Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Αμαντέους λεγόταν Θεόφιλος

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2011


Από μια συζήτηση που έγινε στο φόρουμ της Λεξιλογίας έμαθα ότι ανέβηκε αυτές τις μέρες στο θέατρο το Αμαντέους του Πίτερ Σάφερ, με πρωταγωνιστές τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη και τον Δ. Λιγνάδη.

Βρίσκω λοιπόν την ευκαιρία να ευλογήσω τα γένια μου, μια και πριν από πολλά χρόνια είχα μεταφράσει μια επιλογή από την αλληλογραφία του Μότσαρτ. Το βιβλίο εκείνο εκδόθηκε το 1991 από τις εκδόσεις Ερατώ (εξώφυλλο βλέπετε αριστερά, περισσότερα εδώ) και επανεκδόθηκε το 2001 και ίσως υπάρχουν ακόμα κάποια αντίτυπα εδώ κι εκεί σε κανένα βιβλιοπωλείο –έχει όμως προγραμματιστεί ανατύπωση.

Όπως πολύ σωστά λέει ο Νίκος Λίγγρης στο σημείωμά του, το Αμαντέους σημαίνει «αγαπημένος του Θεού», όμως ο Μότσαρτ δεν βαφτίστηκε Αμαντέους, αλλά Theophilus, για την ακρίβεια: Joannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus. Τα δυο πρώτα ονόματα τα πήρε επειδή γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου (1756), που είναι η γιορτή της ανακομιδής των λειψάνων του Ιωάννη Χρυσόστομου. Το Wolfgang ήταν το όνομα του παππού του από τη μητέρα του. Theophilus ήταν ένα από τα ονόματα του νονού του — Amadeus στα λατινικά, Gottlieb στα γερμανικά. Gottlieb είναι η «αγάπη του Θεού», αλλά για το Θεόφιλος η κατάσταση δεν είναι σαφής, μπορεί να ερμηνευτεί και «ο αγαπημένος του Θεού» και «αυτός που αγαπάει τον Θεό».

Ο ίδιος ο Μότσαρτ πάντως υπέγραφε Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μότσαρτ (συνήθως Amadè, μερικές φορές Amadé), εκτός από την περίοδο που, έφηβος, ταξίδευε στην Ιταλία με τον πατέρα του, οπότε και υπέγραφε Βόλφγκανγκ Αμαντέο Μότσαρτ. Το Αμαντέους το έχει χρησιμοποιήσει τρεις φορές όλες κι όλες στα γράμματά του, και πάντοτε κάνοντας πλάκα.

Διότι ο Μότσαρτ έκανε πολύ συχνά πλάκα στα γράμματά του· από το βιβλίο μου θα παραθέσω μερικά δείγματα, παρμένα όλα από το 1777-78, όταν ο Μότσαρτ βρέθηκε για πρώτη φορά μακριά από τον πατέρα του· είχε ξεκινήσει με την μητέρα του ένα ταξίδι προς αναζήτηση καλύτερης τύχης μακριά από το Σάλτσμπουργκ, που θα τον έφερνε τελικά στο Παρίσι, όπου η μητέρα του επρόκειτο να αρρωστήσει και να πεθάνει.

Στο Άουγκσμπουργκ, τη γενέτειρα του πατέρα του, γνώρισε μια ξαδέρφη του, Μαρία Άννα Θέκλα Μότσαρτ, τη λεγόμενη Μπέσλε, την οποία ερωτεύτηκε. Όλο ευφορία γράφει στον πατέρα του (25.10.1777):

Η αγαπητή μου ξαδερφούλα σας χαιρετάει … Χτες, για να μου κάνει χαρά, ντύθηκε αλά γαλλικά. Έτσι είναι πέντε τα εκατό ομορφότερη. Αντίο τώρα. Φιλώ ακόμα μια φορά τα χέρια του μπαμπά και αγκαλιάζω την αδερφή μου· στέλνω τους χαιρετισμούς μου σε όλους τους καλούς φίλους και φίλες μου και οφείλω τώρα να μεταβώ στον καμπινέ, όπου ίσως κάνω καμιά κουράδα. Μένω παντοτινά τρελός, Βόλφγκανγκ και Αμαντέους Μοτσάρτιτς, Άουγκσμπουργκ 25 του Οκτώβριτς 1700 εβδομηνταέφτιτς.

Σε άλλο γράμμα, από το Μανχάιμ τώρα (14.11.1777) δηλώνει επίσημα:

Εγώ, ο Γιοχάνες Κρισόστομους Αμαντέους Βολφγκάνγκους Σιγκισμούντους Μότσαρτ, ομολογώ ότι χτες και προχτές (αλλά και άλλες φορές) δεν γύρισα στο σπίτι παρά τα μεσάνυχτα και ότι από τις 10 το βράδυ έως την εν λόγω ώρα βρισκόμουν στου Καννάμπιχ [ήταν ο αρχιμουσικός της αυλής], τη παρουσία και τη συντροφία του εν λόγω Καννάμπιχ, της συζύγου του, της κόρης του (…) όπου, χωρίς τύψεις και πολύ ανέμελα, παίζουμε φτιάχνοντας ρίμες. Και μάλιστα, αποκλειστικά και μόνο με βρωμόλογα, σκατά, χέζω, γλείψε μου τον κώλο, στη σκέψη και στα λόγια… αλλά όχι με πράξεις.

Ίσως σοκάρει η κοπρολογία του Μότσαρτ αλλά την εποχή εκείνη, οι άνθρωποι γενικά εκφράζονταν πολύ πιο ελεύθερα για το σώμα τους και τις λειτουργίες του· χαρακτηριστικό είναι ότι στο ίδιο γράμμα η μητέρα του προσθέτει την ευχή «καληνύχτα, να κλάνεις όλη νύχτα» προς τον Λεοπόλδο.

Κι άλλο ένα απόσπασμα από γράμμα προς την Μπέσλε, πάλι από το Μανχάιμ, τον Φεβρουάριο του 1778, ενώ ετοιμάζονται να φύγουν για το Παρίσι:

Πολυαγαπημένη δεσποινίς εξαδέλφη μου!

Ίσως πια να νομίσατε ή και να το ’χετε για σίγουρο ότι πέθανα! Ότι ψόφησα ίσως; Ή ότι χάθηκα; Ε λοιπόν όχι! Μην το πιστεύετε αυτό, γιατί άλλο είναι να πιστεύεις και άλλο είναι να χέζεις! Πως θα μπορούσα να σας γράφω τόσο όμορφα αν ήμουν νεκρός; Πώς θα ήταν αυτό δυνατό; Δεν θέλω να δικαιολογηθώ για την τόσο μακρόχρονη σιωπή μου, γιατί αποκλείεται να με πιστέψετε· κι όμως, αυτό που είναι αλή­θεια, μένει αλήθεια! Είχα τόσα πολλά να κάνω, που ναι μεν έβρισκα καιρό για να σκέφτομαι την Μπέσλε μου, όχι όμως και για να της γράφω, οπότε και δεν το έκανα.

Λαμβάνω τώρα την τιμή να σας ερωτήσω πώς τα πάτε και πώς τα περνάτε. Σας πονάει η κοιλιά σας; Μήπως πέφτουν τα μαλλιά σας; Μ’ αγαπάτε άραγε στ’ αληθινά; Με κιμωλία γράφετε συχνά; Καμιά φορά σας έτυχε και μένα να σκεφτείτε; Μήπως σας ήρθε όρεξη να πα’ να κρεμαστείτε; Μήπως πάλι κακία μου κρατάτε; Είμαι ένας κακόμοιρος χαζός και να με συμπαθάτε. Δεχτείτε λοιπόν να μονιάσουμε και πάλι, αλλιώς, με το συμπάθιο, θ’ αφήσω μια κλανιά μεγάλη! Γελάσατε, ε; Νίκη! Ο κώλος μας να είναι σύμβολο της ειρήνης που κλεί­νουμε. Το ήξερα ότι δεν θα μπορούσατε ν’ αντισταθείτε για πολύ. Ναι, ναι, ξέρω καλά τι μου γίνεται και απόψε θα έπρεπε να κάνω μια μεγάλη κουράδα, παρόλο που σε 14 μέρες φεύγω για το Παρίσι. Αν λοιπόν θέλετε να μου απαντήσετε, από εκεί πέρα, από την πόλη του Άουγκσμπουργκ, γράψτε μου γρήγο­ρα, για να πάρω το γράμμα· αλλιώς θα έχω ήδη φύγει και αντί για το γράμμα θα εχω ένα σκατό.

Συνεχίζει επί δυο σελίδες περίπου στο ίδιο στιλ, αλλά το σταματάω εδώ.

Το τρίτο και τελευταίο γράμμα στο οποίο ο Μότσαρτ χρησιμοποιεί το «Αμαντέους» είναι κι αυτό σταλμένο στη Μπέσλε, τον Μάιο του 1780.

Το αν εγώ, ο Γιοχάνες Κρυσόστομους Σιγκισμούντους Αμαντέους Βολφγκάνγκους Μοτσάρτους, μπορέσω να ηρεμήσω, να καταπραΰνω ή να μετριάσω έστω και κατά ένα τακούνι παντούφλας το θυμό που διακατέχει τη χαριέστατη ομορφιά σας (ορατών τε πάντων και αοράτων) είναι ένα ερώτημα στο οποίο θα ήθελα πολύ να απαντήσω.

Ο Μότσαρτ έμεινε παιχνιδιάρης στα γράμματά του ως το τέλος, και μάλιστα τα γράμματα που έστελνε στη γυναίκα του την Κονστάνς τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (εκείνος ανέβαζε τον Μαγεμένο αυλό στη Βιέννη, εκείνη ήταν στα λουτρά κι έτσι αλληλογραφούσαν πολύ συχνά) να έχουν σωθεί με κάμποσες διαγραφές από τον δεύτερο άντρα της γυναίκας του, τον Νίλσεν, που έσβηνε τα αναξιόπρεπα σημεία.

Κατά τα άλλα, δεν είναι βέβαια αλήθεια ότι ο Σαλιέρι δολοφόνησε τον Μότσαρτ ή ότι τον ζήλευε τόσο ή ότι είχαν έχθρα. Πάντως, στην τελευταία επιστολή του (πενήντα μέρες πριν πεθάνει) ο Μότσαρτ κάνει λόγο για τον Σαλιέρι, λέγοντας ότι είχε πάει να δει τον Αυλό μαζί με τη σοπράνο Καβαλιέρι (που ήταν η πρώτη Ντόνα Ελβίρα στον Ντον Τζιοβάνι και είχε δεσμό με τον Σαλιέρι) και δεν σταμάτησε να παινεύει το έργο του Μότσαρτ.

(Κι ένα παλιό ποστ σχετικά με τα γραφτά μου για τον Μότσαρτ, εδώ)

Advertisements

83 Σχόλια to “Ο Αμαντέους λεγόταν Θεόφιλος”

  1. Πάρα πολύ ενδιαφέρον! Και στο έργο του Σάφερ ο νεαρός Βόλφι είναι πολύ βρωμόστομος και κοπρολάγνος, πράγμα που η Κονστάνς το βρίσκει πολύ διασκεδαστικό.

  2. Σας πονάει η κοιλιά σας;
    Μήπως πέφτουν τα μαλλιά σας;
    Μ’ αγαπάτε άραγε στ’ αληθινά;
    Με κιμωλία γράφετε συχνά;
    Καμιά φορά σας έτυχε και μένα να σκεφτείτε;
    Μήπως σας ήρθε όρεξη να πα’ να κρεμαστείτε;
    Μήπως πάλι κακία μου κρατάτε;
    Είμαι ένας κακόμοιρος χαζός και να με συμπαθάτε.
    Δεχτείτε λοιπόν να μονιάσουμε και πάλι,
    αλλιώς, με το συμπάθιο, θ’ αφήσω μια κλανιά μεγάλη!

    Nα γιατί ο μεταφραστής πρέπει να έχει και συναίσθηση του μέτρου και της ρίμας. Αν το είχε μεταφράσει άλλος το απόσπασμα θα το είχε κάνει …σκατά! 😉

  3. sarant said

    Μόλις μου είπαν ότι στο slang.gr ανέβηκε πρόσφατα ένα βιντεάκι με έναν «κανόνα» του Μότσαρτ (Κ. 231) με τίτλο «Γλείψε μου τον κώλο». Υπάρχουν και μερικά άλλα τέτοια, όπως το ντουέτο «Κάρο μίο σλουκ ουντ ντρουκ».

  4. Leck mich im Arsch.
    Αν δεν ακούγεται πηγαίνετε στη σελίδα του βίντεο και πατήστε αναπαραγωγή στα 240p.

  5. Αὐτὸ τὸ βιβλίο πρὶν χρόνια τὄχα πετύχει στὸ φεστιβὰλ βιβλίου καὶ μοῦ εἶχε κεντρίσει τὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶχα πάρει. Θὰ πρέπῃ νὰ τὸ πάρω μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία!

  6. Giannis said

    Το βιβλίο αυτό το είχα ξεσκίσει όταν το πήρα. Δεν θυμόμουν όμως ότι εσύ το μετέφρασες! Συγχαρητήρια!

  7. sarant said

    5-6: Ευχαριστώ, με κολακεύετε 😉

  8. ΚαπετανΈνας said

    Είχα υπόψη μου την αλληλογραφία του Μότσαρτ, αλλά δεν έτυχε να την διαβάσω όλη. Ενοείται, ότι, τώρα που έχουμε και εγγύηση για τη μετάφραση, κι εγώ θα σπεύσω.

    Πάντως, δεν πειράζει, που δεν χρησιμοποιούσε το όνομα αυτό. Το Αμαντέους είναι τόσο εκφραστικό, που δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερος τίτλος του θεατρικού.Και βέβαια με τη έννοια, ότι ο Θεός τον αγαπούσε και γιαυτό του έδωσε το χάρισμα.

    Έχω δη την ταινία και θα ήθελα να δω και το θεατρικό κάποτε. Αλλά με Παπακαλιάτη…

    Είναι γαμώτο, μερικά έργα και μερικοί χαρακτήρες, που δεν είναι για να τις ανεβάζει ο καθένας. Πως να ερμηνεύσει ο Παπακαλιάτης τη μέγιστη μουσική ιδιοφυΐα του Μότσαρτ, ο οποίος, μάλιστα, έτσι που παρουσιάζεται στο έργο, ήταν συγχρόνως ένα σκανταλιάρικο παιδί.

    Αυτή τη αίσθηση, οτι κάποιοι παίζουν με πράγματα, που τους είναι παντελώς άγνωστα είχα και με την ταινία Ελ Γκρέκο.
    Ειδικά με τη ζωγραφική, δεν μπορεί παρά αυτός, που φτιάχνει την ταινία, να ταυτιστεί, κάπου μέσα του, με το ζωγράφο. Και ο Γκρέκο δεν είναι «ένας ζωγράφος». Είναι μοναδικός.
    Χρειάζεται, δηλαδή, ο σκηνοθέτης κάαααποια στοιχεία της μεγαλοσύνης τού ζωγράφου να τα περιέχει,έστω να καταλαβαίνει τα ερωτήματα, που βάζει το έργο τέχνης.Γιατί αλλιώς κινδυνεύει να μας παρουσιάσει κάτι σαν αυτή τη άθλια, δήθεν εθνοκεντρική (και άλλα) μεγαλο-πατάτα που μας έδειξε ο Σμαραγδής.Κι όλες αυτές τις τρίχες: «το φώς νικάει το σκοτάδι» και το θρυλικό Ελληνόπουλο, τον αντιστασιακό Γκρέκο, που δεν έκατσε του διεφθαρμένου Δομινικανού… (Παναΐα μου)

    Αντίθετα, ο Παζολίνι ήξερε να αποδώσει
    τον Τζιότο κι ο Ταρκόφσκι τον Ρουμπλιώφ…

    Έτσι, αν περνούσα τυχαία έξω από τη Βρετάνια, ίσως, να έριχνα μια ματιά στις φωτογραφίες (αλλά μάλλον θα βαριόμουν να το κάνω κι αυτό).

  9. Η πικρή αλήθεια είναι ότι πριν τον Μότσαρτ υπήρχε μόνο ο Μπαχ και εκεό και στους μασόνους (αργότερα, όταν ανακάλυψαν κάποιες όπερές του ) οφείλει την δόξα του.
    Μετά την μουσική του την ξεπέρασαν πολλοί και μόνο κάποιοι «στωικοί» επιμένουν όταν υπάρχουν ένας Σούμπερτ κι ένας Μπετόβεν να ακούνε τα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων προχειρογραμμένα έργα του.
    Εχουν γραφεί τόσα τερατώδη ψέμματα για τον (σχετικά άγνωστο μέχρι το 1900 )Μότσαρτ όπως αναφέρει ο Ζίσγκιντ στο βιβλίο του «το κοντραμπάσσο» όπως π.χ. η δήθεν «φτώχεια» του για να συγκινείται το πλήθος.
    Αξίζει να το διαβάσει κάποιος, έχει αρκετές πληροφορίες και είναι ένας συγγραφέας που διακρίνεται για την αξεπέραστη μεθοδικότητά του ( στο «Αρωμα» περιγράφει ένα κόσμο μόνο με την αίσθηση της όοσφρησης χωρίς να κάνει το παραμικρό λογικό λάθος ! )

  10. Ηρώ Διαμαντούρου said

    σόρι μπέιμπ, αλλά σιγά το μυθιστόρημα και σιγά τον συγγραφέα. Αν είναι να διαβάσει κάποιος ένα μυθιστόρημα με @@ για την μουσική, ας πιάσει τον Δρα Φάουστους του Τόμας Μαν.

    και ποια είναι τα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων προχειρογραμμένα έργα;;; πες μου κανα δυο.

  11. sarant said

    Δηλαδή οι όπερες του Μότσαρτ παίζονται ως αποτέλεσμα μασονικής συνωμοσίας;

  12. Ηρώ Διαμαντούρου said

    είδες βρε παιδί μου ένα πράμα, τσκ τσκ τσκ…

  13. Μαρία said

    11 Τι θα ακούσουμε ακόμη! Εφάμιλλο με τις ετυμολογήσεις του.

    Στα ελληνικά κυκλοφορεί και το (μισοτελειωμένο) βιβλίο του Νόρμπερτ Ελίας,Μότσαρτ.Το πορτραίτο μιας μεγαλοφυΐας, Ίνδικτος 2001.

  14. «Too many notes»?

  15. Νά και η φούγκα που θα είχε γράψει ο Μπαχ, αν είχε κινητό Νόκια:

  16. voulagx said

    #15 για την τοκατα ειχε αλλα δεν ξρω αν ηταν Νοκια!

  17. ΣοφίαΟικ said

    Χμ, δεν θα έλεγα προχειρογραμμενο το σύνολο του εργου του Μότσαρντ, αλλά περισσοτερο ανταποκρινόμενο στις ανάγκες της αγοράς, ενώ έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε τους συνθέτες σαν μεγαλοφυίες που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Κανονικά θα έπρεπε να τους φανταζόμαστε σαν ταλαντούχους ηθοποιούς που παίζουν και σε χαζοθρίλλερ για να βγάλουν τα προς το ζην ώστε να μπορούν να παίζουν και Σαιξπηρ.

    Ομολογώ ότι την πρώτη φορά που παρακολούθησα όπερα του Μότσαρντ (δε θυμάμαι πια αλλά όχι από τις νεανικές του που τις έγραφε δέκα δέκα) μου θύμησε τα μιούζικαλ του Άντριου Λόυντ Γουέμπερ- ένα καλό μοτιβο που το ξεζουμίζουμε να γεμίσει δυο ώρες. Αλλά φυσικά δεν είναι όλα έτσι.

  18. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Μα γιατί ΜότσαρΝτ;

  19. Ηρώ Διαμαντούρου said

    θα έλεγα ότι ο Α.Λ.Γ. (όπως επίσης και πάμπολλοι συνθέτες κιν/φικής μουσικής) είναι που ξεζουμίζει ένα καλό μοτίβο για καμιά δυο ώρες (και αν είναι δικό του), παρά ο όποιος Μότσαρτ.

    Ας μην μπερδεύουμε όμως τα πράγματα με τις συμβάσεις της εκάστοτε εποχής. Θέλω να πω ότι κάθε εποχή, σε όλες τις τέχνες, είχε τις συμβάσεις της (πχ η τάδε μουσική ή ποιητική φόρμα έπρεπε να αποτελείται από χ ή ψ μέρη, δομημένα με τους α ή β τρόπους, διατυπωμένα με τα τάδε και δείνα αποδεκτά και εντός κανόνων μέσα έκφρασης κλπ) και όλοι οι συνθέτες, ποιητές, ζωγράφοι κλπ που έμειναν στην ιστορία, έμειναν επειδή έσπασαν το φράγμα αυτό και πέταξαν την τέχνη τους δύο άλματα (όχι απλώς βήματα) μπροστά. Τώρα τι να λέμε εμείς που, στην καλύτερη περίπτωση, έχουμε σπουδάσει ένα όργανο και μείναμε εκεί για πάντα.

    Ας ξαναπιάσουμε το θέμα μας όμως, την σκατολογία του Μότσαρτ, είναι κάτι πιο χειροπιαστό…

  20. Ηρώ Διαμαντούρου said

    (Νίκο, ξέρω, δεν είναι ακριβώς αυτό το θέμα… αλλά το λέω μπας και ξεκολλήσουμε από τα αναπόδεικτα!)

  21. #13
    Από άτομα που υποστηρίζουν ότι το Μαρία προέρχεται από το Μαριάμ με … αποκοπή του τελικού «μ» και αναβιβασμό του τόνου ενώ η λέξη το όνομα αποδίδεται στα ελληνικά με το Μαριαμή,επειδή κάπου το διάβασαν, δεν περιμένω και πολλά.
    Αφθονούν τα παραδείγματα … αποκοπής του τελευταίου συμφώνου στα εβραϊκά ονόματα θηλυκού γένους όπως Ραχήλ, Εσθήρ, Ιουδήθ κ.λ.π. κατά την προσαρμογή τους στα ελληνικά …
    Ούτως ή άλλως έχουν μάθει μόνο να διαβάζουν και οχι να σκέπτονται και ο κόσμος τους περιορίζεται στα φανταστικά όρια που θέτουν «ό,τι δεν είναι γραμμένο δεν ισχύει» με λίγη δόση «οι γνωστοί μου μπορεί να έχουν δίκιο, οι άγνωστοι ΠΟΤΕ»

    Η Σοφία Οικ γράφει πιο … κομψά την πραγματικότητα διότι όποιος ακολουθεί τα ρεύματα της εποχής κατ΄ανάγκη κάνει βιαστικές δουλειές για να την προλάβει.

    Κε Σαραντάκο, όπερες παίζονται πάρα πολλές και για πολλούς λόγους, άλλες για την μουσική τους, άλλες για το θέμα τους, άλλες για ιστορικούς λόγους, ακόμα και για εθνικούς λόγους. Οπως μάλλον θα γνωρίζετε στην όπερα «Λεονόρα» του Μπετόβεν ξαναγράφτηκαν από τον ίδιο κάποια μέρη μετά από πέντε χρόνια δουλειάς και έτσι γράφτηκε η θεϊκή εισαγωγή του » Φιντέλιο». Οι όπερες απαιτούν φοβερή δουλειά, όπως έλεγε ο Βέρντι, δεν συνταιριάζεις απλές νότες αλλά τις κατάλληλες νότες που εκφράζουν τα συναισθήματα που προέρχονται από το λιμπρέττο. Το να συνοδεύεις μουσικά μια θεατρική παράσταση από το να γράψεις μια όπερα έχει μια κάποια διαφορά, πως να το κάνουμε.

    Το προσωπικό γούστο καθενός (πρέπει να)είναι σεβαστό. Αλλά άλλη είναι η μουσική του Χατζηδάκι π.χ, και άλλη κάποιων ευπώλητων συνθετών

  22. Πολύ μ’ αρέσει πάντως που ορισμένοι ξεπετάνε τον Μότσαρτ στο τσάκα τσάκα με εμβριθείς αφορισμούς του τύπου «Μια φορά που άκουσα κάτι του Μότσαρτ, δεν μου πολυάρεσε, μου θύμισε κάτι που είχα ξανακούσει, αλλά δεν το θυμάμαι τώρα.»

  23. #22
    Ενώ όταν ο κ. Κακαβελάκης, πρόεδρος του σωματείου «φίλων της μουσικής του Μότσαρτ» (ή κάπως έτσι), ιστορικομουσικολόγος κ.λ.π., κ.λ.π. προλογίζει στο κανάλι της Βουλής την όπερα του Βέρντι «Ριγκολέτο» με εμφανή σημάδια δυσφορίας και παραποιεί το όνομα της πρωταγωνίστριας σε Γκίλντα, όλα είναι εν τάξει…

  24. sarant said

    21: Άλλες όπερες γράφονταν επί χρόνια, άλλες γράφτηκαν μέσα σε 12 μέρες (τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ο Ροσίνι για τον Κουρέα της Σεβίλλης).

  25. sarant said

    23: Αν είπε Γκίλντα την ηρωίδα, σημαίνει ότι δεν έχει ακούσει ποτέ του την όπερα, γιατί το λέει καθαρά Τζίλντα σε πολλά σημεία. Πάντως κι ο Ριγολέτος, που είναι επίσης αριστούργημα, δεν έκανε δεκαετίες για να γραφτεί.

  26. @23, 25: Ε, θα την μπέρδεψε με τη Ρίτα Χέιγουορθ…

  27. Γλωσσολάγνος said

    Πιστεύω ότι ο Κακαβελάκης επηρεάζεται πάρα πολύ από τη γερμανομάθειά του, και επιμένει να τα διαβαζει όλα με γερμανική προφορά (τον θυμάμαι π.χ. να λέει «Πετρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι» αντί «Πιοτρ»). Αν και είναι ένας εξαιρετικός μουσικολόγος, σίγουρα δεν είναι αξιόπιστος ως προς τον τρόπο που προφέρει μη γερμανικά ονοματεπώνυμα και τίτλους. Συνεπώς, προτιμώ να τον διαβάζω παρά να τον ακούω.

    Θα συμφωνήσω με τον Τιπούκειτο για τους αφορισμούς περί του έργου ή του ύφους τού Μότσαρτ. Πώς μπορούμε να κρίνουμε τόσο επιφανειακά ένα έργο τέχνης που απλώς δεν μας άρεσε ή απλώς δεν το καταλαβαίνουμε; Δεν λέω ότι πρέπει να μελετήσουμε σε βάθος τις μουσικές φόρμες και το ύφος τής Βιέννης τού 18ου αιώνα, αλλά να μην τα κρίνουμε όλα βιαστικά, ούτε έχοντας σαν βάση αποκλειστικά τα ακούσματά μας. Όπως δεν κρίνεις τον Χατζιδάκι έχοντας ακούσει μόνο Μετάλλικα (και το αντίστροφο), έτσι δεν κρίνεις και τον Μότσαρτ με βάση τον Άντριου Λόιντ Γουέμπερ (και το αντίστροφο).

  28. #24
    Ισως αλλά προφανώς θα γνωρίζετε ότι η εκπληκτική εισαγωγή ( ίσως το … μισό (!) της αξίας της όπερας ) είναι από … άλλη όπερά του (δεν θυμάμαι τώρα τον τίτλο , νομίζω ότι ήταν «η Ελιζαμπέτα της, του…») μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να γραφτί μια ικανοποιητική εισαγωγή !
    Αν έχετε υπ’ όψιν τον «Ομπέρτο» την πρώτη όπερα που έγραψε ο Βέρντι μπορίτε να «δείτε» σχεδόν όλα τα αριστουργήματα που έγραψε μετά σε ελάχιστο χρόνο εκτός ίσως από τις πολιτικές του όπερες όπου η μουσική έρχεται σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Αλλά ακόμα και από αυτές ο Σιμόνε Μποκανέρα σχεδόν ξαναγρ’αφτηκε 24 χρόνια μετά.
    Οντως κάτι μπορί να γραφτεί σε ελάχιστο χρόνο αλλά να ωριμάζει μ΄΄εσα στην σκέψη του δημιουργού και να δουλεύεται για πολύ χρόνο.
    Προσωπικά όταν ακούω Μότσαρτ στην αρχή προετοιμάζομαι για ένα αριστούργημα λόγω της εκπληκτικής έμπνευσης του και μετά απογοητεύομαι γιατί (έτσι το εισπράττω εγώ ) αντί να το δουλέψει το αφήνει στην τύχη του.
    Ισως για άλλους που ακούνε μουσική σαν συνοδευτικό μιας άλλης ασχολίας και χωρίς να αφοσιώνονται σ’ αυτήν, ο Μότσαρτ να είναι ιδανικός

  29. # γραφτί, μπορίτε, μπορί #

    Φαίνεται ότι το έψιλον στο πληκτρολόγιό μου κάπου χάνει

  30. Ηλεφούφουτος said

    sx. 26

    Τι; Άρια απ το Ριγολέτο είναι;
    Κοίτα να δεις! Τελικά, ωραίος ο Βέρντι. Αφού είναι έτσι θα πάω καμιά μέρα να δω και τον Τραμπούκο. Ίσως και την Τραβγιάσκα του.

  31. sarant said

    28: Πράγματι, η εισαγωγή έχει θέματα δανεικά από την Ελιζαμπέτα. Την εποχή εκείνη συνηθιζόταν αυτού του είδους ο… εσωτερικός δανεισμός.

  32. #31
    Θα έλεγα και ο …εξωτερικός μιά που το «au palais des fees» από τον Δον Κάρλο ακούγεται αργότερα και στην Κάρμεν του Μπιζέ.

    Αν σας ενδιαφέρει μια περίεργη σχέση του λάμδα και των έργων του Βέρντι εδώ:

    http://gpointsnovel.blogspot.com/2011/02/blog-post_17.html

  33. Ηρώ Διαμαντούρου said

    … «διασκεδαστική και μαγική τέχνη, εύθυμη όσο και βαθυστόχαστη, ανθρώπινη απολογία, είδος μπαρόκ μασκαράτας, λογική ακόμα και μέσα στο καπρίτσιο της, ευγενής ακόμα και σε επίπεδο φάρσας, με όλη της τη λαμπερή πολυπλοκότητα, την προσφιλή γοητεία, … είθε να αγαπηθεί από τις επόμενες γενιές, να γίνει κατανοητή …»
    (Κλάους Μαν -με αφορμή τον Μαγικό Αυλό, στο αυτοβιογραφικό του Σημείο Καμπής (εγώ όμως μεταφράζω γιατί δεν έχω την ελληνική έκδοση)

    «.. παιδαριωδώς επίσημη εσωτερικότητα του Μαγικού Αυλού, απειλητική χάρη του Φίγκαρο…»
    (Τόμας Μαν, Δρ Φάουστους, μτφρ. Θ. Παρασκευόπουλος)

    .. έτσι, επειδή τα έχω πρόσφατα.
    Βέβαια, ναι, ναι, αδελφές ήταν πατέρας και γιός, σιγά μη δεν τους άρεσε ο Μότσαρτ, ε;…

    Ο Μότσαρτ λοιπόν, συνδύασε τα άκρα, τον πόνο με το γέλιο, την απόγνωση με το ζεμανφού, έβαλε ένα περιτύλιγμα χαριτωμενιάς (όχι με το ζόρι, το’χε ο άνθρωπος) γιατί δεν σήκωνε αλλιώς η εποχή, ε και, είναι απλό: όσοι δεν μπορούν, δεν βλέπουν παρακάτω και αρκούνται στο τι είπε και ξείπε η όποια μόδα. Κι επειδή είναι ακόμα της μόδας να σνομπάρουμε τον Μότσαρτ ως εύπεπτο (ή «φιλικό», όπως είναι επίσης της μοδός να λέμε), οι πολλοί σου λένε πφφφφφ, αηδίες, εγώ ακούω Στοκχάουζεν και Ξενάκη (ανάθεμα κι αν έχουν ακούσει ποτέ ή αν έχουν αντέξει ή καταλάβει ένα δεύτερο, αλλά τι να τους πεις).

    Αυτά και πάσο!
    (Ζητώ συγνώμες που δεν βάζω ιτάλιξ (στους τίτλους), δεν έχω καταλάβει πώς…)

  34. Ηλεφούφουτος said

    Ηρώ, «τον πόνο με το γέλιο»; Ποιον πόνο αναγνωρίζεις στο Μότσαρτ;

  35. #28, για τον Κουρέα της Σεβίλλης
    «θα γνωρίζετε ότι η εκπληκτική εισαγωγή ( ίσως το … μισό (!) της αξίας της όπερας ) είναι από … άλλη όπερά του (δεν θυμάμαι τώρα τον τίτλο , νομίζω ότι ήταν “η Ελιζαμπέτα της, του…”) μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να γραφτί μια ικανοποιητική εισαγωγή»

    Η εισαγωγή είχε χρησιμοποιηθεί σε τέσσερις διαφορετικές όπερες μέχρι να δεθεί οριστικά με τον Κουρέα. Η ανυπαρξία μιας αποκλειστικής εισαγωγής δεν οφείλεται στην… ανυπαρξία της έμπνευσης (κοτζάμ ολόκληρη όπερα έγραψε ο Ροσσίνι!) αλλά καθαρά στις πρακτικές συνθήκες της εποχής. Περιορισμένος συχνά προϋπολογισμός, απουσία επαρκή χρόνου στις πρόβες και συχνά βίτσια των ιμπρεσάριων οδηγούσαν συχνά τους μουσικούς στην επιλογή να εκτελούν μια εισαγωγή από τα «έτοιμα» για να κερδίζουν χρόνο. Επίσης, συχνό ήταν το φαινόμενο η εισαγωγή να παίζεται prima vista στην πρεμιέρα! Πολύ γνωστή η ιστορία με την εισαγωγή στον Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ.

  36. Τρεις φορές το «συχνά» στο αποπάνω σχόλιο… συγνώμη, θα τρώω όλο το φαγητό μου.

  37. # 33
    Οταν ήμουν ακόμη φοιτητής του Μαθηματικού παρακολούθησα κάποιες διαλέξεις του Ιάννη Ξενάκη στο ΥΜΑΣ για τα τμήματα του οικονομικού της Νομικής και εν συνεχεία πήγα στο Ηρώδειο όπου παρουσίασε μερικά έργα του. Οταν παρακολουθούσα την μουσική του μαζί με την «γεωμετρική» ανάλυσή της τυπωμένη στο πρόγραμμα μποούσα να καταλάβω τι προσπαθούσ να κάνει, ακόμα κάποιες στιγμές θα μπορούσα να πω ότι μου άρεσε αλλά όταν το έχανα αισθανόμουνα απορημένος όπως και ο υπόλοιπος κόσμος ο οποίος προφανώς και δεν είχε υπ’ όψιν του τις μαρκοβιανές ανελίξεις.
    Οπωσδήποτε μουσική για πολύ λίγους και αν…

    Πάντως νομίζω ότι η μουσική του Μότσαρτ είναι πολύ λίγη σε σχέση με το ταλέντο του – όπως φαίνεται σε όλα του σχεδόν τα ξεκινήματα και αυτό προσωπικά μου δημιουργεί μια αρνητικότητα (το κλασσικότερο παάδειγμα είναι η μιαμικρήνυχτερινήμουσική )

  38. «Δώστε μου τα καλύτερα πιάνα της Ευρώπης, αλλά αν με ακούνε άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τίποτε ή δεν θέλουν να καταλάβουν τίποτε και δεν συναισθάνονται μαζί μου αυτό που παίζω, τότε θα χάσω όλη τη χαρά μου»
    W.A. Mozart
    http://sfrang.com/selides/Mozart/Moz_wusstenSie.htm

  39. # 38

    «Δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω» Αρχιμήδης

    Σε δεύτερη ανάγνωση η φράση του Μότσαρτ μάλλον προσβλητική είναι για το κοινό του, μάλλον μεταφραστικό λάθος ή κακή απόδοση μας μεταφέρεις

  40. #21
    «Οπως μάλλον θα γνωρίζετε στην όπερα “Λεονόρα” του Μπετόβεν ξαναγράφτηκαν από τον ίδιο κάποια μέρη μετά από πέντε χρόνια δουλειάς και έτσι γράφτηκε η θεϊκή εισαγωγή του ” Φιντέλιο”.»

    Για να ακριβολογήσουμε, η ιστορία με τις τρεις Λεονώρες και την τελική εισαγωγή είναι πιο θολή, του πήρε σχεδόν δέκα χρόνια να τελειοποιήσει την όπερα. Το 1805 πρωτοπαρουσιάστηκε όντως με τον τίτλο Φιντέλιο ή η συζυγική αγάπη, με την δεύτερη «Λεονώρα» ως εισαγωγή καθώς η πρώτη τον άφησε (ευτυχώς) ανικανοποίητο, μπροστά σε κοινό που αποτελούνταν από… στρατιωτικούς. Όμως το αρχικό λιμπρέτο ήταν ατελές κι αυτό είχε κόστος στην ποιότητα της μουσικής κι ένας επιπλέον παράγοντας ήταν το μέτριο επίπεδο των τραγουδιστών. Οι συμβουλές φίλων του τον οδήγησαν να περιορίσει τις τρεις πράξεις σε δύο, να ξαναγραφτεί το λιμπρέτο και να συντεθεί η τρίτη Λεονώρα ως εισαγωγή. Κι έτσι, το 1806 ο Φιντέλιο εμφανίζεται με τον τίτλο Λεονώρα ή ο θρίαμβος της συζυγικής αγάπης με μεγαλύτερη επιτυχία. Το 1814 την ξαναπιάνει με τη συμβουλή ενός άλλου λιμπρετίστα, την αναθεωρεί με την τέταρτη εισαγωγή κι επανέρχεται με τον οριστικό τίτλο Φιντέλιο.

    Σε πολλές ηχογραφήσεις της όπερας, η επιλογή της τρίτης Λεονώρας επαφίεται στον αρχιμουσικό (πχ η εξαιρετική ηχογράφηση του Λέοναρντ Μπερνστάιν και η ηχογράφηση του μεγάλου Όττο Κλέμπερερ το 1961) και προστίθεται πριν το φινάλε του έργου ως δραματική προεργασία στην κορύφωση. Για μια «οριστική» ανασύνθεση της «αρχικής» Λεονώρας (δηλαδή της δεύτερης εκδοχής του Φιντέλιο) ο εξαιρετικός Έλιοτ Γκάρντινερ την αποκατέστησε με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο.

  41. #39
    Αν κάνατε τον κόπο να ανοίξετε τον σύνδεσμο, θα διαβάζατε την επιστολή Mozart προς τον πατέρα του.
    Όσο για την μετάφραση, αν νομίζετε ότι έχει λάθη, πρέπει να το αποδείξετε.

  42. Γλωσσολάγνος said

    # 34
    Ηλεφού, φυσικά έχει και πόνο ο Μότσαρτ. Αλίμονο αν ένας δημιουργός τέτοιου μεγέθους ήταν συναισθηματικά μονόπλευρος – δεν νομίζω ότι θα του αναγνώριζαν τόση αξία. Ξέρω ότι η κυρίαρχη αβρότητα και χάρη τής μουσικής του είναι συχνή παγίδα για τους περισσότερους ακροατές, αλλά η πονεμένη, μελαγχολική, σκοτεινή πλευρά τής μουσικής του δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Απλώς αποκαλύπτεται λιγότερο συχνά.

    Χαρακτηριστικά παραδείγματα, όλα τους σημαντικά και αντιπροσωπευτικά:

    – το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20 σε ρε ελάσσονα, K. 466
    – το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 24 σε ντο ελάσσονα, K. 491
    – η εισαγωγή και οι σκηνές με το φάντασμα στην όπερα Ντον Τζιοβάνι, Κ. 527
    – η διασημότατη Συμφωνία αρ. 40 σε σολ ελάσσονα, Κ. 550
    – το πολύ γνωστό Ρέκβιεμ, Κ. 626
    και ένα σωρό άλλα που θα έκαναν τη λίστα να μεγαλώσει πάρα πολύ.

    Παραπέμπω στο αργό, δεύτερο μέρος τού κοντσέρτου για πιάνο αρ. 23 σε λα μείζονα, Κ. 488, μία μελαγχολική «σιτσιλιάνα» που αποτελεί ένα από τα ωραιότερα δείγματα αυτής της συναισθηματικής πλευράς τού Μότσαρτ:

  43. Ότι θα έβλεπα και καυγά για τον Μότσαρτ εδώ δεν το περίμενα.

    Για μένα που μ’ αρέσουν οι συνθέτες του 20ού αιώνα, ο Σαίνμπεργκ, ο Μπεργκ, ο Μεσιάν και οι άλλοι, ο Μότσαρτ είναι στο μεταίχμιο και δεν αντέχω καθόλου το μπαρόκ (με εξαίρεση βέβαια τον Μπαχ). Κάτι Μοντεβέρντι και τέτοιους δεν τους μπορώ καθόλου. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν είναι αξιολογική κρίση, είναι απλά γούστα, πόσο μάλλον που οι Σαινμπεργκομπέργκηδες ήταν μεγάλοι θαυμαστές των προκλασικών.

  44. Με πρόλαβε ο Γλωσσολάγνος, ήθελα να αναφερθώ και στο γνωστό και τετριμμένο ζήτημα για το αν ο καλλιτέχνης «θα πονά και θα υποφέρει»! Αν κατηγορούμε τον Μότσαρτ για συναισθηματική ρηχότητα, τι θα λέγαμε τότε για το «χαζό παιδί χαρά γεμάτο» Γιόζεφ Χάυντν; Όπως γράφει ο γνωστός οδηγός του καλού μπλοφαδόρου, οι τελευταίες λίγες συμφωνίες που έγραψε [ο Χάυντν]στο Λονδίνο για μετρητά και η σκιά του συμβολαίου που επικρεμόταν πάνω του πρόσθεσαν την απαραίτητη σάλτσα μιζέριας που έλειπε πριν.

    Επιλέγοντας από τα παραδείγματα του Γλωσσολάγνου, παραθέτω ένα βίντεο Ντον Τζιοβάνι, γεμάτο χαζοχαρουμενιές και σκατούλες:

  45. #41

    «αλλά αν με ακούνε άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τίποτε ή δεν θέλουν να καταλάβουν τίποτε και δεν συναισθάνονται μαζί μου αυτό που παίζω, τότε θα χάσω όλη τη χαρά μου»

    με το συμπάθειο αλλά όπου και να απευθύνεται η επιστολή αναφέρεται σε ανθρώπους που ακούνε την μουσικοί και τους οποίους δεν αποδέχεται αν δεν ενθουσιασθούν με την μουσική του.

    Τώρα αν αυτό σαν θέση δημιουργού σας ικανοποιεί, τι να πω, εμένα μου φαίνεται αδιανόητο γι ‘αυτό και μίλησα για πιθανό μεταφραστικό λάθος

  46. Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα με την ίδια σκηνή από τον Ντον Τζιοβάννι, ιδού μια παράσταση σε σκηνοθεσία του αιρετικού Πήτερ Σέλαρς. Με χοντροψώληδες αραπάδες που κάνουν στριπτίζ, με βυζιά, φέρετρα και παιδοφιλικές αναφορές. Μόνο οι σκατούλες λείπουν.

  47. sarant said

    Βασικά αναφέρεται σε ανθρώπους που σχεδίαζαν και έπαιζαν παιχνίδια συναναστροφής την ώρα που εκείνος έπαιζε. Ενώ όταν ήρθε ο σύζυγος που τον άκουσε με προσοχή, έδωσε τον καλύτερο εαυτό του. Απολύτως ανθρώπινο και απολύτως λογικό το βρίσκω. Φαντάζομαι κι οι μεγάλοι πιανίστες δεν αρέσκονται να παίζουν σε εστιατόρια, ενώ το γκαρσόνι δίνει παραγγελίες κι ο άλλος μιλάει στο κινητό του, προτιμούν τις αίθουσες συναυλιών όπου επικρατεί κατανυκτική σιγή και αφοσίωση (τουλάχιστον επιφανειακά).

  48. Ηρώ Διαμαντούρου said

    την ΧΑΡΑ του είπε ότι θα χάσει ο άνθρωπος, όχι ότι θα τους ανασκολοπίσει, μου φαίνεται ότι δεν ακούμε τι διαβάζουμε.

    Επίσης λέγοντας «πόνος» δεν εννοώ μελό!

  49. Ηρώ Διαμαντούρου said

    Νίκο έγραφα τη στιγμή που πόσταρες, χρονολόγησέ το πριν!

  50. Ηρώ Διαμαντούρου said

    αλλά μια και το έθιξες, δε νομίζω να εννοούσε αυτό, εκείνα τα χρόνια η μουσική ήταν συχνά, αν όχι πάντα, ενσωματωμένη τόσο μέσα στην καθημερινότητα ώστε στα σαλόνια έπαιζαν οι Μότσαρτ, οι Σούμπερτ, οι Λιστ, στα παλκοσένικα τραγουδούσαν οι σοπράνες, κι από δίπλα κι από κάτω γινόταν χαμός και σουλάτσο μέγα.

  51. # 47
    Διαφωνώ. Οταν η μουσικήείναι καλή υπερνικά όλες τις δυσκολίες :

  52. Κι ένα τρίτο δώρο Ντον Τζιοβάνι. Ο Τζον Έλιοτ Γκάρντινερ καλεί τον «Μπραντ Πητ» να δραματουργήσει με τη συμμετοχή του κοινού στην κολασμένη κομεντατόρε σκηνή.

  53. Ελπίζω να δείτε και το τέλος από το βίνδεο στο 51. Είναι καταλυτικό ( και διδακτικό )

  54. ΚαπετανΈνας said

    #42

    Στο βιντεάκι με το Piano Concerto 23, σε Λα ματζόρε, μόλις άκουσα ένα κλεμμένο θέμα. Στο 0.50με 0.59:
    Μανιάααανα ταου μπονίιιτα μανιάαα…

    από το Ορφέο Νέγκρο, του Λουίς Μπονφά:

    Τα μεγάλα πνεύματα … ή «ο ατάλαντος αντιγράφει, ο ταλαντούχος κλέβει».

  55. Η περίφημη άρια της Βασίλισσας της Νύχτας.
    :-))))))

  56. Η άρια του παπαγάλου που σας έβαλα πιο πάνω· μάλλον από την Diana Damrau το έμαθε δασκαλεμένο το ποίημα το πανέξυπνο πουλί. Ίσως η καλύτερη μοτσάρτεια βασίλισσα της δεκαετίας αυτή που τραγουδάει, από παράσταση του σπουδαίου Κόλιν Ντέηβις. Από το 2:09 ξεκινάτε μεν, αλλά αν το δείτε από την αρχή το ρετσιτατίβο θα καταλάβετε πως δεν υπάρχουν (δυστυχώς;) οι σκατούλες που του χαρακτηρίζουν ελάχιστα τη μέγιστη προσωπικότητα του Μότσαρτ.

  57. #45
    Κοιτάξτε για να μην διαφωνούμε άσκοπα, απλά ας μην φτάσουμε στο σημείο να απορρίπτουμε ότι δεν ταιριάζει στα γούστα μας.
    Και αυτό ανεξάρτητα αν οι μουσικολόγοι συμφωνούν ότι ο Μότσαρτ ήταν μια μοναδική μουσική ιδιοφυία, ή αν όντως ισχύει η επίδραση της μουσικής του Μότσαρτ στον ανθρώπινο εγκέφαλο (Mozart Effect) κλπ.

    Πολύ όμορφο το βίντεο στο #51, όμως φοβάμαι ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
    Ρίξτε μια ματιά εδώ να δείτε τι έγινε όταν ένας από τους καλύτερους βιολιστές στον κόσμο, ο Joshua Bell, έπαιξε για τους περαστικούς στην είσοδο του μετρό της Ουάσιγκτον:
    http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2007/04/04/AR2007040401721.html

  58. ΚαπετανΈνας said

    Φίλε JustAnotherGoneOff,
    κι από άλλες συζητήσεις, φαίνεται ότι, έ, έχεις κάποιο προβληματάκι με το φανατισμό, ασχέτως αν σε κάποια πράγματα έχεις δίκιο. Και, επίτρεψέ μου να παρατηρήσω, βρίζεις πιο πολύ από ότι θα σου ήταν χρήσιμο.

    Η δική μου άποψη είναι, ότι δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες, υπάρχουν μόνο μεγάλα έργα. Ο συνθέτης θα κριθεί από τα καλύτερά του έργα και όχι τα χειρότερα ή τα εμπορικά.

    Ο Μότσαρτ θεωρείται μεγαλοφυΐα, για διάφορους λόγους,( π.χ. λόγω της ικανότητάς του να «ακούει» τη μουσική τελειωμένη, με όλες τις αντιστίξεις και να γράφει σαν να του τις υπαγόρευαν)αλλά πάντα στα όρια των απαιτήσεων της εποχής του. Δεν ήταν Μπαχ, αλλά ούτε και Μπετόβεν. Η αλήθεια είναι ότι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ούτε ο Μπετόβεν ήταν μάστορας αυτού, που σήμερα ονομάζουμε μελωδία. Όχι γιατί ήταν λίγος, αλλά γιατί έψαχνε άλλα πράγματα στη μουσική του.
    Aν θέλουμε να ακούσουμε πραγματικά μεγάλες μελωδίες πρέπει να περιμένουμε τον Μπελίνι, την Ιταλική Όπερα, το Μπελκάντο, τα Ναπολιτάνικα
    (Καταρίιιι… Κουόοοοοορε-κουόρε ινγκράαατο κλπ) και από τους βόρειους, ίσως τον Τσαϊκόφσκι.

  59. #58
    «βρίζεις πιο πολύ από ότι θα σου ήταν χρήσιμο»

    Τα παράπονα στον Μότσαρτ.

    «δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες, υπάρχουν μόνο μεγάλα έργα»

    Τα παράπονα στον Gpointofview, δεν είμαι η πεθερά του.

  60. Ηλεφούφουτος said

    σχ. 52 τα ύστερα του κόσμου! Τι εισιτήριο πλήρωσαν εκείνοι απ το κοινό;

    Ηρώ ποιος μίλησε για μελό;
    Γλωσσολάγνε, κι εγώ σκέφτηκα το ρέκβιεμ και τα φαντάσματα αλλά δεν μου κάνουν για πόνο. Για σκοτεινιά ναι, για πόνο όχι.
    Επιφυλάσσομαι να ακούσω τα κομμάτια για πιάνο που αναφέρεις.

  61. Όλος ο καυγάς για το Μότσαρτ μου θύμισε μια ταινία που, κατά σύμπτωση, έβλεπα χτες το βράδυ…

  62. Ηλεφούφουτος said

    Και τέλος πάντων, επειδή δεν μπορώ ν ακούω ό,τι να ‘ναι για βασίλισσα της νύχτας, ιδού η καλύτερη εκτέλεση της γνωστής άριας, όχι η καλύτερη της δεκαετίας αλλά όλων των εποχών, προ και μετά Μότσαρτ

  63. #58
    Τι να σου πω…
    Ας έπαιζε … Βέρντι και μάλλον δεν θα τον προσπερνούσαν εύκολα. Υπάρχει ένα φοβερό κομμάτι για βιολί στο ξεκίνημα της γ’ πράξης των Λομβαρδών

    Προσωπικά θεωρώ το έργο του Βέρντι σαν το τέλος οποιασδήποτε (διαρκούς) μουσικής αναζήτησης αλλά όσον αφορά την μουσική μεγαλοφυΐα, μάλλον υποκλίνομαι στον Σούμπερτ.
    Ειλικρινά με στενοχωρεί η περίπτωση του Μότσαρτ, μου αφήνει σχεδόν πάντα την αίσθηση του μισοτελειωμένου

  64. #62 άργησες πέντε χρόνια http://blog.teleologikos.eu/?p=29

  65. ΚαπετανΈνας said

    Μια που αναφέρθηκε εκείνο το «ευπώλητα».
    Έχεις γράψει καθόλου γι΄αυτό; Το θεωρείς σωστό; Γιατί εμένα μου φαίνεται εντελώς λάθος.

  66. sarant said

    Το ευπώλητο δεν μαρέσει και δεν το χρησιμοποιώ παρόλο που ο ξένος όρος (μπεστ σέλερ) είναι πολύ άγαρμπος στην προφορά του. Δεν έχω όμως να αντιπροτείνω κάτι άλλο.

    Κάποτε είχα γράψει:
    Το μόνο πλεονέκτημα του ευπώλητος, κατ’ εμέ, είναι ότι ριμάρει με το ξυπόλητος: “Μπατίρης και ξυπόλητος ή συγγραφέψ ευπώλητος;” Εδώ είναι το δίλημμα! …

  67. ΚαπετανΈνας said

    Μπράβο, πολύ καλό το ποιηματάκι. Θα μπορούσε και να τραγουδηθεί σα ρεμπέτικο, μουρμούρικο.

    Ναι, κι εγώ νομίζω οτι δεν ακούγεται καλά το «ευπώλητο».Μου φαίνεται οτι είναι και λάθος, έτσι δεν είναι;

  68. ΚαπετανΈνας said

    …δηλαδή σημαίνει αυτό, που μπορεί να πουληθεί καλά.Κάποτε. Όχι αυτό που ήδη έχει πουλήσει και πουλάει πολύ.
    Ή κάνω λάθος; Πάντως κάτι έχει που δεν αποδίδει καλά το νόημα.

  69. sarant said

    Ναι, φυσικά, αν το ετυμολογήσεις έτσι που το λες είναι. Οπότε θα έλεγε κανείς ότι τα ευπώλητα είναι αυτά που γράφονται με μόνο στόχο να κάνουν μεγάλο τιράζ, ξερωγώ τα Άρλεκιν (μην πω ονόματα συγγραφέων και παρεξηγηθούμε).

  70. sarant said

    Έγινε ένας καβγάς που αποφάσισα να τον σβήσω εντελώς, δηλ. όχι μόνο τον καβγά και τα μπινελίκια αλλά και τις παρεμβάσεις τις δικές μου και άλλων.

    Να μην επαναληφθεί, παρακαλώ.

  71. #70
    Μένει μετέωρο αυτό το σχόλιο #58 που δημιουργεί την εντύπωση πως εγώ είμαι ο κακούργος που θα την πληρώσει για λογαριασμό άλλων χαϊδεμένων:

    «κι από άλλες συζητήσεις, φαίνεται ότι, έ, έχεις κάποιο προβληματάκι με το φανατισμό»

    Δεν έχω να κάνω άλλο σχόλιο. Καλό βράδυ.

  72. 65-69 κι’ εγώ το ευπώλητο το βρίσκω φριχτό, και εννοιολογικά (ευκολοπούλητο) και ακόμα περισσότερο ακουστικά. Όποτε το ακούω μου θυμίζει ευκοίλια. Και το μπεστ σέλλερ είναι κακόηχο, αλλά το προτιμώ χίλιες φορές. Και τέλος πάντων, γιατί να λένε «αυτό το βιβλίο είναι πρώτο στη λίστα με τα ευπώλητα» και να μην πούνε απλά «είναι πρώτο σε πωλήσεις»;

  73. # 65
    Σαφώς και είναι λάθος και είναι σε πλήρη αρμονία με τους λάθος συνθέτες στους οποίους αναφέρεται, συνηθισμένο τρικ.
    Υπάρχει στην δημοτική η ευχή καλοπούλητα (την έχω ακούσει από ψαράδες για την ψαριά τους με την έννοια να πουληθεί ολόκληρη και σε καλή τιμή ). Ειρωνικά την έκανα καθαρευουσιάνικη, οι συνθέτες δεν πουλάνε, άλλοι πουλάνε τα έργα τους.

  74. Ηρώ Διαμαντούρου said

    Νίκο, καλά έκανες και τα έσβησες, αλλά γελάω γιατί, αν και με γηπεδίσιο ελληνικό τρόπο, τιμήσαμε τη βωμολοχία του συνθέτη (ο οποίος ακόμα και αυτά ήξερε να τα λέει χαριτωμένα).

    Ας μακρηγορήσω λίγο, και ας πω καλού κακού ότι ο τόνος της φωνής είναι χαμηλός, σαν γιαγιάκας που αφηγείται…

    Για το θέμα του ευπώλητου, εύπεπτου, «φιλικού» κλπ: δεν μπορεί να συγκριθεί το ευπώλητο ενός κλασικού έργου με το ευπώλητο ενός σημερινού, πιστεύω. Δηλαδή δεν μπορείς να πεις ότι το Für Elise είναι αντίστοιχο ενός κομματιού της Τάμτα, λέμε τώρα. Απλώς το μέσο αυτί σήμερα μπορεί μέχρι ενός σημείου να διακρίνει ένα μέρος κάποιων από τις αξίες ενός κλασικού έργου. Και πάλι καλά, λέω εγώ. Υπάρχει βέβαια και μουσικολογική ερμηνεία του φαινομένου, αλλά ας μην μπλέξουμε με δαύτο: σε επίπεδο δομής, φόρμας και κλασικών κανόνων, αντίστοιχο φαινόμενο στη λογοτεχνία είναι, ας πούμε, ένα μυθιστόρημα του 19ου -πχ η Jane Eyre ή η Madame Bovary- με κανα μυθιστόρημα από αυτά τα βιπεροειδή που πλασάρονται σήμερα για λογοτεχνία και πουλάνε τρελά. Ή, για να το τραβήξω ακόμα το πράγμα, ένα κλασικό θεατρικό με μια σαπουνόπερα: τι είναι αυτό που βαστάει τους μη έχοντες κριτήριο κοντά στα κλασικά έργα; ακριβώς η «πλαγιαρισμένη» κλασικότητά τους. Μια σαπουνόπερα βασίζεται στην εκμετάλλευση των κλασικών αρχών, σε βαθμό που δεν φαίνεται η ουσιαστική παραβίασή τους. Θα κάνει δηλαδή και coup de théâtre, θα βάλει και τον από μηχανής θεό, θα βάλει αίμα, φόνο, ζήλια, αγωνία, παρεξήγηση, θα βάλει έρωτα και εμπόδια και αγωνία, θα κάνει κορύφωση και θα δώσει λύση, θα επέλθει λύτρωση, δικαίωση, ανακούφιση, δεν θα υπάρξει αντι-ήρωας πρωταγωνιστής, όλ’ αυτά μαζί με μπόλικες παραδεκτές απ’ όλους αξίες και ιδανικά. Τι σημαίνει όλο αυτό για το κλασικό έργο; ότι έχει τα ίδια χάλια με ένα μυθιστόρημα μπεστ-σέλερ που γράφτηκε κατόπιν συνταγών; Ή ότι έπαιξε εκείνη την εποχή τον ίδιο ρόλο που παίζει τώρα και το σαπούνι; (εν μέρει ναι, βέβαια, καθότι λαϊκό μέσο έκφρασης, αλλά δεν εννοώ αυτό, εννοώ την τομή που δημιούργησε στα θεατρικά / μουσικά / λογοτεχνικά πράγματα ένα κλασικό έργο / σύνθεση / κείμενο).

    Όχι πως δεν γράφτηκαν και ευχάριστα για το αυτί ή την ψυχή κομμάτια ή κείμενα, αλλά και πάλι ούτε αυτά συγκρίνονται με τα σημερινά, επειδή δεν προορίζονταν για τόσο ευρύ κοινό. Προορίζονταν, για να πάρουμε τη μουσική πάλι, για τις νύχτες του μεγαλοαστού ή του αριστοκράτη, για τις κοπέλες κάθε «καλής» οικογένειας που πάαααντα έπρεπε να ξέρουν πιάνο και να έχουν διαβάσει βιβλία για να μπορούν να κάνουν μια συζήτηση, για τα σαλόνια όπου μαζεύονταν κάθε τόσο, κλπ, άρα με (όσο να ‘ναι) διαφορετικά στάνταρ και απαιτήσεις. Και πάντως έδωσαν ώθηση στα πράγματα, υπήρξε κάτι καινούργιο κάθε φορά. Γιατί, ως γνωστόν, το χρήμα έπληττε.

    Ορισμένα κομμάτια θεωρούνται εύκολα (πχ οι σονάτες Χάυντν και Μότσαρτ, τα Ιmpromptus του Σούμπερτ), μόνο και μόνο γιατί αποτελούν «ύλη» των ωδείων στις μεσαίες τάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ερμηνεύονται ή εκτελούνται σωστά, ούτε και ότι είναι υποδεέστερα άλλων. Είναι αυτά που είναι. Τι θέλουμε, να υπάρχουν μόνο μεγάλα έργα, για ελάχιστους; Είναι τόσο κακό να είναι κάποιος λίγο πιο προσιτός; Θεωρώ πολύ ρατσιστική και ταξική την ανάγκη να ασχολούμαστε μόνο με το βαρύ πυροβολικό, με αυτό δηλαδή με το οποίο δεν μπορούν να παίξουν οι άλλοι. Πάντα ξεχωρίζοντας το λιγότερο βαρύ από το σκουπίδι, εννοείται.

    Τέλος, θα έχω πάντα την απορία: αρχίζοντας και τελειώνοντας με τον ευέξαπτο Μπετόβεν, τι θα έλεγε αυτός ο τύπος αν άκουγε την 5η του να παίζεται ακόμα και στα γυμναστήρια ως παραλλαγή ντίσκο (στα εβδομήνταζ-ογδόνταζ που ήταν της μοδός); Θα γινόταν έξαλλος, όπως κάποιοι θησαυροφύλακες των κλασικών δημιουργών, ή θα σκεφτόταν «κοίτα να δεις! διακόσια χρόνια μετά και παίζεται Όπου!!!» Δεν ξέρουμε.

    Έχει πλάκα το όλο θέμα. Θεωρώ απλά ότι ζούμε στο μεταβατικό στάδιο της κατάκτησης της κλασικής γνώσης από τους «πολλούς», πράγμα που, εννοείται, δεν μπορεί να γίνει από την πρώτη κιόλας στιγμή με εμβάθυνση, θα γίνει με μίμηση και με δήθεν κατανόηση και θα αρχίσει από τα «εύκολα» (θυμηθείτε τι είπα παραπάνω για τα εύκολα), τα οποία στρώνουν τον δρόμο προς τα κει, με την υπόγεια κεκαλυμμένη αξία τους. Ο πολύς κόσμος δηλαδή, τηρεί μια στάση απέναντι στη γνώση αντίστοιχη με αυτήν την οποία τηρεί συνήθως (το τονίζω) ένα παιδί όταν πρωτοέρχεται σε υποσχόμενη (κι αυτό το τονίζω) επαφή μαζί της. Ε, το μέλλον θα δείξει.

  75. sarant said

    Ηρώ, δεν διαφωνώ σε τίποτα απ’ όσα γράφεις και τα παραδείγματα που φέρνεις είναι σωστά. Άλλο βέβαια είναι ότι οι φορείς που κάνουν προγραμματισμό κλασικών έργων δεν πρέπει, ενονόματι του ότι τα «εύκολα» τραβάνε περισσότερο κόσμο, να φτιάχνουν πρόγραμμα που να έχει μόνο ή κυρίως «εύκολα» κλασικά, είτε για όπερες πρόκειται είτε για Επίδαυρο κτλ.

  76. Immortalité said

    Μα να χάσω ένα αξιόσβηστο καυγά για το Μότσαρτ! Πού ήμουν ε; 😀
    (Εντάξει ξέρω που ήμουν)

  77. Ηρώ Διαμαντούρου said

    Νίκο, το ξέρω ότι εσύ συμφωνείς, το γράφω για άλλους. Όσο γι’ αυτό που λες, συμφωνώ και γω κι επαυξάνω. Ναι μεν χρειάζονται και τα εμπορικά για να κοπεί κανα εισιτήριο, καθώς και για να μυηθεί ο αμύητος, αλλά μέχρι ενός σημείου. Αν θυμάμαι καλά ήταν και λόγος της παραίτησης του Μπάρενμποϊμ από την όπερα της Βαστίλης: αυτός ήθελε να ανανεώσει τα πράγματα, εκείνοι όμως του είπαν ΣΤΟΠ!: ή Κάρμεν ή Κάρμεν. Ε και τα μάζεψε.

    Ιμορταλιτέ, έχασες, ναι!

  78. # 74 Να κοντράρω λίγο (και χαμηλόφωνα)την καθεστηκυΐα τάξη ;

    Αγαπητή τα συμπεράσματά σας είναι πολύ λογικά, τα αρχικά δεδομένα σας όμως είναι ελαφρώς αυθαίρετα :

    «Απλώς το μέσο αυτί σήμερα μπορεί μέχρι ενός σημείου να διακρίνει ένα μέρος κάποιων από τις αξίες ενός κλασικού έργου »

    «Τι θέλουμε, να υπάρχουν μόνο μεγάλα έργα, για ελάχιστους;»

    Εχω την αίσθηση ότι ο Ριγκολέττο ή η Τραβιάτα σαφώς και είναι μεγάλα έργα.
    Ανυπερθέτως ήταν λαϊκά έργα, όπως όλες οι όπερες τον 19ο αιώνα. Για λίγους ήταν η μουσική δωματίου.
    Και έχω προσωπικές εμπειρίες από τρία (αριθμητικώς 3) πιτσιρίκια 3-6 ετών που όταν άκουσαν το κινητό μου να κτυπάει με το «λα ντόννα ε μόμπιλε» είπαν στην μαμά τους «αχ, τι ωραία μουσική ! »

    Απλά η επικρατήσασα αντίληψη πως η καλή μουσική είναι για λίγους οδήγησε τους δισκοπώλες στο να τριπλασιάσουν τις τιμές των δίσκων κλασσικής μουσικής και όπερας κάνοντας τους πραγματικά-πρακτικά για λίγους. Το διαδίκτυο με το (πρακτικά) ελεύθερο κατέβασμα μουσικής φέρνει σιγά σιγά μια ισορροπία στις μουσικές προτιμήσεις διορθώνοντας τις διαστρεβλώσεις του παρελθόντος.
    Τα μεγάλα έργα είναι πραγματικά μεγάλα όταν προορίζονται για όλον τον κόσμο.

    Επίσης αυτό το » δεν μπορεί να γίνει από την πρώτη κιόλας στιγμή με εμβάθυνση, θα γίνει με μίμηση και με δήθεν κατανόηση » δεν είναι κακό, ισχύει και για οποιονδήποτε έχει κάνει θετικές σπουδές ανωτέρου επιπέδου, πρώτα μαθαίνεις «παπαγαλίζοντας να κινείσαι σωστά» και μετά, με την τριβή, κατανοείς σε βάθος την διαδικασία που εφαρμόζεις.
    Αλλά και σε μαθητικό επίπεδο πόσοι από μας έχουν κατανοήσει τον αλγόριθμο που εφαρμόζουν όταν κάνουν πολλαπλασιασμό ; Λίγοι.
    Της διαίρεσης ; Της τετραγωνικής ρίζας ; Αστο καλύτερα …

    Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί που μπορούν με τα πρώτα ακούσματα να ξεχωρίσουν την μελωδία ενός οργάνου μέσα στο σύνολο τους και να αντιληφθούν την πιθανή ιδαίτερη ομορφιά. Αλλά αυτό δεν είναι θέμα ηλικίας ή γνώσεων, με τον καιρό πιθανόν να το καταφέρουν.

  79. Ηρώ Διαμαντούρου said

    μα -εν μέρει- τώρα λες τα ίδια με μένα. εκτός αν κάτι δεν κατάλαβα.

  80. Γλωσσολάγνος said

    #60, Ηλεφού

    Εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα συζήτησης. Ο πόνος στη μουσική είναι κάτι δύσκολο να προσδιοριστεί – πόσο μάλλον να διαχωριστεί από το μελαγχολικό και το σκοτεινό, ειδικά στην καθαρά οργανική όπου δεν υπάρχει κάποιο κείμενο, πράγμα που κάνει τα πράγματα σε σημαντικό βαθμό υποκειμενικά. Επομένως, για να δείξω ένα σαφές παράδειγμα μουσικού πόνου στον Μότσαρτ, θα στραφώ αναγκαστικά σε μελοποιημένο κείμενο: το πιο χαρακτηριστικό είναι η άρια τής Παμίνας από τη Β’ πράξη τής όπερας Ο μαγικός αυλός.

    Στο αναπτυσσόμενο κουτάκι με τις λεπτομέρειες τού βίντεο δίνονται και οι στίχοι.
    Υπάρχουν και πιο πονεμένες και αργές ερμηνείες αυτής της άριας (π.χ. αυτή http://www.youtube.com/watch?v=53RwokMkgqk), αλλά νομίζω ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία από την Μπάρμπαρα Μπόνι (πιο ανάλαφρη και σε ταχύτερο τέμπο) υπηρετεί πιο πιστά την παρτιτούρα και την πλοκή.

  81. Ηλεφούφουτος said

    Ναι, η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν την πήρα έτσι αυτή την άρια.
    Επηρεασμένος από το όλο παιγνιώδες κλίμα του Μαγικού Αυλού το έπαιρνα κι αυτό σαν ένα παιχνίδι, σαν να μας κλείνει το μάτι ταυτόχρονα, δηλαδή κάτι σαν «και τώρα ας κάνουμε τη λυπημένη (ή την πονεμένη, αν προτιμάς), όχι για πολύ όμως, παιχνίδι είναι», οπως τα παιδιά όταν κάνουν ότι κλαίνε.

    Μάλλον έχεις δίκιο όμως. Ανεξάρτητα από το πού σε πάει το κλίμα, ο μουσικός κώδικας του πόνου είναι ένας.

    Είναι πάντως κάτι που δεν θα το συνέχεα με το σκοτεινό. Ξεκάθαρα πόνος π.χ. για μένα είναι άριες όπως απ’ το Ριγολέτο τα «Deh, non parlare al misero» και εν μέρει το «Pari siamo», απ το Δον Καρλος το «Ella giammai m’ amò» ή απ την Καβαλερία Ρουστικάνα το «Voi lo sapete, o mamma».

  82. Ηρώ Διαμαντούρου said

    Ακούστε και τα κουιντέτα του Μότσαρτ για έγχορδα, ας πούμε το KV 174 (σι ύφεση -), ή το KV 516 (σολ-), κυρίως τα αργά τους μέρη όπου είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα σε πρώτη ανάγνωση.

    Γράφει ο Στάινερ:
    «Η σολ ελάσσονα (…) είναι άραγε εγγενώς triste (και τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια διαπίστωση;), ή μήπως η θλίψη της πηγάζει από τον τρόπο που την χρησιμοποιεί ο Μότσαρτ στο μεγάλο του Κουιντέτο (Κ.516);»

  83. Ηρώ Διαμαντούρου said

    («θλίψη», να, ίσως καλύτερη λέξη από τον «πόνο» που είπα εγώ, -λέξη παρα-πονεμένη πια)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: