Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η κοψοχρονιά και οι παραφυάδες της

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2011


Σκεφτόμουν χτες την αναγγελία της κυβέρνησης για την «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», που αρκετό θόρυβο προκάλεσε, ιδίως αν σκεφτούμε προηγούμενες επιδόσεις του νεοελληνικού κράτους στο ξεπούλημα, που μάλιστα είχαν γίνει σε ομαλές συνθήκες ήρεμης και αβίαστης διαφθοράς και όχι τώρα που θα έχουμε επιπλέον το μνημονιακό πιστόλι στον κρόταφο και όπου ήδη είναι περίπου προδιαγραμμένο ότι η αξιοποίηση θα είναι, στην πραγματικότητα, εκποίηση.

Όταν εκποιούμε κάτι, λέμε ότι το δίνουμε κοψοχρονιά. Η λέξη αυτή μας είχε απασχολήσει πριν από καιρό στο φόρουμ της Λεξιλογίας. Αν θέλετε μπορείτε να δείτε όλη τη συζήτηση εκεί, εγώ θα τη συνοψίσω εδώ, παραθέτοντας τα συμπεράσματα που έχω βγάλει. Αν δεν σας ενδιαφέρει η λέξη κοψοχρονιά, προχωρήστε προς το τέλος του άρθρου, έχουμε παραφυάδες.

Το ενδιαφέρον στη λέξη κοψοχρονιά δεν είναι η σημασία, για την οποία δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι η ετυμολογία και η λεξικογραφική ιστορία. Πράγματι, όλοι ξέρουμε ότι «κοψοχρονιά» σημαίνει «η πώληση σε εξευτελιστική τιμή λόγω επείγουσας ανάγκης» (ο ορισμός από το ΛΚΝ). Ωστόσο, ως προς την ετυμολογία της λέξης, τα λεξικά δεν μας διαφωτίζουν. Το ΛΚΝ αναφέρει το προφανές, ότι είναι από κοψο+χρονιά, που δεν χορταίνει την απορία μας, ενώ το λεξικό Μπαμπινιώτη αποφεύγει να αναφέρει οποιαδήποτε ετυμολογία –μάλιστα, το Ετυμολογικό Λεξικό του (ΕΛΝΕΓ) δεν περιλαμβάνει καν το σχετικό λήμμα (!).

Αν αναζητήσουμε την κοψοχρονιά σε παλιότερα λεξικά θα δοκιμάσουμε μεγάλη έκπληξη: από την έρευνα του φίλου Ζάζουλα στη Λεξιλογία προκύπτει ότι λήμμα «κοψοχρονιά» δεν υπάρχει στο λεξικό της Πρωίας (ούτε στο βασικό τού 1933, ούτε στο συμπλήρωμα του 1977), ούτε στον 15τομο Δημητράκο (1938 άρχισε να βγαίνει), ούτε στον Θησαυρό τού Γιοβάνη, ούτε στο ΝΕΛ τού Κριαρά (που έχει κατά τ’ άλλα πολλές λαϊκότροπες λέξεις), ούτε στο Αντιλεξικό τού Βοσταντζόγλου. Ούτε στον Σταματάκο, συμπληρώνω εγώ, ούτε στο Μέγα λεξικό του Πάπυρου (!). Μ’ άλλα λόγια, δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό εκδομένο πριν από τη μεταπολίτευση (υπάρχει στο Τεγόπουλου-Φυτράκη) και, όσο κι αν τα λεξικά αντιπαθούν τις λαϊκές λέξεις, αυτό προκαλεί έκπληξη μια και δεν είναι και καμιά λέξη άσεμνη ή της βαθιάς αργκό.

Το περίεργο είναι ότι η λέξη λείπει και από το Λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη, αλλά και από το Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση. Κι αν ο Καπετανάκης ίσως δεν την έβαλε επειδή την θεώρησε απλώς λαϊκή λέξη και όχι μάγκικη, ο Δαγκίτσης αποκλείεται να την απέκλεισε συνειδητά από το λημματολόγιό του. Στο δικό του Λεξικό της πιάτσας, που βγήκε μετά τη μεταπολίτευση, ο Ζάχος έχει τη λέξη. Ο Ζάχος δίνει τον τύπο στη γενική: δίνω κάτι κοψοχρονιάς (και το ΛΚΝ έχει τον τύπο και στη γενική). Εδώ η γενική παίζει ρόλο επιρρήματος.

Προς στιγμή νόμισα ότι βρήκα την κοψοχρονιά στα «Συνώνυμα και συγγενικά» του Βλαστού, αλλά τελικά ο Βλαστός έχει το επίθετο «κοψοχρόνης», στην οικογένεια των συνωνύμων του «θνητός». Υπάρχει επίσης το «κοψόχρονος», που το βρίσκουμε σε παλιά χρονογραφήματα και διηγήματα, προσφώνηση μάνας, γιαγιάς ή θείας σε άταχτο παιδί (εμένα η γιαγιά μου η αιγενήτισσα με φώναζε ‘αχρόνιαστο’).

Μήπως λοιπόν η κοψοχρονιά είναι πολύ καινούργια λέξη; Κάτι τέτοιο θα με παραξένευε, γιατί τη λέξη τη θυμάμαι από τα παιδικάτα μου, και από τον παππού μου. Ψάχνοντας στα σώματα κειμένων βρήκα αρχικά την κοψοχρονιά σε επιστολή αναγνώστη στην Ελευθερία το 1948, ύστερα σε δικαστικά ευθυμογραφήματα του Ψαθά δημοσιευμένα σε εφημερίδες μέσα στην Κατοχή και στη συνέχεια στο βιβλίο «Η Θέμις έχει κέφια». Και ακόμα πιο πίσω, η μέχρι στιγμής παλιότερη ανεύρεση της λέξης, στο μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του Αντ. Τραυλαντώνη («να τους πάρει το κτήμα κοψοχρονιά»). Το μυθιστόρημα αυτό (έχει γυριστεί και σίριαλ της ΕΡΤ) εκδόθηκε το 1936 και δεν αποκλείεται να γράφτηκε νωρίτερα (περιγράφει γεγονότα της περιόδου της επιστρατικής τρομοκρατίας, το 1916-17).

Οπότε, επειδή βέβαια δεν θα την έπλασε τη λέξη ο Τραυλαντώνης, το πιθανότερο είναι η κοψοχρονιά να γεννήθηκε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα (ίσως και παλιότερα)· η απουσία της από τα λεξικά είναι μάλλον λεξικογραφική τρύπα, που οφείλεται στην περιφρόνηση προς τις λαϊκές λέξεις –όποιο αρχαίο σαρίδι περμάζεψε ο Ησύχιος, έσπευσε να το συμπεριλάβει ο Δημητράκος και αργότερα ο Πάπυρος στο λημματολόγιό του, αλλά ζωντανές λαϊκές λέξεις τις άφησαν απέξω!

Όλα καλά, αλλά για την ετυμολογία της λέξης δεν είπαμε ακόμα. Στη συζήτηση που έγινε στη Λεξιλογία, αναζητήθηκε κάποια σχέση με το πρόθεμα καψο- ή κουτσο-, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν οδηγεί πουθενά αυτός ο δρόμος, κοντά στ’ άλλα επειδή το δυσκολοερμήνευτο στοιχείο δεν είναι το «κοψο-» αλλά το «-χρονιά». Η μόνη εξήγηση που έχω βρει, είναι αυτή που δίνει ο Ζάχος Παπαζαχαρίου: όταν κόβεται, διακόπτεται αιφνίδια μια συμφωνία εμπόρου-παραγωγού στη μέση της χρονιάς (π.χ. επειδή ο έμπορος φαλίρισε, λέω εγώ) ο παραγωγός αναγκάζεται να δώσει το προϊόν του μισοτιμής. Αυτό εγώ το βρίσκω πειστικό.

Αν κάποιος έχει άλλη άποψη για την ετυμολογία της κοψοχρονιάς ή αν έχει βρει τη λέξη σε παλιότερα κείμενα, τον παρακαλώ θερμά να σχολιάσει. Αλλά θα χρειαστώ τη βοήθειά σας και για κάτι άλλο.

Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, και μπροστά στο γιγαντιαίο ξεπούλημα που έχει σκοπό να κάνει η κυβέρνηση, η λέξη «κοψοχρονιά» δεν αρκεί. Μπορούμε να βοηθήσουμε το κυβερνητικό επιτελείο στις σκληρές διαπραγματεύσεις, παραθέτοντας συνώνυμες λέξεις και εκφράσεις, ώστε να δημιουργηθεί μια πλήρης γκάμα του ξεπουλήματος.

Λοιπόν, εκτός από το δίνω κάτι κοψοχρονιά, έχουμε:

* δίνω κάτι μπιρ παρά· η έκφραση είναι τούρκικη, και σημαίνει «έναν παρά» (μπιρ θα πει ένας, βλ. και μπιρ Αλλάχ, ένας είναι ο Αλλάχ!). Μερικοί γράφουν «μπιρ μπαρά», δεν είναι σωστό.

* δίνω κάτι όσο-όσο ή όσα-όσα

* πουλάω κάτι για ένα κομμάτι ψωμί, έκφραση που φέρνει στο προσκήνιο τη στυγνή βιοποριστική ανάγκη· στην Κατοχή, μην ξεχνάμε, πράγματι πουλήθηκαν περιουσίες αν όχι για ένα κομμάτι ψωμί πάντως για λίγους τενεκέδες λάδι· πολλοί αγοραστές έγιναν μετά υπουργοί και βάλε.

* παραλλαγή: πουλάω κάτι για μια μπουκιά ψωμί. Ανάλογη έκφραση στα γαλλικά: pour une bouchée de pain. Οι άγγλοι έχουν for a song, που ο Χρ. Μιχαηλίδης (που έχω χάσει τα ίχνη του τελευταία) το είχε αποδώσει κατά λέξη, «για ένα τραγούδι»!

* δίνω κάτι αντί πινακίου φακής· από τον γνωστό βιβλικό μύθο του Ησαύ που έδωσε τα πρωτοτόκιά του στον πονηρό αδελφό του, τον Ιακώβ για ένα πιάτο φακή· πολλές φορές εδώ μπαίνει σε πρώτο πλάνο η αφέλεια του πωλητή και όχι η αδήριτη ανάγκη, όπως στις δυο προηγούμενες.

* δίνω κάτι μισοτιμής· μπα, εμείς θα τα δώσουμε πολύ φτηνότερα, είμαστε χουβαρντάδες.

* πουλάω κάτι πάμφθηνα, τζάμπα, χάρισμα (όταν λέμε «πουλάω τζάμπα» δεν κυριολεκτούμε· πουλάμε πολύ φτηνά).

* κάνω σκόντο (η λέξη ιταλική).

* βγάζω κάτι στο σφυρί, έκφραση βγαλμένη από τους πλειστηριασμούς.

* το αφεντικό τρελάθηκε! συνήθης κραυγή του εμπόρου που ξεπουλάει, και τίτλος πρόσφατου άρθρου του φίλου Χασοδίκη.

* ό,τι πάρετε ένα τάλιρο (εδώ ο αστείος της παρέας προσθέτει: άστο κάτω αυτό, κάνει δεκάρικο!)

* τα πουλάω όλα για ξινόκρασο (την έκφραση τη βρήκα σε ένα λεξικό· δεν την έχω ακούσει και δεν ξέρω αν λέγεται)

* πούλησα και το κακάβι μου (κι αυτή τη φράση τη βρήκα σ’ ένα φρασεολόγιο και δεν ξέρω αν λέγεται)

* πουλάω τα χρυσαφικά της οικογένειας· έκφραση που χρησιμοποιείται τελευταία για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, αν και σύμφωνα με άλλους έχουμε φτάσει στα ασημικά ή και στα μπακίρια. Κατ’ άλλους, πουλάω τα φιλέτα.

Επίσης, σαν συνώνυμα για το ρ. εκποιώ ή ξεπουλάω έχουμε και το σκοτώνω ή το ξεκάνω. Τέλος, κάπου πρόσεξα τον νεολογισμό «ξεπουληματίας», που βρίσκω να έχει κάμποσες γκουγκλιές.

Περιμένω όμως και τη δική σας συμβολή έτσι ώστε να βοηθήσουμε όλοι σε αυτή την κρίσιμη για το έθνος συγκυρία!

Advertisements

34 Σχόλια to “Η κοψοχρονιά και οι παραφυάδες της”

  1. pilot said

    Αδελφός του Ησαυ ήταν ο Ιακώβ. Ο Ιωσήφ ήταν ανηψιός του. Μερικά πράγματα, αν σου τα βάλουν στο μυαλό από 9, δεν φεύγουν με τίποτε. Καλημέρα.

  2. sarant said

    Ωχ, δίκιο έχεις! Ευχαριστώ, έκανα τη διόρθωση.

  3. που έχω χάσει τα ίχνη του τελευταία

    http://www.filoftero.blogspot.com/

  4. marulaki said

    Το σκόντο είναι κάτι σαν ‘δεύτερη΄ τιμή;

  5. sarant said

    4: Το σκόντο (sconto) σημαίνει έκπτωση -το ιταλικό s- είναι κάτι σαν στερητικό πρόθεμα, σαν το γαλλικό de-.

  6. left_sfak said

    Καλημέρα! Έκανα και εγώ τη σκέψη ότι κοψοχρονιά σημαίνει τη διακοπή ενός ετήσιου διακανονισμού με αποτέλεσμα τη μείωση του τιμήματος. Όντως φαίνεται πειστική καταρχήν. Ωστόσο αυτή η σημασία του «χρονιά» προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχετικά διαδεδομένης πρακτικής ετήσιων διακανονισμών, μεταξύ επιχειρηματιών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ήταν όντως τόσο διαδεδομένοι οι ετήσιοι διακανονισμοί, και πιο διαδεδομένοι έναντι άλλων (εξάμηνων, τριμηνιαίων κ.ο.κ.); Οι γνώσεις μου δεν επαρκούν στο συγκεκριμένο θέμα, οπότε δεν έχω απάντηση.
    Περιπλανώμενος όμως στην ίδια γειτονιά εννοιών, συνειρμικά μου ήρθε και άλλη μια σκέψη. Μήπως χρονιά εδώ σημαίνει το οικονομικό έτος της επιχείρησης; Και μήπως κοψοχρονιά είναι η απότομη διακοπή αυτού του ετήσιου κύκλου, δηλαδή το λουκέτο, η χρεοκοπία; Σε αυτές τις περιπτώσεις πάντοτε το εμπόρευμα ξεπουλιόταν («όλα μισοτιμής λόγω κλεισίματος» κλπ). Αυτή η σκέψη πάλι προϋποθέτει τύπο κοψοχρονιά με σημασία χρεοκοπία ή κάτι σχετικό, που προφανώς δεν μαρτυρείται. Δεδομένου όμως ότι η Ελλάδα πέρασε πολύ ταραχώδεις εποχές στο διάστημα 1890-1929 (Κραχ) τα λουκέτα πρέπει να ήταν συχνό φαινόμενο, αποκλείεται να εμφανίστηκε κάποια τέτοια λέξη στην αργκό της εποχής, η οποία δεν λεξικογραφήθηκε παρά όψιμα;

  7. Ηλεφούφουτος said

  8. lucinos said

    » ιδίως αν σκεφτούμε προηγούμενες επιδόσεις του νεοελληνικού κράτους στο ξεπούλημα, που μάλιστα είχαν γίνει σε ομαλές συνθήκες ήρεμης και αβίαστης διαφθοράς και όχι τώρα που θα έχουμε επιπλέον το μνημονιακό πιστόλι στον κρόταφο»

    για να πω την αλήθεια αισθάνομαι ότι ίσως με το πιστόλι στον κρόταφο το δημόσιο θα έχει καλύτερες επιδόσεις. Γιατί η διαφθορά θέλει τον χρόνο της.

  9. tamistas said

    Ο κ. Γεώργιος Παπαχρήστου, Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, εξηγεί πώς η φθήνια τρώει τον παρά!

  10. tamistas said

    Έχω ακούσει την έκφραση αυτό το πήρα στην ξεφτίλα
    Γνωστή αλυσίδα ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών ισχυρίζεται ότι, με τέτοιες εκπτώσεις, θα πάει φυλακή…
    Αυτή η τιμή δεν υπάρχει, ισχυρίζονται κάποιοι νεώτεροι της προηγουμένης.

    Και κάτι άσχετο, αλλά μου άρεσε: το γιου τιούμπ αναφέρεται και ως συσιφόνι (από το «εσύ σιφόνι», αν και το ήξερα σιφώνι).

  11. Jimakos said

    Για κάτι πάντως που πήραμε ακριβά λέμε »με γδάρανε», »μου πήρανε τη νεφραμιά», »μας έπιασαν τον κ*λο» και άλλα τέτοια χαριτωμένα.

  12. sarant said

    6 : Λεφτ Σφακ καλώς ήρθες -όσα λες είναι πολύ λογικά και παρόμοιες σκέψεις κι εγώ έχω κάνει. Μας δυσκολεύει ότι δεν εμφανίζεται η λέξη πουθενά νωρίτερα από τον Τραυλαντώνη.

    Όμως, με αφορμή το σχόλιό σου σκέφτηκα το θέμα, και ίσως υπάρχει και μια παρεμφερής εξήγηση. Από το επίθετο «κοψόχρονος», που σημαίνει «λιγόχρονος, αυτός που πεθαίνει πριν της ώρας του», όταν «σκοτώνω» το εμπόρευμά μου και το δίνω όσο-όσο, το δίνω «κοψοχρονιάς». Εδώ δεν έχουμε ανάγκη τον ετήσιο κύκλο ή τον ετήσιο διακανονισμό με τον προμηθευτή/πελάτη.

  13. sarant said

    7: Το είχα δει, είναι πολύ καλό. Ο Στάθης είναι εξαιρετικός στο να εικονογραφεί και να «πειράζει» παροιμιακές και ιδιωματικές εκφράσεις, με διαφορά ο καλύτερος σκιτσογράφος που ξέρω σ’ αυτό τον τομέα. Το κακό είναι ότι το έχει δει δάσκαλος του γένους. Κι ο Ενγκρ το βιολί του άλλωστε…

    8: Μπορεί να είναι κι έτσι 🙂

    9: Μα κι αυτός, ένα ευρώ το σουβλάκι!

    11: Τζιμάκο, οι εκφράσεις με τα ακριβά είναι πάρα πολλές: κούκος αηδόνι, μαλλιά της κεφαλής κτλ. Θα τις σχολιάσουμε στην επόμενη προμήθεια του δημοσίου 🙂

  14. Νίκο (13), πολύ καλός σ’ αυτά είναι επίσης ο Καλαϊτζής, στην «υπογραφή» που βάζει στα σκίτσα του -εγώ τον προτιμώ, νομίζω.
    (bonus)

  15. angelos said

    Για το κομμάτι του -χρονιά, μια λογική μου φαίνεται να είναι ότι αναφέρεται σε κάτι που έγινε μια κακιά χρονιά (έτος). Δηλαδή την κακή χρονιά (τη χρονιά που έχουμε κακή σοδειά;) πουλάμε κάτι φτηνά επειδή δε βγάλαμε από αλλού.

    Έχει αναφερθεί αυτό;

  16. angelos said

    Ο Καλαϊτζής θεός, κλαίω απ’ το γέλιο συχνά, την ίδια στιγμή που αναρωτιέμαι το κλασσικό «που τα βρίσκει ο άτιμος». Είναι ιδιαίτερα εύστοχα συνήθως.
    π.χ. «Γραμματεία προστασίας πολιτικών» για τη Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, για να θυμηθώ ένα παλιότερο.
    Καμιά φορά (σπάνια ομολογουμένως) μερικά χοντρά, τα τρώει η μαρμάγκα: Όταν είχα βγει οι μασκοτ των ολυμπιακών αγώνων (με την Αγγελοπούλου και το Βενιζέλο να μεσουρανούν) έφτιαχνε 2 καρικατούρες μασκοτ, μία αντρική και από πάνω ΜΑΣ και μία γυναικεία και από πάνω ΚΟΤ. Σύντομα αντικαταστάθηκαν με τα «Βαγγος» και «Γιάννα». Έπεσε τσεκούρι.

    Όσο για την www υπογραφή, την ξεκίνησε όταν άρχισε να τη βάζει ο Μιχαηλίδης (κανονική αυτός) στην τελευταία σελίδα. Από ψιλο-δουλεματάκι ξεκίνησε, δηλαδή. Είναι άπαιχτη, πάντως.

  17. Έχω να κάνω μια παρατήρηση. Εκποιώ στη νομική ορολογία δεν σημαίνει απαραίτητα «ξεπούλημα». Σημαίνει απλώς μεταβίβαση δικαιώματος ή πράγματος. Με αυτή την έννοια λοιπόν (τη νομική), εγώ, τουλάχιστον, θα κατανοούσα την «εκποίηση» ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου (κυρίως εννοώ εμπορικά ακίνητα), προκειμένου να γίνει δυνατή η εξαγορά μέρους του δημόσιου χρέους, ώστε να μειωθεί και το ποσό των δυσβάστακτων τόκων. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό να είναι ταμπού.

  18. ΣοφίαΟικ said

    Μου χάλασες την μπύρα Λαχ, 40ακο!
    Όσο το για τα χρυσαφικά της οικογένειας, μου φαίνεται κατά λέξη μετάφραση ξένης έκφρασης sell off the family jewels λένε οι άγγλοι.

  19. sarant said

    18: Δεν ήξερα ότι υπήρχε τέτοιο ραμόνι 🙂

  20. Νικος said

    Μια άλλη λαίκή έκφραση για την αγορά σε φτηνή τιμή είναι
    » να βρούμε κανένα να τον σηκώσουμε» εννοώντας κανένα πεθαμένο, μεταφορικά ο αγοραστής ψάχνει κάποιον που έχει μεγάλη ανάγκη να πουλήσει, έτσι νομίζω ότι δένει με το κοψόχρονος που αναφέρεται στο άρθρο

  21. 13, για το 9:
    Είναι η γνωστή οικονομική ισοδυναμία:
    1 γύρο = 1 γιούρο

  22. eee said

    σε σχεση με το κοψοχρονια δεν ξερω αν περα απο εμπορικη μισθωση συμφωνια εχει σχεση και με μισθωση αγροτικης γης, αν υπηρχε διαδεδομενη μισθωση γης για καλλιεργεια πχ να την παρατησεις πριν αποδοσει τις πληρης σοδειες;

  23. ΤΑΚ said

    Νίκο, πολύ καλό, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ γιατί είναι πολύ κοινή λέξη, αλλά πράγματι δεν τη βρίσκω πουθενά στα λεξικά ή σε παλιότερα κείμενα.
    Καμιά σχέση με το «να μου κόβει χρόνια να σου δίνει μέρες», πολυχρονεμένε μου αφέντη;

  24. sarant said

    Τάσο, δεν νομίζω να έχει σχέση με το «να μου κόβει χρόνια».
    Πάντως, είναι εντυπωσιακή η έλλειψή της από παλιότερα κείμενα.

  25. sarant said

    Για την έκφραση «πουλάω τα ασημικά της οικογένειας», ενδιαφέρον άρθρο του Λίγγρη στη Λεξιλογία, με αναδρομή στην ιστορία της:

    http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=8114

  26. Ηλεφούφουτος said

    Πάντως η αμηχανία των λεξικογράφων απέναντι σε λέξεις που δεν απαντούν συχνά στο γραπτό λόγο στη σημερινή εποχή θα έπρεπε να είχε ξεπεραστεί με το Διαδίκτυο που παρέχει πρόσβαση στο ζωντανό λόγο, όπως διατυπώνεται στα φόρουμ, στο φεσιμπούκ, στο τουίτερ και τα συναφή. Εδώ βγαίνουν πια διδακτορικές διατριβές στη γλωσσολογία που χρησιμοποιούν τέτοιο υλικό για να βγάλουν συμπεράσματα για το πού πάει η γλώσσα σήμερα.
    Είναι αποκαρδιωτικό να βλέπεις ότι τα λεξικά μας έχουν μείνει στην (καθόλου έντιμη εδώ που τα λέμε) πρακτική του να αντιγράφουν το ένα και το άλλο και να μη χρησιμοποιούν καθόλου κόρπους αυθεντικού υλικού.

  27. ΤΑΚ said

    @Ηλεφού 26:

    πληροφοριακά να πω ότι στην αναθεωρημένη έκδοση του ΛΚΝ του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη χρησιμοποιείται εκτενώς αυθεντικό υλικό – αλλά θα πρέπει να κάνουμε υπομονή για να δούμε τα αποτελέσματα, αφού η αναθεώρηση δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, και στη δεύτερη έκδοση του Μπαμπινιώτη χρησιμοποιήθηκε υλικό από το ΙΕΛ (απλώς υποθέτω ότι ήταν τότε – το 2002 – πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με αυτό που υπάρχει σήμερα).

    Εντέλει, για τα κενά των λεξικών μας δε νομίζω ότι ευθύνεται η μη χρήση σωμάτων αυθεντικού υλικού: το τι μπαίνει και τι δεν μπαίνει στο λημματολόγιο ενός λεξικού είναι θέμα ιδεολογίας, αλλά και ειδικών ενδιαφερόντων των λεξικογράφων – για αυτό και είναι αρκετές οι περιπτώσεις που το ΝΕΛ του Κριαρά, παρόλο που βγήκε πρώτο (που θα πει: δεν αντέγραψε τα λημματολόγια των άλλων δύο) έχει λέξεις που ούτε το ΛΚΝ ούτε ο Μπαμπινιώτης έχουν.

  28. Ηλεφούφουτος said

    ΤΑΚ έχεις δίκιο να λες ότι (;το ΛΚΝ; και) του Μπαμπινιώτη επέλεξαν να μην αντιγράψουν ορισμένα λήμματα του Κριαρά, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αντέγραψαν άλλες λέξεις, οι οποίες δεν υπήρχαν στις άλλες δύο μεγάλες πηγές αντιγραφής, τα λεξικά Τεγόπουλου και Σταματάκου. Πάντως παραδέχομαι ότι, όταν είπα αυτό που είπα, δεν είχα υπόψη μου τις αναθεωρημένες εκδόσεις. Βρίσκεις ότι οι διαφορές ανάμεσα στην πρώτη και την αναθεωρημένη πηγαίνουν σε βάθος;

  29. ΤΑΚ said

    @28:

    Ηλεφού μου, έτερος εξ ετέρου σοφός ή τα βιβλία γίνονται από βιβλία (κατά τους Ρουμάνους): θα πρέπει να σου πω ότι δε θεωρώ εξ ορισμού κακό πράγμα την «αντιγραφή», με την έννοια ότι όλοι μας βασιζόμαστε και πρέπει να βασιζόμαστε, κατά τη γνώμη μου, στη δουλειά που κάνουν οι άλλοι (για αυτό δεν την κάνουν;).

    Για το ΝΕΛ του Κριαρά μπορώ να πιστοποιήσω ότι έλαβε υπόψη του και το Σταματάκο και το Δημητράκο για τη σύνταξη του λημματολογίου, αλλά όχι το Φυτράκη (πέρα από το ότι δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη, όταν ο Κριαράς ξεκίνησε το ΝΕΛ, ο Φυτράκης ήταν ένα εμπορικό προϊόν που είχε συνταχθεί βιαστικά, και μάλιστα από μία μόνο συντάκτρια, για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς – τον εμπορικό του στόχο εκείνη την εποχή νομίζω τον πέτυχε, αλλά τα προβλήματά του φάνηκαν καθαρά όταν κυκλοφόρησαν σοβαρότερες λεξικογραφικές δουλειές – κι αυτό το λέω χωρίς καθόλου να θέλω να υποτιμήσω τον κόπο της συντάκτριας: όπως το έγραφε ο Κριαράς στα προλεγόμενα του 10ου τόμου του ΛΜΕΔΓ στα 1988, αντιγράφοντας τον Ασώπιο (1852) που μετέφραζε κάποιον ξένο στίχο, τον οποίο είχε μεταφέρει ο Φ. Ηλιού στον Κ. Θ. Δημαρά και τον αντέγραψε κι εκείνος στα προλεγόμενα της Συναγωγής νέων λέξεων του Κουμανούδη στα 1980 (για αντιγραφές δε μιλούσαμε;) «Όστις γονείς εφόνευσεν, όστις θεόν υβρίσει, / λεξικογράφος ας γενεί, ίν’ άφεσιν ελπίσει»!

    Για το ΛΚΝ έχω μόνο μια γενική εικόνα, αλλά ναι, πιστεύω ότι η αναθεωρημένη έκδοση θα είναι πολύ καλύτερη από την πρώτη σε όλα τα επίπεδα: και στον αριθμό των λημμάτων, και στα ερμηνεύματα και στα παραδείγματα και στις ετυμολογίες. Η μόνη επιφύλαξη που έχω αφορά την ορθογραφία, αλλά ελπίζω ότι δε θα παρασυρθούν από τις συντηρητικές ορθογραφήσεις του Μπαμπινιώτη (αν και φοβάμαι ότι θα μας κοτσάρουν παντού το τελικό -ν στο τον…).

  30. Ηλεφούφουτος said

    Μάλλον δεν διαφωνούμε, τουλάχιστον δεν θα διαφωνούσα με τίποτε από αυτά που λες στα 27 και 29. Για να το πω αντιστρόφως, θα ήταν τερατώδες για ένα καινούργιο λεξικό να μη λάβει υπόψη του τα προηγούμενα λεξικά. Υπάρχει όμως η συνεκτίμηση (ξέρει κανείς καλύτερη λύση για ουσιαστικό του λαμβάνειν υπ’ όψιν;) και υπάρχει και η αντιγραφή χωρίς εισαγωγικά, για να μη δυσφορήσει και ο Τιπού (στον οποίο και αφιερώνω τον τίτλο αυτού του άρθρου της Ελευθεροτυπίας http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=253295), που γίνεται από δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του λεξικογράφου, ο οποίος βαριέται να κάνει πρωτότυπη δουλειά ή δεν είχε από πουθενά την καθοδήγηση για το πώς θα την κάνει ή φοβάται ότι αν την κάνει μπορεί να βρει και τον μπελά του.

    Είναι ζήτημα διαβαθμίσεων όλα, σε ποιο βαθμό δηλαδή θα λάβεις υπόψη σου τα προηγούμενα λεξικά, σε ποιο βαθμό το κόρπους και τέλος πάντων σε ποιο βαθμό ξέρεις τι το νέο θέλεις να κομίσεις εσύ, που πρέπει να είναι πραγματικά νέο, για να κάθεσαι να φτιάξεις καινούργιο λεξικό.

  31. ΤΑΚ said

    Ηλεφού, σίγουρα δε διαφωνούμε. Απλώς η νεοελληνική λεξικογραφία είναι μια μάλλον πονεμένη ιστορία. Για τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, υποθέτω ότι πρέπει να την αποκλείσουμε για τον Κριαρά και τον Μπαμπινιώτη. Αλλά και στον Τριανταφυλλίδη, ακόμη κι αν υπήρξε σε κάποιες περιπτώσεις (που δεν το ξέρω, απλώς είναι το μόνο από τα τρία που απασχόλησε αποσπασμένους εκπαιδευτικούς), αυτό σίγουρα δεν έγινε σε βάρος του τελικού προϊόντος (κρίνοντας πάντα από το αποτέλεσμα). Για τα υπόλοιπα, την ευθύνη την έχει πάντα στο τέλος ο επικεφαλής. Για αυτό θα ήταν σπουδαίο αν μπορούσαμε να έχουμε στις επόμενες γενιές μερικούς Τριανταφυλλίδηδες και Κριαράδες, αλλά φοβάμαι ότι δε θα τους έχουμε.

  32. Μαρία said

    Ηλεφού, ΤΑΚ, κάνοντας κάποιο συνειρμό από άλλο νήμα, θυμήθηκα την πιο κουφή έμμεση κριτική στο ΛΚΝ. Γράφει, λέει, τα λήμματα και με το λατινικό αλφάβητο και μάλιστα υπάρχουν και μερικά «υβρίδια»(εννοεί λατινικό με κάποια γράμματα ελληνικά), δίνει μάλιστα και παραδείγματα, για τα μας πείσει για το ανοσιούργημα.
    Να υποθέσω οτι είναι το μόνο λεξικό που δίνει την προφορά;
    (Το οτι ο άλλος δεν είχε ξαναδεί παρόμοια υβρίδια είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.)

  33. ρήδερ said

    Βρε, λες να προέρχεται από κανένα καψοχρονιά; ;P

    Για συγχαρητήρια μπήκα, μια και πολλές φορές έχει τύχει να πέσω σε κείμενά σας και πάντα εντυπωσιάζομαι από το πόσο καλά δουλεμένα και προσεγμένα είναι. Μπορεί να μην έχει νόημα μιας και μέχρι να μάθουμε κάτι βγάζει καινούργιο λεξικό ο Μπαμπινιώτης και πρέπει να το ξεχάσουμε. Επιτρέψτε μου την κακία, αλλά δεν έχω που αλλού να πω τον πόνο μου. Πλέον γράφω σαν αναλφάβητος. Ευτυχώς που η νέα γενιά δεν ξέρει την τύφλα της από ορθογραφία, ας είναι καλά η αυτόματη διόρθωση του θείου Γούγλη.

  34. sarant said

    Καλώς ήρθατε και ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: