Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που ζούσαμε: ο Φάντης

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2010


Το βιβλίο το είχα διαβάσει τότε που βγήκε, όπως και όλοι στην οικογένεια, γιατί ο Ασημάκης ο Πανσέληνος ήτανε από παλιά φίλος της γιαγιάς και του παππού. Εννοώ το αυτοβιογραφικό «Τότε που ζούσαμε» του Ασημάκη Πανσέληνου (1903-1984), μυτιληνιού λογοτέχνη που ξεχωρίζει για το σατιρικό του πνεύμα. Τις προάλλες, το άνοιξα για να βρω κάτι που έψαχνα για ένα γεγονός του μεσοπολέμου (διότι ο Πανσέληνος είχε ανακατευτεί και με τις λογοτεχνικές και με τις κομμουνιστικές κινήσεις προπολεμικά) και… κόλλησα, κι άρχισα να το διαβάζω από την αρχή και να το χαίρουμαι ξανά.

Οπότε, μια και είναι Κυριακή, και για να σας παρακινήσω αύριο πρωί-πρωί να πάτε και να δανειστείτε ή να αγοράσετε το βιβλίο του Πανσέληνου, βάζω μια ιστορία από το «Τότε που ζούσαμε» (σελ. 82-83), μια ιστορία με έρωτα και θάνατο.

Η Μαριγώ η Φάντενα πάλι εξέδιδε και τις ίδιες τις κόρες της και με τα έσοδα κρατούσε το σπίτι κι ό,τι περίσσευε το έδινε να το πιει στην ταβέρνα ο Φάντης, ο άντρας της, που τον αγαπούσε και τον σεβότανε τόσο, ώστε ποτέ δε δεχόταν πελάτη στο σπίτι όσο βρι­σκόταν εκείνος εκεί. Όπου μια φορά, λεν, σε ώρα που είχε κουρ­νιάσει ο Φάντης στο σπίτι του, νωρίς, κρυωμένος, παν και χτυπούνε την πόρτα του η νεολαία. Τσιμουδιά η Φάντενα. Πείσμα οι λεβέντες. Χτυπά και ξαναχτυπά η πόρτα, άχνα δε βγαίνει από το σπίτι. Όμως μπορεί να αναβάλλονται τέτοια διαβήματα; Τότε ένας έξυπνος, χωρίς να υποπτεύεται το λόγο της βουβαμάρας, θέλοντας να αναγκάσει την κυρά Μαριγώ να του ανοίξει οπωσδήποτε, προσποιήθηκε τη φωνή του άντρα της, πάντα βραχνή και αλλαγμένη από το πιοτό.

–        Άνοιξε, μωγή Μαγιγώ!

Ο Φάντης λεν τότε, στουπί στο μεθύσι, πλην μερακλής ο μπα­γάσας, ακούγοντας τη φωνή του, θάμαξε τόσο το γεγονός που δε βάσταξε κι έβανε κι αυτός μια φωνή.

–        Βρε τ’ διαβόλ’ οι γιοι, ολόιδιο με κάνουν!

Αυτά τα δηγόταν και τα άκουγα, παλιοί λαϊκοί τύποι, μπαρμπέρηδες που παίζαν κιθάρα, ραφτάδες πού φτιάναν στίχους, κι άλλοι λογιώ μερακλήδες, διανοούμενοι και φιλόσοφοι, νοσταλγώντας παλιό­τερα χρόνια που ήταν οι άνθρωποι πιο απλοί, όπως κι εγώ κάνω σήμερα το ίδιο. Πιστεύω στο μέλλον, όμως, θέλω δε θέλω, μ’ εξουσιάζει το παρελθόν.

Εκειπέρα άκουσα και για μια άλλη υπηρεσία (εχτός από την επιχείρηση της γυναίκας του) που πρόσφερε ο ίδιος ο Φάντης, ατός του, στη Μυτιλήνη, σαν ένα είδος κοινωνικός λειτουργός. Ήτανε τό­τε που έπεσε χολέρα στον τόπο, κι οι άνθρωποι πέφταν και πέθαι­ναν σα μύγες, από ώρα σε ώρα, παρατημένοι, χωρίς μια ψυχή δίπλα τους να τους βρέξει τα χείλια. Τότε ο Φάντης ποτισμένος με σπίρ­το ως το κόκκαλο, ήταν ο μόνος που μπορούσε να πλησιάσει ακίντυνα τους χολεριασμένους –κανένα μικρόβιο δεν τον έπιανε.

Τον βάλαν λοιπόν να συντροφεύει, να γιατροκομά και να γιατροπορεύει τους μελλοθάνατους. Του βάζαν μια μπουκάλα ρούμι στο πλάι του και τον κλειούσαν σπίτι με τον άρρωστο, όπου ο Φάντης έπινε και τον βοηθούσε, το κατά δύναμη, να νετάρει. Όσο όμως ξεφτούσε ο χολεριασμένος, τόσο κι ο Φάντης κατακυριευόταν, από διάθεση φιλοσοφική, ένιωθε με τη βοήθεια και του πιοτού τη μα­ταιότητα των εγκόσμιων, κι άρχιζε να παρηγορεί τον ετοιμοθάνατο: Μη φοβάσαι, του έλεγε· μη φοβάσαι κι είναι ένα τίποτις η ζουγή!

–        Παγιούκαν βασ’λέδις, παγιούκαν δισπουτάδις, παγιούκαν αρχόντ’. Θα παγαίν’ς τσι συ.

Κι ο άρρωστος ξεψυχούσε, λεν, ήρεμα με τη βεβαιότητα πως δεν άφηνε πίσω του τίποτα που να αξίζει στον ψεύτη κόσμο. Η φρά­ση τούτη του Φάντη, η τελευταία, χρόνια κατόπι είχε απομείνει στο στόμα του λαού παροιμιώδικη, και τη ξεστόμιζαν, καθείς με τον τρό­πο του, οι Μυτιληνιοί, σα βλέπαν κανέ συμπολίτη μας να παίρνει την κάτω βόλτα.

–        Θα παγαίν’ς τσι συ, μουρμουρίζαν.

Το έφερε ο λόγος κι είπαμε τόσο πολλά για το Φάντη πλην ό­μως άνθρωποι σαν αυτόν ήτανε χρήσιμοι στα μέρη εκείνα που ήτανε απλή η ζωή. Χρειάζεται ο άνθρωπος παρηγοριά. Κι οι ήρωες του Βοκκάκιου το ρίξαν έξω, τρώγαν και πίναν και τραγουδούσαν και λέγαν όμορφες ιστορίες, προσμένοντας το κακό σαν έπεσε στον τόπο τους πανούκλα.


16 Σχόλια to “Τότε που ζούσαμε: ο Φάντης”

  1. taspa said

    Ενα εξαιρετικο βιβλιο, ευαισθησια, ρεαλισμος , αυτοκριτικη…………….

  2. ΚαπετάνΕνας said

    Καλημέρα Νίκο Σαραντάκο,
    Μπράβο που μνημονεύεις Ασημάκη Πανσέληνο, ΄τοχω διαβάσει το βιβλίο, έχει πολύ γούστο.Κι ο τρόπος που γράφει κι αυτά που περιγράφει. Θυμάμαι την πόρνη που τα πιο διαβασμένα παιδιά του σχολείου αποκαλούσαν «πύγαγρο» που στο τέλος από την κατάχρηση έγινε …»αργόπυργος¨.

  3. ΚαπετάνΕνας said

    Έχω καταλάβει οτι οι Μυτιληνιοί ,γενικώς,είχαν πλάκα τότε. Μού είχε πέσει στα χέρια ένας τόμος του Τρίβολου, περιοδικού που έβγαζε Ο Στρατης Παπανικόλας, τοπικός λόγιος (και πατέρας της μακαρίτισσας Ρηνιώς Παπανικόλα, του Τρίτου προγράμματος)και που δημοσίευε διάφορα σατιρικά, ωρισμένα στο τοπικό Αγιασιώτικο ιδίωμα.

    Δεν θέλω να αρχίσω τις γνωστές Ιερεμιάδες για την Ελλάδα που χάνεται, αλλά αναρωτιέμαι εκείνο το Αναγνωστήριον της Αγιάσου υπαρχει άραγε; Εμείς οι νεώτεροι το γνωρίσαμε από τους παληούς δίσκους βινυλίου του Σίμωνος Καρρά. Στο δίσκο «Χίος-Μυτιλήνη» υπάρχει ένα από τα ωραιότερα ελληνικά ορχηστρικά δημοτικά, αν θυμάμαι καλά, παιγμένο από την ορχήστρα του αναγνωστηριου της Αγιάσου.

  4. sarant said

    Καλημέρα Καπετάνιο.
    Πύγαργο τη λέγαν.

    Όσο για τον Τρίβολο, κι εγώ αγαπώ πολύ τα τεύχη του, έγραφε άλλωστε κι ο παππούς μου εκεί:
    http://www.sarantakos.com/liter/axtos/tribolos.html

  5. Όσο κι αν φαίνεται απίθανο, η Μυτιλήνη, ή ακριβέσερα η Λέσβος αντιστέκεται στη γενική ισοπέδωση. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στην πολιτιστική κίνηση πολλών πόλεων και χωριών του νησιού. Το Αναγνωστήριο της Αγιάσου υπάρχει και λειτουργεί κανονικά. Έχει και τεράστια βιβλιοθήκη. Ο αγιασώτικος καρνάβαλος εξάλλου, κάθε χρόνο δίει το παρών με την εξαιρετική και αθυρόστομη σάτιρά του.
    Αλλά και στη μικρότερη κλίμακα της παρέας υπάρχουν οι «Καφελόγιοι» που κάθε Σάββατο συναντιώνται στο εξαιρετικό «Μουσικό Καφενείο» και λένε τα δικά τους στο πνεύμα του παλιού εκείνου συλλόγου «Φιλόγελως» των αρχών του 20ου αιώνα. Αλλά και οι εν Αθήναις Λέσβιοι συναντιώνται κάθε δεύτερο Σάββατο μεσημέρι, στο φιλόξενο χώρο του «Συλλόγου των εν Αθήναις Καλλονιατών», που τους παρέχει δωρεάν το απαραίτητο ούζο ενώ εκείνοι φέρνουν από τα σπίτια τους μεζέδες και λοιπά εδέσματα.Στις συνάξεις αυτές γίνεται μεγάλο καλαμπούρι, με τραγούδια, απαγγελίες, διάβασμα αποσπασμάτων από κείμενά τους, καθόσον οι περισσότεροι είναι λόγιοι (μετά ή άνευ εισαγωγικών).

  6. ΚαπετάνΕνας said

    Πύγαργο,ναι.

    Ήξερα το βιβλίο » Ό άγνωστος ποιητης Άχθος Άρούρης» (δεν το διάβασα), αλλά αγνοούσα οτι ήταν ο παππούς σου. Μα και το ψευδώνυμο αυτό, έχει πολλή πλάκα, μοιάζει σαν ένα σχόλιο,μια παρωδία των ρομαντικών ψευδωνύμων των ποιητών της εποχής.

  7. ΤΑΚ said

    Μπράβο, Νίκο, που τον θυμήθηκες. Περιέργως, ο Ασημάκης Πανσέληνος (που είναι νομίζω πατέρας του πιο γνωστού στις νεότερες γενιές, Αλέξη Πανσέληνου) δεν αναφέρεται σχεδόν πουθενά και από κανέναν σήμερα, παρόλο που πρέπει να ήταν δημοφιλής συγγραφέας στις δεκαετίες 50, 60 και 70. Διάβασα πολλά βιβλία του στο Γυμνάσιο (ας είναι καλά η δανειστική βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ) και μου είχαν αρέσει (εκτός από το Τότε που ζούσαμε μου άρεσαν και τα ταξιδιωτικά του, θυμάμαι, παρόλο που το ύφος ήταν αρκετά διαφορετικό).

  8. Πώς ήταν μια άλλη ιστορία, που πάνε να νοικιάσουν σπίτι, φοιτητές, στην Αθήνα; Η σπιτονοικοκυρά τους κοιτάζει με μισό μάτι και ρωτά, έτσι που μιλούσαν μυτιληνιώτικα: Είστε Έλληνες; Ο έξυπνος της παρέας απαντά με στόμφο: Γνήσιοι απόγονοι του Περικλέους! Και η κυρία, με καχυποψία: Του γαλατά στη γωνία;

    Ωραίο βιβλίο.

  9. sarant said

    Καπετάνιε, εγώ είμαι μεροληπτικός, αλλά το ψευδώνυμο το βρίσκω έξοχο.

    Τάσο, ναι, ο Αλέξης Πανσέληνος είναι γιος του Ασημάκη, ο οποίος είχε γράψει το εξής ποίημα όταν γεννήθηκε, στην Κατοχή:

    Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ
    Στον Αλέξη

    Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
    κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
    λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
    κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

    Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
    πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
    μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
    να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

    Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
    αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
    δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
    που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

    Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
    και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
    πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
    κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

    Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
    να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
    μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
    μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.

    (1943)

    Δύτη, ναι, έτσι ήταν η ιστορία -η νοικοκυρά στο τέλος ρωτάει «του γαλατά στη Λένορμαν;» Αλλά τους κοιτούσε με μισό μάτι φοβούμενη μην τυχόν κι ήταν πρόσφυγες.

  10. Το ποίημα για τον Αλέξη, είναι καταπληκτικό!!!

  11. Μαρινα Μυλωνα said

    Γειά σας!Πόσο χαίρομαι που μόλις γύρισα απ’το νησί οι σκέψεις γυρίζουν εκεί[καί μέσα απο εδώ!!!]Καί όντως ακόμη το νησί αντιστέκεται στη γενική ισοπέδωση!Το μουσικό καφενείο υπάρχει ακόμη,οι καφελόγιοι συνεχίζουν να πηγαίνουν και να αυτοσαρκάζονται και να σαρκάζουν,οι άνθρωποι επικοινωνούν στη ντοπιολαλιά τους κι ο χρόνος μοιάζει να μην περνά!Είχα συνάντηση με μαθητές μου από χωριό της Λέσβου[την Αγρα]12 χρόνια μετά καί ένοιωσα ευτυχής που με δέχτηκε αυτό το νησί για 9 χρόνια,να ζήσω και να μάθω κάτι απ’την πλούσια»απλότητα»των ανθρώπων του!Και εννοείται τα ήπια τα ουζάκια στην υγειά σας!Καλό βράδυ!

  12. Και εγώ το έχω διαβάσει και μάλιστα πριν γνωρίσω το….Σαραντακέικο…! Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο και μαθαίνεις πολλά για την εποχή.

  13. Με την ευκαιρία, να πω ότι σήμερα έκανα πάλι αναφορά στον παππού σου και νομίζω ταιριάζει να την γράψω εδώ αφού αναφέρεται σε συνοδοιπόρους (άρα πιάνει το πνεύμα της συνοδοιπορίας με τον Πανσέληνο, πόσο μάλλον αφού αναφέρετε και τα ποιήματά του).
    http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/1303

  14. ΥΓ: Οσοι δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο του παππού του Νίκου, παιδιά χάνετε! Είναι ισοδύναμο του Πανσέληνου, εξάλλου είχαν παράλληλη πορεία για αρκετά χρόνια και σίγουρα το ένα βιβλίο συμπληρώνει ιστορίες που διαβάζετε και στο άλλο.

  15. sarant said

    Σοφία, μας κολακεύεις 🙂

    Πλούσια απλότητα, ναι, έτσι είναι.

  16. Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σας θυμίσω άλλο ένα ποίημα του Ασημάκη Πανσέληνου, γραμμένο όταν καθιερώθηκε (από την κυβέρνηση Βενιζέλου, παρακαλώ) το ιδιώνυμο, ο πιο ανελεύθερος νόμος του Μεσοπολέμου, αφού δεν τιμωρούσε τις πράξεις αλλά τις σκέψεις)

    Τριμελές Πλημμελειοδικείον

    Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι
    μια σκεψη, μια ψυχή ευχαριστημένη,
    τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι, ανθρωπάκοι
    κι ο Εισαγγελέας, με φαίρμπανξ μουστακάκι.

    Ένας εργάτης κάθεται στον πάγκο.
    Από ένα σπάγκο κρέμεται ο Χριστός
    κι απ΄το Χριστό κρεμιέται
    (δίχως σπάγκο) το Καθεστώς.

    -Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;
    -Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή.
    -Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία;
    -Βοηθάνε όσους μας κλέβουν το ψωμί.

    Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του.
    Είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
    κοιτάει το νόμο μεσα απ΄τα γυαλιά του
    και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

    -Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία!
    Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός.
    Κλαίει μια γρούλα με ήσυχη πικρία.
    Μεισιά κάτω απ΄τη σκόνητου ο Χριστός.

    Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
    μιασκέψη, μια ψυχή αποστειρωμένη,
    δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
    κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

    Τρων και μιλούν για τ άδικο με πάθος,
    διδάσκουν στα παιδιά τους ηθική,
    βέβαιοι μέσα τους, πως είναι κατά βάθος
    πιο τίμιοι από όσους κλειουν στη φυλακή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: