Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η γιαγιά μου μ’ έλεγε μισκίνα

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2010


Όχι η δικιά μου γιαγιά, όχι εμένα. Καταρχάς, εμένα θα μ’ έλεγε μισκίνη, κι έπειτα η μια γιαγιά μου, η αιγενήτισσα, μάλλον δεν την ήξερε τη λέξη, ίσως ούτε κι η άλλη, η μυτιληνιά. Μιαν αναγνώστρια του ιστολογίου μου από τα Σέρρας έστειλε ένα γράμμα γνωριμίας, και με την ευκαιρία παρέθεσε και κάμποσες λέξεις που χρησιμοποιούσαν στην οικογένειά τους, λέξεις που όλες τους είναι καλοδιαλεγμένες γιατί περιγράφουν καταλεπτώς καταστάσεις πολύ συγκεκριμένες. Τις πιο πολλές δεν τις είχα ξανακούσει, αλλά τη μισκίνα την ήξερα, αν και κάπως αλλιώς.

Λοιπόν, η μικρασιάτισσα γιαγιά της φίλης μας, την έλεγε μισκίνα… αλλά δίνω το λόγο στη φίλη μας:

Μισκίνα – Αυτό μου το έλεγε η γιαγιά όταν ξεψάχνιζα το φαγητό, π.χ. προσπαθούσα να βγάλω τα κρεμμύδια στην άκρη, ή τις πιπεριές κλπ

και σε δεύτερο ηλεμήνυμα:

Το μισκίνα γενικά το έλεγε η γιαγιά όταν κάποιος με το φαγητό του ήταν ιδιότροπος, επιλεκτικός, ανόρεχτος, όλα αυτά μαζί 🙂

Εμείς με αυτή την έννοια την ξέρουμε την μισκίνα !

Εμείς εδώ πάλι, όχι. Εννοώ ότι τη λέξη κι εγώ την ήξερα, αλλά όχι με αυτή τη σημασία. Γιατί ο μισκίνης έχει και άλλες σημασίες στα ελληνικά, σε διάφορες ντοπιολαλιές τουλάχιστον, διότι τα μέινστριμ ελληνικά κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν –δεν θα τον βρείτε σε κανένα γενικό λεξικό εξόν από του Πάπυρου και το μεσαιωνικό του Κριαρά. Ο Δημητράκος, που ευλαβικά παραθέτει όλα τα αρχαία σαρίδια που περμάζεψε ο Ησύχιος, απίθανους διαλεκτικούς αρχαίους άπαξ λεγόμενους τύπους, δεν τον καταδέχτηκε τον μισκίνη.

Μισκίνης λοιπόν, ή μισκίνος, σύμφωνα με τον Κριαρά και τον Πάπυρο, είναι ο δυστυχισμένος, ο άθλιος, ο κακορίζικος· επίσης ο ευτελής, ο ανίσχυρος, αλλά και ο ξεπεσμένος. Με δυο λόγια, είναι ο κακομοίρης που όμως, στις περισσότερες χρήσεις, έχει κι αυτός κάποια ευθύνη για την κατάστασή του –αν και όχι πάντα· ο Γεωργιλάς, στο Θανατικό της Ρόδου, έχει τον στίχο Πλάστη μου, διατί οργίσθηκες την Ρόδον την μισκίναν;

Κατά τον Κριαρά, πρόκειται για ιταλικό δάνειο, που εξηγεί και τον τύπο μισκίνος, μια και στα ιταλικά είναι meschino. Όμως η λέξη δεν είναι ιταλικής αρχής, ούτε μπήκε στα ελληνικά μόνο από τα ιταλικά.

Όσοι βλέπουν το Νησί (εγώ ακόμα δεν έχω αξιωθεί να παρακολουθήσω κανένα επεισόδιο), το σίριαλ που εκτυλίσσεται στη Σπιναλόγκα, το νησάκι των λεπρών στην Κρήτη, πιθανώς θα έχουν ακούσει ότι στα κρητικά μεσκίνης ήταν ο λεπρός. Μάλιστα, έξω από το Ηράκλειο υπήρχε και περιοχή όπου μαζεύαν τους λεπρούς, που λεγόταν Μεσκινιά (σήμερα Χρυσοπηγή, βέβαια). Ολοφάνερα ο μεσκίνης αυτός είναι ίδια λέξη με τον μεσαιωνικό μισκίνη ή μισκίνο, αλλά πρόκειται για διαφορετικό δάνειο. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Λοιπόν, στην αρχή έχουμε την αραβική λέξη miskin, φτωχός. Η λέξη αυτή περνάει αφενός στα ισπανικά, ήδη από τον δέκατο αιώνα, mezquino, και από εκεί στα γαλλικά (mesquin) και στα ιταλικά (meschino), απ’ όπου το μεσαιωνικό μισκίνος στα ενετοκρατούμενα μέρη, και αφετέρου στα τουρκικά, miskin, όπου, πέρα από τις σημασίες του άθλιου και του δυστυχισμένου, παίρνει επίσης τις σημασίες του τεμπέλη, του νωθρού, αλλά και του λεπρού. Η τελευταία αυτή σημασία περνάει στα κρητικά μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους –δεν είναι τυχαίο ότι ο Κριαράς, που σταματάει τη συλλογή υλικού του στα 1669 (τη χρονιά που έπεσε ο Χάνδακας) δεν έχει τη σημασία «λεπρός» για τον μισκίνη.

Να προσεχτεί επίσης ότι ο κρητικός τύπος είναι μεσκίνης, με έψιλον. Μεσκίνης λοιπόν ο λεπρός, μεσκινιά ο απομονωμένος συνοικισμός των λεπρών, σαν λεπροκομείο αλλά χωρίς περίθαλψη, και μεσκινιάζω προσβάλλομαι από λέπρα. Αυτά τα βρίσκω στο λεξικό του Πιτυχάκη, που έχει και την ωραία μαντινάδα:

Αν μ’ αγαπήσει κι αρνηθεί να τονε δω μεσκίνη
και να του δίδουν το ψωμί μ’ εννιά οργιές σιτζίμι.

Παρένθεση: Σιτζίμι είναι άλλο τούρκικο δάνειο, είναι το λεπτό, γερό σκοινί. Η λέξη επίσης αγνοείται από τα περισσότερα λεξικά –στη Μυτιλήνη πάντως, όταν βρέχει πολύ, λένε βρέχει σιτζίμι, γιατί πέφτει η βροχή σαν σπάγγοι, σαν σκοινιά από τον ουρανό. Την ίδια εικόνα την έχει και η γαλλική έκφραση il pleut des cordes, βρέχει σκοινιά –άνθρωποι είναι κι οι Γάλλοι. Αλλά ας γυρίσουμε στον μεσκίνη ή μισκίνη.

Είπαμε, στην Κρήτη είναι κυρίως ο λεπρός, αν και ένας φίλος μού είπε ότι υπάρχει και η έννοια «κακομοίρης». Στη βόρεια Ελλάδα, μισκίνης είναι ο φτωχός, ο άθλιος, ο κακομοίρης, δάνειο κι εκεί από τα τούρκικα (σύμφωνα με το λεξικό του Κουκκίδη). Από τις συζητήσεις που έγιναν στη Λεξιλογία αλλά και στο σκλανγκρ, προκύπτει ότι κι άλλες γιαγιάδες φώναζαν μισκίνη ή, στο ουδέτερο, μισκίνικο τ’ αγγονάκι τους, άλλοτε επιτιμητικά (δηλαδή άταχτο, βρωμιάρικο) άλλοτε με χαϊδευτική χροιά (διότι μισκίνης είναι και ο καχεκτικός, ο μικρούλης, ο λεπτός). Ωστόσο, δεν έχω βρει στις βορειοελλαδίτικες πηγές καμιά μνεία ότι είχαν και τη σημασία μεσκίνης/μισκίνης = λεπρός. Παρακαλώ τους βόρειους αναγνώστες να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν.

Δηλαδή, ενώ η σημασία «λεπρός» υπάρχει ήδη στα τουρκικά, και από εκεί (εικάζω ότι) μεταφέρθηκε στα κρητικά, δεν μεταφέρθηκε στη Βόρεια Ελλάδα. Είτε δεν υπήρχαν πολλοί λεπροί, είτε τους λέγαν αλλιώς (λουβιάρηδες; )

Στα αραβικά, είπαμε, το miskin σημαίνει φτωχός. Στα σημερινά γαλλικά mesquin είναι κυρίως ο μικροπρεπής, αυτός που δίνει σημασία σε ασήμαντες λεπτομέρειες, ή αυτός που φέρεται με υπερβολική τσιγγουνιά ενώ έχει τα μέσα. Στα ιταλικά meschino είναι ο δυστυχισμένος, ο κακομοίρης –αλλά στον Δάντη ήταν και ο υπηρέτης. Στα τουρκικά και στα κρητικά, ο λεπρός. Παναπεί, όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Ας γυρίσουμε όμως στη γιαγιά της αναγνώστριας, που την έλεγε μισκίνα. Λοιπόν, δεν έχω βρει πουθενά αλλού να χρησιμοποιείται η λέξη μισκίνης με την έννοια του ιδιότροπου στο φαγητό, ή και γενικά του ιδιότροπου. Στα γαλλικά, το mesquin έχει πράγματι και την έννοια αυτού που κατατρίβεται με μικροπράματα, αλλά όχι στα ελληνικά, όπου αυτόν τον τύπο τον λέμε, στα βόρεια τουλάχιστον, μισμίζη, άλλο τούρκικο δάνειο που το έχει και το ΛΚΝ. Εσείς έχετε ακούσει τη λ. μισκίνης/μεσκίνης με αυτή τη σημασία, του ιδιότροπου;

Μπορεί βέβαια η γιαγιά να χρησιμοποιούσε το μισκίνα ως γενικό επιτιμητικό όρο, και στη συνέχεια η οικογένεια να το εξειδίκευσε στην ακαταδεξιά και την ιδιοτροπία ως προς το φαγητό. Πάντως αυτό το συνήθειο, να βγάζουν δηλαδή τα λαχανικά στην άκρη, το έχουν τα περισσότερα παιδιά –κι εγώ, θυμάμαι, έβγαζα στην άκρη τη φλούδα από τις γεμιστές ντομάτες, ώσπου έγινε δικτατορία το 1967 και μου είπε αυστηρά η μητέρα μου ότι τώρα δεν είναι καιροί για κόγξες στο φαγητό. Κι η κόρη μου η μικρή το ίδιο κάνει, και της λέω ότι τώρα έχουμε δικτατορία των αγορών, αλλά περιέργως το κόλπο δεν πιάνει.

109 Σχόλια προς “Η γιαγιά μου μ’ έλεγε μισκίνα”

  1. Εγώ πάλι τη λέξη στο σπίτι μου την είχα εισπράξει κάτι σαν ‘ νωθρός, που βαριέται να κουνηθεί, που ώσπου να κουνήσει το ‘να πόδι βρομάει τ’ άλλο’.

  2. newagemama said

    Τι υπέροχη ανάρτηση, με γύρισε καμιά …ανταριά χρόνια πίσω, όταν η γιαγιά μου ήταν κοτσονάτη και είχε γνώμη για όλα! Ελεγε λοιπόν όταν, τα καμιά 20αριά εγγόνια της κάναμε κόλπα με το φαγητό, «άστε τις μισκινιές και φάτε το φαί σας ούλο, άλλο δεν έχει!». Συνεπώς τα περί ιδιοτροπίας στο φαγητό έχουν κάποια βάση.
    Η γιαγιά ήταν αναλφάβητη και έζησε όλη της στη ζωή σε χωριό των Αγράφων, στα όρια Καρδίτσας – Ευρυτανίας. Μόνο στην εποχή του εμφυλίου αναγκάστηκε με την οικογένεια να αφήσει το χωριό της, όταν οι πληθυσμοί της περιοχής για ένα διάστημα πήγαν στη Λαμία.

    Την καλημέρα μου, χωρίς μισκινιές πάσης φύσεως

    http://newagemama.wordpress.com

  3. Καλημερα σε ολους!! Στην Θρακη miskin-μισκινης ειναι ο τεμπελης αυτος που κοιμαται ο ψωραλεος!!! Ταυτοχρονα ειναι και ο βρωμιαρης με την εννοια του λεπρου!! οποτε καθε φορα που λεγαμε και λεμε καποιον μισκινη εννοουμε αυτον που δεν θελουμε να πλησιαουμε!! στα παιδικα μας χρονια λεγαμε και αυτους που ετρεχαν οι μυτες τους απο κρυολογημα ακομη και τους σαλιαρηδες!! με την θρησκευτικη εννοια στην μουσουλμανικη θρησκεια λεγεται και ο αναχωρητης αυτος δηλαδη που φευεγει για να γινει μοναχος!! Ακομη ο Τουρκος οταν θελει να αποφυγει μια κατασταση λεει miskin olmak-φυγοπονω!!! απο το μισκιν στην τουρκικη γλωσσα βγαινει και υο miskinhane-τεμπελχανειο!!

  4. Και στην Κύπρο το λέμε ή τουλάχιστον το λέγαμε όταν ήμουν μικρή το «μισκίνης – μισκίνα» και έχει απαξιωτική έννοια, κάτι σαν κακορίζικος.

  5. betatzis said

    Ο λεπτολόγος, ο σχολαστικός μέχρι ιδιότροπος λέγεται και τιτίζης.

    Τον τιτίζη τον έχουνε τα λεξικά (βλ. Τριανταφυλλίδης) σε αντίθεση με τον καημένο τον μεσκίνη.

    Καλημέρα.

  6. Μου θύμησες την μάννα μου. Συνήθως μου το έλεγε όταν γύριζα απ έξω βρώμικος από το ατέλειωτο παιχνίδι. Αλλά πολλές φορές είχε και την σημασία του σιχαμερου. Αυτο που λέει ο Χρήστος, βρ΄βμικος με την έννοια του λεπρού, δεν το έχω ακούσει, παρόλο που και εγώ ζω στην Θράκη. Ισως όμως να έχει δίκηο ο Χρήστος.

  7. Αυτό με τους σπάγγους που πέφτουν όταν βρέχει, υπάρχει και στα Γερμανικά: Es regnet Bindfäden.

  8. Ωχ, άλλος Κώστας είμαι, όχι αυτός τού πρώτου σχολίου!

  9. Παρόλο που έχω κι εγώ μια ρίζα από τα Άγραφα του νομού Καρδίτσας, τη λέξη μισκίνης δεν την έχω ακούσει στα μέρη εκείνα (σε αντίθεση με τη Newagemama, που την ξέρει από την αγραφιώτισσα γιαγιά της). Την έχω ακούσει όμως από κάτι καταυλακιώτες, που τη χρησιμοποιούσαν, νομίζω, με τη σημασία «τσιγκούνης, μίζερος».

  10. π2 said

    Φρούδες οι ελπίδες μου όταν διάβασα τον τίτλο να υπάρχει κάποια σύνδεση με τον Мышкин του Ντοστογιέφσκι (που βλέπω ότι συνδέεται με την εβραϊκή λέξη για το εσωτερικό ιερό του Ναού στην Ιερουσαλήμ). 😛

  11. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για όλα τα σχόλια!

    Η έννοια του νωθρού υπάρχει και στα τουρκικά -κακώς δεν το είχα αναφέρει, το συμπλήρωσα.
    Newagemama, επιβεβαιώνεις τη σημασία που δίνει η φίλη από τα Σέρρας, άρα δεν ήταν «οικογενειακή» σημασία.

    Χρήστο, άρα στη Θράκη υπάρχει ή υπήρχε η έννοια του λεπρού, παραπλήσιο είναι κι αυτό που λέει ο Εσπεκταδόρ (βρώμικος τόσο που σιχαίνεσαι να τον πλησιάσεις). Εσπεκταδόρ, με γεια το ιστολόγιο!

  12. andreas said

    Καλημέρα,

    έχει καμιά σχέση με το επίθετο Μπισκίνης;

    λέξη παρόμοια με το μισμίζη και με σημασία «μίζερος» ξέρω το μιχμίζα, μήπως είναι συγγενική;

  13. sarant said

    Καλημέρα!
    α) Μάλλον όχι,
    β) Ναι.

  14. Μεσκινιά υπήρχε και στο Ρέθυμνο, κάπου ανάμεσα Σαρακίνα και Κουμπέ για όσους ξέρουν. Για τον ίδιο λόγο με το Ηράκλειο.

  15. κι άλλες γιαγιάδες φώναζαν μισκίνη ή, στο ουδέτερο, μισκίνικο τ’ αγγονάκι τους, άλλοτε επιτιμητικά (δηλαδή άταχτο, βρωμιάρικο)
    και νωθρό, κακόμοιρο. Αλλά με απαξιωτική μόνο χροιά, και λεπρό ποτέ. Α, και φυσικά ήταν ο μισκίν’ς, το μισκίν’κο.

  16. marulaki said

    Κι ο Νερούδα δε λέει κάπου για τη βροχή και για ουράνιες κλωστές;

  17. Nicolas said

    «… από τα Σέρρας»: ακριβώς! κι από τα ʃέρραʃ καλύτερα.
    «… άνθρωποι είναι κι οι Γάλλοι»: μέχρι σήμερα είχα αυτή την απορία, μου την έλυσες! 😉

  18. Όντως ο μεσκίνης στην Κρήτη χρησιμοποιείται τόσο για τον λεπρό όσο και με ειρωνική σημασία. Η μητέρα μου λέει πως ουσιαστικά η λέξη χρησιμοποιείται περισσότερο με την έννοια του ηλίθιου. Επίσης, έξω από το Ηράκλειο υπάρχει η Μεσκινιά που εννοείται ονομάστηκε εξαιτίας των λεπρών που υπήρχαν πριν μεταφερθούν στην Σπιναλόγκα. Διαβάστε ένα πολύ καλό σχετικό κείμενο: http://blo.gr/3ag

    Επίσης, υπάρχει και ο κομουνιστής Νικόλας Μοσχινόγλου που επονομαζόταν «Μεσκίνης» http://blo.gr/3ah

  19. Και στα Κοζανίτικα:
    μισκίν’τς: άθλιος, βρωμιάρης
    μισμίζ’ς: σχολαστικός, μίζερος, υποχόνδριος

  20. Χρηστος Κ. said

    #15 Ετσι τη χρησιμοποιουσε κι η γιαγια μου στη Δραμα με καταγωγη απο ποντο. Μισκιν’ς, ο μιζερος, ο γρουσουζης. Ειχε ομως και την εννοια του δυστροπου στο φαγητο οταν λεγοταν στο τραπεζι που καθομασταν να φαμε. Την εννοια του λεπρου παντως δεν την ειχε ο μισκινης εδω.

  21. Χρηστος Κ. said

    #19 Μισμιζης σχολαστικος
    Τιτιζης, αυτος που τα θελει ολα στην εντελεια.
    Αρσουζης, ο ατακτος.
    Κοιμισης, ο κοιμισμενος.

  22. παρεμπ, σήμερα στην αναμονή στο ιατρείο η τηλεόραση έπαιζε μέγκα. Πλησιάζει η Σκορδά-Λιάγκα (σερραίικο ξανθό ούφο, μαθήτρια του Έκο) την Παγιατάκη (απατεώνισσα αστρολόγα). Καλώς ήρθες στο τσαρδί μου η δεύτερη. Κι η πρώτη, πολύ σοβαρά τι θα πει αυτό;/em>

  23. sarant said

    Αρσούζης ο άταχτος; Από ποια άποψη άταχτος; Ξεδιάντροπος δεν είναι σε άλλα μέρη;

  24. τὴν ἔχω ἀκούσει τὴν λέξι. τὴν ξέρει ἡ μητέρα μου κι ἡ γιαγιά μου ἡ Μικρασιάτισσα κι ὁ πάππος μου ὁ Μακεδών. ὁ ψείρας, ὁ τιτίζης.

  25. Μαρίνα said

    Ο παππούς απ΄το Σουφλί χρησιμοποιούσε το μισκίν’ς με την εννοια «βρομερός»αλλά και σισκίν’ς ο»χαζούλης»

  26. μὲ τὴν ἔννοια τοῦ βρόμικου τὴν ξέρει ὁ πατέρας μου.

  27. Immortalité said

    Νίκο τί ωραία ανάρτηση! Εμένα πάντως η γιαγιά μου δεν με είπε ποτέ έτσι, μεταξύ άλλων γιατί ήμουν και καλό παιδί μικρό 🙂 Για πες, από τις γεμιστές ντομάτες έβγαζες όλη τη νομάτα ή μόνο τη λεπτή λεπτή φλουδίτσα; (έχει σημασία! )

  28. Immortalité said

    Το λεπρό πάντως λουβιάρη πιο πολύ τον λέγαν.
    Και το μισμίζης το λένε ακόμα πολύ…

    @ 22 Μ’ αρέσει που ακόμα εντυπωσιάζεσαι! 🙂

  29. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Υπάρχει κι ένα ιπποτικό μυθιστόρημα, ισπανικό νομίζω, του 15ου αιώνα, με τίτλο «Χρονικό του Ιππότη Guarino Mezquino», που περιγράφει τις περιπέτειες του Γκουαρίνο, συγγενή του Αυτοκράτορα Καρλομάγνου, που ταλαιπωρείται -ο δύστυχος- στην Ινδία, την Αφρική και την Ταρταρία, ενώ επισκέπτεται και την σοφή Σίβυλλα στην σπηλιά της. Ένα από τα πολλά ιπποτικά μυθιστορήματα της εποχής, παρωδία των οποίων υπήρξε και ο Δον Κιχώτης απ’ τη Μάντσα.

  30. ο συσχετισμός του κακομοίρη, του βρώμικου καιτου κουτού με τον λεπρό, που μαρτυρεί η λέξη μεσκίνης απαντάται και στη Μάνη, όπου λωβό δε λένε μόνο τον λεπρό αλλά και τον κουτό ή τον νωθρό ή τον κακομοίρη

  31. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    πάντως το «μεσκίνης» θα μπορούσε να αποδοθεί στη νεοελληνική και με το «χτικιάρης» -όχι μόνο λεπρός, δηλαδή…

  32. μισκίν’ για παράδειγμα, μαζί με ένα επιφώνημα απαξιωτικό ου! μπροστά, ανεβοκατέβαζε η γιαγιά μου και κάθε κακό ή γλοιώδη τύπο στα σίριαλ του Φώσκολου. Το Δράκο, κάτι άλλους στο Καλημέρα ζωή, τάμπλεκε αυτά τα δυο, οπότε πρέπει να ήταν πολύ υποτιμητικό…

  33. Μαρίνα said

    Η δε γιαγιά με καταγωγή απο την Ανατολική Θράκη έλεγε απαξιωτικά:άντε βρε σερσέμ'(σερσέμ’σα).Οταν δε αναφερόταν σ’εκείνη και τον άντρα της,ενάντια στους κανόνες γραμματικής υπερίσχυε το θηλυκό γένος(όταν είμασταν αρραβωνιασμένες με το Νικολάκη,έλεγε).Ηρθε η ώρα να λύσω την απορία μου:μιλούσαν τοιουτοτρόπως και άλλες γιαγιάδες ή μόνο η δικιά μου,λόγω ιδιοσυγκρασίας;

  34. Immortalité said

    @33 Αυτό το έχω ακούσει στη Λωξάντρα…

  35. #33 Τον σερσέμη εννοείς, ή το θηλυκό περιληπτικό; Το δεύτερο πρώτη φορά το ακούω, οπότε ψηφίζω ιδιοσυγκρασία.

  36. Immortalité said

    @33 Εννοείται ότι η Λωξάντρα το έλεγε με το σωστό γένος κάθε φορά. Αλλά επειδή δεν έχω άλλη εμπειρία θα απέχω από την ψηφοφορία…

  37. Η αποχή δεν είναι γλωσσική θέση! :p

  38. Μισιρλού... said

    Την καλησπέρα μου!
    [Νίκο, δεν σας έχω απαρνηθεί… Πέρασα μια περίοδο (και πάλι) 18ωρης -σχεδόν- αδιάκοπης εργασίας. Είμαι σε υπερκόπωση, μέχρι λιποθυμίας!
    Βεβαίως, συχνότατα σας διαβάζω και σας καμαρώνω, μα δεν έχω κουράγιο ούτε να κουνήσω τ’ ακροδάχτυλα για μια καλησπέρα!

    Εξαιρετική και αυτή η ανάρτηση!
    Ειδικά, αυτό με τη φλούδα στις γεμιστές (ν)τομάτες [μόνο βέβαια την εξωτερική της μεμβράνη -προς διευκρίνηση της Ιμμόρ…] δεν το απαρνούμαι και το υποστηρίζω σθεναρά!!!

    Λοιπόν, για ακόμα μια επιβεβαίωση :
    Η «δικιά» μου Πολίτισσα γιαγιάκα, τη λέξη την είχε σε περίοπτη θέση!
    Ξέρεις δα, η πολίτικη μαγειρική έχει πολλά τζάντζαλα-μάντζαλα στο πιάτο: τόνους κρεμμύδια, μπαχάρια, κουκουνάρια, ξυλαράκια κανέλλας και άλλα…εξωτικά!
    Η λέξη μισκίνα είχε την τιμητική της, κυρίως, στο τραπέζι.
    Η έννοια είναι αυτή βασικά που αναφέρθηκε, γιατί τα περιλαμβάνει σαν αλυσίδα όλα.
    Όποιος βαριέται να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει… Ή καλύτερα: Τα ζώα μου αργά! Δλδ:
    Δεν μου αρέσει το φαγητό (μου βρωμάει, μου ξινίζει) και το λιβανίζω και το ξεψαχνίζω.
    Η πεμπτουσία τού νοήματος τής λέξης, περιέχεται στο τηλεοπτικό παράδειγμα της γιαγιάς Stazy στο @32!!! (απλά ο αγαπητός Stazy δεν έχει πιάσει επακριβώς το νόημα).
    Στις Φωσκολιάδες το χαρακτηριστικό είναι το σερνάμενο, νωθρό, βαριεστημένο σενάριο!!!

    Η λέξη στην τουρκική τα περιέχει όλα:
    νωθρός, οκνηρός, άτονος, βραδύς, αργοκίνητος, αργόστροφος, τεμπέλης, νωχελικός, ράθυμος, χαλαρός…
    & ρυπαρός, βρωμερός, άθλιος, κακομοιριασμένος, ταλαίπωρος (με την έννοια του φτωχού)
    Κυριολεκτικά : φυγόστρατος – κηφήνας
    Στα πάλε ποτέ δοξασμένα αράπικα παλάτια, υπήρχανε μιλιούνια μισκίνηδων (βρωμερών-κακομοιριασμένων-φτωχών ή/και τεμπέληδων) που περιμένανε καρτερικά στον περίβολο για μια φιλανθρωπία.

    ***

    Εμένα τώρα, πώς μου κόλλησε η φαεινή ιδέα περί ενός ράθυμου-αργοκίνητου μοσχ(κ)αριού στη λιακάδα;
    Μοσχάρι>ακινησία>βρωμιά>κακοσμία (και στα αραβικά το μοσχάρι=misk)

  39. #38 Λές, ε; 🙂 Εμένα πάλι ο νους μου πήγαινε στον πρίγκηπα, και στ’ αυτιά μου σε σλάβικη προέλευση.

  40. @11 Ευχαριστώ για τις ευχές Νίκο. Προέκυψε απρόοπτα και ελπίζω να το συντηρήσω.

  41. Χρηστος Κ. said

    # 23 Αρσουζης, ο αταχτος με την εννοια οτι δε καθεται στ’αυγα του, οτι χαλαει την ησυχια της ταξης, κανει ζαβολιες, δεν ειναι πολιτικαλι κορεκτ οπως λενε στην εσπερια.

  42. Immortalité said

    @ 37 Σιγά μην το άφηνες να πέσει κάτω! 😉

    @ 38 Αχ μπράβο Μισιρλού, έτσι να μην είμαι μόνη μου, γιατί μέχρι τώρα όλοι στραβά με κοιτάζανε και ξινίζανε και τα μούτρα όποτε τρώγαμε γεμιστά! Γιατί άμα έχεις μια παραξενιά στο φαγητό εκεί, στη χτυπάνε, άμα έχεις μόνο παραξενιές σκίζονται πως να σ’ ευχαριστήσουνε….

    @ 39 Εμένα πάλι ο νους μου πήγαινε στον πρίγκηπα Δεν βοηθάς και τον δικό μου νου μια ολιά; 🙂

  43. #42γ http://ru.wikipedia.org/wiki/Князь_Мышкин

  44. sarant said

    Μισιρλού, η πολλή δουλειά τρώει την αφέντρα, πέρνα και από εδώ, σε πεθυμήσαμε 🙂

    Σόλωνα, αφού το αποφάσισες… 🙂

    Χρήστο, τότε δεν απέχει και τόοοσο πολύ από το τουρκικό, που είναι (νομίζω) ο ξεδιάντροπος, ο άσεμνος.

    42β: πολύ φιλοσοφημένο 🙂

  45. Immortalité said

    @ 43 Στάζυ με κοροιδεύεις ;

  46. Immortalité said

    @44δ Ναι αλλά εσύ δεν μου είπες πώς τις ξεφλουδίζεις να ξέρω, είμαστε τρεις; 😉

  47. #45 γιατί;

  48. Immortalité said

    @47 Ντεν κσέρω ρώσικα καρντιά μου!

  49. άμα δεν ξέρεις παρούσκι, κοιτάς αριστερά…

  50. Μαρίνα said

    #35 Αρσενικό σερσέμ’ς,θηλυκό σερσέμ’σα.

  51. Immortalité said

    @ 49 Κοιτάς αριστερά και επισταμένα…

    (Τι θα πει παρούσκι; Σουτ! Δε ρωτάς! Το γκουγκλίζεις! Ναι αλλά συμπέρασμα κανένα. Για γράψτο με λατινικούς;. Πρώτο αποτέλεσμα, Russian Phrases and Common Sentences και ακριβώς από κάτω Kak Eta skazAt’ paruski?. Τζίφος. Μήπως με ou; Πρώτο αποτέλεσμα διάνα! EspagnolFrançaisRusse lessons … gavarit parouski: parler russe Άρα παρούσκι είναι τα ρώσικα στα ρώσικα. Και gavarit θα πει μιλάω (δύο πράματα μάθαμε). Ναι αλλά γράφονται με u ή ou; Να ρωτήσω; Μπα! άσε πάλι ρόμπα θα γίνω… Γιατί πρέπει κάθε φορά που αναρωτιέμαι κάτι να νοιώθω σαν να δίνω εξετάσεις; ε; ) 🙂

  52. π2 said

    39, βλ. 10. 😛

  53. #51 έλα βρε, μην πνίγεσαι σε μισή κουταλιά βότκα.

    Η βίκι είναι πολύγλωσση· αριστερά, τελευταία πάντα, είναι η λίστα με τους συνδέσμους προς τις υπόλοιπες γλώσσες στις οποίες είναι γραμμένο κάθε άρθρο, και κάθε τέτοιος σύνδεσμος είναι γραμμένος στην αντίστοιχη γλώσσα.

    Δηλαδή, για το άρθρο στ’ αγγλικά ψάχνεις για σύνδεσμο που λέει English…

  54. ωχ, μου είχε ξεφύγει, πιδύε…

  55. Μισιρλού... said

    Πωπωωω, Στάζυ!!! Τι εξαιρετικός συνειρμός ήταν αυτός;;!!!
    Τι να σημαίνει αυτό το Myshkin στη ρωσσική ;
    Ο «Ηλίθιος» πρίγκηπας Nikolayevich Myshkin του Ντοστογιέφσκι είχε αργόστροφο, «βρώμικο» μυαλό λόγω της επιληψίας ;;!!!

    ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑ !

  56. Μισιρλού... said

    Ουπς, Π2! Κι εγώ τώρα πάω να δω. Πήδηξα τους λίνκους!
    Ντροπή…

  57. sarant said

    Λέτε να ήταν μισκίνης ο Μίσκιν;

  58. Immortalité said

    @ 51 Χίλια δίκια έχει τελικά αυτό το παιδί! 🙂

    Μα γι’ αυτό είπα κοιτάς επισταμένα, εντέλει το βρήκα .

    @52 Εγώ πάλι το είχα δει αλλά δεν κατάλαβα τί έγραφε…

  59. #56 Γενική κτητική του υποκοριστικού του ποντικιού, λέει από κει που δείχνει ο πιδύος. Πρίγηψ Ποντικάκη(ς);

  60. Immortalité said

    @ 59 Ε! όχι και πρίγκηπας ο Ποντικάκης!

  61. #58 Τελικά ο Ντοστογιέφσκι σούχει ξεφύγει μάλλον…

  62. Immortalité said

    @61 Ο Ηλίθιος ναι. Εχω διαβάσει τους Αδερφούς, το Υπόγειο,τον Παίχτη και το Έγκλημα και Τιμωρία δύο φορές. Αλλά δεν είναι μόνο ο Ηλίθιος. Είναι και πάρα πολλά άλλα που μου έχουν ξεφύγει. Δυστυχώς…

  63. Εμ, μα ο Ηλίθιος παίζει να είναι και το καλύτερό του. Όχι τόσο για τον Μίσκιν, όσο για τον Ραγκόζιν, λέω (και έχω ξαναπεί). 🙂

  64. Immortalité said

    @63 Κισμέτ Δύτη, πάντα χάνω τα καλύτερα 🙂 Αν και αυτό μπορεί και να το αναπληρώσω…
    Καλύτερο από το Έγκλημα; Όταν το διάβασα με είχε συγκλονίσει. Με όλη την έννοια της λέξης…

  65. ἐγὼ εἶχα συμπαθήσει κάτι δευτερεύοντες ἥρωες, σὰν τὸν στρατηγὸ Ἰβόλκιν νὰ ποῦμε.

  66. Μισιρλού... said

    Τέλεια! Με αυτόν τον Ποντικάκη, ("Myshkin" is the possessive case of the diminutive of the word ‘mouse’) σκέφτηκα μια υπέροχη -μάλλον- αλυσίδα.
    [ή θα βγει η Μαρία να με πάει ντουγρού για βραβείο Πορτοκάλος;]
    🙂

    Μυς (ποντίκι) > Μύες (μοιάζουνε σαν ποντίκια) > muscle > Μούσκουλα (οι μύες) > muska (σανσκριτικά) όρχεις-είναι και αυτοί μύες > Misk (αραβ. μόσχος) > musc (μόσχος, αλλά και μυρωδιά μόσχου και γενικά «τραγίλα») > misket – muscat (μοσχάτο – μοσχοστάφυλο)

    Δλδ., μπορούμε να μιλάμε για βρωμιά και δυσωδία έως και μοσχοβολιά !
    Όλοι αυτοί οι μισκίνηδες μας, είναι βρωμεροί και τρισάθλιοι, κάθονται ληθαργικοί και απαθείς σαν τα μουσκάρια, και σίγουρα θα είναι φτωχοί πρωταρχικά στο μυαλό.
    [Το παραπάνω μοσχάρι που σκέφτηκα, έτσι μπορώ να το κολλήσω εδώ!]

    ΑΡΑΓΕ:
    Ο μόσχος (ο σιτευτός μου) τι σχέση έχει με το μόσχο -τη μοσχοβολιά;
    Ως επικράτηση της αντίθετης έννοιας, είναι άραγε η λέξη;
    [Μόσχος και κανέλλα!!! παιδάκι μου…]

    ΥΓ:
    Να θυμηθώ να πάρω από το ΒοδυΣοπ, αιθέριο έλαιο musc για το ρεσό μου !

  67. Καλησπέρα, κ. Σαραντάκο
    Πολύ ενδιαφέρον το σημείωμα, στη βόρεια Ελλάδα δεν τον έχω ακούσει τον μισκίνη καθόλου, ούτε επομένως και ως ιδιότροπο, στην Κοζάνη και πέριξ τουλάχιστον, ίσως οι ντόπιοι σούρδοι να το λένε. Ενδεχομένως η γιαγιά της κοπέλας να χρησιμοποιούσε μεταφορικά τη λέξη, επιτημητικά όπως γράφετε: «κακομοίρα μου δεν τρως το φαγητό» κλπ. Μισιρλού, το αναλύσατε επαρκώς νομίζω.
    Μόνο η βορειοελλαδίτικη λέξη «μούζγκα» μου ‘ρχεται, δλδ η βρωμιά, η λάσπη, η απλυσιά, η μαυρίλα. Ανάλογα και το μούζγκαβο(ο)ς ο βρώμικος, ο λιγδιάρης, ο λασπωμένος. Θυμήθηκα επίσης το σαλονικιώτικο μαντζίρης, με την σημασία του τσιγκούνης, μίζερος, κακομοίρης καθώς και το ντουγάνι= άνθρωπος βλάκας, ακοινώνητος, ακατέργαστος, απολίτιστος και τα συναφή.
    Για το μοσχάρι τώρα: η γιαγιά μου όταν έλεγε μ(ου)σκάρας εννοούσε το βλάκα, τον άνθρωπο βόδι που λέμε μτφ.

    Καλησπέρα σε όλους/ες.

  68. sarant said

    Καλησπέρα Ερανιστή!

    Μισιρλού, με τις (ετυμολογικές) αλυσίδες σου 🙂

  69. Immortalité said

    @ 66 Αυτό που πήγες από την τραγίλα στο μοσχοστάφυλο με τσάκισε 🙂

  70. ο Μήτσος said

    Για μην με κακολογεί η Immortalité περί αποχής και τέτοια:
    Ψηφίζω σαν καλύτερο σχόλιο για τον μισκίνα το 38 (Μισιρλού…), που τα είπε όλα!
    Στα τούρκικα είναι και ο αναχωρητής που λέει ο ΧΡΗΣΤΟΣ στο 3.

  71. Capybara said

    Έχετε ακούσει αυτό το τραγούδι του Μανού Τσάο; Κάπου ακούγεται μια φωνή να λέει στα αραβικά «μισκίν Αλτζαζάιρ!» δηλαδή «καημένη Αλγερία!»

  72. Μισιρλού... said

    @71 – Capybara πολύ όμορφο παράδειγμα! Φτωχειά μου πατρίδα…Αλγερία

    ***

    @68-69 – Νίκο και Ιμμόρ.
    Κι όμως… Η αλυσίδα-διαδρομή τής λέξης κάπου εδώ φαίνεται πως είναι!
    Το τσέκαρα σε 5-6 λεξικά.
    Ξεκινώντας από την -τυχαία- σκέψη μου για το αργοκίνητο, ράθυμο μοσχάρι, κάτι τέτοια βρήκα.
    π.χ.
    late 14c., from O.Fr. musc (13c.), from L.L. muscus, from Late Gk. moskhos, from Pers. mushk, from Skt. muska-s «testicle,» from mus «mouse» (so called, presumably, for resemblance; see muscle). The deer gland was thought to resemble a scrotum. Ger. has moschos, from a M.L. form of the Late Gk. word. Sp. has almizcle, from Arabic al misk «the musk,» from Persian. Applied to various plants and animals of similar smell (e.g. musk-ox, 1744).

    ***

    Ο αρσούζης
    arsız (arsızlaşmak το ρήμα) = αναίσχυντος, ξετσίπωτος, αδιάντροπος, αυθάδης, αναιδής, θρασύς, άτακτος & βρωμιάρης (στην ψυχή)
    Αλλά,
    για τα μικρά παιδιά και την καθημερινότητα, η λέξη αναφέρεται καθαρά στη ζωηράδα, την ευστροφία, τη φασαρία, το θόρυβο και αταξία.
    Δλδ, το αντίθετο του αχμάκη (κουτούτσικος, χαζούλικος, χονδροκέφαλος, βραδύνοος, ηλίθιος…)

    Ίσως, να προέρχεται από τον περίβολο, την αυλή, το οικόπεδο > arsa
    π.χ.
    αρσούζα = μωρή ξεδιάντροπη βρώμα, που γυρίζεις εδώ κι εκεί…
    (είναι πολλή ζωηρή -και βγαίνει συνεχώς έξω στα σοκάκια και στα ντουρσέκια… συνεπώς > είναι μια ξεδιάντροπη).

    ***

    Χεχεχεεεε…
    Δεν ξεστρατίσαμε με τον αρσούζη από το θέμα.
    Επιστρέφουμε :
    Ο Αχμάκης Ποντικάκης!!! (The Idiot Myshkin)

  73. #71 Μασκίνα δεν λέει;

  74. Immortalité said

    @ 70 Πότε μωρέ σε κακολόγησα; ε; 🙂

  75. Μισιρλού... said

    Χαχαααααααααααα !
    Τι αχμάκης καλέ;
    Μπουνταλάς !!! (σκέτος)

    > Budala, 19. yüzyıl Rus yazarlarından Dostoyevski’nin 1868 yılında yazdığı bir romandır.

    (http://upload.wikimedia.org/wikipedia/tr/a/a2/Budala_Dostoyevski_1941.jpg)

  76. Ίσως, να προέρχεται από τον περίβολο, την αυλή, το οικόπεδο > arsa

    Όχι, είναι ο «δίχως τιμή» (‘âr), δηλαδή αναίσχυντος, ξεδιάντροπος.

  77. Pilot said

    Κι εμένα στη Δράμα η γιαγιά μου με καταγωγή από Ανατολική Θράκη (Σαράντα εκκλησιές) χρησιμοποιούσε το μισκίν’ς για την ιδιοτροπία μας στο φαγητό. Επ’ ευκαιρία ο παπούς χρησιμοποιούσε το καλπίνα για τον τεμπέλη. Καλπίνα του Διαβόλου (τη διαβόλ για έμφαση)
    Καλησπέρα σε όλους.

  78. sarant said

    Πιλότε, καλησπέρα, ευχαριστούμε!

    Μισιρλού, με πρόλαβε ο αρμοδιότερος άλλωστε Δύτης. Όλα τα σίζης-σούζης (ελληνικά) σημαίνουν «χωρίς..»

  79. Μισιρλού... said

    @78 sarant είπε: Όλα τα σίζης-σούζης (ελληνικά) σημαίνουν “χωρίς..”

    Και ο…… Φραγκίσκος της Ασίζης !!!
    [εξαιρείται ο Παπασούζας!]
    😆

    Μερσώ, για την υπενθύμιση Νίκο. Το ‘χα παντελώς ξεχάσει.

    ***

    Ευχαριστώ για τη διευκρίνηση, @76 Δύτη !
    Το arsız σε κάτι παλιά λεξικά δεν το έβρισκα.

    Τώρα με το â, είναι σαφέστερο >
    ârsız (υπάρχει σαν οσμανλίδικη λέξη < από το αραβικό âr / αιδώς, αισχύνη, ντροπή) = Bî-ar [στην εκδοχή στερητικού bî+ ] ξεδιάντροπος, αναιδής, ανερυθρίαστος κλπ.

    Όμως, βρε Δύτη μου, και έτσι εξηγείται η χρήση στην καθημερινότητα και ειδικά για τα παιδιά με την "μαλακή" έννοια: της ζωηρότητας, φασαρίας ή/και ευστροφίας.
    Έτσι δεν είναι;

    Μια arsız kadın… (με την "παιδική" έννοια!)
    🙂

    Και :
    Δλδ. Το οικόπεδο (arsa) βγαίνει από το άλλο ( ar ) = area ή το αραμαϊκό arş ;

  80. Δλδ. Το οικόπεδο (arsa) βγαίνει από το άλλο ( ar ) = area ή το αραμαϊκό arş ;

    Χμμμ… πρέπει να τσεκάρω κάτι αραβικά λεξικά αύριο το πρωί για να σου πω. Ελπίζω να το θυμηθώ!

  81. Μπουκανιέρος said

    60
    Ο Πρίγκιπας δεν είναι Βατραχάκης;

    63
    Ο Ραγκόζιν δεν είναι σκακιστής;

  82. indictos said

    Ο παππούς και η γιαγιά (Από το (Ε)Ξάστερο της Αν. Θράκης, μιά ώρα με τα πόδια από την Πόλη) χρησιμοποιούσαν το μισκίνης με την έννοια του χαζού/βλάκα και συνήθως την συνδύαζαν με το σασκίνης.
    Παράδειγμα: «Μα τον μισκίνη, τι σασκινιά έκανε τώρα γιά;»
    ή «Καλά μισκίνεψες/σασκίνεψες τώρα;» (=χάζεψες τώρα;)
    Συχνά το χρησιμοποιούσαν μαζί με το χαϊβάνι.
    «Βρε μισκίνη, ντιπ χαϊβάνι είσαι» (=βρε χαζέ, τελείως ζώον είσαι)

  83. sarant said

    Αργόστροφος, ας πούμε -ευχαριστώ, Ίνδικτε!

  84. #79, 80: Δυστυχώς το αραβικό λεξικό δεν με βοήθησε και πολύ. Η ρηματική ρίζα ‘-r-s, λέει, σημαίνει to be lively, to be merry. Εξ ου (;) και ένα παράγωγο που σημαίνει μαστρωπός. Η σχέση με το ‘arsa, που στα αραβικά φαίνεται να σημαίνει κυρίως «αυλή», ίσως (ίσως) να εξηγείται από το ότι στην αυλή κανείς διασκεδάζει (ίσως, ίσως, ίσως) -όπως το χαγιάτι, καθώς χαγιάτ είναι η ζωή.

  85. Μισιρλού... said

    @84
    Δύτα μου! Μα τον Αλλάχ (Τζεμιλέ μου) κάπου εκεί πήγε το πρόστυχο μυαλό μου… Kι ήθελα, στην ερασιτεχνική μου προσέγγιση και τη δικιά σου ειδική γνώμη-επιβεβαίωση!
    Άκου τώρα, την ξεδιάντροπη συλλογιστική μου…

    Από αυτό το «AR» και το arsa = με την έννοια της πλατύγυρης επιφάνειας, αυλής κλπ., που φαίνεται πως έχει άμεση σχέση με χαρές, ζωηρότητες, χυδαιότητες, ηδονές, προστυχιές (και μαστρωπίες…) πήγε το (βρωμερό) μυαλό μου στο arce (κατοπινό ass).
    Γιατί, οι γλουτιαίοι -όσο νάναι- έχουν μια …ζωηρότητα, αυθάδεια και ατακτοσύνη στην κίνηση, που πολλές φορές καταντάει έως και ξετσιπωσιά, ανάλογα με την …επιφάνεια γηπέδου τους !!!

    Ή μήπως είμαι πολλή αρσούζα -στη σκέψη ;!
    (όχι με την «παιδική» έννοια…)

    ***

    Πάντως, επειδή με έχει πιάσει μια κρίση με το arsiz (κι είχα και λίγο χρόνο) ψαχουλεύοντας βρήκα κάποια άκρως ενδιαφέροντα συνώνυμα, σε παλιά τουρκο – γαλλικά και αγγλικά λεξικά.
    π.χ
    (για τα effronte, impur, insolent, lutin, malhonnête, vergogne) & (intractable, rude, arrogant κλπ)
    έχουμε μαζί με το arsiz και τα :
    densiz, koustakh, napak, souralsiz, cheithan, mourdar και….edebsiz !
    Να και τα εντεψίδικα, που δεν ήξερα από πού βγαίνει αυτή η λέξη !!!
    [τσι αξάν δεν τις έβαλα…Μη φωνάξεις Ιμμόρ]

    ***

    Ποιος καλός γαλλομαθής μπορεί να μας πει τι εννοεί αυτό το arsiz, από τον Guillaume Guiart [στο Branche des Royaux lignages (γραμμένο 1304 & 1307)].
    Γιατί με το αυτά τα γαλλο-ARS + ARSE καταμπερδεύτηκα περισσότερο!

  86. Μισιρλού... said

    ΔΙΟΡΘΩΣΗ : Στο arse (όχι arce)

  87. Μισιρλού... said

    Καθώς, μόλις πρόσεξα, και κάτι άλλο :

    Arsy-versy «backside foremost» first attested 1530s.

    Γιατί τώρα, αυτό με πάει καλύτερα στην προέλευση και ερμηνεία τού αρτσι-βούρτσι (αρτζιμπούρτζι) ;!
    Βρε λες;!
    Το αρτσιβούρτζιον να μην έχει σχέση με αρμένηδες και νάναι απλά : απ’ όλα κι από πίσω; (λίγα απ’ όλα / λόγια του κώλου δλδ…)
    Βρε λες;!

    [ή το έχετε ξαναπεί αυτό;]

  88. Το μόνο που έχω να προσθέσω προς στιγμή (για να μη νομίζεις ότι έφυγα!) είναι οι σύγχρονες ορθογραφίες των ανωτέρω: dinsiz (άθρησκος), küstah, nâpak (ακάθαρτος, περσικό), suratsız (αυτό πρέπει να είναι: σημαίνει όμως «χωρίς πρόσωπο», άσχημος), şeytan (διάολος), murdar (βρώμικος, άτιμος), edepsiz (κυριολεκτικά «χωρίς τρόπους»).
    Για το arse όμως, βλέπω ινδοευρωπαϊκή και όχι σημιτική ρίζα.
    (πέρνα κι απ’ τα μέρη μου, θα σ’ αρέσει!)

  89. Μισιρλού... said

    Δύτη !!! Είναι απίστευτο, και συνάμα συγκινητικό…
    Αυτό τον καιρό προσπαθώ να βρω τα βιβλία τού Τσελέπη !!! Έχω φάει λυσσακά μου…

    (ξεχνάω πάραυτα τα αρσούζικα. Τρέχωωω στους καπανταήδες!)

    Σ’ ευχαριστώ !

  90. sarant said

    87: Μισιρλού, νομίζω ότι το αρτζιβούριον έχει αρκετή τεκμηρίωση.

  91. Μισιρλού... said

    @90 sarant είπε: το αρτζιβούριον έχει αρκετή τεκμηρίωση.

    Νίκο, αν σου είναι εύκολο, κι όταν μπορέσεις, λίνκαρε τα σχετικά σέα και μέα!
    [πότε έγινε; πού; πάλι έλειπα…. κλαψψψψ]

  92. sarant said

    Δεν λινκάρονται, φιλτάτη: Πολίτης Παροιμίες, Τόμος 2 και Κουκουλές.

  93. Chris-Vom said

    79: Απ’ ό,τι βλέπω, το arsa < αραβ. araṣat (عرصة)

  94. Earion said

    (12) Σχετικά με το όνομα Μπισκίνης.
    Ο Κουκουλές, ολιγόλογα και χωρίς επιφυλάξεις, το θεωρεί δεδομένο.
    «Εκ της Τουρκικής έλκουσι την αρχήν τα επόμενα επώνυμα: 1) Μπισκίνης, εκ του miskin του σημαίνοντος τον λεπρόν …» («Νεοελληνικών τινών επιθέτων σημασία και ορθογραφία», Αθηνά 53 (1949), σ. 217).

  95. Μακρουίσκης said

    Στην Καβάλα έχω ακούσει και το σασκίνης και είχα την εντύπωση οτι σασκίνης, μισκίνης, μπισκίνης έχουν κάποια σχέση με το skin, το αρρωστημένο, ωχρό, σημαδεμένο, διαφορετικό δέρμα.

  96. τουρκ. şaşkın ο σαστισμένος, χαζός (από το ρήμα şaşmak, σαστίζω, τα χάνω, χάνω το δρόμο, το στόχο κλπ).

  97. sarant said

    Και πάλι με πρόλαβε ο Δύτης 🙂

  98. indictos said

    Στα Πολίτικα/Θρακιώτικα των παππούδων μου πάντως ο σαστισμένος δεν ήταν ο σασκίνης αλλά ο ξιπασμένος.
    Ξιπάστηκα (ή με προφορά Ξιπάσ’κα 🙂 ) = τρόμαξα, τα έχασα και νομίζω ότι είναι πιο κοντά στο πως χρησιμοποιεί την λέξη ο Όμηρος παρά στην έννοια που έχει ο «Ξιπασμένος» σήμερα.

  99. Γιαουρτλού said

    Κι εγώ όπως σου το έστειλε η φίλη σου από τα Σέρρας το ξέρω. Ο επιλεκτικός μα με μια δώση μιζέριας μέσα.

    Οι παπούδες μου έχουν καταγωγή από Καπαδοκία και έχω ακούσει άπειρες λέξεις. Θα ήθελα να αναφέρω μία που μου έχει κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση μέχρι τώρα. Πρόκειται για τη λέξη «γασεργάς», που σημαίνει «ανεμοστρόβιλος». Η μητέρα μου μου εξήγησε ότι η λέξη έχει ηχητική προέλευση, από το θόρυβο που κάνει ο αέρας όταν στροβιλίζεται -γαζ! γαζ! γαζ!

  100. μαεδελ said

    για το βρέχει σιτζίμι : στη Μυτιλήνη το ‘χω ακούσει μόνο «βρέχ’ μι του σιτζίμ», όπου το χ’ είναι παχύ χ, και το σι και το τζι προφέρονται επίσης παχιά.

  101. Μανούσος said

    Η λέξη είναι αραμαϊκή και μαρτυρειται και στα συριακά φυσικά (στην χριστιανική αραμαίκή γλώσσα της Συρίας και του Βορείου Ιράκ). σημαίνει τον φτωχό, τον άθλιο τον κακομοίρη. (Βλ. λεξικό J. Payne-Smith σελίδα 285.στήλη α). προφέρεται [μεσκιν] < ρίζα σ-κ-ν [s-k-n] και από εκεί πέρασε στα αραβικά. Στις άλλες γλώσσες ωστόσο πιθανότερο θεωρώ να πέρασε από τις εβραίκές κοινότητες καθώς οι ραββίνοι χρησιμοποιούσαν τα [βιβλικά] αραμαϊκά ως λόγια γλώσσα του εβραϊσμού, δεν έψαξα να δω αν υπάρχει στα εβραϊκά, θα το δω και θα επανέλθω.
    Πάντως το έψιλον της κρητικής διαλέκτου εξηγείται καλύτερα ως απ' ευθείας δάνειο, το οποίο αποκλείει την αραβο-οθωμανική προέλευση (εξ ίσου και την μορφή του στις άλλες γλώσσες). Στα ελληνικά επικαλύφθηκε από τον οθωμανικό τύπο μισκίν και με αυτήν την μορφή διαδόθηκε ή μεταλλάχθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αξιοσημείωτο είναι ότι γλώσσες με άμεση επαφή με την αραβική την υιοθέτησαν με το έψιλον και όχι με το ιώτα δηλ. μεσκίν και όχι μισκίν, κάτι που δείχνει ακριβώς ότι δεν προήλθε από την εξαραβισμένη μορφή της λέξης, αλλ' απ' ευθείας από την αραμαϊκή

  102. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ!

  103. Μανούσος said

    Κοιτάζοντας στο λεξικό του Holladay (Εβραϊκά κ. Αραμαϊκά της Παλ. Διαθήκης) η εβραϊκή λέξη δίνει επίσης τον φωνηεντισμό με [ι] δηλ. μισκεν φτωχός (σελ. 203), πλην όμως φαίνεται ότι είναι δάνεια η σημασία της ρίζας καθώς η ομώνυμη ρίζα της εβραϊκής έχει άλλη σημασία. (σημ. το σ είναι λεπτό με σάμεχ). Πάντως και στα οθωμανικά η λέξη κατά τον Χλωρό είναι με ιώτα,μισκίν. Αυτά και κλείνω!

  104. Μαρία said

    96
    Τώρα το είδα το şaşmak. Απ’ το şaşιrmak έχουμε το σασιρμά με την έννοια του τζερτζελέ και το ρήμα σασίρτσα (σασίρντησα) σε χρήση στον αόριστο = τα έχασα, ζαλίστηκα.

  105. Μαρία said

    104
    Βλέπω οτι και το σασίρτσα και ο σασιρμάς γουγλίζονται.
    Αλλά οτι θα τον έβρισκα στο Υποβολείο δε το περίμενα.
    http://www.kathimerini.gr/152441/article/politismos/arxeio-politismoy/ypovoleio
    Γιουροβίζιον. Τρελαίνομαι που μερικοί «παθιάζονται» με τις «εθνικές ψηφοφορίες», παρακολουθώντας τηλεοπτικώς το πανηγύρι. Περί ποίου αντικειμένου ο σασιρμάς, το ξεχνούν.

  106. sarant said

    Το υπονοεί κι ο Δύτης στο 96, το έχουμε πει κιόλας, από το şaşmak προέρχεται το σαστίζω.

  107. Μαρία said

    106
    Έχουμε μιλήσει για το σασιρμά; Δεν το θυμάμαι 🙂

  108. sarant said

    Mπορεί να το έχω γράψει στις Λέξεις που χάνονται και όχι εδώ.

  109. ξενια προ"ικάκη said

    η δικές μου οι γιαγιάδες,πρόσφυγες ανατολ θράκης γενίκιοι και σαραντα εκκλησιές,έλεγαν σιασκίνη,να,σιασκίνικο.μάλλος ενοούσαν τον άσχημο,-η,-ο ή και τον βρώμικο,-η,-ο ή βρωμιάρη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: