουργικό συμβούλιο το οποίο παμψηφεί αποφάσισε ότι «δεν έχει λόγον ουδέ δικαίωμα να παραιτηθεί, αφού απολαμβάνει πλήρως της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου». Και αμέσως μετά η κυβέρνηση ζήτησε (και πήρε) ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Έτσι, ο Δηλιγιάννης προκαλούσε τον βασιλιά να παύσει την κυβέρνηση, και βέβαια να επωμιστεί το πολιτικό κόστος. Την άλλη μέρα, 18 Ιανουαρίου, ο βασιλιάς πράγματι έπαυσε την κυβέρνηση, σε μια κίνηση που χαρακτηρίζεται «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη» από συνταγματική άποψη, όσο κι αν ήταν μέσα στα συνταγματικά του προνόμια. Στη συνέχεια, προχώρησε στις επαφές για διορισμό νέας κυβέρνησης, χωρίς να πτοείται από τις λαϊκές διαδηλώσεις υπέρ του Δηλιγιάννη. Ο Τρικούπης αρνήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση, αφού δεν διέθετε πλειοψηφία, και τελικά την εντολή έλαβε ο Κ Κωνσταντόπουλος, βουλευτής του «τρίτου κόμματος».

Ο Σουρής στον Ρωμηό, αφιερώνει ολόκληρο το φύλλο αρ. 375 της 22ας Φεβρουαρίου 1892  στην παύση της κυβέρνησης. Το εκτενέστατο αυτό ποίημα (κάπου 340 στίχοι) το σύνθεσε ο Σουρής μέσα σε ελάχιστες μέρες, αφού τα γεγονότα που περιγράφει έγιναν στις 17 και 18 Φεβρουαρίου 1892 και το ποίημα τυπώθηκε στο φύλλο του Ρωμηού που κυκλοφόρησε στις 22 του μηνός. Το ποίημα πιάνει όλη σχεδόν την έκταση της εφημερίδας και κατά την ταπεινή μου γνώμη αποτελεί ένα στιχουργικό tour de force. Αξίζει να προσέξουμε ότι στην παρωδία του ο Σουρής ακολουθεί τη φόρμα του απολυτικίου κοντακίου των χαιρετισμών της Θεοτόκου με εξαιρετική πιστότητα: κάθε μία από τις 24 ενότητες αρχίζει με την ίδια λέξη όπως και το απολυτίκιο ή με παρεμφερή (Άγγελος, Βλέπων αντί για Βλέπουσα, Γνώσιν, Δύναμις κτλ.) και εκ περιτροπής καταλήγει είτε σε αλληλούια είτε σε χαιρετισμό: βέβαια, αντί για χαίρε νύμφη ανύμφευτε εδώ έχουμε χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους στρατηλάτα!

Δεν έχω πρόχειρες αυτή τη στιγμή τις πηγές που θα μου έδιναν τη δυνατότητα να υπομνηματίσω το ποίημα ώστε να καταλάβει ο σημερινός αναγνώστης ποια είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται. Πάντως  ελπίζω η έλλειψη εξοικείωσης με τις λεπτομέρειες να μη σας εμποδίσει εντελώς να απολαύσετε τον στιχουργικό οίστρο του Σουρή. Να προσθέσω ότι τελικά έγιναν εκλογές, που τις κέρδισε ο Τρικούπης. Αν θέλετε λίγο περισσότερα για την υπόθεση (με κάμποσα άλλα ποιήματα του Σουρή), διαβάστε τη συνέχεια στο παλιό μου άρθρο από τον ιστότοπό μου. Ιδού οι «Χαιρετισμοί του Θοδωρή» κατά Σουρήν:

Χαιρετισμοί του Θοδωρή, ανδρός λαοπροβλήτου
με ψαλτικήν περίεργον και τάξιν αλφαβήτου

Άγγελος ήλθ’ εκ της Αυλής την Καθαρή Δευτέρα
του Στρατηλάτη Θοδωρή να κόψει τον αέρα,
κι ο Θοδωρής ενόμισε χωρίς κακό να βάνει
πως ο Καλλίνσκης ήρχετο επίσκεψι να κάνει
κι αμέσως τον ερώτησε αν θέλει κι αγαπά
κανένα θεριακλή καφέ, τσιγάρο και λοιπά,
αλλ’ ο Καλλίνσκης τον καφέ στην πάντα παραιτών
εξίστατο και ίστατο κραυγάζων προς αυτόν:

Χαίρε οπού επίσκεψι δεν ήρθα να σου κάνω,
χαίρε που μ’ έστειλαν εδώ με τρόπο από ’πάνω,
χαίρε οπού σου φέρονται με τόση απονιά,
χαίρε που μου παρήγγειλαν ν’ αδειάσεις τη γωνιά
χαίρε που πάνε σήμερα στον βρόντο τα εγκώμια,
χαίρε οπού του Στέμματος σε τρώνε τα προνόμια,
χαίρε που μόλις τέλειωσε το νέο Καρναβάλι
θέλ’ η Αυλή το γλέντι σου ξυνό να σου το βγάλει,
χαίρε οπού φαντάσματα με το σπαθί κτυπάς,
χαίρε που με τα ρόπαλα και την καμήλα πας,
χαίρε που φίλοι σήμερα θα κλάψουν σεβαστοί
χαίρε που τα κακάρωσες με την Σαρακοστή,
χαίρε που τέτοια ξαφνική επλάκωσε ημέρα,
χαίρε που σ’ εκαθάρισε η Καθαρή Δευτέρα,
χαίρε οπού σου κόβεται η ξακουστή παρλάτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Βλέπων ο μέγας Θοδωρής εμπρός τον Γραμματέα
κι ακούσας την παραίτησιν και τ’ άλλα τ’ απευκταία
το τρικαντό επέταξε του πάλαι Βοναπάρτου
και παρευθύς εφόρεσε τον σκούφον του αντάρτου,
και προσκαλέσας Υπουργούς και διαφόρους φίλους
τους είπε τα συμβαίνοντα με μορφασμούς ποικίλους,
εκείνοι δε ακούσαντες τα τρέχοντα στο κόμμα
αμήν και αλληλούια του είπαν μ’ ένα στόμα.

Γνώσιν λαβόντες άμεσον προσέτρεξαν οι φίλοι
με όψιν ως σουδάριον και κάτωχρα τα χείλη,
κι ο Κάββας ανεβόησε στον Στρατηλάτην πρώτος
κατάπληκτος στο άκουσμα τοιούτου γεγονότος.
Χαίρε που τέτοιο ξαφνικό το πήρα εις τ’ αστεία,
χαίρε που πάλι αρχινά η πρώτη μας νηστεία,
χαίρε που πάλι θα γενείς του Σούτσου Οδοιπόρος,
χαίρε που δεν ωφέλησε κι ο ένας κι άλλος φόρος,
χαίρε με τον Θανόπουλο και με τον Κορομάντζο,
χαίρε που δεν προσμέναμεν τέτοιας λογής ρομάντζο,
χαίρε οπού τριγύρω σου μας βλέπεις όλους κλαίοντας
χαίρε οπού την έπαθες σαν μέγας Ναπολέοντας,
χαίρε που τέτοιο Βατερλώ δεν ήλπιζες ποτέ σου,
χαίρε οπού τα σάστισαν οι τόσοι Βουλευταί σου,
χαίρε που τ’ ανακάτωσες και τάκανες σαλάτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Δύναμις επεσκίασε τον Θοδωράκη τότε,
προσήλθον δε εις την Βουλήν ακμαίοι πατριώται,
και απαρτία έγινε με βουλευτάς ογδόντα
και πρόσωπα καπνοφαντών παρήσαν ωχριώντα,
κι επί το βήμα έδραμε ο Θοδωράκης νήφων
κι εκ της Βουλής εζήτησεν εμπιστοσύνης ψήφον,
κι εκείνοι του την έδωσε κι εσείσθησαν οι θόλοι
και πάλιν αλληλούια οι φίλοι τού’παν όλοι.

Έχων ο Πρωτοκάθεδρος την πλειονοψηφίαν
και παρακολουθούμενος από την συντροφίαν
ενόμιζε ότι κρατεί τον Πάππ’ από τα γένεια
κι επήγαινε στο σπίτι του χωρίς μεγάλη έννοια
και μερικοί εγκάθετοι τον σήκωσαν στον ώμο
και της καρότσας τ’ άλογα εξέζεψαν στο δρόμο
και με φωνές κι αλαλητό εζεύτηκαν εκείνοι
κι αυτό τον Ναπολέοντα πολύ τον συνεκίνει,
και φθάσας εις το σπίτι του με όλο το Κορδόνι
αυτοστιγμεί ξεσκούφωτος εβγήκε στο μπαλκόνι
κι ο Καλησπέρης ο σαχλός προσείπε τα εικότα
με το καπέλο το ψηλό και με τη ρεδιγκότα.

Χαίρε οπού κατόπιν σου κι ο Καλησπέρης τρέχει,
χαίρε που είναι συννεφιά και άρχισε να βρέχει,
χαίρε που η φαλάκρα σου εξ ύψους καταβρέχεται,
χαίρε που το κεφάλι σου σταγόνας δρόσου δέχεται,
χαίρε που το καπέλο σου σού δίνουν να το βάλεις
και συ μακράν σου το πετάς κι αδιακρίτως ψάλλεις,
χαίρε που το καπέλο σου ανάγκη να φορέσεις
μην έξαφνα συναχωθείς και στο κρεβάτι πέσεις,
χαίρε που διόλου η βροχή δεν σκιάζει τον βρεγμένο,
χαίρε που το καπέλο σου να βάλεις επιμένω,
χαίρε που σ’ εχαντάκωσαν του θρόνου οι Θερσίται,
χαίρε που σ’ εξεθέωσαν οι δεκατρείς μεσίται
χαίρε που σου πρέπει σίγουρα να μην παραιτηθείς
χαίρε που όπως έπαυσες τους άλλους θα παυθείς
χαίρε που τον Θανόπουλο θα παύσουν και τον Κάββα,
χαίρε που πάλι φαίνεται πως λάκκο έχ’ η φάβα,
χαίρε που πρέπει του Μωρηά να δοξαστεί ο γέρος,
χαίρε που πρέπει τώρα πια να γίνεις Ροβεσπιέρος,
χαίρε που πρέπει σαν νταής να κάνεις στο μουμέντο
ένα σπουδαίο κίνημα και προνουντσιαμέντο,
χαίρε που ξαναγέμισε μ’ αντάρτες κάθε στράτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Ζάλην παθών ο Θοδωρής συλλογισμών ποικίλων
το πλήθος εβεβαίωσε λυσσώντων μαντροσκύλων
πως παίρνει όλον τον λαόν στη δυνατή του ράχη
κι όταν αυτό το φόρτωμα οπίσω του σηκώνει
κάθε μεσίτης βδελυρός τύφλες και μούντζες νάχει
κι εμπρός του μηδενίζονται τα Στέμματα κι οι θρόνοι.
Και άλλα ήθελε να πει γρονθοκοπών το στήθος
μα τρίτον αλληλούια εφώναξε το πλήθος.

Ήκουσε δε κι ο Φασουλής τον λόγον τον μεγάλον
και παρευθύς προσέδραμε αντάρτου ξίφος πάλλων,
και θεωρεί περίλυπος τον άμωμον αμνόν
και τον παυθέντα ήρχισε προς λύραν εξυμνών:

Χαίρε οπού ανέλπιστη επήρες κουτρουβάλα,
χαίρε που παίρνεις τον λαόν στο σβέρκο σου καβάλα,
χαίρε που τόσα τρόπαια επήγαν στα χαμένα,
χαίρε οπού φορτώνεσαι στη ράχη σου κι εμένα,
χαίρε που με το βάρος μας χορεύεις σαν καμήλα,
χαίρε που τόσα στόματα αλάλαξαν στωμύλα,
χαίρε που εκεραύνωσες και τον Συγγρό το Χιώτη,
χαίρε που τον απέδειξες κι αυτόν Ισκαριώτη,
χαίρε που τον σκυλόβρισαν οι καπνοφάνται όλοι
πρωτοστατούντος εις αυτό γνωστού σου καπνοπώλη,
χαίρε οπού κατάφεραν με τον Γεωργιάδη
να φύγει ο διαβόντρου γιος τρεχάτος σαν ζαρκάδι|
χαίρε οπού ξερόβηχαν κλητήρες μυστικοί
και πάντες οι εγκάθετοι σαν νάταν φθισικοί,
χαίρε οπού μας ηύφραινε των ποδαριών η βόχα,
χαίρε που τους χρειάζεται άλτια και μολόχα,
χαίρε που τους χρειάζεται και Χιώτικη μαστίχα,
χαίρε οπού τους έκοψαν μια και καλή το βήχα,
χαίρε οπού τα μέλλοντα πολλές φορές σου τά’ πα
χαίρε οπού σου τίναξαν τη ρώσική σου κάπα,
χαίρε που πάλι σ’ έριξαν με μηχανορραφία,
χαίρε που πέφτεις πάντοτε με πλειονοψηφία,
χαίρε που πάλι τάβαλες μαζί με το Παλάτι,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Θεόδωρον γεραίροντα οι φίλοι τον σωτήριον
πεζοί τον ηκολούθησαν έως στο Βουλευτήριον,
κι ως λύχνον αίροντες αυτόν εν πλήρει μεσημβρία
ως Άνακτα τον έψαλαν με θούρια μυρία,
και φθάσαντες τον άφθαστον και μερικοί απόντες
και πάλιν αλληλούια εχάρησαν βοώντες.

Ιδού εκείνος έκραξαν οι παίδες των Χαλδαίων,
οπού θα φάγει τον Συγγρό και κάθε Ιουδαίον,
κι αυτόν νοούντες κύριον πανίσχυρον κι απόλυτον
τοιαύτα συνεβόησαν στον Θοδωράκη όλοι των.

Χαίρε οπού σ’ ανοίγομεν τας φλογεράς αγκάλας,
χαίρε που ρήτωρ φύτρωσε κι ο Θεσσαλός ο Δάλλας,
χαίρε που κι ο Λεβίδης μας, το πρώτο σου αηδόνι,
στο βήμα εκελάδησεν πολλά για το Κορδόνι,
χαίρε που πάλι άρχισε τα δόντια του να τρίζει
και δεξιά κι αριστερά μπαρούτι μας μυρίζει,
χαίρε που κι ο Παλάσκας σου εβγήκε μες στη μέση
και στον αέρα τίναξε το κόκκινό του φέσι,
χαίρε που κι ο Ζαρίμπας σου δεν κάνει χωρατά
κι έβγαλε το λαρύγγι του με τα ξεφωνητά,
χαίρε που είσαι το ψωμί της νηστικής αγέλης
και Βασιλεύς μας θα γενείς κι αν θέλεις κι αν δεν θέλεις,
χαίρε οπού τ’ Ανάκτορα εκ βάθρων θα κινήσομεν,
χαίρε που κι Αυτοκράτορα θα σε χειροκροτήσομεν,
χαίρε που θα τρομάξομεν στην πτήσιν τον Ικάριον
κι αυτόν τον Τσελεπίτσερη θα δούμε Καγκελάριον,
χαίρε οπού στα χέρια μας ψηλά θα σε σηκώσομε
και το ψηλό καπέλο σου θα κατατσαλακώσομε,
χαίρε που πέφτουν κανονιές καθ’ όλη την Ελλάδα
γεμάτες από ταραμά, κουκιά και φασουλάδα,
χαίρε που βλέπεις γύρω σου καθένα ενεόν,
χαίρε γενναία γενεά γενναίων γενεών,
χαίρε που στέκουν στο φτερό τα τόσα σου φουσάτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Κήρυκες έτρεχαν πολλοί και μάντεις θεοφόροι
κι εσάλπιζαν εις πάσαν γην, εις θάλασσαν και όρη
πως ο γνωστός υπόδικος στ’ Ανάκτορα εκλήθη
κι έψαλαν αλληλούια και της Ελιάς τα πλήθη.

Λάμψας ο λαοπρόβλητος με ψήφους εκατόν
του σκάφους το πηδάλιον επέμενε ζητών,
ημείς δε σκούφους παρδαλούς φορούντες Αρλεκίνων
με τουμπελέκι και ζουρνά βοώμεν προς εκείνον.

Χαίρε που στο νερόμυλο το σύνταγμα μάς άλεσε,
χαίρε που τον υπόδικον ο Βασιλεύς εκάλεσε,
χαίρε που άχρους ήθελε Κυβέρνησις να γίνει
και άρχισε το κόμμα του να ξεροκαταπίνει,
χαίρε που έστεκε κι αυτός με τρίχας ορθωμένας
κι έτρωγε τα μανίκια του με τας δεδηλωμένας,
χαίρε που τα κατάφερε και ο Μυλόρδος σκούρα
κι ο θρόνος τον συμβούλευσε να κάμει λίγη κούρα,
χαίρε οπού οι Λόρδοι του στην πρώτη μένουν λόρδα
και στεφανώνονται κι αυτοί με σέσκουλα και σκόρδα,
χαίρε που χύνονται μυαλά ωσάν αυγά μελάτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Μέλλοντος πάλιν κυβερνάν ενός απατεώνος
εις την χρεωκοπήσασαν κοιλάδα του κλαυθμώνος,
εμπρός σου έρχονται σκυφτοί και γέροντες και βρέφη
και ψάλλουν αλληλούια με Τουρκογύφτου ντέφι.

Νέαν ζητών ο Βασιλεύς διέξοδον να εύρει
και βλέπων κι ο Χαρίλαος πως άπλωσε αλεύρι
με το φανάρι έτρεχε προς Κυβερνήτου θήραν,
υμείς δε ταύτα ψάλλοντες φωνάζομεν προς λύραν.

Χαίρε οπού κατέπαυσε των προδοτών ο λήρος
κι επί τον Κωνσταντόπουλον επέλαχεν ο κλήρος,
χαίρε που είχε κόψιμο εκείνη την ημέρα
γιατί πολύ τον πείραξε η Καθαρά Δευτέρα,
χαίρε που σήμανε γι’ αυτόν βασιλική καμπάνα
την ώρα όπου έπινε σιναμική και μάνα,
χαίρε που σαν επάτησε στ’ ανάκτορα το πόδι
του πέρασε το κόψιμο κι όλα τα είδε ρόδι,
χαίρε που κι ο Φιλάρετος καθώς επήγ’ εκεί
επέταξε τη σκούφια του τη δημοκρατική,
χαίρε που για ζητήματα και λόγους απορρήτους
κι ο Παππαμιχαλόπουλος εμούντζωσε τους τρίτους,
χαίρε που είπε και σ’ αυτούς ο Βασιλεύς σπολλάτη
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Ξένον εφάνη το συμβάν στων τρίτων την χορείαν
και είπαν αλληλούια κι εκείνοι μ’ απορίαν.

Όλος ο κόσμος έτρεχε και ήτον άνω κάτω
και πόλεμος εμφύλιος στην πόλιν εμυκάτο,
ο δε Μεγαλειότατος μετά χρυσής πορφύρας
την αρχηγίαν του Στρατού ανέλαβε εις χείρας
κι ηκούσθη λέγουσα φωνή μετά βοής μεγάλης…

Χαίρε οπού εξύνισε τα μούτρα του κι ο Ράλλης
χαίρε που τέτοιο ξαφνικό δεν ήλπιζε κανείς
και πιο πολύ κιτρίνισε και ο γερο-Λεμονής
χαίρε που πρόσκλησιν κι οι δυο επρόσμεναν ματαίως,
χαίρε οπού εθέρισε τους τρίτους τεταρταίος,
χαίρε που ένιψαν κι αυτοί τας χείρας ως Πιλάτοι,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Πάσαν την φύσιν μελανή εκάλυψε νεφέλη,
ο δε αστράπτων Θοδωρής εν φόβω εξεπλάγη
ιδών τον Κωνσταντόπουλον την παύσιν να του στέλλη
κι εις νέον αλληλούια με γόους εξερράγη.

Ρήτορας ήκουσε πολλούς η πόλις πολυφθόγγους
και θρόνων αναθέματα και Κορδονάτων βόγγους
και πας λαός εβόησε με παγωμένον αίμα…

Χαίρε που κόντρα, Θοδωρή, επήγες εις το Στέμμα,
χαίρε οπού η γλώσσα σου ως πέλεκυς κτυπά
και ο Λιμπρίτης ξιφουλκεί κατά του Μαστραπά,
χαίρε που έβλεπα κι εγώ μετά των άλλων χαίρων
να ξιφουλκούν κατώτεροι κατά των ανωτέρων,
χαίρε οπού εκοίταζε αυτό το πανηγύρι
ο Βασιλεύς φαμελικώς από το παραθύρι,
χαίρε που έγινε καθείς της πειθαρχίας μάρτυς,
χαίρε που πίστεψες κι εσύ πως είσαι Βοναπάρτης,
χαίρε οπού επρόσταζες μες στο πολύ σου χάλι
να συλληφθεί ο Μαστραπάς με τον Μαυρομιχάλη,
χαίρε που φώναζαν πολλοί «μωρέ μα τ’είναι τούτα;»
χαίρε που έπεσαν σπαθιά ολόχρυσα στη Βούτα,
χαίρε που στον Ανεύθυνον δεν έκυπταν ακόμη
και οι φρουροί της τάξεως, κλητήρες κι αστυνόμοι,
χαίρε οπού καθένας των εξόρμα λυσσαλέος
εις τους ζητωκραυγάζοντας υπέρ του Βασιλέως,
χαίρε οπού το καύκαλον καμπόσων ετσακίσθη
κι ως καταπέτασμα ναού εις δύο εχωρίσθη,
χαίρε που έφαγε δυο τρεις και η δική μου πλάτη,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Σώσαι ποθών ο Βασιλεύς τον κόσμον εξ αιμάτων
κι εκ της καταδιώξεως αιμοχαρών σπαθάτων,
το τρομερόν εφούκτωσε της τιμωρίας κνούτον
και πάντες αλληλούια εκραύγασαν προς τούτον.

Τείχος εστήθη άρρηκτον εμπρός των Ανακτόρων
εξ ευαρμάτων οπλιτών σωμάτων διαφόρων,
τους δε μεσίτας έσκιαζαν τοιαύτα γεγονότα
κι ηλάλαζαν περιδεείς συσφίγγοντες τα νώτα.

Χαίρε καμηλοπόδαρε και μακροκυκλολαίμη,
που σταματά την δόξαν σου και Ουλεμά καλέμι,
χαίρε που ξαναβρώμησαν των ανταρτών τα λάβαρα,
σαν άπλυτες βλαχόκαλτσες και βρωμισμένα χάβαρα,
χαίρε που πάλιν μαχητής Παλάβρας ανεφάνης,
χαίρε που ξύλο κόψαμε κι εβγήκε Δεληγιάννης,
χαίρε που τα χρειάστηκαν κι οι ξένοι για το πέσιμο,
χαίρε που στα γεράματα κατήντησες για δέσιμο,
χαίρε που πλιάτσικα ζητούν κλεφτών καπετανάτα,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

Ύμνος ουδείς προς τρόπαια τοιαύτα εξαρκέσει
κι ολίγου δειν πηγαίναμε στο διάβολο πεσκέσι,
πλην λυτρωθέντες των δεινών και του φρικτού αγώνος
οι πάντες αλληλούια φωνάζουν ομοφώνως.

Φως ιλαρόν κοιτάζοντες τα σκότη διαλύσαν
γεραίρομεν την έξαλλον του Θοδωράκη λύσσαν.
Χαίρε που μόλις έσπασε το άσπαστο Κορδόνι
μία δραχμή κατέβηκε και το Ναπολεόνι,

Χαίρε Καπνάκια καψερέ, των καπνεμπόρων φόλα,
χαίρε που μας εζήτησες τ’ ασπρόρουχά μας όλα,
χαίρε που θα τα κόρδωναν πολλοί εξ ατροφίας
και συ ακόμα θά’λεγες για μηχανορραφίας,
χαίρε που θα κατάφερνες, Γορτύνιε σοφέ,
κι αυτού του Βασιλεύοντος να κόψεις τον λουφέ,
χαίρε που τα ταμεία σας του χρόνου προϊόντος
σφραγίς θα τα εσφράγιζε προφήτου Σολομώντος,
χαίρε οπού την έπαθε κι ο Δεληγιώργης τώρα,
χαίρε που τον παρέσυρε των ανταρτών η μπόρα,
χαίρε που ήλθε στον βωμόν της ανταρσίας θύων
κι ο προσφιλής ανεψιός μιμούμενος τον θείον,
χαίρε που μετενόησαν οι φίλοι Κιγκινάτοι
όσοι τους Βρούτους έκαμαν στου θρόνου το γινάτι,
χαίρε που τώρα λησμονούν τα τόσα των σεκλέτια
και παν στον Κωνσταντόπουλο να κλάψουν για ρουσφέτια,
χαίρε που σ’ άφησαν κι αυτοί για να τσιμπήσουν κάτι
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Χάριν ζητών αμαρτιών μεγάλων και αρχαίων
ο υμνηθείς με Μολοσσόν, σπονδείον και τροχαίον,
ο μονοκόκκαλος σωτήρ και γίγας των γιγάντων,
ακούει αλληλούια παρά πασών και πάντων.

Ψάλλω τον λαοπρόβλητον εις την διαπασών
το βόμβαρδον και φλούγκελχορν με δύναμιν φυσών.

Χαίρε που σήμερα και συ γιορτάζεις τ’ όνομά σου,
χαίρε οπού περίλυπος θρηνολογώ σιμά σου,
χαίρε που τώρ’ αντί ευχών και ρόδων και παιάνων
μοιρολογώ την παύσιν σου μετά ξηρών λαχάνων,
χαίρε που Φαρμακόπουλοι τριγύρω παραστέκουν
και κάλτσες χειμωνιάτικες από μαλλί σού πλέκουν,
χαίρε που εξατμίσθησαν θυμιαμάτων κνίσσαι
κι ένας κολοκυθόσπορος για πάσσα τέμπο είσαι,
χαίρε λαμπρέ Θεόδωρε, Θοδώρα, Θοδωράκη,
χαίρε Αριστογείτονος εγγόνι και τσιράκι,
χαίρε το καταφύγιον των πολεμάρχων όλων,
χαίρε δεινέ πολέμιε ειρηνικών συμβόλων,
χαίρε ο δράκους δρασκελών μ’ ευρυσκελείς σκελέας
και πομφολύζων κεφαλάς με περικεφαλαίας,
χαίρε ο κρύπτων στας πτυχάς της νυκτικής σου ρόμπας
σουγιάδες, δόρατα, σπαθιά, καψούλια, σκάγια, μπόμπας,
χαίρε βεργόλιγνο κορμί ανδρός υπερυψήλου,
χαίρε ο χείρας κρεουργών για πήδημα του ψύλλου,
χαίρε ο μ’ εκθαμβώνοντας θριάμβους εκθαμβών,
χαίρε ο βομβαρδίνια και βόμβαρδα βομβών,
χαίρε που πάντα δαπανάς το αίμα σου ασώτως,
χαίρε που σ’ όλους φαίνεται στο τέλος Δον-Κισσώτος,
χαίρε στολή των Λαγκαδιών και γηραιά ελάτη,
χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.

Ώ Θοδωρή πανύμνητε, ο χόρτα συχνοτρώγων,
υπείκων στον ορθότατον του Βασιλέως λόγον,
ρύσαι ημάς εξ ανταρτών και πάσης αηδίας
ν’ ακούσεις αλληλούια εξ όλης μας καρδίας.

Τω υπερμάχω στρατηγώ πομπώδη νικητήρια
ως λυτρωθέντες των λιμών θερμά ευχαριστήρια.
Αλλ’ όμως έχοντες με σε το κράτος απροσμάχητον
οι Κορδονάτοι του λοιπού ας τρίβουν το στομάχι των.

Εκ των παντοίων στάσεων τας πόλεις ελευθέρωσε
κι ως ασκητής στην Κηφισιά τον βίον αφιέρωσε.
Διό φωνάζουν νηστικοί, φωνάζουν και χορτάτοι:
«χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτη.»


27 Σχόλια προς “Χαιρετισμοί του Θοδωρή, ανδρός λαοπροβλήτου”

  1. Μαρία said

    >ακολουθεί τη φόρμα του απολυτικίου των χαιρετισμών της Θεοτόκου

    Νικοκύρη όχι και απολυτίκιο, διόρθωσε παρακαλώ σε κοντάκιο. Τέτοιο μακρυνάρι ο Ακάθιστος Ύμνος ή Χαιρετισμοί δε θα μπορούσε να είναι απολυτίκιο.
    Πήγα σε καλύτερο κατηχητικό.

  2. Νέος Τιπούκειτος said

    Γερόντισσα, ρίξε κι ένα επιτίμιο τώρα!

  3. sarant said

    Μαρία, αν σκεφτείς ότι εγώ δεν πήγα σε κανένα κατηχητικό σε εμπιστεύομαι απόλυτα και το διόρθωσα!

  4. Μαρία said

    Πήγες, πήγες αλλά κομμουνιστικό.
    Μου κάνει εντύπωση οτι δεν αναφέρει καθόλου τη σουμάδα. Σουμαδάκιας ήταν το παρατσούκλι του Θόδωρου.
    Όσο για τα ονόματα αν εξαιρέσουμε τον αττικάρχη, ξέρω καναδυό ακόμα. Πρέπει να είναι βουλευτές του Εθνικού κόμματος.

  5. sarant said

    Τη σουμάδα την αναφέρει αλλού. Αν πρόσεξες, γίνεται λόγος και για τον Φιλάρετο. Είναι ο μετέπειτα ιδρυτής του Ριζοσπάστη, που παρασύρθηκε και δέχτηκε υπουργείο στη βραχύβια κυβέρνηση Κανελλόπουλου και μετά του το χτυπούσαν μια ζωή.

  6. Μαρία said

    >κι αυτόν τον Τσελεπίτσερη θα δούμε Καγκελάριον,

    Μόλις τσίμπησα ένα όνομα[απ’ αυτά που δεν ήξερα] ειδικά για τον Τιπού.
    Ο Τσελεπίτσαρης ήταν οπλαρχηγός στον ηπειροθεσσαλικό αγώνα κι απ’ τους γνωστότερους τύπους της Αθήνας.
    Στη διαδηλώση του 1890 που καθιέρωσε το κορδόνι ως σύμβολο του Εθνικού κόμματος οι διαδηλωτές είχαν μαζί τους για λάβαρο το τσαρούχι του Τσελ. Το ίδιο βράδυ σε άλλη διαδήλωση τον μπαγλάρωσαν, γιατί εκκρεμούσαν σε βάρος του κατηγορίες για επεισόδια που είχε προκαλέσει παλιότερα. Εννοείται οτι μετά τη σύλληψη ακολούθησε πετροπόλεμος.

  7. Μαρία said

    Ο Φιλάρετος κι ο Λεβίδης είναι απ’ τα ονόματα που ήξερα.

  8. Δὲν ἤξερα οὔτε τὸ ποίημα τοῦ ἀειπαμμέγιστου Σουρῆ οὔτε ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν παῦσι Δηληγιάννη κρυβόταν ὁ Συγγρός. Ἐνδιαφέροντα πράγματα!

  9. Alfred E. Newman said

    Και εγώ πήγα σε Κατηχητικό και σε ΧΜΟ και έχω και βραβεία για να το αποδείξω.
    Γιατί λοιπόν νόμιζα ότι ο Ακάθιστος Ύμνος είναι Οίκοι και κοντάκιο είναι το (συγγνώμην για την έκφραση) ρεφρέν «Τη Υπερμάχω…»;

  10. Μὰ ὲἶναι κοντάκιο ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 οἴκους. Κι ἐγὼ πῆγα κατηχητικό.

  11. Μαρία said

    Το κοντάκιο αποτελείται απο οίκους, εδώ 24.

  12. Μαρία said

    Τα κατηχητόπουλα συναντώνται.

  13. τὸ «τᾖ Ὑπερμάχῳ» δὲν εἶναι τὸ ἐφύμνιο τοῦ Ἀκαθίστου, ἀλλὰ τὸ προοίμιο, τὸ «χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε» εἶναι.

  14. Alfred E. Newman said

    «Ο «Ακάθιστος Ύμνος»: περιλαμβάνει το Απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει,» , το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,» , τους 24 Οίκους (στροφές) σε αλφαβητική ακροστιχίδα (Α – Ω) και δύο Εφύμνια (η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός) το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια».»
    Πηγή: http://orthodox-answers.blogspot.com/2009/03/blog-post.html

  15. Κοντάκιο λέγεται συνήθως η απαρχή (το προοίμιο) Εκκλησιαστικών Ύμνων που εξ αυτού και μόνο ολόκληροι οι ύμνοι αυτοί χαρακτηρίζονται τελικά και ως κοντάκια
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BF

    #14 ἔχεις δίκαιο τελικῶς, ἀλλὰ ὅ ὅρος ἔχει ἀπὸ χρόνια ἐπεκταθῆ.

  16. Immortalité said

    Καλά έχω μείνει bouche bée !

  17. Μαρία said

    http://www.ieropsaltis.com/afier_nov04.htm

  18. sarant said

    Αθανασία για ποιο λόγο έμεινες άφωνη; Για το ποίημα ή για τη συζήτηση περί κοντακίων και εκκλησιαστικής ορολογίας;

  19. Immortalité said

    Καλημέρα, καλή βδομάδα, καλό μήνα! Που ελπίζουμε να αποδειχθεί «γδάρτης» μόνο ως προς τις θερμοκρασίες… 🙂

    Για τη συζήτηση Νίκο για τη συζήτηση. Οχι μόνο τα ξέρουν αλλά τα θυμούνται κιόλας…

  20. Θα σας ρίξει αγιαστούρα ο Ρο.

  21. Μισιρλού... said

    Όμορφα!
    Βρήκα και κάποια άλλα ωραία για τον Τσελεπίτσαρη.

    Ο Τσελεπίτσαρης ήταν ένας λαϊκός τύπος φουστανελοφόρος της παλιάς Αθήνας. Αλβανός στη καταγωγή που το κανονικό του όνομα ήταν Τσέλιος Πίτσαρης που όμως είχε συμμετάσχει επικεφαλής μικρού σώματος στην επανάσταση της Θεσσαλίας του 1878 και είχε πολεμήσει στη μάχη της Μακρυνίτσας.
    Αργότερα μη έχοντας εργασία του προσφέρθηκε από τον Δήμο Αθηναίων θέση φανοκόρου που όμως ο Τσελεπίτσαρης δεν την δέχθηκε θεωρώντας την πολύ υποτιμητική για ένα «Καπετάνιο του Αγώνα» με συνέπεια να περιέλθει σε φτώχεια. Όμως για την κακοδαιμονία του περιερχόμενος τους δρόμους της Αθήνας αναθεμάτιζε τον Χαρίλαο Τρικούπη και πρωτοστατούσε σε όλες τις εναντίον του διαδηλώσεις. Έμπαινε επικεφαλής των διαδηλωτών ή εύρισκε «μαρίδα» παιδιών από γειτονιές και περιζωσμένος με το «κορδόνι», κομματικό έμβλημα του Θ. Δηλιγιάννη και υψώνοντας με τη γκλίτσα του ένα παλιοτσάρουχο, ως έμβλημα της έντιμης φτώχειας του κραύγαζε διάφορα συνθήματα ρυθμικά, μεταξύ των οποίων και χαρακτηριστικότερα ήταν: «κάτω ο πετρέλαιος», «κάτω ο πακετάκιας» υπονοώντας τον Τρικούπη που είχε υπαγάγει το πετρέλαιο και τον καπνό στο μονοπώλιο.
    Ο Τσελεπίτσαρης που διέμενε στη περιοχή του Θησείου πέθανε στα τέλη του 19ου αιώνα.

    Πηγή
    * «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου» τομ.17ος, σελ.899.

  22. […] Ενα κτηριο του 1890 δευτερο δημοτικο καποτε  και νηπιαγωγειο του Κρανιδιου σημερα. Δωρεα και αυτο οπως και στην Ερμιονη αλλα και ολητ ην Ελλαδα του Α Συγγρου. Συγγρος Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

  23. […] Ενα κτηριο παραδοσιακο  δευτερο δημοτικο καποτε  και νηπιαγωγειο του Κρανιδιου σημερα. Δωρεα και αυτο οπως και στην Ερμιονη αλλα και ολητ ην Ελλαδα του Α Συγγρου. Συγγρος Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

  24. […] Ενα κτηριο παραδοσιακο το δευτερο δημοτικο καποτε  και νηπιαγωγειο του Κρανιδιου σημερα. Δωρεα και αυτο οπως και στην Ερμιονη αλλα και ολητ ην Ελλαδα του Α Συγγρου. Συγγρος Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

  25. […] Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

  26. […] Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

  27. […] Ευεργετης ο κυριος αλλα και αμφιλεγομενη προσωπικοτητα.ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: