Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένα περίεργο άγνωστο κείμενο για τον Γιώργο Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2010


Λυπάμαι, αλλά σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα εντελώς ανεπίκαιρο άρθρο. Σαββατοκύριακο άλλωστε είναι, έχουμε τράτο να διαβάσουμε και κάτι όχι άμεσα επίκαιρο. Για μένα βέβαια είναι, κατά κάποιον τρόπο, επίκαιρο, διότι το ανακάλυψα πρόσφατα. (Για μερικούς συγγραφείς, όπως είναι ο Ν. Λαπαθιώτης ή ο Γ. Κοτζιούλας ή ο Άβλιχος, έχω συνεχώς τις κεραίες μου ανοιχτές και όποιο κείμενο δικό τους βρω ή αναφορά σ΄αυτούς, το καταγράφω). Λοιπόν, στο βραχύβιο περιοδικό Πυρσός του 1928 (έβγαλε τρία τεύχη, μετά μετονομάστηκε σε Νέοι), διαφορέτικό από τον Πυρσό του 1917, βρήκα ένα άγνωστο κείμενο για τον Γιώργο Κοτζιούλα, γραμμένο από τον Χαρίλαο Παπαντωνίου. Ένα υμνητικό κείμενο, περίεργο όμως.

Ο Κοτζιούλας την εποχή εκείνη είναι 19 χρονώ, φοιτητής στη Φιλοσοφική, πάμφτωχος. Για να συντηρηθεί στην Αθήνα κάνει «παραδόσεις» (ιδιαίτερα θα λέγαμε σήμερα). Αργότερα θα πιάσει δουλειά διορθωτή σε περιοδικά και από τις στερήσεις και την κόπωση θα γίνει φυματικός. Παρόλο που είναι τόσο νέος, έχει ήδη στο ενεργητικό του κάμποσες δημοσιεύσεις, τόσο σε έντυπα της Ηπείρου όσο και σε αθηναϊκά (στο Μπουκέτο έχω βρει ποιητικές μεταφράσεις του δημοσιευμένες ήδη το 1925, όταν ήταν 16χρονος, προφανώς σταλμένες από την Άρτα ταχυδρομικώς).

Ο Χαρίλαος Παπαντωνίου είναι ο μεγαλύτερος (κατά 10 χρόνια) αδερφός του πολύ γνωστότερου Ζαχαρία Παπαντωνίου. Δεν ξέρω αν φαίνεται από το κείμενο που θα διαβάσετε, αλλά το 1928 που το γράφει είναι σε αρκετά μεγάλη, ιδίως για τα μέτρα της εποχής, ηλικία, περασμένα τα εξήντα -γεννήθηκε το 1867. Πέθανε το 1932 και έγραψε γι’ αυτόν η Νέα Εστία ότι «επέρασε και μένει ως ανάμνησις ενώ θα μπορούσε να μείνει ως συγγραφεύς», εννοώντας ότι αναλώθηκε στο επικαιρικό, στο εφήμερο, στα λαϊκά περιοδικά. Ο Χ. Παπαντωνίου με ενδιαφέρει κι από μιαν άλλη πλευρά, για τον διάσημο καβγά που είχε με τον Λαπαθιώτη στις αρχές του 1928, μια ιστορία που έχει αρκετό γούστο: στο ημερολόγιο του Μπουκέτου, έγραψε ο Παπαντωνίου έναν φλυαρότατο και ρητορικότατο ύμνο για τον Λαπαθιώτη, στον οποίο όμως είχε και μία σπόντα, μια φράση μειωτική για τον Κ. Παρορίτη και τους κομμουνιστές. Ο Λαπαθιώτης, που συμπαθούσε τους κομμουνιστές, έτυχε να δει το κείμενο πριν πάει στο τυπογραφείο, και έσβησε τη φράση. Οπότε έγινε έξαλλος ο Παπαντωνίου και δημοσίευσε ένα άλλο πορτρέτο του Λαπαθιώτη, επίσης ρητορικότατο αλλά τώρα λίβελλο αντί εγκωμίου! Τα κείμενα αυτά έχουν γούστο και θα τα παρουσιάσω κάποτε, όπως είναι τεράστια (από πέντε πυκνοτυπωμένες σελίδες βιβλίου το καθένα) και αυτό κάπως με αποθαρρύνει.

Προς το παρόν δείτε το περίεργο υμνητικό κείμενο για τον Κοτζιούλα. Το λέω «περίεργο» επειδή είναι ασυνήθιστο να γράφονται τέτοιοι ύμνοι για έναν 19χρονο, αλλά και επειδή οι έπαινοι του Παπαντωνίου έχουν και τη σκοτεινή πλευρά τους (νουάρ εγκώμια!). Αλλά επειδή είπα πάρα πολλά θα σταματήσω εδώ, προσθέτοντας μόνο ότι το «Ηλιόκαυτος» που υπάρχει πλάι στο όνομα του Παπαντωνίου δεν είναι κάποιο εμπνευσμένο ψευδώνυμο όπως αρχικά νόμιζα, αλλά το πατρικό επώνυμο της μητέρας του.

ΧΑΡ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΗΛΙΟΚΑΥΤΟΥ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

( ΔΗΜΟΤΙΚΑ: ΓΙΟΡΓΟΥΣ ΚΤΖΙΟΥΛΑΣ, Η ΓΙΟΡΓΟΥΣ Τ’ ΚΤΖΙΟΥΛΑ, ΓΙΟΡΓΟΥΚΤΖΙΟΥΛΑΣ,-ΚΑΙ ΤΡΑΒΑ ΚΟΡΔΕΛΛΑ…)

Άμωμοι εν οδώ, αλληλούια . . . Γόος υπάρξεως. Απόβαθο στέναγμα ζωής. Νύχτα ψυχής, που φεγγίζεται μόνο από τον πόνο της. Λιτανείες νοσταλγιών, τραγικοτήτων των προγόνων του, κληρονομικών αμαρτιών και θλίψεων, περνούν από τα μεσαιωνικά ερείπιά της, και παν ν’ αναβρύσουν σε δάκρυα ποιημάτων. Η απαγγελία του είναι παλμός πόνου, βαθύ απόηχο άρπας, που την κρούουν δαιμονικά δάκτυλα. Μέσα στο σκοτάδι της μορφής του παίζει μυστικό ακτινοβόλημα αγαθοσύνης και υπομονής, μοιραίας υπομονής… Τα μάτια του, τη νύχτα, σε στιγμές που απαγγέλλει τα ποιήματά του, που τα ξεδακρύζει σε θλίβερη, πένθιμη φωνή, σ’ έναν ωραίο νεκρώσιμο παλμό, ζωγραφίζονται και δείχνουν τα μάτια κουκουβάγιας, έρημου πουλιού, που θρηνεί μόνο του, για τον εαυτό του, στην άδεια νύχτα, στον τρόμο και στην αμαρτωλή έκσταση της φύσεως, τη δαιμονική ζωή του. Καθρεφτίζεται τότε σ’ αυτά οπτασιαστική η ψυχή του, το λυγμικό εκείνο στοιχείο που είναι η ψυχή του ανθρώπου αυτού. (Φαίνεται τόσο βαθιά θαμμένος εις το παρελθόν, ώστε δεν μπορώ να τον πω νέον).

-Ποιων νεκρών σέρνεις το χορό ρυθμικά, απάνω οτη Σκηνή της Ζωής, αθάνατε μέσα στον τάφο σου Κοτζιούλα ; Ωραίε στη θλίψη σου και στην αισθητική απόγνωσή σου, χωριάτη παρθενικέ της Ηπείρου, Γιώργο Κοτζιούλα, σε χαιρετώ, εγώ, η μεγάλη σκιά της Ζωής, που ακτινογραφούνται καθαρά απάνω της τα πάθη και οι πνευματικοί σχηματισμοί των ανθρώπων. Λυγμικέ και βαθύπαθε Κοτζιούλα, ήταν ανάγκη να διακοσμήσεις και συ, με την τραγική σιλουέτα της ψυχής σου, το γοτθικό Ναό του πνεύματός μου, που νόμισα ότι είχαν ακουσθεί πλέον μέσα του όλοι οι ολολυγμοί της δημιουργίας;

Στο ζωγραφικό και πεθαμένο αποχρύσωμα της μορφής του, στο κιτρινισμένο απόσκιο της, σαν εκείνο μερικών παλιών βυζαντινών εικόνων αρχοντικών σπιτιών, λάμπουν γλυκά τα νυχτοεκστατικά μάτια του Κοτζιούλα. Πώς ενοραματίζεται τον αρχαίον εαυτό του, όταν κάθεται στη γωνιά του καφενείου, σιωπηλός και σεμνός, εντάφιος, τυλιγμένος στο σουδάρι των λογισμών του, σα σβησμένο όνειρο! Γλυκέ και πονεμένε Κοτζιούλα, πώς ήθελα να φασματίζομαι κι εγώ σ’ ένα τέτοιο ωραίο νεκροταφείο λογισμών κι αισθήσεως, όπως συ! Πόσο είσαι καλά τοποθετημένος μέσα στον ασφοδελόν λειμώνα του ψυχισμού σου! Συ δε θα κάμεις τον κόπο να πεθάνεις, επειδή είσαι ωραία πεθαμένος από τώρα. Από τη σκοπιά του τάφου σου βλέπεις ζωγραφιά το Νεκροταφείο της Ζωής, το ψυχικό μάτι σου ακτινογραφεί στα ποιήματά σου την πραγματική ουσία της, που είναι μόνο πόνος, όνειρο, εφιάλτης, τραγούδι ενός τραγικού τρελού, και κατάρα εναντίον της Δημιουργικής ανάγκης. Φτωχέ, αλλά πλούσιε μέσα στο ωραίο πένθος σου Κοτζιούλα, το νεκρογράφημά μου αυτό για σένα πάρε το ως την παλμικότερη εικόνα σου, και όταν θα μπορέσεις ν’ αναφλογίσεις στον ορίζοντα της Τέχνης το εσωτερικό δράμα σου, τότε πάλι μπορεί εγώ να σου κάνω την κριτική Σκιαγραφία σου. Τώρα, δέξου από μένα μόνο τούς ολίγους αυτούς χειμώνανθους από την αίσθηση της διαβατικής γνωριμίας μου με σένα.

Είναι φοιτητής τής Φιλολο­γίας. Έμαθε Γαλλικά μόνος του. Μετα­φράζει ωραία πεζούς και ποιητάς, και ζει με παραδόσεις. Φτωχός. Από ένα απόμερο χωριό της Ηπείρου, καρφωμένο στα τσογγάρια του βουνού και χωμένο μέσα στα πουρνάρια και στις δάφνες. Πλατανούσα το λένε. Το καλοκαίρι φυλάει στο χωριό του τα γίδια του, —15—, και μεταφέρνει πεζός, ανάμεσ’ από φοβερά κατσάβραχα, στα γύρω χωριά, το Ταχυδρομείο, βοηθώντας τον πατέρα του, που είναι «Τα­χυδρόμος». Όταν πηγαίνει πεζός στην πρωτεύουσά του Άρτα, κάνει μια ολόκληρη μέρα, περνώντας όλο από «γιδοπάτια» και «σύρματα» (όπως είναι οι περισσότεροι δρόμοι της Ελλάδος, και μάλιστα της Ηπείρου), κατά τη χωριάτικη ονοματολογία, και επιστρέφοντας κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά φορ­τωμένος τότε. Είναι ελαστικός σα γάτος και φασματικός σαν αερικό. Όταν περπατεί, νομίζεις πως βλέπεις σαύρα, που μεταμορφώνεται ταυτόχρονα με την κίνησή της σε άνθρωπο, χωρίς όμως να σταματάει οριστικά, μια στιγμή, στον τύπο του ανθρώπου.

Πού να ιδείς το σαυράνθρωπο αυτόν Κοτζιούλα κει απάνω στα κατσάβραχά του, να βοσκάει τα γίδια του και να τα κυνηγάει να τα ξεκόψει απ’ τους γκρεμούς κι απ’ τα «στεφάνια»! Όταν ο Γιώργος ο Κοτζιούλας βρίσκεται σε δρόμο, έχει τέτοια παράκρουση βηματισμού, και τέτοια προσπατήματα, ώστε, βλέποντάς τον, νομίζεις πώς τον κυνηγάει και τον παίρνει από πίσω το πνεύμα τής μαύρης Μοίρας του. Γεια σου αθάνατε Κοτζιούλα, ψυχικέ κυ­ματισμέ των αμαρτιών της γης αυτής, μαύρε κότσυφα με κεχριμπαρένια μύτη, που το τραγούδι του πόνου το κελαηδάς μοναστικά και άφθονα, πένθιμο ποιητικό τριτσόνι, ψυχοκάτσικο, ποιητικό μοιρολόι με απόκοσμο και καρδιοτάραχτο ρυθμό, σκοτεινό ακτινογράφημα ψυχής σε κίτρινο φόντο σκέ­ψεως. Χαίρε, επί τέλους, ποιητική πέρδικα, που τό θρηνολάλημά σου εσήκωσε αρμονικήν ηχώ και μέσα σ’ αυτά τα έρημα βραχώματα τής ιδικής μου ψυχής, που δεν ακούγεται τίποτε άλλο μέσα σ’ αυτή, τόσα χρόνια τώρα, παρά οι άγριες ανακραυγές του Αετού της σκέψης μου και τα σεισμικά ουρλιάσματα του λιονταριού των παθών μου, που η Σαχάρα της δεν ποτίζε­ται από τίποτε άλλο, τόσα χρόνια τώρα, παρά μόνο από το ωμό φωτοβόλημα του ήλιου τής θανάσιμης Αλήθειας, και δε ζω­γραφίζεται τίποτε άλλο σ’ αυτήν, καιρούς και καιρούς τώρα, εκτός από μόνο το άδειο όνειρο τον φεγγαριού τής πίστεως, σε κάποια άλλη ζωή …

Advertisements

10 Σχόλια to “Ένα περίεργο άγνωστο κείμενο για τον Γιώργο Κοτζιούλα”

  1. Δεν ξέρω, έξω από τα κατατόπια μου αυτά, αλλά σε σύγχρονα αυτιά, και δη μεταμοντέρνα (όπως το ‘πε μια σπόντα κάποτε, «αυτοί που καταναλώνουν την τέχνη μόνο ενόσω είναι εγκλωβισμένη εντός εισαγωγικών»), ακούγεται όλο αυτό σαν να τον παίρνει στο ψιλό. Ο έπαινος είναι όντως ανάρμοστος, και λέει πολύ περισσότερα για την ψυχοπλάκωση του Χ. Παπαντωνίου, ή για τη φτώχεια του Κοτζιούλα, παρά για τις ποιητικές του ικανότητες.

    Για πρόωρα εγκώμια, όρα στην αμερικανική γλωσσολογία τον ξακουστό τόμο Defamatory essays presented to James D. McCawley on his 33rd or 34th birthday (σκατολογικές γλωσσολογικές πραγματείες, που όμως είχαν ουσία, και ο ίδιος ο ΜακΚώλυ ήταν από τους τρανούς του πεδίου).

  2. Και γω την ίδια εντύπωση είχα.

    (χάθηκα στα λινκ του ΜακΚώλυ, μέχρι και σε γκαργκόλια έπεσα [εδώ, 5 Μαΐου]

  3. Καλημέρα, κ.Σαραντάκο
    Νομίζω ότι το κείμενο είναι στο υμνητικό κλίμα της εποχής, το γράφει εξάλλου κάποιος που δεν είναι λογοτέχνης ακριβώς, παρά «αναλώθηκε στο επικαιρικό, στο εφήμερο, στα λαϊκά περιοδικά.» όπως λέτε. Ατυχώς δεν ήξερα ούτε το Γκοτζιούλα ούτε τον αδερφό του Παπαντωνίου. Έχει μια σκοτεινιά, μια υπαρξιακή ανησυχία, το κείμενο, ωστόσο δε νομίζω ότι μειώνει ή ειρωνεύεται το Γκοτζιούλα, ούτε τέτοιες προθέσεις έχει. Οι λίβελλοι και οι ειρωνείες γράφονταν μάλλον διαφορετικά. Ο ανθρωπολογικός τύπος του αγρότη-κτηνοτρόφου-μαθητή-βιοπαλαιστή κλπ που περιγράφει, οι φράσεις κλπ ήταν τότε κοινότατες.
    Νομίζω ότι στην τελευταία παράγραφος ο Π. δίνει με ειλικρίνεια τα κίνητρά του, έγραψε το κείμενο κυρίως γιατί το «θρηνολάλημά» του Γκοτζιούλα εσήκωσε αρμονικήν ηχώ και μέσα σ’ αυτά τα έρημα βραχώματα» της ψυχής του, στην οποία «δεν ακούγεται τίποτε άλλο μέσα σ’ αυτή, τόσα χρόνια τώρα, παρά οι άγριες ανακραυγές του Αετού της σκέψης μου»:
    «Χαίρε, επί τέλους, ποιητική πέρδικα, που το θρηνολάλημά σου εσήκωσε αρμονικήν ηχώ και μέσα σ’ αυτά τα έρημα βραχώματα τής ιδικής μου ψυχής, που δεν ακούγεται τίποτε άλλο μέσα σ’ αυτή, τόσα χρόνια τώρα, παρά οι άγριες ανακραυγές του Αετού της σκέψης μου και τα σεισμικά ουρλιάσματα του λιονταριού των παθών μου, που η Σαχάρα της δεν ποτίζεται από τίποτε άλλο, τόσα χρόνια τώρα, παρά μόνο από το ωμό φωτοβόλημα του ήλιου τής θανάσιμης Αλήθειας, και δε ζωγραφίζεται τίποτε άλλο σ’ αυτήν, καιρούς και καιρούς τώρα, εκτός από μόνο το άδειο όνειρο τον φεγγαριού τής πίστεως, σε κάποια άλλη ζωή …»
    Στο ίδιο πνεύμα, με σχεδόν μεταφυσική αγωνία, γράφει στην αρχή του κειμένου ο Π:
    «Λυγμικέ και βαθύπαθε Κοτζιούλα, ήταν ανάγκη να διακοσμήσεις και συ, με την τραγική σιλουέτα της ψυχής σου, το γοτθικό Ναό του πνεύματός μου, που νόμισα ότι είχαν ακουσθεί πλέον μέσα του όλοι οι ολολυγμοί της δημιουργίας;»
    Το όντως κάπως περίεργο ύφος μάλλον στη ιδιοσυγκρασία, ίσως και την ηλικία του ανδρός, όπως λέτε, μπορούμε να το αποδώσουμε.Το έργο του «λυγμικού» Γκοτζιούλα φαίνεται να συγκίνησε αυθεντικά τον Π., γι’ αυτό και δεν εφαρμόζει αισθητικά ποιητικά ή άλλα κριτήρια, αλλά αναφέρεται κυρίως σε συναισθήματα, με έντονες αναφορές στον εαυτό του. Η κριτική της εποχής, αν και έδινε το μερίδιό της στο πάθος και το συναίσθημα, γράφονταν αλλιώς, με πιο τεχνικούς όρους(στιχουργική κλπ)

    Με την ευκαιρία:καθώς διάβασα κάποια ποιήματα του Γκοτζιούλα εντόπισα τη λέξη «γκορτσόζουμο», κατά λέξη ζουμί από γκόρτσα (άγρια αχλάδια, ας πούμε). Στην πιο ..πλούσια εκδοχή του λέγεται και κουσιάφι (τούρκικο νομίζω) και είναι κάτι σαν κομπόστα σούπα με αποξηραμένα ή και ζωντανά φρούτα, σταφίδες κλπ.
    Καλημέρα σε όλους, κ. Σαραντάκο, αν δεν υπήρχε το ιστολόγιο σας, θα έπρεπε να το φτιάξουμε, πού αλλού θα βρίσκαμε καταφύγιο τόσοι «ακτήμονες καλλιεργητές του πνεύματος»…
    Καλησπέρα σε όλους.

  4. Αλέξανδρος Ζούκας said

    Καλησπέρα κε Σαραντάκο
    με τον Κοτζιούλα και την Πλατανούσα του, στις όχθες του Άραχθου, στην πιο φτωχιά και απρόσιτη (μέχρι πρότινος) γωνιά του Ν. Ιωαννίνων, είχα από τύχη «συναντηθεί», πριν από μερικές δεκαετίες. Το παράξενο και ταυτόχρονα σπουδαίο ποιήμα του «Το ξεκοίλιασμα του γερο-Γύφτου», αν θυμάμαι καλά, που δημοσίευσε η κα Μαρία Αντωνίου – Τίλιου, σε κάποιο παν/κο λογοτεχνικό περιοδικό στα Γιάννενα, ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του κι έκτοτε -κι εγώ όπως κι εσείς- παραμείναμε με τις κεραίες τεταμένες γι αυτόν τον ποιητή που τον «ρήμαξαν ο χρόνος και οι περιστάσεις» (όπως θάλεγε ο Π. Μάρκογλου). Εγώ, για μιά επταετία στα Γιάννενα, έξω από το πανεπιστήμιο δεν άκουσα πουθενά αλλού το όνομά του. Πλήρωθηκε για την επωδό του την αφιερωμένη στους Γιαννιώτες, «…στο έχω σας να χέσω», με τη σιωπή τους. Η συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση έπαιξε κι αυτή το ρόλο της και το όνομά του ήταν «σβησμένο» ακόμα και στην Πλατανούσα ενώ σταδιακά «αποκαθίσταται» τα τελευταία χρόνια (προτομές, πανηγύρια κ.λπ.) με τον γνωστό νεοελληνικό (βλ. κανιβαλικό) τρόπο!
    Το κείμενο του Παπαντωνίου δεν το ήξερα κι είναι πράγματι ένας ύμνος για τον νεαρό ποιητή. Ακόμα και ο υπότιτλός του (ΔΗΜΟΤΙΚΑ: ΓΙΟΡΓΟΥΣ ΚΤΖΙΟΥΛΑΣ, Η ΓΙΟΡΓΟΥΣ Τ’ ΚΤΖΙΟΥΛΑ, ΓΙΟΡΓΟΥΚΤΖΙΟΥΛΑΣ,-ΚΑΙ ΤΡΑΒΑ ΚΟΡΔΕΛΛΑ…) δείχνει την ειλικρινή εγκωμιαστική πρόθεση του Π. αφού γράφτηκε από έναν άνθρωπο που φαίνεται πως γνώρισε πρώτα τις ιδιαίτερες πτυχές του πατρώου πολιτισμού του ποιητή (γλωσσικά παιχνίδια κ.ο.κ.). Είναι στ’ αλήθεια ένα μεγάλο εγκώμιο, αγαπητοί φίλοι, που αν είχατε την ευκαιρία να γνωρίσετε από κοντά τον τόπο αυτό και τους ανθρώπους του σίγουρα θα συμφωνούσατε μαζί μου.
    Τέλος πάντων, για καλαμπούρι, πριν λίγο καιρό βρέθηκα εκεί σ’ ένα διπλανό χωριό στο μοναδικό καφενείο με τον μεγάλο βιολιτζή από την Πλατανούσα τον Ν. Κωσταγιώργο (κατά το ΓΙΟΡΓΟΥΚΤΖΙΟΥΛΑΣ) όπου έπαιζε και τραγουδούσε μόνος του διάφορα τραγούδια μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο για τον οποίο κάποιος «καθαρολόγος» θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για παραποίηση της παράδοσης κ.ο.κ. Εγώ τον βρήκα εκπληκτικό και πιστεύω πως όσα υλικά κι αν δανείστηκε ο Κωσταγιώργος κι όπως κι αν τα χρησιμοποίησε αυτό που έπλασε είναι το Δημοτικό Τραγούδι κι ο ίδιος ένας από τους ανώνυμους δημιουργούς του (δεν λέω συνεχιστές του επειδή η κατάχρηση της λέξης από διάφορους κατά κανόνα ατάλαντους της στέρησε και το παραμικρό νόημα).
    Σας αφιερώνω κι ένα όμορφο τετράστιχο που μας τραγούδησε με πάθος:
    «Να ρίξει Θέ μου μια βροχή
    κι ένα χοντρό χαλάζι
    για να σαπίσουν τα λουριά
    να πέσουν τα κουδούνια…»
    Γειά σας, την καλησπέρα μου και σ’ όλη την παρέα.

  5. skolotourou said

    Διαμαρτύρομαι γιατί το έβαλες σε μέρα που έλειπα από την Αθήνα…Θα το διαβάσω και θα σχολιάσω αύριο…

  6. skolotourou said

    Με την ευκαιρία να θυμίσω συνδέσμους όπου ο Νίκος κι εγώ ασχοληθήκαμε με το έργο του Κοτζιούλα (μια και ο Νίκος είναι σεμνός και δεν το κάνει).

    Δείτε εδώ: http://www.sofiakolotourou.gr/articles/8/56

    και εδώ: http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=1526:%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CF%81%CE%B7-%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7&Itemid=52

  7. sarant said

    Σοφία, σε ευχαριστώ για τα λινκ, μάλιστα το δεύτερο δεν θα ήξερα καν πώς να το εμφανίσω.

    Περιμένω σχόλιο για το κείμενο.

  8. Παρατηρώ.

    – Δεν έχω γνώση απο άλλα γραπτά του Χ.Παπαντωνίου άρα και σαφή εικόνα της εν γένει «τεχνοτροπίας» του.
    – Ένας γέρος, με τα μέτρα της εποχής, γράφει για έναν 19χρονο της εποχής.
    – Οι εικόνες έχουν να κάνουν με παρατήρηση προς τον 19χρονο Κοτζιούλα και είναι δύο ειδών «τοπία».

    Ο Κοτζιούλας ως μορφή μπροστά του, κάπου εκεί μπροστά και δεν ατενίζει τον παρατηρητή. Η περιγραφή και οι στοχασμοί του Χ.Παπαντωνίου, συν το όλο κλίμα της γραφής, παραπέμπουν έντονα στα Αθηναϊκά Επιτύμβια τα οποία μας έχουν ορίσει μια καταπληκτική και διακριτή σχολή έκφρασης και τέχνης.
    Δείτε ένα δείγμα εδώ. Στα Αθηναϊκά Επιτύμβια πάντα ο νεκρός βρίσκεται σε συνύπαρξη με τον ζωντανό με τον οποίο έχει κάποια σχέση, συγγενή, φίλου, συζύγου, υπηρέτη. Απεικονίζεται σαν ο νεκρός να παίρνει υλική υπόσταση κατευθείαν απο την σκέψη του ζωντανού, άρα και η «σιωπή» μεταξύ τους, και η όλη βαθιά αλλά απείρου καλλιτεχνικού βάθους θλίψη που αποτυπώνει αυτή η τέχνη.
    Επίσης στα Αθηναϊκά Επιτύμβια, σχετικό και εδώ με το κείμενο, ενώ ο ζωντανός και ο νεκρός συνυπάρχουν με σαφή σχέση στον χώρο δεν συναντώνται ποτέ τα βλέμματα τους.

    Το άλλο «τοπίο» είναι ο Κοτζιούλας να κινείται στα μέρη που γεννήθηκε με περισσή γλαφυρότητα και ανάλυση. Αρχικά σκέφτηκα πως γίνεται να γνωρίζει ο Χ.Παπαντωνίου αυτές τις εικόνες εκτός και τον είχε επισκεφτεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
    Μετά σκέφτηκα σαν πιο πιθανό το οτι έχουμε μια συνέχεια της προηγούμενης «νεκρολογίας», με τον Χ.Παπαντωνίου να έχει προχωρήσει σε «μνήμες» ενός Κοτζιούλα όπως κινείτο στην ζωή του, προ «θανάτου». Ο Χ.Παπαντωνίου τον «έβλεπε» στην ιδιαίτερη πατρίδα του, προφανώς δημιουργώντας και εικόνες από κάποια εκ περιγραφής γνώση από τον ίδιο τον Κοτζιούλα.

    Συμπέρασμα δικό μου. Ο Χ.Παπαντωνίου κάνει μια συνολική νεκρολογία ενός τραγικού Κοτζιούλα ο οποίος στην πόλη είναι νεκρός, και γίνεται μια αναδρομή στην ζωή του στο χωριό (δλδ «προ θανάτου»).
    Πάνω σε αυτόν, στον Κοτζιούλα, πιθανότατα προβάλει και δικές του καταστάσεις, δλδ που αφορούν τον ίδιο.
    Σε δεύτερο επίπεδο λοιπόν, ο γηραιός για τότε Χ.Παπαντωνίου, ίσως γράφει την δική του νεκρολογία, για τον εαυτό του.

    Από το κείμενο του Sarant μαθαίνουμε ότι πέθανε 4 χρόνια μετά.

  9. sarant said

    Πρόσθεσε ότι ο Παπαντωνίου ήταν από την Ευρυτανία, δηλαδή βουνίσιος όπως ο Κοτζιούλας. Τα δικά του βουνά μάλλον περιέγραφε, όχι τα Τζουμέρκα του Κοτζιούλα.

  10. Bingo Νίκο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: