Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το χρονικό της Νομανσλάνδης (ανακεφαλαίωση για τη Στρατιά των Ανύπαρχτων)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2011


Μια και σε πρόσφατο άρθρο (και στα εξαιρετικά σχόλια που ακολούθησαν!) αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για τη Στρατιά των Ανύπαρχτων, σκέφτηκα να συγκεντρώσω εδώ όλους τους ανύπαρκτους ήρωες, εκείνους που έχουν γεννηθεί όχι από μάνα και πατέρα, αλλά από μεταφραστική ατζαμοσύνη, ώστε να μην είμαστε αναγκασμένοι να τρέχουμε εδώ κι εκεί για να βρούμε ποιοι κατοικούν τη θρυλική Νομανσλάνδη. Βέβαια, θα είμαι επιγραμματικός, αλλά σε κάθε περίπτωση υπάρχει σύνδεσμος για όποιον θέλει να εμβαθύνει στην ιστορία.

Συγκεντρώνω εδώ όσους Ανύπαρχτους έχουν αναφερθεί στο ιστολόγιο ή σε άρθρα στον παλιό μου ιστότοπο. Αν κάποιος μου ξέφυγε, συμπληρώστε τον στα σχόλια, παρακαλώ. Κι αν βρεθεί και κανείς άλλος, ας προστεθεί.

Λοιπόν, η χώρα των Ανύπαρχτων είναι η Νομανσλάνδη. Βρίσκεται κάπου στην Ευρώπη, μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τη μαργαριταρένια απόδοση του No man’s land (νεκρή ζώνη), όπως δημοσιεύτηκε σε ελληνική εφημερίδα στις αρχές του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939 και όπως αλιεύτηκε από τον αείμνηστο λόγιο και αλιέα μαργαριταριών Θαν. Φωτιάδη.


Στη Νομανσλάνδη πηγαίνει κανείς μόνο με ειδικές πτήσεις του εθνικού της αερομεταφορέα, που έχει το περίεργο όνομα Ρεντ Άι. Στην πραγματικότητα, ο υποτιτλιστής αμερικάνικης σειράς, έχοντας να μεταφράσει τον ιδιωματισμό red-eye flight, που λέγεται για νυχτερινές πτήσεις, επειδή βγαίνεις με κόκκινα μάτια από την αϋπνία, κατασκεύασε την Ρεντ Άι.

Τη Νομανσλάνδη την κυβερνάει Συμβούλιο, στο οποίο προεδρεύει ο Ντιν -το Συμβούλιο του Ντιν δηλαδή. Έτσι μετέφρασε το Βήμα το Dean’s Council στο βιογραφικό της κ. Νίκης Τζαβέλλα.

Η Νομανσλάνδη είχε γνωρίσει μεγάλη ακμή τα παλιότερα χρόνια, όταν την κυβερνούσε η δυναστεία των Τσινγκ. Ο χρυσός της αιώνας ήταν τα χρόνια που βασίλεψε ο Τσινγκ ο 1ος. Στην πραγματικότητα, η μεταφράστρια βιβλίου του Κοέλιο, στο μότο του βιβλίου, νόμισε πως το I Ching (το Ι Τσινγκ, δηλαδή το Βιβλίο των Αλλαγών!) είναι άνθρωπος, κι έτσι εγεννήθη ο Τσινγκ ο Μέγας!

Ο πληθυσμός της Νομανσλάνδης είναι ένα χαρμάνι απ’ όλες τις φυλές του κόσμου. Για παράδειγμα, ο εθνικός της συνθέτης είναι αρμενικής καταγωγής, ο μέγας Μποχεμιάν. Στην πραγματικότητα, η μεταφράστρια των απομνημονευμάτων του Σοστακόβιτς, στη χειρότερη ίσως μετάφραση όλων των εποχών, διαβάζοντας the Bohemian way of working, δηλ. ο μποέμικος τρόπος εργασίας, εμπνεύστηκε τον τρόπο δουλειάς του Μποχεμιάν. Θα ήταν όμως παράλειψη αν δεν αναφέρω και το ξεκαρδιστικό άρθρο για τον Λεβόν Μποχεμιάν, που το έγραψαν ο Φαροφύλακας και ο Γλωσσολάγνος.

Τη Νομανσλάνδη την υπερασπίζεται η Στρατιά των Ανύπαρχτων. Ένας από τους γενναιότερους αξιωματικούς της, που επιπλέον είναι και μέγας ευεργέτης, έχοντας χτίσει ένα σωρό κτίρια, είναι ο Μπασέν ντε Λαντρ. Εδώ φταίει και ο  διορθωτής του βιβλίου‘ Bassin des Ladres είναι το Λουτρό των Λεπρών. Η μεταφράστρια δεν το αναγνώρισε και το μετέγραψε «το Μπασέν ντε Λαντρ», και ο νυμανής διορθωτής, παρασυρμένος από τη διατύπωση, πρόσθεσε ένα νι και γέννησε τον Μπασέν.

Άλλος αξιωματικός της Στρατιάς είναι ο Λόρδος Κράουν. Στην πραγματικότητα, ο μεταφραστής βιβλίου του πολύπαθου Χόμπσμπομ, μετέτρεψε το Στέμμα (the Crown) σε άνθρωπο -ασφαλώς ευγενή.

Δεν είναι όλοι οι αξιωματικοί της Στρατιάς από μεγάλο τζάκι. Υπάρχουν και ταπεινής καταγωγής Ανύπαρχτοι, όπως ο μυστηριώδης Τσέτσνια για τον οποίο ελάχιστα είναι γνωστά. Έτσι απέδωσε την Τσετσενία (Chechnya) ο υποτιτλιστής ταινίας.

Από τους νεότερους αξιωματικούς, ο πρίγκιπας Ρήτζεντ. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον Prince Regent, τον πρίγκιπα-αντιβασιλέα.

Ωστόσο, η Στρατιά διαθέτει και ελεύθερους σκοπευτές -ένας από αυτούς είναι ο ατρόμητος καουμπόης Τεν Μπακς. Πρόκειται για παρερμηνεία του Ten bucks, δέκα δολάρια, σε υποτίτλους!

Μια κυρία της καλής νομανσλανδιανής κοινωνίας που αρέσκεται να γράφει γράμματα στους στρατιώτες της Στρατιάς είναι η Μουλίν. Στην πραγματικότητα, το έργο του Αλφόνς Ντοντέ Lettres de mon moulin (Γράμματα από τον μύλο μου) αποδόθηκε Γράμματα της Μουλίν μου!

Υπερασπιστής των αδύνατων και διαλεχτός αξιωματικός της Στρατιάς είναι ο γενναίος Ρεβινστίνκτ. Πρόκειται για τον μαγιακοφσκικό νεολογισμό ρεβινστίνκτ (= επαναστατικό ένστικτο), που ο μεταφραστής τον θεώρησε για άνθρωπο!

Στη Νομανσλάνδη αγαπούν να παίζουν σκάκι. Πρωταθλητής είναι εδώ και δεκαετίες ο δαιμόνιος Τάλατ Μπλεντ. Στην πραγματικότητα, στο περιοδικό της Καθημερινής, η φράση Tal at Bled μεταμορφώθηκε από τον δημοσιογράφο σε «Τάλατ Μπλεντ».

Υπουργός Μεταφορών της Νομανσλάνδης είναι ο πολωνικής καταγωγής Πράβο Γιάζντι, πρώην οδηγός νταλίκας. Αυτό δεν είναι εγχώριο λάθος. Οι Πολωνοί νταλικιέρηδες που δούλευαν στην Ιρλανδία, έδιναν αυτό το όνομα, όταν παρουσίαζαν την άδεια οδήγησής τους στον ντόπιο τροχαίο -αλλά Prawo Jazdy, γραμμένο φάτσα-κάρτα πάνω στην άδεια σημαίνει απλώς… άδεια οδήγησης στα πολωνικά!

Προστάτης άγιος της Στρατιάς και γενικότερα της Νομανσλάνδης είναι ο Άγιος Γκράαλ. Έτσι απέδωσε το γαλλικό le saint Graal ο μεταφραστής του Μπλε Οδηγού της Hachette για την Ισπανία.

Πατέρας της εκκλησίας της Νομανσλάνδης είναι ο σοφός και άγιος Didache. Πρόκειται για το πρωτοχριστιανικό έργο «Διδαχή των 12 Αποστόλων», όπως το παρερμήνευσε η Λιλή Ζωγράφου στην «Αντιγνώση».

Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της Νομανσλάνδης είναι ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ. Σε βιογραφικό σημείωμα του Νικ Κέιβ, ο τίτλος της ταινίας The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford μπέρδεψε τον συντάκτη, που νόμισε ότι το δεύτερο μισό είναι… όνομα του σκηνοθέτη!

Δεν είναι όλα ανέφελα στη Νομανσλάνδη. Υπάρχει εγκληματικότητα -πολύ συχνοί είναι οι εμπρησμοί. Οι αρχές υποπτεύονται μια σπείρα με επικεφαλής κάποιον Άρσον. Πάλι από υποτίτλους -το πρωτότυπο έλεγε Arson is suspected.

Υπάρχει και ένας εκκεντρικός κύριος που θέλει να βάφονται ροζ τα σπίτια, ο κ. Κρισέικς. Από υποτίτλους, όπου το for chrissakes (Christ’s sake) έγινε ‘για τον Κρισέικς’!

Υστερόγραφο: Παρέλειψα να προσθέσω ότι υπάρχει και μια εντελώς ιδιαίτερη κατηγορία Ανύπαρχτων, οι Θνησιγενείς Ανύπαρχτοι, ή τέλος πάντων οι Ανύπαρχτοι που τους δημιούργησε η μεταφραστική ατζαμοσύνη αλλά τους δολοφόνησε, πριν ακόμα δουν το φως, ο επιμελητής, που είδε το λάθος και το διόρθωσε. Φίλος που κάνει αυτή τη δουλειά μόλις μού εκμυστηρεύτηκε ότι σκότωσε τον Κλιν Σέβαν, που θα μπορούσε να εξελιχτεί, αν ζούσε, στον ωραίο Μπρούμελ της Νομανσλάνδης. Δηλαδή, ο υπότιτλος -σε ντοκιμαντέρ- ήταν: Clean shaven and well-groomed, he… και ο υποτιτλιστής το απέδωσε: Ο Κλιν Σέβαν, καλοντυμένος… Όμως ο Κλιν Σέβαν δεν θα γοητεύσει ποτέ τις Νομανσλανδιανές γιατί τον έσφαξε άσπλαχνα ο φίλος μου.

Advertisements

432 Σχόλια to “Το χρονικό της Νομανσλάνδης (ανακεφαλαίωση για τη Στρατιά των Ανύπαρχτων)”

  1. doctor said

    Ξέχασες το θεϊκό και ανεπανάληπτο που είχε γράψει ο Έβερτ: Η Απωνία…

  2. Μαρία said

    1 Κακίες του Ρένου.
    https://sarantakos.wordpress.com/2009/09/27/dania/#comment-11622

  3. ppan said

    άξιος!

  4. Γιώργος Νικολόπουλος said

    ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΝΟΜΑΝΣΛΑΝΔΗ
    Μια νέα εκδοχή της Ιστορίας

    Το πρόσωπο του Didache ήταν μια ανέκφραστη μάσκα. Μόνο οι ελάχιστοι που είχαν την τύχη (ή μάλλον την ατυχία) να τον γνωρίζουν πολύ καλά μπορούσαν ίσως να διακρίνουν ένα ανεπαίσθητο πετάρισμα στο αριστερό του μάτι, σημάδι της τρομερής οργής που τον διακατείχε. Εκατό πάνοπλοι Τσαλντεάνοι, τρομεροί με τις πανοπλίες και τις περικεφαλαίες τους, τον περιστοίχιζαν, έτοιμοι να επιτεθούν με το παραμικρό του νεύμα. Κανείς δεν θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Didache και τους Τσαλντεάνους του χωρίς να νιώσει τα πόδια του να λυγίζουν και – ίσως – ένα κίτρινο ρυάκι να ποτίζει το παντελόνι του…
    Κανείς, φυσικά, εκτός από τον Αυτοκράτορα Τσινγκ που, καθισμένος στον κοκκάλινο θρόνο του, τους παρατηρούσε ατάραχος.
    «Μεγαλειότατε, στο όνομα του Άγιου Γκράαλ…» ξεκίνησε να λέει ο ιεροεξεταστής.
    Ο Αυτοκράτορας τον διέκοψε με ένα του νεύμα.
    Τώρα πια και το δεξί μάτι του Didache είχε αρχίσει να πεταρίζει…
    «Δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε», είπε με την τραγουδιστή του φωνή ο μεγάλος αυτοκράτορας. «Συγκαλώ το Συμβούλιο του Ντιν!»
    Το πρόσωπο του Didache έγινε άσπρο σαν το χαρτί. Γύρω του, οι εκατό Τσαλντεάνοι – σαν ένας Ανύπαρκτος – έφεραν τα χέρια στα καναπουτσάρ τους.
    «Μεγαλειότατε…», άρχισε πάλι ο ιεροεξεταστής και η φωνή του ήταν ένα φριχτό γρύλλισμα.
    Ο Αυτοκράτορας Τσινγκ σηκώθηκε όρθιος. Ένα ηχηρό «γκασπ!» ακούστηκε από εκατοντάδες στόματα. Σε όλα τα χρόνια της βασιλείας του, ο Αυτοκράτορας Τσινγκ δεν είχε ποτέ σηκωθεί από το θρόνο του.
    «Ή τώρα ή ποτέ», είπε τραγουδιστά ο Αυτοκράτορας. Η βασίλισσα των Spades είναι έτοιμη να εισβάλλει στη Νομανσλάνδη. Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου».
    Οι κουρτίνες δεξιά και αριστερά του θρόνου παραμέρισαν, και ξεπρόβαλλαν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ και ο Μπασσέν ντε Λαντρ με τα καναπουτσάρ ξεγυμνωμένα. «Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» φώναξαν.
    Οι Τσαλντεάνοι, σαν ένας Ανύπαρκτος, έπεσαν στα γόνατα. Οι φούντες από τις περικεφαλαίες τους σύρθηκαν στο πάτωμα. «Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» φώναξαν με τη σειρά τους.
    Ο Didache κοίταξε τον ηγεμόνα του με λύσσα. Δεν θα είχε φτάσει ποτέ όμως εκεί που έφτασε αν δεν ήξερε να χάνει. Ήξερε να χάνει, όχι όμως και να συγχωρεί. «Γκρουντ… Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» γρύλλισε.

    Ο Τεν Μπακς ήταν καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του με τις μπότες πάνω στο καρυδένιο του γραφείο. Δαχτυλίδια καπνού έβγαιναν από το στόμα του ενώ οι αχτίνες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο έπεφταν πάνω στο ασημένιο αστέρι στο στήθος του και το έκαναν να λάμπει.
    Άπλωσε νωχελικά το χέρι του και τράβηξε το κορδόνι που κρεμόταν πάνω από το γραφείο του. Ένα κουδούνι ακούστηκε να χτυπάει και αμέσως πετάχτηκε μέσα στο δωμάτιο ένας νεαρός εκπρόσωπος του νόμου.
    «Βοηθέ», γάβγισε ο Τεν Μπακς, «φέρε μέσα τον συνήθη ύποπτο».
    Ο νεαρός έφυγε τρέχοντας και σε δευτερόλεπτα γύρισε σέρνοντας δίπλα του τον Άρσον, με τα χέρια δεμένα – το ένα μάλιστα και μπανταρισμένο.
    Ο σερίφης σηκώθηκε και πλησίασε τον Άρσον. Στάθηκε μπροστά του και κοιτάχτηκαν οι δυο τους κατάματα.
    «Να λοιπόν που ξαναβρισκόμαστε, Άρσον», είπε ειρωνικά ο σερίφης.
    Ο Άρσον χαμογέλασε ανέμελα. «Έχεις αλλάξει πολύ, Μπακς, από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε… Τότε είμασταν και οι δύο από την ίδια πλευρά του νόμου…»
    Ο Τεν Μπακς γέλασε τρανταχτά. «Αυτές οι μέρες τελείωσαν για πάντα, Άρσον», απάντησε τρίβοντας στο θεληματικό πηγούνι του. «Τώρα υπάρχει καινούργιος σερίφης στην πόλη», συμπλήρωσε κοιτάζοντάς τον με νόημα. «Και είναι η τελευταία σου ευκαιρία να συνεργαστείς, στο όνομα της παλιάς μας φιλίας».
    «Να συνεργαστώ; Για ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Άρσον, με προσποιητή απορία.
    «Γιατί είναι δεμένο το χέρι σου;» ρώτησε απότομα ο Μπιγκ Τεν.
    «Με δάγκωσε ένας σκύλος… ένα κουνέλι… ή ίσως ένα άλογο», απάντησε ο Άρσον αδιάφορα. «Τι σημασία έχει;»
    «Εγώ πάλι πιστεύω ότι το χέρι σου κάηκε στον εμπρησμό του Ερημητήριου», είπε ο σερίφης τονίζοντας μία-μία τις λέξεις.
    Ο Άρσον γέλασε αδύναμα. «Μην ξεχνάς ότι εγώ τότε ήμουν στην φυλακή».
    Ο Μπακς πλησίασε το πρόσωπό του ακόμα περισσότερο στο πρόσωπό του κρατουμένου του. «Και η φυλακή κάηκε», είπε.
    «Δεν ξέρω τίποτα για τον εμπρησμό», απάντησε ο Άρσον.
    «Μήπως αυτό θα σε βοηθήσει να θυμηθείς;», ρώτησε ο σερίφης, χτυπώντας τον δυνατά με τη γροθιά του στο πρόσωπο.
    «Γαμώτο, νομίζω ότι μόλις μου έσπασες τη μύτη», είπε ατάραχος ο Άρσον.
    Ο Τεν Μπακς σήκωσε ξανά το χέρι του, και τότε ακούστηκε ξαφνικά η κραυγή του βοηθού: «Γκλουπ! Κρατάει καναπουτσάρ!»
    Αυτά μόνο πρόλαβε να πει ο νεαρός εκπρόσωπος του νόμου πριν το κεφάλι του αποχωριστεί από το σώμα του και κυλίσει στο δρύινο πάτωμα. Ο φλογερός επαναστάτης Ρεβινστίνκτ όρμηξε στο δωμάτιο, προς το μέρος του σερίφη. Μια ροζ κορδέλλα ήταν τυλιγμένη στα μακριά μαύρα μαλλιά του.
    Μέσα στη σύγχυση ο Άρσον έτρεξε προς το παράθυρο και πήδηξε έξω, σπάζοντας το τζάμι, χωρίς ο σερίφης να προλάβει να αντιδράσει.
    Ο Ρεβενστίνκτ γέλασε, φώναξε «Ο Κρισέικς είναι μεγάλος!», και εξαφανίστηκε ξαφνικά όπως είχε έρθει.
    Ο Τεν Μπακς κοίταζε μια το πτώμα του βοηθού και μια το σπασμένο παράθυρο. Άρχισε να ξύνει το κεφάλι του και να βηματίζει νευρικά γύρω γύρω, μουρμουρίζοντας «μούμπλε-μούμπλε». Περπατούσε μέχρι που άνοιξε ένα αυλάκι στο πάτωμα. Επιτέλους σταμάτησε. Είχε ξαναβρεί τη χαμένη του αυτοσυγκέντρωση. Κοίταξε το πικάπ, που όλη την ώρα του μακελειού δεν είχε σταματήσει να παίζει την Ενάτη του Μποχεμιάν. Έβγαλε αργά αργά το περίστροφό του από τη θήκη, σημάδεψε και πυροβόλησε. Η μουσική σταμάτησε απότομα.
    Ο Μπακς φύσηξε τον καπνό που έβγαινε από την κάννη και ξαναέβαλε το περίστροφο στη θήκη του. «Πάντα προτιμούσα τον Σοστακόβιτς», είπε απλά.
    Δυο ορόφους πιο κάτω, ο Άρσον, ακόμα δεμένος και αιμόφυρτος, κατάφερε να συρθεί μέχρι ένα ροζ σπίτι, στο επόμενο τετράγωνο. Η πόρτα άνοιξε. Ο Άρσον χώθηκε μέσα και η πόρτα ξαναέκλεισε. «Για τον Κρισέικς, ρε γαμώτο!», ήταν τα τελευταία του λόγια πριν χάσει τις αισθήσεις του.

    Πολύ μακριά, στα σύνορα της Νομανσλάνδης, ένας άγνωστος κουκουλοφόρος ήταν γονατισμένος μπροστά στον πορφυρό θρόνο της βασίλισσας των Spades. Με ένα νεύμα από την μεγαλειότητά της ο άγνωστος σηκώθηκε, έβγαλε την κουκούλα, και… γκασπ! Δεν ήταν άλλος από τον λόρδο Κράουν!
    Η βασίλισσα τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Είναι αυτό καναπουτσάρ στην τσέπη σου», τον ρώτησε, «ή απλώς χαίρεσαι που με βλέπεις;»

  5. ΤΑΚ said

    Νίκο, πολύ καλό, αλλά του Νικολόπουλου η εκδοχή ΘΕΪΚΗ!
    Η ένταξη και κυρίαρχη θέση του καναπουτσάρ στην πλοκή απλά τέλεια! Έχω ρίξει το γέλιο της αρκούδας με αυτό το καναπουτσάρ σήμερα!
    ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ!

  6. rogerios said

    Τέλεια ανακεφαλαίωση μεγάλων στιγμών της Ιστορίας.

    Να προτείνω ως εθνικό ερευνητικό ινστιτούτο της Νομανσλάνδης το «Ινστιτούτο Ερευνών Σκοτ Πόλαρ» (http://www.lexilogia.gr/forum/showpost.php?p=89822&postcount=2691);

    Ά, ναι, αν δεν κάνω λάθος, πράβο γιάζντυ είναι η άδεια οδήγησης στα πολωνικά (http://pl.wikipedia.org/wiki/Prawo_jazdy_w_Polsce) κι όχι φυσικά στα ιρλανδικά.

  7. Υποκλίσεις, σέβη και απ’ όλα στο Γιώργο Νικολόπουλο -ιδίως για το α λα Μέι Γουέστ τέλος.

  8. «Ἀλήθεια, Τέν», εἶπα στὸν Μπὰξ μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο ποτήρι ουΐσκι, «ποτὲ δὲν μοῦ μίλησες γιὰ τὸ ὄνομά σου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν δολοφονία τοῦ Γιάντζι εἴχαμε κι οἱ δυὸ ἀνάγκη νὰ ξεφεύγουμε ποῦ καὶ ποῦ ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴ πίεσι τῶν γεγονότων ἀποφεύγοντας συστηματικὰ νὰ μιλήσουμε γι’αὐτὰ καὶ μεταθέτοντας μὲ μιὰ σιωπηρὴ συμφωνία τὸ ἐνδιαφέρον μας σὲ μερικὰ πιὸ ἀνώδυνα -καὶ λίγο πιὸ προσωπικά- ζητήματα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Πολωνοῦ ὁδηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ χρόνια μὲ συνώδευε στὶς πιὸ δύσκολες ἀπὸ τὶς δημοσιογραφικές μου ἀποστολές, νεκροῦ μέσα στὸ τεθωρακισμένο αὐτοκίνητο ποὺ μοῦ εἶχε παραχωρηθῇ ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος καὶ μὲ μιὰ σφαῖρα φυτεμένη στὸν δεξιό του κρόταφο δἐν ἔλεγε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ μυαλό μου. «Ὁ πατέρας μου» τραύλισε ὁ Μπὰξ καὶ μιὰ ὑπογάλαζη τολύπη καπνοῦ ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα του ἔμεινε νὰ ἑνώνῃ τὴν μεταξύ μας ἀπόστασι σὰν τροχιοδεικτικὸ τῶν μισοσβημένων του λέξεων, «ὁ πατέρας μου εἶχε τὴν ἴδια σκοτεινιὰ στὸ βλέμμα του». Δὲν χρειάστηκε νὰ μοῦ πῇ περισσότερα. Κατάλαβα ἀμέσως ὅτι μιλοῦσε γιὰ τὴν σλάβικη μελαγχολία τῶν ματιῶν τοῦ Γιάντζι, αὐτὴ ποὺ ἔμελλε νὰ σκεπάσῃ τελικὰ τὸ πρόσωπό του σὰν νεκρικὴ μάσκα. «Τέν» προσπάθησα νὰ τοῦ πῶ, ἀλλὰ ἐκεῖνος μὲ διέκοψε ἀπότομα μ’ἕνα του νεῦμα. Ξανάβαλε ποτὸ ἀφήνοντας τὴν ἀπόστασι ἀνάμεσα στὸν πάτο τοῦ ποτηριοῦ του καὶ στὴν ὑγρὴ ἐπιφάνεια τοῦ περιεχομένου του νὰ μεγαλώσῃ ἐπικίνδυνα. «Ὁ πατέρας μου ἀγαποῦσε πολὺ τὸ θέατρο, Τσέτσνια» εἶπε τελικὰ καὶ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἡ στάθμη τοῦ ποτηριοῦ του ἔπεσε στὸ μισό. «Λάτρευε νὰ βλέπῃ ξανὰ καὶ ξανὰ ἐπὶ χρόνια τὴν ἴδια παράστασι, κάθε χρόνο μὲ ἄλλους ἠθοποιούς καὶ κάθε φορὰ εὕρισκε κάτι καινούργιο νὰ πῇ». Σταμάτησε λίγο προσπαθῶντας μάταια νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησί του. Ἴσως νἄθελε ν’ἀποφύγῃ κάποιο σπάσιμο τῆς φωνῆς. » Θυμᾶμαι πόσο πολὺ ἐνθουσιαζόταν καὶ πῶς μιλοῦσε συνέχεια γι’αὐτό». «Γιὰ ποιό ἔργο μιλᾷς Τέν;» ῥώτησα χωρὶς νὰ σταματήσω στιγμὴ νὰ κοιτάζω τὴν Μουλὲν ποὺ χαμογελοῦσε μὲ ἐνοχλητικὴ εἰλικρίνεια σὲ κάποιον μελαμψὸ νεαρὸ ἀπὸ τὴν παρέα τοῦ τραπεζιοῦ της. «Γιὰ τὸν Γυάλινο Κόσμο μιλάω Τσέσνια» ἀπάντησε ὁ Μπὰξ καθὼς ἕνας ἄλλος νεαρός ἀπὸ τὸ παραδίπλα τραπέζι -ξανθὸς αὐτός- εἰσέπραττε τὸ ψυχρὸ βλέμμα τῆς ἐντυπωσιακὰ χτενισμένης συνοδοῦ του ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὶς δικές του κλεφτὲς ματιὲς στὴν Μουλέν. «Τὸ πραγματικό μου ὄνομα εἶναι Τενεσί, Τσέσνια» συνέχιζε ὁ Μπάξ, «ἀπὸ τὸν Τενεσὶ Οὐίλλιαμς». Ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες ἡ πληροφορία αὐτὴ θὰ εἶχε προκαλέσει ἕνα κῦμα εἰρωνικοῦ γέλωτος ἀπὸ μεριᾶς μου, ὅμως τώρα ὁ μελαμψὸς νέος ἔπιανε τὸ χέρι τῆς Μουλέν κι αὐτὸ ἦταν κάτι ποὺ ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ μὴν ἐγκρίνω.

  9. μαζὶ γράφαμε!

  10. στὸ ἑπόμενο ἐπεισόδιο: τὸ χαμένο χειρόγραφο τοῦ Ντιντάχε (Didache) ποὺ τόσο φθονήθηκε ἀπὸ τὸν Οὐλφίλα καὶ ἡ ἀνάκρισι τοῦ πρίγκηπος Ῥῆτζεντ ἀπὸ τὸν διαβόητο Λόρδο Κράουν.

  11. sarant said

    Να είστε καλά και οι δυο, Γιώργο Νικολόπουλε και Κορνήλιε!
    Εξαιρετικά και τα δύο -αλλά το καναπουτσάρ….

    Ρογήρε, ευχαριστώ για τη διόρθωση και για την προσθήκη!

  12. Περπατούσε μέχρι που άνοιξε ένα αυλάκι στο πάτωμα.

    12 points!!!

  13. Οπερα said

    καποτε στο Ευρωκοινοβουλιο εγινε μια συζητηση για μια εκθεση που εγραψε ο ευρωβουλευτης Munting(Munting Bericht=εκθεση Munting, γερμανιστι)…η ημερησια διαταξη στα ελληνικα αναφερθηκε στην «εκθεση του κ.Munting Bericht»

  14. rodia said

    13.
    Τέλεια! Μπαινει και ο βαρώνος Μούντινγκ στο παιχνίδι! :))
    ες αύριον όμως…

    4. Νικολοπουλε, φέρνε το πιο μαλακά.. Δεν μπορεσα να κρατηθω και… ξυπνησα τους διπλανους!!! 😆

    8. Κορνηλιε, τέλειο, τέλειο!! …αλλα αυτοι οι τονοι με στράβωσαν μεχρι να φτασω στο τέλος! ;)) Κανε ενα διαλλειμματάκι απ’το πολυτονικο όταν γραφεις στο ίντερνετ πληζζζ
    (για τα ματακια μου, ε)

  15. rodia said

    Νικοδέσποτα-δεσπότα, δεν έχω λόγια… Respect._
    Επιτέλους, μια σύνοψη, να ξερουμε για τί μιλάμε :))

  16. bernardina said

    ‘Εχω μείνει άφωνη!Γιώργο Νικολόπουλε,δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που γέλασα τόσο. ‘Ελεος, μα τον Κρισέικς! Κορνήλιε, τι ατμόσφαιρα! 😯

  17. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια!

    Έβαλα ένα υστερόγραφο, που το επαναλαμβάνω κι εδώ:
    Παρέλειψα να προσθέσω ότι υπάρχει και μια εντελώς ιδιαίτερη κατηγορία Ανύπαρχτων, οι Θνησιγενείς Ανύπαρχτοι, ή τέλος πάντων οι Ανύπαρχτοι που τους δημιούργησε η μεταφραστική ατζαμοσύνη αλλά τους δολοφόνησε, πριν ακόμα δουν το φως, ο επιμελητής, που είδε το λάθος και το διόρθωσε. Φίλος που κάνει αυτή τη δουλειά μόλις μού εκμυστηρεύτηκε ότι σκότωσε τον Κλιν Σέβαν, που θα μπορούσε να εξελιχτεί, αν ζούσε, στον ωραίο Μπρούμελ της Νομανσλάνδης. Δηλαδή, ο υπότιτλος -σε ντοκιμαντέρ- ήταν: Clean shaven and well-groomed, he… και ο υποτιτλιστής το απέδωσε: Ο Κλιν Σέβαν, καλοντυμένος… Όμως ο Κλιν Σέβαν δεν θα γοητεύσει ποτέ τις Νομανσλανδιανές γιατί τον έσφαξε άσπλαχνα ο φίλος μου.

  18. Τα δύο μεγάλα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία στη Νομανσλάνδη ίσως είναι τα εξής:
    Σε ένα ντοκιμαντέρ στο κανάλι της Βουλής, προφανώς από εκείνη την παρτίδα με τους άθλιους υπότιτλους,
    ο παντελώς ανίδεος μεταφραστής,
    όποτε συναντούσε τη λέξη Republicans μετέφραζε Δημοκρατικοί
    και όποτε έβλεπε Democrats μετέφραζε ασφαλώς Δημοκράτες, τι άλλο;;;

  19. george said

    Πάρα πολύ ωραίο – είχα διαβάσει τα άρθρα για τη Νομανσλάνδη και τη στρατιά των ανύπαρκτων, αλλά είναι ωραία να τα χουμε συγκεντρωμένα. Και τα δύο κείμενα επίσης πολύ καλά. Να προτείνω το εθνικό φαγητό της Νομασλάνδης; Σύμφωνα με την ελληνική μετάφραση της καινούριας συλλογής διηγημάτων του Woody Allen, «Σκέτη Αναρχία», μάλλον είναι οι Φτερούγες Βούβαλου. Βέβαια, από αυτό καταλαβαίνουμε ότι στη Νομασλάνδη ζει κι ένα σπάνιο είδος βούβαλου με φτερά, που δεν υπάρχει σε άλλες χώρες!

    ΥΓ: Οι φτερούγες βούβαλου είναι φυσικά οι Buffalo Wings, φτερούγες κοτόπουλου μαγειρεμένες α-λα Buffalo. Το παράξενο είναι ότι ενώ ο μεταφραστής θεωρεί απαραίτητη την υποσημείωση περί Buffalo Wings, επιμένει να μεταφράζει «Φτερούγες Βούβαλου»!

  20. Μια μερίδα φτερούγες βούβαλου για μένα!

  21. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλια, αφού σας αρέσει υπόσχομαι να το συνεχίσω σύντομα. Έτσι κι’ αλλιώς με τόσους νέους πολίτες της Νομανσλάνδης που εμφανίζονται καθημερινά, υπάρχει υλικό για ολόκληρο μυθιστόρημα.

    Πολύ ωραίες και οι εκδοχές του Κορνήλιου και της Ροδιάς, και είναι ενδιαφέρον να βλέπεις τρεις διαφορετικές ενσαρκώσεις των ίδιων ηρώων να κινούνται ταυτόχρονα σε τρεις παράλληλες Νομανσλάνδες. Ίσως πρέπει να εκδώσουμε μια ανθολογία κάποια στιγμή…

  22. sarant said

    Σκέφτομαι μια παράγραφο που να αρχίζει:

    Ο Μπασέν ντε Λαντρ ξεπέζεψε από το φτερωτό βουβάλι του…

  23. george said

    Επίσης να προσθέσω ότι ο εθνικός αερομεταφορέας, ο Ρεντ Άι, δεν είναι καθόλου ασφαλής, ειδικά όταν πιλοτάρει ο Τζακ, τον οποίο οι αεροπειρατές ξέρουν με το μικρό του όνομα, και τον χαιρετούν σε φιλικό τόνο.

    Ιστορία που μου έχει μεταφέρει φίλος (με κάποια επιφύλαξη, ίσως είναι subtitle legend): Περιπέτεια δράσης, και στη σκηνή της αεροπειρατείας, ο αεροπειρατής βρίσκεται στο πιλοτήριο και λέει «Hands up! It’s a hijack!». Ο υποτιτλισμός εμφανίζει: «Ψηλά τα χέρια! Γεια σου Τζακ!»

  24. Alfred E. Newman said

    Πάντως όταν προκύπτουν θύματα στην περιοχή ευτυχώς υπάρχει πάντα η Φλωρεντική Αηδών για την περίθαλψή τους.

  25. Alfred E. Newman said

    Φυσικά Φλωρεντινή.

    Η οποία σύμφωνα με κάποια εκδοχή συχνάζει πολύ σε θεϊκά ξενοδοχεία στη Γαλλία.

  26. Servitoros said

    «Ο νομασλανδιανός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στο Πιπερού, στο Αυγατιγανιστάν, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική της Φρουτοπίας»

    Χένρυ το Κολοκυθάκι, π. Υπουργός Εξωτερικών της Φρουτοπίας.

  27. Servitoros said

    Η δήλωση είναι παραποιημένη, όπου Βαλκάνια βλ. Χώρα του Χασμοριτού.

  28. ΘΝΗΣΙΓΕΝΕΙΣ ΑΝΥΠΑΡΧΤΟΙ

    Στη μακρινή της Νομασλάνδης Αποικία,
    υπάρχει, λεν ένα σ’ ένα χωριό τρελός Προφήτης.
    Μ’ ακούστε απ’ την αρχή την ιστορία:
    Ηταν του Τσίνγκ τα χρόνια, η βασιλεία,
    και μιας Ανύπαρχτης Στρατιάς ο κυβερνήτης.

    Ο ιππότης Λόρδος Κράουν μες τα τείχη
    με τον Μπασέν ντε Λαντρ περιπολούσε.
    Ο πρίγκιψ Ρήτζεντ ακουγότανε να βήχει,
    γράφοντας έσπαζ’ η Μουλίν το τρίτο νύχι,
    μα ο Αγιος Γκράαλ εκεί ψηλά τους ευλογούσε.

    Κάποια βραδιά που ξεχυθήκαν τα δαιμόνια,
    η πόλη γέμισε φωτιές κι όλοι ουρλιάζαν.
    Τον Αρσον υποπτεύονταν για χρόνια –
    μέλος μιας σπείρας που κατάκαιγε τ’ αλώνια.
    Συνήθεις ύποπτους, οι αρχές τους ονομάζαν.

    Πήγαινε ύστερα ο Κρισέικς στα καμένα,
    και τα έβαφε, σαν ρόδινες αχτίδες.
    Μέσα εκεί παίζαν παιχνίδια λατρεμένα,
    όπως το σκάκι, που αγαπούσαν παθιασμένα-
    μα ο Τάλατ Μπλεντ έπαιρνε πάντα τις παρτίδες.

    Τους άρεσε να βλέπουν μια ταινία,
    του Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, του σκηνοθέτη.
    «Ο Τσέτσνια κι ο Τεν Μπακς στην Απωνία»
    ήταν ο τίτλος, κι είχ’ η μουσική αγωνία,
    του Μποχεμνιάν Λεβόν, του κορυφαίου συνθέτη.

    Κι έτσι περνούσανε ανέφελες οι μέρες,
    ώσπου ο Πρόεδρος Ντιν ανέτρεψε τον Τσίνγκ
    (μα ο Πράβο Γιάζντι του ‘ριξε τρεις σφαίρες).
    Του Ντιν Συμβούλιο φτιάξαν οι σοφοί πατέρες –
    μαζί ο άγιος Didache κι ο γενναίος Ρεβινστίνκτ.

    Τότε όμως πήραν μια απόφαση μοιραία:
    να διώξουν τους Θνησιγενείς της πολιτείας.
    και στον Ρεντ Άι, τον αερομεταφορέα,
    φόρτωσαν τον Κλιν Σέβαν κι όλη την παρέα,
    και κίνησαν στη γη της εξορίας.

    Τώρα μπορεί κανείς να δει έξω απ’ την πόλη
    της Νομανσλάνδης πάντα όταν νυχτώνει,
    τρελό Προφήτη -τον Κλιντ Σέβαν-, γύρω του όλοι
    αγέννητοι κι ήδη νεκροί, λες σκέτοι ρόλοι
    θεάτρου παραλόγου, που όμως δεν τελειώνει.

  29. george said

    Απίστευτο! Καταπληκτικό, Σοφία!

  30. rodia said

    #28.
    R E S P E C T Σοφία! Απίστευτο!!!!!!! Σούπερ ντούπερ ουάου λέμε :))))

  31. Παιδιά, αυτός ο Didache είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Didache που επικαλέστηκε η Λιλή Ζωγράφου στην »Αντιγνώση» ή απλή συνωνυμία;

    («Στα αρχαιότερα χριστιανικά κείμενα τού Didache, τού Κλήμεντα τής Ρώμης, τού Αγίου Πολύκαρπου κ.ά., δε βρίσκουμε καμία αναφορά σχετικά με […]», σ. 273)

  32. sarant said

    Σοφία, υποκλίνομαι, εξαιρετικό!

    Κώστα, ναι, το λέω και στο κυρίως άρθρο.

  33. Τι να πω και γω… Οι Τσαλντεάνοι υποκλίνονται και καταθέτουν τα καναπουτσάρ τους.

  34. Ουπς, συγγνώμη!

  35. Immortalité said

    Σοφία το ποίημα σου έξοχο! Δώδεκα βαθμοί δεν είναι αρκετοί.

    Γιώργο για τον Κορνήλιο ξέραμε ότι έχει ταλέντο, αλλά και συ δεν πας καθόλου πίσω. Περιμένουμε τη συνέχεια και από τους δύο. Έχω σκάσει στα γέλια με το σχόλιο του Δύτη! 🙂

    @14in fine Ροδιά μεγάλα χατήρια ζητάς ;)

    Αμάν πια πότε η Πόρσε θα γίνει σοβαρό αμάξι να μας στέλνει τα σχόλια χωρίς να γράψουμε; ε;

  36. ΣοφίαΟικ said

    Ήταν ανάγκη βρε 40ακο τώρανα το γράψεις αυτό το σημείωμα, που έχω να παραδώσω πέντε εργασίες την Τρίτη κι έχω ετοιμάσει μόνο τις τρεισίμιση, κι ας πούμε ότι η μισή κάπως βγαίνει, αυτή που δνε έχει αρχίσει ακόμα ομως…
    Επιφυλάσσομαι να επιστρεψω απο Τετάρτη.

  37. Τι απολαυστικό το σημερινό και τα σχόλια!

  38. rodia said

    Συνοπτική εικόνα προσώπων και τόπων με αλφαβηττική σειρά:

    Απονία = γειτονική εχθρική χώρα, όπου κατοικούν οι άπονες
    Άρσον = συνήθης ύποπτος (παλιοτόμαρο, αλλά ασύλληπτο)

    Γκράαλ = προστάτης άγιος της Στρατιάς (σαν την Αγία Βαρβάρα στο περίπου)

    Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ = διάσημος σκηνοθέτης (ρεπερτόριο: γουέστερν κυρίως, αλλα και αστυνομικά)
    Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια. Υπάρχει και το ομώνυμο ακρωτήριο Καναπουτσάρ, όπου γίνονται οι μηνιαίες σχετικές δοκιμές για την αποτελεσματικότητά του. Φορτίζεται με την ενεργειακή ύλη «μεγάλη ανέχεια».
    Κλιν Σέβαν = μάλλον φάντασμα, επειδή σκοτώθηκε πριν γεννηθεί, τριγυρνά τις νύχτες ξαφνιάζει (με διάφορους τρόπους) τους φιλήσυχους νομανσλανδιανούς. Αν ζούσε, θα ήταν ωραίος.
    Κρισέικς = λίαν εκκεντρικός κύριος, λάτρης του ροζ χρώματος –εδω θυμηθηκα τη Σίρλεϋ Μακλέην στο φιλμ «η κυρία και οι άνδρες της», όπου είχε παντρευτεί ένα λάτρη του ροζ που πέθανε εξαιτίας της μανίας του αυτής. Δύτη ακούς;

    Λεβόν Μποχεμιάν = συνθέτης/μαέστρος
    Λόρδος Κράουν = αξιωματικός επίσης/γενναίος (ίσως και πρεσβευτής)

    Μουλίν = κυρία της υψηλής κοινωνίας (ίσως εθελοντρια, μπορεί και πρόεδρος ΜΚΟ)
    Μούντινγκ = ευρωβουλευτής (τον προτιμώ βαρώνο)
    Μπασέν ντε Λαντρ = αξιωματικός/ιππότης/ευεργέτης/λεφτάς

    Νομανσλάνδη = χώρα, κάπου στην Ενωμένη Ευρώπη
    Ντιντάτσε = άγιος και σοφός, Πατέρας της εκκλησίας (σαν τον άγιο Βασίλη στο περίπου)

    Πράβο Γιάζντι = υπουργός μεταφορών και επικοινωνιών, πρώην νταλικιέρης

    Ρεβινστίνκτ = αξιωματικός επίσης, ή και (κατά Κορνήλιο) σοφός καθηγητής, υπερασπιστής των αδυνάτων
    Ρεντ Άι = αερομεταφορέας (εθνικος, μαλλον)
    Ρήτζεντ = πρίγκιπας, υψηλόβαθμο στέλεχος της πολιτικής και στρατιωτικής σκηνής

    Σκοτ Πόλαρ = Ινστιτούτο Ερευνών, δωρά του ομώνυμου μεγάλου ευεργέτη της χώρας (πιθανότατα δίνει τα ετήσια βραβεία Πόλαρ)
    Στρατιά των Ανύπαρχτων = στρατός, υπερασπιστής της Νομανσλάνδης
    Συμβούλιο του Ντιν = συμβούλιο/κυβέρνηση

    Τάλατ Μπλεντ = πρωταθλητής στο σκάκι
    Τεν Μπακς = κάου-μπόυ/σερίφης/ντετέκτιβ (ατρόμητος πάντως)
    Τσαλντεάνοι = κλίκα ευγενών/καπιτάλες
    Τσέτσνια = στρατιώτης με βαθμό δεκανέα (ισως και παρακρατικός)
    Τσινγκ ο 1ος = αυτοκράτορας

    Υδρογονανθρακοί = οροσειρά στα βόρεια σύνορα της χώρας

    Φλωρεντίνη Αηδών = εθνική ντίβα (μετέφερα τον τόνο μια συλλαβή πιο πάνω, το βρίσκω πειστικότερο ως όνομα. Θα μπορούσε να είναι και Αηδόνα Φλωρεντινού)
    Φτερωτοί Βούβαλοι = προστατευόμενο είδος, ζώο που θα είχε εξαφανιστεί αν δεν το πρόσεχαν οι νονμανσλανδιανοί. Κάθε κάτοικος έχει και το φτερωτό βουβάλι του.

    Παρατηρείται έλλειψη θηλυκών, κάντε κάτι, ψάξτε να βρείτε και μερικές κυρίες πια! 🙂

  39. εδω θυμηθηκα τη Σίρλεϋ Μακλέην στο φιλμ “η κυρία και οι άνδρες της”, όπου είχε παντρευτεί ένα λάτρη του ροζ που πέθανε εξαιτίας της μανίας του αυτής. Δύτη ακούς;

    Ροδιά, ακούω …αλλά δεν καταλαβαίνω 😦

  40. rodia said

    39.
    Απευθύνθηκα στο σινεφίλ της παρέας… Αν το θυμασαι/γνωριζεις εννοώ.. 🙂

  41. ααα, εγώ είμαι ο σινεφίλ της παρέας; Αυτό όμως δεν το έχω δει!

  42. rodia said

    Ψάξε το, ειναι απίστευτο έργο! Σπονδυλωτο με 4 επεισοδια -αν θυμαμαι καλα.

  43. Ευχαριστώ παιδιά! Στη δεύτερη σειρά διορθώστε: υπάρχει, λεν ένα σ’ ένα χωριό τρελός Προφήτης.
    (μου ξέφυγε το ένα, φαίνεται νομίζω).
    Να συγχαρώ κι εγώ πρώτον τον Νικοκύρη που το ξεκίνησε, δεύτερον τον Νικολόπουλο και τον Κορνήλιο που το συνέχισαν και φυσικά τη Ροδιά για το καστ (ακόμα γελάω).
    Πλάκα πλάκα να πως στήνεις ιστορία με το τίποτα!

  44. (εν τω μεταξύ θα τολμήσω να ρωτήσω – διακριτικά και σε χαμηλόφωνο τόνο- από που προέκυψε το καναπουτσάρ γιατί κάτι έχω χάσει μάλλον).

  45. Σοφία, από εδώ.

  46. Αχαχα πεθαίνω, δεν τα είχα διαβάσει όλα τα χθεσινά. Ισως πρέπει να προσθέσω μια ακόμα στροφή για το καναπουτσάρ. Να σκεφτώ.

  47. «Ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας βδομάδα ὁ ξένος ἐπισκέπτης καταλαβαίνει ἀμέσως ὅτι ἡ Νομανσλάνδη εἶναι ἡ χώρα ποὺ σὲ ὅλους κάτι θυμίζει. Ἄν ἡ Ἀγγλία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν βουλὴ περηφανεύεται καὶ γιὰ τὴν βουλὴ τῶν Λόρδων ὅλοι ξέρουν πὼς στὴν Νομανσλάνδη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν βουλὴ ὑπάρχει καὶ τὸ συμβούλιο τοῦ Ντίν. Καὶ ἂν στὴν Ἀγγλία οἱ λόρδοι φοροῦν ἀκόμη πουδραρισμένες περουκίτσες, στὴν Νομανσλάνδη ἀποτελεῖ ἱερὴ σχεδὸν παράδοσι ἡ ἄφιξι τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου στὸ περίφημο πιὰ κτίριο τῶν συνεδριἀσεων, κι ἄλλοτε κάστρο τοῦ βαρώνου Μούτινγκ, μὲ τέθριππες ἅμαξες. Οἱ περισσότερο ἐνημερωμένοι ἀπὸ σᾶς θὰ θυμᾶστε τὸ ἱπτάμενο τσίρκο τοῦ φὸν Ῥιχτχόφεν, μόνο ὅμως ὅσοι ταξιδέψετε στὴν Νομανσλάνδη θἄχετε τὴν εὐκαιρία νὰ ζήσετε μιὰ ἀληθινὰ ὀνειρικὴ ἐμπειρία πετῶντας μὲ κάποιο ἀπὸ τὰ «φτερωτὰ βουβάλια», τὰ καμάρια τῆς Ῥὲντ Ἄι, τῆς κρατικῆς πολιτικῆς ἀεροπορίας τῆς Νομανσλάνδης». Ἔκλεισα τὸν ταξιδωτικὸ ὁδηγὸ μ’ἕναν ἀναστεναγμὸ ποὺ ὁ Μπὰξ κατὰ τὴν προσφιλῆ τακτική του δὲν ἄφησε ἀσχολίαστο. «Ποιοί δαίμονες σὲ κυνηγοῦν πάλι Τσέσνια;» ῥώτησε. Ἕνα ἀπότομα φρενάρισμα τοῦ ταξιτζῆ μὲ τίναξε ἴσια μπροστά, κι ὰν δὲν φοροῦσα ζώνη ἀσφαλείας οἱ δαίμονες ποὺ ἔλεγε ὁ Μπὰξ θὰ χόρευαν ἤδη γύρω ἀπὸ τὴν φωτιὰ τοῦ καζανιοῦ μου. Ἀναπόλησα τὸ ἁπαλὸ τσούλημα τοῦ παραδομένου στὰ ἐπιδέξια χέρια (καὶ πόδια) τοῦ Γιάζντι αὐτοκινήτου, ἀλλ’αὐτὴν τὴν φορὰ κατάφερα νὰ συγκρατηθῶ κι ἔτσι ἡ θλιβερὴ θύμησι σβήστηκε μέσα μου πρὶν προλάβῃ νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ στόμα μου ὑπὸ τὴν μορφὴ ἀναστεναγμοῦ. «Ἡ βιβλιοθήκη εἶναι δύο στενὰ παρακάτω» μουρμούρισε αὐστηρὰ ὁ ταξιτζῆς. Ἀπὸ το καθρέφτη τοῦ παρμπρὶζ μποροῦσα νὰ δῶ μόνο τὸ πρόωωρο ἀναφάλαντωμά του: μιὰ κατάμαυρη ὀξυνώνια τριχωτὴ χερσόνησος διεισέδυε σὲ μῆκος ἀρκετῶν πόντων στὸ κάτασπρο καὶ γυαλιστερό του κούτελο. Πειρσσότερο φαινόταν σὰν νὰ κρέμεται, ὅπως κρεμόταν μπροστὰ ἀπ’ τὴν ὀθόνη ἡ γωνία ἀπὸ τὸ πετσετάκι ποὺ ἔβαζε πάνω στὴν τηλεόρασι ἡ γιαγιά μου. Τρίτος ἀναστεναγμός. Κι αὐτὸς σβησμένος πρὶν ἐνωθῇ μὲ τὸν ἀέρα. «Ἄσε μας ἐδῶ» γαύγισε ἀπότομα ὁ Μπὰξ κι ἕνα ἀκὀμη ξαφνικὸ φρενάρισμα μ’ἔκανε νὰ πιστέψω γιὰ λίγο στὴν Μόρα. Εὐτυχῶς κατάλαβα ἀπὸ τὸ ἑπόμενο κιόλας δευτερόλεπτο ὅτι ἐπρόκειτο μόνο γιὰ τὴν ζώνη. «Καταραμένε Μπάξ!» σκέφτηκα, ἐκεῖνος ὅμως ἤδη ἔχωνε τὸ χέρι του στὴν τσέπη. Ἀσυναίσθητα τὄχωσα κι ἐγώ. Ἀνατρίχιασα μόλις ἡ χαρτονένια γωνία τσίμπησε τ’ἀκροδάχτυλά μου. Τὴν εἶχα ξεχάσει ἐκεῖ μέσα. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ ὁ ῥεσεψιονὶστ μοῦ πάσσαρε τὸν κίτρινο φάκελο μὲ σφραγίδα ταχυδρομείου Ἀργεντινῆς. Ὡραία κάρτ-ποστάλ. Μπουένος Ἄιρες αὐτὴν τὴν φορά. Τὴν φανταζόμουν μέσα στὴν ἀσπροκόκκινη στολὴ τῶν ἀεροσυνοδῶν τῆς Ῥὲντ Ἄι ποὺ τόσο μὲ ἄναβε κι ἄρχισα νὰ δαγκώνω τὰ χείλη μου ὅπως ἔκανα πάντα ὅταν ξεχνιόμουν. «Θὰ βγῇς καμιὰν ὥρα; Ἔχω γίνει μούσκεμα ἐδῶ ἔξω» ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Μπάξ. Ὑπερβολές. Ἀφ’ οὗ κρατοῦσε μιὰ ὀμπρέλλα ἵσαμε τὸν θόλο τοῦ Ἰνστιτούτου Σκὸτ Πόλαρ λὲς κι εἶχε βγῆ ἀπὸ φὶλμ νουὰρ τοῦ Κάουαρντ Ῥόμπερντ Φόρντ. Ἡ εἰκόνα τῆς Μουλὲν μέσα στὴν στολή της δὲν ἔφυγε ἀπὸ τὸ νοῦ μου οὔτε κὰν ὅταν πιασμένοι ἀγκαζὲ σὰν ζευγαράκι, γιὰ νὰ χωρᾶμε κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλλα, ἀνεβαίναμε τὰ μαρμάρινα σκαλιὰ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Ἡ κὰρτ ποστὰλ παρέμενε πεισματικὰ στὴν τσέπη μου μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ στὴν στέπη τοῦ Μπὰξ φώλιαζε μόνιμα τὸ γεμᾶτο καναπουτσάρ του.

  48. rogerios said

    Θεοί, για να μην πω Ημίθεοι! 🙂

    Πολλά μπράβο κι ευχαριστώ στους Γιώργο Νικολόπουλο και Κορνήλιο, στη Ροδιά και τη Σοφία! Αριστουργήματα!
    Η Νομανσλάνδη βρήκε ήδη τους λογοτέχνες της.

    [ο λαός ζητά επίσης την τελευταία έκδοση του ταξιδιωτικού οδηγού της Νομανσλάνδης]

  49. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Φανταστικό το ποίημα!!! Πραγματικό έπος!
    Και το καινούργιο επεισόδιο του Κορνήλιου συναρπαστικό!
    Ροδιά, ευχαριστούμε για το εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Νομανσλάνδης. Και πράγματι δεν υπάρχουν αρκετά θηλυκά, ξέχασες όμως τη βασίλισσα των Spades!

    Καιρός να προχωρήσω και το δικό μου…

  50. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Εντωμεταξύ, έχουμε ακόμα έναν γαλαζοαίματο! (Πως να μην έχουμε μετά τόσες ίντριγκες;)

    Μου θύμισε ένας φίλος, από το Cobra Verde του Χέρτσογκ (πριν αρκετά χρόνια): The king sends his brother greetings (Ο βασιλιάς στέλνει στον αδελφό του χαιρετίσματα). Και η μετάφραση: Ο βασιλιάς στέλνει τον αδελφό του, τον Γκρήτινγκς.

  51. Να βάλουμε στη λίστα και το Τρίο Στούτζες (The Three Stooges).

    Υποθέτω οτι το σχήμα του τρίου ήταν του συρμού τότε (π.χ. τρίο Βάμπαρη) πριν εμφανιστούν δημοφιλή ντουέτα (κατα το Φίλανδρος-Κορώνης) που έκαναν τα τρία δύο, οπότε η μετάφραση έπιασε. Ίσως πάλι ο μεταφραστής να μην αναφερόταν στον κ. Στούτζες αλλά να εξέλαβε τον όρο σαν πληθυντικό του στούτζα, όπως μούτζα, λούτζα, κ.α…

  52. Η ΑΠΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΑΠΟΥΤΣΑΡ

    Εμοιαζε τόσο η Απονία στην Αγρια Δύση,
    κι ας είχε σύνορα κοινά με το Κατάρ.
    Αγρια βουβάλια όλη την είχαν αποικίσει,
    που ‘χαν στην πλάτη τους φτερά – τι θαύμα η φύση!
    και – βουβαλίσιο- ως το μηρό καναπουτσάρ.

    Πετρέλαιο άφθονο διέθετε η χώρα,
    και πάμφθηνα γεμίζαν τα ρεζερβουάρ –
    Πίσ’ απ΄ το τζάμι αφουγκράζονται την μπόρα,
    οι καουμπόηδες, που με τζιπ περνούνε τώρα,
    κι ο κυβισμός να δείχνει το καναπουτσάρ.

    Σε τέτοια επίδειξη θα ήταν, βαρβατίλας,
    όταν τους είπαν οι γυναίκες ωρβουάρ.
    Τι απονία, προς την επίδειξη αντρίλας,
    των γελαδάρηδων η πρόγευση της νίλας.
    Τι θηλυκή Απονία των Καναπουτσάρ…

  53. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Ωραίο το Τρίο Στούτζες! Έχουμε τόσο συνηθίσει να το λέμε έτσι που ξεχνάμε συνήθως πως πρόκειται για μεταφραστική πατάτα…

    Κι’ άλλο ποίημα… Τι ωραία! Θέλω να γράψω κι’ εγώ… αλλά έχω και ένα μυθιστόρημα να προχωρήσω…

    Πάμε, λοιπόν!

  54. Γιώργος Νικολόπουλος said

    «Εμπιστέψου τον D.E.», έγραφε η τεράστια αφίσα – σε μέγεθος πολυκατοικίας. «Ο άνθρωπός σου στη Νομανσλάνδη».
    Ο Τάλατ Μπλεντ τράβηξε τα μάτια του από την αφίσα, φανερά ενοχλημένος. «Και ποια είναι η γνώμη σου για τον μυστηριώδη D.E., Πράβο;», ρώτησε.
    Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε από τον καθρέφτη, ανέκφραστος όπως πάντα. «Δεν πληρώνομαι για να έχω γνώμη, Τάλατ. Πληρώνομαι για να οδηγώ».
    «Μην παριστάνεις τον απλό σωφέρ, Πράβο. Είσαι πολύ περισσότερο από ένας απλός σωφέρ».
    Ο Γιάζντι χαμογέλασε στραβά, αλλά δεν απάντησε. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχαν φτάσει στον προορισμό τους.
    «Τα εισιτήρια», είπε ο Πράβο Γιάζντι, δίνοντας ένα μικρό ροζ φάκελο στον επιβάτη του. Ο Τάλατ Μπλεντ έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό χαρτοκόπτη και έσκισε το φάκελο με μια γρήγορη κίνηση. «Ρεντ Άι Αίργουαιης», έγραφαν πάνω τα εισιτήρια. Ο Μπλεντ χαμογέλασε. «Με τον εθνικό αερομεταφορέα; Αυτό είναι πραγματική ειρωνεία…»
    Δευτερόλεπτα σιωπής, που έφτασαν πολύ κοντά στο να γίνουν λεπτά, δεν ήταν όμως γραφτό τους.
    «Θα αργήσει ο Κράουν;», ρώτησε θρυμματίζοντας τη σιωπή ο Τάλατ Μπλεντ. Ο Πράβο Γιάζντι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Πάντα αργεί», αποκρίθηκε.
    Ο Μπλεντ χαμογέλασε και έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή σκακιέρα. «Είσαι για μια παρτίδα καθώς περιμένουμε;»

    «Σλουρπ!» Ο D.E. έγλειψε τα χείλη του και στη συνέχεια τα πλατάγισε. Μπροστά του, μια γεμάτη γαβάθα με αχνιστές φτερούγες βούβαλου που θα έκαναν ακόμα και ενός αγάλματος τα σάλια να τρέχουν σαν αφρισμένο ποτάμι.
    Ο πρίγκηψ Ρήτζεντ κοίταξε με λαχτάρα το ξέχειλο πιάτο του συνδαιτημόνα του. Το δικό του, μάταια πάσχιζαν να το γεμίσουν ένα μικρό καρότο και ενάμιση ραδίκι.
    Ο D.E. τον κοίταξε χαμογελώντας, καθώς εξαφάνιζε μία μία τις φτερούγες μέσα στο στόμα του. «Γιατί δεν τρως, πρίγκηψ;», ρώτησε.
    «Δεν έχω όρεξη», απάντησε νευρικά ο Ρήτζεντ. Είχε μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαινόταν φοβερά σφιγμένος. Χτυπούσε νευρικά στο τραπέζι τα δάχτυλα του χεριού του. Του αριστερού χεριού του.
    Ο D.E. χαμογέλασε – αν ήταν δυνατόν! – ακόμα πλατύτερα. «Νομίζεις ότι προσπαθώ να σε δηλητηριάσω; Δεν είμαι εχθρός σου, Ρήτζεντ. Δεν είμαι ΕΓΩ ο εχθρός σου». Για μια στιγμή μονάχα, σταμάτησε να τρώει. «Δεν υπάρχει λόγος, Ρήτζεντ, κάτω από το τραπέζι να πιάνεις το καναπουτσάρ σου. Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι…»

    Ο παγωμένος αέρας λυσσομανούσε ασταμάτητα. Μέσα στη χιονοθύελλα μπορούσες να δεις μπροστά σου για είκοσι, τριάντα πόντους – και μετά ένα άσπρο χάος που στροβιλιζόταν. Για κάποιον άλλο θα ήταν εφιάλτης – για τον Σκοτ Πόλαρ όμως, τον ατρόμητο εξερευνητή, ήταν απλά το σπίτι του.
    Κι’ όμως για πρώτη φορά στην πολύχρονη καριέρα του ο Σκοτ αισθανόταν …πως να το πεις;… κάπως άβολα. Θα προτιμούσε να παλέψει με τα γυμνά του χέρια με μια αρκούδα, να δαμάσει τον αγριότερο φτερωτό βούβαλο σε ένα απόκρημνο μονοπάτι, να τα βάλει με δέκα αγριεμένους Τσαλντεάνους… αλλά όχι αυτό! Να συνοδέψει τον αρχιδούκα Γκρήτινγκς σε μια διπλωματική αποστολή! Αυτός, ο μεγάλος εξερευνητής, οδηγός ενός κακομαθημένου γαλαζοαίματου! Ο αδελφός του βασιλιά είχε τη φήμη ανθρώπου δύστροπου και ξεροκέφαλου, αλλά η πραγματικότητα ξεπερνούσε ακόμα και την πιο νοσηρή φαντασία.
    Ο Σκοτ Πόλαρ κροτάλισε θυμωμένα το καναπουτσάρ του. Ήταν όμως αδελφός του βασιλιά… Πόσο θα ήθελε τώρα να μην είχε δώσει ποτέ εκείνο τον όρκο…

    Τα ατελείωτα πόδια της Μουλίν, τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Οι τελευταίες συσπάσεις, και μετά η στιγμή της κορύφωσης…
    Όταν τη γνώρισε ήταν μια νεαρή χορεύτρια σε καμπαρέ, η Μουλίν η Κόκκινη… Και τώρα, χάρη σ’ αυτόν, χάρη στον Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, η απόλυτη σταρ της Νομανσλάνδης… και σε λίγο του κόσμου ολόκληρου. Χάιδεψε με το βλέμμα του το γυμνό κορμί της, ιδρωμένο μετά τους αλλεπάλληλους οργασμούς.
    Αγαπούσε την πατρίδα του… αλλά γι’ αυτή τη γυναίκα θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Τα πάντα!

  55. Ἄσε μᾶς ἔφαγε ἡ πεζογραφία καὶ ξεχάσαμε τὸν ἔμμετρο λόγο (περὶ τοῦ μὴ χρᾷν ἔμμετρα νῦν τὸν Κορνήλιον).

    Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο (Νικολόπουλε) -τὸ κατάλαβες;

    Εὐτυχῶς ὑπάρχει καὶ ἡ Σοφία (Κολοτούρου).

  56. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Κορνήλιε, έχεις απόλυτο δίκιο!

    (Και όμως… θα γράψω!)

  57. ἀναρωτιέμαι πῶς θὰ μεταφραστῇ ὁ Πράβο Γιάζντι στὰ Πολωνικά!

  58. sarant said

    Γυρίζοντας σπίτι από (….τέλος πάντων, ας μην εκτεθούμε) βρίσκω νέα σοδειά από τα Χρονικά της Νομανσλάνδης και ξεσπάω σε ασυγκράτητα γέλια -προς μεγάλη ενόχληση των περιοίκων. Σας ευχαριστώ όλους!

  59. ppan said

    Αχαχαχ αυτο το καναπουτσαρ, και στο πεζό και στο ποίημα με εχει γονατίσει. Μπράβο σε όλους και όλες

  60. rodia said

    Αχ, Νονμανσλάνδη!

    Στη θρυλική την Απονία
    βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
    ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
    μόλις πλακώνει το σκοτάδι

    και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
    του Μποχαμιάν τις μουσικές

    Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
    η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
    φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
    το ντέφι, το βιολί, το σάζι

    Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
    τροχίζει τα καναπουτσάρ

    Μα να, επιτέλους ξημερώνει,
    το αύριο έρχεται τρεχάτο
    ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ γυρίζει
    κι ο Λόρδος Κράουν πάει στο ΝΑΤΟ

    Μαύρα τα βλέπει, να πλησιάζουν τα κολχόζ,
    μα ο Κρισέικς τα βλέπει ροζ

    Στο θόλο του Σκοτ Πόλαρ στέκει
    μπάστακας φτερωτό βουβάλι
    ο Ρεβινστίνκτ τό ‘χει παρκάρει
    αντικανονικά και πάλι

    Η αυγή χαράζει στους Υδρογονανθρακούς
    το στράτευμα τρώει κουσκούς

    Οι Τσαλντεάνοι τρώνε κρέας,
    λουκάνικα, ζαμπόν, φιλέτα
    σνομπάρουνε τον Τσινγκ τον πρώτο
    που σαλαμούριαζε τη φέτα

    Ούτε κι ο Τσέτσνια την παράδοση κρατά
    και προτιμά ζαχαρωτά

    Η εκκλησία του Ντιντάτσε
    είναι στο Κοινοβούλιο δίπλα
    κι όταν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ χάνει
    από τον Τάλατ Μπλεντ με τρίπλα,

    συνεδριάζει το Συμβούλιο του Ντιν
    με προεδρίνα τη Μουλίν

    Ολοι μαζί μετά πηγαίνουν
    στον Γκράαλ να προσευχηθούνε,
    τη μέρα τους να συνεχίσουν
    δίχως να ξανατσακωθούνε

    Πριν ακουστούν δυο βρεκεκέξ κι ένα κουάξ
    ρίχνει μπουνίδια ο Τεν Μπακς

    Το μεσημέρι γευματίζουν
    στου Μούντινγκ με ροκφόρ και σούσι
    όλη η Στρατιά των Ανυπάρχτων
    είναι παρούσα στο τσιμπούσι

    Ο Πράβο Γιάζντι ταξιδεύει συνεχώς
    κι ο Άρσον γίνεται μπουχός

    Γλυκά το πέπλο της η νύχτα
    απλώνει παγωμένο ατλάζι
    Βγαίνει ο Κλιν Σέβαν τραγουδώντας
    κι η Νομανσλάνδη ησυχάζει

    Τώρα η Ρεντ Άι κατεβάζει τα ρολλά
    Αααχ! όλα πήγανε καλά!

    😀 😆

  61. rodia said

    Γιωργο και Κορνηλιε, θα ειχε πλακα (νομιζω, ε) να γραφοντουσαν διαδοχικα οι συνεχεις απο τον καθενα (μας). Ωραια ειναι και τα μεμονωμενα μυθιστορηματα, αλλα δεν υπαρχει το στοιχείο της έκπληξης -νομιζω και παλι. :))

    57.
    Κορνηλιε καραLOL 😆 😆 😆

  62. rodia said

    52.
    Σοφία, σου τη βγήκα… αγρίως!!! ;)) χαχαχα :))
    Εμπαινε τώρα με φόρα!!!

  63. ΣοφίαΟικ said

    Ο Λόρδος Κραουν κι ο Τάλατ Μπλεντ πάντως μου θύμησαν την κλασσική σκακιστική σκηνή…

  64. rodia said

    63.
    Προτεινεις δλδ να αλλαξουμε φύλο στον Τάλατ Μπλεντ; :Ρ

  65. rodia said

    Τάλατ Μπλεντ = δυναμικη και σέξι σκακιστρια χωρις αναστολές

  66. gbaloglou said

    #63

    Τι γίνεται όμως όταν η διαφορά ηλικίας είναι απαγορευτική για τέτοιου είδους ‘παρεκκλίσεις’; Για δείτε εδώ!

  67. Οπερα said

    ειπωθηκαν σε διερμηνεια….

    ομιλητης:-vous parlez comme Cicero contre Catilina…
    διερμηνεια:-μιλατε οπως ο Κικερων στα Καταλανικά
    ~~~~~~~~~~~~~~~~
    Προεδρος(δινοντας τον λογο):-Μme,a vous la parole,premiere oratrice
    διερμηνεια: =πρωτη ομιλητρια η κυρια Βουλα,ωρα τρεις
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
    ομιλητης:-mon sujet sera le sexe des saumons(=το φύλο)
    διερμηνεια:-το θεμα μου θα ειναι το σεξ των σολωμων
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
    ομιλητης:-…comme ces moines a Constantinople qui, pendant que l`ennemi etait devant les portes,eux ils parlaient du sexe des anges
    διερμηνεια:-οπως οι καλογεροι στην Κων/λη που ενω ο εχθρος ηταν προ των πυλων αυτοι μιλουσαν μονο για σεξ

  68. aerosol said

    Ο πληθυσμός της Νομανσλάνδης αυξάνεται με ιλιγγειώδεις ρυθμούς!
    [Άπαιχτοι οι λογοτέχνες των σχολίων. Εύγε σε όλους.]

  69. ΣοφίαΟικ said

    64: Φυσικά και όχι. Κανένας δεν αλλάζει φύλο μόνο και μονο επειδή έχει λίγες γυναίκες η Νομανσλάνδη.
    Αν και κανονικά αντί για την πιο πανω σκηνή έπρεπε να ειχα στείλει την παρωδία της

  70. rodia said

    67.
    Καλα, ο Βεγγος ηταν ο διερμηνεας; 😉 Παιζει εναν απιστευτο ρολο ξεναγού σε μια ταινια…

    69.
    καλη η παρωδία, αλλά ο Στηβ Μακ Κουήν αξεπέραστος!

  71. π2 said

    Ανπαίχταμπλ οι δημιουργίες των εκλεκτών βάρδων της Νομανσλάνδης.

    Ιμμόρ (#35) για να παίρνεις σχόλια χωρίς να σχολιάζεις υπάρχει λύση: Google reader και εγγραφή στα σχόλια.

  72. Μήπως στην πολύπλοκη αριστοκρατία της Νομανσλάνδης χωράει κι ο Δούκας του Έλλινγκτον, που δεν πρόλαβε μεν να δει τα φώτα της έντυπης δημοσιότητας, είναι όμως μία σημαντική προσωπικότης;

  73. Ηρώ Διαμαντούρου said

    χαχα, τι ωραία παρέα είναι όλοι αυτοί οι Ανύπαρκτοι, μπράβο!

    παλεύω να βρω κάτι που, με τη γνωστή γονιδιακή του ευγένεια, είχε αναφέρει ο Στάντης Αποστολίδης σε άρθρο του, κάααποτε, στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας: μια μεταφράστρια είχε συναντήσει σε γαλλικό (αν θυμάμαι καλά) κείμενο την γερμανική λέξη des Tages («της ημέρας») και, μη γνωρίζοντας ότι είναι γερμανικά, ούτε ότι στα γερμανικά το ουσιαστικό παίρνει πάντα κεφαλαίο, το μετέφρασε -έχοντας κάνει και έρευνα επ’ αυτού!- «των Ταγιστών».

  74. @72: κάτι που, με τη γνωστή γονιδιακή του ευγένεια, είχε αναφέρει ο Στάντης Αποστολίδης

    Χαχαχαχαχα, πολύ καλό! (KaraLOL, που λένε και τα πιτσιρίκια.)

  75. οπερα said

    κι ενα αλλο τσακαλι μετεφρασε «the base line senario»
    ως «σεναριο-βαζελίνη»

  76. # 60 Είσαι φοβερή! Τώρα για να το ξεπεράσω αυτό θα έπρεπε να προκαλέσω το ενδιαφέρον ριμάροντας το Αφιόν Καραχισάρ (το χι με ύψιλον) με το Καναπουτσάρ, αλλά μετά θα μιλάγαμε σαν τους καλογέρους στην Κωνσταντινούπολη (βλ 67).

  77. # 74 Είναι να αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς σκέφτονται και κάνουν αυτά τα συγκεκριμένα μεταφραστικά λάθη…

  78. sarant said

    72: Και, αν θυμάμαι καλά, ήταν επιστημονικό βιβλίο…. Αν το βρεις, Ηρώ, θα είναι αξιόλογη προσθήκη στη Στρατιά!

  79. rodia said

    76.
    Σκέφτονται «αντε να τελειωνει κι αυτη η ρημαδα η μεταφραση να παω για σφηνακια» 😉
    Οι χαμηλες απολαβες των μεταφραστων ειναι η αιτία ή οι απολαβες ειναι χαμηλες λόγω του επιπέδου; ❓

    75.
    Προτεινω κι αλλες ομοιοκαταληξιες, π.χ. Αλκαζάρ (το αληθινό στη Σεγκόβια της Ισπανιας, το χαμάμ στη Θεσ/νικη, το σινε πορνο στην Αθηνα, κλπ).
    Φλασιά! Προκειμενου να ψαχνω, εδωσα τη λεξη και πηρα μπόλικες εδώ: http://stixos.gr/?word=%E1%EB%EA%E1%E6%DC%F1

  80. Θρασύμαχος said

    Εξ ίσου παραγωγικό πηγάδι αποτελούν και οι περιπτώσεις ελληνικών τοπωνυμικών που τυχαίνει να κυκλοφορούν αλλοιωμένα (ή και απλώς ερασμιακά!) σε ξένες γλώσσες, με αποτέλεσμα την αναμετάφρασή τους επί το αγνώριστον. Δείτε, λόγου χάριν, το εξαιρετικό βιβλίο του Gustav Geib, Darstellung des Rechtszustandes in Griechenland (Χαϊδελβέργη 1835), που βρίθει ελληνικών τοπωνυμίων. Όταν επιτέλους μεταφράσθηκε (Παρουσίαση της κατάστασης του δικαίου στην Ελλάδα, μτφρ. Ίρ.Αυδή-Καλκάνη, Γκοβόστης, χ.χ., σελ. 91, 93 κ.ο.κ.), η Επίδαυρος Λιμηρά έγινε «Επίδαυρος Λιμέρα» (εκ του γερμανικού Epidaurus Limera) και η Μεθώνη «[το] Μόδο» (εκ του Modon), και πάει λέγοντας.

  81. εἶχα ἤδη πεῖ, στὸ ἱστολόγιο τοῦ Ῥογήρου νομίζω, γιὰ τὴν Κοιλάδα τοῦ Χρόνου, σὲ ἀλβανικὸ βιβλίο. ὁ ἀγεωγράφητος ἢ ἀνελλήνιστος ἢ καὶ τὰ 2 μεταφραστὴς ἢ συγγραφέας ἔτσι κατάλαβε τὴν Κοιλάδα τῶν…Τεμπῶν (tempus temporis)!

  82. sarant said

    Θρασύμαχε, πολύ καλό το Μόδο!

    Κορνήλιε, τι εννοείς «σε αλβανικό βιβλίο»;

  83. Βασίλης Β. said

    Από χιούμορ και φαντασία σκίζουν πραγματικά όλοι! Πέραν όλων των άλλων, κάποιοι φαίνεται ότι θα μπορούσαν να γίνουν πρώτης τάξεως συγγραφείς αστυνομικών βιβλίων! Για να μην πω σεναριογράφοι σε φιλμ νουάρ! Ειλικρινά, κ. Σαραντάκο, σας αξίζουν συγχαρητήρια που καταφέρνετε να …ανταπεξέρχεστε με όλα και όλους εδώ μέσα!
    Χρειάζεται όμως κι ένα μουσικό διάλειμμα: Τι θα λέγατε, για να ταιριάξουμε και με την ατμόσφαιρα, να ακούσουμε το “Πάρε πέντε”; Έτσι αποδόθηκε στην τηλεόραση προ ετών ο τίτλος του γνωστού τζαζ θέματος “Take five”!

  84. #81 δὲν τὸ διάβασα ἐγώ. ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπὸ δίγλωσσο φίλο.

  85. Ὁ ψηλὸς λακὲς μὲ τὶς νταντελένιες ἀπολήξεις τῶν μανικιῶν, τὸ χρυσοποίκιλτο γιλέκο καὶ τὴν γαλάζια κορδέλλα στὴν οὐρὰ τῆς περούκας του πῆρε τὴν στροφὴ στὸν διάδρομο σὰν γνήσιος Ἐγγλέζος μπάτλερ, γυρίζοντας ὁλόκληρο τὸ σῶμα του καὶ χωρὶς φυσικὰ νὰ ὲπιτρέψῃ οὔτε γιὰ ἕνα δευερόλεπτο στὴν νοητὴ γραμμὴ ποὺ ἕνωνε τὶς δυὸ βικτωριανὲς ἀπλίκες τῶν ἑκατέρωθεν τοῦ διαδρόμου τοίχων νὰ ὑπερβῇ τὸ ὕψος τῆς γρυπῆς του μύτης. «Ἡ αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος πρίγκηψ Ῥῆτζεντ θὰ δεχθῇ τώρα τὸν δόκτορα Μπλέντ». Ὁ οἰκογενειακὸς γιατρὸς τῶν ἀνακτόρων, γιὰ τὸν ὁποῖο κάποτε ἀστειεύομενος ὁ Ῥόμπερτ Κάουαρντ Φὸρντ εἶχε δηλώσει σὲ συνένετευξί του πὼς τὸν ἤθελε πρωταγωνιστὴ στὸ ῥημέηκ τὴς 7ης σφραγίδας ποὺ ἑτοίμαζε, ἂν καὶ μπαινόβγαινε στ’ἀνάκτορα τὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια μὲ τὴν ἴδια ἄνεσι ποὺ τριγύριζε στὴν κουζίνα τοῦ σπιτιοῦ του, ποτὲ δὲν εἶχε συνηθίσει ὅλες αὐτὲς τὶς τυπικότητες τοῦ πρωτοκόλλου. Κάτι ἀπὸ τὴν προφορὰ τοῦ λακὲ ποὺ μιλοῦσε τὰ νομανσλανδικὰ ὅπως ὁ Κικέρων τὰ καταλανικά, κάτι ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ κουραστικὸ πιὰ γιὰ τὴν ἡλικία του ταξίδι στὸ χρόνο ποὺ συνεπαγόταν κάθε ἐπίσκεψί του στὰ βασλικὰ ἄδυτα, κάτι ἀπὸ τὴν τελευταία ἐκδοτικὴ ἀποτυχία τοῦ πρόσφατου σκακιστικοῦ του ἐγχειριδίου καὶ τὸ στομάχι ἦταν πιὰ ἕνας τέλεια δεμένος κόμπος ὅταν ἔμπαινε στὴν μεγάλη αἴθουσα ὑποδοχῆς ὡδηγημένος ἀπὸ τὸν βραδύγλωσσο λακὲ καὶ τὸν ἐκνευριστικὸ ἦχο ποὺ ἄφηναν τὰ γοβάκια του στὸ μαρμάρινο πάτωμα. Ὁ πρίγκηπας Ῥῆτζεντ, μὲ τὸ πρόσωπο βυθισμένο στὶς παλάμες του καὶ τοὺς ἀγκῶνες στηριγμένους πάνω σ’ἕνα βαρὺ δρύινο τραπέζι μὲ λιονταρίσια πόδια σήκωσε τὸ βλέμμα του μόνο ὅταν ἡ φωνὴ τοῦ λακὲ ποὺ ἀνακοίνωνε τὴν ἄφιξι τοῦ δόκτορος Μπλὲντ ἔφτασε στ’ ἀφτιά του σὰν ἦχος ἑνὸς ἀδέξια χτυπημένου γκόνγκ. «Καλέ μου Τάλατ!» ἀναφώνησε τρυφερὰ περισσότερο ἀναστενάζοντας καὶ λιγότερο μιλῶντας καθὼς ἡ τεράστια πόρτα πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τοῦ σκακιστῆ-γιατροῦ ἔκλεινε κι ὁ ἤχος ἀπὸ τὰ γοβάκια τοῦ ὑπηρέτη ἐξασθενοῦσε ὅλο καὶ περισσότερο χάρι στὸ φαινόμενο Ντόπλερ. «Ὑψηλότατε, δὲν ἔχουμε χρόνο» εἶπε ὁ Μπλὲντ προφέροντας τὴν φράσι σὰν μιὰ μονοκόμματη λέξι. «Ὁ πατέρας σας…θέλω νὰ πῶ ὁ Μεγαλειώτατος Τσὶνγκ ἔχει ἤδη λάβει τὶς ἀποφάσεις του. Προτιμᾷ νὰ μεθοδεύσῃ μιὰ καταδίκη σας ἀπὸ τὸ Συμβούλιο τοῦ Ντὶν γιὰ νὰ ἐκπέσετε τοῦ δικαιώματος διαδοχῆς παρὰ νὰ ῥιψοκινδυνεύσῃ ἕνα σκάνδαλο παραδεχόμενος δημοσίᾳ ὅτι δὲν εἶστε γνήσιος γιός του». Ὁ πρίγκηπας σηκώθηκε ὄρθιος κι ἔριξε μιὰ ματιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μιὰ ἵλη ἱππικοῦ ὑπὸ τὶς διαταγὲς δύο ἔφιππων Τσαλντεάνων ἔκανε πρόβες στὸν περίβολο τῶν Ἀνακτόρων γιὰ τὴν μεγάλη παρέλασι τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου Γκράαλ. «Ὑψηλότατε, νομίζω πὼς δὲν μὲ ἀκοῦτε. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσι. Σκεφτήκαμε ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα. Ἡ ζωή σας κινδυνεύει πλέον ἀνὰ πᾶσα στιγμή. Ἔστω καὶ ἔκπτωτος ὅσο ζῆτε θὰ εἶστε μιὰ διαρκὴς ἀπειλὴ γιὰ τὰ δικαιώματα τοῦ πρίκηπα Γκρήτινγκς στὸν θρόνο». Ἡ συνεχιζόμενη σιωπὴ τοῦ Ῥῆτζεντ ἔδινε στὸν Μπλὲντ τὴν ἐντύπωσι πὼς ἔπρεπε νὰ ἐπιστερατεύσῃ περισσότερη πειθώ. «Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, Ὑψηλότατε,» ἐξακολούθησε τὸ λογύρδιό του «ἤδη ὁ Ρεβιστὶνκτ βρίσκεται στὸ Μπουένος Ἄιρες, ἡ αἴτησι πολιτικοῦ ἀσύλου ἔχει γίνει δεκτὴ καὶ ἡ μυστικὴ πράκτορας Φλωρεντίνη ἔχει σταλῃ γιὰ νὰ προετοιμάσει τὴν ἄφιξί σας». «Ἡ μυστικὴ πράκτορας Φλωρεντίνη…» ἐπανέλαβε μηχανικὰ ὁ πρίγκηπας δίκην ἠχοῦς σὰν νὰ πετοῦσε ἀλλοῦ μὲ τὸ μυαλό του. «Ὑψηλότατε!» εἶπε σὲ αὐστηρὸ τόνο ὁ Μπλὲντ φανερὰ ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς ὑποτονικὲς ἀντιδράσεις τοῦ Ῥῆτζεντ. «Ἡ μυστικὴ πράκτορας Φλωρεντίνη, κωδικὴ ὀνομασία Μουλέν, ἔτσι δὲν εἶναι Τάλατ;» ῥώτησε ὁ πρίγκηπας ἐγκαταλείποντας ἐπιτέλους τὴν ἀκατανόητη ῥέμβη του. Ἀλλὰ δὲν πῆρε καμμία ἀπάντησι. «Πόσοι ἀπὸ τὸ Συμβούλιο εἶναι μὲ τὸ μέρος μου, Τάλατ;» ῥώτησε ξανὰ ὁ πρίγκηπας μὲ τὴν ἀντανάκλασι τῆς φλόγας τοῦ τζακιοῦ νὰ περιβάλῃ τὰ μάτια του μὲ μιὰ ἀλλόκοτη λάμψι. Ἕνα ῥῖγος ποὺ διαπέρασε τὴν ῥαχοκοκκαλιὰ τοῦ Μπλὲντ ἔφτασε μέχρι τὸ πάτωμα. «Μόνο ὁ Κρισέιξ, ‘Υψηλότατε». «Ὁ Κρισέιξ!» φώναξε μὲ ὀργὴ ὁ πρίγκηπας καὶ χτύπησε τὴν γροθιά του στὸ δρύινο τραπέζι. «Αὐτὸς καὶ τὰ ῥόζ του σκάνδαλα! ἡ ὑποστήριξί του μόνο κακὸ θὰ μοῦ προξενήσῃ στὴν ὑπόθεσι τούτη». Ὁ Μπλὲντ ἔμοιαζε νὰ τἄχῃ χαμένα. ‘Μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸ νομίζω πὼς δὲν ἔχτε ἀκόμη σαφῆ ἐποπτεία τῆς καταστάσεως, Υψηλότατε» προσπάθησε νὰ ἐξηγήσῃ. «Χωρὶς τὴν ὑποστήριξι τοῦ Μεγαλειωτάτου δὲν ὑπάρχουν πιθανότητες ἐπιτυχοῦς ἀντιδράσεως. Καὶ ἐφ’ὅσον (ἡ φωνή του κυμάτισε λίγο ἀμήχανα) δὲν εἶστε γνήσιος ἀπόγονος του δὲν ὑπάρχει καμιὰ πιθανότητα νὰ μεταβληθῇ ἡ στάσι τοῦ Μεγαλειοτάτου». Ὁ πρίγκηπας ξανακάθισε στὴν καρέκλα του, ῥίχνοντας αὐτὴν τὴν φορὰ ὅλο τὸ βάρος του στὸ βελούδινο ἐρεισίνωτο τῆς πολυθρόνας του. «Καλέ μου Τάλατ» ψιθύρισε ἀνοίγοντας τὰ χέρια του σὰν σὲ ἰσλαμικὴ προσευχή «ἡ στάσι τοῦ πατέρα μου εἶναι ὅλως ἀκατανόητη. Βλέπεις, ΕΙΜΑΙ πράγματι γιός του κι ἐκεῖνος τὸ γνωρίζει καλά».

  86. rodia said

    84.
    Αυτο ειναι το κακό του blogging.. Το κειμενο σταματάει όταν καίγεσαι απο αγωνια και θελεις να γυρισεις σελίδα να δεις τι γραφει παρακατω… Κορνηλιε, Προχώρα! :)))

    ..τα καταφερες παντως να κανεις τις γυναικες δυο σε ένα! 😉

  87. Να βάλουμε επίσης στην λίστα και τους Ατσίδες με τα μπλε; Οι Blues Brothers, από την υπέροχη ταινία με τον ίδιο τίτλο, φόραγαν κατάμαυρο κουστούμι και γραβάτα, ούτε καν bluesάκι…

  88. sarant said

    Κορνήλιε, κρεμόμαστε από την πένα σου 🙂

    Βασίλη Β., ευχαριστώ!

  89. sarant said

    Το 72 το είχε τσακώσει η σπαμοπαγίδα και λόγω της αργίας έμεινε πολλές ώρες εκεί, συγνώμη!

    Ο Δούκας του Έλινγκτον, αν κατάλαβα καλά, είναι Αγέννητος Ανύπαρκτος, σαν τον Κλιν Σέβαν.

  90. Μετά από το σχόλιο της Ροδιάς στο 65, ήρθε νομίζω η στιγμή να αποκαλύψουμε την ιστορία της Τάλαντ Μπλεντ της σκακίστριας, που είναι η εξής:

    ΤΑΛΑΝΤ ΜΠΛΕΝΤ

    H Tάλατ Μπλεντ γεννήθηκε γυναίκα,
    όπως κι η Πάπισσα Ιωάννα πιο παλιά.
    Στο σκάκι όλους τους κέρδιζ’ απ’ τα δέκα –
    δίνοντας μάχες με τους άντρες στη σειρά.

    Όμως στον κόσμο της στυγνής αντροκρατίας,
    ήξερε: θα έμενε για πάντα μια αντιστάρ.
    Ούτε πρωτάθλημα ούτε σκέψη κυριαρχίας:
    πώς να παλέψεις με χωρίς καναπουτσάρ;

    Κι έτσι, οδηγήθηκε σ’ εγχείριση του φύλου,
    αλλά, δειλιάζοντας την τελευταία στιγμή,
    μες τ’ αντρικά προτίμησε, ενός φίλου
    τα ρούχα, επιδέξια πάλι να κρυφτεί.

    Έκτοτε, η ίδια συμμετέχει στους αγώνες,
    σαν άντρας κι έχει γίνει και Γκραν μαιτρ.
    Φοράει γραβάτες και φθαρμένα στους αγκώνες
    λινά κουστούμια και πετάει με Αι Ρεντ.

    «Περνάω καλά» μονολογεί όταν κερδίζει,
    αλλά καμιά φορά όταν πίνει μες τα μπαρ,
    θα ‘θελε σ’ άλλη κοινωνία να γυρίζει,
    όπου να μην σ’ ορίζει το καναπουτσάρ…

  91. sarant said

    Σοφία, τι ωραίο!

  92. Καταγκάσπ!!!

  93. rodia said

    90.
    Σοφία γιούπι! Ετσι, έτσι! :))

    πλάκα εχει η προσθαφαίρεση -φύλων και φαντασμάτων! Ο Δούξ του Ελλινγκτον, τι σόι φάντασμα να είναι άραγε; Πιθανότατα θα μπαίνει τις νύχτες στο Ινστιτούτο και θα κάνει μπάχαλο τα καναπουτσάρ…

    Εχουμε και τους άντρες με τα μπλε.. πωπω πλήθος ηρώων! 😉
    (παω νωρις για ύπνο να εμπνευστω)

  94. Ανεπανάληπτα!

  95. Γιώργος Νικολόπουλος said

    @61 Ροδιά ωραία ιδέα αν κατάλαβα καλά (να συνεχίζουμε εναλλάξ την ίδια ιστορία) αλλά γίνεται τώρα πια; Έχουμε διαφορετικές ιστορίες και τελείως διαφορετικές μορφές για τον κάθε ήρωα – μόνο παράλληλα μπορούμε να κινηθούμε για την ώρα…

    Κορνήλιε και Σοφία, υπέροχα κείμενα!!!

    @72 ο Δούκας του Έλλινκτον είναι θνησιγενής… Ήθελα να προλάβω να γράψω πρώτος γι’ αυτόν… δεν πειράζει.

    Η στρατιά, τα τοπωνύμια, οι Νομανσλανδιανές εκφράσεις αυξάνονται και πληθύνονται με τρελούς ρυθμούς! Θα ήθελα να συνεχίσω το μυθιστόρημα αλλά… μόλις γύρισα σπίτι (από το πρωί) και θέλω αργότερα να κάτσω να δοκιμάσω τη Νομανσλανδιανή ποίηση. Για να δούμε…

  96. sarant said

    Ανθολογία Νομανσλανδιανής Ποίησης και Πεζογραφίας!

  97. ΔΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΙΝΚΤΟΝ

    Ο Δούκας του Ελλινκτον, που πέθανε πριν ζήσει,
    σ’ άλλη ζωή είχε γεννηθεί στη Βενετία.
    Εκεί τον βάφτισαν με τ’ όνομα Οθέλλο
    κι είχ’ αγαπήσει τότε μια όμορφη κυρία,

    που τ’ όνομά της το γλυκό ήταν Δυσδαιμόνα.
    Ο Ιάγος όμως, που τη σχέση τους φθονούσε
    έβαζε λόγια στον Οθέλλο ένα χειμώνα,
    που έξω ο αγέρας φοβερός λυσσομανούσε.

    Μια μαύρη νύχτα που ‘χε σβήσει το καντίλι,
    κι η Δυσδαιμόνα είχε πλαγιάσει στο κρεβάτι
    πήγ’ ο Ιάγος να του δείξει το μαντίλι,
    που –όπως επέμενε- δηλώνει την απάτη.

    Ολοι γνωρίζουν την πασίγνωστη ιστορία
    και πως ο Οθέλλος τελικά είχ’ αυτοκτονήσει.
    Αλλ’ αγνοούνε τη συνέχεια, την ουσία…
    πως ενσαρκώθηκε σε μια καινούρια ζήση!

    Σαν Δούκας του Ελλινκτον σε λίγο θα γεννιόταν
    (από μητέρα Δούκισσα, πατέρα πρώην Πρινς)
    Με δόξα και τιμές μετά θα βαφτιζόταν
    στη συνοικία τη γνωστή μας ως Κουίνς.

    Στη γέννησή του το Φωτόσπαθο φαινόταν,
    που κράταγε στα χέρια ο ίδιος ο Αγιος Γκράαλ,
    πίσω του οι άντρες με τα μπλε ίσα ακουγόταν
    οι Καναανίτες, που λατρεύανε τον Βάαλ.

    Ετσι αναλήφθηκε ψηλά στη Νομασλάνδη
    ο Δούκας του Ελλιγκτον, αντί να γεννηθεί.
    Κάποιοι μου τα ‘πανε αυτά στη Νεβερλάνδη
    κι αν έχει λάθη, ειν’ που μου τα ‘πανε στ’ αυτί!

  98. Immortalité said

    Κορίτσια όλα τα σχόλια είναι περιττά!
    Βρε Κορνήλιε τόσοι που κρεμόμαστε από την πένα σου θα πέσει και θα τσακιστεί! Μη μας αφήνεις στην αγωνία!

    @71 Π2 στο google reader βλέπω τις αναρτήσεις αλλά τα σχόλια; εννοώ να έρχονται στο μαιλ μου.

  99. ppan said

    Σοφία, καταπληκτικά! Μου αρέσει πολύ που το πρωτεϊκό «καναπουτσάρ» αλλάζει σημασία από πόνημα σε πόνημα αλλά πάντα κρατάει αυτήν την -θα τολμούσα να πω :)- γεύση μυστηρίου

  100. Γιώργος Νικολόπουλος said

    ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΝΟΜΑΝΣΛΑΝΔΗΣ

    Κρώζουν φριχτά τα φτερωτά βουβάλια
    απάνω απ’ τις ψηλές βουνοκορφές:
    Τώρα διαβαίνουν με σκυμμένα τα κεφάλια
    -τα σωθικά μου σαν να σφίγγει μια τανάλια-
    του Συμβουλίου του Ντιν θλιμμένες οι μορφές.

    Για του Κλιν Σέβαν το χαμό θρηνεί τα βράδια
    με σνιφ! κλαψ! λυγμ! της Νομανσλάνδης κάθε νια.
    Θνησιγενή ήταν τα φιλιά του και τα χάδια
    -κι’ εσύ στον άνεμο ψάχνεις να βρεις σημάδια
    πως ξεκληρίστηκε μια ολάκερη γενιά.

    Η Νομανσλάνδη έγιν’ ηφαίστειο που κοχλάζει
    πολλοί μισούν τον Αυτοκράτορα το Τσινγκ.
    Των Τσαλντεάνων το λεφούσι αλαλάζει
    πέφτουν μπουνιές και κουτουλιές σαν το χαλάζι
    και το Συμβούλιο μετατρέπεται σε ρινγκ.

    Τώρα λοιπόν κάθε προδότης και κακούργος
    πρέπει να ψάξει μια γωνιά για να κρυφτεί:
    μα ο σεβάσμιος Didache (ο ραδιούργος!)
    κι’ ο μοχθηρός ο λόρδος Κράουν, ο πανούργος,
    παίζουν κρυφά το τελευταίο τους χαρτί.

    Και η βασίλισσα των Spades παραγάδι
    στη Νομανσλάνδη θ’ αμολήσει μια νυχτιά:
    Πρίγκιπας Ρήτζεντ και Μπασέν ντε Λαντρ, ομάδι
    -καναπουτσάρ γυμνά- στο ανθρώπινο κοπάδι
    ρίχνουνται με τρελήν αποκοτιά.

    Μέσα στην πόλη μια ισορροπία του τρόμου
    αλλά στους δρόμους η επανάσταση αρχινά.
    Το Ρεβιστίνκτ θάθελα νάχα στο πλευρό μου
    -μα ο Τεν Μπακς έγινε εκπρόσωπος του νόμου!-
    κι’ ο Άρσον τώρα κινδυνεύει αληθινά.

    Ο Άγιος Γκράαλ από ψηλά να μας φυλάει:
    οι Τσαλντεάνοι πολεμούν τους Ταγιστές.
    Εκεί που η επανάσταση χαλάει
    η τύχη ξάφνου μας χαμογελάει
    -ορμούν του Τάλατ Μπλεντ οι σκακιστές.

    Ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, ο σκηνοθέτης
    κοιτάζει της Μουλίν του το γυμνό κορμί:
    Κι’ ο Μποχεμιάν, ο εθνικός μας ο συνθέτης
    μετανιωμένος που έπαψε να ζει ρεμπέτης
    θέλει να πιει κι’ όλο ζητά μιαν αφορμή.

    Μα οι Τσαλντεάνοι πάλι στήσανε καρτέρι,
    αστράφτουν και βροντάνε τα καναπουτσάρ.
    Το Τρίο Στούτζες μέρα μεσημέρι
    και τους Ατσίδες με τα Μπλε σ’ ένα παρτέρι
    τους πιάσαν με κατεβασμένο φερμουάρ.

    Σουρούπωσε: στέκει βουβό το δείλι
    δακρύζοντας μπροστά στο μακελειό.
    Ο Πράβο Γιάζντι ορθός, δαγκώνοντας τα χείλη
    και η Μουλίν σκυφτή, κρατώντας το μαντήλι
    τον πόνο τους να πνίξουν πάν’ στο καπηλειό…

  101. voulagx said

    #88,#98: Α, ωστε η πενα ειναι συνωνυμο του καναπουτσαρ; 😛

  102. sarant said

    Δεν χορταίνω να διαβάζω, μπράβο-μπράβο!

  103. rodia said

    Συμπλήρωση λίστας (αν ξεχασα κατι ενημερωστε)

    Ατσίδες με τα μπλε = συνομοσπονδία χορωδών συνοριοφυλάκων, δεν αφήνουν να περάσει κουνούπι, τραγουδούν απαίσια και δεν πλησιάζει κανείς τα σύνορα

    Δούξ του Ελλινγκτον = Αγέννητος Ανύπαρκτος, σαν τον Κλιν Σέβαν

    Επίδαυρος Λιμέρα = αρχαίος πολιτιστικός τόπος

    Κοιλάδα του Χρόνου = υπεροχη τοποθεσια, όπου γινονται όμως φοβερες κατολισθησεις, το Συμβούλιο του Ντιν ματαίως προσπαθει να τις αντιμετωπίσει (εδω χρειαζεται καποιος μηχανικος…)

    Μόδο = τουριστικο παραλιακο χωριο με ομώνυμο καστρο

    Πάρε πέντε = συμφωνικο εργο του εθνικου συνθετη Λεβόν Μποχεμιάν

    σεναριο βαζελίνης = μαγικό ίαμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χρησιμοποιεί ο σκηνοθετης Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ για να εμπνέεται

    Ταγιστές = Τάγμα Μοναχών Της Ημέρας (φρέσκοι μοναχοί, πριν φυτρώσουν τα γένια τους)

  104. […] Η συμβολή μου μέχρι τώρα (Υμνος και Γλωσσάρι) στο έπος Νομανσλανδιάδα […]

  105. Διάλειμμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα γιὰ ἕνα σονέττο.

    Ἱπτάμενα βουβάλια καὶ ταράνδοι
    τὰ λείψανα τοῦ Ἅγιου Γκράαλ κι ὁ Ντιντάχη
    αὐτ’ εἶναι ὅλη κι ὅλη ἡ Νομανσλάνδη
    χτισμένη σὲ βουνίσια ἀνεμοράχι.

    Ὁ Ῥῆτζετ εἶναι γιὸς τοῦ Τσὶνγκ τοῦ πρώτου
    κι ὁ Τάλατ Μπλέντ νικάει τὸν Κασπάρωφ,
    ντυμένος μὲ Ῥὲν Ἄι στολὴ πιλότου
    προσεύχομαι στὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ.

    Τὸ φάντασμα τοῦ Σέβαν σὲ ταινία
    τοῦ Ῥόμπερντ Φὸρντ μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα,
    καλύτερα φτωχὸς στὴν Ἀπονία

    νὰ κούρδιζα τοῦ Μποχεμιὰν τὰ μπάσα,
    παρὰ νὰ ζῶ βφοβούμενος τὴν κάννη
    ἀπὸ καναπουτσὰρ ποὺ στῆσαν* Τσαλντεᾶνοι.

    σὲ μερικὰ χειρόγραφα παραδίδεται ἡ γραφὴ στῦσαν

  106. παροράματα: Ῥὲντ Ἄι
    φοβούμενος

  107. οπερα said

    ενας συναδελφος,γιος γνωστου ελληνα συγγραφεα,μιλωντας με εναν ξενο συναδελφο που μαθαινε ελληνικα,τού ειπε
    -σού συνιστω να διαβασεις το «ταδε» βιβλιο,ειναι του μπαμπά μου.
    κι ο ξενος(που αγνοουσε το γενεαλογικο δεντρο του υιου)
    – πρωτη φορά ακουω γι`αυτον τον συγγραφεα…τί αλλο εχει γραψει αυτος ο Μπαμπάμος;

  108. Θὰ μὲ δικάσῃ ὀ Κρισέικς κι ἡ Ἀηδώνη
    μὰ στὴν Λιμέρα, Ἅγιο Γκράαλ μου χρυσό,
    ὁ Μούτινγκ κι οἱ ὑπόλοιποι βαρῶνοι
    θὰ φτάνουν σὲ βουβάλι φτερωτό.

    Στὸν οὐρανὸ ποὺ κάναμε ταβάνι
    κοιτᾶμε τῆς Ῥὲντ Ἄι τὰ φτερά,
    κουρσάροι, Φράγκοι, Φράγκοι, Τσαλντεᾶνοι
    μᾶς πούλησαν γιὰ γρόσια καὶ φλουριά.

    Στὴν Ἀπονία γράφει τώρα ὁ Ντιντάχη
    μὰ κεὶ στὸ Μόδο σ’ἕνα μύλο ἐρημικὸ
    τὰ γράμματά της διάβαζε μονάχη
    ἡ δύστυχη Μουλὲν μ’ἕνα φακό.

    Ἀπὸ αὔριο πάλι πεζογραφία.

  109. Μην σταματήσετε!

  110. sarant said

    Ροδιά, εύγε που συμπληρώνεις τη Νομανσλανδιανή Εγκυκλοπαίδεια!

    Κορνήλιε, το σονέτο μ’άρεσε πολύ!

    Όπερα, καλό! Ο Μπαμπάμος -πεζογράφος, ανήκει στη νομανσλανδιανή πρωτοπορία.

  111. bernardina said

    Και η Σαγκάλ είναι μια εκκλησία (ίσως και μια μικρή πόλη, δεν διευκρινίστηκε…) σύμφωνα με τον χτεσινό υποτιτλισμό στη Διπλή Ζωή της Βερόνικα.
    Σκηνή: Η Β. περιγράφει στον πατέρα της ότι έχει την αίσθηση πως ονειρεύτηκε μια απλή, σχεδόν ναϊφ ζωγραφιά. Καθώς την περιγράφει, εκείνος ρωτάει: «Σαγκάλ;» «Όχι, όχι Σαγκάλ», απαντά η Β. Και ο υπότιτλος: Β: «Είδα… μπλα μπλα με κατηφορικό δρόμο με σπίτια δεξιά κι αριστερά και μια εκκλησία στο βάθος». Πατέρας: «Η Σαγκάλ;» Β: «Όχι, όχι η Σαγκάλ».
    Δεν κατάλαβα, βέβαια, αν εννοούσε την πόλη ή την εκκλησία…
    Δείτε (κάπου εκεί στο 3:00 και διαφωτίστε με κι εμένα)

    ΥΓ. Αρχικά προβληματίστηκα μήπως (το σενάριο και κατά συνέπεια ο μεταφραστής) εννοούσε κάποια εκκλησία που έχει βιτρό του Σαγκάλ, αλλά πιστεύω πως ο πατέρας ρωτούσε αν η («απλή, σχεδόν ναϊφ» ζωγραφιά) θύμιζε Σαγκάλ.

  112. π2 said

    Ιμμόρ (98) στο μέιλ σου δεν γίνεται, αλλά τα σχόλια μπορείς να τα βλέπεις στον reader, αν εγγραφείς στο RSS των σχολίων (στην αρχική σελίδα του ιστολογίου, στη δεξιά στήλη, κάτω κάτω).

  113. # 100: Νικολόπουλε εύγε (τη δουλειά του Κορνήλιου την ήξερα, εσένα δεν σε γνώριζα).

    # Κορνήλιε επίσης εύγε, αλλά τόσοι και τόσοι περιμένουν τη συνέχεια από το πεζό και κρέμονται από την πένα σου… μικρότερα διαλείματα!

  114. Νικολόπουλε καταθέτω στα πόδια σου το Καναπουτσάρ… του Δύτη!

  115. Πρέπει να το κλωνοποιήσω, για να κατατεθεί σε πολλά πόδια.

  116. bernardina said

    Δύτη, Μay the force of Canapuchar be with you!

  117. sarant said

    Να προσθέσω δυο σημαντικές πληροφορίες για τη Νομανσλάνδη, που μου τις θύμισε ένας φίλος που μας διαβάζει αλλά δεν γράφει στο ιστολόγιο:

    α) Η νομισματική μονάδα της Νομανσλάνδης είναι τα μπρίκια, ή έτσι τουλάχιστον θέλησε ο υποτιτλιστής στο ντιβιντί ταινίας με τον Ντελόν, αποδίδοντας το 40 briques, παναπεί σαράντα τούβλα (δεκαχίλιαρα).

    β) Μια πόλη της Νομανσλάνδης είναι το Βνουράπ. Στην ίδια ταινία, λέει ο αστυνομικός: Vous étiez avenue Rapp, υποτιτλίζει ο άλλος: Ήσασταν στο Βνουράπ.

    Για περισσότερα:
    http://www.sarantakos.com/language/briques.htm

  118. Immortalité said

    @117 Νίκο έριξα πολύ γέλιο αλλά η στροφή στο ύψος της διάστιξης είναι όλα τα λεφτά! 😀

  119. Μέχρι τώρα έχου αναφερθέι στο στρατό της Νομανσλάνδης την ένδοξη στρατιά των ανυπάρχτων, ας δούμε και κάτι από την ένδοξη ιστορία του ναυτικού της. Και τηη έδοξη ναυαρχίδα Jury Mast. Αν αγοράσει κάποιος τον κατάλογο του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδας θα δει στη λεζάντα ενός πίνακα «Το Jury Mast ρυμουλκέιται στον κόλπο του Ναβαρίνου» (δεν θυμάμαι αν είναι με κεφαλάια το Jury Mast) o ο πινακας απαικονίζει μια βάρκα να ρυμουλκεί κάτι ένα ξύλο. Η λεζάντα υπάρχει και στα αγγλικά. Jury mast είναι το κατάρτι που τοποθετείται προσωρινά αν έχει πάθει ζημιά το κατάρτι ώστε να ταξιδέψει το πλοίο. Ή ο επιμελητής του καταλόγου το άφησε στα αγγλικά μέχρι να δει κάποι λεξικό αλλά δεν το κοίταξε ποτέ ή νόμισε ότι αναφερόταν στο όνομα κάποιου πλοίου χωρίς να δει τον πίνακα επειδή ο πίνακας είναι κάποιου άγγλου ίσως η περιγραφή να είναι στα αγγλικά. Αν βρω τον κατάλογο αργότερα μπορέι αν δώσω και λεπτομέρειες αν ενδιαφέρεται κάποιος.

    Μια που πιάσαμε τις ένοπλες δυνάμεις της Νομανσλάδης, νομίζω ότι πρέπει να αναφερθούμε και στο ένδοξο των «ναυτικών» έβλεπα στο ΣΚΑΙ μία εκπομπή το «realy big things» που παρουσιάζε ένα πλοίο υποστήρθξης αποβάσεων του αμερικανικού ναυτικού, εκεί ο υποτιτλιστής μετέφραζε το marines σε ναυτικοί, προφανώς δεν του είχαν πει ότι ο ναυτικό είναι mariner και δεν το προβλημάτισε γιατί ο αμερικάνος έλεγε κάπου sailors and marines και περιέργως τα αγγλικά ήταν αρκετά στρωτά ΄λωστε να μπορέι να καταλλάβει κάποιος ότι δεν λέει mariner (μαλλον ήτνα στο στυλ των δικών μας αξιωματικών στο στρατό όταν έλεγαν «αποστολή της μονάδος είναι…»). Στην ίδια εκπομπή μετέφραζε τα αποβατικά σκάφη σε «οχήματα».

    Επίσης πρέπει να αφερθούμε (αν και δεςν είναι γλωσσικό ούτε μεταφραστικό) στις επιστημονικές προόδους της Νομανσλάνδης και στο Νομανσδιαλανό σύστημα μονάδων κάτι μεταξύ του Διεθνούς (SI) και του Αγγλοσαξωνικού. Στην εκπομπή Mythbusters μετατρέπουν τα μεγέθη που αναφέρονται στο αγγλοσαξωνικό σύστημα (πόδια ίντσες) στο διεθνές στους υποτίτλους, όμως πολλές φορές έχω παρατηρήσει στις θεμοκρασίες να δίνουν θερμοκρασίες αάλα αντί άλλων και μάλιστα οι θερμοκρασιες σε °C να είναι πολύ μεγάλες, μάλλον κάποιος κάνει λάθος στη μετατροπή και μπερδεύει πότε πολλάπλασιάζουμε και πότε διαιρούμε με 5/9…

  120. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΟΥΛΕΝΑ

    Της Σοφράντς Κολοτουρκάφκα – Εξ αφορμής του σχολίου 101

    Η δεσποσύνη, η Κυρά της Νομασλάνδης,
    που άκουγε στ’ όνομα Μουλίνα ή και Μουλέν,
    στις υδρογονανθρακικές ζούσε, τις Ανδεις,
    μα την παντρέψανε νωρίς με τον Μπασέν.

    Λαίδη Ντε Λαντρ την προσφωνούσαν στο παλάτι,
    κι ειν’ της βασίλισσας Κυρία των Τιμών.
    Λίγο ανιαρές περνούν οι μέρες, στο κρεβάτι
    και στην ανία των μεγάλων σαλονιών.

    Κάνει παρέα με τις άλλες τις κυρίες,
    τη Λαίδη Κράουν, την κυρία Μποχεμιάν,
    τη μίσες Μούντινγκ (αφιχθείσα απ’ τις Ινδίες),
    που ‘χουν στις φλέβες τους το αίμα Τσαλντεάν.

    Αλλά η Μουλένα, που τον Λόρδο της βαριόταν
    είχε τον Αρσον αγαπήσει, στα κρυφά.
    Κι όταν μπορούσαν, μες το δάσος συναντιόταν,
    λίγα φιλιά για ν’ ανταλλάξουν, στα κλεφτά.

    Τον Αρσον όμως κυνηγούσ’ η αστυνομία –
    γιατί τον είχε καταδώσει ο Μπασέν.
    Και ζούσε πάντοτε μες την παρανομία,
    κι οι σύντροφοί του τον ελέγαν νέο Ρομπέν.

    Τα ξωτικά είχε για παρέα του στα δάση
    και τα φαντάσματα, απ’ τους Θνησιγενείς.
    Τίποτα πια δεν είχε ο Αρσον για να χάσει,
    εκτός απ’ τους πιστούς συντρόφους του, τους τρεις.

    Οι Εμπιστοι Τρεις, όλα τα γράμματά του δίναν
    κάθε πρωί κρυφά στη λαίδη τη Μουλίν.
    Κι αφού στ’ αρχοντικό της μέσα τρωγοπίναν,
    του Συμβουλίου μαθαίναν μυστικά, του Ντιν.

    Ητανε η Μουλίν μια νέα Μάτα Χάρι;
    Πράκτωρ διπλή, εργαζόταν εναντίον του Τσινγκ;
    Ποιος ξέρει; Τώρα το ποτάμι το ‘χει πάρει…
    Λένε πως ήτανε κι αυτή κι ο Ρεβινστίνκτ,

    κι ο Πράβο Γιάζντι και μια κάποια Φλωρεντίνη,
    κι ο Πόλαρ Σκοτ κι όλοι οι άντρες με τα Μπλε.
    Οταν ο Αρσον σε καυτό έριξε καμίνι,
    τον αυτοκράτορα, δεν μίλησαν ποτέ.

    Ορκο σιωπής είχανε δώσει οι επαναστάτες
    κι όταν κυβέρνησε το νέο Συμβούλιο Ντιν,
    τους Τσαλντεάνους τους εκδιώξαν, γι’ αποστάτες
    κρατώντας μόνο τον Μπασέν και τη Μουλίν.

    Μα των ερωτευμένων ποια ήτανε η τύχη;
    Ο Αρσον, ο καημένος είχ’ ελπίσει…
    Μα του ‘γραψε η Μουλέν, σαν καταδίκη:
    «Αντίο… Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι..»

  121. ΥΓ: Ισως τώρα με βοηθήσετε να καταλάβω αν τα γράμματα του
    Κάφκα απευθύνονταν στη Μιλένα (όπως το λέει μέχρι και η Βικιπαίδεια εδώ:
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%82_%CE%9A%CE%AC%CF%86%CE%BA%CE%B1 ) ή στη Μίλενα, όπως το βλέπω γκουγκλάροντας…

  122. Σοφία, δεν μου έχουν μείνει άλλα καναπουτσάρ για να καταθέσω στα πόδια σου… Το ποίημα πάντως αξίζει 40 μπρίκια και με το παραπάνω.

  123. # 120 – το σχόλιο 101 αναφέρεται επειδή αρχικά ήθελα να πω κάτι για την πένα και το καναπουτσάρ, αλλά τελικά μου βγήκε μελόδραμα-ρομαντικό-πολεμικό έπος. Σνιφ!

  124. # 122: 40 μπρίκια; Ομολογώ ότι πρώτη φορά αποτιμάται η ποιητική μου αξία σε μπρίκια! Αντε και σε κορβέτες… 😉

  125. Μα είναι το νόμισμα της Νομανσλάνδης (#117)

  126. Ναι, το είχα δει, αλλά ήθελα να κάνω (κρύο) χιούμορ με τις κορβέτες. (κάποιος θα μπορούσε να παίξει με τις έννοιες του μπρικιού για τη ναυτική εποποιία… ίσως αύριο! )

  127. rodia said

    120. Σοφία μου, δεν ξερω πια τι να καταθεσω, μου κόψαν και τα μισα μπρίκια κι εχω μεινει ρεστη! Καταθετω Πάντως ένα τεράστιο (γύρω στα 10.000GB) Respect._
    121. Ο καημενος ο Αλφονσος εγραφε γραμματα απο το Μύλο του, δεν θυμόμουν για τον Καφκα πως εγραφε στη Μιλένα.. Ολα εδω γύρω τριγυρίζουν, τα λογοτεχνικά φαντάσματα! :)) Κύριος οίδε τι θα μας ξημερωσει με αυτο το φοβερο Επος!

  128. # 127: Τώρα είδα και όλα τα σχόλια του Νικοκύρη στο άλλο άρθρο που γράφει κι εκείνος για τα πλοία μπρίκια.. Τα μεγάλα πνεύματα!

  129. sarant said

    Πολύ καλό ρυθμό έχει αυτό με τη Μουλένα!

  130. Τύλιξε τὸ πλεχτό του κασκὸλ σφιχτότερα γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό του. Ἦταν λάθος ποὺ τόσο καιρὸ δὲν φοροῦσε τὰ μουτὸν γάντια του. Τώρα τὸ δέρμα τῶν χεριῶν του, χτυπημένο ἀλύπητα ἀπὸ τὴν ὑγρασία καὶ τὸ κρύο τοῦ Βνουρὰπ ἔμοιαζε σωστὸ γυαλόχαρτο. Κατέβασε τὸν μάλλινο σκοῦφο του δυὸ πόντους χαμηλότερα, σήκωσε τὸν γιακά του μέχρι τοὺς λοβοὺς τῶν σχεδὸν κοκκαλωμένων ἀφτιῶν του κι ἀπόλαυσε μιὰ τελευταία ῥουφηξιὰ ἀπὸ τὸ στριφτό του τσιγάρο πρὶν τὸ πετάξῃ νευρικὰ στὸ λασπωμένο μονοπάτι. Τοὖχε μείνει συνήθειο ἀπὸ τὸν στρατὸ αὐτὴ ἡ ἐνοχὴ ποὺ καθρεφτιζόταν σὲ κάθε του κίνησι ὅποτε ἀναβε τσιγάρο μέσα στὴν νύχτα. «Ἡ καύτρα τοῦ τσιγάρου μπορῇ νὰ φανῇ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόστασι πολὺ μεγαλύτερη τοῦ χιλιομέτρου» τοὺς ἔλεγε κάθε Πέμπτη στὴν νυχτερινὴ ἄσκησι ὁ λοχίας ἐκπαιδευτής κι αὐτὸς δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ διώξῃ αὐτὴν τὴν σκοτεινὴ αἴσθησι ποὺ τὸν κυρίευε κάθε φορὰ ποὺ ἐπιδιδόταν νύχτα στὸ λιγώτερο ἁμαρτωλὸ ἀπὸ τὰ πάθη του, ἀκόμη κι ἂν γύρω του ἔφεγγαν φῶτα ἀρκετὰ γιὰ νὰ κάνουν τὸ τσιγαράκι του νὰ μοιάζῃ ταπεινὴ πυγολαμπίδα μέσα σὲ μιὰ θάλασσα ἄστρων. Ὅμως τώρα ἡ μόνη θάλασσα ἄστρων ποὺ μποροῦσε νὰ δῇ μέσα ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα ποὺ ἄφηνε ἡ κουκούλα, τὸ κασκὸλ καὶ ὁ γιακᾶς του ἀπεῖχε ἀρκετὰ τρισκεταομμύρια χιλιόμετρα πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του. «ἵσως γι’αὐτὸ καὶ νὰ τὸ αἰσθάνωμαι τόσο βαρύ» σκέφτηκε καθὼς ἄναβε τὸν φακό του. Μιὰ ὑποκίτρινη κηλίδα μὲ διάμετρο ὄχι μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τῶν τροχῶν τῆς μοτοσυκλέττας του ἔπεσε πάνω στὴν ξεθωριασμένη ἀπὸ τὸν καιρὸ ἀφίσσα τῆς τσιμεντένιας μάντρας. Ἀκόμη κι ἔτσι τὰ πορτοκαλὶ γράμματα κάτω ἀπὸ τὸ γυναιεκῖο πρόσωπο μὲ τὴν παλιομοδίτικὴ ἀ λὰ μπὲλ ἐπὸκ κόμμωσι μποροῦσαν νὰ διαβαστοῦν σχετικὰ εὔκολα: «ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΗ ΑΗΔΩΝ-ΓΙΑ ΛΙΓΕΣ ΜΟΝΟ ΜΕΡΕΣ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ». «Σκατά!» ἀναφώνησε μέσα στὴν ἐρημιὰ καθὼς ἡ κηλίδα ἔσβησε ἀπότομα μαζὶ μὲ τὰ γράμματα. «Τὴν πάτησα σὰν πρωτάρης». Χτύπησε μὲ τὴν παλάμη του τὸ πίσω καπάκι τοῦ φακοῦ καὶ στὸ τέλος ἀποφάσισε ὅτι θὰ ἦταν πολὺ ἱκανοποιημένος ἂν αὐτὴ ἡ λεπτὴ δέσμη φωτὸς ποὺ μπόρεσε νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ καταραμένο μαραφέτι του ἄντεχε γιὰ κανένα μισάωρο ἀκόμη. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στοὺς φωσφορίζοντες δεῖκτες τῶν ῥολογιῶν του. «Σὲ πέντε λεπτά» μουρμούρισε μέσα ἀπὸ τὰ δόντια του. Ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ τὸ βούτξε μέσα στὴν θήκη κάτω ἀπὸ τὴν σηκωμένη σέλλα τῆς μοτοσυκλέττας του. Ὄταν τὸ ξανασήκωσε ἕνας μαῦρος χαρτοφύλακας κρεμόταν ἀπὸ τὰ δάχτυλά του. «Δέκα ἑκατομμύρια μπρίκια» μονολόγησε κι ἕνα πνιχτὸ γέλιο τρόμαξε τὴν κουκουβάγια ποὺ τόση ὥρα τὸν κοίταζε ἀπὸ τὸ ψηλὸ δέντρο μπροστά του. Μ’ἕνα φτερούγισμα τὸ ἁρπαχτικὸ τῆς νύχτας χάθηκε πίσω ἀπὸ τὸν μαντρότοιχο. Περίμενε λίγο ἀκόμη. Ξανακοίταξε σκεφτικὸς τοὺς δεῖκτες τοῦ ῥολογιοῦ του, σήκωσε τὸ πόδι του σ’ἕνα ἀμφίβολο βῆμα κι ὕστερα μετανοιωμένος ἄφησε τὴν βαλίτσα κάτω καὶ κατέβασε τὴν σέλλα στὴν θέσι της. «Καὶ τώρα οἱ δυό μας, Μπλέντ!» εἶπε ἁρπάζοντας τὴν βαλίτσα κι ἄρχισε νὰ βαδίζῃ μὲ γοργὰ βήματα πάνω στὸ λασπωμένο μονοπάτι. Μέσα στὴν ἀφέγγαρη νύχτα ὁ Ἄρσον ἔμοιαζε μὲ δαίμονα μεσαιωνικοῦ μύθου.

  131. παρόραμα:τοῦ ῥολογιοῦ του

  132. Immortalité said

    κορνήλιε δεν ξαναδιαβάζω τα σχόλια σου μέχρι να διαπιστώσω από τα σχόλια των άλλων ότι το τελείωσες. Και μετά θα το τυπώσω και θα το διαβάσω όλο μαζί. Δεν θα με σκάσεις κάθε φορά να με κόβεις πάνω στο καλύτερο! 🙂

  133. λὲς νὰ λανσάρουμε τὸ ἀποσπασματικὸ μυθιστόρημα ὡς εἶδος ;κάτι σὰν νεορρωμαντικὸ στὺλ νὰ ποῦμε; 🙂

  134. O λαός απαιτεί τα Χρονικά της Νομασλάνδης υπό Κορνηλίου (με άψογες δασείες και περισπωμένες), σε πλήρη ανάπτυξη, μην σας πω και σε χειρόγραφα. Η μάλλον περγαμηνές.

  135. Κάνε ένα κλικ στο όνομά του και θα δεις, όχι σε περγαμηνές βέβαια.

  136. rodia said

    130.
    Κορνήλιε, έται έτσι! υπερβαίνεις εαυτόν :))

    Παίδες και κορασίδες, το έπος Νομανσλανδιάδα καλά κρατεί και μπορεί -έχει τη δύναμη, νομίζω (τι το θελω αυτο το «νομιζω», ειμαι σίγουρη!)- να τραβήξει μπροστά στην ανηφόρα των μεγάλων και των σπουδαίων, αρκεί να το θελήσουμε και να το προσπαθησουμε όλοι μαζι. Ο τρόπος θα βρεθεί από μόνος του όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, που λένε. Ο βαθύς ενστερνισμός του πονήματος από το Νικοδεσπότη θα παίξει κι αυτός το ρόλο του βεβαίως… 😉
    Για την ώρα, συνεισφέρω ένα μαθηματάκι Πατριδογνωσίας:

    Η οροσειρά των Υδρογονανθρακών

    Εκτείνεται κατά μήκος των (δεν αποφάσισα ακομα: νοτιο ή βορειο)δυτικών συνόρων της χώρας με την εχθρική Απονία και αποτελείται από εκατόν δέκα επτά όρη, λόφους και λοφίσκους. Η πλειονότης των πετρωμάτων είναι χρώματος ροζ, ακόμα και τα δάση της οροσειράς αποτελούνται από κουτσουπιές, οι οποίες έχουν ροζ άνθη κατά την περίοδο της ανθοφορίας τους. (Σ.τ.Σ. Οποιος έχει περάσει από το Μπράλο θα έχει δει παρόμοια δέντρα).

    Στην οροσειρά αυτή υπάρχουν ένα σωρό χωριά και χωριουδάκια, όπου χορεύεται ο χορός «τουρμπόν με πορτοκάλι» ως εξής: οι χορευτές, ντυμένοι στα ροζ, χορεύουν αντικρυστά και πετούν ο ένας στον άλλον πορτοκάλια. (Σ.τ.Σ. Τα πορτοκάλια τα φέρνουν από την παραθαλάσσια πόλη Βνουράπ, φημισμένη για τα επεριδοειδή της).

    Οι κάτοικοι των χωριών των Υδρογονανθρακών δεν έχουν τίποτα να καλλιεργήσουν, δεδομένου του άγονου εδάφους, όπου μόνον κουτσουπιές ευδοκιμούν. Κερδίζουν όμως πρά ταύτα ένα σοβαρό εισόδημα από τις εξαγωγές πρες-παπιέ από ροζ πέτρωμα, δηλαδή, οι κάτοικοι είναι καλλιτέχνες, γλύπτες ως επί το πλείστον.

    Ο κύριος Κρισέικς γεννήθηκε και ανδρώθηκε στο χωριό που βρίσκεται στο ύψος της διάστιξης (μου διαφεύγει το όνομά του) και κατέβηκε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Βνουράπ όταν ήδη είχε εμποτιστεί με τη λατρεία του ροζ, οπότε, διατηρεί τις συνήθειες της ιδιαίτερης πατρίδας του όσον αφορά το ντύσιμο και τη διατροφή του: Φοράει πάντα ροζ κουστούμια και γραββάτες και τρέφεται με ροζ σολωμό, αστακομακαρονάδες και γαριδοσαλάτες, καθώς επίσης λατρεύει τα αυγά ποσέ με ροζ σάλτσα, το ροζ μαλλί της γριάς και τα πτι-φουρ με ροζ γλάσσο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για εκκεντρικότητα αλλά για απλή διατήρηση των παραδόσεων του τόπου του.

    Οι Υδρογονανθρακοί είναι ένα πανόραμα όταν χαράζει η αυγή, όπου γίνονται ολορόδινοι. Εκεί άλλωστε βασίζεται η τουριστική ανάπτυξη, με το ρεύμα των τουριστών να κατακλύζει τις πλαγιές κάθε πρωί με την αυγούλα. Ακόμα και Άπονες έρχονται με φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες να απαθανατίσουν το εκτυφλωτικό θέαμα. Η εξαγωγή καρτ-ποστάλ φέρνει επίσης ένα καλό εισόδημα στην περιοχή, η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα και να ενταχθεί στον Καλλικράτη μαζί με τμήμα της ενδοχώρας, του και «ψωρονομανσλάνη» καλούμενου.

  137. Και η γοητευτική και χυμώδης – στην κυριολεξία, μετά τις πρόσφατες ανακαλύψεις – Λεβαντίνη (ξαδέρφη της Βαλεντίνης) στην στρατιά;
    Βγήκε στον αφρό σαν την Αφροδίτη, στην Levantine Basin

  138. σκέφτομαι ἕνα ἀπόσπασμα ποὺ θὰ ξεκινᾷ: ἡ φαρδειὰ λεκάνη τῆς Λεβαντίνης ὑποσχόταν εὐτοκία… 🙂

  139. Κορνήλιε, ξεράθηκα! 🙂

  140. voulagx said

    #136 Ροδια, ξεχασες να αναφερεις οτι οι χορευτες του «τουρμπον με πορτοκαλι» αδουν το δημωδες ασμα:

    «Στης Νομανσλανδης το Βνουραπ
    οι Τσαλντεανοι παιζουν ραπ
    κανουνε ροζε τα πορτοκαλια
    και στουμπιζουν τα καναπουτσαρια»

    Αδεται κατα το: «Στης πικροδαφνης τον ανθο..»

  141. Γιώργος Νικολόπουλος said

    @113 Σοφία ευχαριστώ, τιμή μου!
    (βλ. και μήνυμα στο FB)

  142. Γιώργος Νικολόπουλος said

    @114 θα ήθελα να δω μια τελετή κατάθεσης καναπουτσάρ. Και αλλαγή φρουράς των Τσαλντεάνων…

  143. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Κορνήλιε, το κείμενο γίνεται όλο και καλύτερο! Και είναι καιρός να γυρίσουν στη μόδα τα μυθιστορήματα σε συνέχειες, κάποτε μόνο σε συνέχειες κυκλοφορούσαν…

  144. Γιώργος Νικολόπουλος said

    Μόλις γύρισα από την πρόβα και είναι αδύνατον να γράψω οτιδήποτε, ποίημα ή πεζό, αλλά θα σας καταθέσω – όχι το καναπουτσάρ αλλά δυο ακόμα περιστατικά – μια και τελευταία βλέπω ότι έχουμε φύγει από τα αμιγώς μεταφραστικά και γράφουμε διάφορα (όπως Μπαμπάμος κλπ).

    Σε μεγάλη συναυλία στην Αθήνα πριν μερικά χρόνια, με διάφορους τραγουδιστές και συγκροτήματα, γυρίζει ξαφνικά φίλη μου και λέει «Ωραία αυτή η Κακιά Φαλακρίνα!» Αρχικά το μυαλό πηγαίνει στη μάγισσα Φούρκα ή κάτι παρόμοιο, αλλά απλώς ο εκφωνητής είχε πριν λίγο πει «και τώρα, τα Διάφανα Κρίνα» – και η κοπέλλα, μέσα στη φασαρία, πως να καταλάβει…

    Το καλοκαίρι σε καφετέρια-ταβέρνα-μπαρ στη Γαύδο. Στη διπλανή παρέα κάποιος μετά τις πολλές ρακές φαίνεται πείνασε, και ρωτάει την κοπέλλα που σερβίρει: «Για τσιμπηματάκι, έχετε τίποτα;»
    Και αυτή αμέσως του απαντάει: «Βέβαια, έχουμε Φενιστίλ!»

  145. sarant said

    Καλημέρα!

    Αν πάμε στα ραμόνια (Κακιά Φαλακρίνα), έχουμε μεγάλο πλούτο, αλλά καλύτερα να το αφήσουμε για άλλη φορά -πάντως λογαριάζω έτσι κι αλλιώς να αναστήσω το ραμονικό νήμα.

  146. bernardina said

    Ροδιά,
    Δες στο σχόλιό μου @111 μια σημαντική πολίχνη της οροσειράς των Υδρογονανθρακών με τον ομώνυμο καθεδρικό της 😉

    Καλημερούδια

  147. ηλεΝίκος said

    Καλημέρα!

    Θα ήθελα να συνεισφέρω στις γνώσεις περί Νομασλάνδης και συγκεκριμένα για τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων της. Σε ταινία που έβλεπα πριν κάποια χρόνια και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη ένα επίσημο δείπνο, ενάς συνδαιτημόνας αφού ζήτησε την προσοχή των παρευρισκόμενων, ύψωσε το ποτήρι σαμπάνια που κρατούσε, δήλωσε μεγαλόφωνα, όπως γράφτηκε στον υπότιτλο: «Θα ήθελα να φτιάξω ένα σάντουιτς» («I would like to make a toast»). Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τη συμπεριφορά τούτης της ιδιαίτερης ανθρωπολογικής ομάδας με την αντίστοιχη των Θεσσαλονικιών, οι οποίοι χαρακτηρίζουν ‘τοστ’ μόνο ό,τι έχει περάσει ικανό χρονικό διάστημα στην τοστιέρα και ‘σάντουιτς’ την άψητη παραλλαγή του.

    Επίσης θα ήθελα να καταγγείλω τους κατοίκους της Νομανσλάνδης για ιμπεριαλισμό και προπαγάνδα, παρεθέτοντας το εξής: Στην ταινία «Τhe pervert’s guide to cinema», ο αφηγητής φιλόσοφος Slavoj Zizek σχολιάζει την ταινία «Kubanskie Kazaki» (ΕΣΣΔ, 1949), ενώ ο εγκάθετος υποτιτλιστής την μεταφράζει ως «Οι Κοζάκοι της Κούβας», μεταθέτοντας την πολύπαθη περιοχή του Καυκάσου, Κουμπάν, στην επίσης πολύπαθη, αλλά περισσότερο εξωτική Κούβα, επιβάλλοντας τον κομμουνισμό λίγα χρόνια νωρίτερα και κλέβοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δόξα του Τσε και του Φιντέλ Κάστρο.

    Υπέρμετρα και υπερατλαντικά φιλόδοξοι και παραχαράκτες της ιστορίας και της γεωγραφίας οι Νομανσλανδιανοί…

  148. Γιώργος Νικολόπουλος said

    @145 Δεν έχεις άδικο, έχουμε τόσο πολλά μεταφραστικά να κατακλύζουν τη Νομανσλάνδη που δε χρειαζόμαστε και τα «ραμόνια», όπως τα λες, γιατί θα έχουμε πρόβλημα υπερπληθυσμού.
    Απλώς βρήκα την ευκαιρία να διηγηθώ κάπου αυτές τις ιστοριούλες.

    Btw, επειδή δεν έχω ξανακούσει τη λέξη ραμόνια, τι ακριβώς σημαίνει και από που προέρχεται; Και μήπως μπορείς να μου δώσεις ένα link με παλιότερα ραμόνια, για να το χαζέψω λίγο;

    Και μια ιδέα: τα ραμόνια είναι φτωχοί κάτοικοι της γειτονικής Ραμονίας, που προσπαθούν να μπουν στη Νομανσλάνδη σαν λαθρομετανάστες και οι Τσαλντεάνοι προσπαθούν να τους εμποδίσουν στήνοντας φράχτες, σκάβοντας τάφρους κλπ.

  149. sarant said

    ΗλεΝίκο, καλημέρα και καλώς όρισες!

    Γιώργο Νικολόπουλε, ραμόνια είναι λέξη δικής μας κατασκευής -είναι το ισοδύναμο του αγγλικού mondegreen. Δες εδώ ένα παλιότερο άρθρο:
    https://sarantakos.wordpress.com/2009/02/24/ramoni/

  150. Φοβερό το ραμόνι, κι εγώ τώρα το διάβασα. Αυτό που πήγα να σας γράψω εχθές με βάση τη Φραγκοσυριανή είναι ότι κι εγώ ως παιδί είχα διάφορες παρανοήσεις-δικές μου λέξεις, προφανώς περισσότερες και από τα άλλα παιδιά, που όμως στη συνέχεια τις ξέχασα καθώς προσέγγιζα τον κόσμο κυρίως γραπτά.

    Παρόλο που οι δικοί μου συχνά μου έγραφαν τους στίχους για να καταλαβαίνω, υπήρχαν και φορές που είχαν βαρεθεί ή δεν καταλάβαιναν ότι δεν καταλάβαινα κι έτσι είχαμε παρανοήσεις. Μου έχει μείνει κυρίως η διαφήμιση του La vashe qui rit (έτσι γράφεται; )

    Προτού κάνω τα λίγα Γαλλικά που έκανα στο σχολείο ήταν αδύνατον να καταλάβω ότι σημαίνει «η αγελάδα που γελάει» (κι ότι είναι Γαλλικό).

    Ομως στο σπίτι τραγουδούσαν συνέχεια το σλόγκαν από τη διαφήμιση, όπότε ένιωθα υποχρεωμένη να συμμετέχω λέγοντας κάτι ακατάληπτα… μέχρι που το βρήκα! Ηταν προφανές! Ελεγε: ΝΑ ΦΑΣ ΤΥΡΙ.

    Για κάμποσα χρόνια μετά λοιπόν έλεγα «να φας τυρί» και δεν το καταλάβαινε κανείς, μέχρι που κάναμε τα πρώτα Γαλλικά στο γυμνάσιο και το πήρα χαμπάρι… Μέχρι σήμερα νομίζω δεν το έχω ξαναπει αλλού.

  151. Να σας πω τώρα κι ένα δικό μου μεταφραστικό από ιατρικά κείμενα, το έχω ξαναγράψει και άρεσε στον Νικοκύρη. Τα πιο πολλά μεταφραστικά στην ιατρική ορολογία δεν μπορούν να σταθούν στη Νομασλάνδη γιατί είναι πολύ εξειδικευμένα και αφορούν κυρίως τους ιατρικούς όρους. Ομως αυτό ήταν πιο γενικό, οπότε το γράφω.

    Σε ιατρικό βιβλίο καρδιολογίας αναγράφεται ότι ο ασθενής, που είναι καρδιοπαθής, κατά την άσκηση εμφανίζει δυσανεξία (intolerance) και ο μεταφραστής γράφει: ο ασθενής κατά την άσκηση εμφανίζει μισαλλοδοξία…

    (πράγματι αν το γράψετε στο google – μετάφραση θα σας δώσει μόνο την ερμηνεία «μισαλλοδοξία» )

    {άρα η μισαλλοδοξία είναι κάτι που εμφανίζουν οι καρδιοπαθείς κάτοικοι της Νομασλάνδης όταν αθλούνται…}

  152. Το καλοκαίρι σε καφετέρια-ταβέρνα-μπαρ στη Γαύδο. Στη διπλανή παρέα κάποιος μετά τις πολλές ρακές φαίνεται πείνασε, και ρωτάει την κοπέλλα που σερβίρει: “Για τσιμπηματάκι, έχετε τίποτα;”
    Και αυτή αμέσως του απαντάει: “Βέβαια, έχουμε Φενιστίλ!”

    ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ !!! Εφάμιλλο των ιατρικών…

  153. Ηλεφούφουτος said

    sx. 151 «ο ασθενής κατά την άσκηση εμφανίζει μισαλλοδοξία…»
    Mπορώ να φανταστώ μία περίπτωση που τέτοια μετάφραση ταιριάζει καλά: στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου.
    Σε μια παράσταση που είχα δει παλιά στα Ελληνικά (με το Ρηγόπουλο πρωταγωνιστή), εκεί που εισβάλλει ο γιατρός έξαλλος στο σπίτι του Αργκάν, για την προσβολή που του έκανε να αρνηθεί το κλίσμα του, τον κατακεραυνώνει με όλες τις πιθανές κι απίθανες αρρώστειες που θα πάθει για τιμωρία του (bradypepsie, dyspepsie, apepsie…)
    Και η μετάφραση «θα πάθετε βραδυπεψία, δυσπεψία, απεψία, ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ…

    Ωραία αυτή η πρωτοβουλία του μεταφραστή, δεν μπορείς να πεις!

  154. rodia said

    151.
    Ζ Ν Τ Ο Υ Π ! ! ! ! !

  155. «Ἡ κατάστασί του εἶναι πολὺ σοβαρή».Ὁ γιατρὸς ἦταν κατηγορηματικός. Πιὸ πέρα μιὰ γριὰ μὲ τσεμπέρι στὸ κεφάλι καὶ τὰ σημάδια τῆς ὁλονύκτιας κοπώσεως νὰ ἐπιτείνουν τὴν ἀσχήμια τοῦ γηρασμένου προσώπου της ἔτρωγε κεφτεδάκια μέσα ἀπὸ τὸ πλαστικὸ τάπερ ποὺ κρατοῦσε πάνω στὰ γόνατά της. Ἡ μυρωδιὰ τοῦ τηγανισμένου κιμᾶ ἀνακατεμένη σ’ἕνα ἀηδιαστικὸ ὀσφρητικὸ κοτέηλ μὲ τὴν διάχυτη ὁσμὴ τοῦ ἀντισηπτικοῦ ποὺ πλημμύριζε τὸν διάδρομο μοῦ προκαλοῦσε ἀναγούλα. «Τί ἐννοεῖτε σοβαρή, γιατρέ;» ῥώτησε ὁ Τὲν Μπὰξ φανερὰ ἐκνευρισμένος. Τὸν εἶχα μάθει πιά. Ἤμουν σίγουρος γιὰ τὴν αἰτία τῆς νευρικότητάς του: εἶχε χρῶμα ἄσπρο καὶ κόκκινο («σὰν τὴν στολὴ τῆς Μουλὲν» σκέφτηκα γιὰ μιὰ μόνο τόση δὰ στιγμὴ κι ὕστερα ἀπόδιωξα τὸν ἀνάρμοστο γιὰ τὴν περίστασι λογισμό μου μ’ἕνα στιγμιαῖο κι ἀνεπαίσθητο τίναγμα τοῦ κεφαλιοῦ), σχῆμα ὀρθογώνιο, μέγεθος λίγων τετραγωνικῶν ἑκατοστῶν καὶ μιὰ ἀλληλουχία ἀκατανόητων σ’ἐμένα συμβόλων ποὺ ὅλοι συμφωνοῦσαν ὄτι ἔπρόκειτο γιὰ γράμματα τοῦ νομανσλανδικοῦ ἀλφαβήτου. Ἀπὸ τὸ σκίτσο ποὺ συνώδευε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀλλόκοτα σὰν ἱερογλυφιὰ ὀρνιθοσκαλίσματα δὲν ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω τὸ νόημά τους. Λιγώτερο ἢ περισσότερο εὐγενικὰ σοῦ ἕλεγαν ἁπλῶς ὅτι τὸ μέρος δὲν εἶναι κατάλληλο γιὰ θεριακλῆδες τύπου Τὲν Μπάξ. «Ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἐννοῇ κανεὶς μὲ τὴν λέξι <>» ἀπάντησε ὁ γιατρὸς μὲ ἐπαγγελματικὴ ψυχρότητα κι ἔκανε νὰ φύγῃ. «Μπορῶ νὰ τὸν δῶ;» φώναξε πίσω του ὀ Μπάξ. Ὁ γιατρὸς γύρισε καὶ σήκωσε ἀδιάφορα τοὺς ὥμους. «Δὲν νομίζω ὅτι μιὰ ἐπίσκεψί σας θὰ τοῦ ἔκανε περισσότερο κακό. Ἀλλὰ μὴν τὸν ταράξετε. Δὲν γνωρίζει τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεώς του». Ἔκανε καὶ πάλι νὰ φύγῃ μὰ αὐτὴν τὴν φορὰ γύρισε μόνος του: «Τόσο νέος καὶ καρδιοπαθής! Προσέξτε πολὺ πῶς θὰ τοῦ μιλήσετε. Πιθανώτατα νὰ βρεθῆτε ἀντιμέτωπος μὲ μιὰ πρωτοφανῆ μισαλλοδοξία. Δυστυχῶς εἶναι πολὺ λίγα αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε». Ἔτεινε τὸ χέρι του σὲ χειραψία, μετανοιωμένος ἴσως γιὰ τὴν προηγούμενη ψυχρότητά του, καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνταπόδοσι τοῦ Μπὰξ χαιρέτησε μ’ ἕνα διακριτικὸ νεῦμα γεμᾶτο προσποιητὴ συμπόνοια πρὶν ἀπομακρυνθῇ μὲ γρήγορα βήματα πρὸς κάποια ἀπὸ τὶς ἀτέλειωτες διακλαδώσεις τοῦ νοσοκομειακοῦ λαβυρίνθου. «Τί λὲς κι ἐσύ, Τσέσνια;» μὲ ῥώτησε μόλις σιγουρεύτηκε ὅτι εἶχε τὴν προσοχή μου ἀκέραιη. Σήκωσα ἀδιάφορα τοὺς ὥμους μιμούμενος τὸν γιατρό. «Ὅ,τι κι ὰν πῶ, Τέν, στὸ τέλος θὰ γίνῃ τὸ δικό σου». Ὁ Μπὰξ χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Ἀκόμη μοῦ κρατᾷς κακία γιὰ κεῖνο ποὺ ἔγινε στὴν βιβλιοθήκη, ε;» ῥώτησε δἦθεν πειραχτικά. Κάτι τέτοια σαχλὰ τὰ συνήθιζε πολὺ τελευταῖα. «Σ’ἐνδιαφέρει στ’ἀλήθεια τόσο πολὺ αὐτὸς ὁ σγουρομάλλης ψηλέας;» ἀντιρώτησα ἀλλἀζοντας ἐπίτηδες θέμα. Τὰ κεφτεδάκια κι ἡ ἔντονη μυρωδιά τους ἀποτελοῦσαν ἐδῶ καὶ μερικὲς στιγμὲς μόνο μιὰ θλιβερὴ ἀνάμνησι, ἀλλὰ ἡ ὑπεύθυνη αὐτῆς τῆς ἐπώδυνης ἐμπειρίας μὲ τὸ κεφάλι ἤδη γερμένο στὸ πλαστικὸ μπράτσο τοῦ καθίσματός της, εἶχε ἀρχίσει νὰ σιγορροχαλίζῃ, ἀποφασισμένη προφανῶς νὰ ὑποβάλῃ διαδοχικὰ καὶ τὶς πέντε αἰσθήσεις μου σὲ φριχτὰ μαρτύρια. «Μπορεῖ νὰ φανῇ πολὺ χρήσιμος γιἂ τὴν ὑπόθεσί μας Τσέσνια» ἀποκρίθηκε ὁ Μπὰξ καθὼς κατευθυνόμασταν πρὸς τὸ ἀσανσέρ. «Μὴ ξεχνᾷς ὅτι δὲν εἶναι καὶ κανένα τυχαῖο πρόσωπο». «Ξέρω, ξέρω» εἶπα ἀπότομα διακόπτοντάς τον, «εἶναι ὁ Λόρδος Κρόουλ, μὴν ἀρχίσης πάλι τὰ ἴδια. Λόρδος νὰ σοῦ πετύχῃ! Ὅλη τὴν ἡμέρα σὲ διαδηλώσεις, καταλήψεις καὶ δὲν συμμαζεύεται!». «Τὸν ἀδικεῖς Τσέσνια. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπαρνήθηκε τὸν τίτλο του δὲν τὸν κάνει λιγότερο γιὸ τοῦ πατέρα του». «Του μακαρίτη τοῦ πατέρα του» διώρθωσα καθὼς μπαίναμε στὸν θάλαμο τοῦ ἀνελκυστῆρα. Πάτησα τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἔνδειξι 4. «Ὅ,τι ἔχεις νὰ τοῦ πῇς νὰ τοῦ τὸ πῇς γρήγορα σὲ παρακαλῶ» εἶπα στὸν Μπὰξ ὅσο πιὸ αὐστηρὰ μποροῦσα. Ἤξερα ὅτι μέσα του γελοῦσε μὲ τὸ ὕφος μου, ὅτι δὲν ἔπειθα, ἀλλὰ σὰν νὰ συμμετείχαμε κι οἱ δυὸ σ’ἕνα θεταρικὸ παιχνίδι συνέχισα στὸν ἴδιο πάντα τόνο: «ἡ δίκη τοῦ Ῥῆτζεντ εἶναι σὲ δύο ὥρες κι ὁ διευθυντής μου δὲν μὲ πληρώνει γιὰ νὰ χάνω τὸν χρόνο μου στοὺς διαδρόμους τῶν νοσοκομείων».

  156. παρόραμα: —>διάβαζε: σοβαρά

  157. σοβαρή

  158. mikroapories said

    @ 72 Θυμόμουν ότι ο Δούκας του Έλλιγκτον έχει δει τα φώτα της δημοσιότητας, σήμερα το επιβεβαίωσα, και με συγκίνηση σας το γνωστοποιώ: Τζακ Κέρουακ, «Σκόρπια Ποιήματα», μτφρ. Σταύρος Αντωνίου, Panderma, 1978, σ.27.
    Το ποίημα επιγράφεται:

    Στον Άλλεν Γκίνσμπεργκ

    και αντιγράφω την πρώτη στροφή, διατηρώντας την ορθογραφία:

    Συνήθιζα να πασαλείβω τα χείλια μου με ουίσκυ
    Φρεντ και ν’ ανοίγω τις πόρτες
    να κάνω ένα αστείο-καθώς
    γυναίκες περίμεναν
    και ο Μπερτ Λαρ περίμενε
    παίζοντας ότι ήθελλε
    όπως ο Δούκας του Έλλινγκτον

    Φιλικά,
    mikroapories

  159. sarant said

    Α, σε ευχαριστώ πολύ, εξαιρετικό εύρημα! Παρακαλώ τους ληξιάρχους της Νομανσλάνδης να γράψουν αμέσως τον Δούκα στα δημοτολόγια.

    Όταν λες ότι διατηρείς την ορθογραφία, φαντάζομαι εννοείς και το «ήθελλε» και το «ότι». Αλλά το 1978 δεν πρόσεχαν τέτοιες λεπτομέρειες.

  160. maramen said

    Μα, φοβερό! Τι γέλιο έχω ρίξει δεν λέγεται! Όμως, λύστε μου μια απορία! Τι είναι τα καναπουτσάρ; Πώς προέκυψαν; Γιατί δεν μπορώ να το καταλάβω!

  161. bernardina said

    Maramen

    2) “The ceremonial canopic jars discovered in the tomb of…” (canopic jars είναι τα δοχεία όπου τοποθετούσαν τα εντόσθια από τις μούμιες) – “Τα καναπουτσάρ που ανακαλύφθηκαν στον τάφο του…”. Ακολουθώντας το γνωστό μεταφραστικό δόγμα “άμα δεν καταλαβαίνεις γράψε ότι άκουσες και ίσως να μην καταλάβει και κανείς”.

    Σχόλιο 95 του Γ. Νικολόπουλου από εδώ:

    https://sarantakos.wordpress.com/2011/01/11/epikrateia/

  162. sarant said

    Μπερναρντίνα, με πρόλαβες, μερσί!

    Maramen, καλώς ήρθες, το λινκ αυτό έχει κι άλλα τερπνά!

  163. maramen said

    Α-Π-Ι-Σ-Τ-Ε-Υ-Τ-Ο!!! Μα πού να το φανταστώ η δόλια! Καλώς σας βρήκα, λοιπόν!

  164. bernardina said

    Νικοδεσπότα, παρακαλώ. Η χαρά όλη δική μου!

  165. Immortalité said

    @155 Διαπιστώνω ότι τα διαλείμματα μεγαλώνουν επικίνδυνα…

  166. andreas said

    Δεν ξέρω για τη Νομανσλάνδη, αλλά σίγουρα ο βασιλιάς της γείτονος Χώρας των Αγνώριστων κατοικεί στο ανάκτορο του Ντολμαμπάς, αφού άφησε το παλιό Τοπ-Καπού. (Το πρώτο από το ντιβιντί του discovery channel για το Τοπ-Καπί, και το δεύτερο από σχολικό βιβλίο, δε θυμάμαι ποιο).

    Παραδέχομαι ότι το Τοπ-Καπού δεν είναι και τόσο αγνώριστο…

  167. Μαρία said

    166 Δηλαδή ο Καπουτζίδης πρέπει να γίνει Καπιτζίδης;

  168. voulagx said

    167 Τοπκαπιτζίδης!

  169. andreas said

    Πάντως τα σχολικά βιβλία το λέγανε Τοπ-Καπί!

  170. sarant said

    Ελπίζω να μην επιδεινωθεί η διεθνής κατάσταση και οδηγηθούμε σε σύρραξη Ανύπαρχτων-Αγνώριστων, δηλαδή Νομανσλάνδης-Απωνίας

  171. bernardina said

    170
    Δες τι γίνεται στο @49 του Δυσθεόρατου 😉 (Αναμενόταν συνέχεια αλλά δεν δόθηκε…)

  172. Κωπηλάτισσα said

    Ήθη και έθιμα της Νομανσλάνδης και της Απωνίας

    Οι κάτοικοι τηρούν με ευλάβεια τη νηστεία Λέντεν. Στα τέλη Απριλίου εξακολουθούν να γιορτάζουν, ανάβοντας φωτιές, το Γουόλπουργκις. Για λόγους οικονομίας απαγορεύονται αυστηρά οι παρελάσεις κι έτσι στις εθνικές εορτές, όπως στην επέτειο από την απεργία του βασιλιά, οι στρατιώτες κάνουν τατουάζ, υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα του πλήθους.
    Προκειμένου να διασωθούν αυτά και άλλα έθιμα, οι αρχές έχουν διορίσει ειδικούς επιθεωρητές εθίμων στα λιμάνια και τα αεροδρόμια της χώρας, ώστε να ενημερώνουν τους επισκέπτες για την εθιμοτυπία.

    (Απάνθισμα από μετάφραση βιβλίου που, για αδιευκρίνιστους ακόμη λόγους, δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.)

  173. Κωπηλάτισσα said

    Διευκρινιστικά, η νηστεία Λέντεν είναι φυσικά η Σαρακοστή, το Γουόλπουργκις είναι η Βαλπουργία νύχτα, η απεργία του βασιλιά είναι το βασιλικό πραξικόπημα και το τατουάζ του στρατού οι στρατιωτικές επιδείξεις. Ο επιθεωρητής εθίμων δεν είναι άλλος από τον customs officer…

  174. sarant said

    Πολύ καλό -ένας επιμελητής, βέβαια, αναγκάζεται να πνίγει ένα σωρό μαργαριτάρια!

  175. bernardina said

    Κωπηλάτισσα,
    σου έχω κι άλλο μαργαριταράκι για το τατουάζ:

    «Είχε αντέξει πάνω από μια ολόκληρη ζωή* στον ιππόδρομο του Μ. και το μόνο που είχε κρατήσει από τα χρόνια που στοιχημάτιζε ήταν μια ανάμνηση του τατουάζ των πετάλων του αλόγου, που χτυπούσε επιδέξια με τα μακριά του δάχτυλα πάνω στον ασημένιο δίσκο σερβιρίσματος».

    Αφήνοντας κατά μέρος τα τρία «που», αλλά και γενικά το ύφος της μετάφρασης [βλέπε* Δηλαδή; πόσες ολόκληρες ζωές;], το «τατουάζ» (tatoo) στη θέση του καλπασμού των αλόγων είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πινελιά. Θα ήθελα να δω πώς χτυπάει κανείς τατουάζ πάνω σε ασήμι. Ανεκτίμητο!
    Απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο που μας ταράζει στα «υπέρ του δέοντος». Άντεξα να διαβάσω καμιά πενηνταριά από τις οχτακόσιες τόσες σελίδες του. Μετά εξοργίστηκα.

  176. sarant said

    Να το πάρει το ποτάμι;

  177. bernardina said

    Νίκο, το 175 εννοείς;

  178. sarant said

    Ε, ναι.

  179. bernardina said

    Προσοχή, αυτό που παραθέτω εγώ είναι άλλο βιβλίο από αυτό που λέει η Κωπηλάτισσα. Επειδή σε κάποιο σημείο γράφω¨»το ίδιο», εννοώ με αυτό που έχει τα «υπέρ του δέοντος» Αυτό έχει εκδοθει από μεγάλο εκδοτικό οίκο και έχει ΚΑΙ επιμέλεια στη μετάφραση. Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τους εκθέσουμε; Εγώ δεν έχω πρόβλημα…

  180. sarant said

    Της Κωπηλάτισσας δεν έχει εκδοθεί.
    Ούτε εγώ έχω πρόβλημα -κριτική κάνουμε.

  181. bernardina said

    Ε, τότε ας το πάρει το ποτάμι.
    Είναι Ο Γιος του Τσίρκου, του John Irving από τις εκδόσεις Λιβάνη-Νέα Σύνορα. Ομολογουμένως μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη…

  182. Κωπηλάτισσα said

    175 Αυτό ακριβώς Βernandina. Δεν με ενοχλούν τόσο τα λάθη από άγνοια, ακόμη κι από αγραμματοσύνη, όσο η έλλειψη κοινής λογικής. Δεν μπορώ δηλαδή να καταλάβω πώς κάποιος γράφει «ο βασιλιάς έκανε απεργία» (ζητούσε καλύτερες συνθήκες εργασίας φαίνεται…) και του φαίνεται φυσιολογικό!

  183. bernardina said

    Εύκολο το ‘χεις να είσαι βασιλιάς; 😆 😆

    Όσο για τα λάθη από άγνοια, γι’ αυτό υπάρχουν οι ρημάδες οι πηγές. (Τα καταραμένα βιβλία που ονομάζονται λεξικά, όπως λέει και ο Νίκος, και άλλα πολλά) Ειδικά τώρα με το Ίντερνετ όλα -ή σχεδόν όλα- βρίσκονται ένα κλικ μακριά σου. Αλλά φυσικά πρέπει να ΞΕΡΕΙΣ ότι δεν ξέρεις κάτι. Και, κυρίως, να σε νοιάζει. Που να πάρει η ευχή, την υπογραφή σου βάζεις στο κείμενο που μεταφράζεις, στο κάτω κάτω της γραφής!

  184. Αντώνης Αντωνίου said

    Ας προστεθεί στη στρατιά των Ανωνύμων ή των αξιωματούχων της Νομανσλάνδης και ο «Μπάϋρον Χάουσμαν»- έτσι ακριβώς πρόφερε μόλις χτές ο εκφωνητής του ντοκυμαντέρ της ΕΤ3 για το Παρίσι τον Βαρώνο Haussmann τον επί Ναπολέοντος ΙΙΙ ανανεωτή του πολεοδομικού ιστού της πόλης και δημιουργού των «βουλεβαρίων». ¨Οταν δε ο Άγγλος περιηγητής της πόλης ανέφερε σκέτα «the Baron» περιχαρείς διαβάζαμε στους υπότιτλους «Ο Μπάϋρον»!!!

  185. sarant said

    Μπάιρον, ε; Καλό!
    (Στον Ιζνογκούντ θυμάμαι υπήρχε ένας ήρωας Μπουλβαροσμάν, δηλ. Boulevard Haussmann).

    Αντώνη Αντωνίου, καλώς ήρθες (και δυο φορές καλώς ήρθες αν είσαι ο παλιός μου συμμαθητής:)

  186. Αντώνης Αντωνίου said

    Αυτός είμαι. Φανατικός αναγνώστης σας δεν άντεξα να μη συμμετάσχω μ’ένα σχολιάκι.

    Για αξιωματούχο της Νομανσλάνδης έχω επίσης να προτείνω τον «ΝΤΟΤΖ». Έτσι επέλεξε ο μεταφραστής να αποδώση τον τίτλο του Δόγη σε ντοκυμαντέρ για τη Βενετία.

  187. rodia said

    Επίσης, στη Νομανσλάδη δεν τσουγκρίζουν τα ποτήρια, αλλά τα… χτυπούν! (απο υπότιτλους στο φιλμ The Love Parade (1929, Maurice Chevelier, Jeanette Macdonald, κλπ) — Τώρα χτυπούν τα ποτήρια!

  188. sarant said

    186: Πολύ χαίρομαι, όσο για τον Ντοτζ ήδη πήρε ιθαγένεια 🙂

  189. Immortalité said

    Ο Κορνήλιος κάνει απεργία;

  190. […] άρθρο 1 εδώ   άρθρο 2 εδώ […]

  191. Ὁ νεαρὸς Λόρδος Κρόουν μπορεῖ νὰ ὠνειρευόταν τὴν ἐπανάστασι, μὰ ἡ διόλου εὐκαταφρόνητη περιουσία τοῦ ἐκλιπόντος πατέρα του δὲν ἄφηνε καὶ πολλὰ περιθώρια γιὰ παιχνίδια μὲ τὴν ὑγεία του. Μέσα στὸν μονόκλινο θάλαμο νοσηλείας εἶχαν ἐπιστρατευτῆ ὅλες οἱ δεδομένες γιὰ τὴν καταγωγή του ἀνέσεις καὶ πολυτέλειες ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ μετριάσουν τὴν -ἔστω καὶ ἀμβλυμένη λόγῳ τῆς ἀπομονώσεως- πνιγηρότητα τῆς νοσοκομειακῆς ἀτμόσφαιρας. Γιὰ δυὸ κοινοὺς θνητοὺς σὰν ἐμένα καὶ τὸν Μπὰξ ἡ τελευταίας τεχνολογίας τηλεόρασι ποὺ ἀπιθωμένη σ’ἕνα ἐπιπλάκι ἀπέναντι ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ νεαροῦ ἀσθενοῦς ἀντανακλοῦσε στὴν σβησμένη ὀθόνη της τὴν λάμψι τοῦ πρωινοῦ ἥλιου, τὸ στερεοφωνικὸ μὲ τὰ δυό του μεγάλα ἠχεῖα ἑκατέρωθεν τὴς κλίνης νὰ ἔχουν μετατραπῇ σὲ κομοδῖνα καὶ τὸ γεμᾶτο dvd μαρμάρινο περβάζι τοῦ μεγάλου ἀνατολικοῦ παραθύρου ἀποτελοῦσαν ὄχι ἁπλῶς ἀντικείμενο ἀπορίας καὶ περιέργειας, μὰ καὶ ἰσχυρότατη ἀπόδειξι γιὰ τὴν ἐκκεντρικότητα ποὺ ἔκπαλαι χαρακτήρίζε τὰ ἀνώτερα κοινωνικὰ στρώματα. Μόλις ὁ νεαρὸς σγουρομάλλης ἀντιλήφθηκε τὴν παρουσία μας (ποὺ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πὼς δὲν τοῦ ἐπιβαλαμε καὶ μὲ τὸν πιὸ εὐγενικὸ τρόπο -ὁ Μπὰξ ἄνοιξε τὴν πόρτα κατόπιν ἑνὸς προσχηματικοῦ χτυπήματος μετὰ τὸ ὁποῖο δὲν περίμενε κἂν ἀπάντησι) σήκωσε τὸ ζωηρό του βλέμμα ἀπὸ τὴν ὀθόνη τοῦ φορητοῦ του ὑπολογιστῆ καὶ μ’ἕνα δυσοίωνο στράβωμα τῶν χειλιῶν του μᾶς ἄφησε νὰ καταλάβουμε ὅτι δὲν ἦταν καὶ ὁ πιὸ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου ποὺ μᾶς ἔβλεπε μπροστά του. Μπροστά του τρόπος τοῦ λέγειν δηλαδή, γιατὶ ἔτσι ὅπως βρισκόταν μισοξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του μὲ τὴν πλάτη ἀκουμπισμένη σὲ μιὰ στίβα διπλωμένα μαξιλάρια χρειάστηκε τοὐλάχιστον τριάντα δευτερόλεπτα γιὰ ν’ἀφήσῃ τὸν ὑπολογιστή του σ’ἕνα ἀπὸ τὰ ἠχεῖα-κομοδῖνα του καὶ νὰ σηκωθῇ ὄρθιος ξεδιπλώνοντας ἀπειλητικὰ τοὺς ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε πόντους τοῦ λιπόσαρκου κορμιοῦ του. «Μπά, μπά, τί βλέπω;» ἔκανε εἰρωνικὰ μὲ τὸ ὑφος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ προσπαθεῖ νὰ κρύψῃ τὴν ἔκπληξί του. Ὑδρογονανθρακὶ στυλάκι τὄλεγαν στὴν ἀστυνομικὴ ἀργκὸ ὅπως μοὖχε ἐμπιστευτῆ κάποτε ὁ Μπὰξ ἄλλὰ χωρὶς ποτὲ νὰ μοῦ δώσῃ περαιτέρω ἐξηγήσεις. «Βλέπω ὅτι ὁ μπάτσος δὲν ἦρθε μόνος του» συνέχισε στὸ ἴδιο ὕφος ὁ λόρδος, «ἔφερε μαζί του καὶ ἐνισχύσεις. Πῶς λέγεται τὸ σκυλάκι σου Μπάξ, λοχαγὸς Χάστινγκς;». Ὅσο ὁ νεαρὸς γελοῦσε μόνος του μὲ τὸ ἀστεῖο του ὁ Μπὰξ κρεμοῦσε μὲ ἄνεσι καὶ ψυχραιμία τὸ παλτό καὶ τὸ καπέλο του στὸν ξύλινο καλόγερο δίπλα ἀπὸ τὴν πόρτα. «Σὰν πολὺ γρήγορα δὲν ἔγινε “ μπάτσος” ὁ “κύριος ἐπιθεωρητὴς” τοῦ καφέ;» ῥώτησε ὁ Μπὰξ βγάζοντας ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ τσέπη τοῦ σακακιοῦ του ἕνα μικρὸ μπλοκάκι. «Ποιός ξέρει», εἶπε τελικά, «ἴσως μὲ μερικὲς ἐρωτήσεις ξαναγίνῃ “ κύριος ἐπιθεωρητής” . Τί λές, Τσέσνια, ἀξίζει νὰ δοκιμάσουμε;».

  192. ἡ τελευταία φράσι νὰ διορθωθῇ :

    «Τί λές, Τσέσνια» πρόσθεσε γυρνῶντας σὲ μένα, «ἀξίζει νὰ δοκιμάσουμε;»

  193. Ὑδρογονανθρακὶ στυλάκι τὄλεγαν στὴν ἀστυνομικὴ ἀργκὸ
    😀 😀 😀

  194. mikroapories said

    @ 159 Ναι, εννοώ το “ήθελλε” και το “ότι”…
    Ναι, το 1978 αρκετοί δεν πρόσεχαν τέτοιες λεπτομέρειες.
    Αν θυμάμαι καλά, ο ίδιος εκδότης, ο αείμνηστος Λεωνίδας Χριστάκης, στο περιοδικό που έβγαζε μερικά χρόνια αργότερα (δεν έχω πρόχειρο το τχ. του Ιδεοδρόμιου), θεωρητικοποίησε την αβλεψία περίπου ως εξής: η δυσκολία του βαθμού ανάγνωσης ενός κειμένου κάνει το κείμενο να αποκτά μεγαλύτερη επίδραση στον αναγνώστη του.

    Φιλικά,
    mikroapories

  195. Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε δεμένο στὸ ζωνάρι
    ἕνα μικρὸ καναπουτσὰρ ἀπὸ τὴν Νομανσλάνδη,
    ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ φαντάροι
    ποὺ ἀπ’ τὸν Τσἰνγκ τὸ ἀγόρασα μιὰ μέρα στὴν Ταϋλάνδη.

    Θυμᾶμαι ὡς τώρα νἄτανε τὸν Μπὰξ στὴν Ἀριζόνα,
    ποὺ πολεμοῦσε μὲ αὐτὸ Μεξικανοὺς ἀτάκτους,
    κρύος ἱδρῶτας ἔπεφτε κι ἡ κάθε του σταγόνα
    κάτω στὴν ἄμμο πότιζε φραγκόσυκα καὶ κάκτους.

    Ὁ πρίγκηψ ‘Ρῆτζεντ σκότωσε μ’αὐτὸ τὴν Λεβαντίνη,
    τὴν ὄμορφη πριγκήπισσα ἀπὸ τὴν Ἀπωνία,
    καὶ μιά του σφαῖρα χτύπησε φριχτὰ τὴν Φλωρεντίνη,
    γιὰ πάντα ἀποστερῶντας μας τὴν θεία μελῳδία.

    Ὁ λόρδος Κρόουν μιὰ βραδιὰ τὸν ἄμοιρο Κρισέιξ
    μὲ τπῦτο τὸ καναπουτσὰρ τὸν ἔκανε σμπαράλια
    καὶ στὴν Λιμέρα τρώγοντας γιὰ πρωινό κορνφλέικς
    ὁ Πράβο Γιάζντι στόχευε ἱπτάμενα βουβάλια.

    Ὁ Πόλαρ Σκὸτ ξεπάστρεψε ἐξήντα Τσαλντεάνους
    κι ὁ Ἄρσον ἀπὸ τὸ Βνουρὰπ ἑπτὰ μικροὺς Ταγῖστες,
    ὁ Ῥεβινστὶκτ πολέμησε αἱμοσταγεῖς τυράννους
    κι ὁ Μούτινγκ ἐξωλόθρευε στὸ Μόδο ἀρριβῖστες.

    Μὲ τοῦτο ἄγρια ἔστειλε στὸν Ἅδη ὁ Ντιντάχε
    χωρὶς κανένα ἔλεος, χωρὶς καθόλου τύψεις
    τὴν ὁμορφούλα τὴν Μουλὲν γιατὶ μὲ ἄλλον τἆχε
    καὶ μ’ ἄλλον ἀρεσκότανε νὰ κάνῃ ἐπικύψεις.

    «Εἶν’ἀλαφρύ, γιά πιάσε το, δὲν πάει οὔτ’ἕνα δράμι
    καὶ δὲν κοστίζει τίποτε, μονάχα ἕνα μπρίκι,
    μὰ ὅσι τὄχαν ἔφυγε ἡ ζῆσι τους χαράμι,
    πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου μ’αὐτὸ μοῦ φέρνει φρίκη».

    Καναπουτσὰρ ἀτσάλινο τὴν ζώνη μου στολίζει,
    ποὺ κάποτε ἀγόρασα σὲ κάποιο σταυροδρόμι
    γιὰ ποιὸν ἡ κρύα κάννη του τὴν νύχτα νὰ γυαλίζῃ,
    ἀφ’οὗ ὁ Σέβαν πέθανε πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη;

  196. Α-ρι-στούρ-γη-μα!!!

  197. sarant said

    Κορνήλιε, μου έφτιαξε τη μέρα, είναι απίστευτα καλό!

  198. ΣοφίαΟικ said

    Εύγε Κορνήλιε! Τους καθάρισες όλους (ειδικά τις κυρίες της Νομανσλάνδης, δε φτάνει που είναι λίγες…)

  199. fileasphogg said

    Καλά απ’ότι βλέπω η κατάστασις έχει εκτραπεί τελείως. Θα αναφέρω απλώς δυο αγαπημένες μου πέρλες απο ελληνικούς υποτίτλους σε αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές επιστημονικής φαντασίας:

    1) «Για την ψύξη του σκάφους χρειαζόμαστε άμεσα υγρό νιτρογόνο!»
    2) «Κανένα υλικό δεν μπορεί να αντέξει τις 30000 μοίρες κέλβιν»

    Ειδικά για το νιτρογόνο, κάντε ένα γκούγκλ σέρτς. Το αποτέλεσμα θα σας ανταμείψει 😉

  200. π2 said

    Κορνήλιε, ξεπέρασες τον εαυτό σου!

  201. 196: Κορνήλιε, θεϊκό, ανεπανάληπτο!!!

  202. Α, όλα κι όλα! Λίγα λόγια για τα τατουάζ! Είναι πολιτισμός.

  203. rogerios said

    Κορνήλιε θεϊκό, αξεπέραστο θα τολμούσα να πω! Το opus majus του ποιητή της Νομανσλάνδης!

  204. Εὐχαριστῶ πολύ, μέ κάνετε καὶ κοκκινίζω. ξέχασα νὰ τὸ στείλω ἀποβραδίς, τὄγραφα στὸ κινητὸ μέσα στὸ λεωφορεῖο. ἡ Νομανσλάνδη γίνεται ἐμμονὴ κι εἶναι ἕνα ἔθνος ποὺ λατρεύουν ἀκόμη καὶ οἱ ἐθνομηδενισταί! 🙂

  205. bernardina said

    Κορνήλιε είσαι θεόοοος! Μου ‘ρχεται να το χτυπήσω τατουάζ στο κορμί μου για να ξέρουν όλοι ότι ανήκω στην ένδοξη φυλή-γένος-έθνος των Νομανσλανδών!

  206. bernardina said

    Φιλ, @199,
    πού να δεις τι σου βγάζει ο γούγκλης άμα πληκτρολογήσεις «Κοιλάδα της… Σιλικόνης»! Έρμο πυρίτιο!
    Μιλαμε για ατέλειωτες ώρες χαράς χάρη σ’ ένα -e που το ‘φαγε η μαρμάγκα. Η μικρή διαφορά με τις μεγάλες συνέπειες…

  207. voulagx said

    Το Συμβουλιο του Ντιν ας απαντησει στο ακανθωδες ερωτημα: «Νομανσλανδός γεννιέσαι ή γίνεσαι;»

  208. Απλό: σε κάνουν κάποιοι Νομανσλανδό χωρίς να σε ρωτήσουν.

  209. rodia said

    195. Κορνηλιε ΕΥΓΕ ΕΥΓΕ ΕΥΓΕ + πολλά Respect._
    Αυτοδικαίως χρίζεσαι Μεγάλος Νομανσλανδιανός Ποιητής και μπαίνεις στο Πάνθεον των Καναπουτσαριστών, προτεινόμενος για το επόμενο βραβείο Πόλαρ!

  210. Και η πανίδα της Νομανσλάνδης, εισαγόμενη. Γιγάντιες ακρίδες:
    But Miss Cooper, the daughter of the novelist, tells a story which is well-nigh incredible. When in Paris, she saw a French translation of ‘The Spy,’ in which a man is represented as tying his horse to a locust. Not understanding that the locust-tree was meant, the intelligent Frenchman translated the word as ‘sauterelle,’ and, feeling that some explanation was due, he gravely explained in a note that grasshoppers grew to an enormous size in America, and that one of them, dead and stuffed, was placed at the door of the mansion for the convenience of visitors on horseback.

  211. sarant said

    Μου αρέσει που έβαλε και υποσημείωση!
    Locust-tree είναι βέβαια η χαρουπιά!

  212. rodia said

    211. χαρουπιά ή/και κουτσουπιά με λουλουδάκια ροζ, ενδημεί στη ροζ οροσειρα.

  213. ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ φαντάροι

    Γελάω εδώ και ένα τέταρτο, τουλάχιστον! Επιπλέον, το τύπωσα και διαπίστωσα ότι ο εκτυπωτής μου τυπώνει κανονικά τα … Κορνηλιακά!

    Εύγε κι από μένα…

  214. bernardina said

    E, λοιπόν κάνετε λάθος όλοι σας! Και μπορώ να το αποδείξω. Ιδού:

    😆 😆 😆

    (Κι αυτό το δείγμα ήταν από τα μικρότερα του είδους. Μάλλον πρόκειται για έφηβο :lol:)

  215. Γλώσσα της Νομασλάνδης είναι τα Μεσαιωνικά Κορνηλιακά, τα οποία τα γνωρίζει μόνο ο αρχιερέας Κορνήλιος, που κατέχει και το μυστικό της γραφής σε περγαμηνές. Εάν μοιραζόταν τη γνώση του με το λαό αυτό θα ήταν επικίνδυνο για τη διαρροή των κρατικών μυστικών, γι’ αυτό το λόγο έχει μάθει μόνο σε λίγους εκλεκτούς τα μυστικά της γραφής (του).

  216. sarant said

    214: Τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων!

  217. bernardina said

    Επίσης, σε αυτή την εικόνα βλέπουμε άλλο ένα τέτοιο θηρίο να επιτίθεται σε άνδρα της φρουράς του πρίγκιπα Ρίτζεντ ο οποίος, αιφνιδιασμένος, δεν έχει προλάβει να τραβήξει το καναπουτσάρ του!

    Ρε για δες που στο τέλος θα έχουμε και οπτικοακουστικό υλικό! 😆

  218. Βερναρδίνα, σοῦ βρῆκα καὶ μότο γιὰ τὸ τατουάζ:

    ΠΙΣΩ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ
    ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΝΟΜΑΝΣΛΑΝΔΕΣ

  219. bernardina said

    Κορνήλιε, άπαιχτο! Υπάρχει όμως ένα -χμ- μικρό πρόβλημα: τι γίνεται αν είσαι ΚΑΙ Νομανσλανδή ΚΑΙ… μεταφράστρια; 😆 Αναδιατύπωσε, παρακαλώ!

  220. Μαρία said

    Να και ο Πρίτσχορν ψυχίατρος της Νομανσλάνδης
    http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=21/01/2011&id=243556

    http://en.wikipedia.org/wiki/Hans_Prinzhorn

  221. # 220 Δηλαδή αυτός πέθανε το 1933 και παράλληλα ήταν «εμπνευστής» της έκθεσης έργων καλλιτεχνών που αφάνισαν οι Ναζί από 1939 έως 1945;

  222. Μαρία said

    221 Δημιούργησε τη συλλογή, που αποτέλεσε μέρος της περίφημης έκθεσης του 1937 που οργάνωσαν οι ναζί για την «εκφυλισμένη τέχνη».
    Δες κι αυτό που έχει και ενδιαφέροντα λίνκια:
    http://psi-action.blogspot.com/2011/01/prinzhorn.html

  223. Immortalité said

    @195 Τα λόγια είναι περιττά… Εξαιρετίκ!
    (μη ξεχνιέσαι με τη συνέχεια; ε; )

  224. #223 ζῶ γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ μοῦ ζητήσῃς νὰ ὑπογράψω σηκώνοντας τὴν μπλούζα σου 😛

  225. Immortalité said

    @ 224 Σε βλέπω Μαθουσάλα 😛

  226. ΣοφίαΟικ said

    Η Μουλίν έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Που να βρισκόνταν άραγε ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο λόρδος Κράουν; Πότε θα επέστρεφαν από το συμβούλιο του Ντίν; Κανείς δεν είχε νεά τους εδώ και μέρες. Κυκλοφορούσαν φήμες στη Νομανσλάνδη ότι οι Τσαλντεάνοι του αυτοκράτορα Τσινγκ τους είχαν στήσει ενέδρα στο δρόμο για την Απωνία και τους κρατούσαν τώρα ομήρους σε κάποια μαύρη τρύπα. Όχι, όχι, σκέφτηκε η Μουλίν, το Φτερωτό Βουβάλι ήταν εξοπλισμένο με την τελευταια τεχνολογία απόκρυψης κι ο Πράβο Γιάζντι ο ικανότερος πιλότος της Νομανσλάνδης, το καμάρι της σχολής Ρεντ Άι.
    Με μια κίνηση του χεριού της το παράθυρο έκλεισε και τα ρολά κατέβηκαν. «Τσέτσνια!», φώναξε επιτακτικά. Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς το ρομπότ βγήκε από τον ύπνο του. «Ο Τσέτσνια πειρμένει τις οδηγίες σας, μεγάλη αρχόντισσα Μουλίν», αντήχησε μεταλλική η φωνή του. «Γράμματα, Τσέτσνια, γράμματα! Η Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν δεν έχει λάβει νέα από τους απεσταλμένους της Νομανσλάνδης και παρακαλεί όπως κλπκλπ, οι διαγαλαξιακές συνθήκες προστατέυουν την ελέυθερη μετακίνηση των αποστολών κλπκλπ ξέρεις εσύ. Στείλτο στον Ντιντάτσε, στον Ρεβινστίνκτ και στον αυτοκράτορα.» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν ανησυχητικά. «Στον στρατηγό Ρεβινστίνκτ, μεγάλη αρχόντισσα;» «Κυρίως σε αυτό το παλιοτόμαρο, δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει με τους Τσαλντεάνους του! Υπάρχουν κι οι διαγαλαξιακές συνθήκες!» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς τα μηνύματα ετοιμάζονταν. «Κα με΄τα ειδοποίησε τον Τεν Μπακς να έρθει αμέσως εδώ, μόνο ένας άμυαλος ροψοκίνδυνος σαν αυτόν μπορέι να αναλάβει να τους βρει».
    Η Μουλίν έπεσε εξουθενωμένη σε μια πολυθρόνα. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο καναπουτσάρ του πρίγκιπα Ρήτζεντ που κρεμόταν στον τοίχο. Το ιστορικό αυτό καναπουτσάρ το είχε δωρίσει ο μεγάλος εξερευνητής και θεμελιωτης της αποικίας τους, ο Σκοτ Πόλαρ, στον προ-προ-προ παπού του πρίγκιπα. Κι ο Ρήτζεντ το είχε καταθέσει στα πόδια της Μουλίν πριν φύγει για την αποστολή στην Απωνία, ζητώντας το χέρι της, όπως ήταν το έθιμο στη Νομανσλάνδη. Η Μουλίν αναστέναξε. Δεν ήξερε ο Ρήτζεντ ότι το καναπουτσάρ του Κάουαρτ Ρομπερτ Φορντ, του χαμένου σκηνοθέτη, βρισκόταν κι αυτό στην κατοχή της μεγάλης αρχόντισσας;
    ………………
    Σε μια σπηλιά πέρα από τους Υδρογονανθρακούς ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο Λόρδος Κράουν οδηγούνταν αλυσοδεμένοι σε άλλο κελλί. «Και του το είπα του Γιάζντι ότι σαν πολύ περιεργο ηταν που δεν έιχαμε κίνηση στον διαστημοδιάδρομο, δε με άκουσε, όχι, λέει, κόβουμε τουλάχιστον 20 παρσέκ από δω» μουρμούριζε.
    «Ρήτζεντ, πάντα ήσουνα κουραμπιές» σκέφτηκε ο Κράουν, «ήσουν το ρεζίλι του στρατευματος. Ελπίζω η ανηψιά μου να λογικευτεί και να μη γίνουμε συγγενείς. Κακόμοιρε Γιάζντι, τόσο νεος, τόσο παράτολμος! Και σου’τυχε επιβάτης ο Ρήτζεντ».
    Η πόρτα του κελλιού έκλεισε πίσω τους. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, φέρανε κι άλλους!», ακούστηκε μια φωνή από το βαθος. Μόλις τα μάτια τους συνήθισαν στο σκοτάδι είδαν ότι μίλησε ένας άντρας κρυμμένος πίσω από ένα βουνό μαλλιά και γένια. «Φορντ, Κάουαρντ Ρόμπερτ Φόρντ», τους συστηθηκε.
    «Ο χαμένος σκηνοθέτης;» αναφώνησε ο Ρήτζεντ. «Είμαι μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, ειδικά το ντοκυμανταίρ που γυρίσατε για τη Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν! Άψογο! Παρεμπιπτόντως, πρίγκηψ Ρήτζεντ κι από δω ο Λόρδος Κράουν».
    «Πώς βρεθηκατε εδώ, σκηνοθέτα;» ρώτησε ο Κραουν. Ένας λυγμός ακούστηκε στο βάθος του κελλιού.
    «Μη δίνετε σημασία, είναι ο Μποχεμιάν ο συνθέτης. Δεν άρεσε στον αυτοκράτορα μια σύνθεσή του και τον έριξε στη φυλακή. Αλλά να σας συστησω και την υπόλοιπή παρέα. Ο κύριος Άρσον», είπε δυνατά «επικίνδυνος, να τον προσέχετε», ψιθύρησε. «Υπάρχει κι ο Κλιν Σέβαν, αλλά αυτόν πότε τον βλέπουμε πότε δεν τον βλεπουμε, είναι λένε μισός Νομανσλανδός μισός Άπωνας, γι’αυτό.»
    «Ναι, γνωρίζω το φαινόμενο» έιπε ο Κραουν. «Αλλά πείτε μου κύριε Φορντ, υπάρχει κανένας τροπος να φύγουμε από δω; Ή έστω, να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο;»
    Ο Άρσον που στο μεταξύ είχε πλησιάσει και περιεργαζόταν την ολογραφική στολή του Ρίτζεντ ξέσπασε σε υστερικά γέλια. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, αυτοί οι καινούργιοι έχουν πολλή πλάκα», σχολίασε. «Ειδικά αυτός εδώ ο φλούφλης», είπε αναφερόμενος στον πρίγκιπα. Ο Ρήτζεντ έκανε μια κίνηση να βγάλει το καναπουτσάρ του και να καλέσει σε μονομαχία τον αναιδή Άρσον, αλλά θυμήθηκε ότι δεν είχε πλεόν όπλο και ντροπιασμένος αποσύρθηκε σε μια γωνία.
    «Μη δίνετε σημασία στον πρίγκιπα, είναι πάντα με το καναπουτσάρ έτοιμο για καβγά. Θα του περάσει. Στο μεταξύ, ας ρίσουμε μια ματιά στο κελλί…»
    Όσο ο Κραουν κι οι άλλοι μίλαγαν για διακτινισμούς και μαγνητικά πεδία που εμπόδιζαν τη διαφυγή, ο Ρήτζεντ καθισμένος σε μια γωνιά έκλαιγε και σκεφτόταν τη Μουλίν του και το καναπουτσαρ του, κρεμασμένο στον τοίχο της. Θυμόταν επίσης ότι κάποτε είχε δει ένα καναπουτσάρ με τα αρχικά ΚΡΦ σκαλισμένα στο θηκάρι του αλλα΄δε θυμόταν που…

  227. ΣοφίαΟικ said

    Το μόνο που έλλειπε ήταν ο πόλεμος των αστρων, οπότε…

  228. Ωωωω! Κι άλλη Σοφία στη Νομασλάνδη! Καλώς την!

  229. «Υπάρχει κι ο Κλιν Σέβαν, αλλά αυτόν πότε τον βλέπουμε πότε δεν τον βλεπουμε, είναι λένε μισός Νομανσλανδός μισός Άπωνας, γι’αυτό.»

    Αυτό μου άρεσε πιο πολύ απ΄όλα!

  230. Η Νομανσλάνδη sci-fi! Τι ωραία!!!

    Τότε μήπως πρέπει και fantasy; Αν είχα χρόνο… (λέμε τώρα…)

  231. Εντωμεταξύ, επειδή τα κείμενα της Νομανσλάνδης είναι τελείως σκόρπια μέσα σε περίπου 400 σχόλια σε 3 διαφορετικά posts, να σας κάνω μια πρόταση για να τα συγκεντρώσουμε. Όποιος από όσους έχουν ήδη γράψει – ή θα αρχίσουν τώρα να γράφουν – θέλει, μπορεί να μου δώσει την άδεια να του κάνω post τα κείμενα στο blog της Νομανσλάνδης, για να τα έχουμε όλα μαζί.

  232. Από μένα Γιώργο εννοείται ότι έχεις την άδεια, εξάλλου κάτι τέτοιο σκεφτόμουν όταν έλεγα ότι πρέπει να μαζευτούμε όλοι στο μπλογκ σου αλλιώς θα χαθούν όσα γράψαμε!

  233. #231 κι ἀπὸ μένα τὸ ἴδιο. τὰ δικά μου πλὴν τῆς τελευταίας συνέχειας καὶ τοῦ τελευταίου ποιήματος ὑπάρχουν καὶ στὸ ἱστολόγιό μου, μπορεῖς νὰ τὰ πάρῃς ἀπὸ κεῖ γιὰ νὰ μὴ ταλαιπωρῆσαι.

  234. rodia said

    226. Α-πί-στευ-το!!! Ξετρελλάθηκα λέμε. Φαντασία και ρυθμός, εύγε ΣοφίαΟικ. :))

    Γιωργο και Κορνηλιε, δωστε κανα συνδεσμο προς τα μπλογκ σας παρακαλώ 🙂

    Υπαρχουν πολλοι τροποι να συγκεντρωθει η Νομανσλάνδη. Μπορούμε ακομα και να σιάξουμε ένα κοινό μπλογκ και να στελνουμε εκειπερα ολα τα κείμενα, καθενας το δικα του, πριν αυξηθει πολυ η παραγωγή και μαζευτουν βουνά κειμένων…

  235. Ροδιά πάτα πάνω στα ονόματά τους και θα δεις όλα τα μπλογκ! Νομίζω το μπλογκ του Γιώργου είναι μια χαρά για τον κοινό σκοπό, μην ανοίγουμε κι άλλα (γιατί μετά θα τεθεί το θέμα ποιός θα τα συντηρεί, διαβάζει τα σχόλια κλπ).

  236. rodia said

    235. Ναι Σοφία! Πάτησα και είδα φως! 🙂
    Ομολογω οτι ειχα πατησει παλιοτερα, αλλα ηταν.. σκοτεινά.. 😉
    Μια χαρά είναι το μπλογκ που άνοιξε ο Γιωργος, εχει και τον κατάλληλο τίτλο που παραπέμπει αμέσως. Μένει τώρα να προσκαλέσει τους ενδιαφερόμενους να συμμετάσχουν, εκτός αν διαθέτει άφθονο χρόνο να ανεβάζει σε ποστ τα κειμενα που θα στέλνουμε σε σχόλια.. δεν ξερω πώς το σκέφτεται..

    Πώς το σκέφτεσαι Γιώργο; Συγγνώμη, αν το εχεις διατυπώσει ήδη σε άλλο σχόλιο, παράπεμψέ με πληζζζ.. πού να τρέχω τώρα (παω σινεμα, Σαββατόβραδο γαρ) όλο αυτό το σεντόνι! 🙂

  237. Σοφία, Κορνήλιε, τέλεια! Θα τα ανεβάσω σήμερα κιόλας!

    Ροδιά…ναι, σας έχω προσκαλέσει!!! (μόλις λίγο πιο πάνω, στο 231) Υποθέτω ότι δέχεσαι την πρόσκληση οπότε θα βάλω και τα δικά σου! (Μένει μόνο η άλλη Σοφία να απαντήσει).

    Εγώ θα σας φτιάξω posts με ότι έχετε γράψει ως τώρα (αν μέσα στο χάος χάσω κάτι ειδοποιείστε με) και από κει και πέρα βλέπουμε, ανεβάζετε τη συνέχεια σε σχόλιο, μου λέτε να σας κάνω καινούργιο post, ότι θέλετε (εντάξει, έτσι κι’ αλλιώς είναι πολύ πιο χρονοβόρο να γράψεις κάτι παρά να το αναρτήσεις οπότε δε νομίζω να έχω πρόβλημα)

  238. Ἄν οἱ νότες ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ πλανόδιου ἀκκορντεονίστα δὲν γέμιζαν μὲ τὴν μελαγχολικὴ μελῳδία τους τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγορᾶς, τίποτε δὲν θ’ἀπόμενε νὰ δείχνῃ πὼς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦταν τὸ κέντρο μιᾶς ὁλοζώντανης μεγαλουπόλεως. Οἱ καταστηματάρχες τῆς ὁδοῦ Λόβερκραφτ δὲν εἶχαν ἐκεῖνο τὸ χειμωνιάτικο πρωινὸ ἰδιαίτερους λόγους νὰ δείχνουν εὐχαριστημένοι: τὸ τελευταῖο μισάρωρο τὰ ῥολὰ στὶς βιτρίνες τῶν μαγαζιῶν τοῦ ἐμπορικώτερου δρόμου τῆς Νομανσλάνδης ἔμοιαζαν μὲ τὰ στημένα κομμάτια τοῦ ντόμινο ποὺ πέφτουν στὴν σειρὰ σπρωγμένα διαδοχικὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ ἄλλου. Πράγματι, μόλις ὁ φύλακας τοῦ μεγάλου κινηματοθέατρου στὴν διάστιξι τῶν ὁδῶν Λόβερκραφτ καὶ Γουόλπουργκις κλείδωσε τὴν βαριὰ σιδεριὰ ποὺ ἀμπάρωνε τὴν δυσθεόρατη τζαμαρία τοῦ καταστήματος, οἱ ὑπόλοιποι μαγαζάτορες, λὲς καὶ περίμεναν κάτι τέτοιο γιὰ σύνθημα, ἄρχισαν ὁ ἕνας μετὰ τον ἄλλον νὰ κατεβάζουν ῥολὰ καὶ νὰ κλειδαμπαρώνουν εἰσόδους.Τὸ παράδοξο αὐτὸ κῦμα χρειάστηκε μόλις τριάντα λεπτὰ τῆς ὥρας γιὰ νὰ διανύσῃ ὅλη τὴν ἀπόστασι ἀπὸ τὴν διασταύρωσι τοῦ μεγάλου κινηματοθεάτρου στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Λόβερκραφτ μέχρι τὸ νούμερο 216 στὸ ἄλλο ἄκρο της. Ἔτσι ὅταν ὁ ταμίας τοῦ ἐστιατόριου «Λότζ» ἔχοντας μόλις κλειδώσει τὴν πόρτα τοῦ πιὸ φημισμένου ἀριστροκρατικοῦ στεκιοῦ τῆς πόλεως ἔβαζε πλώρη γιὰ τὸ σπίτι του καθὼς τίναζε ἀπὸ τὸ πέτο τοῦ σακκακιοῦ του ἕνα μικρὸ ξερὸ φυλλαράκι ποὖχε πέσει ἐκεὶ ἀπὸ τὴν γέρικη ἀκακία στὴν ὁποία δικαιωματικὰ τὰ τελευταῖα πενήντα χρόνια ἀνῆκε ἡ ἀριστερὴ γωνιὰ τοῦ πεζοδρομίου, δὲν εἶχε καὶ πολὺ καθαρὸ μυαλὸ γιὰ νὰ παρατηρήσῃ τὸν ξεχασμένο ἔξω ἀπὸ τὸ κατάστημα μαυροπίνακα μὲ τὸ μενοῦ τῆς ἡμέρας. Ἤ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶχε ἁπλῶς ὄρεξι γιὰ ἐπιπλέον καθυστέρησι. Ὅπως καὶ νἆχε τὸ πρᾶμα ὅποιος ἐκεῖνο τὸ πρωινὸ εἶχε τὴν κακὴ ἰδέα νὰ περάσῃ ἔξω ἀπὸ τὸ 216 τῆς ὁδοῦ Λόβερκραφτ μποροῦσε, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐπιγραφὲς τῶν κλειδαμπαρωμένων καταστημάτων, νὰ διαβάσῃ μὲ μεγάλα κεφαλαῖα γράμματα, καμωμένα ἀπὸ φτηνὴ σχολικὴ κιμωλία, καὶ τὸ -καθόλου φτηνὸ- πιάτο τῆς ἡμέρας τοῦ «Λὀτζ». «ΤΟΥΡΜΠΟΝ ΜΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ» διάβασε ἀπὸ μέσα του χωρὶς νὰ μπορέσῃ νὰ συγκρατήσῃ ἕνα ἀνθυπομειδίαμα ποὺ φανέρωνε μιὰ κάτασπρη λευκὴ γραμμὴ πίσω ἀπὸ τὴν ῥοδαλὴ αὐλαία τῶν χειλιῶν του κι ὕστερα ἔμεινε σταματημένος μπροστὰ ἀπὸ τὴν βιτρίνα ἑνὸς βιβλιοπωλείου, σὰν νὰ μποροῦσε νὰ διαβάσῃ τοὺς τίτλους τῶν βιβλίων πίσω ἀπὸ τὸ μεταλλικὸ ῥολὸ μὲ τὴν ἴδια ἄνεσι ποὖχε διαβάσει τὰ λευκὰ γράμματα τοῦ μαυροπίνακα. «Γιὰ δές!» ἀκούστηκε ξαφνικὰ μιὰ γνώριμη φωνὴ πνιγμένη σὲ δυνατὰ χάχανα.»Ὁ παλιόφιλος ὁ Κλὶν Σέβαν ἔχει τρελλαθῆ τελείως! Κάθεται καὶ χαζεύει μιὰ ὁλοσδιόλου ἀόρατη βιτρίνα!». Ἡ ἐντυπωσιακὰ ταχυκίνητη πηγὴ αὐτῆς τῆς βροντερῆς φωνῆς εἶχε βγάλει τὸ καπέλλο της σ’ἔνδειξι χαιρετισμοῦ κι εἶχε τώρα πλησιάσει γιὰ τὰ καλὰ τὸν νεαρὸ περαστικό. «Πόσο καιρὸ ἔχουμε νὰ σὲ δοῦμε στὸ ἀμφιθέατρο, Κλίν;»συνέχισε στὸν ἴδιο τόνο καθὼς ἡ παλάμη του προσγειωνόταν φιλικὰ στὸν ὧμο τοῦ φίλου του. «Σὲ νομίζουμε πιὰ γιὰ πεθαμένο!» εἶπε τελικὰ κι ἕνα νέο κῦμα γέλιου ἐκτοξεύτηκε πρὸς τὴν μεριὰ τοῦ ἄλλου μαζὶ μὲ μερικὲς πιστιλιὲς σάλιου. «Μπάυρον Χάουσμαν!» ἀναφώνησε ὁ ἄλλος σὰν νὰ προσπαθοῦσε τόση ὥρα νὰ καταλάβῃ ποιός τοῦ μιλοῦσε. «Ὄχι, μὰ τὰ δώδεκα βαρέλια μπύρας ποὺ σπάσαμε πέρυσι στὶς μπυραρίες τῆς Γουόλπουργκις, δὲν τρελλάθηκα ἀκόμη παλιόφιλε! Ἁπλῶς μ’ἀρέσει πολὺ αὐτὸς ὁ καταραμένος ὁ ἀκκορντετονίστας κι εἶπα νὰ στηθῶ ἐδῶ στὴν γωνιὰ νὰ τὸν ἀκούσω λίγο». «Πάντα ὁ ἴδιος Κλίν!» φώναξε ὁ ἄλλος μὲ τὸ μόνιμα ἐνθουσιῶδες ὕφος του. «Μὰ γιὰ ποιὸν ἀκκορντεονίστα μοῦ μιλᾷς λοιπὸν διαολεμένε;» ῥώτησε ὑψώνοντας τὸ δάχτυλο πρὸς τὴν μεριὰ τῆς ἀκακίας. «Γι’αὐτὸν ἐκεῖ ποὺ τὸν μαζεύουνε σὰν ἀδέσποτο κουτάβι;». Ὁ Κλὶν γύρισε τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ κεῖ ποὺ τοῦ ‘δειχνε ὁ συμφοιτητής του. Πράγματι, μιὰ περίπολος βλοσυρῶν Τσαλντεάνων μὲ στολὲς γεμᾶτες ἀστραφετρὰ κουμπιὰ ποὺ γυάλιζαν στὸν χειμωνιάτικο ἥλιο τραβοῦσε ἀπὸ τὰ χέρια τὸν κακόμοιρο μουζικάντη. Ἐκεῖνος ἐπιχειροῦσε ν’ἀντισταθῇ ξεφεύγοντας κάποτε κάποτε μέσα ἀπὸ τὶς χεροῦκλες τῶν ἀπειλητικῶν μουστακαλήδων, μὰ στὸ τέλος φαίνεται πὼς κατάλαβε τὸ μάταιο τῶν προσπαθειῶν του κι ἀφέθηκε στὶς διαθέσεις τῶν διωκτῶν του ποὺ τώρα τὸν ἔσερναν μακρυὰ ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ πεδίο τῶν δύο ἀργόσχολων νεαρῶν. «Μά τί συμβαίνει;» ῥώτησε ὁ Κλὶν μὲ ἀληθινὴ ἀπορία ζῳγραφισμένη στὸ λεπτεπίλεπτο, σχεδὸν κοριστίστικο, πρόσωπό του. «Ἄλλο πάλι καὶ τοῦτο!» κραύγασε ὁ Μπάυρον! «Μὴ μοῦ πῇς ὅτι δὲν γνωρίζεις πὼς σὲ λίγο ὁ δρόμος θὰ γεμίσῃ μὲ ἅμαξες, ἄλογα, περοῦκες, λόρδες καὶ κάθε λογῆς λογῆς μασκαραλίκια! Ξύπνα, Κλίν, ποῦ ζῇς; Δικάζεται ὁ Ῥῆτζεντ σήμερα ἀπὸ τὸ συμβούλιο τοῦ Ντῖν!». Κι ἔτσι ὅπως μιλοῦσαν οἱ δυὸ φίλοι οὔτε ποὺ τὸ πῆραν χαμπάρι ὅτι κόντευαν σὲ λίγο νὰ φτάσουν σὲ κεῖνες τὶς μπυραρίες, γιὰ τὴν ἀποκατάστασι τῶν ζημιῶν τῶν ὁποίων οἱ καημένοι οἱ πατεράδες τους εἶχαν πληρώσει πέρυσι τὸ διόλου εὐκαταφρόνητο ποσὸ τῶν ἕξι χιλιάδων μπρικιῶν σὲ νομίσματα τῶν πεντακοσίων, παναπῇ μὲ μιὰ ντουζίνα χάρτινα πορτραῖτα τῆς Αὐτοῦ Μεγαλιότηταος, τοῦ Τσίνγκ. Στὴν ὁδὸ Λόβερκραφτ 216 κινοῦνταν μόνο τὰ τὰ κλαδιὰ τῆς γέρικης ἀκακίας κι ἡ σημαία στὴν πρεσβεία της Ἀπωνίας, ἕναν ὄροφο πάνω ἀπὸ τὸ ἐστιατόριο «Λότζ».

  239. παροράματα λόρδες—λόρδους
    τελευταία φράσι: μεταξὺ τοῦ «κινούνταν» καὶ τοῦ «μόνο»νὰ προστεθῇ «τώρα».

  240. ἐπίσης: ὁλωσδιόλου

  241. Immortalité said

    Φιρί φιρί το πας Κορνήλιε να φτάσει η αγωνία μέχρι την Απωνία.
    Σε λίγο τη Δίκη του Ρήτζεντ θα τη μοιράσει η Κ.Ε. 😉

    Α! και αύριο επειδή είναι Κυριακή δικαιούμαστε δύο συνέχειες. Ετσι;

  242. Ὤχ τώρα κατάβα ὅτι ἔπρεπε νὰ γηράψω «Δότζ». Κρτάω ὅμως τὸ Λὸτζ κι ἐπιφυλάσσομαι γιὰ προσεχῆ ἐκμετάλλευσι τοῦ «Δὸτζ». Μόλις μοῦ ἦρθε μιὰ ἰδέα σχετικὰ ποὺ τὴν ἐμπνεύστηκα ἀπὸ τὸν πλανήτη τῶν πιθήκων (Δύτη, ἀκοῦς;).

    Ἴμμόρ, λὲς νὰ ἀντικαταστήσουν τὰ χρονικὰ τὴς Νομανσλάνδης τὸν ἰό;

  243. Τώρα ποὺ τὸ σκέπτομαι δὲν ἀρκεῖ ὁ κατάλογος προσώπων, τὰ κείμενα χρειάζονται καὶ ὑποσημειώσεις. Δηλαδὴ ἂν τύχῃ νὰ τὸ διαβάση κάποιος ἀμύητος ποῦ νὰ καταλάβῃ τὶ σημαίνει «στὴν διάστιξι τῶν ὁδῶν» ἢ «ὅπως ὁ Κικέρων στὰ καταλανικά». Κάποιος μακρινὸς ἀπόγονος τοῦ Σαραντάκου ποὺ θὰ ἀναδιφᾷ στὴν ἱστολογικὴ λογοτεχνία τῶν ἀρχῶν τοῦ 21ου αἰῶνος θἄχῃ πολλὴ δουλειά! 🙂

  244. Λοιπόν, η Σοφία και ο Κορνήλιος (μέχρι ΚΑΙ το τελευταίο απόσπασμα) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Η Ροδιά αύριο. Η Ανθολογία ολοκληρώνεται!

  245. Immortalité said

    @242 παρ. 2 Δεν εννοούσα αυτό προβοκάτορα! 🙂

  246. ΣοφίαΟικ said

    Κι από μένα ΟΚ.
    Συμφωνώ με τον Κορνήλιο, ομως, όλα αυτά χρειάζονται επεξηγήσεις. Δε στεκουν μονα τους.

  247. Ωραία, Σοφία θα βάλω και το δικό σου. Μια ερώτηση μόνο: θέλεις να το υπογράφεις σαν «ΣοφίαΟικ» ή θέλεις κάτι διαφορετικό; (τον Κορνήλιο και τη Ροδιά δεν τους ρώτησα, γιατί έχουν τα blog τους και με αυτά τα ονόματα παρουσιάζονται, οι άλλοι βάζουμε τα κανονικά μας ονόματα, εσύ μπορεί να θέλεις να το αλλάξεις – ή να το διατηρήσεις).

    Και βέβαια χρειάζονται επεξηγήσεις. Και καμία επεξήγηση δεν είναι καλύτερη από τις ίδιες τις σελίδες του Νικοκύρη, στις οποίες παραπέμπω με συνδέσμους στο blog μου. (Προφανώς δε θα μπορούσα να τις αντιγράψω ολόκληρες).

  248. ΣοφίαΟικ said

    Μα φυσικά, αυτό είναι το ιντερνετονομά μου, για την ώρα.

  249. πάντως εἶναι συκινητικὸ νὰ βλέπῃς ὅτι τὸ καναπουτσὰρ πλέον γουγλίζεται! αἰσθάνεσαι ὅτι κάτι θ’ ἀφήσῃς πίσω σου φεύγοντας ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο καὶ προσωρινὸ κόσμο! 🙂

  250. τὸ καναπουτσὰρ πλέον γουγλίζεται!

    Σοβαρά; Πάω να δω!

  251. rodia said

    Καλημερα παιδια! 🙂

    231. 244. Γιωργο, το ειδα! Ωραιο!
    ..το πρόβλημα ειναι οτι πρεπει να το παρω πιο σοβαρα το ζητημα…
    Ενα παλιό ομαδικο πείραμα εδώ: http://february2006.blogspot.com/

  252. στὸ μεταξὺ βλέπω πῶς μερικὰ παροράματα μποροῦν νὰ αῖναι καὶ δημιουργικά. ἔγραψα πιστικίες, ἤθελα νὰ γράψω πιτσιλιές, βλέπω ὅμως ὅτι θὰ ταίριαζε καὶ πιστολιὲς (ἢ μήπως καναπουτσαριές;)

  253. voulagx said

    «..ενώ η σύζυγός του, Σιρίν, κατέχει την εταιρεία τηλεφωνίας Orange και είναι η βασικός παροχέας Ιντερνετ στη χώρα.»
    Απο την «Ε»: http://www.enet.gr/?i=news.el.kosmos&id=244063
    Ας αποφασίσει το Συμβούλιο του Ντιν για την πολιτογράφηση της «βασικού παροχέως».

  254. Παιδιά, το blog τώρα είναι πλήρες. Ελέγξτε τα κείμενά σας αν μου έχει ξεφύγει τίποτα.

  255. Τὸ ῥαμόνι, Ἄρσον, τὸ ῥαμόνι. Ὁ Μπλὲντ ἀπὸ τὴν πύλη. Ὁ Ῥεβινστὶκτ ἀπὸ τὴν πύλη. Μὲ τοὺς ὑπηρέτες. Μὲ τὶς περοῦκες. Μὲ τὰ γοβάκια καὶ τὶς κορδέλλες καὶ τὰ μπαστουνάκια καὶ τὰ βαριὰ χαλιὰ τῶν διαδρόμων, μὲ τὶς ἀτελείωτες σειρὲς τῶν κάδρων στοὺς τοίχους, μὲ τὰ φῶτα τῶν πολυελαίων, μὲ τὰ φῶτα τῶν παραθύρων μὲ τὰ φῶτα τῶν φλάς. Μὲ τὶς ἅμαξες. Μὲ τὶς ὑποκλίσεις. Μὲ τὸ πρωτόκολλο. Τὸ ῥαμόνι, Ἄρσον, τὸ ῥαμόνι. Μὲ τὶς τεθωρακισμένες κοῦρσες. Μὲ τοὺς φουσκωτοὺς ποὺ φορᾶνε μαῦρα γυαλιά κι ἀνοίγουν τὶς πόρτες καὶ σκύβουν μέχρι τὴν ἄσφαλτο –πῶς τὸ κάνουν;– καὶ βλέπεις τὴν μέση τους καὶ νομίζεις θὰ σπάσῃ καὶ βλέπεις τὸ σκίσμο τοῦ σμόκιν καὶ θαρρεῖς ὅτι χράτς! θ’ἀνεβῇ μέχρι τὸν σβέρκο καὶ βλέπεις τὸ βάδισμά τους καὶ σοῦ ‘ρχεται ἀναγούλα καὶ ψάχνεις νὰ φτύσῃς καὶ ψάχνεις ποῦ νὰ φτύσῃς καὶ νὰ μὴ λερωθῇ τὸ σάλιο σου καὶ βλέπεις τὰ σιδερένια κάγκελλα μὲ τὸ οἰκόσημο καὶ βλέπεις πάνω πάνω ποὺ τὰ κάγκελλα καταλήγουν μυτερὰ σὰν λόχγες κι ἀρχίζεις καὶ λογαριάζεις κι ἀρχίζεις καὶ μετρᾷς μὲ τὰ δάχτυλα ποιοὺς νὰ πρωτοκαρφώσῃς σ’ἐκεῖνες τὶς μύτες κι ἀρχίζεις καὶ φαντάζεσαι ἤδη τὸ αἷμα τους νὰ τρέχῃ, νὰ τρέχῃ, Ἄρσον, πάνω στὸ πεζοδρόμιο καὶ νὰ κυλάῃ μέσα στ’ἀυλάκια, μέσα στοὺς ἁρμοὺς γύρω γύρω ἀπὸ τ’ ἄσπρα πλακάκια καὶ βλέπεις ποὺ τώρα σκύβουν μὰ τὰ μάτια τους εἶναι γεμᾶτα τρόμο κι ὲσὺ χαίρεσαι, Ἄρσον –ἢ δὲν χαίρεσαι Ἄρσον;– κι ἐσὺ βλέπεις Ἄρσον ἢ δὲν βλέπεις Ἄρσον; Δὲν βλέπεις Ἄρσον, ἐσὺ δὲν βλέπεις τὴν πύλη, ἐσὺ δὲν βλέπεις τοὺς ὑπηρέτες μὲ τὶς περοῦκες, δὲν βλέπεις τὴν παρέλασι τῶν κάδρων στοὺς τοίχους τοῦ διαδρόμου, ἐσὺ μόνο ἀκοῦς, Ἄρσον, ἐσὺ δὲν βλέπεις, ποῦ νὰ δῇς μέσα στὸ σκοτάδι, ἐσὺ ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, Ἄρσον, ἐσὺ στὴν ζούλα, ποὺ σὲ μπάζει ὁ σταυλίτης, κι εἶναι μιλημένος, δὲν θὰ μιλήσῃ, δὲν τὸν βολεύει νὰ μιλήσῃ, τὸ ξέρεις, καὶ σέρνεσαι στὶς κατακόμβες καὶ γδέρνεις τὰ γόνατά σου, πάντα τὰ γδέρνεις, Ἄρσον, κάθε φορά, δὲν μπορεῖςνὰ μὴ τὰ γδάρῃς,, τί νὰ φορέσῃς νὰ μὴ γδέρνεσαι, δὲν μπορεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ φορέσῃς ἐπιγονατίδες, πῶς θὰ σέρνεσαι μετά, ἔχεις κι ἐκείνη τὴν σφαῖρα ἀκόμη μέσα σου, κι ὅλο σέρνεσαι καὶ σέρνεσαι , ἐσὺ δὲν βλέπεις, ἐσὺ μόνο ἀκοῦς, τι νὰ δῇς μέσα στὴν σκοταδίλα, ἐσὺ μόνο ἀκοῦς, κι ἀκοῦς ἀκόμη τὶς κραυγές τῶν παλιῶν καταδίκων κι ὅλο σέρνεσαι μέσα στὰ παλιὰ μπουντρούμια στὰ ὑπόγεια κι ἀπὸ πάνω τὰ κάδρα κι ἀπὸ πάνω τὰ χαλιὰ κι ἀπὸ πάνω οἱ πολυέλαιοι κι ἀπὸ πάνω τὰ μπαστουνάκια καὶ τὰ φλὰς κι οἱ φουσκωτοὶ μὲ τὰ γυαλιὰ καὶ τὰ σκισίματα στὰ σμόκιν κι ὲσὺ μόνο σέρνεσαι καὶ τὸ ξέρεις ποὺ σὰ θὰ φτάσῃς στὸ μεγάλο μεσαιωνικὸ μπουντρούμι θὰ τὸν δῇς, Ἄρσον, καὶ θἆναι ἐκεῖ μπροστά σου ντυμένος μὲ μιὰ μαύρη μάλλινη κάππα σὰν τὸν τελευταῖο τσομπάνη τῆς Νομανσλάνδης καὶ πάνω στὸ κεφάλι του θὰ φοράῃ ἕνα μεγάλο σκοῦφο καὶ θἆναι ἴδιος καλόγερος μὲ τὸ ἄσπρο του τὸ μοῦσι, Ἄρσον, ἔτσι θἆναι, πῶς ἀλλιῶς; Τί θέλεις, Ἄρσον, νἄρχεται γιὰ σένα ντυμένος μὲ τὴν μεγάλη του στολή; Νὰ φοράῃ τὸ στέμμα του, Ἄρσον; Τί θέλεις λοιπόν, πές το! Θέλεις νἄρχεται καὶ νἆναι ὅπως πάνω στὰ μπρίκια, ὅπως πάνω στὰ δέκα ἑκατομμύρια θὲς νἆναι; Θὲς μήπως νὰ φοράῃ καὶ τὰ γάντια του Ἄρσον; Πάντα ἔτσι θἄρχεται Ἄρσον. Δὲν μπορεῖ νἄρχεται ἀλλιῶς γιὰ νὰ σὲ δῇ. Καὶ θὰ σοῦ λέῃ«κάψε». Κι ἐσὺ θὰ καῖς. Καὶ θὰ σοῦ λέει «σκότωσε». Κι ἐσὺ θὰ σκοτώνῃς. Καὶ θὰ σοῦ λέῃ «κλέψε». Κι ἐσὺ θὰ κλέβῃς. Κι ἡ φάτσα σου θὰ κρέμεται παντοῦ σὲ παλιόχαρτα κι ἀπὸ κάτω θὰ γράφῃ «ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ», πάντα θὰ γράφῃ «ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ» τί ἄλλο θὲς δηλαδὴ νὰ γράφῃ, Ἄρσον; Θὰ γράφῃ «ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ» κι ἐσὺ πάλι δὲν θὰ δίνῃς δεκάρα τσακιστή, γιατὶ ὑπάρχει ἐκεῖνος, Ἄρσον, ἐκεῖνος μέσα στὴν μαύρη κάππα, ἐκεῖνος μέσα στὸ σκοτεινὸ μπουντρούμι, ἐκεῖνος πάνω στὰ δέκα ἑκατομμύρια καὶ θὰ μυρίζῃς ξανὰ μέχρι καὶ τὰ χνῶτα του, καὶ θὰ παρατηρῇς ξανὰ τὶς ῥυτίδες του στὸ φῶς τοῦ κεριοῦ καὶ θὰ σιχένσαι καὶ πάλι. Ὅμως τώρα κάτι μπορεῖ νὰ γίνῃ, Ἄρσον. Ποιός ξέρει; Ἴσως νὰ πιάσαν τόπο τὰ λεφτά. Ἴσως ἡ μούρη του νὰ χρησίμεψε καὶ σὲ κάτι. Τὸ ῥαμόνι, Ἄρσον, τώρα θἆναι δικό σου. Τὸ ῥαμόνι. Τώρα θὰ χλομιάσῃ ἐκεῖνος. Τώρα ἐκεῖνος θὰ συρθῇ. Τὸ ῥαμόνι, Ἄρσον. Τώρα μόνοι. Ἐσὺ κι αὐτός.

  256. sarant said

    Καταπληκτικό, τα σέβη μου!

  257. Κορνήλιε, υπέροχο.

  258. fileasphogg said

    Προσκυνώ και εγώ Κορνήλιο. Όλοι μαζί να τον προτείνουμε για το ετήσιο βραβείου του κληροδοτήματος Μπραντ* – αυτό χρηματοδότησε και τον μοχθηρό Άρσον όταν ήταν φοιτητής.

    *Brandstiftung ;p

  259. sarant said

    Φιλέα, πολύ καλό λογοπαίγνιο 🙂

  260. τὴν Ἰμμόρ δὲν βλέπω καὶ ἀνησυχῶ…πῶς μπορεῖ νὰ γράψῃ κάποιος χωρὶς τὴν μοῦσα του; 🙂

  261. Immortalité said

    @260 Έλα! που με δουλεύεις ψιλό γαζί! 😛
    Αφού ξέρεις ότι σε παρακολουθώ ανελλιπώς και επισημαίνω ότι έχεις κλείσει εικοσιτετράωρο από την προηγούμενη (εξαιρετική) συνέχεια.

  262. ΣοφίαΟικ said

    Εύγε Κορνήλιε!

  263. sarant said

    Νέο μεγάλο απόκτημα της Νομανσλάνδης, που το ψάρεψε ο Κώστας στα ηλΕπίκαιρα και το ανακοίνωσε στη Λεξιλογία:

    Από την άλλη πλευρά η αιγυπτιακή αντιπολίτευση φαίνεται διχασμένη. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Μοχάμεντ Ελ-Μπαραντέι κάλεσε τους Αιγύπτιους να συμμετέχουν ενώ ο Μουσλίμ Μπράδεργουντ που εκπροσωπεί τη μείζονα αντιπολίτευση, μίλησε με αμφισημία.

    Σκέτη Σφίγγα ο μίστερ Μπράδεργουντ!!

    Για του λόγου το αληθές:
    http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=10232&category_id=87

  264. fileasphogg said

    Χαχαχα..βρε το Μουσλίμ…μπτγ..ιδού το απόσπασμα το οποίο δίχως άλλο επεχείρησε να μεταφράσει ο μάστωρ του epikaira.gr :

    «But Egypt’s political opposition was divided over whether to join the protest – one leader, Mohamed ElBaradei, called on Egyptians to take part, but the Muslim Brotherhood, still the most powerful opposition movement, has been more ambivalent.

    Πηγή: http://www.bbc.co.uk/news/world-africa-12272836

    * Για να παραφράσω -υποτιθέμενο- απόφθευγμα του Hermann Goering

    «Οταν βλέπω τέτοιες μεταφράσεις, αφοπλίζω το καναπουτσάρ μου»

  265. Ο Μπασσέν ντε Λαντρ παρατήρησε προσεχτικά τον άνθρωπο που στεκόταν μπρος του. Ο Μπακς τον κοίταζε σχεδόν αδιάφορα, σχεδόν χωρίς να δίνει σημασία στον τίτλο και στην εξουσία του. Τίποτα δεν εξόργιζε τον κόμητα ντε Λαντρ όσο αυτή η αδιαφορία, ακόμα κι’ αν γνώριζε πως ήταν προσποιητή.
    Προσπάθησε να συγκρατήσει την δίκαιη οργή του. Είχε αναλάβει μια αποστολή και έπρεπε να την εκτελέσει. «Άκου, Μπακς», είπε. «Η βασίλισσα των Spades είναι στα σύνορά μας, έτοιμη να εισβάλλει. Την ίδια στιγμή οι σχέσεις μας με την Απωνία επιδεινώνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Αυτός ο μυστηριώδης D.E. …»
    «Τσεκάρισα τον D.E. και είναι καθαρός», τον έκοψε ξαφνικά ο σερίφης.
    Ο κόμης ντε Λαντρ δε μπόρεσε να κρατήσει άλλο την ψυχραιμία του. «Μη με διακόπτεις, Μπακς», γάβγισε. «Ξέρω πολύ καλά ότι είναι καθαρός! Αυτή είναι η δουλειά του! Να είναι καθαρός! Όμως ξέρουμε ότι είναι προδότης. Και δεν είναι ο μόνος!»
    «Αφού το ξέρετε…», είπε ο Τεν Μπακς, ατάραχος.
    Ο Μπασσέν ντε Λαντρ αγνόησε την ανεπαίσθητη ειρωνεία του συνομιλητή του. Μία φορά μπορούσε να χάσει την αυτοκυριαρχία του, δεύτερη θα ήταν ανεπίτρεπτο. Μετά θα έπρεπε να μιλήσουν τα καναπουτσάρ, και η αποστολή του δεν μπορούσε να το επιτρέψει – όσο κι’αν το λαχταρούσε. «Και αυτό μας φέρνει στους επαναστάτες, Μπακς, που είναι η δική σου ευθύνη. Που βρίσκεται ο Ρεβινστίνκτ, Μπακς; Που βρίσκεται ο Άρσον, Μπακς;» Πρόφερε τις λέξεις μία μία, αργά, κοφτά, σαν δέκα καναπουτσαριές στην καρδιά του σερίφη.
    Όμως εκείνος ατάραχος, σαν άγαλμα του Αγίου Γκράαλ. «Τους αναζητώ, κόμητα ντε Λαντρ» είπε απλά.
    Ο ντε Λαντρ τον κοίταξε με ελάχιστα κρυμμένη αηδία. Αν δεν είχε αυτή την καταραμένη αποστολή… Ο Τεν Μπακς ήταν κάποτε το πιο γρήγορο καναπουτσάρ σε ολόκληρη τη Δύση, αλλά τώρα πια κυκλοφορούσε με ένα από αυτά τα αναθεματισμένα περίστροφα στη ζώνη… Το μόνο πράγμα που ο κόμης σιχαινόταν περισσότερο ακόμα και από την αυθάδεια ήταν η τεχνολογία. Δεν ήταν παράξενο που ο σερίφης δε μπορούσε να πιάσει επαναστάτη ούτε για δείγμα. Με το περίστροφο περίμενε να τους πιάσει; «Μα γιατί ο Αυτοκράτωρ ανέχεται ακόμα αυτό τον άχρηστο;» – η σκέψη πέρασε από το μυαλό του μόνο για μια στιγμή, πριν φύγει κυνηγημένη με την ουρά στα σκέλια. Ποτέ, ποτέ, ποτέ ο κόμης ντε Λαντρ δεν θα αμφισβητούσε τις επιλογές του Αυτοκράτορος.

    Η Μουλίν ήταν εκνευρισμένη, και ο Φλάβιους Ζοζέφ είχε μάθει καλά πως όταν η Μουλίν του ήταν εκνευρισμένη έπρεπε πάντα να πηγαίνει με τα νερά της.
    «Λοιπόν;», ρώτησε η κοπέλλα. «Δυο μεραρχίες Τσαλντεάνων βρίσκονται πίσω μας και άλλες τρεις μπροστά μας. Πως θα φτάσουμε στην Απωνία; Θα βγάλουμε φτερά και θα πετάξουμε; Τι είμαστε, βουβάλια;»
    Ο Φλάβιους χαμογέλασε ανακουφισμένος. Τώρα θα την εντυπωσίαζε με την ευφυία του. «Είναι πολύ απλό, αγάπη μου. Θα περάσουμε μέσα από το δάσος».
    Η απάντησή της δεν ήταν αυτή που περίμενε. «Το δάσος; Για όνομα του Κρισέικς… είσαι τελείως τρελός;»
    Ο Φλάβιους Ζοζέφ άλλαξε χίλια χρώματα προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς προβλημάτιζε τόσο τη Μουλίν του. «Αν φοβάσαι τον Κλιν Σέβαν αγάπη μου…»
    «Ο Κλιν Σέβαν είναι φάντασμα, Φλάβιους. Και ξέρω καλά ότι δεν βρίσκεται στο δάσος».
    «Ε τότε τι; Ληστές; Με τούτο εδώ το καναπουτσάρ, Μουλίν, εγώ θα…»
    Η Μουλίν ήρθε και στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Σχεδόν τον άγγιζε. Του έκοψε την ανάσα. Η συνήθειά της να κυκλοφορεί γυμνή μέσα στη σκηνή του δημιουργούσε μια αναπάντεχη ταραχή – καμιά Απωνέζα δε θα έκανε ποτέ κάτι παρόμοιο, ούτε καν θα τολμούσε να το σκεφτεί.
    «Άντρες… Όλοι οι άντρες είσαστε ίδιοι! Το μόνο που σκέφτεστε είναι τα καναπουτσάρ σας. Θα χρησιμοποιήσεις το καναπουτσάρ σου στα ραμόνια, Φλάβιους;»
    Ώστε αυτό ήταν! Το κορίτσι του φοβόταν τα ραμόνια! Ο Φλάβιους Ζοζέφ ένιωσε ξαφνικά μια ακατανίκητη επιθυμία να την προστατέψει, να γίνει η ασπίδα της, το καναπουτσάρ της. «Όσο ζω, κανένα ραμόνι δε θα πειράξει έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά σου, αγάπη μου», της είπε γλυκά αλλά σταθερά.
    Η Μουλίν τον κοίταξε σαν να ήταν ούφο. «Ραμόνι, Φλάβιους; Δε θα με πειράξει κανένα…ραμόνι; Υπάρχουν πολύ πιο επικίνδυνα πράγματα από τα ραμόνια στο δάσος, Φλάβιους. Δεν έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για τη Ζωντανίνα;»
    Ο Φλάβιους Ζοζέφ γέλασε, αν και το γέλιο του αντήχησε στα αυτιά του ρηχό και κακομοιριασμένο. «Η Ζωντανίνα είναι απλά μια φήμη», είπε. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, σχημάτισε το σήμα του Σολούκα με τα δάχτυλά του.
    «Για εμάς τους Νομανσλανδιανούς, ο Ερμής ο Τριζμεζίστ είναι φήμη. Εσύ τι πιστεύεις, Φλάβιους; Είναι φήμη ο Ερμής ο Τριζμεζίστ;»
    Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πει η κοπέλλα του, και ήξερε ότι είχε δίκιο. «Εντάξει λοιπόν, η Ζωντανίνα είναι στο δάσος», είπε με προσποιητή ανεμελιά. «Για να δούμε λοιπόν τι θα λέει η Ζωντανίνα όταν θα δοκιμάσει το καναπουτσάρ μου…»
    Η Μουλίν σχεδόν ούρλιαξε από τα νεύρα. «Αν δεν ήμουν κορίτσι με αρχές, Φλάβιους, θα σου έλεγα που να βάλεις το καναπουτσάρ σου…»

    Ο Σκοτ Πόλαρ κατάφερε επιτέλους να ξεφορτωθεί τον αρχιδούκα Γκρήτινγκς στα σύνορα με την Απωνία. Δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει ο Γκρήτινγκς στα σύνορα, ούτε και που τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να απαλλαγεί από εκείνο το γαλαζοαίματο τενεκέ όσο γρηγορότερα γινόταν.
    Και αμέσως μετά, μια καινούργια αποστολή. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε να κάνει ο καινούργιος του εργοδότης στο Απαγορευμένο Δάσος, αλλά η σκέψη πως θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος Νομανσλανδιανός που θα έβλεπε ραμόνια από τον καιρό της βασιλείας του Τσινγκ του 0, παπού του σημερινού αυτοκράτορα, έκανε το αίμα του να κυλάει γρηγορότερα στις φλέβες του. «Μια πρόποση, Κάουαρντ Ρόμπερτ», είπε. «Ας χτυπήσουμε τα ποτήρια μας για τον Ροβιόλη».

  266. Φςςς… απίθανο. Καλά, αυτά τα καναπουτσάρ έχουν γράψει ιστορία.

  267. sarant said

    Πολύ καλό, πράγματι.

    Παρακαλούνται όμως οι χρονικογράφοι να εντάξουν και τον Μουσλίμ Μπράδεργουντ στην ιστορία (βλ. 263) να μη νιώθει περιθωριοποιημένος 🙂

  268. ΣοφίαΟικ said

    Τέτοιο διαμάντι τη Νομανσλάνδης, είναι δυνατόν να μην το εντάξουμε;

  269. Rodia said

    Προσκυνώ Κορνήλιε, προσκυνώ Γιώργο :))
    Με τόσες επικύψεις, πόνεσε η μέση μου πια!!!
    Θερμα καλωσορισματα για το νέο ήρωα Μουσλίμ Μπράδεργουντ, επίσης. Χρειαζόταν ένας ισλαμιστής, νές πα;

  270. ΣοφίαΟικ said

    «Πολυχρονεμένη Μεγάλη Αρχόντισσα…»
    «Ας αφήσουμε τις επισημότητες Τεν», είπε η Μουλίν. «Βλέπω ήρθες με παρέα», έδειξε τον ηλιοκαμένο άντρα που περίμενε δίπλα στην είσοδο. Την προσοχή της τράβηξε ο μανδύας του άγνωστου, γεμάτος κεντημένα χρυσά ραμόνια καθώς και το ολογραφικό σαρίκι του. Απέπνεε μια κομψότητα όλο εξωτiκή επιτήδευση που σπάνια έβρισκες στα μέρη της Νομανσλάνδης.
    «Ο Μουσλίμ Μπράδεργουντ, παιδικός φίλος από το σχολείο», εξήγησε ο Τεν Μπακς. «Και εκπρόσωπος των Ροβιολιστών στη Νομανσλάνδη».
    «Γνωριζόμαστε», είπε χαμογελώντας ο Μουσλίμ. «Είχαμε γνωριστεί στο ετησιο κυνήγι του ραμονιού που οργανώνει η βασίλισσα των Σπέιντς».
    «Μα τον Ερμή Τρισμεζίστ! Κύριε Μπράδεργουντ δεν σας αναγνώρισα χωρίς τη στολή βουβαλασίας! Ελάτε, ελάτε κι εσείς να ακούσετε το πρόβλημά μας. Ίσως μπορείτε να βοηθήσετε στο σχέδιό μας»
    ……………………………………………………
    Στη φυλακή ο λόρδος Κράουν βλαστημούσε την ατυχία του. Πώς να καταστρώσει απόδραση με έναν επιπόλαιο σκηνοθέτη, έναν μουσικό μισοτρελλαμένο από το φόβο του, έναν εμπρηστή, τον Ρήτζεντ το ρεζίλι του συντάγματος και τον ημιαόρατο άνθρωπο, που ακόμα δεν είχαν καταφέρει να δουν;
    Στο βάθος του κελλιού ο Ρήτζεντ αναστέναζε βαριά για τη μοίρα του και τραγουδούσε ένα παλιό σουξέ της Νομανσλάνδης, συνθεση του Μποχεμιάν που ακούγοντάς το ξέσπασε σε ηχηρούς λυγμούς:
    Αι βουβαλάκι πετάς, κύκλους κάνεις γελάς, μεθυσμένο
    Αι βουβαλάκι ι πετάς, πες μου πότε θα ‘ρθείς, περιμένω
    Ο πρίγκιπας Ρητζεντ δεν άντεχε να ακούει άλλο το κλάμα του Μποχεμιάν κι άρχισε να ψιθυρίζει ένα εμβατήριο απο τα χρόνια της διαγαλακτικής στρατιωτικής σχολής

    Να βγάλω το καναπουτσάρ, να πολεμάω
    Στα Υδρογονανθρακί σιμά και στη Λιμέρα πλάι
    Να πετσοκόβω Τσαλντεάνους
    Και Ταγιστές και Παπουνάνους
    Στης Ζωντανίνας τα βουνά
    Στάχτη θα γίνεις Άπωνα.

    Ο Λόρδος Κράουν άρχισε να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν μια κάποια λύση.

  271. ΣοφίαΟικ said

    Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ τον Μουσλίμ Μπράδεργουντ τον φαντάζομαι καπως σαν τον Πήτερ ο’Τουλ στο Λώρενς της Αραβίας.

  272. ΣοφίαΟικ said

    Διόρθωσή: Διαγαλαξιακή σχολή, φυσικά…

  273. Rodia said

    Γεια σου ΣοφίαΟικ με τα ωραία σου! 🙂

  274. sarant said

    170: Μα τον Τρισμεζίστ Μπράβο 🙂

  275. Rodia said

    274.
    270 μαλλον ήθελες να γραψεις.. 😉 Πάμε για το φοβερο νουμερο 300!!!

  276. sarant said

    275: Ε, ναι! (και αισίως γίναν 276 🙂 )

  277. Το πανηγύρι συνεχίζεται, οι ποιητές ανέβηκαν στα φτερωτά βουβάλια τους. (ΣοφίαΟικ, κρυμμένο το είχες αυτό το ταλέντο) 🙂

  278. Rodia said

    Κάτι εχω παθει.. έχω κομπλάρει με όσα καταπληκτικά ανεβαίνουν…
    Προς το παρόν, κρεμάω το καναπουτσάρ μου στον τοίχο και πάω να ταΐσω τα βουβάλια! 😉

  279. ΣοφίαΟικ said

    Δύτη, οι στίχοι με δυσκολεύουν, και φυσικά σε αυτά ένας είναι ο μάστορας,ο Κορνήλιος.
    Δυστυχώς, οι άλλες ασχολίες πληθαίνουν και δεν μπορώ να ασχοληθώ με το έπος όσο θα έπρεπε…
    Και τώρα γραφω γιατί θελω να φτάσουμε μέχρι το 300 αισίως.
    Κατα τ’αλλα φαντάζομαι επίσης τους Ροβιολιστές ελαφρώς σαν αντιπολίτευση αλλα και θρησκευτική ομάδα, κατι σαν τους μυημένους στα ελευσίνια μυστήρια, που προσπαθοπυν αν πετύχουν την αθανασία, με μεγάλο μυστηριο φυσικά το τι στο καλό είναι αυτός ο Ροβιόλης άνθρωπος ή όργανο (της τάξης). Φαντάζομαι και σύνθημα:
    Ροβιό-ροβιο-ροβιόλη άρχηγέ, δεν θα πεθά-πεθάνουμε ποτέ.
    Τέλος οάντων, πίσω στα πεζά…

  280. Immortalité said

    Βλέπω ότι τα πάτε όλοι πολύ καλά! Μπράβο μπράβο!
    Βέβαια δεν έχω καταλάβει τα βουβάλια αν σημαίνουν κάτι εκτός από βουβάλια. Με τόσα σχόλια,όλο και κάτι θα μου ξέφυγε…

    Οι απουσίες αυξάνονται επικίνδυνα…

  281. κι ἐγὼ εἶμαι ἀρκετὰ πιεσμένος. θὰ ὲπανακάμψω Δημήτριος μόλις ἀλαφρύνω λίγο. Σοφία, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια, ὅμως τὰ πᾷς μιὰ χαρά. ἡ ὀμορφιὰ στὸν στίχο εἶναι ἡ δυσκολία του. ῥώτα καὶ τὴν ἄλλη Σοφία ποὺ παίζει τοὺς στίχους στὰ δάχτυλα μὲ τὴν ἄνεσι ποὺ ὁ Μπὰξ χειρίζεται τὸ καναπουτσάρ του (ναί, μὲ αὐτὸ εἶχε πυρβολήσει τὸν Ἄρσον, ἀλλὰ δὲν λέω ἄλλα)

  282. sarant said

    280: Ιμόρ, τα βουβάλια είναι φτερωτά. Βγήκε από το buffalo wings, που είναι σπεσιαλιτέ και σημαίνει φτερούγες κοτόπουλου με μια σάλτσα, το οποίο κάποιος μετέφρασε «φτερά βούβαλου».

    Σπηρούνισε το φτερωτό βουβάλι
    και στα ουράνια χύθηκε μ’ ορμή
    με το καναπουτσάρ του στη μασχάλη
    και τη Μουλίν να του φωνάζει»Μη»!

  283. # 281 Κορνήλιε αυτό είναι μάλλον το καλύτερο κομπλιμέντο που μου έχουν πει τα τελευταία χρόνια!

  284. Rodia said

    281. Ατίθασση Μουλίν! 😉

  285. ΣοφίαΟικ said

    282: Καλό!
    Η Νομανσλάνδη μας κανει όλους ποιητές.

  286. sarant said

    Περιμένουμε όμως συνέχεια από τους πρώτους διδάξαντες.

  287. gregory690 said

    «Η Αμπάρο μου ψιθύρισε ότι γνώμη της ήταν πως έλειπαν μόνο ο Νέρων, ο Καμπρόν, ο Ιερώνυμος, ο Πάντσο Βίλα κι ο Μπάστερ κίτον.»( Το Εκκρεμες του Φουκο εκδ Ελ Γραμματα σελ 298)
    Ινδιάνος αντιστασιακός που κάποια στιγμή είδε όραμα τον Άγιο Γκράαλ, ο οποίος τον ενημέρωσε για το μάταιο του αγώνα του, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και άλλαξε το όνομά του από Τζερόνιμο σε Ιερώνυμος!

  288. #282 ἂν εἶναι ἀπὸ τὴν σιωπὴ τῶν πρώτων διδαξάντων νὰ βγαίνουν τέτοια κομψοτεχνήματα νὰ μὴ ξαναγράψουμε ποτέ. ὁ Νικοκύρης κι ἀπὸ ἄλλα 2-3 δείγματα ἔμμετρου λόγου ποὺ ἔδωσε ἔχει φλέβα ἐπική.

  289. sarant said

    287: Πολύ καλό, δεν το είχα υπόψη μου!

    288: Ευχαριστώ, αλλά αυτό μου φαίνεται «στρίβειν διά της φιλοφρονήσεως» 🙂

  290. Δὲν εἶχε νὰ κάνῃ μὲ τὸν Κρόουν. Ἡ στάσι μου ἀπέναντι σὲ ἄτομα τῆς συνομοταξίας του ξεκινοῦσε ἀπὸ πολὺ παλιά, ἀπὸ τὰ φοιτητικά μου, γιὰ νὰ μὴ πῶ ἤδη ἀπὸ τὰ μαθητικά μου χρόνια. Ὅταν οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς συνομηλίκους μου –ἐννοῶ ἐκείνους μὲ ἐγνωσμένα ἐνδιαφέροντα γιὰ κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴν εὕρεσι τοῦ καταλληλότερου νυχτερινοῦ στεκιοῦ ποὺ θὰ ἐξασφάλιζε ἄνοδο τῶν μετοχῶν τους στὸ χρηματιστήριο τῆς ἄγρας τῶν θηλυκῶν- ὅταν λοιπὸν οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁμηλίκους τοῦ κύκλου μου γέμιζαν τὰ ἐσωτερικὰ ντουβάρια τῶν δικῶν τους σπιτιῶν καὶ τὰ ἐξωτερικὰ τῶν ὑπολοίπων μὲ ἀφίσσες τοῦ Λένον ἢ τοῦ Λένιν (γιὰ μένα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν τὸ ἴδιο) καὶ φοροῦσαν τὸν ἔναστρο ἀ λὰ Τσὲ Γκεβάρα μπερέ τους ἢ τὴν μαύρη μπλούζα μὲ τὸ ἐγγεγραμμένο στὸν κύκλο Α ποὺ μισοκαλύπτοταν ἀπὸ τὶς μακρυὲς σὰν σκοῦπες κρεμαστὲς γενειάδες τους ἢ ἔτρεχαν ἀπὸ πορεῖα σὲ πορεία κρατῶντας ἄλλοτε μιὰ ντουντούκα κι ἄλλοτε κανένα πάκο μὲ μπροσοῦρες τῆς κακιᾶς πυρκαϊᾶς, ἐγὼ κλεισμένος στὸ ἡμισκότεινο (ἂς ὄψεται τὸ ἀπέναντι πενταώροφο τσιμεντούργημα) δωμάτιό μου ξεφύλλιζα τοὺς τόμους τῆς πεντάτομης εἰκονογραφημένης Εὐρωπαϊκὴς Ἱστορίας ἀναρωτώμενος (ὄχι χωρὶς γενναῖες δόσεις παραπόνου πρὸς τὴν ἐποχή μου) γιατί νὰ μὴ μπορῶ κι ἐγὼ νὰ βρῶ —ἔστω καὶ δυὸ-τρεῖς μόνο— ἀφίσσες ὅλων ἐκείνων τῶν προσώπων ποὺ μυστικὰ θαύμαζα κρυμμένος μακρυὰ ἀπὸ τ’ ἀδυσώπητα κι ἄγρια βλέμματα τῶν ντουντουκοφόρων καὶ μπροσουροφόρων φίλων μου. Ἄ ναι, τώρα πιὰ τὸ κρύβω μόνο γιὰ λόγους ἐπαγγελματικῆς ἐπιβιώσεως (καὶ μακάρι νἆταν αὐτὴ ἡ πιὸ ἐπονείδιστη καταγραφὴ στὴν ἐνοχλητικὰ ἀτέλειωτη λίστα τῶν αἰσχυντηλῶν συμβιβασμῶν μου) ὅμως τότε τὄκρυβα μὲ τὴν ἔνοχη συνείδησι τοῦ ἀρνισίθρησκου κι ἂς μὴν εἶχα ποτὲ θητεύσει σὲ κεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἦταν αὐτονόητη, αὐτοδίκαιη καὶ μόνη ἀποδεκτὴ στράτευσι. Ναί, οἱ δικοί μου ἤρωες δὲν ἦταν παρὰ μόνο αὐτό: Δικοί μου. Ἀπέναντι στὰ κομψὰ γυαλάκια τοῦ Τρότσκυ ἐγὼ ὄρθωνα τὸν παλιομοδίτικο λαιμοδέτη τοῦ Θιέρσου. Καὶ θἄθελα πολὺ νὰ τὸν ὀρθώσω κι ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τοῖχο τοῦ κρεβατιοῦ μου, ἂνδὲν ἦταν ἀδύνατον νὰ βρεθῇ μιὰ ἀφίσσα του σὲ κάποια ἀπὸ κεῖνα τὰ σχετικὰ μαγαζιά, τὰ τόσο πυκνὰ καὶ πολυάριθμα στὶς γειτονιὲς-στέκια-σφηκοφωλιὲς τῶν ἐν δυνάμει διωκτῶν μου. Ἀντὶ γιὰ τὸν μπερὲ τῆς κουβανικῆς ἐπαναστάσεως ἔψαχνα ἀπεγνωσμένα τὸ πρωσσικὸ κράνος τοῦ Βίσμαρκ, καὶ πάνω στοὺς τοίχους ἀπ’ τὰ στέκια ὅπου μ’ἐσερναν κάπου κάπου μὲ τὸ χέρι ποὺ δὲν κρατοῦσαν τὴν ντουντούκα, ἀντὶ γιὰ τὰ πορτραῖτα τοῦ Μπακούνιν καὶ τοῦ Κροπότκιν ὀνειρευόμουν τὶς προσωπογραφίες τοῦ Μέτερνιχ, τοῦ Κάιζερ Γουλιέλμου ἢ ἀκόμη καὶ -νὰ τ’ ὁμολογήσω;- κάποια προτομὴ τοῦ Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα. «Εἶσαι τρελὸς» ἢ κάτι τέτοιο μοὖχε πεῖ ὁ Μπάξ, ὅταν τοῦ μισοαπαοκάλυψα αὐτά μου τὰ βιώματα, κανὰ δυὸ χρόνια δηλαδὴ πρὶν ξαναβρεθοῦμε γιὰ τελευταία φορά, τὶς μέρες ἐκεῖνες. Ποῦ νὰ τὸ φανταστῶ! Μ’ ἔστειλαν στὴν Νομανσλάνδη νὰ καλύψω τὰ καινούργια ἐγκληματικὰ κατορθώματα τοῦ διαβόητου Ἄρσον καὶ βρέθηκα νὰ ἑτοιμάζω ῥεπορτὰζ γιὰ τὴν δίκη τοῦ Ῥῆτζεντ. Ὄχι, λοιπὸν δὲν ἔφταιγε ὁ Κρόουν, τὸ κακὸ εἶχε γίνει δεκαετίες πρὶν τὸν δῶ γιὰ πρώτη φορὰ μέσα σ’ἐκεῖνον τὸν νοσοκομειακὸ θάλαμο, στριμωγμένο ἀνάμεσα στὶς ἠλεκτρονικὲς συσκευές του καὶ σμπαραλιασμένο κάτω ἀπὸ τοὺς χιλάδες τόνους ψυχολογικῆς πιέσεως ποὺ τοῦ ἀσκοῦσε ὁ Μπὰξ κρατῶντας στὸ χέρι του καὶ ξεφυλλίζοντας συνεχῶς τὸ μυστηριῶδες μπλοκάκι του. Ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ μὴν ὁμολογήσω στὴν χαιρέκακη πλευρὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου -ἐκεῖνο τὸ μικρὸ κόκκινο διαβολάκι στὸν ἀριστερό μου ὦμο- ὅτι πολὺ τὸ φχαριστιόμουν τὸ ὅλο σκηνικό. Σκυλάκι τοῦ Μπὰξ ἔ; Ὄχι σκυλάκι, σκύλαρος, ντόμπερμαν. Γραφεῖο τύπου τῆς ἀστυνομίας; Ναι, γραφεῖο τύπου τῆς ἀστυνομίας. Ὄργανο τῆς ἐξουσίας; Ἀκόμη καλύτερα! Τὄχα ἔτοιμο τὸ ἄρθρο. Ὅταν θὰ συλλάμβαν τὸν Ἄρσον θὰ τὄβγαζα ἁπλῶς ἀπὸ τὸ συρτάρι μου. Τίτλος: «Κρεμάστε τον». Περίληψι: «Γιατί ἀργεῖτε;Γιατί δὲν τὸν κρεμάσατε ἀκόμη;». «Λοιπόν, Κρόουν θὰ μιλήσῃς ἐπιτέλους;» φώναξε ὁ Μπὰξ μὲ τὸ ὕφος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἦταν καὶ πολὺ πρόθυμος ν’ἀνεχθῇ ὁποιαδήποτε καθυστέρησι θὰ τοῦ παρέτεινε τὴν στέρησι νικοτίνης. «Τί ἦταν ὅλα αὐτά;. Γιατί ἦρθες καὶ μὲ βρῆκες στὸ καφὲ ἐκείνην τὴν ἡμέρα;». Ἀλλὰ ἀντὶ γι’ἀπάντησι ὁ Μπὰξ εἰσέπραξε μερικὰ εἰρωνικὰ σφυρίγματα στὸν ῥυθμὸ κάποιου γνωστοῦ σουξὲ τῆς ἐποχῆς ποὺ τώρα δὲν θυμᾶμαι. Ξεφύλλισε λίγο ἀκόμη τὸ μπλοκάκι του ὥσπου σταμάτησε σὲ μιὰ σελίδα καὶ τοποθέτησε πάνω της στὸν ἀντίχειρά του. «Σὲ παρακολουθεῖ ὁ γιατρὸς Μπράδεργουντ ἔτσι δὲν εἶναι;». Σφύριγμα. «Μάλιστα. Θέλεις νὰ βρεθῆτε στὸ ἴδιο κελλὶ ἢ προτιμᾷς κάτι μοναχικὸ στὸ στὺλ τοῦ θαλάμου σου;» συνέχισε ὁ Μπάξ. Σφύριγμα. «Ὁ πατέρας σου τὄμαθε πρὶν πεθάνῃ, ἔτσι δὲν εἶναι;». Σιωπή. «Ἀπὸ καρδιὰ πέθανε, ἔτσι δὲν εἶναι;». Σιωπή. «Κληρονομικὴ πάθησι, πραγματικὰ ἀτυχία! Ὁ Μπράδεργουντ δὲν ὑπέγραψε τὸ πιστοποιητικὸ θανάτου; Τοὔδωσες τίποτε, ἢ ψυχικὸ στὸ ‘κάνε;». Κραυγή. «Σκάσε κωλόμπατσε! Ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτε! Ἐμένα μοῦ εἶπαν νὰ ἔρθω νὰ σὲ βρῶ καὶ ἦρθα. Τί στὸ διάολο νομίζεις, ὅτι εἶχα ὄρεξι νὰ δῶ τὰ μοῦτρα σου;». Οἱ φλέβες στοὺς κροτάφους τοῦ λιπόσαρκου νεαροῦ πάλλονταν σὰν χορδὲς ξεκούρδιστης κιθάρας. Ὁ Μπὰξ χαμογέλασε καὶ πέταξε τὸ ὁλόλευκο μπλοκάκι πάνω στὸ ἠχεῖο-κομοδῖνο. «Ποιοί σοῦ εἶπαν νὰ μὲ βρῇς;». «Ἕνα παιδὶ ἀπὸ τὴν ὀργάνωσι. Ἤξερε ὅτι εἶσαι μέσα στὸ καφὲ κι ἤθελε νὰ σπάσῃ λίγη πλάκα». Ὁ Μπὰξ δὲν ἔδειχνε νὰ πείθεται γιὰ τὰ κίνητρα τοῦ «παιδιοῦ ἀπ’ τὴν ὀργάνωσι» . «Ὄνομα» ἔκανε ψυχρὰ ὁ ἐπιθεωρητής. «Σᾶς παρακαλῶ, κύριε, ἐπιθεωρητά, μὴν τὸν πειράξετε!» κλαψούρισε ὁ λόρδος κι ἄρχισε νὰ ῥουφᾷ τὴν μύτη του σὰν συναχωμένος. «Ὄνομα» ξανακούστηκε ἴδια κι ἀπαράλλακτη ἡ φωνὴ τοῦ Μπὰξ σὰν χτύπος ὀρειχάλκινης καμπάνας. Ὁ Κρόουν εἶχε σχεδὸν καταρρεύσει. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ πέσῃ στὸ κρεβάτι καὶ καθισμένος στὴν πλευρά του ποὺ κοίταζε πρὸς τὴν πόρτα κρέμασε τὰ χέρια του, σὰν νὰ μὴ τὰ ἔλεγχε πιά, καμπούριασε καὶ εἶπε: «Κλὶν Σέβαν. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ τὸν πειράξετε. Δὲν εἶναι σὰν κι ἐμένα. Εἶναι καλὸ παιδί».

  291. sarant said

    Άξιζε η αναμονή!

  292. ΣοφίαΟικ said

    Ουάου!

  293. Immortalité said

    Τρε ζολί Κορνήλιε!

  294. sarant said

    Και για να τον ενθαρρύνω, συμπληρώνω εκείνο το τετράστιχο που είχα γράψει προχτές:

    Σπηρούνισε το φτερωτό βουβάλι
    και στα ουράνια χύθηκε μ’ ορμή
    με το καναπουτσάρ του στη μασχάλη
    και τη Μουλίν να του φωνάζει «Μη»!

    Τριγύρω του πετούσαν Τσαλντεάνοι
    και ρίχναν σπιθονάκια φονικά
    Μα το καναπουτσάρ του φλόγες βγάνει
    και όλους τους βαρβάρους τους νικά

    Τον δέχτηκε ο Τσινγκ αυτοπροσώπως
    «Σε θέλω στο Συμβούλιο του Ντιν»
    «Μεγαλειότατε, χαμένος κόπος,
    αλλά ευχαριστώ πολύ δια την τιμήν»

    «Το μέγεθος, παιδί μου, δεν μετράει
    για όποιον ξέρει να το κουμαντάρ’»
    Μα κείνον πάντα θα τον τυραννάει
    που του ’λαχε μικρό καναπουτσάρ…

  295. Immortalité said

    @294 Δεν παλεύεστε με τίποτα! 🙂

    σπιθονάκια ;;;

  296. sarant said

    Σπιθονάκι φονικό, στα ραμόνια.

  297. Νικοκύρη, υπέροχο!!! Δεν ήξερα ότι είσαι και εσύ ποιητής!

    Θέλω να ενημερώσω ότι το blog της Νομανσλάνδης είναι και πάλι ολοκληρωμένο – και έβαλα και το δικό σου ποίημα.

    Επίσης να ενημερώσω ότι στο blog έχουμε ως τώρα σε 10 μέρες 221 θεάσεις από 8 χώρες σε 3 ηπείρους. Εσείς που έχετε πείρα από blogs, είναι καλά στατιστικά;

  298. Γιώργο, για αρχή καλά είναι 🙂 Σκέψου ότι όσοι ξέρουν το μπλογκ σου έχουν ήδη διαβάσει τα κείμενα εδώ. Εγώ σε έβαλα ήδη στο blogroll μου, πάντως 😉

    Ένα μπράβο για τις νέες συνεισφορές στη νομανσλανδιανή μυθολογία, στο μεταξύ. Θα έπρεπε και γω να είχα γράψει κάτι, αλλά αισθάνομαι τόσο καλυμμένος που προτιμώ το ρόλο του ευτυχούς αναγνώστη.

  299. Αχαχα κουμαντάρ’ λέει… πεθαίνω… Ελειπα όλη μέρα και μόλις γύρισα και βουαλά! Ο Νικοκύρης έχει όντως ταλέντο! (το έχω διακρίνει κι αλλού). Νικολόπουλε, έχει ποιητική φλέβα ο Σαραντάκος, ρώτα να μάθεις ποιός ήταν ο παππούς του…

  300. # αυτό το γράφω για να σας τη σπάσω με το σχόλιο 300 πριν το καπαρώσει άλλος! Πάω για ύπνο, έχω κάτι μαιλ αλλά θα απαντήσω αύριο, σόρρυ…

  301. sarant said

    Γιώργο-Σοφία, ευχαριστώ 🙂

    (301…)

  302. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἂν συνεχίσῃ νὰ γράφῃ ὁ Νικοκύρης ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι πρέπει νὰ πᾶμε νὰ γίνουμε κλέφτες γιὰ νὰ βγάλουμε τὸν ἐπιούσιον! 🙂

  303. To ξαναπέτυχα κάπου τυχαία και μου ήρθε το φλας! Για δες λέω, ο Παλαμάς είχε εμπνευστεί ως και τους Θνισιγενείς Ανύπαρκτους..

    Για του λόγου το αληθές διαβάστε:

    Χρωστάμε σ’ όσους πέρασαν
    θα ‘ρθουνε θα περάσουν
    κριτές θα μας δικάσουν
    ΟΙ ΑΓΕΝΝΗΤΟΙ ΝΕΚΡΟΙ.

    😉

  304. Προτείνω να καταχωρηθεί ως μότο της Νομασλάνδης, με την ένδειξη: ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

  305. «Η τελευταία δυσμενής εξέλιξις, όπως γνωρίζετε, ήταν η νίκη στας Απωνικάς εκλογάς του γνωστού λαϊκιστή ταραχοποιού Χοακίν ΑΝ Μουνια. Μία νίκη που εν πολλοίς ήτο προϊόν εκφοβισμού των ψηφοφόρων – θα ενθυμείστε το διαβόητον σύνθημα «Χοακίν ΑΝ Μουνια… Γιατί αν ΔΕΝ Μουνια…τότε θα μιλήσουν τα καναπουτσάρ!» Ο ΑΝ Μουνια κατάφερε να εκλεγεί «γενικός γραμματέας του κράτους περί των οικονομικών» – ο γνωστός ευφημισμός των Απώνων για τον πρωθυπουργόν τους, ανατρέποντας έτσι την φιλονομανσλανδιανήν κυβέρνησιν του Βισκόντ Λεβερχιούλμ. Επομένως πιστεύω ότι η μόνη λύσις που μας απομένει…»
    «Μην ανησυχείς καλέ μου Ρήτζεντ», διέκοψε τον δεκάλεπτο μονόλογο του αφοσιωμένου του υπηκόου ο αυτοκράτορας Τσινγκ. «Έχουμε ακριβώς τον κατάλληλο άνθρωπο». Με ένα νεύμα του, η βελούδινη κουρτίνα τραβήχτηκε και εμφανίστηκε μπροστά στο εμβρόντητο συμβούλιο του Ντιν ένας πανύψηλος μαύρος, με πολύχρωμη κελεμπία, κοκκάλινα γυαλιά, και μαύρο φέσι.
    «Γιο!, αδέρφια», είπε με τη βροντερή μπάσα φωνή του ο Μουσλίμ Μπρόδεργουντ. «Γύρισα. Δε χρειάζεται πια να ανησυχείτε για τίποτα».
    «Καλέ μου Μουσλίμ, κάνε μας περήφανους», απάντησε με την ψιλή, σχεδόν τσιριχτή φωνή του ο Αυτοκράτορας Τσινγκ. Το Συμβούλιο του Ντιν πετάχτηκε πάνω και άρχισε να χειροκροτεί μανιασμένα.

    Ο Τάλατ Μπλεντ καθόταν αμέριμνος πάνω σε ένα κορμό, καταμεσής του Απαγορευμένου Δάσους. Ξαφνικά, βήματα ακούστηκαν και μια κουκουλοφορεμένη φιγούρα εμφανίστηκε μπροστά του. Ο σκακιστής χαμογέλασε. «Τι νέα, Πράβο; Έμαθες που βρίσκεται ο λόρδος Κράουν;»
    Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε αινιγματικά, όπως συνήθιζε. «Τον έπιασαν οι Τωντονίδες», είπε. «Τον πηγαίνουν στο Παπουνάνε να τον παραδώσουν στη Βροντούμ».
    «Καλά, μερικοί βάρβαροι έπιασαν κοτζάμ λόρδο Κράουν; Δεν είχε μαζί το καναπουτσάρ του;»
    Ο Πράβο χαμογέλασε στραβά. «Όταν σου ρίχνονται πεντακόσιοι αγριεμένοι Τοντωνίδες με τα σπιθονάκια τους, δεν έχεις πολλές πιθανότητες να γλιτώσεις. Στο Παπουνάνε θα σημάνουν οι καμπάνες, πολύ φοβάμαι».
    «Μην ξεχνάς όμως ότι περιμένουμε ενισχύσεις».
    Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε ανέκφραστος. «Στην πατρίδα μου, την Πολωνία, έχουμε μια παροιμία», είπε. «Όπου ακούς πολλά κεράσια, να κρατάς μικρό καναπουτσάρ».
    Ο Τάλατ Μπλεντ χαμογέλασε ξαφνικά, σαν να θυμήθηκε κάτι αστείο. Έχωσε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε την αγαπημένη του σκακιέρα. «Μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις, νομίζω, προλαβαίνουμε μερικές γρήγορες».

    Λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω, ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ και ο Σκοτ Πόλαρ είχαν τα δικά τους προβλήματα. Απόκοσμα ουρλιαχτά μέσα στη νύχτα, κραυγές που έκαναν το αίμα σου να παγώνει… «Τι είναι όλα αυτά, Σκοτ;», ρώτησε ο σκηνοθέτης που είχε χλωμιάσει.
    «Μόνο ένα πράγμα μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά», αποκρίθηκε ατάραχος ο ατρόμητος εξερευνητής. «Η Ζωντανίνα έχει βγει για κυνήγι».
    «Και τι κυνηγάει η Ζωντανίνα;»
    «Εμάς, Κάουαρντ Ρόμπερτ»
    «Άγιε μου Γκράαλ…» ψέλλισε ο σκηνοθέτης, κίτρινος σαν το φλουρί.
    Ο Σκοτ Πόλαρ τον κοίταξε με μια ανεξήγητη ευθυμία. «Μην ανησυχείς, Κάουαρντ Ρόμπερτ. Δε θα κινδυνέψουμε».
    «Μα πως…;»
    «Έτσι», απάντησε ο εξερευνητής – ακριβώς εκείνη τη στιγμή έφταναν σε ένα ξέφωτο – δείχνοντάς του ένα λαμπερό κρυστάλλινο κτίριο που υψωνόταν μπροστά τους. «Ένα αγιοκαλύβι. Θα μείνουμε εδώ μέχρι να ξημερώσει».

    Την πρώτη φορά που την είχε δει να κρατάει καναπουτσάρ κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. «Μα Μουλίν, οι κοπέλλες δεν…» είχε αρχίσει να λέει. Εκείνη τον έκοψε, όπως συνήθιζε. «Αλήθεια, Φλάβιους; Οι κοπέλλες δεν; Τι, με πέρασες για καμιά Απωνέζα φλούφλισσα; Εγώ γεννήθηκα με το καναπουτσάρ στο χέρι». Ο Φλάβιους Ζοζέφ είχε αλλάξει δεκαπέντε χρώματα, αλλά δεν είχε πει τίποτα. Αγαπούσε την πατρίδα του, τιμούσε τις παραδόσεις… αλλά γι’ αυτή τη γυναίκα θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Τα πάντα!
    Τώρα η Μουλίν περπατούσε μπροστά του – απαράδεκτο, κι’ αυτό, αλλά τουλάχιστο έτσι μπορούσε να φυλάει τα νώτα της – κρατώντας στο ένα χέρι το καναπουτσάρ και στο άλλο μια μικρή βαλλίστρα. Ο Φλάβιους ήταν οπλισμένος σαν παραδοσιακός Άπωνας, με μικρό και μεγάλο καναπουτσάρ στα χέρια. Προχωρούσαν αλαφροπάτητα, σαν τα φτερωτά βουβάλια. «Αν μας ακούσει η Ζωντανίνα, όλα τα καναπουτσάρ μας δεν αξίζουν δυο λουμπέσα», σκέφτηκε. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο συνετός και προσγειωμένος απ’ όσο άφηνε τη Μουλίν να πιστεύει.
    Εκείνη τη στιγμή, στον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους ακούστηκε ένα στριγγό γέλιο. Πρόλαβε να ρίξει μια ματιά προς τα πάνω, και μετά έτρεχαν και οι δύο σαν τρελοί ανάμεσα στα δέντρα, με πρασινοκίτρινες μπάλες φωτιάς να σκάνε γύρω τους και δίπλα τους. «Μπουα χα χα χα χα», γέλαγε η Κακιά Φαλακρίνα, πετώντας ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων πάνω στη σκούπα της. «Γιατί τρέχετε, λουκουμάκια μου; Αφήστε με να σας μεταμορφώσω σε μοσχοπόντικες!»
    Ξαφνικά ένα χέρι τους έγνεψε από μια κουφάλα ενός δέντρου. «Εδώ, εδώ» άκουσαν μια ψιλή φωνούλα να λέει. Χωρίς να το σκεφτούν καθόλου, έτρεξαν και χώθηκαν μέσα στην κουφάλα.
    Χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να καταφέρουν να δουν μέσα στο ξαφνικό σκοτάδι – μέσα στην κουφάλα όμως έλαμπε ένα βιολετί φως. Ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι με πολύ χοντρή μύτη και ένα μονάχα πόδι τους κοιτούσε θλιμμένα. «Από δω, από δω, ακολουθήστε με», τους ψιθύρισε και άρχισε να τρέχει χοροπηδηχτά σε μια στενή κατηφορική σήραγγα. Ο Φλάβιους και η Μουλίν το ακολούθησαν. Η μαγεία μέσα στη σήραγγα ήταν τόσο πυκνή που ένιωθαν κάθε τρίχα στα σώματά τους να ορθώνεται.
    Μετά από ένα ταξίδι που φάνηκε ατελείωτο, βρέθηκαν ξαφνικά σε μια πελώρια αίθουσα, λουσμένη με ένα περίεργο χρυσοπράσινο φως που φαινόταν σαν να μην έρχεται από πουθενά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με μονοπόδαρα χοντρομύτικα ανθρωπάκια. Στο κέντρο της, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, στεκόταν ένας ψηλόλιγνος άντρας, με πράσινα κουρελιασμένα ρούχα και μακριά μαύρα μαλλιά. Φορούσε ένα πολύ ψηλό καπέλο που έμοιαζε με καμινάδα και στα χέρια του κρατούσε ένα κατάμαυρο βιολί. Μόλις τους είδε άρχισε ξαφνικά να παίζει έναν ξέφρενο σκοπό – τα ανθρωπάκια άρχισαν να χορεύουν τρελά, και μια ακατανίκητη επιθυμία για χορό άρχισε να γεμίζει τις καρδιές του Φλάβιους και της Μουλίν και μετά άρχισαν να χορεύουν, να χορεύουν, να στροβιλίζονται και να στροβιλίζονται…
    Κάποια στιγμή, μετά από ποιος ξέρει πόσες ώρες, ο βιολιστής σταμάτησε απότομα – ο Φλάβιους και η Μουλίν κατέρρευσαν ξεθεωμένοι. Τα ανθρωπάκια γύρω τους σταμάτησαν να χορεύουν κι’ αυτά, αλλά δε φαίνονταν καν να έχουν ιδρώσει.
    Ο βιολιστής τους κοίταξε και χαμογέλασε πλατιά – τα μισά του δόντια ήταν μαύρα και τα υπόλοιπα έλειπαν. «Καλώς ήρθατε στη χώρα μου», τους είπε. «Είμαι ο Ροβιόλης και αυτά εδώ είναι τα ραμόνια μου».

  306. rodia said

    Απίστευτο!!!!! Νά’σαι καλα Γιώργο, γέλασα με την ψυχή μου :))))
    Το τύπωσα και θα τα ξαναμελετήσω καλά καλά, ό,τι πρέπει για εναν υπέροχο ύπνο. Ευχαριστωωωωωωωωωω 😆

  307. sarant said

    Γιώργο, ξεκαρδιστικό, άψογο. Οι Ανύπαρκτοι σ’ ευγνωμονούν 🙂

  308. Immortalité said

    Μπράβο Γιώργο! 🙂

  309. Παιδιά, σας ευχαριστώ! Για αυτά τα σχόλια είναι που συνεχίζουμε τον αγώνα μας… 🙂

  310. «Κύριε, τὸ ῥόζ σας πουκάμισο εἶναι στὰ ἄπλυτα». «Κύριε, ὁ ἀμαξᾶς ἀπὸ τὸ Μέγαρο Μούτινγκ εἶναι ἔξω καὶ σᾶς περιμένει». «Κύριε, μιὰ κοπέλλα στέκεται στὴν πίσω πόρτα καὶ θέλει λέει νὰ σᾶς δῇ ἐπειγόντως!». Ὁ Κρισέικς δὲν ἤξερε γιὰ ποιόν ἀκριβῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς λόγους ποὺ τοῦ ἀνακοίνωναν κάθε δύο-τρία λεπτὰ τὰ μέλη τοῦ πολυάριθμου ὑπηρετικοῦ του προσωπικοῦ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνεται ἄγχος. Βρισκόταν μὲ τὰ μαλλιά του μόλις μισοστεγνωμένα ἀπὸ τὸ πρωινό του μπάνιο καὶ μὲ τὰ ῥὸζ του ἐσώρουχα γιὰ μόνο κάλυμμα τοῦ κορμιοῦ του (ποὺ ἤδη εὶχε ἀρχίσει νὰ φανερώνει τὰ πρῶτα σημάδια τῆς μέσης ἡλικίας) μπροστὰ ἀπὸ τὸν μεγάλο παλιὸ ἀριστοκρατικὸ καθρέφτη τοῦ σαλονιοῦ του ποὺ καταλάμβανε σχεδὸν ὅλη τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἀριστεροῦ τοίχου. Αὐτὸς ὁ καθρέφτης ἦταν τὸ πρῶτο καὶ τὸ τελευταῖο ἀριστοκρατικὸ στοιχεῖο τῆς οἰκίας Κρισέικς. Ὁ ἔνοικος τῆς ὁδοῦ Γραφημῶνος 12 ἦταν αὐτὸ ποὺ οἱ Ῥωμαῖοι ἀποκαλοῦσαν homo novus, κάτι σὰν τὸν Κικέρωνα δηλαδή. Στὸν ἴδιο τὸν Κρισέικς ἄρεσε πολὺ νὰ τονίζῃ τὶς ὁμοιότητές του μὲ τὸν ὡρκισμένο ἐχθρὸ τοῦ Μάρκου Ἀντωνίου, ἂν καὶ πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πατέρας τοὺ Κρισέικς ἀνῆκε « εἰς τὴν ἱππάδα τάξιν» (αὐτὸ στὰ παλιὰ νομανσλανδικὰ ἔφτιαχνε ἕνα πολὺ ὡραῖο λογοπαίγνιο γιατὶ ἀκουγόταν κάπως σὰν «ῥὸζ ἐπιδερμίδα» στὰ ἀγγλικά) δὲν ὑπῆρχαν καὶ πολλὰ κοινὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν: παρ’ ὅλη του τὴν ἀγάπη γιὰ τὰ βιβλία ὁ Κρισέικς δὲν ἔπιανε τὴν πέννα του παρὰ μόνο γιὰ νὰ βάζῃ τὴν ὑπογραφή του, συνήθως σὲ ἐμπορικὰ ἀξιόγραφα ἢ σὲ ψηφίσματα τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ντίν καὶ οἱ ὅποιες ῥητορικές του ἱκανότητες ἐξαντλοῦνταν σὲ μερικὲς ξεσηκωμένες ἀπὸ τὸ διαδίκτυο ἀτάκες, προοωρισμένες γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸ ταχύτερο δυνατὸν στὸ κρεβάτι του ὅποιο νυμφίδιο τοῦ γυάλιζε στὰ νυχτερινὰ καταγώγια ποὺ συνήθιζε νὰ σπαταλᾷ τὸν χρόνο του καὶ τὴν περιουσία του. Τὸ κακὸ μὲ τὸν ἐκκεντρικὸ ἐρωτύλο ποὖχε κληρονομήσῃ κάποια ἰσόβια πρόσοδο, ὑπεραρκετὴ γιὰ τὰ ἐξίσου ἰσόβια βίτσια του, ἀπὸ τὸν πατέρα του (Τσαλντεᾶνο ὑπαξιωματικὸ τοῦ ἱππικοῦ ὁ ὁποῖος στὶς ἐσχατιὲς τοῦ μᾶλλον μονότονου βίου του τὄχε ῥίξει μὲ ἀπρόσμενη ἐπιτυχία στὶς ἐπιχειρήσεις) ἦταν πὼς ἐν ᾧ ἀπὸ κάποια βιωματικὴ ἐπιφύλαξι ξόδευε ὅλη του τὴν σχολαστικότητα ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ζητηθῇ ἡ ὑπογραφὴ καὶ τοῦ πλέον ἀσήμαντου καὶ τυπικοῦ ἐγγράφου, στὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ λέγεται ὅτι ἕνας ἄντρας ὀφείλει νὰ προσέχῃ ἐξ ἴσου δὲν ἐπιδείκνυε καθόλου μὰ καθόλου τὴν ἴδια προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια. Εἴτε γι’αὐτὲς του τὶς ἀτασθαλίες εἴτε γιὰ τὴν κάποια μυστηριώδη προτίμησί του σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς ἀποχρώσεις τοῦ ῥόζ, ὁ μεγαλοαστὸς εἰσοδηματίας Δὸν Ζουὰν τῆς Νομανσλάνδης ποὖχε καταφέρει μιὰ χαρὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸ κλὰμπ τῆς παραδοσιακῆς ἀριστοκρατίας καὶ νὰ γίνῃ μάλιστα καὶ μέλος τοῦ συμβουλίου τοῦ Ντίν (τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί δὲν μαθεύτηκε ποτὲ ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἐκφράστηκε δυσφορία ἀπὸ τὸν Τύπο) ἦταν γνωστὸς στοὺς κοσμικοὺς κύκλους περισσότερο μὲ τὸ σκωπτικό του προσωνύμιο «Ῥὸζ Μαρκήσιος» παρὰ μὲ τὸ φτωχὸ καὶ μπανὰλ ἀστικό του ὄνομα. «Κύριε, ἐκείνη ἡ γυναῖκα στὴν πίσω πόρτα φωνάζει καὶ λέει ὅτι ὰν δὲν τὴν ἀφήσουμε νὰ περάσῃ θὰ κάνῃ τέτοιο σαματᾶ ποὺ θὰ ταρακουνηθοῦν μέχρι καὶ τὰ τελευταῖα ἱπτάμενα βουβάλια τῆς Ῥέντ Ἄι». «Κύριε, ὁ ἁμαξᾶς λέει ὅτι σὲ μία ὥρα ἀρχίζει ἡ δίκη κι ὅτι ἂν δὲν σᾶς μεταφέρῃ ἐγκαίρως στὸ Μέγαρο Μούτινγκ θὰ χάσῃ τὴν δουλειά του. Λέει ὅτι τοῦ λείπουν μόνο μερικὰ ἔνσημα γιὰ νὰ βγῃ στὴν σύνταξι κι ὅτι κανεὶς στὸν 21ο αἰῶνα δὲν θὰ προσλάμβανε ἕναν ἀπολυμένο ἁμαξᾶ». «Κύριε, ὑπάρχει διαθέσιμο τὸ ἐφεδρικὸ ῥὸζ πουκάμισο, ἀλλὰ ἡ ἄσπρη περοῦκα χρειάζεται λίγο κερὶ πρὶν μπῇ ἡ πούδρα καὶ μᾶς ἔχει τελειώσει». Ὁ Κρισέικς πλησίασε τὸ πρόσωπό του τόσο κοντὰ στὸ γυαλὶ τοῦ μεγάλου καθρέφτη ποὺ ἡ ἄκρη τῆς μύτης του ἔσμιξε μὲ τὴν ἄκρη τῆς μύτης τοῦ εἰδώλου του σ’ ἐσκιμώικο χαιρετισμό. Μὲ μεγάλη σοβαρότητα καὶ ἀδιαφορῶντας γιὰ τοὺς κοπετοὺς τῶν ὑπηρετῶν του ἔσπασε ἕνα μικρὸ σπυράκι πάνω ἀπὸ τὸ ἀριστερό του φρύδι κι ὕστερα σκούπισε τὸ πύον μὲ τὴν ἄκρη τοῦ βρεγμένου μπουρνουζιοῦ ποὺ κρατοῦσε σιωπηλὸς ὁ τέταρτος ὑπηρέτης του. «Φέρτε τὸν ἁμαξᾶ μέσα» εἶπε ἤρεμα μὲ τὴν αἰσθαντικὴ φωνή του καὶ χωρὶς νὰ σηκώσῃ καθόλου τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν καθρέφτη «καὶ κεράστε τον ἕνα φλυντζάνι τσάι τριαντάφυλλο. Βοηθάει τὰ νεῦρα». «Ὅσο γιὰ ἐκείνη τὴν γυναῖκα στὴν πόρτα» πρόσθεσε καθὼς παγίδευε ἀνάμεσα στὰ νύχια τῶν δύο δεικτῶν του ἕνα ἀκόμη σπυρὶ στὸ καλοξυρισμένο του πηγοῦνι «μάθετε τὸ ὄνομά της καὶ μετὰ βλέπουμε». «Μάλιστα κύριε» ἔκαναν ταυτοχρόνως σὰν συνεννοημένοι οἱ δύο ὑπηρέτες καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὸ σαλόνι ἀνταλλάζοντας ἀμοιβαῖα βλέμματα σχετλιασμοῦ γιὰ τὴν ἀρρωστημένη συνήθεια τοῦ κυρίου τους νὰ ἐξαρτᾷ τὶς σεξουαλικὲς του ἐπιδόσεις ἀπὸ διάφορα χημικὰ σκευάσματα ποὺ γέμιζαν τὸ πρόσωπό του ἀκμὴ καὶ τὴν πίσω ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ του ἔξαλλες δεσποινίδες. «Κι ἐσύ» πρόσταξε ὁ Κρισέικς τὸν τρίτο ὑπηρέτη, «τράβα σ’ἀυτὸν ἐκεῖ τὸν Ἰταλὸ μουζικάντη ποὺ μένει λίγο παρακάτω, στὸν πῶς τὸν λένε, τὸν Ῥοβιόλι καὶ ῥώτα τὸν ἂν ἔχῃ καθόλου κερί, θαρρῶ αὐτοὶ ἀλείφουν μὲ ἕνα εἰδικὸ κερὶ τὰ δοξάρια τους, δὲν ξέρω ἂν κάνῃ ἀλλἀ τέτοια ὥρα τέτοια λόγια, τράβα λοιπόν!». «Μὰ τὶ ἀνοησίες!» μουρμούρισε ὁ Κρισέικς λίγο μονολογῶντας καὶ λίγο ἀπευθυνόμενος στὸν ὑπηρέτη μὲ τὸ μπουρνούζι. «Εἶναι δυνατὸν νὰ δικάζουν γιὰ μειοδοσία τὸν πρίγκηπα Ῥῆτζεντ; Δηλαδὴ πῶς μπορεῖ ἕνας διάδοχος νὰ εἶναι προδότης; Νοεῖται προδοσία κατὰ τοῦ θρόνου ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν μελλοντικὸ κάτοχο τοῦ θρόνου;». «Λένε πὼς ἦρθε συνεννόησι μὲ τοὺς Ἄπωνες…» «Ἀνοησίες!» ἐπανέλαβε ὁ Κρισέικς διακόπτοντας τὸν ὑπηρέτη. «Νομίζω πὼς θἆναι πολὺ εὔκολο νὰ ξεμπροστιάσω ὅλη αὐτὴν τὴν ἀηθεια!» ψιθύρισε μονολοῶντας στὰ σίγουρα τώρα κι ἄρχισε νὰ φαντάζεται παλι τὸν ἑαυτό του σὰν Κικέρωνα ποὺ θὰ ξεσκέπαζε τὸν Κατιλίνα. « Κύριε» εἶπε μὲ ἀκύμαντη φωνὴ μπαίνοντας ξανὰ στὸ δωμάτιο ὁ ὑπηρέτης ποὺ εἶχε σταλῆ στὴν πίσω πόρτα, «κύριε» ἐπανέλαβε κρατῶντας μὲ τὴν ἀνοιχτή του παλάμη τὸ δεξί του μάγουλο, «αὐτὴ ἡ γυναῖκα δὲν κρατιέται μὲ τίποτε, μόλις μοῦ ἔρριξε ἕνα χαστοῦκι τόσο δυνατὸ ποὺ κόντεψα νὰ χάσω τὸ δόντι μου». «Μὰ ποιὰ εἶναι τελοσπάντων;» ζήτησε νὰ μάθῃ ὁ Κρισέικς φανερὰ ἐκνευρισμένος καὶ σήκωσε ἐπιτέλους γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ μισὴ ὥρα τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν καθρέφτη. «Λέει ὅτι τὴν λένε Λεβαντίνη, κύριε» ἐξήγησε ἀτάρραχος ὁ ὑπηρέτης «κι ὅτι εἶναι ἔγκυος. Ἂν κρίνω ἀπὸ τὴν λεκάνη της ἔχει μᾶλλον δίκαιο».

  311. Κορνήλιε, πολύ καλό! Το δημοσίευσα κιόλας στο blog.

  312. #311 Ὁ ἀγῶνας γιὰ τὴν διάδοσι τῆς χρόνια παραγκωνισμένης ἱστορίας τοῦ Νομανσλανδικοῦ λαοῦ θὰ δικαιωθῇ εὶς πεῖσμα τοῦ Νικοκύρη ποὺ ἐπιμένει ὅτι ὅλα εἶναι μιὰ συνωμοσία κακῶν μεταφραστῶν! 🙂

  313. sarant said

    Και ροζ με δασεία, άψογο λέμε 🙂

  314. rodia said

    313. Αχ, αυτη η δασεια στο ρο! 🙂
    Ακομα και στην εποχη της μανας μου, που κλεινει οσονούπω τα 86, ειχε καταργηθει.. θυμαμαι μοναχα τη γιαγια μου να το βαζει οταν εγραφε συνταγες μαγειρικης.. και’γω που ήμουν σπασικλάκι στα ορθογραφικα λυπόμουν πολύ για την καταργηση του.. αχ! 😆 😆 😆

    (σσσσσ… μεταξυ μας τώρα.. εχω συλλαβει ενα τόννο λάθη στους τόνους και στα πνεύματα, αλλα δεν θελω να στενοχωρω το μαίτρ και να του κοβω τον οίστρο) 🙂

  315. rodia said

    310. Ειδες τι μου κανεις Κορνηλιε με τους τονους; Με αποσυντονισες και ξεχασα να γραψω τι ωραιο που ειναι το κειμενο!!! ;)))

  316. #314 ὑπάρχουν κι ἄλλα παροράματα καὶ ὑποτακτικὴ μὲ ει

  317. ἐπίσης στὸ «ἐξίσου ἰσόβια» τὸ σωστότερο θὰ ἦταν «ἐπίσης ἰσόβια».

  318. ΤΑΚ said

    Κορνήλιε, το κείμενό σου είναι απολαυστικό! Περιμένω τη συνέχεια με τη δίκη του πρίγκιπα Ρήτζεντ!

  319. Immortalité said

    Μπράβο Κορνήλιε μεγάλε παραμυθά! 🙂

  320. rodia said

    Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια

    «Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.

    Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.

    «Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών, με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.

    Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.

    Η ζωή κυλά ήρεμα και απαλά σαν ποταμάκι στην Κοιλάδα του Χρόνου, εκεί όπου κατοικούν η Μουλίν με τον άντρα των ονείρων της, τον θαρραλέο, σκληρό και συνάμα τρυφερό σαν καρδιά μαρουλιού, τον Τεν Μπακς, που πρόδωσε το σόι του για χατήρι της και δεν το μετάνοιωσε ποτέ του• γιατί ο Τεν, ως γόνος της αγέρωχης και περήφανης κάστας των Τσαλντεάνων και σπουδαγμένος ως εκτούτου στη Σχολή των Ταγιστών, ώφειλε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κάστας αυτής και όχι να συμπλέει με το λαουτζίκο. Ευτυχώς, οι Τσαλντεάνοι περιορίστηκαν απο τον αυτοκράτορα Τσινγκ τον Α΄ στο μοναστήρι του Ντιντάτσε, όπου έχουν το ελεύθερο να συνομωσιολογούν και να θυσιάζουν αρνάκια στο Γκράαλ, όσο και όταν τους κάνει κέφι. Υπάρχουν μεν, αλλά δεν εμποδίζουν το λαό της Νομανσλάνδης στην πορεία του προς το αύριο.

    Το αύριο της Νομανσλάνδης ταυτίζεται με τη συμπαραγωγή ραμονιών, να δοκιμαστεί σε πρώτη φάση δηλαδή η καλλιέργειά τους στα ποτάμια της, μια και η χώρα αυτή δεν έχει θάλασσα. Στο σχέδιο αυτό αντιδρά μαζικά ο λαός, αλλά ο Τσινγκ ο Α΄ που επιθυμεί διακαώς να πραγματώσει το όραμά του έχει ξαμολήσει ακόμα και τον εθνικό συνθέτη Λεβόν Μποχεμιάν, αυτόν που έγραψε το εμβατήριο «Πάρε Πέντε», τον εθνικό ύμνο της χώρας, να βάλει τα δυνατά του. Ο Μποχεμιάν, αν και γερασμένος πλέον, έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του λαού εξαιτίας, όχι μονάχα της λαοπλάνας στιβαρής μουσικής του, αλλά και των παλαιών του αγώνων εναντίον των Τσαλντεάνων που τον παλιό καιρό, όταν κατείχαν την εξουσία πριν τον Τσινγκ τον Α΄, φορολογούσαν αγρίως τους νομανσλανδιανούς πολίτες και τσεπώναν τους φόρους για να ζουν κολυμπώντας στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Οι κυρίως απόστολοι της ειρηνικής συνύπαρξης και συμμαχίας των δύο χωρών είναι, εκτός από τον αφανή Τεν Μπακς, ο εθνικός ευεργέτης, εφοπλιστής και τραπεζίτης Μπασέν ντε Λαντρ και ο δαιμόνιος Πράβο Γιάζντι, ο πρώην νταλικιέρης που κατάφερε να γίνει Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της χώρας, όταν πρότεινε την κατασκευή και εγκατάσταση αόρατων διοδίων, καθώς και αυτομάτως επισκευαζόμενων οδοστρωμάτων στις εθνικές οδούς.

    Αν και η Μουλίν δεν έχει δει ποτέ της ραμόνι και ούτε καν ξέρει τι θα πει θάλασσα, μια και δεν επισκέφτηκε ποτέ την Απωνία, εντούτοις τα φοβάται παθολογικά και, παρ’ όλες τις κοροϊδίες που τρώει από το θαρραλέο αντρούλη της, τρέμει στην ιδέα ότι κάποια μέρα μπορεί να βρεθεί κάνα ραμόνι στη σούπα της. Δεν έχει δει μεν, αλλά η πλούσια φαντασία της τα φανερώνει αυτά τα καταραμένα τα ραμόνια στους εφιάλτες της και είναι πλάσματα απαίσια, με νύχια γαμψά και σιδερένιες περικεφαλαίες, με όπλα εντελώς διαφορετικά από τα καναπουτσάρ, τα οποία μελετά και βελτιώνει διαρκώς το Ινστιτούτο Σκοτ Πόλαρ της αγαπημένης της πατρίδας.

    Μαγειρεύει τώρα στην κουζίνα της η ωραία Μουλίν και σκέφτεται με τρόμο πού να βρίσκεται ο Τεν. Στριφογυρνά πάνω στα ξώφτερνα ψηλοτάκουνά της, που δεν παύει να τα φορά μέρα νύχτα, αν και είναι εντελώς ακατάλληλα για την κακοτράχαλη αγροτική περιοχή όπου κατοικεί, την Κοιλάδα του Χρόνου δηλαδή. Απαξ και της είπε κάποτε ο Τεν ότι πεθαίνει στη θέα του λικνιζόμενου κορμιού της πάνω σε αυτά τα ψηλοτάκουνα, το θέμα είναι ληγμένο για την όμορφη Μουλίν· γιατί η Μουλίν είναι η ωραιότερη γυναίκα της χώρας και ο Τεν αναγκάστηκε να μονομαχήσει στο σκάκι με τον πρωταθλητή Τάλατ Μπλεντ για να κερδίσει την καρδιά -και το κορμί της, εννοείται- μια και η Μουλίν ήταν ανέκαθεν φαν του σκακιού, είχε κάνει και πρόεδρος της Ν.Ε.Σ. (Νομανσλανδιακή Ενωση Σκακιστών) για ένα φεγγάρι. Είναι η μοναδική παρτίδα που έχει χάσει στη μέχρι σήμερα καριέρα του ο Τάλατ με τη συννεφιασμένη όψη. Ευτυχώς για τη Μουλίν, βέβαια, γιατί θα ήταν τρομερό να μένει κλεισμένη στο μουντό πύργο του σκακιστή αντί να πιλαλάει ελεύθερη στα λιβάδια της Κοιλάδας του Χρόνου -με τα ξώφτερνα ψηλοτάκουνα, βεβαίως.

    Μαγειρεύει, λοιπόν, η σέξυ και πανέξυπνη Μουλίν σιγοτραγουδώντας το σουξεδάκι της μόδας που τυχαίνει να είναι και ύμνος σύνθημα των αντιραμονιστών «είμαι σέξυ και πανέξυ και ραμόνια δεν θα βρέξει» και στη σκέψη της τριγυρνούν ραμόνια, μπαλώνει τις κάλτσες του Τεν και ραμόνια μπερδεύονται στις κλωστές, ξεσκονίζει και ραμόνια ανασύρονται από σκοτεινές γωνίες, σφουγγαρίζει και ραμόνια αναδεύονται στον κουβά του σφουγγαρίσματος, ιδρώνει και αποδίδει τη φούντωση σε ραμόνια που έχουν διεισδύσει στο δέρμα της. Η κατάσταση πάει να γίνει τραγική, το καταλαβαίνει και βγαίνει έξω, να σκαλίσει τα παρτέρια. Παραμονεύουν όμως ραμόνια κάτω από το χώμα, μερικά είναι γαντζωμένα κάτω από τα πέταλα των λουλουδιών ή ξεπροβάλουν σαν αγριεμένα αγκάθια από τα κοτσάνια τους, κάποιο άλλο, τεράστιο ραμόνι, κρυφογελάει πίσω από τον κορμό της συκιάς έτοιμο να της ορμήξει, η κατάσταση είναι αφόρητη, ξαναμπαίνει στο σπίτι, ξαπλώνει στον καναπέ και ανοίγει τηλεόραση.

    Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου καλύτερα, γιατί στην οθόνη παρελαύνουν ραμόνια, κάθε παρουσιαστής και ραμόνι μεταμορφωμένο σε παρουσιαστή, κάθε δημοσιογράφος και κρυφό ραμόνι. Τηλεφωνεί στο κινητό του «Τεν, αγάπη μου, θα αργήσεις;» τον ρωτά κι εκείνος «όχι, μωράκι μου, σε λίγο φτάνω, τώρα πετάω πάνω από τους Υδρογονανθρακούς» απαντά και η Μουλίν αρχίζει να στρώνει τραπέζι.

    Ο ήλιος βάφει ακόμα πιο ρόδινα τα βουνά γέρνοντας προς τη δύση, ακούγεται το μουγκρητό του ιπτάμενου βουβαλιού και μετά ο χτύπος της αυλόπορτας που κλείνει. Επιτέλους! Ο Τεν είναι σπίτι.

    «Τεν, τα χέρια σου! Να πλύνεις καλά τα χέρια σου!» του φωνάζει η Μουλίν από την κουζίνα, όπου βάζει τις τελευταίες πινελιές στο στόλισμα της πιατέλας.

    «Τι θα φάμε σήμερα, αγαπούλα;» ακούγεται η φωνή του από το μπάνιο και «αυτό που σου αρέσει!» απαντά η Μουλίν, «μακαρόνια με παστουρμά και σάλτσα αντσούγια!» και, συμπληρώνοντας το καθιερωμένο «τι μού ’φερες σήμερα;», περνά με την πιατέλα στο καθιστικό, την ακουμπά στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ, χαμηλώνει το φως και περιμένει. Ο Τεν βγαίνει από το μπάνιο τινάζοντας αγέρωχα τα νερά από τα μαλλιά του -ο μόνος πλούτος που επιτρέπει στον εαυτό του ο λιτός ήρωας και που μοιράζεται ευχαρίστως με τη γυναίκα του είναι αυτές οι τρίχες- απλώνει τα χέρια, η Μουλίν πέφτει ξέπνοη στο στέρνο του -γκάπ!- και «Επιτέλους, αγάπη μου, φοβήθηκα τόσο» του λέει και κάθονται να φάνε.

    Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, που λένε, η γυναίκα ξαναρωτά «τι μού ’φερες» και ο Τεν απλώνει το χέρι στην τσέπη του -πεταμένου πρόχειρα στη διπλανή πολυθρόνα- σακακκιού του, βγάζει ένα κουτάκι και «δες το και μετά θα σου πω τί είναι» της λέει, εκείνη ανοίγει το κουτάκι, βγάζει ένα υπέροχο δαχτυλίδι με ροζ πέτρα «τι πέτρα είναι αυτή;» ξαναρωτά, ο Τεν απαντά κλείνοντας το μάτι «ένα ραμόνι, καρδούλα μου!»

    Η Μουλίν μένει προς στιγμή άναυδη και μετά ξεραίνεται στα γέλια, νευρικά γέλια, κοντεύουν να σπάσουνε τα τζάμια. «Ραμόνι; Αυτά είναι τα ραμόνια λοιπόν; χαχαχα!» καταφέρνει να πει ανάμεσα στα τρανταχτά γέλια και ο φόβος πετάει μακριά, φεύγει, πάει πέρα από βουνά και κορυφογραμμές, χάνεται μέσα στο σκοτάδι και οι εφιάλτες δεν θα ξαναζωντανέψουν πια. Τέλος.

    Ετσι συμβαίνει πάντα, ησυχάζει ο νους όταν ο φόβος παίρνει συγκεκριμένη μορφή, εικονοποιείται, που λένε, παύει να είναι κάτι τι ακαθόριστο και θολό. Φοβάται κανείς εκείνο που φαντάζεται, αυτό που σκορπίζεται μέσα στη σκέψη και τη διαλύει και γιγαντώνεται από το λίπασμα της φαντασίας. Ο σπόρος του φόβου, όταν φυτεύεται στο μυαλό, είναι επικίνδυνος. Ετσι την πάτησε η ωραία και πανέξυπνη Μουλίν, που φοβόταν τα φαντάσματα που η ίδια κατασκεύαζε μέσα στο δικό της το κεφαλάκι.

    _____________
    ΣΗΜ.1. Η ιστοριούλα αυτή γράφτηκε με αφορμή τη δράση «Ημέρα ενάντια στο Φόβο», που προτείνει το καινούργιο blog «Φόβος: ο Δούρειος Ιππος της Εξουσίας» και καλεί τους απανταχού bloggers να γράψουμε σήμερα κάτι για το Φόβο. Παρακαλώ όσους γράψουν κάτι τι σχετικό, να ενημερώσουν.
    ΣΗΜ.2. Λεπτομέρειες για τη δράση αυτή, μπανεράκια, κλπ, εδώ: http://grfear.blogspot.com/
    ΣΗΜ.3. Είναι το πρώτο «χτενισμένο» κείμενο που ανεβάζω στο διαδίκτυο, το πρώτο που έγραψα προηγουμένως σε αρχείο rtf και όχι κατευθείαν εδωπέρα. Παρακαλώ, χαιρετήστε το!
    ΣΗΜ.4. Εστειλα μπόλικες προσκλησεις για συμμετοχη, αλλά μπορει να φαγωθηκαν απο το Τέρας Spam! 🙂

  321. sarant said

    Πολύ καλό, η Νομανσλάνδη γίνεται γνωστή και ευρύτερα!

  322. Α, το έστειλες στον Φόβο; Εστειλα κι εγώ κάτι άλλο, γιατί μου έστειλαν πρόσκληση. Οσο για τη Νομασλάνδη μια και το σχολίασε ο Νίκος, να σας πω κι εγώ ότι θα κάνουμε σχετική ανακοίνωση (την έχω γράψει και την έχω στείλει ήδη δηλαδή) στο επόμενο τεύχος του περιοδικού Βακχικόν, οπότε θα το μάθουν κι άλλοι. Νίκο δεν φαντάζομαι να πειράζει, εξάλλου έχω γράψει σαφώς το όνομά σου και τα σχετικά λινκ προς τη σελίδα σου καθώς και όλα τα λινκ προς τις σελίδες όλων των παιδιών συν τη νέα σελίδα του Νικολόπουλου.

    Με την ευκαιρία Νικοκύρη, εχθές στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία κάποιος έκανε παραπομπή στη σελίδα σου με αφορμή τη λέξη λαθρομετανάστης, δεν ξέρω αν το είδες…

  323. sarant said

    Σοφία, δεν με πειράζει καθόλου. Την αναφορά την είδα, ευχαριστώ 🙂

  324. Θὰ περιμένουμε εἰδοποίησι γιὰ τὴν κυκλοφορία τοῦ τεύχους τοῦ περιοδικοῦ. Ἐπόμενος στόχος:νὰ μπῇ ἡ Νομανσλάνδη στοὺς Ἄτλαντες.

  325. Tlön, Uqbar, Orbis Tertius

  326. Immortalité said

    Εδώ καταγράφουμε και τους Αγνώριστους; (Μην τρέχω στο παλιό νήμα).
    Λοιπόν από (λογοτεχνική) μετάφραση από τα αγγλικά ο Λίγηρας έγινε Λουάρ. Έτσι η Απωνία έχει ένα ακόμα ποτάμι 🙂 Πάλι καλά που δεν έγραψε στις όχθες του Λα Λουάρ…

  327. Μπράβο Ροδιά, πολύ ωραίο! Θα το ανεβάσω αύριο.

    Αυτό που μου αρέσει πιο πολύ στη Νομανσλανδιανή Λογοτεχνία είναι το πόσο διαφορετικά πράγματα κάνουμε όλοι με τους ίδιους ήρωες. Δικαστικές ίντριγκες και μηχανορραφίες, σοννέτα και μοιρολόγια, επιστημονική φαντασία και διδακτικά παραμύθια, και εγώ σκοπεύω από δω και πέρα να συνεχίσω με μαγικό σουρρεαλισμό.
    Και πόσες διαφορετικές μορφές παίρνει ο κάθε ήρωας από κείμενο σε κείμενο. «Όλοι ίδιοι, όλοι διαφορετικοί».
    Για να δούμε, θα μας έρθουν και νέοι λογοτέχνες από το Βακχικόν;

  328. ὁπωσδήποτε θὰ γράψω ἕνα ἐπεισόδιο προτοῦ φύγω τὴν Δευτέρα γιὰ ἕνα πενθήμερο στὴν Βοημικὴ πρωτεύουσα (οἱ φῆμες ὅτι ἐνεργῶ γιὰ τὴν παλιννόστησι τῶν Σουδητῶν δὲν ἔχουν ἀκόμη διαψευστῆ), ἀλλὰ θέλω τὠρα νὰ ἐπισημάνω πὼς ἂν ἰσχύῃ ἡ εἴδησι γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἔβερτ (μετὰ τὸν Καντιώτη καὶ τὸν Καμπανέλλη φυσάω καὶ τὸ γιαούρτι) οἱ Ἀπωνικὲς σημαῖες κυματίζουν μεσίστιες.

  329. sarant said

    Δυστυχώς, οι φήμες είναι αληθινές.

    Καλά να περάσεις στην Πράγα, να φας κνέντλικι, να πιεις μπίρα αλλά πριν φύγεις να ανεβάσεις επεισόδιο!

  330. Σὲ κανὰ δύωρο φεύγω γιὰ τὸ ἀεροδρόμιο καὶ ἔτσι τὄγραψα κάπως βιαστικά.

    «Καὶ τί κατάλαβες ἀπὸ ὅλα αὐτὰ;» ῥώτησα τὸν Μπὰξ καθὼς πατοῦσα τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἔνδειξι 0. Τὰ δυὸ φύλλα τῆς πόρτας τοῦ ἀσανσὲρ ξεδιπλώθηκαν σὰν πολυκαρτποστὰλ μέχρι ποὺ ἑνώθηκαν πέντε περίπου ἑκατοστὰ μπροστά ἀπὸ μένα σὲ μιὰ ἐπίπεδη μεταλλικὴ πλάκα. «Τσέσνια», μοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος παίζοντας στὰ χέρια του τὸ καπέλο του, «αὐτὴ ἦταν μιὰ ἐρώτησι ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχω κάνει ἐγώ». Ἀπὸ τὸ ὕφος του κατάλαβα ὅτι βρισκόταν καὶ πάλι στὴν συνηθισμένη του κατάστασι, στὴν ἄκρως φυσιολογικὴ καὶ κανονικὴ γιὰ τοὺς ἄνθρώπους τοῦ εἴδους του: ἔπλεε σ’ἑνα πέλαγος ναρκισσιστικῆς ἐγωπάθειας μὲ τὴν σιγουριὰ τριακοσίων θαλασσόλυκων. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη δὲν ἤμουν γι’αὐτὸν παρὰ ἕνα ἀσήμαντο κι ἀνεπαίσθητο κυματάκι καὶ θὰ παρέμενα τέτοιο ἀκόμη κι ἂν τοῦ ἀποδείκνυα αὐτοστιγμεῖ τὸ πέμπτο αἴτημα τοῦ Εὐκλείδη. «Τὸ κολπάκι μὲ τὸ ἄγραφο μπλὸκ τὸ βρῆκα πολὺ φτηνὸ πάντως». «Ὄντως» μοῦ ἀποκρίθηκε χωρὶς κἂν νὰ γυρίσῃ νὰ μὲ κοιτάξῃ «στοίχισε μόλις τρία λουμπέσα. Τὸ χαρτοπωλεῖο ξεπουλοῦσε λόγῳ μετακομίσως καὶ ὅπως καταλαβαίνεις δὲν ἄντεξα στὸν πειρασμό». Δὲν ξαναμιλήσαμε μέχρι ποὺ βρεθήκαμε στὸ ἰσόγειο. Ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ μὴ τοῦ ἀπευθύνω τὸν λόγο πρῶτος καὶ τὸ πεῖσμα μου ἔδειχνε νὰ ἀποδίδῃ, γιατὶ τελικά, καθὼς ἔχοντας ἤδη βγεῖ ἀπὸ τὸ ἀσανσὲρ πλησιάζαμε τὴν ἔξοδο τοῦ νοσοκομείου φόρεσε τὸ καπέλο του καὶ μοῦ εἶπε: «Τί σοῦ γράφῃ λοιπὸν ἐκείνη ἡ Μουλέν σου; Σ’ἀγαπᾷ ἀκόμη;». Ἤμουν ἔτοιμος νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἀπόδρασι σ’ ὅλο ἐκεῖνο τὸ μακροσκελὲς καὶ ἀρκετὰ ἐμπνευσμένο ὑβρεολόγιο ποὺ εἶχε στριμωχτῆ γιὰ τὰ καλὰ πίσω ἀπὸ τὰ ἑρμητικὰ σφραγισμένα χείλη μου, τὰ ἑνωμένα ὅπως καὶ τὰ φύλλα τῆς πόρτας τοῦ ἀσανσὲρ ποὺ μόλις εἴχαμε ἀφήσει πίσω μας κατὰ μῆκος μιᾶς ἐξαιρετικὰ λεπτῆς ἀλλὰ κι ἐνοχλητικὰ ὑπαρκτῆς γραμμῆς, ὅταν ἀναλογιζόμενος τὸ πόση ἐπιπλέον καθυστέρησι θὰ σήμαινε γιὰ μένα ἕνας ἐκτονωτικὸς μὲν ἀνούσιος δὲ καυγᾶς μὲ τὸν πιο πεισματάρη ἀστυνομικὸ τῆς Νομανσλάνδης ἀποφάσισα τελικὰ νὰ περιοριστῶ σ’ἕνα πολὺ δειλὸ καὶ συμφιλιωτικὸ «τί ἐννοεῖς;». Ὁ Μπὰξ σήκωσε ἀδιάφορα τοὺς ὥμους του σὰν νὰ τὸν εἶχα ῥωτήσει γιὰ τὸ βαρομετρικὸ τῆς βόρειας Ῥωσίας κι ὕστερα μουρμούρισε σὲ τόνο ἀποφθεγματικό: «Νομίζω πὼς τελικὰ οἱ γυναῖκες ἔχουν τοὺς λόγους τους νὰ μὴν ἐνδιαφέρωνται γιὰ τοὺς ἔξυπνους ἄνδρες: κι οἱ ἴδιες τὸ ξέρουν, καλύτερα ἀπ᾽τὸν καθένα, πὼς μόνο ἕνας πραγματικὰ ἠλίθιος θὰ εἶχε τὴν ἀφέλεια νὰ προσφέρῃ ἀκίνδυνη γι᾽ αὐτὲς ἀγάπη». Ἡ τελευτία του λέξι ἔφτασε στ’αὐτιά μου τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὁ ψυχρὸς πρωινὸς ἀέρας τῆς αὐλῆς τοῦ νοσοκομείου χτύπησε τὸ πρόσωπό μου, ἔτσι ποὺ νὰ εἶμαι σὲ θέσι νὰ ξεχωρίσω τί ἀπὸ τὰ δύο ἔφταιγε γιὰ τὸ ἀπότομο τσίμπημα ποὺ ἔνιωσα κάπου στὰ περίχωρα τῆς καρδιᾶς μου. «Ὑπονοεῖς ὅτι εἶμαι ἠλίθιος, Τέν;» ῥώτησα «ἢ ἁπλῶς ἔχεις λόγους νὰ μισῇς τὶς γυναῖκες;». Ὁ Μπὰξ σήκωσε καὶ πάλι ἀδιάφορα τοὺς ὤμους λὲς κι οἱ δυὸ πιθανὲς ἐξηγήσεις μου σήμαιναν περίπου τὸ ἴδιο πρᾶγμα. «Ἂς πάρουμε τὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ» εἶπε τελικὰ κι ἡ φωνή του ἀκούστηκε ἐλάχιστα διαφορετικὴ ἀπὸ τὸν ἦχο τῶν παπουτισῶν του ποὺ σέρνονταν στὰ χαλίκια «τί ἔκανε τὸν Κρόουλ νὰ λυγίσῃ τόσο γρήγορα;». «Εἶναι ὁλοφάνερο» φώναξα ἐκνευρισμένος μὲ τὰ παιχνιδάκια του «κατάλαβε πὼς γνωρίζεις γι’αὐτὸν κάτι πολὺ κακό». Τὸ ἴχνος ἑνὸς ἐπικίνδυνα αὐτάρεσκου χαμόγελου στράβωσε τὰ χείλια τοῦ Μπάξ. Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του ἕνα πακέτο τσιγάρα καὶ συνέχισε: «Πιστεύεις στ’ἀλήθεια ὅτι ὑποφέρει ἀπὸ καρδιοπάθεια;». Ἔβαλε τὸ χέρι του σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τσέπες τοῦ παλτοῦ του καὶ μετὰ ὰπὸ μιὰ ὰποτυχημένη προσπάθεια νὰ βρῇ τὸν ἀναπτῆρα του πρόσθεσε: «Ὁ γιατρὸς τὸν καλύπτει χρόνια, φτωχούλη Τσέσνια, ὅμως δὲν ξέρω τί κερδίζει ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴν ἱστορία. Ἴσως νὰ ἐλαύνεται μόνο ἀπὸ ἁγνὰ κίνητρα φιλίας, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴσως δὲν κάνουμε δουλειά…». Εἶχε ἀρχίσει νὰ μονολογῇ πιὰ ἐν ᾧ μιὰ δεύτερη ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἀνευρέσεως τοῦ ἀναπτῆρα του εἶχε μειώσει ἐντυπωσιακὰ τὴν ἀπόστασι μεταξὺ τῶν φρυδιῶν του. Ἕνα μαῦρο σύννεφο πάνω ἀπὸ τὰ μάτια του εἶχε ἀρχίσει νὰ θαμπώνῃ τὴν γυαλάδα τῆς ὑπεροψίας του. Δὲν τὸ κρύβω, ὄχι χωρὶς ἐνοχές, ὅτι ἐπέτρεψα στὸν ἑαυτό μου νὰ νιώσῃ μιὰ μικρὴ χαρά. Κάποιος ἄλλος εἶχε ἀποφασίσει νὰ ἐκδικηθῇ τὸν Τὲν γιὰ τὶς προσβολές του κι αὐτὸς ὁ ἄλλος εἴτε Θεὸς λεγόταν εἴτε τύχη ἦταν ὁ προσωρινός μου σύμμαχος. «Ὅταν ὁ πατέρας του τὸ ἔμαθε δέχθηκε τόσο ἰσχυρὸ κλονισμὸ ποὺ πέθανε μέσα σ’ἕνα μῆνα. Δὲν ἦταν δύσκολο γιὰ τὸν Μπράδεργουντ ν’ἀποδώσῃ τὸ μοιραῖο σὲ βεβαρυμένο ἱστορικὸ καρδιακῶν ἐπεισοδίων, ἀκόμη κι ἂν αὐτὰ δὲν συνέβησαν ποτέ. Ἡ πλαστογραφία ὅμως δὲν εἶναι τὸ δυνατό του σημεῖο. Θὰ τολμήσω νὰ πῶ πὼς δὲν ξεπερνᾷ οὔτε τοὺς κἂν τοὺς πιὸ μέτριους ἐρασιχτέχνες». Συνέχιζε νὰ ψάχνῇ τὸν ἀναπτῆρα του κι ἔτσι ὁ ἐκνευρισμός του δὲν τὸν ἄφηνε νὰ διακρίνῃ τὸν δικό μου. «Μὰ γιὰ ποιο πρᾶγμα μιλᾷς ἐπὶ τέλους, Τέν;» ἀναγκάστηκα νὰ οὐρλιάξω κι ἕνα γεροντάκι ποὺ ἔμπαινε τὴν ὥρα ἐκείνη μέσα ἀπὸ τὴν μεγάλη μαύρη καγκελλόπορτα στὴν αὐλὴ τοῦ νοσοκομείου μὲ κοίταξε μ’ἕνα βλέμμα γεμᾶτο φόβο. «Χαζούλη Τσέσνια» ἀναφώνησε ὁ Μπὰξ ἀπολαμβάνοντας τὸν θρίαμβό του. «Ἀκόμη δὲν κατάλαβες ὅτι ὁ τύπος δὲν ἀντέχει οὔτε μισὴ μέρα χωρὶς τὴν κοκαϊνη του;». Ὁμολογῶ ὅτι ἔνιωσα μεγ΄;αλη ἔκλπηξι κι ὕστερα ἔφερα πίσω στὸ μυαλό μου τὴν εἰκόνα τοῦ Κρόουλ καθὼς μιξόκαλιγε ῥουφῶντας τὴν μύτη του. Ναι, δὲν ἦταν ῥούφηγμα κλάματος, οὔτε κι ἕνα τόσο μηδαμινὸ κλάμα ἢ μᾶλλον κλαψούρισμα δικαιολογοῦσε κατάρρου. Ὅμως κι αὐτὸ τὸ κλάμα πάλι; Αἰσθανόταν στ’ἀλήθεια ἐνοχὲς ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ «δώσῃ» τοὺς φίλους του ἢ ἐπρόκειτο ἁπλῶς γιὰ ἀλλοπρόσαλλα ἐκδηλώματα ἑνὸς ἀρρωστημένουθ ψυχισμοῦ; Γύρισα νὰ κοιτάξω κατὰ πρόσωπο τὸν Μπὰξ γιὰ νὰ τὸν ῥωτήσω τί ἀκριβῶς σήμαινε ὅλο αὐτὸ γιὰ τὴν ὑπόθεσί μας , μὰ τὸ μόνο ποῦ εἶδα ἦταν ἕνα κάτωχρο γύψινο προσωπεῖο. Τὸ χέρι του εἶχε μείνει βουτηγμένο σὲ μιὰ τσέπη τοῦ παντελονιοῦ του λὲς καὶ κάποια φάκα τὄχε παγιδεύσει. Τὸ πακέτο βρισκόταν πεσμένο μπροστὰ ἀπὸ τὰ τρεμάμενα πόδια του κι ἕνα-δυὸ τσιγάρα εἶχα κυλήσει στὸ καταπράσινο γρασίδι. Θἄπαιρνα ὅρκο πὼς ο Μπὰξ εἶχε μόλις ἀντικρύσει τὴν Μέδουσα ἂν δὲν ψέλλιζε μὲ μιὰ φωνὴ βγαλμένη ἀπὸ φέρετρο: «Ὦ τὸν ἄθλιο, ὦ τὸν ἀλήτη…ὦ …ὦ». Μ’ἁδραξε ἀπὸ τὸ μπράτσο μὰ πίσω ἀπὸ τὴν τρομακτικὴ δύναμι ἐκείνης τῆς ἀτσάλινης ἁρπάγης ἔνιωσα ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ὅλον τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη ποὺ κυλοῦσε στὶς φλέβες του. Ἡ ὑπεροψία εἶχε ἐξαφανιστῆ ἀπὸ τὸ βλέμμα του σὰν σοβᾶς ποὺ ἔπεσε μὲ τὸ πρῶτο ξύσιμο. Δὲν χρειάστηκε νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ. Ἀρχίσαμε κι οἱ δυὸ νὰ τρέχουμε σὰν παλαβοί. Μὰ ὅταν ξεθεωμένοι ἀπὸ τὴν ἀνάβασι τεσσάρων ὀρόφων καὶ κάτωχροι ἀπὸ τὸν φόβο φτάσαμε στὸν θάλαμο ἦταν πλέον ἀργα: γύρω ἀπὸ ἕνα ἀσπροφορεμένο πλῆθος γιατρῶν καὶ νοσοκόμων, μέσα σὲ μιὰ κόκκινη λίμνη αἵματος, τὸ ἄψυχο κουφάρι τοῦ Κρόουλ ἔμοιζε νὰ μᾶς εἰρωνεύεται πιὸ ζωντανὸ ἀπὸ ποτέ. Στὸ χέρι του γυάλιζε ἀκόμη τὸ καναπουτσὰρ τοῦ Μπάξ καὶ κανεὶς δὲν εἶχε σκεφτῆ νὰ κλείσῃ τὴν μουσική. Ἀπὸ τὸ σιντὶ πλέιερ ἀκουγόταν τὸ τραγούδι ποὺ ὁ δύστυχος σφύριζε λίγα λεπτὰ πρίν: «κανεὶς ποτὲ δὲν ἔσπευσε νὰ γίνῃ μειοδότης….»

  331. ποὺ νὰ εἶμαι σὲ θέσι—ποὺ νὰ μὴν εἶμαι σὲ θέσι

    βεβαρυμένο–βεβαρημένο

    οὔτε τοὺς κἂν τοὺς

    οὔτε κἂν τοὺς πιὸ

  332. «Νομίζω πὼς τελικὰ οἱ γυναῖκες ἔχουν τοὺς λόγους τους νὰ μὴν ἐνδιαφέρωνται γιὰ τοὺς ἔξυπνους ἄνδρες: κι οἱ ἴδιες τὸ ξέρουν, καλύτερα ἀπ᾽τὸν καθένα, πὼς μόνο ἕνας πραγματικὰ ἠλίθιος θὰ εἶχε τὴν ἀφέλεια νὰ προσφέρῃ ἀκίνδυνη γι᾽ αὐτὲς ἀγάπη»

    Αυτό μ’ άρεσε πολύ, αν και θα μπορούσες να το πεις και ανάποδα.
    Καλό ταξίδι!

  333. sarant said

    Καλό ταξίδι, Κορνήλιε!
    (Και το επόμενο κεφάλαιο να έχει γέφυρα Καρόλου)

  334. Immortalité said

    @332 Δηλαδή Δύτη εσύ κατάλαβες τι εννοεί; Γιατί εγώ ομολογώ πως όχι.

  335. angelos said

    Από «μεταφράσεις», κυρίως σε ταινιες κ.τ.λ. στην τηλεόραση, τί να πρωτοθυμηθεί κανείς? Ήξερα μια κοπέλα που δούλευε μεταφράστρια στην ΕΡΤ και έτυχε να δίνουμε μαζί τότε εξετάσεις για το «Proficiency» (CPE). Τα αγγλικά της ήταν αρκετά χειρότερα από τα δικά μου τότε, που δε θα τολμούσα να κάνω το μεταφραστή και δεν το πήρε και το ρημάδι.

    Από τα χιλιάδες που έχω δει κατά καιρούς (σε παλιά σειρά):

    Δύο τύποι μπαίνουν σε ένα δωμάτιο κτιρίου γραφείων ψάχνοντας κάτι, οπότε ο ένας κοιτάζωντας γύρω αναφωνεί:
    -It’s a vault! (θησαυροφυλάκιο)
    και από κάτω η μετάφραση:
    -Η κατάσταση είναι βάλτος!
    Προσκυνώ.

    Υ.Γ. Τί φταίνε κι αυτοί όταν τα κανάλια/εισαγωγείς/παραγωγοί κ.τ.λ. προσλαμβάνουν τον κάθε άσχετο αρκεί να ξέρει λίγα κουτσο-αγγλικά (γαλλικα/κινέζικα…) και τον πληρώνουν ψίχουλα, χωρίς κανένα σεβασμό στον τηλεθεατή τους;

  336. sarant said

    Καλό, Άγγελε!

  337. rodia said

    @Αγγελε, 355.
    Σούπερ! Οπότε, μπορουμε να υποθεσουμε οτι τα χρηματα στη Νομανσλάνδη φυλάγονται στο «Βάλτο» και όταν λενε π.χ. «εχει βαλτωσει η κατασταση» εννοούν ότι όλα πάνε πρίμα! :)) Ενθουσιαστηκα!

  338. Ηλεφούφουτος said

    Ναι, είναι κι αυτό μια πρακτική, νιώθεται! Να μεταφράζεις μια λέξη που σε φέρνει σε αμηχανία με μια λέξη που της μοιάζει ηχητικά.
    Το είδα και σ εκείνη την ανεκδιήγητη μετάφραση του Μαγιακόφσκι όπου ο τίτλος του θεατρικού έργου Мистерия-Буфф (προφ. Μιστέριγια Μπουφ, όπου «Μπουφ» το θεατρικό είδος που θα μπορούσε να αποδοθεί μπουφονάτα) αποδόθηκε Μυστήριο Μπούφος!!!

    Δεν τολμώ να σκεφτώ πώς θα είχε αποδώσει το шкатулка (ιταλ. scatola=κασετίνα), το скотоводство (=κτηνοτροφία, προφ. σκαταβόντστβα) ή το πολυσυζητημένο пусть (=άφησε).

  339. Μαρία said

    Έλα, βρε Ηλεφού, πούστι με. Μυστήριο μπούφο μεταφράστηκε. Στο θηλυκό (όπερα) μπούφα.

  340. Μπουκανιέρος said

    338 Α, η σκάτουλα υπάρχει σε μας, και σημαίνει κουτί. Παλεϊκή λέξη.
    Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι μπορεί να είναι «κακέμφατο».

  341. rodia said

    340. Ναι, επτανησιακη.. «η σκάτολα με τα κιάκια» = «το κουτι με τα σπίρτα»

  342. Μπουκανιέρος said

    341
    «Σκάτουλα με τα ξυλάκια» την ξέρω εγώ, και βέβαια «είναι στη μπούρσα του ταμπάρου μου»
    (στερεότυπη φράση που λέγεται για να μπερδέψει έναν ξένο κλπ.)

  343. Μαρία said

    342 Σκάτολα την άκουγα κι εγώ.

  344. Μπουκανιέρος said

    343 Μήπως σε παρασύρουν τα ιταλικά σου; Το ου σε αντικατάσταση του κλειστού ιταλικού ο είναι πολύ κλασικό στα κορφιάτικα.
    Και, για να περάσουμε στις αυθεντίες, σκάτουλα την έχει κι ο Χυτήρης.

  345. Μαρία said

    344 Τότε δεν είχα ιδέα απο ιταλικά, όταν άκουγα τη σκάτολα, τα σκούρα και τα φόρα. Αλλά μπορεί οι συγκεκριμένοι ομιλητές να ήταν επηρεασμένοι απ’ τα ιταλικά. Ο μπαμπάς της οικογένειας είχε σπουδάσει στην Ιταλία επί V.E.R.D.I

    Α κάνετε κι εσείς βορειοελλαδίτικες αντικαταστάσεις.

  346. Rodia said

    342
    χαχαχα! τι να πρωτοθυμηθω… ο σίκλος, ο καδινάτσος, τα πομοντόρα και τα μορόπουλα χορεύουν στη σάλα των αναμνήσεων! 🙂
    Υπαρχει σχετικο λεξικό;

  347. voulagx said

    «Non robi scatole» δε λενε οι ιταλοι;(και δεν εννοουν τις κασετινες)ή αλλιως «non robi balle»

  348. Μαρία said

    palle
    Εσείς πώς τον λέτε τον σπαζαρχίδη; Στα βλάχικα εννοώ.

  349. Μπουκανιέρος said

    Καλημέρα.
    345 Όχι ακριβώς. Στις βορειοελλαδίτικες διαλέκτους γίνονται ου όλα τα άτονα ο. Σε μας γίνονται ου μόνο κάποια ιταλικά ο, ανεξάρτητα αν είναι τονισμένα ή όχι (τις μισές φορές είναι τονισμένα, νομίζω, βλ. μπούρσα από borsa, παραπάνω). Μπορεί να μην είναι καν δικό μας το φαινόμενο αλλά να πήραμε έτοιμες αυτές τις λέξεις από ιταλικές διαλέκτους. Υποψιάζομαι ότι αυτό συμβαίνει εκεί που τα τοσκάνικα έχουν κλειστό ο, αλλά δεν το έχω ψάξει σε βάθος.
    Βορειοελλαδίτικου τύπου ου έχουν τα σιτσιλιάνικα νομίζω, θέλω να πω κάνουν ου όλα τα άτονα ο (και κρατάνε ο τα τονισμένα), π.χ. στου μούντου ε μούντου ντι γιόκου ε ντι ρίσου (stu mundu è mundu di jocu e di risu).

  350. Μπουκανιέρος said

    346 Υπάρχουν διάφορα, αναφέρθηκα στο «Κερκυραϊκό γλωσσάρι» του Γεράσιμου Χυτήρη (1987) παραπάνω.
    Εσένα, ποια η σχέση σου με την υπόθεση;

  351. angelos said

    Οι ….»συνάδερφοι» σας ξαναχτυπούν κ. Σαραντάκο.
    Απο χθεσινοβραδυνό θρίλερ στο STAR (και είδα μονο κανα μισάωρο, θα είχε κι άλλα λογικά):

    -Maybe he will see reason
    -Ίσως δει τους λόγους

    -At least we have something to be greatful
    -Τουλάχιστον έχουμε κάτι να προσδοκούμε

    -They must be mad at you for poaching their game
    -…που τους ποδοπατάτε το παιχνίδι(α)

    -All available men up here on the double
    -Όλοι οι διαθέσιμοι άνδρες εδώ, να διπλασιαστούμε

    -They are not comfortable with a sabbatical father in charge here
    -Δεν αισθάνονται άνετα με έναν σαββατιάτικο(!) ιερέα…

    Μα τον Άγιο Ονούφριο, είναι όλα original 🙂

  352. sarant said

    Μου αρέσει που δεν τον παραξένεψε ότι διπλασιάζονται!

  353. Νατάσσα said

    Χρόνια πριν είχα δει ένα βιβλίο του Άρθουρ Κέσλερ, το The Case of The Midwife Toad (από τα τελευταία του) με τον εκπληκτικό ελληνικό τίτλο «Η περίπτωση της μαμής Τοντ». Φυσικά δεν το αγόρασα, έτσι δε θυμάμαι ούτε εκδότη ούτε λοιπά στοιχεία…

  354. sarant said

    Εξαιρετικό!

    Η μαμή Τοντ σε φωτογραφία, από το εξωφυλλο μιας αγγλικής έκδοσης:
    http://www.amazon.com/Case-Midwife-Toad-Arthur-Koestler/dp/0394718232

    Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα είδος φρύνου (toad) που λέγεται «μαμή» επειδή το αρσενικό κουβαλάει τα γονιμοποιημενα αβγά και τα «ξεγεννάει» στο νερό.

  355. ΣοφίαΟικ said

    Η μαμή Τοντ πρέπει να λαβει τη θέση της στη Νομανσλάνδη παραυτα. Δυστυχώς, έχω πνιγεί στη δουλειά αυτή την εποχή ακι δεν μπορώ να της δώσω τη θέση που της αξίζει, αλλά τη φαντάζομαι να ξεγενναέι από ιπτάμενα βουβάλια (κτηνιατρικές αρμοδιότητες) μέχρι μεγάλες αρχόντισσες της Νομανσλάνδης.

  356. ὁ σαββατιάτικος ἱερέας εἶναι ὅλα τὰ λεφτά!

  357. τὸ ὄνομα Τὸντ εἶναι ὁ θηλυκὸς τύπος τοῦ Τέντ. στὰ Νομανσλανδικὰ ἡ ἑτεροιωμένη βαθμίδα δηλώνει τὸ θηλυκό. παλιὸ ἔθιμο τοῦ Νότου, ἔδιναν στὰ παιδιὰ τὸ ὄνομα τῆς μαμμῆς ποὺ τὰ ξεγεννοῦσε.

  358. angelos said

    #356
    Για τον σαββατιάτικο ιερέα θα συμφωνήσω, είναι αυτό που με έκανε να κάτσω να τα γράψω. Προφανώς είναι ιερέας part-time που κάνει τα ρεπά (το ρεπό, τα ρεπά) του κανονικού τα Σάββατα.

    Όσο για τη μαμή Τοντ (μα και στον τίτλο οι αθεόφοβο;) να σημειώσω, ότι η λέξη toad προέρχεται βέβαια από τα ελληνικά, δια της πλαγίας. Από το γνωστό ήχο «ΚΟΑΞ» που βγάζει το συμπαθές αμφίβιο, με συναιρέσεις, αφαιρέσεις, συνιζήσεις, εκθλίψεις, συνθλιψεις, συγκοπές και απανωτά εγκεφαλικά, καταλήγουμε στο «ΤΟΑΝΤ». Βρε κε κεξ, τοάντ τοάντ…

  359. Rodia said

    356. Συμφωνώ Κορνήλιε 🙂 και επαυξάνω: ο σαββατιάτικος ιερέας ανηκει στην αίρεση των Σαββατιανών που πιστεύουν κάθε Σάββατο, προσεύχονται τα Σάββατα, εξομολογούνται κάθε Σάββατο τις αμαρτίες που κάνουν όλη την υπόλοιπη βδομάδα -πλην Σαββάτου. Επίσης, τρώνε μόνο σαββατιανό σταφύλι.

    350. Μπουκανιέρος, χρωστώ μια απάντηση στο ερώτημα «Εσένα, ποια η σχέση σου με την υπόθεση;»: Τυχαίνει να έχω κληρονομήσει μερικά επτανησιακά γονίδια και αυτα που έγραψα τα θυμάμαι από τα μικράτα μου. 😉

  360. «Από τα ξημερώματα ιπτάμενα βουβάλια πετούν σε σχηματισμούς μάχης πάνω από τις Νότιες Κουρέλες. Ο μεγάλος μας ηγέτης, Χοακίν ΑΝ Μουνια, δήλωσε κατηγορηματικά σήμερα το πρωί ότι οι Νότιες Κουρέλες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Απωνικού εδάφους και δεν πρόκειται να εκχωρήσουμε ούτε σπιθαμή των εδαφών μας στους άξεστους εισβολείς. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πρόεδρος του φιλονομανσλανδιανού κόμματος, Βισκόντ Λεβερχιούλμ, βρίσκεται σε κατ΄ οίκον περιορισμό. Ο ηλεγμένος Stephen Elop βρίσκεται καθ’ οδόν προς τις Νότιες Κουρέλες επικεφαλής του γενναίου Απωνικού στόλου. Ζήτω η Απωνία! Ζήτω ο μεγάλος ηγέτης Χοακίν ΑΝ Μουνια! Θάνατος στους Τσαλντεάνους!»

    Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό στο μικρό χωριό, κοντά στα βορειοδυτικά σύνορα της Νομανσλάνδης. Ο ήλιος χαμογελούσε στα πράσινα λιβάδια, γεμάτα με βουβάλια που βόσκαγαν και τριπόδιζαν χαρούμενα. Ο σαββατιάτικος ιερέας χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα της μικρής εκκλησίας του Άη-Γκράαλ. Η μαμή Τοντ, καθισμένη σε ένα μικρό σκαμνάκι, ξεγεννούσε μια νεαρή βουβάλα. Το μικρό βουβαλάκι, καλυμμένο ακόμα με αμνιακό υγρό, κούνησε αδύναμα τις φτερούγες του. Η μητέρα του το τράβηξε κοντά της και άρχισε να το γλείφει.
    Ο Ρεβινστίνκτ χαμογέλασε. «Καλή δουλειά, μαμή Τοντ», είπε. «Όπως πάντα».
    Κανείς δε θα φανταζόταν ότι ο μεγαλύτερος επαναστάτης της Νομανσλάνδης ζούσε ειρηνικά σαν αγρότης σε ένα μικρό χωριό κοντά στα σύνορα. Κανείς, εκτός από τη μαμή Τοντ, δεν ήξερε την αλήθεια.
    Εκείνη τη στιγμή, η σιγαλιά του πρωινού σκίστηκε από τις τρομαγμένες φωνές του μικρού γιου του Ρεβινστίνκτ, που μόλις φάνηκε λαχανιασμένος και καταϊδρωμένος στην άκρη της δημοσιάς. «Οι Προύτσοι! Τρεχάτε να σωθείτε, έρχονται οι Προύτσοι!»

  361. #359 ὑπάρχει μία αἵρεσι ποὺ βάζει τὸ σάββατο στὴν θέσι τῆς Κυριακῆς, νομίζω λέγονται ἀντβεντιστές.

  362. sarant said

    Καλημέρα!
    Γιώργο, πολύ καλή ιδέα να παρουσιάσεις ως διαφιλονικούμενο έδαφος τις Νότιες Κουρέλες!

  363. Rodia said

    360. Γιωργο, πολύ όμορφες εικονες! 🙂
    Δεν κανεις ενα κόπο να ενημερωσεις τον κατάλογο ονομάτων, γιατί εχω χάσει επεισόδια… π.χ. υπάρχουν και Βόρειες Κουρέλες; 😉

  364. Καλημέρα, παιδιά! Ευχαριστώ, Νίκο! Ροδιά, θα το προσπαθήσω κάποια στιγμή. Αν πάντως δεν είχες ακούσει τις Νότιες Κουρέλες διάβασε εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2011/02/12/mezefebr/. Στα σχόλια θα βρεις επίσης τους Προύτσους και τον «ηλεγμένο Stephen Elop».

    Επίσης, εδώ είναι πλήρες το υπέροχο κείμενο (η Ελευθεροτυπία άλλαξε το άρθρο, αλλά πως να σβήσεις τα ίχνη σου στο διαδίκτυο;): http://protoselido.com/article/160126/201959/sinechizete-i-entasi-metaxi-iaponias-rosias-gia-tis-n-koureles

  365. Rodia said

    364. Ευχαριστω Γιωργο 🙂
    Δεν ξερω αν θα κατακτησει τις Ν. Κουρέλες η Νομανσλάνδη, μέχρι στιγμής όμως τα καταφερε να εξαπλωθει σε πολλά ποστ σε αυτό εδώ το μπλογκ! Αποικιοκρατία σκέτη. 😉
    ..για μενα, μακαρι να το κατακτουσε και ολοκληρο!
    (Νικο, εσυ μην ακους, ε) :ΡΡΡ

  366. ppan said

    Μόλις βρήκα έναν κάτοικο της Νομανσλανδης, σε ενα μυθιστόρημα της Αγκαθα Κρίστι, τον Μίστερ Αρτσντεακόν Μπραμπαζόν. Μαντεύετε, φαντάζομαι, ότι είναι ιερωμενος, δεν ξερω αν εχει αρκετούς παπάδες στην χώρα. Με το μικρό όνομα που έχει υποθέτω ότι θα έρχεται απο την Νότια Ινδία.

  367. sarant said

    Εκδόσεις;

  368. ppan said

    Λυχνάρι.

  369. #368 μπορεῖς νὰ δώσῃς τίτλο νὰ δῶ ἂν τὸ ἔχω;

  370. ppan said

    Νέμεσις.

  371. LandS said

    Να προσθέσω και εγώ τον μυστικό πράκτορα κ. Γουάιτχολ που δεν ενδιαφερόταν για τους συναδέλφους του σε επεισόδιο κατασκοπευτικής σειρά του ΣΚΑΙ την προπερασμένη Παρασκευή.

  372. sarant said

    Καλό!

  373. Σε περίπτωση που το Χρονικό της Νομανσλάνδης πάρει κατασκοπική, νουάρ ή σκέτη αστυνομική χροιά, πιστεύω πως ταιριαστός τίτλος ή υπότιτλος θα ήταν Το Μεράκι της Γιάλτας.

  374. sarant said

    Πολύ καλό -τελικά είναι ανεξάντλητα τα λογοπαίγνια…

  375. τώρα τὸ εἶδα!

    http://www.vakxikon.gr/content/view/817/832/lang,el/

  376. sarant said

    Αναδημοσίευση από το μπλογκ της Σοφίας πρέπει να είναι.

  377. Δεν είναι αναδημοσίευση, είναι το άρθρο της Σοφίας για τη Νομανσλάνδη στο Βακχικόν, στις 21 Μαρτίου νομίζω ανέβηκε.

  378. sarant said

    Εντάξει, ευκαιρία βρήκα να ξαναφέρω στην επιφάνεια το νήμα 🙂

  379. ppan said

    Να προσθέσω τον κύριο Μαρσάλ, που είναι, αν δεν το καταλάβατε Στρατάρχης, στην ταινία Σίσυ (μόλις τέλειωσε στο Αλτερ) όπου είχε παρέα πολλα μαργαριτάρια.
    Ανάμεσα στην «μελλοντική μονάρχη» και άλλα που ξέχασα, το πιο σουρεαλιστικό που θυμάμαι είναι οτι ο μπαμπάς της Σίσυς μηνάει στον Βαυαρό βασιλιά να μην τον ζορίζει διοτι θα γίνει Αυστριακός και «το είδος μου θα χαρεί πολύ να με υποδεχτεί» 🙂

  380. Ηλεφούφουτος said

    Μια ακόμη συμβολή στον εμπλουτισμό της γεωγραφίας της Νομανσλάνδης.
    Στην πολύ καλή κατά τ’ άλλα μετάφραση του Μελέτες για τον Ερωτόκριτο του Χόλτον (εκδ. Καστανιώτη), και συγκεκριμένα στο άρθρο του «Ο μύθος στην κρητική αναγεννησιακή ποίηση» παρατίθεται κάπου η αρχή από τους Λουσιάδες του Καμόες.
    Όπως μάλιστα φροντίζει να πληροφορήσει η μεταφράστρια τον αναγνώστη, στο πρωτότυπο του άρθρου του ο Χόλτον δίνει τους στίχους σε αγγλική μετάφραση, η δε ελληνική μετάφραση έγινε ad hoc από τη μεταφράστρια του Χόλτον: «Όπλα, κι εκείνοι οι ασύγκριτοι αρχηγοί, που απο τα παράλια της Δυτικής Λουσιτανίας ξεκινήσανε… και τρέξανε πέρα από το πέρα σύνορο του Ταπρομπάνα»

    Ο Ταπρομπάνα (ή το Ταπρομπάνα;) είναι η αρχαία Ταπροβάνη, το όνομα δηλαδή που αρχαίοι γεωγράφοι έδιναν στη σημερινή Σρι Λάνκα. Άλλοι θεωρούν ότι δήλωνε τη Σουμάτρα, αν και χωρία, όπως αυτό, «ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον», του Στράβωνα, νομίζω πως δεν αφήνουν περιθώρια για άλλες ερμηνείες.

    Παρ’ όλο που η μετάφραση ρέει μια χαρά, θύμωσα μ αυτό το λάθος. Θύμωσα όχι γιατί θεωρώ ότι η μεταφράστρια όφειλε να ξέρει μια τέτοια αρχαιογνωστική λεπτομέρεια αλλά επειδή δεν έψαξε ένα τοπωνύμιο που προφανώς πρώτη φορά είδε και, τέλος πάντων, θα μπορούσε να έχει ελληνική απόδοση, παρά ρισκάρισε να το αποδώσει όπως το βρήκε στα Αγγλικά (αμ το ότι μετέφραζε από μετάφραση μετάφρασης δεν την υποψίασε περισσότερο;), και μάλιστα σε γένος αρσενικό (ή ουδέτερο) (με μικρότερη αυθαιρεσία ρισκάρω κι εγώ να φανταστώ ένα σκεπτικό όπως «ντάξει μωρέ, αφού μιλάει για όριο το κείμενο, κανάς ποταμός θα είναι!»).
    Κυρίως όμως θύμωσα επειδή το κομμάτι στο οποίο παρατίθεται το απόσπασμα του Καμόες αναφέρεται ακριβώς στην επίδειξη αρχαιομάθειας που έκαναν αναγεννησιακοί ποιητές!!!!!!
    Για του λόγου το αληθές, μόλις λίγες αράδες πιο πάνω διαβάζω «…αντλούν από τη μυθολογία για να εμπλουτίσουν το έργο τους με μια λόγια, και στην περίπτωση του Camões συχνά δυσνόητη, αύρα κλασικής αρχαιότητας».

    Οι γεωγράφοι της Νομανσλάνδης ας αποφασίσουν τι είδους υπέρτατο όριο θα είναι αυτός ο Ταπρομπάνας.

  381. π2 said

    Το μόνο λάθος της μεταφράστριας είναι το άρθρο. Πρόκειται για την Ταπρομπάνα. Το τοπωνύμιο, όπως σωστά κατάλαβε η καλή μεταφράστρια, αποτελεί παραφθορά του ονόματος Ταμπουρομάνα (ρωτήστε τον Ελληγενή να σας εξηγήσει το φωνητικό φαινόμενο). Η Ταμπουρομάνα αποτελούσε όντως ένα αξεπέραστο όριο ήδη κατά την αρχαιότητα της Νομανσλάνδης: το νόημα είναι «εδώ κείται η μάνα όλων των ταμπουριών πίσω από τα οποία οχυρώνονται δίχως ποτέ να ξεμυτίσουν παραπέρα οι τεμπέληδες».

  382. rodia said

    381. 382. Σεβαστή η άποψη Π2, αλλά διαφωνώ και με τους δυο σας. Η λέξη προέρχεται απο τη μικρη αρχαία φραση «τον πίρο να βάνη» (στη βάρκα, εννοείται) ώστε η βάρκα να επιπλεύσει -βλ. και φιλμ σχετικο με Γ. Φουντα και Λαμπέτη «τα παιδιάαα τα παιδιάαα» σε κάποιο νησί. Αφού τεκμηρίωσα τόσο καλά την άποψή μου, το όριο είναι η μόρφωση, πνευματική και σωματική, με έξαρση στην -απαραίτητη για τη διαβίωση- εκμάθηση κολύμβησης. Με δυο λόγια, το όριο το περνούν σύντομα όλοι όσοι δεν ξέρουν να κολυμπούν. Γενικώς να κολυμπούν και σε όποια νερά.

  383. Μαρία said

    Οι περγαμηνές της μεταφράστριας:
    Σπούδασε Νεότερη Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και Συγκριτική Λογοτεχνία στα Πανεπιστήμια του Λονδίνου και του Καίμπριτζ. Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Κρήτης, Κύπρου και Πατρών.

  384. bernardina said

    Εγώ διαφωνώ με όλους. Πρώτον, το γένος σωστά είναι θηλυκό. Πρόκειται για τη γνωστή Ταυρομάνα, (όπως λέμε καβουρομάνα, φτωχομάνα, νερομάνα κλπ) περιοχή, δηλαδή, που βγάζει εύρωστους ταύρους (κάτι ανάλογο της Εύβοιας για… τους βόες 😆 ) αλλά επειδή συχνά η λέξη προφερόταν από κρυολογημένους (εξαιτίας του υψομέτρου και των χαμηλών θερμοκρασιών), το β του -ταυ και το μ του -μα έγιναν μπ. Επειδή με τη φωνητική δεν τα πάω και τόσο καλά, φωνάξτε τον Κορνήλιο και τους άλλους από δίπλα να σας εξηγήσουν τον μηχανισμό.
    Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την εμπεριστατωμένη (και εντός ολίγου υπερενισχυμένη με αφίξεις από τα πορτοκάλεια) άποψή μου, πρόκειται για μεθοριακή περιοχή, κοντά στα ‘Ορη των Υδρογονανθρακών, που χωρίζουν τις δυο-γνωστές-μην-τα-ξαναλέμε-και-το-κουράζουμε-χώρες. (Ως προς την τοποθεσία και μόνο, όπως βλέπουμε, συμφωνώ με τον Ηλεφού)

  385. ti zoe sauto to blog said

    382 ,
    μάλλον αυτό θα λες :Τo Κορίτσι Με Τα Μαύρα

  386. rodia said

    385. Ναι, αυτο. Υπεροχο φιλμ και με πολλες αναγνωσεις.

  387. sarant said

    383: Ολόκληρο Κέμπριτζ και να μην ξέρουν την Ταπροβάνη -εντελώς άσχετοι αυτοί οι Εγγλέζοι καθηγητές!

  388. Ηλεφούφουτος said

    Και γιατί να μην προέρχεται από το «τα πόρρω μη βαίη αν», δηλαδή «μακρυά από εδώ, πέρα από εδώ μην τυχόν και πάει κανένας, γιατί μαύρο φίδι πουτον έφαγε;»
    Σύμφωνα βέβαια με αυτή την εκδοχή, το σωστό άρθρο θα ήταν ΤΑ, όθεν αναπόδραστη συνέπεια είναι μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του Π2 καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

    Οι συσχετισμοί μεταξύ Ταπρομπάνας, Ύδρας (το νησί με τα μαύρα) και Ταυρομηνίου ελέγχονται από την πρόσφατη βιβλιογραφία ως αίολες άμα τι και αίλουρες.

  389. Μαρία said

    387
    Το «Εν Ταπροβάνη» βγήκε αργότερα.
    http://www.biblioasi.gr/product_info.php?products_id=170195

  390. bernardina said

    #388

    😆 lol: 😆

  391. ppan said

    @383, 387 πάντως βρε παιδιά, ούτε όποιος πέρασε από το Κέμπριτζ ή όπου αλλού μαθαίνει, όσο φιλότιμα κι αν προσπαθήσει,όλες τις γνώσεις που προσφέρει το πανεπιστήμιο, ούτε οι σπουδές της είναι ακριβώς σχετικές, ούτε το λάθος αυτό καθαυτό είναι απο τα πιο τερατώδη: αυτό που με σοκάρει είναι η ευκολία της μετάφρασης αλε ρετουρ, να ματαμεταφράζουμε οπως μας φανεί τα μεταφρασμένα, αντί να ψάξουμε το αρχικό κείμενο: αυτό είναι απλή λογική, δεν έχει σχέση με διπλώματα

  392. Μαρία said

    391 Συμφωνώ. Τα διπλώματα τα έβαλα, για να δείξω οτι δεν περιμένει να ζήσει απ’ τη μετάφραση και άρα είχε περισσότερο χρόνο να το ψάξει. Έτσι το φαντάζομαι δηλαδή.

  393. ppan said

    Σ΄αυτό συμφωνώ αν και μου φαίνεται ψευδοεπιχείρημα εξαρχής αυτο για τις χαμηλές αμοιβές: ποιος πληρώνεςται δηλαδή καλά;
    Αντίθετα, όπως για ολες τις δουλειές αυτού του τύπου, έχω επιείκια στα λάθη γιατί από την φύση τους είναι ανοιχτές σε κριτική και βελτιώσεις: αυτο όμως καθόλου δεν με εμποδίζει από το να ξεκαρδίζομαι στα γέλια κάθε φορά που ξαναδιαβάζω το αρχικό κείμενο και τις άλλες εκδοχές: μπράβο παιδιά, τόχα ανάγκη 🙂

  394. Αν είναι να το ψιλοκοσκινίσουμε, έχει κι ένα άλλο πρόβλημα η μετάφραση της μετάφρασης της αρχής του πορτογαλικού εθνικού έπους: εκείνο το «Όπλα, κι εκείνοι οι ασύγκριτοι αρχηγοί, που απο τα παράλια…» είναι καταφανώς αναφορά στον πρώτο στίχο της Αινειάδας «Arma virumque cano, qui Trojae primus ab oris…», και συνεπώς σημαίνει «όπλα και τους ασύγκριτους αρχηγούς» [θα τραγουδήσω]. Θέλει δηλαδή οπωσδήποτε αιτιατική.
    Επίσης, σ’ένα ποιητικό κείμενο που μιλάει για θαλασσοπόρους του ΙΕ΄ αιώνα, μάλλον «άρματα και τους θαυμαστούς αυτούς καπεταναίους» θα ταίριαζε καλύτερα.
    Αλλά προς Θεού, μην νομιστεί ότι πάω να επικρίνω τη μεταφράστρια, ιδίως με την παρατήρηση για την Αινειάδα. Η περίπτωση απλώς μαρτυρεί πόση παιδεία θέλει η μετάφραση οποιουδήποτε έργου με αξιώσεις.

    Για όποιον έχει περιέργεια, ιδού η αρχή του ποιήματος [ας είναι καλά το Διαδίκτυο]:

    As armas e os barões assinalados,
    Que da ocidental praia Lusitana,
    Por mares nunca de antes navegados,
    Passaram ainda além da Taprobana,
    Em perigos e guerras esforçados,
    Mais do que prometia a força humana,
    E entre gente remota edificaram
    Novo Reino, que tanto sublimaram;

    E também as memórias gloriosas
    Daqueles Reis, que foram dilatando
    A Fé, o Império, e as terras viciosas
    De África e de Ásia andaram devastando;
    E aqueles, que por obras valerosas
    Se vão da lei da morte libertando;
    Cantando espalharei por toda parte,
    Se a tanto me ajudar o engenho e arte.

  395. Θα συμφωνήσω με την Bernardina, στο 384.

    Η Ταυρομάνα, εξάλλου, έχει αδιάσειστα ελληνική ρίζα:

    Ξεκίνησαν οι Έλληνες με την Ιππιγένεια εν Ταύροις (αυτό πριν μπλέξουν το π με το φ – και για τους ηρωικούς αγώνες τους ονομάστηκαν Ταυρομάχοι), συνέχισαν μεταλαμπαδεύοντας τον ελληνικό πολιτισμό στην Περσική αυτοκρατορία (όπως στην πόλη Tabriz, όπου δίδαξαν στους ντόπιους και την τέχνη γεωμετρικών σχημάτων σε τάπητες) και όταν με το καλό έφτασαν επιτέλους στο μεγάλο νησί, αναφώνησαν «Εδώ, παιδί μου, δεν είναι Ταύρος, είναι Ταυρομάνα!»

  396. π2 said

    Αγαπητέ συνάδελφε (#388), θα επιμείνω στην φωνητικά αυταπόδεικτη (σύμφωνα με το ελληγενές ξυράφι του Όκκαμ) συσχέτιση με την Ταμπουρομάνα. Ομολογώ πάντως πως ενδεχομένως έσφαλα ως προς την εννοιολογική προέλευση του τοπωνυμίου, σπεύδω λοιπόν να προσφέρω εναλλακτική προέλευση της Ταμπουρομάνας.

    Τα ονόματα της Κεϋλάνης σε διάφορες γλώσσες ανάγονται στο σανσκριτικό Sinhala, «αίμα του λέοντος», ήδη από την εποχή του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, που ονομάζει το νησί Σιελεδίβα (όπου δίβα = νήσος, δηλαδή νήσος Σιελε[ν]). Τα Ταμπούρια, ως γνωστόν, είναι η καρδιά του Πειραιά. Να είναι τυχαίο λοιπόν που το εναλλακτικό όνομα ενός νησιού που παίρνει το όνομά του από το λιοντάρι παραμπέμπει στην καρδιά του Πόρτο Λεόνε; Να είναι τυχαία η μεγάλη παροικία ναυτεργατών από τη Σρι Λάνκα στον Πειραιά μέχρι τις μέρες μας, μια παροικία που ενσωματώθηκε χωρίς δυσκολίες στην τοπική κοινωνία; Να είναι τυχαίο που το αντίγραφο του λέοντος του Πόρτο Λεόνε παραπέμπει στον Καραϊσκάκη, όπως σοφά διέγνωσε ο Καπετάν Ένας στο διπλανό νήμα; Ποια ομάδα έχει γήπεδο με το όνομα του Καραϊσκάκη; Ποιο είναι το χρώμα της ομάδας αυτής; Μήπως το κόκκινο του αίματος του Λέοντος της Κεϋλάνης;

    Κεϋλάνη, Ταμπουρομάνα, Θρύλος, Καραϊσκάκης, η ναυτική μας παράδοσις, όλα μπλέκονται γλυκά. Η Κεϋλάνη είναι ελληνική. Όπερ έδει δείξαι. Ιδού η Ταπροβάνη, ιδού και το πήδημα.

  397. Ηλεφούφουτος said

    Πάντως δεν είχα στόχο τη μεταφράστρια, η οποία έχω την εντύπωση ότι στο βιβλίο γενικά έκανε καλά τη δουλειά της. Εκεί που βγήκε απ τα νερά της και διέβη το Ρουβίκωνα ή μάλλον την Καμπουρομάνα (ύψωμα είναι ρε, όχι ποταμός! η μάνα όλων των υψωμάτων, και η τροπή του Κα- σε Τα- οφείλεται στο ρημάδι το χειλοϋπερωικό) έκανε αυτό το σφάλμα, το οποίο βρίσκω εκνευριστικό.
    Το λάθος ήθελα να επισημάνω, διότι ισχύει πάντα το «δεν ήξερες – δεν έψαχνες;».

  398. Μπουκανιέρος said

    396 Σιελεδίβα ή Σιελεβίδα; Πάντως κι ο Ινδικοπλεύστης συχνότερα Ταπροβάνη τη λέει, νομίζω.

    394 Σωστή παρατήρηση. Αν και δεν είναι υποχρεωτικό να παίζει κανείς στα δάχτυλα την Αινειάδα, ο πρώτος στίχος μάλλον θεωρείται γνωστός – κι η υπενθύμισή του έχει αξιοποιηθεί επανειλημμένα. Π.χ. ο Αριόστο ξεκινάει έτσι:
    Le donne, i cavallier, l’arme, gli amori,
    le cortesie, l’audaci imprese io canto…

  399. Στὴν Τσεχία τὴν μπύρα, ξανθὴ ἢ μαύρη, τὴν πίνουν συνήθως σκέτη, ὅμως κάθε Νομανσλανδὸς πότης ποὺ σέβεται τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἐθνικὲς παραδόσεις τῆς χώρας του (δηλαδὴ μίας χώρας ποὺ συναγωνίζεται στὴν ψύχωσι μὲ τὰ βοοειδῆ τὸ μεγάλο μεσογειακὸ βασίλειο τῆς Ἱσπανίας), ὀφείλει ὑγραίνοντας τὸ λαρύγγι του μ’αὐτὸ τὸ ποτὸ ποὺ ἐντελῶς ὑποτιμητικὰ (καὶ κατὰ τὴν γνώμη τοῦ Μπάυρον Χάουσμαν καὶ μερικῶν ἄλλων φανατικῶν ὄχι χωρὶς Ἀπωνικὸ δάχτυλο) ὁ στρατηγὸς Μαρσὰλ εἶχε ἀποκαλέσει «κριθαρόζουμο», ὀφείλει λοιπὸν νὰ συνοδεύῃ αὐτὴν τὴν ζυθοποσία μὲ γενναῖες μερίδες παστῆς ταυρομάνας. «Διόλου παράξενο» εἶχε πεῖ στὴν ἴδια συνένετευξι ὁ Ἄπωνας στρατηγός «γιὰ μιὰ χώρα ποὺ ὀνομάζει τὰ ἀεροπλάνα της ἰπτάμενα βουβάλια». Τὸ διπλωματικὸ ἐπεισόδιο ἀποσοβήθηκε μὲ μερικὲς διορθωτικὲς δηλώσεις ποὺ ἱκανοποίησαν τὰ ἀνάκτορα καὶ τὸ Συμβούλιο τοῦ Ντίν, ἀλλὰ ἡ ῥαγδαία αὔξησι στὴν ζήτησι παστῆς ταυρομάνας ὡδήγησε μέρος τοῦ τύπου σὲ ἀναθεώρησι σχετικὰ μὲ τὰ κίνητρα τοῦ Μαρσάλ. Ὡστόσο αὐτὸς ὁ τελευταῖος δὲν ἔπαψε ποτὲ ν’ἀποτελῇ γιὰ μεγάλο μέρος τῶν πιὸ θερμόαιμων Νομανσλανδῶν κόκκινο πανὶ καὶ προσωποποίησι τοῦ παγκόσμιου μίσους κατὰ τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν τοῦ Νομανσλανδικοῦ ἔθνους. Γι’αὐτὸ καὶ κἀνεὶς ἀπὸ τοὺς θαμῶνες τῆς παλιᾶς μπυραρίας δὲν ἔδειξε νὰ ἐνοχλῆται –οὔτε κἂν νὰ παραξανεύεται- ὅταν ὁ Κλὶν Σέβαν μὲ τὴν μύτη κατακόκκινη ἀπὸ τὴν μαύρη μπύρα καὶ τὰ δάχτυλά καταλαδωμένα ἀπὸ τὰ ἀμέτρητα κομμάτια παστῆς ταυρομάνας ποὺ κάθε τόσο λίπαιναν τὸν οὔτως ἢ ἄλλως πρόθυμο οἰσοφάγο του ὕψωσε τὸ μεγάλο καὶ ξέχειλο πορσελάνινο ποτήρι του γεμίζοντας μὲ ἀφροὺς τὰ ἄδεια πιάτα στὸ τραπέζι καὶ φωνάζοντας: «Θάνατος στὸν Μαρσάλ!». Μάλιστα ἕνας γέρος μὲ στριφτὸ μουστάκι ποὺ τόση ὥρα ἔπινε σιωπηλὸς στὴν ἀριστερὴ γωνιὰ δίπλα στὸν πάγκο γύρισε καὶ ὕψωσε σ’ἕναν ἀνταποδοτικὸ χαιρετισμὸ τὸ δικό του ποτήρι –μισοάδειο αὐτό –προσπαθῶντας νὰ φωνάξῃ κάτι ποὺ πνίγηκε μέσα στὸν βῆχα καὶ στὸν λόξυγκα. Οἱ ἀναθυμιάσεις ἀπὸ τὰ μεγάλα ξύλινα βαρέλια, ἀνακατεμένες μὲ τὴν βαριὰ μυρωδιὰ τοῦ παστοῦ καὶ τὴν ἱδρωτίλα τῶν ἀποχαυνωμένων πελατῶν δὲν συμφωνοῦσε σὲ τίποτε μὲ τὴν ἐπισημότητα τῆς πομπῆς τῶν ἱππήλατων ἁμαξῶν ποὺ κάθε τόσο ὡδηγοῦσαν καὶ κάποιο ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ντὶν στὸ Μέγαρο Μούτινγκ, ἑκατὸ μέτρα πιὸ πέρα. Μόνο κάπου κάπου, ἅμα ἡ πόρτα μὲ τὴν βρόμικη τζαμαρία ἄνοιγε γιὰ νὰ μπῇ κανένας καινούργιος πελάτης μὲ κιτρινιασμένη ἀπὸ τὸ τσιγάρο γενειάδα ἢ γιὰ νὰ βγῇ τρικλίζοντας κάποιος ἀπὸ τοὺς σουρωμένους θαμῶνες ποὺ εἶχαν γεμίσει τὸ πεζοδρόμιο μὲ τὰ ξερατά τους, τὸ φρέσκο ἀεράκι ποὺ πρόφτανε νὰ γλυστρήσῃ στὸ στενάχωρο καταγώγι ἔδινε στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ καπηλειοῦ τὴν ἀπολύτως ἀπαραίτητη περιεκτικότητα σὲ ὀξυγόνο. «Φτάνει πιά, Κλίν» μουρμούρισε ὁ Χάουσμαν κι ἔκανε νὰ πιάσῃ τὸ ποτήρι τοῦ φίλου του. «Ἔχεις πιεῖ τὸν ἄμπακο». Ἐκεῖνος, μὲ μιὰ ἐπιδέξια κίνησι καὶ μὲ χέρι ποὺ δὲν ἔτρεμε οὔτε τόσο, παρὰ τὸ μεθύσι τοῦ ἀξιότιμου κατόχου του, τράβηξε τὴν κούπα πρὸς τὸ μέρος του καὶ κατέβασε μὲ μιὰ γουλιὰ ὅσο ἀπὸ τὸ ἀφρῶδες περιεχόμενό της εἶχε ἀπομείνει μετὰ τὴν ἀμέσως προηγούμενη –κατά τι μόνο μικρότερη- ῥουφηξιά. «Γκαρσόν!» φώναξε βροντῶντας τὸ ἄδειο ποτήρι στὸ τραπέζι. «Γκαρσόν! Ἄλλα δύο λίτρα ἀπ’αὐτὸ τὸ βάλσαμο καὶ μιὰ περιποιημένη πιατέλλα ταυρομάνα». Ἕνας ξερακιανὸς καὶ λιγδιάρης σερβιτόρος ἑτοιμάστηκε νὰ πλησιάσῃ τὸ τραπέζι τοῦ Σέβαν καὶ θὰ τὸ εἶχε κάνει, ἂν μιὰ κρυφὴ χειρονομία τοῦ Χάουσμαν δὲν τὸν ἀπέτρεπε. «Γκαρσόν!» ξαναφώναξε ὁ Σέβαν κι ἄρχισε νὰ χτυπᾷ παλαμάκια. «Τί θὰ γίνῃ ἐπιτέλους; Κουφαθήκατε ὅλοι ἐδῶ μέσα;». «Ἡσύχασε τώρα, Κλίν» τοῦ εἶπε σιγανὰ ὁ Χάουσμαν κι ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του μερικὰ μπρίκια. Εἶναι ὥρα νὰ πηγαίνουμε πιά. Ἕνα νέο κῦμα φρέσκου ἀέρα χάιδεψε τὰ κοκκινισμένα μάγουλα τῶν δύο φοιτητῶν. Ἡ πόρτα ἔτριξε κι ὕστερα ἔκλεισε πάλι. Μπροστά της στεκόταν ἕνας πολὺ καθωσπρέπει κύριος μὲ μαύρη καμπαρτνίνα, γυαλιστερὰ παππούτσια κι ἕνα καλοξυρισμένο πηγούνι μισοβυθισμένο στὸν γιακὰ τοῦ πουκαμίσου του. «Τί θέλει ἐδῶ αὐτὸς;» φώναξε κοροϊδευτικὰ ὁ Σέβαν. Κι ἔπειτα γύρισε πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἴδιου νιόφερτου καὶ τοὖπε μὲ τὴν μπάσα φωνή του: «Ἔ κύριος! Θαρρῶ τὰ μπέρδεψες! Τὸ Μέγαρο Μούτινγκ εἶναι πιὸ κεῖ». Μερικοὶ θαμῶνες γέλασαν, ὁ γέρος τῆς γωνιᾶς πῆγε καὶ πάλι νὰ πῇ κάτι, μὰ ὁ μαυροντυμένος ἄντρας εἶχε ἤδη φτάσει στὸ τραπέζι τῶν δύο νεαρῶν. Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του ἕνα χαρτάκι ποὺ ἔμοιαζε μὲ φωτογραφία καὶ τὸ κοίταξε μιὰ δυὸ φορὲς ἀνασηκώνοντας τὸ βλέμμα του καὶ μοιράζοντάς το σὲ ἰσόχρονες δόσεις ἀνάμεσα στοὺς δύο συμπότες. Ξαφνικὰ ὁ Σέβαν ἅρπαξε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἐπισκέπτη τὸ χαρτάκι καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ πρόχειρη ματιὰ ξέσπασε σὲ ἀσυγκράτητα γέλια. «Μὰ σὲ καλό του, Μπάυρον!» μουρμούρισε γεμίζοντας τὰ κενὰ μεταξὺ τῶν λέξεων μὲ πνιχτὰ χάχανα. «Ἤ ἡ ταυρομάνα ποὺ μοῦ ἔδωσαν ἦταν χαλασμένη ἢ αὐτὸς ὁ φλούφλης κουβαλάει μιὰ φωτογραφία μου!». Ὁ φλούφλης, ἔχοντας πιὰ καταλάβει γιὰ τὰ καλὰ ὅτι ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα συνεννοήσεως μὲ τὸν μεθυσμένο φοιτητὴ ἦταν σκέτο χάσιμο χρόνο, ἔσκυψε πρὸς τὴν μεριὰ τοῦ Χάουσμαν καὶ τὸν ῥώτησε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Κλὶν Σέβαν; Θὰ μὲ βοηθήσετε νὰ τὸν μεταφέρουμε μέχρι τὸ περιπολικό;».

  400. —>τοῦ ἴδιου τοῦ νιόοφερτου

  401. sarant said

    Μπράβο Κορνήλιε!

  402. Immortalité said

    Καλά βρε, πέντε μήνες για μία συνέχεια; Θα ζήσω να δω το τέλος; : D

  403. ᾅδης καὶ γυνὴ οὐ χορτασθήσονται!

  404. Immortalité said

    Μου πετάς ένα κοκαλάκι κάθε πεντάμηνο και με θες και χορτάτη; 🙂

  405. Οἱ ἀκτῖνες ποὺ διαθλοῦσε ὁ μεγάλος πολύχρωμος ῥόδακας-βιτρὼ στὸ ὑπέρθυρο τῆς κεντρικῆς πύλης τὸν ἔλουζε μὲ μιὰ χρωματικὴ πανδαισία φωτός, ἔτσι ποὺ οἱ δυὸ μαῦροι κύκλοι γύρω ἀπ’τὰ μάτια του ἔμοιαζαν μόνο μὲ μικρὲς φωτοσκιάσεις. «Πᾶνε δυὸ ὧρες τώρα ποὺ φέρνει βόλτες μέσα στὸν ναὸ ἔτσι, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη» ψιθύρισε ἕνας νεαρὸς νεωκόρος στὴν καθαρίστρια. Ἐκείνη ἔδειχνε ἐντυπωσιασμένη. Ὁ καρδινάλιος Φλάβιος Ζοζὲφ ἔρριξε μιὰ αὐστηρὴ ματιὰ στοὺς δύο συνομιλητές κι αὐτοὶ ξανάπεσαν ἀμέσως μὲ τὰ μοῦτρα στὴν δουλειά τους. «Ἀρκετὰ γιὰ σήμερα» τοὺς πρόσταξε μὲ τὸ γνώριμα ἐπιτακτικὸ ὕφος του. Ὁ νεωκόρος ἀντάλλαξε ἕνα βλέμμα συγκαταβάσεως μὲ τὴν καθαρίστρια κι ἔπειτα συνέχισε νὰ φυλλομετρᾷ κάτι λευκὲς κόλλες χαρτὶ πάνω σ’ ἕνα ξυλόγλυπτο ἔπιπλο ποὺ ἔμοιαζε μὲ παγκάρι. Ἐκείνη βούτηξε σ’ἕνα κουβᾶ τὴν πατσαβούρα ποὺ κρατοῦσε κι ἄρχισε νὰ τρίβῃ μὲ περισσότερη μανία ἀπὸ πρὶν τὶς μαρμάρινες πλάκες τοῦ δαπέδου, λὲς κι ἤθελε ν’ἀναπληρώσῃ γιὰ τὰ μάτια τοῦ Καρδινάλιου τὰ χαμένα λεπτὰ τοῦ κουστομπολιοῦ μὲ τὸν νεωκόρο. «Δὲν ἀκούσατε τί σᾶς εἶπα λοιπόν;» φώναξε ὁ Καρδινάλιος θυμωμένος. «Μπορεῖτε νὰ πηγαίνετε. Τέλος γιὰ σήμερα». «Μά, Σεβασμιώτατε» ἔκανε νὰ πῇ ὁ νεωκόρος παίρνοντας μιὰ βαθιὰ ἀνάσα, ἀλλὰ μ’ἕνα ἀπότομο σήκωμα τοῦ χεριοῦ του ὁ Φλάβιος Ζοζὲφ τοῦ ἔκοψε τὴν φόρα. «Φτάνει, εἶπα!» γρύλλισε ξερά. Ὁ νεωκόρος ἔβαλε τὰ χαρτιὰ σ’ἕνα συρτάρι κι ἡ καθαρίστρια σταμάτησε γιὰ λίγο τὸ τρίψιμο καὶ κοίταξε φοβισμένη τὸν Καρδινάλιο. «Κι ἐσύ», τῆς εἶπε ἐκεῖνος. «Πηγαίνετε!». «Μάλιστα» ἀπάντησαν μ’ἕνα στόμα οἱ δυὸ ὑπάλληλοι τῆς Ἐπισκοπῆς κι ἐξαφανίστηκαν ἀπὸ μπροστά του. «Κλείδωσε φεύγοντας!» φώναξε στὸν νεωκόρο ποὺ εἶχε ήδη πλησιάσει τὴν μεγάλη ξύλινη πόρτα κάτω ἀπὸ τὸν ῥόδακα. «Νὰ σᾶς κλειδώσω μέσα;» ῥώτησε ἐκεῖνος ἔκπληκτος. «Κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω!» ἀποκρίθηκε ὁ Καρδινάλιος, «ἔχω ἐγὼ κλειδιά». Τώρα μέσα στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γκράαλ ὁ Φλάβιος Ζοζέφ βρισκόταν μόνος. Ὁ νεαρώτερος ἐπίσκοπος-Καρδινάλιος τῆς Εὐρώπης ἄκουγε τοὺς χτύπους τῶν σκληρῶν παππουτσιῶνν του πάνω στὸ μαρμάρινο δάπεδο τοῦ Ναοῦ, καθὼς πήγαινε πέρα – δῶθε, κατὰ μῆκος τῆς μεγάλης τοιχογραφίας τοῦ δεξιοῦ κλίτους καὶ στοχαζόταν. Στοχαζόταν ξανὰ τὴν ζωή του. Θυμόταν τὰ παιδικά του χρόνια, σὰν ἦταν ἕνα μικρὸ χωριατόπαιδο ποὺ ἄρμεγε τὰ γίδια τοῦ πατέρα του κι ἔτρεχε μὲς στὰ χωράφια κυνηγῶντας ἀγριμάκια. Θυμόταν τὸ σχολεῖο. Τὴν ἀδυναμία ποὺ τοῦ εἶχαν οἱ δάσκαλοι, οἱ καθηγητὲς μετά, στὸ γυμνάσιο καὶ στὸ Λύκειο, ἰδιαίτερα ὁ θεολόγος καὶ ἡ καθηγήτρια τῶν λατινικῶν. Ὕστερα ἦρθαν τὰ χρόνια τοῦ Βατικανοῦ, τὸ Πανεπιστήμιο στὴν ἀρχή, ἡ λαμπρὴ ἀποφοίτησι, τὸ διδακτορικό, ἡ χειροτονία, ἡ ἐξέλιξι, ἡ ἐνταξι στὸ Collegium Urbanum de Propaganda Fide, ὁ ἐπισκοπικὸς θρόνος τῆς Νομανσλάνδης στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γκράαλ. Συλλογιζόταν. Αὐτός, ἕνας ἄθεος. Ἄθεος ἀπὸ τότε ποὺ θυμόταν τὸν ἑαυτό του. Πότε ἀποφάσισε ὅτι θέλει νὰ γίνῃ ἱερέας; Περίπου στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐφηβείας του μᾶλλον, ὅταν πῆγε σ’ἐκεῖνο τὸ σπίτι, μαζὶ μὲ τἆλλα παιδιά, σ’ἐκεῖνο τὸ βρόμικο σπίτι ποὺ μύριζε ἀλκοὸλ καὶ φτηνὸ πατσουλί. Κι ὅταν βγῆκε ἀπὸ μέσα χαμογελοῦσε, αὐτὸ τὸ ψεύτικο χαμόγελο ποὺ κράτησε σ’ὅλη του τὴν ζωὴ μετά. Ὅμως μέσα του φοβόταν ὅτι οἱ ἄλλοι ἤξεραν. Μιὰ ζωὴ τὸ φοβόταν. Κι ὅσο φοβόταν τόσο χαμογελοῦσε. Κι ὅσο χαμογελοῦσε τόσο φοβόταν. «Ἀνίκανος», εἶχε πεῖ ἐκείνη ἡ ἀσπρουλιάρα μὲ τὰ σοβαντισμένα μάγουλα, μέσα στὸ σπίτι ποὺ βρομοῦσε. Καὶ μετὰ δυὸ μέρος, ποὺ πῆγε στὴν ἄλλη, πάλι κι ἐκείνη «ἀνίκανος» τοῦ εἶπε καὶ τὸν χάιδεψε ἔτσι συγκαταβατικὰ στὸ κεφάλι σὰν νὰ τὸν λυπόταν. Σὲ μιὰ χώρα ποὺ προσκολλημένη στὸν Ῥωμαιοκαθολικισμὸ ἀπαγόρευσε τὰ διαζύγια καὶ τόσοι καὶ τόσοι ἱκανοὶ δήλωναν ἀνίκανοι γιὰ νὰ λυθῇ ὁ γάμος τους ὡς μὴ ὁλοκληρωθείς, (κι ἂς εἶχαν παιδιὰ κι ἐγγόνια ἀκόμη, αὐτὰ ἡ Δικονομία τὰ ἐπιτρέπει, ἀρκεῖ μοναχὰ νὰ μὴν ἐπικαλεστῇς οὔτε ἐσὺ οὔτε ἡ σύζυγος τὴν ὕπαρξι τέκνων καὶ τὸ πρᾶγμα πάει καλά, ἂς βάστηξε ὁ γάμος καὶ δέκα καὶ εἴκοσι χρόνια –γελοιότητες! τί νὰ πῇς γιὰ μιὰ χώρα ποὺ μέχρι πρὶν δεκαπέντε χρόνια ἐπέτρεπε τοὺς εὐνουχισμοὺς τῶν καστρᾶτο;) σὲ μιὰ τέτοια χώρα μόνο οἱ ὄντως ἀνίκανοι δὲν εἶχαν λόγο ποτὲ νὰ δηλώσουν ἀνίκανοι. Ἀλλὰ τοὺς ἔδειξε! Τοὺς ἔδειξε τί ἦταν ἱκανὸς νὰ κάνῃ. Καὶ τώρα αὐτό; Στάθηκε γιὰ λίγο καὶ κοίταξε τὴν περίφημη τοιχογραφία ποὺ ἔπιανε τὸ μισὸ κλῖτος, ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἁγίου Γκράαλ μέχρι τὸ ἱερό. «Ο Δανιὴλ καὶ ὁ Βαλτάσαρ». Στὸ κέντρο τῆς τοιχογραφίας ὁ Βαλτάσαρ καὶ οἱ ἀξιωματοῦχοι του, καθισμένοι γύρω ἀπὸ ἕνα τεράστιο τραπέζι στρωμένο μὲ τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ Ναοῦ, μὲ βλέμμα ἔντρομο καὶ τὰ μάτια τους σχεδὸν βγαλμένα ἀπὸ τὶς κόχγες κοίταζαν τὸ χέρι ποὺ ἔγραφε στὸν τοῖχο. Στὴν ἄκρη μαζεμένοι μὲ τὶς φανταχτερὲς στολές τους οἱ Χαλδαῖοι. Πιὸ δεξιά, δίπλα στὴν λαμπροφορεμένη βασίλισσα, ὁ Δανιὴλ ἀτάραχος καὶ γαλήνιος κι ἀκόμη πιὸ πέρα, ἐκεῖ ποὺ ὁ τοῖχος σχεδὸν τέλειωνε, ὁ καλλιτέχνης εἶχε ζωγραφίσει τοὺς Πέρσες στρατιῶτες ποὺ σκαρφάλωναν στὰ τείχη τῆς Βαβυλῶνος. Ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβῃ γιὰ ποιόν ἀκριβῶς λὀγο αὐτὴ ἡ τοιχογραφία θεωροῦνταν ἀριστούργημα τῆς ἀναγεννησιακῆς τέχνης, μὰ τὰ ἔσοδα ἀπὸ τοὺς φιλότεχνους τουρίστες ποὺ κάλυπταν τὶς ἐτήσιες δαπάνες τοῦ Ναοῦ ἦταν γι’αὐτὸν μιὰ ἀπάντησι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἱκανοποιητική. Σήμερα ὅμως αὐτὴ ἡ ζῳγραφιὰ τοῦ φαινόταν διαφορετική. Κάτι στὸ βλέμμα τοῦ Βαλτάσαρ καθρέφτιζε τὴν δική του ψυχή. Φοβόταν. Κι ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ φοβόταν χωρὶς νὰ χαμογελᾷ. Πλησίασε τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἁγίου Γκράαλ κι ἐσκυψε μπροστὰ στὸ βάθρο. Ἄνοιξε μὲ τὸ κλειδὶ γιὰ τέταρτη φορὰ τὸ μυστικὸ πορτάκι στὴν βάσι τοῦ ἀγάλματος. Μιὰ ἐλπίδα φτερούγισε μέσα του, μιὰ ἐλπίδα ἔξω ἀπὸ κάθε λογική. Ὄχι, τὸ ῥαμόνι πάλι δὲν βρισκόταν ἐκεῖ. Κι ἐκεῖνο τὸ χέρι στὸν τοῖχο, ἂχ ἐκεῖνο τὸ χέρι στὸν τοῖχο πόσο τὸν βασάνιζε τώρα. ΜΑΝΗ ΘΕΚΕΛ ΦΑΡΕΣ. Και τότε ο Φλάβιος Ζοζὲφ ἔκανε κάτι γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή του. Ἔπεσε στὰ τέσσερα καὶ προσευχήθηκε.

  406. sarant said

    Και πριν κλείσει μήνας, ευχαριστούμε!

  407. νέο kid στο block said

    Μικρά προσθήκη στους γαλαζοαίματους Νομανσλανδούς:
    Our Lord’s Excalibur…έγινε στον υποτιτλισμό… O Λόρδος Σεξκάλιμπερ.
    Too freud to be true!
    Κρίμα που οι pythons δεν υφίστανται πλέον, σίγουρα θα ήταν άξιο μέλος της ελεεινής τραπέζης , όσο για το Συμβούλιο του Ντίν δε ξέρω ,ας αποφασίσουν οι παλιοί αν μπαίνει ή όχι..:-)

  408. arxaios said

    Εγω εχω να συνεισφέρω (το ΄δα με τα ματια μου) επιστολή Κινέζου για εμπορικά θέματα άρχιζε «Dear Faithfully Yours….» – απάντηση σε επιστολή που είχε υπογραφή κάτω απο τον χαιρετισμό. Ισως όπως τό ΄δε, να το συνέδεσε με τη Marianne Faithful. Και απαντηση Κορεάτη, «Dear Med Vennlig Hilsen………….», αυτό είναι αντίστοιχο του «Best Regards» στα Νορβηγικά. Άλλα δυό πρόσωπα της Νομανσλανδίας λοιπόν.

  409. sarant said

    Α, και των δύο τα ευρήματα είναι έξοχα, σας ευχαριστώ!

    Αρχαίε, δεν σε έχω καλωσορίσει, παράλειψή μου!

  410. νέο kid στο block said

    Η μεγαλοσύνη της Νομανσλάνδης δε μετριέται με το στρέμμα.
    Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και το αίμα.

    -Arson, You sonababitch!
    Ten Bucks is watching you, lay down your Kanapoutsar!
    With a trebling hand, Arson laid down the deadly weapon.
    Ten Bucks’s eyes were snake eys , his face dead still as steel and clean,
    Clean Shaven by Gilette’s sharp blades.
    Sharp, as legend has it, as Lord Sexcalibur’s sword.
    -Dean’s Council has convicted you Arson!
    -What’s my crime Bucks?
    -What’s your crime? You really don’t know for Chrisshake?
    -What about Chris? He is just a Ch’ing minion! Nothing special…
    -A’ haaa! , just another atheist crappy shithead..like your friend
    Coward Robert Ford, the director of ‘’Ch’ing the pimp’’
    -Nice piece of art, wasn’t it?
    -Holly Graal !, what on Saint Didache’s name have I done, to have to suffer such blasphemy?
    -Listen Arson, Our great predecessors , -you know the famous book by Talat Bled the grandmaster, dant’ya-?
    -What about Tallat? He’s just another patzer! I could give him Knight odds and still beat him with ridiculous ease…
    -Ok,ok, I know you are a great chess player Arson, but please listen, our great predecessors the pioneers of our gracious Nomansland, long ago, even before Redeye Airlines was established ,during the mythical era of Chechnya and Bassin des Ladres and Prince Reg…
    -What about the Frenchy sissy Bassin and the other slut, sweet little Moulin Rouge, ahhh little Moulin! , nice french kissing girl I recall…
    -Ok, Arson that’it ! I really had enough! Moulin is my fiancée!

    In the name of emperor Ching , I hereby condemn you…
    -Eh,eh wait you said hereby ,but you hold no fuckin paper, daya?
    -So what?
    So what! Don’t you know that the biggest crime in Nomansland is being illiterate?
    Really? Tel me Arson, please do! What can I do about it?
    Read Sarantakos’s Blog you FOOL! Read about Nomansland! Read and whip(and mourn)!…
    -And that ..said Bucks with a trembling voice ,like the melancholic sonnets of great Levon Bohemian, that will save me?
    -Yes, unless you mess it up reading the notorious welter of words composed by this Cornelius guy…STAY CLEAR OF HIM AND YOU’LL BE FINE!

  411. sarant said

    Πολύ καλό, ω Νεοκίντ -όταν εκδοθεί σε λίγα χρόνια η Nomanslandopedia, θα αναφέρει με χρυσά γράμματα αυτό το πρώτο βήμα!

  412. νέο kid στο block said

    If you can keep your head when all hell breaks loose;
    by the ferocious Canopyjars about you

    If you can trust on Graal when all Nomen doubt you,
    But make allowance for their doubting too;
    If you can wait for little Moulin and not be tired by waiting,
    Or, being lied about, don’t deal in lies,
    Or, being hated for your Revinstinct, don’t give way to hating,
    And yet don’t look too good, nor talk too wise;
    If you can dream of Nomansland – and not make dreams your master;
    If you can think of Ching – and not make thoughts your aim;
    If you can meet with Ten Bucks and Clean Shaven
    And treat those two imposters just the same;

    If you can bear to hear the truth St. Didache has spoken
    Twisted by knaves to make a trap for Chaldean fools,
    Or watch the things you gave your life to broken,
    And stoop and build ’em up with Munting’s speech tools;
    If you can talk with King Sexcalibur and keep your virtue,
    Or walk with Lord Crown – nor lose the common touch;
    If neither foes nor loving friends can hurt you;
    If all nomen count with you, but none too much;
    If you can fill the unforgiving minute that Talat Bled lost his Queen ;
    With sixty seconds’ on his clock to run –
    Yours is Nomansland and everything that’s in it,
    And – which is more – you’ll be a worthy NoMan my son!

  413. νέο kid στο block said

    Εισαγωγή στο 412. (που έφαγε ο δαίμων…)
    Ο δαιμόνιος Νομανσλανδός ρεπόρτερ Newkid Block , κατατροπώνει αυτούς που ισχυρίζονται ότι η Νομανσλάνδη στερείται από ανθρώπους των γραμμάτων, παραθέτοντας ένα ξεχασμένο ποίημα του φημισμένου Νομανσλανδού ποιητή Ifby Kipling

  414. sarant said

    Α, θαυμάσιο!

  415. bernardina said

    Newkid Block υποκλίνομαι στο δαιμόνιο ερευνητικό ταλέντο σου και στην στιβαρή μούσα του Ifby. Λαμπρά, μα τον Κρισέικς!
    Καλό μήνα.

  416. Immortalité said

    @405 Με τόσα μέτωπα που έχεις ανοίξει, το πόνημα θα είναι απολαυστικά χορταστικό!
    Μιλ μερσί! 🙂

    @410 Καλός ο νέος!

  417. ὁλόφρεσκος νεοσύλλεκτος ψάρακλας στὴν στρατιὰ τῶν Ἀνυπάρκτων: ὁ λόρδος Τσάμπερλαιν. έτσι ὑποτιτλίστηκε ὁ lord chamberlain (=αὐλάρχης) τοῦ γνωστοῦ παραμυθιοῦ μὲ τὴν πριγκήπισσα ποὺ κοιμήθηκε πάνω σὲ 12 στρώματα σὲ ταινία ποὺ προβάλλεται τώρα στὸ TV 100.

  418. νέο kid στο block said

    Η ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΧΩΡΑ ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ (Ελέω Γκράαλ ,Αυτοκράτωρ Τσίνγκ 666 μ.Α.δ (μετά Άγιον διδάχο)
    Ο ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΤΟΥ ΧΕΝΣ ΥΠΟ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΝΕΛΣΟΝΟΣ

    Ειν’ άγρια τα νερά του Χενς …
    Πόσο ακόμη θα ‘μαστε αρόδο καπετάνιε;
    Ο Νέλσον κοίταξε μακριά με το αγέρωχο λιονταρίσιο βλέμμα του
    Γέρικο λιοντάρι ναι, αλλά λιοντάρι, εγγλέζικο(πριν αρχίσει να κουρσεύει τα σκαριά των φακιδομούτσουνων και πολιτογραφηθεί Νομασλανδός) και ταξιδιάρικο.
    -Φέρε μου τον εξάντα, διάολου γραμματικέ ! διάταξε τον υποπλοίαρχο
    Και κείνος, έμπειρος γεμιτζής από το Καρπενάιλαντ, διαολόστειλε το γύφτο που
    λαγοκοιμόταν στο καμπούνι.
    -Προσεκτικά το καραμοσάλι ! Γιερνέ-γιερνέ μη πιάσουμε γιουσούρια!
    Δεν έχει σκάντζα βάρδια πλιό ! Όρτσα τα πανιά!
    Για του Τσινγκ τη δόξα και του Τσάμπερλαιν το μεγαλείο!
    Το ρεμούσκο έδερνε αλύπητα την Ολλαντέζα ,μα ήταν όλοι παλικάρια.
    Άλλοι έπεσαν, άλλοι ξεραποξυλώθηκαν μην αντέχοντας , ακόμη και κείνος ο
    μόνιμα πιωμένος ο Κορνής ξενέρισε ,από τα όρντινα του Καπτάν Νέλσονα.
    Αγάντα παλληκάρια! Φάνηκαν τα φώτα!
    Της Ίντιας καπετάνιο; Ρώτησε ο Κορνής…
    Ποια Ίντια βρε ζωντόβολο, στεργιανό απολειφάδι! Τα φώτα της Αλεξάνδρειας!
    Μα ,μα…δηλαδή καπετάνιο , μα τον Αη Διδάχο, μεγάλη η χάρη του! Αυτό σημαίνει ότι…
    Ναι!! Ρίξτε σκαντάγιο! Η ράδα του Χενς, αχόι!
    Η ΝΟΜΑΣΛΑΝΔΗ η γλυκειά!! Με το γλυκό το ρούμι!
    Και όλα τα άλλα τα καλά, το συριακό το αράκ
    Που έπινε γουλιά- γουλιά, βαθιά σε ένα μπουντρούμι
    Ο θρυλικός ο λόρδος Κράουν μαζί με τον Τεν μπακ.
    Με τα κορίτσα τα έμορφα ,έμορφα σα Μουλίνες
    του Μποεμιάν γλυκά βιολιά και μουσικοί σωλήνες.
    Γίναμε θρύλοι ζωντανοί, αητοί και Τσαλδεάνεις
    Θα γράψουν όλοι οι σοφοί, του Γουόρσο οι πρυτάνεις,
    ότι του Νέλσονα σκαρί , του Νέλσονα τραβέρσο,
    στη Νομασλανδη έφτασε ,μες του καιρού το σκέρτσο!
    Ειν’ άγρια τα νερά του Χενς …

  419. sarant said

    Μα τον Άγιο Γκράαλ, πολύ καλό!

  420. χαχαχαχαχά!

    Φύγε, ἐσὲ σοῦ πρέπει στέρα γῆ,
    κι ὄχι ἀπὰ στὰ πλοῖα ν’ἀναβαίν’ς
    ἔχω ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα πνιγῆ
    στ’ἄγρια νερὰ τῆς Νήσου Χένς.

  421. νέο kid στο block said

    Μια διευκρίνηση: Αν και η ποιητική τέχνη του ναυάρχου Νέλσονος ήταν –κατά τα θρυλούμενα- αντιστρόφως ανάλογη της ναυτικής, στο περίφημο προαναφερθέν στιχούργημα του, που συνέταξε αυθορμήτως και εν πλω καθώς προσέγγιζε την νήσον Χενς, δεν χρησιμοποίησε ποιητική α(η)δία για το ‘’Τσαλδεάνεις’’, απλά έκλινε τους θρυλικούς εδώδιμους Νομασλανδούς κατά το αρχαίο πρότυπο: Ο Θεσσαλός ,Οι Θεσσαλείς. 🙂

  422. alekos said

    http://www.cosmo.gr/Entertainment/texnes/oi-40-pio-sygklonistikes-fwtografies-twn-teleytaiwn-100-xronwn.1798638.html

    30. O άγνωστος επαναστάτης, Tank Man, που στάθηκε μπροστά από μια σειρά κινέζικων τανκ σε μια πράξη περιφρόνησης μετά από τις διαδηλώσεις στην πλατεία Tiananmen το 1989.

  423. sarant said

    Ναι, αξίζει κι αυτός να συμπεριληφθεί στο πάνθεον των Νομανσλανδιανών ηρώων!

  424. silverkid said

    α. Εννοείται ότι δε μπορώ να διαβάσω 420 σχόλια, οπότε μπορεί κάποιος να το έχει αναφέρει. Δεν είναι μαργαριτάρι, αλλά υπάρχει η συγκλονιστική ταινία «Νo man’s land» με την πρόωρα χαμένη Κάτριν Κάρτλιτζ.

    β. Να τι αλίευσα στο γιουτούμπι:

    1. http://youtu.be/1hTw-66Q-n4

    2. http://youtu.be/mUzQ6Am-bbc

    3. τραγούδι για τα Χριστούγεννα Γερμανών και Άγγλων στην ουδέτερη ζώνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου:

    4. και, τέλος, κάτι για τους αλιείς των μαργαριταριών:

  425. Ηλεφούφουτος said

    Επ ευκαιρία του Τσινγκ του Πρώτου.
    Βρήκα μία πολύ παλιότερη εκδοχή:
    Από μετάφραση της Ψυχολογίας του Ασυνειδήτου του Καρλ Γιουνγκ, εκδόσεις Γκοβόστη:
    «Ένα κλασσικό παράδειγμα γι αυτό είναι το «Διασχίζοντας τα Μεγάλα Ύδατα» στο κινέζικο μαντικό βιβλίο «Εγώ ο Τσιγκ»!»
    Όπως λέμε «Εγώ ο Κλαύδιος».
    Καλό ε;
    Μόνο που αυτός ο Τσιγκ δεν μπορώ να φανταστώ τι αξίωμα θα έχει στη Νομασλάνδη.

  426. sarant said

    425: Ωραιότατο εύρημα, ταμάμ ο Κλαύδιος! Και ρωτάς τι αξίωμα θα έχει;

  427. spiral architect said

    Έλα όμως που η πραγματικότητα ( ; ) ξεπέρασε τη φαντασία:
    Mετά τον Ολάντ και τον Σαμαρά η Μέρκελ υποδέχεται τον… Ντόναλντ Ντακ! 😆

  428. nikosl said

    Μόλις ανακάλυψα τον «πρίγκιπα Consort της Ολλανδίας», ο οποίος είχε αφιχθεί στην Νομανσλάνδη από το 2008, αλλά μάλλον δεν γνωρίζαμε την ύπαρξή του.

    Έχει μάλιστα και γνωστούς νονούς: ‘Ο πρίγκιπας Consort της Ολλανδίας υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο όταν βρέθηκε μπλεγμένος στο σκάνδαλο της Λόκχηντ, τη δεκαετία του 1960’: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς & Τάκης Καφετζής, «Περί εκλογικής διαφθοράς», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τ. 31, Μάιος 2008, σ. 28

  429. nikosl said

    Λαθάκι: το άρθρο λέγεται «Περί πολιτικής διαφθοράς». Παρεμπιπτόντως, ο περί ου ο λόγος είναι προφανώς αυτός.

  430. sarant said

    428: Ωχ, πολύ καλό εύρημα, έλειπε ένας πρίγκιπας από τη Νομανσλάνδη!

  431. sarant said

    Ή μάλλον δεν έλειπε, υπάρχει και ο Ρήτζεντ, να κάνουν παρέα!

  432. […] στη στρατιά των ανύπαρχτων ή των αγνώριστων πάει ο ο Ιταλός αστροναύτης της […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: