Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πού πάει το παϊτόνι;

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2010


Η φωτογραφία από την "Ε"

Το περασμένο Σάββατο, στη Θεσσαλονίκη, έγινε ένα περίεργο ατύχημα: ένα άλογο που έσερνε μια άμαξα με τρεις επιβάτες στην παραλία τρόμαξε από τη φλόγα του αερόστατου μιας κοντινής εκδήλωσης, αφηνίασε και έπεσε στη θάλασσα, μαζί με τον αμαξά και τον ένα επιβάτη –η μητέρα, λέει το ρεπορτάζ, πρόλαβε και πήδησε στο πλακόστρωτο μαζί με το αγοράκι της. Κανείς από τους ανθρώπους δεν έπαθε τίποτα, αλλά το καημένο το άλογο πνίγηκε· το βάρος της άμαξας το τράβηξε στον βυθό. Ο 61χρονος αμαξάς, που κάνει δεκαπέντε χρόνια αυτή τη δουλειά, περίμενε να το ανασύρουν για να το αποχαιρετήσει. Είναι περίεργη φάρα οι αμαξάδες και τ’ αγαπάνε τα ζώα τους. Όταν διάβασα για το ατύχημα (ή δυστύχημα;) της Θεσσαλονίκης είπα να γράψω κάτι, αλλά λόγω διακοπών το αμέλησα, οπότε το παρουσιάζω τώρα, με μια μικρή καθυστέρηση.

Τα αμαξάκια αυτά, με ένα άλογο, στη Θεσσαλονίκη τα λένε παϊτόνια. Έτσι τα λέγαν και στη Σμύρνη, αν δεν κάνω λάθος, όταν είχε ακόμα Ρωμιούς εκεί. Η λέξη μάλλον χρησιμοποιείται και σε άλλα μέρη της βόρειας Ελλάδας. Πάντως, εδώ στην Αίγινα, που κάνω διακοπές, έχει επίσης αμαξάκια που σε κάνουν βόλτα στην παραλία. Παλιά τα λέγαν μόνιππα, δηλαδή εγώ έτσι τα έμαθα όταν ήμουν μικρός από τον πατέρα μου, τώρα τα λένε αμαξάκια ή αλογάκια. Αμαξάκια θα έχει και σ’ άλλα μέρη –αν κάποιος ξέρει να τα λένε αλλιώς, ας το πει στα σχόλια.

Τα παϊτόνια, λοιπόν, νομίζω πως αυτή τη στιγμή είναι λέξη βόρεια ή και αμιγώς θεσσαλονικιά. Στην Αθήνα, πάντως, είναι μάλλον άγνωστη λέξη. Τα παλιότερα λεξικά (Δημητράκου) δεν την είχαν, το λεξικό του Παπύρου, που έχει ένα σωρό αρχαίες και μεσαιωνικές λέξεις επίσης δεν έχει το παϊτόνι, το ΛΚΝ φυσικά την έχει, και λέω φυσικά διότι το καλό αυτό λεξικό λημματογραφεί άφθονες βορειοελλαδίτικες λέξεις, ενώ το λεξικό Μπαμπινιώτη επίσης την έχει (τουλάχιστον στις νεότερες εκδόσεις, για την πρώτη δεν είμαι βέβαιος), ίσως λόγω της ενδιαφέρουσας ετυμολογίας της.

Διότι το παϊτόνι, αν και οθωμανικό δάνειο, έχει απώτερη καταγωγή στην ελληνική μυθολογία και παριζιάνικο άρωμα. Την ιστορία της λέξης δεν την ξέρουν όλοι, ευκαιρία να την αφηγηθούμε. Ο Φαέθων ήταν, θα θυμάστε από τη μυθολογία, γιος του Ήλιου. Ζήτησε χάρη από τον πατέρα του να τον αφήσει να οδηγήσει το άρμα του, αλλά έχασε τον έλεγχο και προκειμένου να κάψει τη Γη ο Δίας τον κεραυνοβόλησε. Τον 18ο αιώνα ονομάστηκε στα γαλλικά phaéton (προφέρεται «φαετόν») καταρχάς ο αμαξάς και στη συνέχεια ένας τύπος ελαφρού αμαξιού. Ίσως η ονομασία να δόθηκε ενσυνείδητα, επειδή τα αμαξάκια αυτά πήγαιναν γρήγορα και ήταν μάλλον ανασφαλή, ήταν σαν να λέμε τα σπορ αμάξια της εποχής. Πάντως η ονομασία έπιασε, πέρασε και στα αγγλικά (phaeton) αλλά και σε άλλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και τα τούρκικα, fayton και payton. Από εκεί, παϊτόνι στα ελληνικά εκτός Παλιάς Ελλάδας, στην Πόλη, την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη και τη Θεσσαλονίκη.

Το παϊτόνι δεν το ήξερα όταν ήμουν νέος, το έμαθα αργότερα, από θεσσαλονικιούς –αν και, ομολογώ, βόλτα με παϊτόνι δεν έχω κάνει, δηλαδή με αμαξάκι που να το λένε παϊτόνι· με μόνιππο έχω κάνει φυσικά. Μια φορά, στην πρώτη δημοτικού ενός σχολείου του εξωτερικού, που είχε κυρίως παιδιά από την Αθήνα, ο δάσκαλος, που ήταν θεσσαλονικιός, στο μάθημα με τα διαλυτικά, κοντά σε άλλες λέξεις έβαλε στα παιδιά και το ΠΑΙΤΟΝΙ και βέβαια κανένα παιδάκι δεν ήξερε τη λέξη –ο ίδιος, σε άλλο μάθημα, τους είχε βάλει την όζα, μιλάμε ήταν εντελώς μπαγιάτης. Αλλά δεν είναι εύκολο να χωνέψεις ότι μια λέξη που εσύ την ξέρεις από τα γεννοφάσκια σου είναι γενικώς άγνωστη –το έχω πάθει κι εγώ με τα πρωτοφανήσιμα φρούτα.

Υστερόγραφο: ατύχημα ή δυστύχημα ήταν το περιστατικό με το παϊτόνι; Κάποιος λαθολόγος έλεγε, με ύφος που δεν δεχόταν αντίρρηση: «όταν έχουμε νεκρό είναι δυστύχημα, αλλιώς ατύχημα». Οπότε, φαντάζομαι, αν σε κάποιο αυτοκινητιστικό (αυτοκινητικό για τον λαθολόγο) *τύχημα έχουμε βαριά τραυματίες που χαροπάλευαν, πρέπει να περιμένουμε να δούμε αν θα γλιτώσουν ή αν θα πεθάνουν για να ξέρουμε πώς θα αποκαλέσουμε το περιστατικό. Αλλά για νεκρά άλογα δεν έλεγαν οι οδηγίες.

204 Σχόλια προς “Πού πάει το παϊτόνι;”

  1. Abravanel said

    ήταν εντελώς μπαγιάτης

    Μπαγιάτης είναι – αποκλειστικά – ο προ/1912 ελληνορθόδοξος της Θεσσαλονίκης. Σήμερα μάλλον η λέξη «καρντάσι» έχει επικρατήσει για τους σαλονικιούς, (δάνειο από τους καραμανλήδες;). Προσωπικά προτιμώ το «παυλοκαταραμένοι» προς τέρψη Ανθιμου. 🙂

  2. silia said

    Γεννήθηκα στην Ξάνθη πριν … πολλά πολλά χρόνια . Ο πατέρας μου ήταν ένας μπον-βιβέρ Ρώσος εμιγκρέ . Φτωχός αλλά μπον-βιβέρ και εξαιρετικά μορφωμένος για την εποχή του . Ο πατέρας μου λοιπόν ,είχε μια λατρεία , με το παϊτόνι και κάθε που ήτανε γιορτή (Πάσχα , Πρωτομαγιά , Καθαρή Δευτέρα , Χριστούγεννα , και τις ονομαστικές μας γιορτές) μας πήγαινε βόλτα με ναυλωμένο παϊτόνι . Και όταν λέω «μας» , εννοώ εμένα και τις κολλητές και φίλους μου , γιατί ήμουν και μοναχοπαίδι . Στον δρόμο , πλήρωνε καμιά δραχμή επιπλέον στον αμαξά και μας μάθαινε να κρατάμε τα γκέμια και να οδηγούμε το μόνιππο , ακόμα και να ανεβοκατεβαίνουμε από το αμάξι ενώ αυτό ήταν εν κινήσει . Ακόμα , όταν επρόκειτο να πάμε στα … Νεκροταφεία οικογενειακά , πηγαίναμε πάντα με το παϊτόνι , γιατί ο μπαμπάς έλεγε , πως δεν υπάρχει πιο σοβαρή και επίσημη στιγμή από την επίσκεψη στους … Ασφοδελούς Λειμώνες …
    Έτσι λοιπόν … Το έγραψα όλο αυτό , για να σας πω , πως στην 10ετία του ’50 στην ακριτική Ξάνθη , ήταν γνωστό το παϊτόνι και μάλιστα χρησιμοποιόταν και σαν … ταξί .
    Καλά να περνάτε στις διακοπές σας .

  3. ΑΑ said

    «Είναι περίεργη φάρα οι αμαξάδες και τ’ αγαπάνε τα ζώα τους.»
    Γιατί περίεργη φάρα; Άμα ζείς απο το ζώο είναι δυνατόν να μη το αγαπάς; Εδώ ο άλλος πόναγε τη λατέρνα…πόσο μάλλον το άλογο 🙂
    Τύχη που την είχε όμως κι αυτό :-/

  4. Μαρία said

    >μάλιστα χρησιμοποιόταν και σαν … ταξί .

    Μέχρι και το 60τόσο απ’ το σιδηροδρομικό σταθμό γυρνούσα στο σπίτι με τη γιαγιά μου πάντα με παϊτόνι, που ήταν και πιο φτηνό απ’ την κούρσα, όπως λέγαμε ακόμα το ταξί.
    Χρησιμοποιούσαμε όμως παράλληλα και τη λέξη αμαξάκι.
    Ποτέ όμως δε φαντάστηκα οτι είναι ετυμολογικά συγγενές με το Φαέθοντα της Φόλξβαγκεν.

    Και τώρα βλέπω στο λεξικό οτι στα γαλλικά λέγεται έτσι κι ένα θαλασσοπούλι του ινδικού ωκεανού.

    Αυτό με το δάσκαλο είναι πραγματικό περιστατικό;

  5. Μπουκανιέρος said

    Λοντόνι

  6. Τι; Παϊτόνι το λέμε μόνο στη Θεσσαλονίκη;
    (Ένας κόσμος γκρεμίστηκε!)

  7. Μαρία said

    5 Τα πρόλαβες σε μη τουριστική χρήση;

  8. voulagx said

    #5 Μπουκαν, την καλημερα μου,καλως επανηλθες!
    Τωρα θα τη σπασω στους γκαγκαρους και τα καρντασια – που νομιζουν οτι μονο αυτοι, με την αιωνια αντιπαραθεση τους, ειναι Ελλαδα 🙂
    Γουγκλισα το λοντονι και επεσα πανω σ’ αυτο:http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:aLgUQBEhxngJ:el-gr.facebook.com/topic.php%3Fuid%3D261931815761%26topic%3D11935+%CE%9B%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9&cd=7&hl=el&ct=clnk&gl=gr
    Υποθετω οτι ο «τατας» στη φραση «Ο τάτας μου κονόμησε μπατέλο και κορίτο» ειναι ο πατερας, ειναι ετσι;
    (Αυτο δεν σημαιναι οτι ειναι η μονη αγνωστη λεξη για μενα, για να τα καταλαβω ολα χειαζομαι επτανησιωτικο λεξικο) 🙂

  9. voulagx said

    Μουφαγε το λινκο, εδω:
    http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:aLgUQBEhxngJ:el-gr.facebook.com/topic.php%3Fuid%3D261931815761%26topic%3D11935+%CE%9B%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B9&cd=7&hl=el&ct=clnk&gl=gr

  10. sarant said

    Ευχαριστώ σας όλους!

    Ναι, το ήξερα ότι το «μπαγιάτης» το χρησιμοποιούσα κάπως καταχρηστικά.
    Σίλια, πολύ ωραία η εικόνα με το παϊτόνι και την πιτσιρικαρία.
    Ναι, αυτό με τον δάσκαλο είναι πραγματικό περιστατικό, πριν 16 περίπου χρόνια, μπορεί και λίγο περισσότερο. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι οι λέξεις παϊτόνι και όζα δεν είναι πανελλήνιες.

    Ο τάτας θα μας πάει μακριά 🙂

  11. Σας το λέω χωρίς να το ψάξω – όπως το έχω στο μυαλό μου :
    Στο ατύχημα δεν υπάρχει υπεύθυνος άνθρωπος, ενώ στο δυστύχημα υπάρχει υπεύθυνος.
    Αν ο αετός αφήσει από ψηλά την χελώνα για να σπάσει το καβούκι της όταν χτυπήσει στο έδαφος, αλλά πέφτοντας αυτή χτυπήσει στο κεφάλι έναν διαβάτη, αυτό είναι ατύχημα.
    Οι συγκρούσεις των αυτοκινήτων είναι δυστυχήματα. Αν υποχωρήσει ο δρόμος λόγω κακής κατασκευής και πέσει το αυτοκίνητο σε λάκκο ή σε γκρεμό, είναι δυστύχημα. Αν γίνει σεισμός και ανοίξει ο δρόμος και πέσει το αυτοκίνητο στο χάσμα, είναι ατύχημα.

  12. Δημήτρης Φύσσας said

    Κλημέρα σε όλους. Μ¨εσα στα πολύ ενδιαφέροντα που γράφετε εδώ, σας θυμίζω ότι ο μέγας Ηλίας Πετρόπουλος -αυτοπολιτογραφημένος Σαλονικιός αν και Ηλείος- χρησιμοποιούσε συστηματικά στα γραπτά του τη λέξη παΕτόνι. Εγώ εκεί το συνάντησα, το ΄ψαξα κι έμαθα τη σημασία.

    Γεια σας, φεύγω διακοπές σε δυο ώρες.

    Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας

  13. Δημήτρης Φύσσας said

    Μανώλη κι εσύ εδώ; Καλημέρα φίλε.

    Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας

  14. Δημήτρης Φύσσας said

    Μου άρεσε και το αισχυλογενές παράδειγμα της χελώνας.

    Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας

  15. Νατάσα said

    Τον 18ο αιώνα ονομάστηκε στα γαλλικά phaeton (προφέρεται «παετόν»)

    Γιατί παετόν; Δεν θα έπρεπε να προφέρεται «φαετόν»;

  16. Rayman said

    Φαέθωνα, και όχι φαέθοντα!
    Φαεθόνιον, το (ουσ.): Μόνιππον άρμα δια μεταφοράν πιτσιρικαρίας είς παραλίας άστεων. Τη Δευτέρα θα σας πω πως το λένε στο Βόλο

  17. sarant said

    Καλές διακοπές, Δημήτρη Φύσσα! Ναι, λέγεται και παετόνι.

    Νατάσα, δίκιο έχεις, έγινε η διόρθωση, ευχαριστώ.

    Rayman, περιμένουμε 🙂

  18. Giannis said

    Και η προγιαγιά μου, με μητρικές την ποντιακή και τη ρωσική το έλεγε παϊτόνι. Δεν ξέρω όμως αν το έμαθε στη Σαλονίκη, ή το έλεγε έτσι και στην ΕΣΣΔ.

  19. ΣοφίαΟικ said

    Εγώ τη λέξη την είχα ξανακούσει αλλά νόμιζα ότι σήμαινε το κάρο, όχι την σικ άμαξα. Όσο για τον Φαέθονα της Φολκσβάγκεν, ε, ναι, τη σήμερον ημερα που δεν υπάρχουν άμαξες δεν πάει το μυαλό στο ότι ονόμασαν τη λιμουζίνα σαν την άμαξα.

  20. ΣοφίαΟικ said

    Εντωμεταξύ το ατύχημα περιλαμβανε μόνιππο και αερόστατο.
    Τι άλλο χαρακτηριστικό των αρχών του 20ου αιώνα είχε;

  21. Ηλεφούφουτος said

    sx. 20 Τον Τιτανικό.
    Αυτοί που ήσαν στα ψηλά πρόλαβαν και σώθηκαν.

  22. καλημερα και απο εμενα! για το Μπαγιατης δειτε τι εχω βρει: 1. «Μπαγιάτηδες» είναι προσηγορία των Σαλονικιών, είτε απο τον καφενέ ενός Μπαγιάτη που συγκέντρωνε τις διαβόητες γκρίνιες τους, (ως πριν πέντε χρόνια υπήρχε ένα καφενείο ενός Μπαγιάτη, κοντά στη συμβολή Σοφούλη με βασιλίσσης Όλγας) είτε από την λέξη «μπαγιάτης», νεολογισμός του τέλους του 19ου αιώνα γιά το γεροντοπαλλήκαρο, τον συντηρητικό στις απόψεις και άλλα συνεκδοχικά (Από http://petefris.blogspot.com/)

    2. Τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» ήταν μια ταβέρνα-παράγκα στη Θεσσαλονίκη, στην διασταύρωση Τσιμισκή με Νικηφόρου Φωκά. Ο ιδιοκτήτης της, Γιώργος Δαλαμάγκας δημοφιλέστατος τότε, μπαγιάτης, δηλαδή βέρος Σαλονικιός, ήταν ψηλός, κιμπάρης, χουβαρντάς. (www.hellenica.de)

    3. – Καλώς τον Δημήτρη … τι έγινε, δικέ μου; Πώς ήτανε το ταξίδι του μέλιτος; Ταϊτή κι έτσι, έμαθα … φοβερές παραλίες κι έτσι;
    – Νταξ ναούμ, καλές παραλίες έχει … αλλά και σαν τη Χαλκιδική δεν είναι …
    – Α, ρε μαλάκα … μπαγιάτης γεννήθηκες, μπαγιάτης θα πεθάνεις … γι’ αυτό σε γουστάρω, αγορίνα μου … στο http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:Z86x6h2onKEJ:www.slang.gr/lemma/show/mpagiatis_5318:%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%82&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr&client=firefox-a
    Οσο για το καρντασης δεν ειναι δανειο απο τους καραμανληδες. Ειναι τουρκικη λεξη που σημαινει αδελφος. Μεταξυ των προσφυγων που κατεκλυσαν την Μακεδονια και Θρακη κατεληξε να εννοειται αυτος που ειναι απο την ιδια ρατσα, φυλο , καταγωγη σε αντιδιαστολη με τους γηγενεις!!
    και κατι αλλο στην μεταφραση του payton στα τουρκικα βγαινει Φαεθων…αρα και στην τουρκικη γλωσσα ειναι δανειο οπως γραφεται και πιο πανω!! ευχαριστω!!

  23. Να σας αφήσω ένα φρέσκο ψαράκι; » Το λιβανέζικο πλοίο «Μαριάμ», που επανδρώνεται αποκλειστικά από γυναίκες ακτιβίστριες, ετοιμάζεται να σαλπάρει τις προσεχείς ημέρες για τη Γάζα.» To ψάρεψα από εδώ .

  24. Χρηστος Κ. said

    Παϊτον λεγοταν στη Δραμα. Κι ειχε πολλα μεχρι τα τελη της δεκαετιας του 70. Θα σκαναρω τη φωτο και θα τη στειλω το απογευμα (ευσεβης ποθος). Παϊτονιερηδες οι οδηγοι. Ειναι πολυ σικ το τελευταιο καιρο να ερχεται η νυφη στην εκκλησια με παϊτονι. Εναντι αδρης αμοιβης βεβαια.

  25. Εμείς δεν κάναμε διακρίσεις στους αραμπάδες, όμως γνώριζα και το παϊτόνι.

    Το περιστατικό:

  26. Immortalité said

    Πάντως αυτή η όζα με είχε συγκλονίσει…
    Ξέρουμε ετυμολογία; με το όζω καμία σχέση;

    Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι και ο σουβλατζής έμεινε άφωνος όταν του είχα παραγγείλει μια γυρόπιτα με απ’ όλα. (Πριν συνειδητοποιήσω ότι στο «απ’ όλα» συμπεριελαμβανόταν και μουστάρδα και κέτσαπ αλλά καθόλου τζατζίκι…)

  27. sarant said

    Ευχαριστώ και πάλι όλους.

    Το Λεξικό Τριανταφυλλίδη, που έχει (φυσικά) την όζα, δίνει ερωτηματικό στην ετυμολογία της.

  28. ἤμουν μπροστὰ ὅταν ἀνεσύρετο νεκρὸς ὁ ἵππος.

    Ἰμμόρ, στὴν Κρήτη τὸ ἀπ’ὅλα συμπεριλαμβάνει γιαούρτι, δὲν δικαιοῦσαι νὰ μιλᾷς. φυσικὰ καὶ τὸ τζατζίκι εἶναι προαιρετικό. ἄντε μάθετε νὰ τρῶτε ἐπιτέλους!!!

  29. kanali said

    λαντίνι, παλιά στην Κέρκυρα

  30. @16: Εχμ, Φαέθοντα και ΟΧΙ «Φαέθωνα»! (Τι Τιπούκειτος θα ήμην άλλωστε.)

    Στον Βόλο το αμαξάκι το λέμε αμαξάκι. Παϊτόνια και τέτοια δεν παίζουνε.

    Η όζα είναι το μανό, που λένε;

  31. @29: Το λαντίνι είναι από το λαντώ, landau, να υποθέσω; (LANDAU: Voiture hippomobile suspendue à quatre roues comportant deux banquettes se faisant vis-à-vis et une capote formée de deux soufflets s’ouvrant et se fermant à volonté)

  32. Palavra said

    Κατά πάσα πιθανότητα, το όζα είναι δάνειο από το τουρκικό oje, που επίσης σημαίνει μανό, και που μάλλον το έχουν δανειστεί τα τουρκικά από κάπου (αλλά δε βρίσκω από πού… 😦 )

  33. sarant said

    Και λαντίνι και λοντόνι; Όπως οι Εσκιμώοι έχουν 30 λέξεις για το χιόνι [δεν έχουν στην πραγματικότητα], έτσι και οι Κερκυραίοι για τις άμαξες, φαίνεται 🙂

    Παλάβρα, περιμένουμε διαλεύκανση!

    Κορνήλιε, τώρα οι πολυπληθείς θαυμάστριές σου δεν έχουν παρά να χτενίσουν καρέ-καρέ το βίντεο του 25 για να μαντέψουν ποιος από τους ευσταλείς 25χρονους είσαι!

  34. Ο λαθολόγος είπε τίποτα για μερική ή ολική ανικανότητα; Ασφαλιστή μου θύμισε.
    Ο άτυχος πως διαφέρει από τον δύστυχο;

  35. voulagx said

    #26 Ιμμορ, περι οζας και μανο εδω: http://www.λέσχη.gr/forum/showthread.php?187-%C1%ED-%F3%EF%F5-%F4%E5%EB%E5%E9%FE%F3%E5%E9-%F4%EF-%EC%E1%ED%FC-%F0%E9%DC%F3%E5-%F4%E7%ED-%FC%E6%E1!

  36. Μπουκανιέρος said

    7
    Μαρία όχι – δηλ. στην εποχή μου είχε (σχεδόν) μόνο ψυχαγωγική χρήση.
    [το «σχεδόν» επειδή θυμήθηκα κάποιες εξαιρέσεις, που όμως πρέπει να θεωρηθούν περιθωριακές]
    Σε κανονική χρήση πρόλαβα βέβαια τη λίσα, το χωριάτικο αμάξι.
    Αλλά γι’ αυτό έχω γράψει σε παλιότερο νήμα, νομίζω.

  37. Μπουκανιέρος said

    Βουλάγξ φίλε μου, γεια σου.
    Το θέμα με τα διάφορα τυποποιημένα νεο-φολκλόρ (λινκ 9) σηκώνει μεγάλη κουβέντα.

    Τώρα, από γλωσσική άποψη μόνο, σε τέτοια κείμενα βρίσκω, ανάκατες, λέξεις που τις χρησιμοποιώ κάθε μέρα, λέξεις που μου θυμίζουν την παιδική μου ηλικία, λέξεις που τις ξέρω μόνο από βιβλία ή από παγιούς, καθώς και λέξεις άγνωστες ή που τις βρίσκω εξεζητημένες. (Κάτι ανάλογο ισχύει και για τις καταστάσεις.) Είναι υποκειμενικό, σύμφωνοι, κι ίσως δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

    Πάντως δεν βρίσκω πολύ θετικό αυτό το στιλ – είναι κάπως σα να λένε ότι οι ντοπιολαλιές κάνουν μόνο για καλαμπούρια και για καραγκιοζιλίκια.

  38. Immortalité said

    @ 35 Βουλάγξ η παραπομπή σου είναι ανενεργή. 🙂

    @ 28 παρ.2 Να με συγχωρεί η χάρη σου Κορνήλιε, αλλά σιγά που θα μας πεις να μάθουμε και να τρώμε! Εσείς που τρώτε ανακατεμένη και κέτσαπ και μουστάρδα! Και κανονικά στο απ’ όλα είναι τζατζίκι αντί γιαούρτι, αλλά επειδή μερικοί καθώς πρέπει δεν τρώνε το σκόρδο τα περισσότερα βάζουν γιαούρτι που είναι πιο λάιτ και αμα φιλήσεις και κανένα μετά δεν σε παρεξηγεί… 😉

    @30 al.3 Exactement!

  39. voulagx said

    #37 Μπουκαν, συμφωνω – και ιδιως με την τελευταια σου φραση.
    Αλλα να διευκρινισω κατι, σε ρωτησα αν «τάτας» ειναι ο πατερας γιατι στα βλαχικα: τάτου = πατερας. Δεν ξερω και δεν μπορω να φαντασθω καποια σχεση μεταξυ τους, ελεγα μηπως ξερεις απο που προερχεται ο τατας.

  40. voulagx said

    #38 Σορρυ, Ιμμορ, μπορεις να κανεις το εξης:
    Γκούγκλισε τη φραση «Αν σου τελειωσει το μανό,πιάσε την όζα» και κλικάρισε στο πρωτο αποτέλεσμα της αναζητησης.
    Εχει και αλλα ενδιαφεροντα! :mrgreen:

  41. ἡ κέτσαπ καὶ ἡ μουστάρδα γιατί νὰ μὴ τρώγωνται ἀνακατεμένες; τί αἴσχη εἶναι αὐτά; ἡ χάρι μου θὰ σκεφτῃ ὰν θὰ σὲ συγχωρήσῃ. πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἀναχωρήσῃ γιὰ ὁλιγοήμερη ἀναψυχὴ μετὰ ποδηλασίας.

    ΥΓ βαρέθηκα τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ σκανδαλίζονται ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ σκόρδου καθ’ἣν στογμὴν γεμίζουν τὸν ἀέρα δίπλα τους μὲ ντουμάνι ἀπὸ τὸ τσιγάρο τους.

    ΥΓ ἐγὼ ὅταν μικρὸς ἄκουσα ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι λένε τὴν ὄζα μανὸ σκέφτηκα περίπου ὅτι «εἶναι τρελλοὶ αὐτοὶ οἱ Ἀθηναῖοι». σήμερα ἁπλῶς περιορίζω τὰ εἰσαγωγικὰ στὴν τελευτία λέξι τῆς φράσεως. 🙂

  42. Μπουκανιέρος said

    41β
    Κορνήλιε μην κάνεις άστοχες συγκρίσεις!
    (τους βάζεις ιδέες και θ’ απαγορέψουν και τα σκόρδα)

  43. Μπουκανιέρος said

    #39
    Βουλάγξ, ίσως σε τέτοιες λέξεις δεν έχει πολύ νόημα να ψάχνουμε για ετυμολογία.
    Π.χ. σε πολλές γλώσσες η (οικεία) λέξη για τον πατέρα είναι μια επανάληψη (ή περίπου επανάληψη) της συλλαβής pa ή ta (αλλού ba ή da).
    Κάποιος γλωσσολόγος (νομίζω ο Γιάκομπσον) είχε υποστηρίξει ότι υπάρχει «φυσική» αιτία εδώ, π.χ. για τις συλλαβές pa και ta, μέγιστη αντίθεση ανάμεσα σε κλειστό, μη ηχηρό, στιγμιαίο σύμφωνο και το πιο ηχηρό κλπ φωνήεν (παναπεί: είναι ευκολοπρόφερτες και εύκολα διακριτές συλλαβές).
    Και παρόμοια για το μαμά κλπ.

    Τώρα, το «τάτας» σε μας το θεωρώ απαρχαιωμένο και δε νομίζω να λέγεται σήμερα. Σου αφιερώνω όμως μια παλιά παροιμία:
    «Τον πρώτο χρόνο είναι γαμπρός,
    τον δεύτερο είναι τάτας,
    τον τρίτο χρόνο γάιδαρος
    να κουβαλεί να τρώνε»

  44. voulagx said

    #43 Σ’ ευχαριστω Μπουκαν, πολυ πιο κατατοπιστικος απ’ ο,τι μπορεσα να βρω στο γκουγκλ, να’σαι καλα!

  45. #42 νομίζω πὼς ἡ προοπτικὴ ἀπομακρύνεται μετὰ τὴν ἀποπομπὴ ἐκ τῆς ΝΔ θυγατρὸς γνωστοῦ βαμπίρ.

  46. Μια και μπήκαμε σε παροιμίες με τον τάτα έω και μια απο την περιοχή των Ιωαννίνων: «έλα μάνα να σ’ δείξω που το ‘χει ο τάτας», με την έννοια της παροιμίας με τον παππού και τα αμπελοχώραφα.
    Χωρίς να διαφωνώ με όσα λέγονται στο #43, να πω ότι ο τάτας στα ελληνικά μου φαίνεται πιθανό να έχει έρθει από τις σλαβικές γλώσσες. Βέβαια, αν η λέξη απαντάται και σε ελλ. ιδιώματα που δεν έχουν σλαβικά δάνεια, τότε η σκέψη μου δε στέκει. Έχω σπάσει το χέρι και δε μπορώ να το ψάξω παραπάνω τώρα.

  47. Μπουκανιέρος said

    #45
    Ναι, αλλά οι αντισκορδικές δυνάμεις καραδοκούν (όπως μας θύμισε κι η Ιμόρ παραπάνω).

    Και ξέρεις πώς γίνονται αυτά τα πράγματα, σταδιακά, πρώτα θα ακριβύνουν τα σκόρδα (με ειδικό φόρο υπέρ της δημόσιας υγείας ή κατά της κακοσμίας), μετά θα απαγορευτεί η σκορδοφαγία σε δημόσιους χώρους, πιο μετά θα μας βάζουν να κάνουμε σκορδοτέστ (όπου θα φυσάμε την ανάσα μας σε ειδικές σακουλίτσες), ύστερα θα γίνει της μόδας η (ήδη ξακουστή) light σκορδαλιά χωρίς σκόρδο, ενώ στο μεταξύ θα έχουν εμφανιστεί στατιστικές που θα αποδεικνύουν επιστημονικά ότι το σκόρδο ευθύνεται για όλα, πρακτικά, τα είδη του καρκίνου – και αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου π.χ. στο οπισθοδρομικό Ιράν, και πάει λέγοντας (η συνέχεια στις οθόνες σας).

  48. καὶ στὸν Ὅμηρο «τέττα» ὡς ὑποκοριστικὸ τοῦ «πατήρ».

  49. silia said

    @ 48 Κορνήλιος
    «καὶ στὸν Ὅμηρο “τέττα” ὡς ὑποκοριστικὸ τοῦ “πατήρ”»
    Εντυπωσιακό αυτό που είπατε .
    Σκέφτομαι μήπως και το αμερικάνικο «daddy» , τελικά βγήκε από το «τέττα» (υποκοριστικό του «πατήρ» ) …

  50. sarant said

    Όπως λέει και ο Μπουκανιέρος στο 43, στις μωρουδίστικες λέξεις δεν έχει νόημα να αναζητούμε ετυμολογία.

    Γρηγόρη, περαστικά!

    Ο τάτας υπάρχει σε διάφορα μέρη, πάντως.

  51. Ευχαριστώ!

  52. voulagx said

    #47 Ωχ,ωχ, Μπουκαν μη τους βαζεις ιδεες!
    Δηλαδη, εψες που εφαγα σκορδο και καπνισα κανα-δυο (μην το παρεις …τοις μετρητοις) τσιγαρα ημουν – κατα τον Κορνηλιο – εντελως «εκτος σαβουαρ-βιβρ»! 👿

    #48 Κορνηλιε, στα βλαχικα τετα = θεια (φαινεται του αλλαξαμε τα φωτα) 😛

    Sarant,ειχες δικιο,ο τατας μας πηγε πολυ μακρια, πολυ γαϊδαρος ρε παιδακι μου, σηκωνει βαρη και δεν κλαταρει!

  53. Ένα παρόμοιο περιστατικό, συνέβη πριν περίπου 5 χρόνια στη παραλία του Βόλου, όταν άλογο και άμαξα έπεσαν στη θάλασσα με αποτέλεσμα να πνιγεί το άτυχο άλογο. Ο «Στέλλιος», έτσι λεγόταν το άλογο δεμένος με τους ιμάντες στην άμαξα παρασύρθηκε στο βυθό της θάλασσας. Θυμάμαι: Όλοι κλάψαμε τότε τον «Στέλλιο» γιατί ήταν ένα όμορφο και συμπαθητικό άλογο.

  54. αλεξια said

    Η μητερα μου, που ειναι απο τη Θασο, το ονομαζει παϊτόνι, ενω τη λεξη μονιππον πρωτη φορα την ακουμε στη ζωή μας.

  55. «…Είναι περίεργη φάρα οι αμαξάδες και τ’ αγαπάνε τα ζώα τους….»
    Νομίζω ότι περίεργη* είναι η φάρα αυτών που δεν αγαπάνε τα ζώα. Ειδικά ένα άλογο είναι εντελώς αδύνατο να μην το αγαπήσεις, λυπήθηκα πολύ για την ιστορία που διάβασα. Για κάποιον παράξενο λόγο το μόνο ζώο που αγαπάει τη φωτιά είναι ο άνθρωπος.

    *προς 40ντάκο: στο ίδιο πνεύμα με το ατύχημα-δυστύχημα θεωρώ ενδιαφέρων ένα άρθρο με τη σχέση παράξενος-περίεργος. Γενικότερα όμως νομίζω ότι κάνουμε κατάχρηση του όρου «περίεργος» ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το «παράξενος».

    #41 Κορνήλιος έφη «…ἐγὼ ὅταν μικρὸς ἄκουσα ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι λένε τὴν ὄζα μανὸ σκέφτηκα περίπου…»
    Σε ποιους Αθηναίους αναφέρεσαι; Στους εκ Πατρών; Εξ Άργους; Εκ νήσων; Μικρασιάτες; ….; Υπάρχει Αθηναϊκή γλώσσα; Σε έναν επιλεγμένο στην τύχη σύνδεσμο βλέπουμε ότι αι Αθήναι κατά το 1821 είχαν πληθυσμό 11.000 τη στιγμή που η Θεσσαλονίκη μετρούσε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες, ακόμη και το Σούλι είχε περισσότερους. Επομένως γλωσσικά, διατροφολογικά αλλά και νεοπολιτισμικά μάλλον οι Αθηναίοι πρέπει να κάνουν την αυτοκριτική τους και όχι να διδάσκουν τους «1000 και έναν τρόπους για να αλλοιώσετε τον πολιτισμό σας».

    Στο περί σκόρδων είναι ζήτημα που υπάγεται στη θεωρία της σχετικότητας. Στην αρχαία εκκλησία του δήμου βρομοκοπούσε σκορδίλα αλλά έτρωγαν όλοι και δεν νομίζω να τους ενοχλούσε. Νομίζω ότι η σκορδίλα είναι μια χαρά, κάνει και καλό στην υγεία.

    Περί δυστυχήματος ή ατυχήματος. Νομίζω ότι είναι και πάλι σχετικό, αν νομίζουμε δηλαδή ότι κάτι γίνεται λόγο ελλείψεως τύχης (η θεά τύχη που είναι ή παρούσα ή απούσα) ή λόγω της κακής τύχης. Ίσως θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε τα λήμματα με την δυστυχία ως συναίσθημα που αφήνουν πίσω τους τα κακά συμβάντα. Νομίζω ότι το πρωτογενές είναι το ατύχημα που επεκτείνεται σε δυστύχημα κατά περίπτωση.

  56. Μισίρκωφ said

    σωστά , καρντάσι είναι ασιατικό τουρκικό δάνειο που χρησιμοποιείται ευρέως από τους τουρκόφωνους πατριαρχικούς έποικους της θεσσαλονίκης
    μακεδόνες δεν έχω ακούσει να το χρησιμοποιούν…
    αντίθετα η λέξη τάτα χρησιμοποιείται ευρέως από τους ευρωπαίους μακεδόνες ως υποκοριστικό του τάτκο/πατέρας και σημαίνει μπαμπάς…
    παππούς στη μακεδονική μητρική γλώσσα σημαίνει ντέντο και τατκοβίνα-πατρίδα

  57. Και στα Γιάννενα παλιά μέχρι τη δεκαετία του 60 παϊτόνια τα λέγαμε.
    javger.

  58. sarant said

    Ευχαριστώ και πάλι.

    Να προσθέσω ότι η ξαδέρφη μου, αιγινήτισσα μεν, που σπούδασε όμως στη Θεσσαλονίκη και που κατοικεί εκεί καμιά δεκαετία, τα αμαξάκια τα λέει άμαξες ή μόνιππα, ενώ αγνοεί τη λέξη «παϊτόνι».

  59. Μισίρκωφ said

    από ότι γνωρίζω οι καραμανλήδες είχαν μητρική γλώσσα την τουρκική και εκπαιδευτική την πατριαρχική…
    για αυτό επικοινωνούσαν στην ιδιωτική αλληλογραφία τους στα τουρκικά με ελληνικό αλφάβητο…
    βέβαια δεν γνωρίζω πως επικοινωνεί ο βούδας της ραφήνας ιδιωτικά ..
    αν και αυτός έχει δηλώσει παρά την προφανή τουρκική του καταγωγή μακεδόνας=έλληνας..
    ένας εκ των 2,5 εκατομμυρίων ελλήνων πολιτών…
    τώρα, γιατί δεν τον συμμάζεψαν οι ευρωπαίοι και αμερικάνοι συνομιλητές του και φθάσαμε στη σημερινή οικονομική και εξωτερικοπολιτική χρεωκοπία , μάλλον χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης…

  60. Μπουκανιέρος said

    #58
    Νίκο, κι εγώ αγνοούσα τη λέξη παϊτόνι (κι ας έζησα χρόνια στη Σαλονίκη) μέχρι που την είδα εδώ. Να σου πω μάλιστα την αλήθεια, όταν είδα τον τίτλο νόμιζα ότι ήταν κάποιο καλαμπούρι (ή ραμόνι).

    Όσο για το «μόνιππο», το θεωρούσα καθαρά λέξη των βιβλίων και δε φανταζόμουνα ότι κάποιοι το λένε σταλήθεια. Θα περίμενα να τ’ ακούσω μόνο, ξερωγώ, σε κάνα θεατρικό του Ξενόπουλου, σε κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

  61. Immortalité said

    @ 58 και 60 και γω μολονότι έχω ισχυρές, μακροχρόνιες και πολύ στενές σχέσεις με τη Θεσσαλονίκη το παιτόνι πρώτη φορά το άκουσα. Την όζα πάλι από τη δευτερη μέρα που έμεινα εκεί (είναι που είχα ξεχάσει να πάρω μανό μαζί μου…).

  62. καλημερα!! το tata στην ρουμανικη γλωσσα σημαινει πατερας. Πιθανον να προκειται για βλαχικη λεξη. Τι συμπεραινω; πως τα Βαλκανια ειναι κοινος τοπος ολων μας και τα τεχνιτα συνορα δεν εχουν επιρρεασει καθολου τις κοινες ριζες ειτε αυτες ειναι πλιτισμικες, διατροφικες, θρησκευτικες κλπ. Αυτο που ειναι γεγονος ειναι πως στη Βορει Ελλαδα και μεταξυ των νεωτερων γενιων των προσφυγων απο τη Μικρα Ασια και Θρακη δεν λενε αμαξα ή πολυ περισσοτερο μονιππον αλλα επιμενουν να λενε παιτονι!! τωρα πως γινετα αυτο ας το λυσουν οι γλωσσολογοι και οι εθνολογοι!!

  63. @49: Το daddy, που δεν είναι αμερικάνικο (πβ. το ουαλικό hen-dad, που θα πει «παππούς»), συγγενεύει και με το τέττα, με το άττα, με το νεοελληνικό (π.χ. ηπειρώτικο) τάτα, με το κυπριακό τατάς (=νονός) κτλ κτλ κτλ.

    @61: ισχυρές, μακροχρόνιες και πολύ στενές σχέσεις με τη Θεσσαλονίκη

    Καλά, ντε, το πιάσαμε το υπονοούμενο! 🙂 🙂 🙂

  64. Μπουκανιέρος said

    63
    Πάντως, Τιπού, ο μπαμπάς είναι tad, και το πρώτο d στο hendad προέρχεται από (φυσιολογική για τη γλώσσα) «αλλοίωση».
    (hen σημαίνει γέρος, αλλά και παλιός, αρχαίος κλπ. Hendad βασικά σημαίνει, νομίζω, πρόγονος, και μόνο δευτερευόντως λέγεται για τον παππού – για τον οποίο η κανονική λέξη είναι tad-cu)

  65. saravas said

    Έχω την αντύπωση πως και το Παετόνι πήρε την ονομασία του από κάποια εταιρεία(;) που κατασκεύαζε μόνιππα ….. όπως και η περίφημη γνωστή Ρομβία ..

  66. @64: Αμάν, είχα ξεχάσει ότι συχνάζουν εδώ Κερκυραίοι Ουαλλοί της Καραϊβικής! Ευχαριστώ πολύ πάντως για τις διορθώσεις. Το tad, αν μη τι άλλο, βρίσκεται ακόμα πιο κοντά στον τάτα.

  67. Zazula said

    #32: Παλάβρα, για την ετυμολογία τού oje βλ. εδώ: http://www.nisanyansozluk.com/?k=oje

  68. Palavra said

    @33: Ο σύνδεσμος του Ζάζουλα(μιλ μερσί, Ζαζ!) ετυμολογεί από το γαλλικό augée, το οποίο βλέπω ότι σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ταΐστρα. Ίσως παλιότερα σήμαινε και κάποιο άλλο είδος περιέκτη, που μέσα έμπαινε η βαφή για τα νύχια, και προήλθε από εκεί.

  69. sarant said

    Το auge χρησιμοποιείται για ένα σωρό δοχεία/περιέκτες σε διάφορες τεχνικές χρήσεις.

  70. Rayman said

    tip, ti ta thelw kai mplekomai me tous phaethontes… 😉

  71. Immortalité said

    @63 Τιπούκειτε μου φαίνεται ότι ό,τι θες καταλαβαίνεις 😉

    Ο σύνδεσμος του Ζάζουλα(μιλ μερσί, Ζαζ!) ετυμολογεί από το γαλλικό augée, το οποίο βλέπω ότι σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ταΐστρα. Δεν είναι λίγο παράλογο να ετυμολογείται μια λέξη από τα γαλλικά και να μην προέρχεται από την λέξη που δηλώνει το αντικείμενο αλλά από μια άσχετη; Λέω τώρα…

  72. Palavra said

    @71: (με ντισκλέιμερ γιατί μπορεί να μην εννόησα :)) Όπως το κατάλαβα και από την εξήγηση του ετυμολογικού λεξικού στο οποίο παραπέμπει ο Ζάζ, η λέξη χρησιμοποιούταν για να περιγράψει το δοχείο το οποίο περιείχε τη βαφή για τα νύχια, οπότε λογικά η βαφή ονομάστηκε έτσι κατ’ επέκταση. Δεν έχω κανένα πρόχειρο παράδειγμα, ωστόσο έχω την εντύπωση ότι αυτό συμβαίνει γενικότερα στις γλώσσες.

  73. Zazula said

    Παλάβρα, είναι η περίπτωση (ι) εδώ (http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=3791):
    μια συσκευασία δηλώνει το περιεχόμενό της, π.χ. “καπνίζω ένα πακέτο τη μέρα” αντί “είκοσι τσιγάρα”.
    [ΣτΖ: Στην περίπτωση αυτή κατά το ΛΚΝ έχουμε μετωνυμία, κι όχι συνεκδοχή — ενώ κατά το ΛΝΕΓ συνιστά υπαλλαγή]

  74. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, στο πεζογράφημά του «Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης», Άγρα 2009 (πρώτη κυκλοφορία 1998, συνεγράφη το 1945), το αναφέρει φαετόνι:

    «(…) εις το ξύλινον κατάστρωμα της οδού έν ρεύμα σχεδόν αδιάκοπον από αμάξας παντός είδους –κουπέ, βικτώριες, λαντώ, tilburies και φαετόνια– παρήλαυνον ακαταπαύστως (…)»

  75. Immortalité said

    @ 72 Εννοείται ότι η απορία μου δεν είχε τίποτα το προσωπικό. Απλά στα γαλλικά το μανό είναι vernis à ongles ή vernis σκέτο. Τώρα αν το μπουκαλάκι το λέγανε augée επειδή δεν είναι σύνηθες ούτε στη Γαλλία να αναφέρονται στο μανό με το μπουκαλάκι γιαυτό μου φάνηκε τραβηγμένη ετυμολογία.

    Πάντως, με την κουβέντα διαπίστωσα ότι το ΛΚΝ στο λήμμα: μανό δίνει την εξής εξήγηση : μανόν το [manón] & μανό το [manó] O (άκλ.) : η όζα. [σήμα κατατ.(;)] Δηλαδή εξηγεί μια λέξη με μια άλλη που δεν είναι πανελλήνιας εμβέλειας. Δεν θα ήταν πιο λογικό να γράψει: το βερνίκι νυχιών, η όζα ;

  76. Αγγελος said

    ‘Όχι πως ενδιαφέρει κανέναν, αλλά πάντως εγώ, Αθηναίος αναντάν και μάλιστα από μάνα που έβαφε συστηματικά τα νύχια της, το προϊόν αυτό μόνο «βερνίκι νυχιών» το ήξερα. «Μανόν» το πρωτοάκουσα από μια επίσης Αθηναία συνάδελφό μου στα 35 μου(!), «όζα» δε μόνον όταν εγνώρισα τη Θεσσαλονικιά γυναίκα μου λίγα χρόνια αργότερα. Από την ίδια πρωτοάκουσα τα «παετόνια» (αν και θυμόμουν τη γαλλική λέξη από τις Malheurs de Sophie…), προκάλεσα δε γενική θυμηδία την πρώτη φορά που βγήκαμε μαζί σε ταβέρνα και ζήτησα «κοπανιστή» (στη Θεσσαλονίκη τη λένε «τυροκαυτερή»).

  77. Immortalité said

    @ 76 προκάλεσα δε γενική θυμηδία την πρώτη φορά που βγήκαμε μαζί σε ταβέρνα και ζήτησα “κοπανιστή” (στη Θεσσαλονίκη τη λένε “τυροκαυτερή”). Μήπως το εννοείς ανάποδα; Και δω τυροκαυτερή το λέμε

  78. Zazula said

    Σερραίος ων, επιβεβαιώνω ότι το κοπανιστή (μαζί με το μανόν) το πρωτάκουσα στην Αθήνα, ότι το μόνιππο δεν το άκουσα αλλά μόνο το έβρισκα γραπτό, κι ότι στα μέρη μου άκουγα τυροκαυτερή (αυτή την έτρωγα κιόλας), παϊτόνι και όζα.

  79. Από τη μάνα της η τυροσαλάτα ήταν πάντα καυτερή (και κανείς δεν αμφέβαλλε ότι τυρί=φέτα 😛 ). Το πλεοναστικό συνθετικό θυμάμαι να προστέθηκε μέσα δεκαετίας 90 ως διευκρίνιση προς τους ευαίσθητους ουρανίσκους.

  80. sarant said

    Εγώ πάντως θυμάμαι έναν Θεσσαλονικιό μάγειρα που έφτιαχνε ‘χτυπητή’ και έλεγε κιόλας «η δική μου χτυπητή είναι αχτύπητη» 🙂 όμως ίσως ήταν in partibus infidelium, αν λέγεται έτσι αυτή η λατινικούρα.

    ΠΛάκα-πλάκα, βρήκαμε και την ετυμολογία της όζας, που δεν την είχε το ΛΚΝ!

  81. Immortalité said

    @ 79 (και κανείς δεν αμφέβαλλε ότι τυρί=φέτα 😛 ) Ε! όχι και κανείς! «Τυρί με το φαί θες;» «Τι τυρί;» «Τυρί» «ε καλά βάλε», «Α! φέτα εννοείς!» «Ε αυτό δεν είπα; Τυρί!»

    Συνεννόηση μπουζούκι 🙂

    Νίκο νομίζω έχεις δίκιο για τη χτυπητή. Κοπανιστή νομίζω τη λένε σε μερικά νησιά του Αιγαίου αλλά η μνήμη μου με απατάει συνεχώς και αδιαλείπτως… Πάω να πιω ένα καφέ μπας και συνέλθω από τη ζέστη…

  82. penthilos said

    Εψαξα τη διαφορα μεταξυ ατυχηματος και δυστυχηματος. Το ΛΚΝ θεωρει το ατυχημα ελαφρυτερο απο το δυστυχημα.

    ατύχημα : δυσάρεστο γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα υλική ζημιά, τραυματισμό κτλ.

    ενω δυστύχημα : πολύ σοβαρό ατύχημα: Aυτοκινητιστικό / αεροπορικό ~

  83. voulagx said

    #81 Ε, οχι και συνεννοηση μπουζουκι, Ιμμορ! Οταν λεμε τυρι εννοουμε τυρι, το θεμα ειναι ποσες φετες τυρι θα φας! 😛

  84. Immortalité said

    @ 83 Βουλάγξ douze points!

  85. Χρηστος Κ. said

    Ωραια! Η διαφωνια περι φαγητων με τους χαμουτζηδες με τρελαινει. Σουβλακι με καλαμακι ή πιτα σουβλακι, μπουγατσα με τυρι ή μπουγατσα γενικως, λεμοναδα ή λεμονιτα, τυρι ή φετα, με κανεις κεφτεδακια ή μου κανεις κεφτεδακια? Αιωνια διαφωνια, ατελειωτες κουβεντες.

  86. Zazula said

    #79: Ναι, δίκιο έχεις: Εμείς ανέκαθεν τυροσαλάτα λέγαμε, και όντως την πολύ καυτερή (φουλ στις τσούτσκες) εννοούσαμε. Άλλωστε η κλασική οικογενειακή εικόνα στο τραπέζι είναι όλοι να κλαίμε από την καψικαΐνη και να ‘χουν ανοίξει οι μύτες μας, οι οποίες στεφάνωναν ένα πλατύ χαμόγελο βαθιάς ικανοποίησης από τους απανωτούς στομαχικούς οργασμούς. Αργότερα άρχισα να βρίσκω στο σούπερ το ίδιο εμφανισιακά πράγμα με δύο διαφορετικές ονομασίες (τυροσαλάτα – τυροκαυτερή), ανάλογα με το εάν έκαιγε ή όχι· εμ, βέβαια, κάποιοι το προτιμούσαν ουδετεροποιημένο γευστικά — γι’ αυτό άλλωστε φτάσαμε και τα ξερά κρεμμύδια να ‘ναι πλέον σαν να μασουλάς χαρτοπετσέτα, τόσο πλούσια γεύση ένα πράμα… Σταδιακά το «τυροκαυτερή» εδραιώθηκε στην καθομιλουμένη (όταν π.χ. πας για πρωινό σουβλάκι στα Σέρρας, αυτό θα σε ρωτήσει ο σουβλατζής να δει αν θέλεις).

    Τώρα, για το τυρί = φέτα έχω να δηλώσω τα εξής (με την επισήμανση ότι η οικογένεια είχε κτηνοτροφική παράδοση):
    1. Τυρί λευκό που πάει με τα πάντα (κυριολεκτικά) = φέτα ή τελεμές (και όφειλες να γνωρίζεις τις διαφορές ανάμεσά τους!).
    2. Τυρί κίτρινο που τρώγεται το πρωί (όταν δεν έχεις πάρει αχνιστό λουκούμι απ’ τον φούρνο, οπότε πάλι τυρί λευκό ήθελες) = κασέρι.
    3. Τυρί τριμμένο για τα μακαρόνια = κεφαλοτύρι.
    Εννοείται ότι γραβιέρες κι άλλα τέτοια ήταν βρισιές που απαγορεύονταν διά ροπάλου. 🙂

  87. Τα ξανάπαμε, και με τον ηλεφ, αλλά κάποιοι είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως… 🙂

  88. Zazula said

    Δεν ήξερα ότι είχε αναφερθεί πάλι (αν και δεν εκπλήσσομαι). Και συμφωνώ απόλυτα για εκείνο που γράφεις εκεί σχετικά με τους γιουφκάδες (ή γιουφκάδια). Τουλάχιστον έφερα στην κουβέντα τον τελεμέ και το λουκούμι (μέχρι τελοσπάντων να μου τσιτάρεις και τις σχετικές με αυτά συζητήσεις που έχουν ήδη προηγηθεί). 🙂

  89. Φυσικά το «κάποιοι» δεν ήταν για σένα. Ούτε και για κανέναν άλλο στα σοβαρά… Αλλά αν έγραφα «κάποιες» θα ήταν σαφέστερο; 😀

  90. Υπάρχει και το τυροχτυπητή που μάλλον οδηγεί στο σκέτο χτυπητή ή καυτερή ή τυροκαυτερή. Το κοπανιστή πρέπει να είναι χαμουτζίδικο.

    Μέχρι κάποια ηλικία ήξερα μόνο δύο τυριά, τη φέτα και το κασέρι, τυρί σκέτο μάλιστα εννοούσαμε τη φέτα που νομίζω ότι είναι μια μαρκετίστικη ονομασία προκειμένου να έχει ένα όνομα και να κατοχυρωθεί ως ΠΟΠ. Λέγαμε μάλιστα «κόψε και μια φέτα τυρί».

    Σε κάθε περίπτωση στα γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα έχουν τεράστια παράδοση στα μεν οι πόντιοι και μικρασιάτες στα δε τυροκομικά οι Θεσσαλοί και οι Μακεδόνες. Επομένως οι ορολογίες των βορίων έχουν σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα.

    Ως προς τα γιαουρτοειδή εμείς οι πόντιοι έχουμε τεράστια ποικιλία όπως μαντζίρα (γιαούρτι), ταν, παshκιτάν, (αριάνι), τσαχλαμάς, τυρομίντζ, υλιστόν… για να μην απαριθμήσω και τα άπειρα είδη ζυμαρικών με τα οποία φυσικά καμία σχέση δεν έχουν οι Ιταλοί.
    Αυτά όλα βέβαια χάνονται μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου εκμοντερνισμού μας (τρομάρα μας!!!).

  91. Immortalité said

    @ 89 και πριν σαφέστατο ήταν 🙂

    (Παρεπιφτού το ΣΚ θα ψήσουμε ξινόχοντρο. Αν θυμάμαι καλά σ’ ένα αλλο νήμα κάποιοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον…)

    @ 90 Σε κάθε περίπτωση στα γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα έχουν τεράστια παράδοση στα μεν οι πόντιοι και μικρασιάτες στα δε τυροκομικά οι Θεσσαλοί και οι Μακεδόνες. Επομένως οι ορολογίες των βορίων έχουν σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα. Από που ακριβώς προκύπτει η τεράστια παράδοση; από το ότι δυο τυριά ξέρουν να κάνουν; ή μάλλον ένα τυρί και ένα κίτρινο; 😛

  92. Τσίμπησε το μελανούρι…

  93. Immortalité said

    Είσαι ήδη στη Σούγια και ψαρεύεις Στάζυ;

  94. voulagx said

    Stazybo, σημερα ζωγραφιζεις! 😆

  95. #93 Μπαα… Λίγο ακόμη

  96. ΣοφίαΟικ said

    Από δω το φέραμε, από κει το φέραμε,στο φαΐ καταλήξαμε.
    Διευκρινιστικά, οι χαμουτζήδες δεν τρώνε καυτερά φαγητά, εδώ με το ζόρι έφτιαχναν οι παπούδες τζατζίκι μια φορά τη δεκαετία (ενώ σκορδαλιά, σκορδοστούμπι και λοιπά σκορδοειδή έφτιαχναν), επομένως μπορώ με σιγουριά να σας πω ότι τα διάφορα τυροσκευάσματα του σούπερ μάρκετ, αν δεν υπήρχαν τα σουπερμάρκετ δεν θα ήταν και τόσο διαδεδομένα.
    Μία φορά έχω φάει καυτερό, κατά λάθος στην Ισπανία πρόπερσι με κάτι πράσινες πιπεριές (πιμιέντος ντε παδρόν, τις έχουν φέρει κι εδώ φέτος) που η μία στις δέκα είναι καυτερή. Αν μου το είχαν πει από πριν ίσως να μην τις έτρωγα.

  97. Immortalité said

    Διευκρινιστικά, οι χαμουτζήδες δεν τρώνε καυτερά φαγητά

    Να υποθέσω, μιλάς εξ ονόματος όλων…

  98. @91 Ίσως επειδή κάτω από το χαντάκι το ψηλότερο δέντρο είναι ο μαϊντανός;

    Διάφορα τυριά έχουν και τα νησιά (Μυτιλήνη, Κρήτη, Κύπρος) στην Ηπειρωτική Ελλάδα όμως αυτά δεν έφταναν. Έτσι όποια τυριά κυκλοφορούσαν ήταν το κίτρινο κασέρι και το άσπρο (φέτα).
    Η τεράστια παράδοση πάει όχι στην ποικιλία των τυροκομικών αλλά στην αρχαιότερη ενασχόληση με το είδος. Γραβιέρες και Γκούντα δεν είχαν αλλά αυτό δεν καταργεί την παράδοση που έχει να κάνει κυρίως με το πάμπλουτο φυσικό περιβάλλον Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας.
    Πριν δε την έλευση των Ποντίων το γιαούρτι ήταν απλά άγνωστη λέξη στον Ελλαδικό χώρο και οι όποιες προσπάθειες είχαν να κάνουν κυρίως με ξυνισμένο γάλα.

    @92 Υπονοείς κάτι Stazybο Hοrn;;;

  99. Στα τυριά να συμπληρώσω ότι υπάρχει και το κεφαλοτύρι και σε κάποια μέρη της Μακεδονίας ο μπάτσος (ή μπάτζοε) που είναι κίτρινο, σκληρό και αλμυρό.

  100. Ηλεφούφουτος said

    Immortalité είπε
    «(Παρεπιφτού το ΣΚ θα ψήσουμε ξινόχοντρο. Αν θυμάμαι καλά σ’ ένα αλλο νήμα κάποιοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον…)»
    Εγώ, εγώ!
    Πώς τον ψήνετε δηλαδή; Να τηγανίζω ξέρω απλό τραχανά αλλά χινόχοντρο…; :φατσούλα γεμάτη απορία:

  101. Να προσθέσω ότι στα κυκλαδονήσια το ημίρευστο λευκό τυρί το λένε μαλάκα, κάτι που προκαλεί τρομερό γέλιο με τους τουρίστες όταν σε ακούν να φωνάζεις στο γκαρσόνι «Φίλε, μία μαλάκα ακόμη, σε παρακαλώ!»…
    Επίσης, σχετικά με τα παετόνια, έχει βγάλει η Volkswagen ένα σούπερ λούξ μοντέλο, το Phaethon· ένα τέτοιο είχε για προσωπική του χρήση κι ο μακαριστός Χριστόδουλος, αν και δεν πρόλαβε να το χαρεί. Και μού ‘χε κάνει εντύπωση το ειδωλολατρικό όνομα του μοντέλου, που δεν πολυάρμοζε για ιερωμένο. Τέλος πάντων…

  102. Immortalité said

    @ 100 Ηλεφού θα τον ψήσουμε εννοώ θα τον ετοιμάσουμε έτσι ώστε να τον απλώσουμε σ’ένα βαμβακερό τραπεζομάντηλο στην αυλή με τούλι από πάνω να στεγνώσει και μετά θα τον βάλουμε σε σακουλάκια να τον έχουμε το χειμώνα (και για να τον στείλουμε). Βέβαια τρώγεται και φρέσκος μόλις κατεβάσεις το τσικάλι, με ρακές αγγουράκια, ντομάτες και ελιές αλλα θα πρεπει να παρεις το καραβι για να τον δοκιμάσεις 😉

    @ 98 Ίσως επειδή κάτω από το χαντάκι το ψηλότερο δέντρο είναι ο μαϊντανός;

    Πα ντε κομανταίρ. Και για το γιαούρτι πα ντε κομαντέρ. Αν υπάρχει ένας τόπος που τρώνε τα πάντα με γιαούρτι, αυτός σίγουρα δεν είναι η Μακεδονία.

  103. @102 Το γιαούρτι δεν το συσχέτισα με την Μακεδονία αγαπητέ μου αλλά με τον πόντο. Οι πόντιοι τρώνε τα πάντα με γιαούρτι, ακόμη και τα μακαρόνια, το χαβίτσ(ι), το ρίζι κλπ.
    Για να φανταστείς όταν κάτι δεν είναι νηστίσιμο λένε ότι αυτό ματζιρίζ(ει) (μαντζίρα = γαούρτι).
    Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία τη συσχέτισα με την παράδοση στην τυροκομία.

  104. ΣοφίαΟικ said

    97: Όσο μιλάνε εξ ονόματος των βορειοελλαδιτών όσοι δηλώνουν ότι εδώ γίνεται αυτό, εκεί γίνεται εκείνο, για θέματα προσωπικού γούστου. 🙂

    Πιο σοβαρά πάντως, λογικό δεν είναι να ξέρω τι τρώνε στο σπίτι τους όλοι οι γνωστοί κι οι συγγενείς ή τι πουλάνε τα εστιατόρια και τα μπακάλικα; Μιλάμε για γερό στατιστικό δείγμα. Το μόνο καυτερό που κυκλοφορούσε ήταν οι πράσινες πιπεριές τουρσί, κι αυτό άμα καθόταν κανένας να τις φτιάξει, γιατί δεν τις θυμάμαι συστηματικά στο μπακάλη.

    Και φυσικά αν το δεις ιστορικά και γεωγραφικά, έχει νόημα.

    Παρεμπιπτόντως, αφηστε τα περί τυριών. Η Ήπειρος είναι που έχει την παράδοση στην τυροκομία.

  105. Abravanel said

    Πριν δε την έλευση των Ποντίων το γιαούρτι ήταν απλά άγνωστη λέξη στον Ελλαδικό χώρο και οι όποιες προσπάθειες είχαν να κάνουν κυρίως με ξυνισμένο γάλα.

    Οχι και έτσι – μην ξεχνάς την βουλγαρική παράδοση στο γιαούρτι. Μια παράδοση που ήταν τόσο γνωστή την Β.Ελλάδα που όταν ο σαλονικιός εβραίος επιχειρηματίας Ισαάκ Καράσσο μεταναστεύει στην Βαρκελώνη αποφασίζει να ασχοληθεί με την βαλκανική σπεσιαλιτέ του γιαουρτιού και μάλιστα στην αρχή σαν φαρμακευτικό είδος – το όνομα της εταιρίας; Το υποκοριστικό του γιου του Ντανιέλ: Ντανόνε.

  106. sarant said

    Αμπραβανέλ, δεν το ήξερα. Περιέργως, το άρθρο της Βικιπαίδειας δεν αναφέρει ότι ήταν σαλονικιός.

  107. 105,
    Τι μαθαίνει κανείς!

    Για την βουλγάρικη παράδοση στο γιαούρτι, να συμπληρώσω ότι ο μικροοργανισμός που μετατρέπει το γάλα σε γιαούρτι λέγεται Lactobacillus bulgaricus

  108. gbaloglou said

    Η προσθήκη γιαουρτιού στο φαγητό είναι διαδεδομένη (και) στην Κεντρική Ασία — είναι αυτό που θυμάμαι από τα Αφγανέζικα εστιατόρια στις ΗΠΑ. Οι ακριβείς σχέσεις ανάμεσα σε ταν, πασκιτάν, αριάνι, γιαούρτι, ντοτουρμά κλπ κλπ μου διαφεύγουν όσο και αν έχω προσπαθήσει να τις κατανοήσω…

  109. ΣοφίαΟικ said

    106: Το αναφέρει το άρθρο σχετικά με αυτόν.
    http://en.wikipedia.org/wiki/Isaac_Carasso
    Και στο άρθρο για το γιό του λέει ότι στις ΗΠΑ αγόρασαν τοπική γαλακτοκομική εταιρία ελληνικής ιδιοκτησίας και έφτιαξαν την αμερικανική τους επιχείρηση.

    Γεγονός είναι ότι από Αδριατική μέχρι Κίνα ξέρουν από γιαούρτι, στα δυτικά της Αδριατικής μάλλον το μάθανε πιο πρόσφατα και γι’αυτό τρώνε αυτό που τρώνε και το λένε γιαούρτι.

  110. @85 μια μικρή σημείωση για την λεμονάδα
    Δεν νομίζω ότι είναι θέμα ντοπιολαλιάς. Ο κώδικας τροφίμων και ποτών λέει (αν θυμάμαι καλά) ότι για να κυκλοφορήσει ένας χυμός με όνομα πορτοκαλάδα, λεμονάδα, βυσσινάδα κλπ πρέπει να περιέχει 20% από την φρουτένια ύλη. Αν έχει πάνω από 50% τότε λέγεται νέκταρ πορτοκαλιού κλπ.
    Οι επιχειρήσεις που κυκλοφορούν προϊόντα με άλλες περιεκτικότητες σε φρούτο επινοούν άλλα ονόματα, όπως λεμονίτα, φρουτοποτό, Άλφα πορτοκάλι, ή ακατανόητα από τον καταναλωτή (αλλά πολυδιαφημισμένα και εμπεδωμένα) εμπορικά σήματα όπως seven-up κλπ.

  111. @105 Η επιχειρηματική δραστηριότητα δεν αποδεικνύει ύπαρξη παράδοσης. Η παράδοση έχει να κάνει με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και όχι με κάποιον επιχειρηματία που είδε μια ευκαιρία να βγάλει λεφτά.
    Εξάλλου μην ξεχνάμε ότι και η Βουλγαρία βρέχεται από τον Εύξεινο πόντο. Δε λέω ότι το γιαούρτι γεννήθηκε στον Πόντο (δεν ξέρω που γεννήθηκε) αλλά θεωρώ απίθανο να ξεκίνησε από τη Βουλγαρία.
    Στην Ελλάδα οι κάτοικοι δεν ήξεραν από γιαούρτι καθώς άφηναν το γάλα να ξινίσει (εξ ού και ξινόγαλα) (ξύγαλα στα Ποντιακά) και αγνοούσαν τον μύκητα.
    Αυτό βέβαια μας λέει ότι και το τζατζίκι (που βασίζεται στο γιαούρτι) είναι σχετικά πρόσφατο στον Ελληνικό χώρο άρα ο ντεμέκ σωστός τρόπος σερβιρίσματος του σουβλακίου (με τζατζίκι) είναι μύθος. Το τζατζίκι δεν είναι απαραίτητο στο σουβλάκι. Δεδομένου μάλιστα ότι η μεγαλύτερη μάζα των Ποντίων εγκαταστάθηκε στην Β.Ελλάδα είναι μάλλον άτοπο να ισχυρίζονται οι Αθηναίο ότι το τζατζίκι απαιτείται. θα έλεγα μάλιστα ότι είναι ηλίθιο να βάζει κάποιος τζατζίκι στο σουβλάκι με το στανιό. Όποιος θέλει απλά το ζητάει.

  112. Ηλεφούφουτος said

    Στράβων, το ζήτημα δεν είναι τι έκανε ο ένας επιχειρηματίας αλλά η παράδοση πάνω στην οποία πάτησε. Το βουλγάρικο γιαούρτι ήταν ήδη κάτι γνωστό όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και στη δυτική Ευρώπη από τότε, λένε, που έστειλε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής στον τότε σύμμαχό του Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο Ι γιαούρτι για να του θεραπεύσει τα εντερικά προβλήματα
    http://www.destinationsante.com/Le-yaourt-ce-Bulgare-mal-connu.html

    Κατά μία άποψη μάλιστα το βουλγάρικο γιαούρτι είναι απόγονος αυτού που φτιάχνανε οι Πρωτοβούλγαροι από γάλα φοράδας, πράγμα όχι τραβηγμένο, αφού οι λαοί της Κεντρικής Ασίας έχουν μεγάλη παράδοση σε τέτοια προϊόντα (τους αρέσουν τα ξινά!) και το πρόβλημα λεπτών διακρίσεων που έχει ο Μπαλό 108 το έχω και εγώ με τα διάφορα παρασκευάσματα που κυκλοφορούν στη Ρωσία.

  113. ΣοφίαΟικ said

    Η συζήτηση για το να θέλει τζατζίκ το σουβλάκι μου θύμισε που κάποτε σε ένα μαγαζί έφτιαχναν πίτα με ξιφία σουβλιστό και κα΄ποιοι Έλληνες χτυπιόντουσαν δεν είναι αυτό ελληνικό κλπκλπ. Λες και το λέει το σύνταγμα «στην πίτα σου πάντα χοιρινό».

  114. @112 Εγώ ανέφερα ότι ο ποντιακός πολιτισμός είχε πάρα πολύ γιαούρτι στην καθημερινότητα του. Τα ιστορικά συμπεράσματα βγάλ’ τα μόνος σου. Μια φορά το να μπει μια λέξη (ματζιρίζω=δεν νηστεύω) στο λεξιλόγιο των ποντίων δεν νομίζω να ήταν ζήτημα μερικών μόνο ετών. Όταν βέβαια αναφερόμαστε στον πόντο δεν αναφερόμαστε σε μία μικρή πόλη αλλά σε μια περιοχή πολύ μεγαλύτερη από την Μακεδονία.

    Ανέφερα προηγουμένως και ένα τύπο γιαουρτιού των ποντίων που με εντυπωσίασε, αν και τον ακούω από μικρό παιδί, γιαυτό και τον ξανααναφέρω. Το «υλιστόν» (εξ ου και διυλίζω) είναι το στραγγιστό γιαούρτι, στην ουσία συμπυκνωμένο αφού τοποθετείται σε λινή (η άλλης ύφανσης) σακούλα ώστε να φεύγουν όλα τα υγρά. Ως ορολογία είναι νομίζω μαγευτική και άκρως Ελληνική. Φαντάζομαι ότι έχει να κάνει με τον περιορισμό της μάζας της μαντζίρας ώστε να είναι ευκολότερη η αποθήκευση και η μεταφορά της από τους καλοκαιρινούς βοσκότοπους (παρχάρια).

  115. ranger said

    Τα έχετε μπλέξει. Άλλο πράγμα τα διάφορα τυρο-Χ και άλλο η κοπανιστή των Κυκλάδων. Η κοπανιστή δεν έχει μέσα πιπέρια και άλλα μπαχαροκάρυκεύματα, διότι δεν τα χρειάζεται. Γίνεται πιπεράτη από τον τρόπο που ωριμάζει και παίρνει χρώμα από τους αντίστοιχους μύκητες.

  116. sarant said

    Εδώ στην Αίγινα έχουν το κερεμέζι, ξινό αλειφτό τυρί αντίστοιχο περίπου της κοπανιστής.

  117. gbaloglou said

    #114:

    Θα με ενδιέφερε η απώτερη προέλευση της «μα(ν)τζίρας» και του «μα(ν)τζιρίζω», μια και οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους ντόπιους για τον χαρακτηρισμό των Μικρασιατών προσφύγων στην Μακεδονία: τον όρο «matziri» τον είδα πρώτη φορά στα newsgroups και όταν ρώτησα έναν ‘Μακεδόνα’ να μου πει τι σημαίνει μου έγραψε «κοίτα τον εαυτό σου», ενώ πρόσφατα ένας Εδεσσαίος έλεγε σε κάποια εκπομπή πως «ένα ματζιράκι [Μενέλαος Λουντέμης] — που στην ντοπιολαλιά σημαίνει προσφυγάκι — περιέγραψε την Έδεσσα καλύτερα από οποιονδήποτε». [Όσον αφορά την σχέση ανάμεσα στους δύο όρους: όποιος τρώει ματζίρα δεν νηστεύει, άρα το ουσιαστικό γέννησε το ρήμα;]

  118. voulagx said

    #116 Στην Βερδικουσα Ελασσονας το ξινοτυρι(ξινό αλειφτό τυρί) το λενε νιβατό.

  119. silia said

    @ voulagx 118
    Και στην περιοχή των Γρεβενών (Βασιλίτσα , Σμίξη , Αβδέλα , Σαμαρίνα Περιβόλι , Τρίκωμο , Μοναχήτι … ) «νιβατό» το λένε , ή τουλάχιστον το λέγανε την εποχή που έζησα εκεί (1974 & 1975)

  120. sarant said

    Νιβατό δηλαδή ανεβατό; Ή πορτοκαλίζω;

    Κι εμένα μ’ ενδιαφέρει το μαντζιριάζω.

  121. silia said

    @ sarant 120
    Χα χα !… Κι εγώ στην αρχή όταν πήγα στην περιοχή εκείνη , «ανεβατό» το έλεγα και όλοι γελούσαν και με διόρθωναν «Νιβατό βρε γιατρίντσα … νιβατό … Πέ το σωστά) . Όταν δε, τους έκανα την ίδια ερώτηση με σένα , κουνούσαν το κεφάλι αρνητικά … ποτέ όμως κανένας τους δεν μου έδωσε μια απάντηση .

  122. voulagx said

    #120 Δεν ξερω την ετυμολογια,Σαραντ, αλλα φαινεται, απο ενα γκουγκλισμα που εκανα, οτι την ονομασια την εχουν κατοχυρωσει οι Βερδικουσιωτες.

  123. Zazula said

    #117: Για το ματζίρης βλ. κ. εδώ: http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=4269

  124. @120 Ματζιρίζω Σάραντ, όχι ματζιριάζω.

    Δεν ξέρω από που προέκυψε η λέξη αλλά τα δεδομένα που έχω να προσφέρω είναι τα εξής:
    Το αγελαδινό γάλα ήταν υπερπολίτιμο για τους πόντιους. Από αυτό έβγαζαν το βούτορον (βούτυρο), και τους τύπους γιαουρτιού που προανέφερα (ματζίρα, ταν, τσοκαλίκ, τυρομίντζ, πασhκιταν, υλιστόν,..).
    Με λίγα λόγια δεν πετιόταν τίποτα. Αυτό ίσως να δίνει στον παρατηρητή την εικόνα του τσιγκούνη και του ανθρώπου που περιστρέφεται γύρω από την ματζίρα.
    Τα προϊόντα αυτά πουλιόταν στις λαϊκές αγορές (η γιαγιά μου έκανε περιουσία από αυτά) και ίσως και από τον τρόπο που γινόταν η αγοραπωλησία να ταύτισε τους πρόσφυγες με την τσιγκουνιά.
    Όπως και να έχει, ο πρωτογενής όρος είναι η ματζίρα με την έννοια του γιαουρτιού.
    Υ.Γ. Θα παθαίνατε ζημιά αν είχατε κάποια έστω μικρή επαφή στο παρελθόν με αυτά τα αγνά υλικά και τα συγκρίνατε με τα σημερινά συνθετικά γαλακτοκομικά. Καμία σχέση, μας δουλεύουν και μας κλέβουν.

  125. sarant said

    Στράβωνα, υπάρχει και ματζιριάζω, π.χ. εδώ από τον Ρασούλη:
    «Όταν ως συνθέτης μ’ αυτόν τον τραγουδιστή αποδίδεις τα 9 ή 10/10, ενώ με τους άλλους είσαι στο 6 ή το 7 κι έχεις γράψει μ’ αυτόν τα καλύτερα σου τραγούδια, στα οποία οφείλεις και τη φήμη σου δεν ματζιριάζεις για τα ψιλοποσοστά».

    Έχω πάντως αμφιβολία αν όλα αυτά τα ματζίρικα (γαλακτοκομικά – τσιγγούνικα – προσφυγικά) είναι μία και η αυτή λέξη, μου φαίνεται πως ομοηχούν δύο λέξεις.

  126. Ηλεφούφουτος said

    Ο «κυρ αστρονόμος» στη Βαβυλωνία αποκαλεί τον Ανατολίτη γιαουρτοβαφτισμένο.
    Έχει σχέση με όλα αυτά;

  127. sarant said

    Η βρισιά «γιαουρτοβαφτισμένος» χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για τους πρόσφυγες μετά το 1922, μαζί με το τουρκόσπορος και μερικές άλλες. Θεωρείται ότι έχει σχέση με την έντονη παρουσία του γιαουρτιού στο διαιτολόγιό τους. Ο Αριστεροπόντιος θα ενδιαφερθεί να δει ότι είναι τόσο παλιά (και προφανώς αρκετά παλιότερη) η ιστορία της κι ότι δεν είναι δημιούργημα του 20ού αιώνα.

  128. π2 said

    #115: Επιτέλους, βρέθηκε κάποιος να διασώσει το καλό όνομα της κοπανιστής. Ήθελα να το σημειώσω εδώ και μέρες, αλλά πνίγομαι και το ξέχασα. Καμιά σχέση με την τυροκαυτερή.

  129. ΜΑΡΙΑΓΚ said

    Από τυριά στον Έβρο έχουμε και τη μυζήθρα, νομίζω γίνεται από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα και θυμάμαι ότι οι γιαγιάδες μας το γάλα που απέμενε ως υπόλοιπο από την παρασκευή του τυριού το έβραζαν και το τοποθετούσαν μέσα σε μια τσαντήλα την οποία κρεμούσαν από ένα ψηλό σημείο για να τρέξουν τα υγρά και να πήξει. Είναι ανάλατη και χωρίς πολλά λιπαρά και συνήθως χρησιμοποιείται στις τυρόπιτες (μηλίνες) μαζί με τυρί για να μην γίνει πολύ βαρειά και αλμυρή η πίτα

  130. Μαρία said

    Τη μυζήθρα, μυζήθρα τη λέτε στον Έβρο; Εμείς τη λέμε ούρδα και την έχει και το ΛΚΝ(φυσικά).

  131. sarant said

    Ούρδα; Απίστευτο και όμως αληθινό! Άγνωστης ετυμολογίας μάλιστα.

  132. Zazula said

    Μα, φυσικά ούρδα! Και την έχει και το Πρωίας εννοείται. Επίσης: http://en.wikipedia.org/wiki/Urda_cheese

  133. ΣοφίαΟικ said

    Η μηζύθρα δεν φτιάχνεται με γάλα αλλά με τα υγρά που περισσεύουν από την παρασκευή άλλων τυριών (που περιέχουν μικρή ποσότητα καζεΐνης).
    Χαίρομαι πάντως που μέχρι στιγμής δεν ε΄χει αναφερθεί κανένας στο τυρί που η παρουσία του σε μενού εστιατορίου τα τελευταία χρόνια είναι ένδειξη εφφετζιδισμού. Δε λέω το όνομά του, αλλά έχει να κάνει με τον Δομοκό.

  134. Ελπίζω κάποτε να καταλάβουμε ότι δεν καθορίζει ο εφετζιδισμός την ποιότητα ζωής αλλά η ουσία. Ευελπιστώ κάποτε να σικ εστιατόρια να είναι παραδοσιακού τύπου και γιατί όχι με τη στάνη για θέα. Έλεος πια με τη Γαλλικού τύπου ντεμέκ αριστοκρατία.
    Το Ελληνικό τραπέζι έχει πάνω μηζύρα (ή μητζύθρα), τσατζίκι, τυρί, γιαούρτι, κοπανιστό κρομμύδι και μπόλικο σκόρδο. Έχει αρώματα, γεύσεις, απλότητα και συνοδεύεται ενίοτε από κυκλικούς χορούς, τραγούδια και οικογενειακό γέλιο.
    Κάποτε πρέπει να ξαναγίνουμε Έλληνες.

  135. Μα εσείς δεν είστε, λοιπόν, Α-μασεύς· το αντίθετο ακριβώς είστε!

  136. Δεν αντελήφθην

  137. Μην παρεξηγείσθε: απόπειρα χιούμορ μέσα στον καύσωνα. Ένας Αμασεύς που μιλά για μάσα.

  138. Δεν παρεξηγούμαι και δεν είμαι πολλοί, ένας είμαι. Καλό το χιούμορ αλλά άργησαν να το καταλάβω. Είναι γνωστό εξάλλου ότι γελάει τελευταίος όποιος καταλαβαίνει τελευταίος το ανέκδοτο (ανταποδίδω τη δροσιά λόγω καύσωνα).

  139. Μαρία said

    131, 132 Άρα τι άγνωστης ετυμολογίας; Βλάχικο είναι. Ο Βουλαγξ θα κολυμπάει τώρα στον Αγιόκαμπο.

  140. Μπουκανιέρος said

    #110
    Καλώς ή κακώς, τη δεκαετία του ’70 οι Αθηναίοι έλεγαν «λεμονίτα» τη λεμονάδα και «λεμονάδα» τη γαζόζα (ή γκαζόζα). Δηλαδή έτσι τα έλεγε η Ήβη. Οπότε τρόμαζες να συνεννοηθείς με το γκαρσόνι. Ευτυχώς στη συνέχεια, αργά αλλά σταθερά, η λέξη «λεμονίτα» περιέπεσε σε αχρηστία (ίσως από τότε που δεν έχει πια εταιρική υποστήριξη), οπότε η τάξη αποκαταστάθηκε. Μόνο που δεν υπάρχει πια γαζόζα (νομίζω), αλλά μόνο σπράιτ και 7-απ.

    ΥΓ. Κρίμα που λείπει ο Δύτης για να του έλεγα ότι, όσο για μένα, πίνω τώρα τσιτσιμπύρα.

  141. Μπουκανιέρος said

    #125
    Τις λέξεις ματζίρης και ματζιριάζω τις έμαθα στη Σαλονίκη κι από τότε τις χρησιμοποιούμε πολύ (διάφοροι σαλονικοζωισμένοι).
    Με την έννοια που το λέει ο Ρασούλης, εννοώ. Τυχόν σχέσεις με γαλακτοκομικά προϊόντα ή εθνοτικές, φυλετικές κλπ. ομάδες, μου έχουν διαφύγει.

  142. sarant said

    Πάντως τις προαλλες που παράγγειλα «λεμονάδα» σε ένα καφενείο εδώ στην Αίγινα, με ρώτησε αν θέλω «λεμονίτα» ή «σπράιτ/7άπ».

  143. Μαρία said

    >Τις λέξεις ματζίρης και ματζιριάζω τις έμαθα στη Σαλονίκη

    Παρομοίως. Μέχρι τότε ήξερα μόνο το επώνυμο Ματζίρης και Ματζιρόπουλος

  144. Μαρία said

    Γκαζόζα πατρινιά.
    http://w.loux.gr/gr/products/soda-water.html

  145. Μπουκανιέρος said

    142
    Λιγάκι ρεταρντέρ ο αιγινίτης σερβιτόρος, αλλά ναι, βρίσκεις ανθρώπους που το έχουν κρατήσει έτσι.

    144
    Ωραία η λουξ, εννοώ κρατάει την παράδοση, κι εδώ αυτή φέρνουν (αφού δεν υπάρχουν πια ντόπιες μάρκες). Αλλά τη γαζόζα δεν την έχω προσέξει.

  146. #141 & 143 Το μαντζίρα είναι σίγουρα το γιαούρτι στα ποντιακά και σίγουρα ο μη νηστεύων μαντζιρίζει για τους πόντιους (τους παλιούς γιατί οι νέοι θεωρούν τη γλώσσα μπας κλας).
    Τώρα η σύνδεση με τον ματζίρη όπως ακούγεται στα Θεσσαλονικιότικα είναι δική μου αυθαιρεσία, δεν ξέρω αν στέκει, απλά έκανα μια πιθανή ετυμολόγηση δεδομένου ότι το ποντιακό στοιχείο είναι έντονο στον βορά.

  147. Μπουκανιέρος said

    #143
    Κι όταν πετάγαμε κανένα σαραβαλιασμένο έπιπλο, δηλ. το βγάζαμε στη γωνιά του δρόμου, λέγαμε ότι «το αφήνουμε για το ματζίρη».

  148. Μαρία said

    Τι ματζιριά! Πρώτα έμαθα αυτή την έκφραση και μετά το ματζίρη.

  149. Μπουκανιέρος said

    Ως προς τα γαλακτοκομικά:
    Σε μας εδώ σαφώς υπήρχε γιαούρτι, όμως το έτρωγαν συνήθως με ζάχαρη ή μέλι, ή έστω σκέτο. Αυτό που θεωρούσαν oriental ήταν το να ανακατεύεις γιαούρτι με (αρμυρό) φαγητό, κι αυτό το χρέωναν όχι στους πρόσφυγες αλλά στους κανονικούς Τούρκους. Π.χ. όταν ήμουν παιδί είχα ακούσει διάφορες αφηγήσεις από γέροντες που είχαν κάνει αιχμάλωτοι μετά το ’22. Λοιπόν, όλοι θυμόντουσαν να πούνε ότι είχαν υποχρεωθεί να φάνε «φαγητό ανακατεμένο με γιαούρτι» – κι αυτό το αναφέρανε μαζί με τα χειρότερα βασανιστήρια που είχαν υποστεί.
    Γιαούρτι με αυτή την έννοια δοκίμασα μόνο αρκετά μεγάλος, όταν γνώρισα ανθρώπους με άλλες κουλτούρες, κι αυτό μετά από πολλούς δισταγμούς (πολιτισμική προκατάληψη).

  150. Μπουκανιέρος said

    Και μιας κι έγινε καβγάς, παραπάνω, για το τι (πρέπει να) βάζουμε μέσα στην πίτα (τζατζίκι, μουστάρδα, κέτσαπ ή συνδυασμούς αυτών), να σας πληροφορήσω ότι εδώ συνηθίζουν να βάζουν κόκκινη σάρτσα.

  151. Μπουκανιέρος said

    147
    Ναι, κι αυτό. Μόνο που εγώ τα έμαθα όλα μαζί, ή πολύ κοντά το ένα με τ’ άλλο για να θυμάμαι τη σειρά.

    Όμως τώρα, λεκανός (είναι κι η σύνδεση τσ’ απερπισίας).

  152. Μαρία said

    >αυτό το χρέωναν όχι στους πρόσφυγες
    Σωστό.

    Μπορείς να φας παπούδες(τζιεροσαρμά) χωρίς γιαούρτι;

  153. Μαρία said

    λεκανόστ

  154. silia said

    Μήπως (λέω … μήπως) τελικά , πρέπει να … αλλάξει τίτλο αυτό το ποστ ;

  155. Μα το λέει καθαρά: Για τη γλώσσα!

  156. Ναι, οδοντικά, χειλικά κλπ γράμματα…

  157. ΣοφίαΟικ said

    Φυσικά και υπάρχει γκαζόζα, κι όχι μόνο από τη Λουξ.
    Στις σελίδες της Λουξ με μπερδεύει λίγο το Τόνικ, γιατί την κινίνη την έχε στα συντηρητικά, ενώ κανονικά δε χρησιμοποιείται για τη γεύση;
    Την λεμονίτα τώρα που τα λέμε κι εγώ από την Ήβη την ξέρω.
    Όσο για το γιαούρτι, όπως είπα και πιο πάνω, εμείς το τρώγαμε για επιδόρπιο, όπως στου Μπουκάν. Η μητέρα μου λέει ότι πάει με το ρύζι, αλλά μόνο το λέει, δεν το έχουμε δοκιμάσει ποτέ. Φυσικά, λεέι ότι παέι με το ρύζι το σωστό, ξινό, στραγγιστό γιαουρτι,όχι οι αλοιφές της ΦΑΓΕ και εννοείται όχι τα νεροζούμια της Ντανόν.

    ΥΓ Δεν είναι περίεργο πως παρόλη την υποτιθέμενη λατρεία για το γιαούρτι σε όλα τα ελληνικά σουπερμάρκετ έχεις ολόκληρο διάδρομο με γιαούρτια και κανένα δεν είναι γιαούρτι; είπα μια μέρα να παώ να πάρω χύμα και το χύμα ήταν Τοτάλ της ΦΑΓΕ.
    Τελικά το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι το πρόβειο με την πέτσα.

  158. gbaloglou said

    «πιλάφι με γιαούρτι» 🙂

  159. kanali said

    Λοιπόν

    Το σωστό είναι
    λοντόνι όπως έγραψε στο 5 ο Μπουκανιέρος
    και όχι λαντίνι όπως έγραψα εγώ στο 29.

    Ο εκ Κερκύρας ιθαγενής (πολύ αξιόπιστη πηγή) που με διόρθωσε, μου είπε ότι μια άλλη ονομασία (για να μην ξεφύγουμε από την κατάρα των Εσκιμώων) είναι και το «Ντονντόνι».
    Αλλάξαμε πολλούς «άγιους σπυρίδωνες» μέχρι να καταλάβω από το τηλέφωνο ότι η λέξη είχε 2 «ν».
    -«Ντοντόνι» του έλεγα,
    -«όχι ωρέ, μα δεν καταλαβαίνεις; Ντονντόνι σου λέω» μου έλεγε …και πάλι από την αρχή.
    Τελικά καταλήξαμε ότι έπρεπε να ακουστεί το «nd» (ίσως) της λέξης «Dondoni» και ότι πρέπει να ακούγεται κάπως σαν «Ντον-ντόνι».

    τρελοκερκυραίοι!!! 🙂

  160. voulagx said

    #139 Ολοσωστο το σχολιο σου Μαρια. Urdă (οπου ă το πισω ι που λες εσυ) = μυζηθρα.

    Χαιρομαι που ο εκ Κερκυρας ιθαγενης επανεκαμψε … διμιτριος!!

  161. Να θυμίσω στους της γενιάς του ’70 και ’80 ένα ποιηματάκι από το κίτρινο ανθολόγιο που ήταν και το αγαπημένο μου.
    «Ανέβηκα στην τζιτζιριά, στην μιτζιριά, στην τζιτζιμιτζιχοτζιριά
    και έφαγα τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα, τα τζιτζιμιτζιχότζιρια.»

    #157 Να το δοκιμάσεις με ρύζι, θα σου αρέσει. Όχι όμως κίτρινο αλλά το κλασικό άσπρο ρύζι και φυσικά όχι με γιαουρτοειδές αλλά με το παραδοσιακό γιαούρτι με την γνωστή πέτσα.

    Υπάρχει και μια ποντιακή ποντιακή απαξιωτική έκφραση:
    «Το χαβίτς και την μαντζίραν καμίαν κι εντάμωσες»
    (Το χαβίτζι* και το γιαούρτι δεν τα συνδύασες ποτέ)

    *Ποντιακό φαγητό που γίνεται με φούρνικο (φουρνισμένο καλαμποκίσιο αλεύρι) και τρώγεται πάντα με γιαούρτι.

  162. marulaki said

    Να προσθέσω κι εγώ ένα τραγουδάκι από τον εξ Ανατολικής Ρωμυλίας παππού της μάνας μου, πολύ κοντά στο 161:
    «ο Τζίτζιρας ο Μίτζιρας ο Τζίτζι-Μίτζι-Χότζιρας,
    ανέβηκε στη Τζιτζιριά, στη Μιτζιριά, στη Τζιτζι-Μιτζι-Χοτζιριά
    να κόψει τα τζίτζιρα τα μίτζιρα τα τζίτζι-μίτζι-χότζιρα»
    Δε θυμάμαι πώς τελείωνε, θυμάμαι ότι το τραγουδούσαμε με τη μαμά μου όταν ήμουν μικρή, και κρατούσαμε τα χέρια μας το ένα πάνω από το άλλο, τσιμπώντας με τα δάχτυλα το πάνω του χεριού η μία της άλλης (σόρρυ για τα σόλοικα, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω)… 🙂
    Εντός εκτός και επί τα αυτά του θέματος! 😉

  163. Μπουκανιέρος said

    Κανάλι (159), μερσί για την αναγνώριση. Κερνάω μπύρα στο Μικρό Καφέ (κοντά στη Μπιάτσα Πίνια).

  164. kanali said

    Μπουκανιέρος (163) θα είμαι στα μέρη σου από Παρασκευή και για πολλές μέρες. Θα τα πούμε.

  165. kanali said

    @Μπουκανιέρος Στο “μικρό καφέ” πότε και πως σε βρίσκω; Έχω πάει ήδη, δύο τρεις φορές.

  166. […] εδώ μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση https://sarantakos.wordpress.com/2010/07/23/payton/#comment-39928 Γράψτε ένα […]

  167. Μπουκανιέρος said

    #165
    Και όμως, τη μια φορά με βρήκες εκεί. Μόνο που δεν το κατάλαβες. Κι εγώ καθυστερημένα το πήρα χαμπάρι – κι έπειτα έπρεπε να ασχοληθώ επειγόντως με κάποιο πρόβλημα.

    (Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι, στο μεταξύ, δεν είχα πρόσβαση στο νέτι. Κι ένα ακόμα πρόβλημα ήταν ότι δυσκολευόσουνα να βρεις τραπέζι τις μέρες της αιχμής.)

  168. Μπουκανιέρος said

    ΥΓ.
    Στη φώτο που έβαλες, σε πρώτο πλάνο ο Αλαμάνος. Δίκαιο, καθότι μόνιμος θαμώνας, χειμώνα-καλοκαίρι. Και στατιστικά σίγουρο, εδώ που τα λέμε.

  169. kanali said

    @167 Σε είδα, απαρέντζα, στο μικρό καφέ και μαλιστα με το ένα κανούλι σηκωμένο. Είχες αρτίκολο πρίμο να παίζεις τ’ αψήλου και δεν ήσουν αντος όταν κομπάριρα.
    Δεν σε περίμενα τόσο μιντζιβίρη να πονάς τρακόσια σέντσια ενώ πριν μου έκανες τόσες κολοέντσες.

  170. Sarant μήπως έχεις διερευνήσει σε ποιες τοπολαλιές προφέρεται ελάχιστα ή καθόλου το «γ»;
    Στο 152 πχ λέει η Μαρία «τζιεροσαρμάς» ενώ σε κάποιες περιοχές λέγεται «τζιγεροσαρμάς»
    Το αυτό ισχύει στα ποντιακά αλλά και στα κρητικά και ίσως σε άλλες περιοχές.
    Ακόμη όμως και μεταξύ των ποντίων υπάρχουν διαφορές. Οι Τραπεζουνταίοι λέμε πχ «επουαλεύτα»(1), «δίω»(2), κλπ ενώ σε άλλες Ποντιακές περιοχές προφέρουν «επουγαλεύτα», «δίγω»
    Δεδομένου ότι έχω ακούσει και Κρητικούς να κόβουν το «γ» με τι πιστεύεις ότι έχει να κάνει αυτή η ιδιαιτερότητα;
    (1) Βαρέθηκα. (2) δίνω

  171. sarant said

    Κοίτα, με τη φωνολογία δεν έχω πολύ καλές σχέσεις, αυτά τα πράγματα πρέπει να τα μελετήσεις μικρός, αλλιώς δεν σου μένουν. Δεν ξέρω λοιπόν τις αυτίες αυτών των φαινομένων, λυπάμαι.

  172. Μπουκανιέρος said

    #169
    Ήσουνα πιασμένος να χαραμπουρεύεις με κάτι κοριτσόπουλα σαν αναράιδες, και μέναν άλλονα με κάτι μούσια σαν του Άι-Ταξιάρχη, πώς να σου μιλήσω αμιά;
    Κι ύστερα τι σκούζεις, δε σου σωθήκανε τα όβολα, αφού με το που σκοτίδιασε πήγατε να φάτε σουβλάκια στη Σπηγιά, στο καντούνι τση Ακαμάτρας. Ή σου κάζεται πως δε σας είδα εκειδά;

  173. Kanali said

    @172 Αμητί, αφού δεν σώνανε τα όβολα για να μας κενώσει παστιτσάδα η Χρυσή. Τι να έκανα να έπαιρνα μπιστιού;
    Θέλεις να πεις οτι αγγελοκρούστηκες από την κουμπανία μου; Αν είναι πες το και μην βερμαλίζεις κάνοντας αλαφίλα κορδέλες.

  174. Δεν ξέρω αν το ανέφερε κανείς αλλά τατάς στην κυπριακή διάλεκτο είναι ο νονός.

  175. sarant said

    Αυτό που έχει ήδη αναφερθεί στα σχόλια, είναι πως τάτας λέγεται ο πατέρας σε διάφορα μέρη.

  176. Μπουκανιέρος said

    #173
    Στραβοστόμιασα ωρέ! Κι είχα να σου δώκω κι ένα παμφλέτι να διαβάσεις, άμα είχες τα κελέτα σου πάνω σου, αλλά κάπου το πέλησα.

    ΥΓ. Ποια ΑΕΚ ήτανε αυτή; Η ομάδα απ’ τα Κανάλια; 🙂

  177. voulagx said

    #176 Όρε τα κερκυρέικα!! Το μονο που καταλαβα ειναι οτι ΑΕΚ σημαινει Αθλητικη Ενωσις Καναλιων! 🙂

  178. Μαρία said

    Βουλάγξ, εγώ κατάλαβα οτι ο Κανάλης έχει πρεσβυωπία κι ο Μπουκάν χάνει τα πράματά του.

  179. voulagx said

    Μαρια, εισαι πολυ προχω!!

  180. Μαρία said

    179 Δε θυμάσαι το Μπουκάν να λέει «βάζω τα κελέτα μου»;
    Μας χρωστάει την ετυμολογία. Σαν σκελετός μ’ ακούγονται.

  181. voulagx said

    Ναταν μονο αυτο! και το «παμφλετι» και το «πελησα» και βαλε!

  182. Μαρία said

    Το γαλλικό παμφλέ είναι ο λίβελλος, στα κορφιάτικα μπορεί και καμιά μπροσούρα, που ο Μπουκάν κάπου την ξέχασε ή την έχασε.
    Τα ματογυάλια πώς είναι στα βλάχικα;

  183. voulagx said

    γιλίι = γυαλιά, ελληνικο δανειο

  184. voulagx said

    Εχεις ακουστα τον Αλφονς Χοχαουσερ; Εζησε στο Πηλιο, εκει πεθανε

  185. Μαρία said

    -ζερ. Είχα ακούσει γι’ αυτόν απο ένα φίλο δάσκαλο που πρωτοδούλεψε στο Τρίκερι. Πώς τον θυμήθηκες;

  186. voulagx said

    Διαβαζω το βιβλιο «Ποιος θυμαται τον Αλφονς» του Κ. Ακριβου και εξαιτιας αυτου εκανα μia αναζητηση στο google.

    Hochhauser στα γερμανικα προφερεται Χοχαουζερ;

  187. Μαρία said

    Ναι έτσι θα μεταγραφεί στα ελληνικά. Δεν ήξερα οτι έγινε και μυθιστόρημα. Νομίζω οτι εξαφανίστηκε αλα Λιαντίνη.

  188. voulagx said

    Ναι,οπως μου ειπε ο πατερας ενος φιλου μου στο Χορευτο, που τον ηξερε ,πηγε στο δασος, χειμωνα καιρο, οπου ειχε ετοιμασει το νεκροκρεβατο του και περιμενε να πεθανει απο το κρυο. Τον βρηκανε μετα απο κανα μηνα, ειχε αφησει κι ενα σημειωμα.

  189. voulagx said

    Α, ναι, εξηγησε μου το λεκανοστ. Λεκα = καλη και νοστ = νυχτα;
    Γιατι το λεω; Θυμαμαι οτι: ντομπρο βετσε=καλη μερα, ή κανω λαθος;

  190. Μαρία said

    Κι ο φίλος μου ο δάσκαλος είναι Ζαγοριανός και στο Τρίκερι, το νησί, την εξορία του Αδάμ, έμενε και έκανε μάθημα σε κελί του μοναστηριού, που όπως βλέπω ο Αλφονσος είχε φροντίσει για τη συντήρησή του. Πριν τριαντατόσα χρόνια, όταν πήγαινες με καΐκι απο Βόλο.

    Και σε παλιά ντοκυμαντέρ.
    http://www.imdb.com/name/nm0387821/

  191. Μαρία said

    Χάιντε λεκανόστ. Δε ξέρω τι θα πει λέκα,μήπως ήσυχη. Πρωί πρωί λένε ντόμπρο ούτρο και μετά ντόμπρα βέτσερ. (Είναι εξαφανισμένος κι ο Ηλεφού)

  192. voulagx said

    Αϊντε λεκανοστ και bunι nuapti (το πισω ι που λες εσυ) 🙂

  193. sarant said

    Ο Ηλεφού είναι πράγματι εκτός δικτύου -για δέκα μέρες ακόμα, θαρρώ.

  194. #189-κ.ε. Ναι, ήσυχη/ελαφριά νύχτα. Λέκα νοστ με σ παχύ. Αλλά επειδή είναι στο τέλος της λέξης, το τ είναι ανεπαίσθητο και το σ ακούγεται ελάχιστα παχύ.

    Το πρόβλημα δεν είναι η καληνύχτα αλλά σε ποιον απευθυνόταν ο Μπέρμπα προχτές, και τι του έλεγε…

    Στον μπαμπά του: Тат, за теб!

  195. Α, κι υπάρχει και το ντομπραντέν, για καλημέρα γενικώς, μετά το ούτρο. Ο λίκνος για το σωστό σημείο του βίντεο είναι http://www.youtube.com/watch?v=_5WmLV_Yd84#t=94

  196. Μπουκανιέρος said

    #180-182
    Τα κελέτα προφανώς απ’ το ιτ. occhiali με την ίδια σημασία. Όσο για το «ε» στη θέση του «α», υπάρχει λέξη occhielo με διαφορετική σημασία σήμερα (αλλά φαίνεται ότι παλιότερα σήμαινε και αυτό). Έτσι κι αλλιώς, στο occhio καταλήγουμε.

    Το παμφλέτι μάλλον από τα αγγλικά, αφού η χρυσή εποχή της κερκυραϊκής παμφλετοφιλολογίας ήταν τα μέσα του 19ου αιώνα. «Πολιτικό φυλλάδιο» είναι μάλλον η σωστή απόδοση (στα δικά μας), όχι απαραίτητα λίβελλος αλλά πολύ συχνά λιβέλλιζε. Με ελάχιστη καλή θέληση, ο Νικοκύρης θα μας το βγάλει «αντιδάνειο».
    Δε λέγεται σήμερα – επομένως ήταν συνειδητή προσπάθεια για νεκρανάσταση (με το συμπάθιο).

    Άλλες απορίες αργότερα.

  197. sarant said

    Πράγματι, το pamphlet έχει ελληνική ρίζα, από το πάμφιλος (αγαπητός από όλους). Έχει πλάκα, γιατί και το παμφλέτι και το pamphlet συνήθως (αν και όχι αποκλειστικά) χρησιμοποιούνται για λιβέλλους ή γενικά για πολεμική.

    Είναι αυτό που λέει ο Μπαμπινιώτης, άμα ξέρεις την ετυμολογία βρίσκεις τη σημασία των λέξεων.

  198. Μαρία said

    196 Ε όχι και προφανώς! Του βγάλατε τα μάτια.

    195 Ναι ρε συ, πώς το ξέχασα, είναι σαν τους Γερμανούς.

  199. kanali said

    @176 Μπουκανιέρος: Αποκόντο να γίνω απερίκουος. Εύγε!!!

  200. Mikro Kafe said

    Το original καφέ τις θεσσαλονίκης 1978, τώρα στην Κομοτηνή!
    http://www.mikrokafe-1978.gr

  201. silverkid said

    α. Δηλαδή, αντιδάνειο το «παϊτόνι»; (Σόρι, σε περίπτωση που αναφέρεται παραπάνω, αλλά δεν είχα το κουράγιο να διαβάσω 200 σχόλια)

    β.

  202. silverkid said

    Επειδή δε βλέπω να παίρνει το λίκνο, εδώ το β. του προηγούμενου σχολίου:

  203. sarant said

    201: Ναι, αντιδάνειο!

  204. Βάγια said

    Καταπληκτικό! Που να φανταστώ ότι η λέξη-τύπος μικρής άμαξας «Φαέθων» που διάβασα σε κάποια παλιά μεταφρασμένα βιβλία είναι το γνωστό σε μας τους Θεσσαλονικιούς παιτόνι! Ούτε που θα το φανταζόμουν ότι η λέξη αυτή έχει τόσο υψηλή καταγωγή! (Εδώ που τα λέμε, αναρωτιόμουν, όταν το διάβαζα, τι μύγα τους τσίμπησε τους Γάλλους και βάφτισαν με τέτοιο όνομα τα ελαφρά, ανοιχτά αμαξάκια.)
    Τη λέξη μόνιππο μόνο σε μυθιστορήματα την έχω συναντήσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: