Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Πού τραβάει η ποίηση – εξήντα χρόνια μετά

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2011


Έχω ξαναγράψει για τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα (1909-1956), τόσο εδώ στο ιστολόγιο όσο και στον παλιό μου ιστότοπο, όπου έχω ειδική σελίδα αφιερωμένη στον άνθρωπο και στο έργο του και όπου παρουσίασα και εκτενή πεζά έργα του -διότι ο Κοτζιούλας δεν ασχολήθηκε μόνο με την ποίηση, αλλά και με την πεζογραφία, τη μετάφραση,  το θέατρο και την κριτική.

Ο Κοτζιούλας ως ποιητής ήταν οπαδός του παραδοσιακού ισόμετρου στίχου ως το τέλος της σύντομης ζωής του. Την αντίθεσή του με τον ελεύθερο στίχο και γενικά με τα νέα ποιητικά ρεύματα, που ορμητικά επικράτησαν μετά τον πόλεμο, την εξέφρασε σε μια μελέτη του με τίτλο «Πού τραβάει η ποίηση», που δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό «Νέος Νουμάς» το 1950 και μετά κυκλοφόρησε σε ανάτυπο.

Στη συνέχεια η μελέτη αυτή αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ σ’ αυτήν αναφέρεται επίσης ο Νάσος Βαγενάς σε άρθρο του γραμμένο στην επέτειο των 50 χρόνων από τον θάνατο του Κοτζιούλα. Η μελέτη του Κοτζιούλα είναι μια βιαιότατη επίθεση στους ποιητικούς του αντιπάλους, με όλη τη συναισθηματική φόρτιση του διπλά κυνηγημένου -του νικημένου αριστερού και του ποιητή της «παλιάς τεχνοτροπίας» (για να δανειστώ τη φράση που χρησιμοποίησε σαν υπότιτλο στο αποχαιρετιστήριο ποίημά του πριν αυτοκτονήσει ο Λαπαθιώτης). Ο Νάσος Βαγενάς, που εκτιμά πολύ τον Κοτζιούλα κατά τα άλλα, γράφει ότι Δεν υπήρξαν απαξιωτικότεροι χαρακτηρισμοί εναντίον ποιητικών αντιπάλων από εκείνους του Κοτζιούλα, να προσέξουμε όμως ότι δεν πρόκειται για προσωπική αντιπαράθεση (ούτε καν για πολιτική: ο Κοτζιούλας επιτίθεται εξίσου στον Ρίτσο όσο και στον Σεφέρη ή τον Ελύτη) αλλά για ποιητική.

Η φίλη Σοφία Κολοτούρου, που κι αυτή αγαπά τον Κοτζιούλα (μαζί είχαμε κάνει ένα αφιέρωμα πριν από δυο-τρία χρόνια) αναζητούσε εδώ και καιρό το κείμενο της μελέτης -έτυχε να το βρω νωρίτερα, της το έδωσα και το ψηφιοποίησε, σε συνέχειες, στο ιστολόγιό της, έτσι ώστε να γίνει προσιτό στο νεότερο κοινό και να αξιολογηθεί από τους σημερινούς αναγνώστες, σε μια εποχή που ο ισόμετρος στίχος, ύστερα από μερικές άγονες δεκαετίες, έχει αρχίσει να ξαναγράφεται -διότι, ποτέ δεν έπαψε νομίζω να ξαναδιαβάζεται.

Μια και σήμερα είναι Κυριακή και ίσως υπάρχει ελεύθερος χρόνος για ανάγνωση (βέβαια με τον καύσωνα που επικρατεί θα είμαστε όλοι στις ακρογιαλιές, αλλά το βραδάκι ίσως βρείτε ευκαιρία), παρουσιάζω και εδώ, σε ενιαία μορφή, το κείμενο που είχε την καλοσύνη να ψηφιοποιήσει η Σοφία:

Γιώργος Κοτζιούλας – Πού τραβάει η ποίηση

Έχω κάνει μερικές διορθώσεις, αλλά δεν πρόκαμα να βάλω υπομνηματισμό, όπως φιλοδοξούσα. Βέβαια, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο και στο ιστολόγιο της Σοφίας, σε συνέχειες (εδώ η πρώτη), και ούτως ή άλλως σας συνιστώ να διαβάσετε το εξαιρετικό Ελεγείο στον Γιώργο Κοτζιούλα που έγραψε η Σοφία, που πολύ με συγκίνησε -να θυμίσω ότι κι ο ίδιος ο Κοτζιούλας είχε γράψει ελεγείο στον Καρυωτάκη, αλλά και στίχους για την Πολυδούρη, τον Παπαδιαμάντη και άλλους ποιητές. Έτσι επικοινωνούν οι ποιητές.

49 Σχόλια προς “Πού τραβάει η ποίηση – εξήντα χρόνια μετά”

  1. Hellegennes said

    Το κείμενό του το βρίσκω αρκετά φλύαρο και υπερβολικά συντηρητικό. Δεν αφήνει το δικαίωμα στην τέχνη να εξελίσσεται, που είναι και ο πρωταρχικός της στόχος. Καινοτομία, πρωτοπορία, νέο, αναγέννηση. Σε όλες τις σοβαρές σχολές καλών τεχνών διδάσκουν πως η στασιμότητα σκοτώνει την τέχνη. Όλοι προσπαθούν να πειραματιστούν. Πολλές φορές ένα αποτυχημένο πείραμα θεωρείται γονιμότερο μιας εμμονής σε προηγούμενα ρεύματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι η επίθεση αυτή του Κοτζιούλα είναι αρκετά αδικαιολόγητη και χωρίς κάποιο σοβαρό επιχείρημα που να στέκει σε μια συζήτηση για την τέχνη. Έτσι όπως γράφει, πιο πολύ μού δίνει την εντύπωση ότι μιλάει για το τραγούδι παρά για την ποίηση. Προσωπικά με κουράζει ο ισόμετρος στίχος αν δεν είναι κάπως διαφορετικά γραμμένος ή δεν έχει κάποιον ειδικό λόγο ύπαρξης. Άποψή μου βέβαια, αλλά νομίζω ότι στερεί κάθε ελευθερία καλλιτεχνικής δράσης και υποβιβάζει την ποίηση από τέχνη σε αρχιτεκτονική. Σπάνια η έκφραση συμβιβάζεται να ταιριάζει σε συγκεκριμένο μέτρο, ρυθμό ή να δίνει ομοιοκαταληξία χωρίς να έχει έναν βαθμό επιτήδευσης που μεταβάλλει την αρχική δημιουργία, όπως γεννήθηκε στο μυαλό του ποιητή. Και είναι πιο δύσκολο στα ελληνικά, λόγω της ύπαρξης του κλιτικού συστήματος.

  2. babis said

    Από τη σημερινή ηλεκτρονική ελυθεροτυπία: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=292042

  3. Hellegennes said

    Πάλι με το πολυτονικό θα ασχοληθούμε; Και μάλιστα με άρθρα-σκουπίδια όπως το παραπάνω;

  4. sarant said

    Εδώ που τα λέμε με το πολυτονικό καθαυτό δεν έχουμε ασχοληθεί -στο ιστολόγιο τουλάχιστο- αλλά ας μη γίνει αυτό εδώ. Ίσως γράψω κάτι για το άρθρο του Διαμαντή τις επόμενες μέρες.

  5. betatzis said

    Εχω την εντύπωση ότι υπάρχουν υπαινιγμοί πολιτικής αντιπαράθεσης. Στην πολεμική του Κοτζιούλα βλέπω να συνδέονται η επιβολή της μοντέρνας ποίησης με την νίκη της αστικής κοινωνίας και την ήττα της αριστεράς.

    Το βλέπω σε εκφράσεις και λέξεις πιο πολύ παρά σε συγκεκριμένες διατυπώσεις. Μιλάει π.χ. ο Κοτζιούλας για Ιμπεριαλισμό, για γαλαζοαίματους, για αρχοντόπουλα, για κοσμικές κυρίες που ασχολούνται με την ποίηση.

    Και εκεί προς το τέλος βλέπω να συνδέει την επιβολή της μοντέρνας ποίησης με την επιδίωξη να απομακρυνθεί ο λαός από τα γράμματα και την ποίηση.

    Πάντως ο Κοτζιούλας δείχνει να έχει καλή γνώση των σύγχρονων τάσεων της εποχής του (βλ. αναφορές σε Χικμέτ, Νερούντα, Λόρκα κλπ), συνεπώς δεν μιλάει αφοριστικά, ούτε από την σκοπιά ενός «κλασσικού» συντηρητικού και αναγνωρίζει και την ανάγκη ανανέωσης.

    Σίγουρα ενδιαφέρον κείμενο …

  6. Έλενα said

    Εγώ, ανεξάρτητα απ’ το θέμα του άρθρου που αφορά τον Γ. Κοτζιούλα, θέλω να εκφράσω και από εδώ τον θαυμασμό μου για την αγαπημένη Σοφία Κολοτούρου.

  7. betatzis said

    ξέχασα τον Μαγιακόφσκι

  8. Νομίζω πως το παρακάτω απόσπασμα ισχύει για αυτά που λέγονται και γράφονται γενικότερα, πέρα από την ποίηση – παραδοσιακή ή μη:

    «Κάποιος δαίμονας τους σφύριξε στ’ αυτί, κι αυτοί το έδεσαν κόμπο από τότε, πως το απλό είναι και εύκολο και πως γι’ αυτόν το λόγο δεν έχει αξία. Γιατί να γράψω φυσικά και στρωτά ; σού λέει κάθε ποετάστρος. Έτσι κινδυνεύω να … ξεπέσω στο επίπεδο των στίχων του ημεροδείκτη. Αν όμως σφίξω το μυαλό μου ή αφήσω το χέρι μου ν’ αραδιάσει ασάφειες, μπερδεμένες έννοιες, τότε μπορεί να περάσω για σπουδαίος. … Κάτι που μου έρχεται στην αντίληψή μου απλό, τετρακάθαρο, θα το κάμω είδος αλγεβρική εξίσωση, για να βάλει σε σκέψη τους αφελείς και να τους κάμει να υποθέσουν χίλια δυο. Μ’ αυτήν τη μέθοδο η μετριότητα κι η κοινοτοπία, φορώντας λεοντή, σκέφτηκαν να περάσουν για βαθύνοια αδιαπέραστη. Και για να δοκιμαστεί αυτή η υψηλή πανουργία, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια πρόσθετη ταλαιπωρία. Άνθρωποι που σε κανονικές περιστάσεις θ’ αξιώνονταν την τιμή μονάχα του καλάθου των αχρήστων, παριστάνουν τώρα τους ανεξιχνίαστους βαθυρρήμονες και μόνο που δε ζητάν ερμηνευτικά υπομνήματα για τα γραφτά τους.»

  9. έλεος με τον Διαμαντή!

  10. Λάθος. Έλεος με τον ψεύτη και άσχετο Διαμαντή!

  11. sarant said

    5: Ναι, έχει ενδιαφέρον και γι’ αυτό το ανέβασα -όχι για να συμφωνήσει κανείς σε όλα.

    Για παράδειγμα, με το 8, που λέει κι ο Μιχάλης, θα συμφωνούσαν πολλοί.

  12. Hellegennes said

    #8:
    Ανάλογες ανησυχίες με αυτές του Κοτζιούλα, είχαν και οι κριτικοί μουσικής του τέλους του 19ου αιώνα -και αρχής του 20ου. Αποτέλεσμα ήταν να δεχτούν επίθεση πολλά μουσικά στυλ, όπως αυτό του Τσαϊκόφσκυ* ή η ατονικότητα, η οποία θα έλεγα ότι είναι αρκετά ανάλογη αυτού στο οποίο επιτίθεται ο Κοτζιούλας. Μάλιστα η επίθεση του Ernest Ansermet απέναντι στην ατονικότητα είναι ευθέως ανάλογη και τα επιχειρήματα παρόμοια.

    Στην πράξη αυτά τα επιχειρήματα είναι εγγενώς αντιφατικά. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα κατηγορεί τα ρεύματα του υπερρεαλισμού και την αυτόματη γραφή για εγκληματική επιτήδευση· για δηθενιά, όπως θα λέγαμε σήμερα. Στην πραγματικότητα αυτό είναι καίρια αντίφαση στην ύπαρξη του μέτρου και του εξωτερικού ρυθμού. Τα ρεύματα της βικτωριανής εποχής όχι μόνο επιδίωξαν μια άκρατη πολυπλοκότητα στον στίχο αλλά και προσπάθησαν να εξοβελίσουν και την λαϊκότητα στην έκφραση αλλά και το λεξιλόγιο με πιο «εκλεπτυσμένο»**. Αν εξαιρέσουμε μερικούς πειραματιστές, όπως τον Σολωμό, η έμμετρη και ρυθμική ποίηση της εποχής προσπαθούσε να καταργήσει την γλωσσική «βαρβαρότητα» και να γίνει πιο «ευπαρουσίαστη», να φορέσει τα καλά της. Όχι βέβαια ότι δεν υπήρξαν ποιητές που όντως έκαναν αυτό που περιγράφει ο Κοτζιούλας. Όμως υπήρχαν ακόμη περισσότεροι που το έκαναν αυτό με όπλο την παραδοσιακή ποίηση. Αν και δεν θέλω να το πολιτικοποιήσω, αυτή η δηθενιά ήταν περισσότερο αριστερό γνώρισμα της αστικής τάξης (έτσι κάπως έγινε μόδα και το ρεμπέτικο, ξανά).

    Νομίζω όμως ότι ο Κοτζιούλας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον υποτιθέμενο αυθορμητισμό, που όμως είναι καταφανώς τελείως απών από την παραδοσιασκή ποίηση. Δεν μπορεί ένα ποίημα να είναι 100% αυθόρμητο όταν εξαναγκάζεται να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών, ρυθμό και ομοιοκαταληξία. Εκ των πραγμάτων ο περιορισμός είναι υπαρκτός και σε μερικές περιπτώσεις ανυπέρβλητος. Τι κάνεις όταν μια λέξη ή έκφραζει δεν μπορεί να ταιριάξει με τίποτα στον ρυθμό, στο μέτρο ή δεν παράγει ομοιοκαταληξία με νόημα; Στην παραδοσιακή ποίηση ή θα την απορρίψεις ή θα καταφύγεις σε κάποια ματσακονιά (τέτοιες έκανε ο Σολωμός) -shenanigans, που λένε και οι φίλοι μας οι αμερικάνοι. Η ελεύθερη ποίηση πάλι δεν έχει πρόβλημα. Δεν έχει ανάγκη να περιορίσει και να καταπνίξει τίποτα. Αυτό ο Κοτζιούλας αποφεύγει να το συζητήσει. Δηλαδή καταφεύγει σε περιπτωσιολογία, συγκεκριμένα πρόσωπα για να κατηγορήσει τα ίδια τα ρεύματα, πράγμα που είναι εξ’ ορισμού λογική απάτη. Προφανώς δεν φταίει η μηχανική αν ένα κτήριο πέσει χωρίς σοβαρή αιτία.

    * αν και εκεί υπήρχαν και πολιτικοί λόγοι που τον θεωρούσαν βάρβαρο και άτεχνο
    ** με εξαίρεση του ρεύμα της nonsense poetry, που υπηρέτησαν ονόματα όπως ο Λιούις Κάρολ (Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων) και ο Έντουαρτ Λήαρ (Το Ντονγκ με την Φωσφορίζουσα Μύτη -νομίζω έχει μεταφραστεί ως «το Ντονγκ που ‘χει μύτη φωτεινή» αλλά διαφωνώ με αυτήν την μετάφραση)

  13. Θέμης said

    Εξαιρετικά ενδιαφέρον, μιλ μερσί σε σένα και στη Σοφία που μας ξεστραβώνετε. Πραγματικό ιστορικό ντοκουμέντο. Συμφωνώ πέρα για πέρα με τα σχόλια του Μπετατζή (#5) και του Μιχάλη Νικολάου (#8). Και βέβαια νομίζω ότι το όλο θέμα δεν μπορεί να νιηθεί έξω από το ιστορικό του πλαίσιο. Άλλο οι σουρεαλιστές, άλλο ο Αλεπουδέλης.

  14. 12,
    Με το απόσπασμα που επέλεξα δεν ήθελα να επικεντρωθώ στην αισθητική πλευρά του θέματος (παραδοσιακή ποιητική μορφή ή όχι) αλλά στο ευρύτερο θέμα του τρόπου διατύπωσης ενός νοήματος.

    Κάνοντας την παραδοχή οτι «beauty is in the eye (or ear) of the beholder», οποιοδήποτε επιχείρημα για την ανωτερότητα ενός τρόπου τέχνης σε σχέση με άλλους είναι μάλλον εκ των προτέρων ανεδαφικό. (Μπορούν όμως κάλλιστα να εντοπιστούν διαφορές, ομοιότητες, αντιγραφές, διασκευές, αλληλουχίες, επιρροές, κλοπές, κλπ.) Αλλά το ακατάληπτο αυτών που γράφονται ή λέγονται, ξέχωρα από αισθητική, δεν είναι υποκατάστατο, νομίζω, κάποιας βαθύτητας, και μπορεί να στηλιτευτεί. Υπάρχει και το ακραίο παράδειγμα του να γράφεις κάτι που ακούγεται βαρύγδουπο και βαθυστόχαστο, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μιαν εντελώς ανυπόστατη πομφόλυγα, όπως στην περίφημη υπόθεση Sokal.

    Τώρα, παρενθετικά, για το αν δεν βρίσκει κανείς την κατάλληλη λέξη για να την ταιριάξει με την ομοιοκαταληξία και το μέτρο, ε, δεν είναι εύκολη υπόθεση η ποίηση – γι’ αυτό είναι τέχνη! Πώς γινόταν κι ο Γκάτσος έβρισκε την κατάλληλη λέξη;

  15. έχει ιστορική αξία το κείμενο και καλό θα ήταν να μαζευτούν και απόψεις/πολεμικές και από τη
    μιά και την άλλη πλευρά.

    Με αυτή την παρελθούσα μάχη
    ομοιοκατάληκτων με ελευθερόστιχους
    παραδοσιακών με μοντέρνους,
    θυμήθηκα του Καρυωτάκη το αυτοκριτικό

    «Όλοι μαζί κινούμε συρφετός γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».

    και σύγχρονος και ριμαδόρος που άγγιξε
    και τον Κοτζιούλα «Στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό»
    (στίχος που εμφανίζεται και στο Ελεγείο της Σοφίας)
    «αδέρφι θλιβερό» ίσως και από τύψεις για το πώς τον αντιμετώπισε η αριστερά http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=86933

    …..
    οι αρχαίοι μας πάντως ρυθμό και μέτρα είχαν,
    ομοιοκαταληξία δεν είχαν

    (και εδώ κολλάει ο προφήτης της παρακμής, όπως
    ονομάζει τον αρχαιοκεντρικό Καβάφη ο Κοτζιούλας
    μιλάει για τους θιασώτες του κι όχι για τον ίδιο τον προφήτη της παρακμής με τ’ αναμφισβήτητα ποιητικά και τεχνικά προσόντα του)

    θα βοηθούσε αν είχε ονοματίσει κάποια θιασωτών ποιήματα
    ….
    και πώς γίνεται άλλοι να ακούνε ρυθμό σε ένα πεζό
    και άλλοι να το προσπερνάν αμήχανα;;

  16. Hellegennes said

    #14:
    Όταν λες για τον Γκάτσο αναφέρεσαι στα ποιήματά του ή στα τραγούδια του; Για μένα το ζήτημα είναι η τέχνη να μην υποτάσσεται στην τεχνική, αλλιώς γίνεται τεχνική ιδιομορφία παρά καλλιτέχνημα. Φυσικά και είμαι αντίθετος και στην δηθενιά που κρύβεται πίσω από ακαταληψία άνευ αιτίας, αλλά ο Κοτζιούλας εδώ δεν στηλιτεύει μια λανθάνουσα τακτική αλλά το ίδιο το ρεύμα. Ελπίζω να μου επιτραπεί η αυθαιρεσία να παραθέσω τον εαυτό μου…:

    Κατοπινός Λόγος

    Οι σκέψεις, δεν παίρνουν υφή σε λόγο εύκολα.
    Χρειάζεται μια τέχνη και μια καλλιτεχνική ευαισθησία,
    ούτως ώστε να μετουσιωθούν σε λέξεις·
    ιδέες, που δεν θα κρύβουν μόνο το νόημα,
    των ίδιων των λέξεων και εκφράσεων,
    αλλά το νόημα και την ουσία ολόκληρης της σκέψης,
    που ταλαντεύεται μέσ’ στο μυαλό
    και πασχίζει να βρει μια χαραμάδα,
    για να ξεπηδήσει και να γίνει έννοια,
    αυτόσημη και κατανοητή.
    Αυτή είναι η ποίηση.

    Μπορεί να είναι αυτόνομη, ξέχωρη,
    δεν εκφράζει τον εαυτό της μέσα από πολύπλοκες συμπτύξεις
    και επιτηδευμένες και ωραιοποιημένες εκφράσεις,
    δεν είναι λόγος στεγνός,
    που μετατράπηκε σε ευπαρουσίαστο,
    δεν είναι λέξεις και πεζή αφήγηση ή εκμυστήρευση,
    γραμμένη με όμορφο, στρωτό και καλλιτεχνικό τρόπο.

    Είναι ουσία, σκέψη,
    βάθος που πηγάζει από το «είναι», το «αυτό».
    Μήτε είναι λόγος που έγινε έμμετρος,
    λέξεις με ρίμα, με ρυθμό και κέφι,
    μηδέ μελαγχολίας είναι απαύγασμα και καλλιτέχνημα λαμπρό.

    Είναι εικόνες του μυαλού,
    σκόρπιες, ουδέτερες ή όμορφες.
    Σκέψεις διαφορετικές, έννοιες τυχαίες·
    που μετουσιώθηκαν σε παντοδύναμη γραφή,
    που περικλείει όχι μονάχα αυτή την ισχνή έκφραση των λέξεων,
    αλλά την πηγή του μυαλού,
    το όριο μεταξύ του βατού και άβατου,
    ενουσιωμένο σε πανίσχυρες γραμμές που ονομάσαμε στίχους.

    Σε στοίχους του μυαλού, της καρδιάς και των θυμήσεων.
    Και όποιος τον κύκλο ετούτο κατανοήσει,
    θα καταλάβει από τα βάθη της ψυχής, η ποίηση τι συμβολίζει,
    τι είναι τέχνη και τι απλώς μια τεχνική ιδιομορφία του λόγου.

    Δευτέρα 10 Οκτωβρίου του 2005
    Ελληγεννής Αλεξανδρινός, συλλογή «Αλήθειες και Ψέματα», ενότητα «Από Μέσα» (ανέκδοτη)

  17. sarant said

    15: Δεν είναι τόσο απλή η αντιμετώπιση του Καρυωτάκη από την αριστερά και έχουν γραφτεί και ανακρίβειες στο θέμα αυτό, π.χ. η δριμύτατη κριτική του Ρώτα θεωρήθηκε κριτική της αριστεράς, σε μια εποχή (1928) που ο Ρώτας δεν ήταν ακόμη αριστερός. Πάντως είναι ενδιαφέρον και αυτό το θέμα.

  18. Νέο kid στο block said

    Ελληγεννή, δεν ξέρω να ξεχωρίζω την τέχνη από την τεχνική ιδιομορφία…
    αλλά, μα την πίστη μου, το ποίημα σου μου αρέσει!

  19. Hellegennes said

    Αλήθεια; Σ’ ευχαριστώ πολύ! Εμένα δεν μού αρέσει ιδιαίτερα. Νιώθω ότι κρύβει έναν ανεπιθύμητο διδακτισμό. Ο λόγος που το έβαλα είναι γιατί συμπυκνώνει όλην μου την άποψη για την ποίηση. Είναι αυτοαναφορά μάλιστα, γιατί δηλώνω την άποψή μου για την περιεκτικότητά της, κάνοντάς το όσο πιο περιεκτικά μπορούσα. Πέρα απ’ αυτό, δεν έχει κάτι άλλο να πει. Και νομίζω ούτε όταν το έγραψα με ικανοποίησε ιδιαίτερα, γι’ αυτό και μετά έγραψα ένα άλλο, με τίτλο «Να Βγάλουμε τη Σκέψη Ανόθευτη», το οποίο ήταν σε τελείως ελεύθερη γραμμή και μού άρεσε ακόμα λιγότερο. Λίγα χρόνια μετά, αφιέρωσα δυο μικρές συλλογές και στην εκζήτηση των ρευμάτων του υπερρεαλισμού, κτλ, και στην εκζήτηση ή την «χαριτωμενιά» των παραδοσιακών ποιημάτων. Μ’ αρέσει η ειρωνία και ο σαρκασμός στην ποίηση και ο αυτοσαρκασμός περισσότερο.

    Αυτό νομίζω ότι ταιριάζει και στο θέμα. Ο Κοτζιούλας, σε ένα σημείο του κειμένου του, γράφει:

    «Ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης, ο Μελαχρινός, ο Καρθαίος, ο Ρώτας, ο Ουράνης, οι επιζώντες ιεροφάντες της ποιητικής ορθοδοξίας, στέκουν παραμερισμένοι και σχεδόν αδιάβαστοι. Μνημονεύονται από συνήθεια, επειδή είναι ακόμα ζωντανοί. Μόλις όμως κλείσουν τα μάτια τους, έχουν σκοπό να τους καταχωνιάσουν κι αυτούς στη λειψανοθήκη της λήθης».

    Αν αυτό δεν είναι τραγική ειρωνία, δεν ξέρω τι είναι. Όχι μόνο δεν συνέβη αυτό που φοβάται ο συγγραφεύς, αλλά μάλλον το αντίθετο συνέβη. Αυτοί επιβίωσαν και οι άλλοι όχι. Αυτό βέβαια είναι τραγική και όχι ηθελημένη ειρωνία. Ειρωνικός γίνεται ο Κοτζιούλας παρακάτω, που μιλάει για ψηλομύτες κυρίες της αριστοκρατίας. Ωστόσο στερεί από την ποίηση το δικαίωμα της κατάργησης, του σαρκασμού, του αφορισμού. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να παραθέσω για μια τελευταία φορά τον εαυτό μου (Νίκο μη με δείρεις):
    .

    Πτώσις – Ήξερα Ένα Πλοίο

    Λοιπόν, βρίσκεται αυτός ο τοίχος απέναντί μου.
    Και είναι καφεκίτρινος και ίσως λίγος γκρι.
    Έχει παράθυρα άδεια και πέτρες που προεξέχουν.

    Κι αν θέλω να τον ρίξω για να πάρει την θέση του κάτι καινούριο,
    θα βρω αντίσταση στο μέρος της συνείδησής μου που εκτιμά κάτι παλιό.
    Ίσως το θαυμάζει και ίσως το σέβεται
    Και ίσως στ’ αλήθεια να μην εμποδίζει την θέα,
    να μην τρώει τον χώρο
    και ίσως δεν στερεί το οξυγόνο από τους γύρω.

    Μα ακόμα κι αν πόνο φέρνει αυτή η σκέψη, πρέπει να πέσει.
    Έζησε, πέρασε, πάει.
    Στέκει εκεί· και πρέπει να πεθάνει.
    Δεν ωφελεί σε τίποτα να υπάρχει.

    Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου του 2010
    Ελληγεννής Αλεξανδρινός, συλλογή «Self-Tribute», ενότητα «Ήξερα Ένα Πλοίο» (ανέκδοτη)



    Αυτή είναι η γνώμη μου για την τέχνη, γενικά. Το έγραψα κοιτώντας έναν παλιό πύργο (Guildford Castle). Αν και το ποίημα αυτό δεν αναφέρεται μόνο στην τέχνη, το άλλο ξεφεύγει από το θέμα του νήματος, οπότε ας το αφήσουμε εδώ.

  20. Costas said

    Την κριτική του Λούκατς μού θύμισε. Πάντως θα του πήγαινε Έλλην Ζντάνοφ σε μια κυβέρνηση Βελουχιώτη· όλοι κάπως έτσι ξεκινήσανε.

  21. sarant said

    19: Την εποχή που το γράφει, είναι ακριβές ότι οι Βάρναλης, Ουράνης κτλ. «ορθόδοξοι» είχαν παραμεριστεί. Γι’ αυτό και είπα ότι έχει αξία να δούμε 60 χρόνια μετά τι έχει γίνει.

  22. Hellegennes said

    #21:
    Ωστόσο κάνει την πρόβλεψη ότι θα ξεχαστούν τελείως και εντοπίζει το γεγονός ότι «ακόμα μνημονεύονται» επειδή δεν είχαν, ακόμη, πεθάνει. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο, διαχρονικά. Πιο πολύ μνημονεύονται οι πεθαμένοι και η αξία των έργων τους μεγαλώνει, μετά θάνατο. Ειδικά αυτό μου κάνει εντύπωση, δηλαδή ότι λέει τέτοιο πράγμα την στιγμή που αυτό είναι διαχρονική αλήθεια.

    Μάλιστα οι πιο τολμηροί έχουν παραγκωνιστεί και οι πιο παραδοσιακοί μνημονεύονται περισσότερο. Εκεί όμως δεν υπάρχει μπούσουλας. Υπήρξαν παραδοσιακοί που ξεχάστηκαν και τολμηροί που έγιναν διάσημοι αλλά και τούμπαλιν. Απ’ αυτήν την άποψη, το ότι ήρθαν έτσι τα πράγματα είναι ειρωνικό. Αν και δεν διεκδικούν όλοι αυτοί ίσο μερίδιο, σήμερα. Ο Μελαχρινός, ας πούμε, ή ο Ρώτας δεν είναι τίποτα διασημότητες στην μνήμη του Έλληνα.

    60 χρόνια μετά, είμαστε σε μια εποχή που είναι μεταβατική. Κατά την άποψή μου, η δεκαετία του ’80 (με απόηχο αυτήν του ’90) ήταν η δεκαετία της αποστασιοποίησης από κάθε κίνημα, πολιτικό, ιδεολογικό, φιλοσοφικό. Είναι η εποχή της μη φιλοσοφίας, του τουρλού, του όπως έρθει, της ελευθερίας. Κι αυτή εκφράζεται πολύπλοκα και στις επιστήμες και στις τέχνες -και την διεύρυνση των εννοιών τους- και στην ηθική των πραγμάτων. Η μόδα είναι ελεύθερη, το freestyle χαρακτηρίζει τα πάντα, από τους χορούς μέχρι τα αθλήματα, και η ηλεκτρονική επανάσταση δίνει τον χρόνο και τον τόπο για αυτήν την νέα τάση (τα blogs και η γενική ελευθερία που έφερε το Ίντερνετ, που συζητούσαμε στο άλλο νήμα, είναι παιδί της).

    Και κατά μία μεγάλη έννοια, η γενιά του ’80 -που στην ουσία συνεχίστηκε μέχρι το ’00- είναι πολύ συμβατή με αυτό που εκφράζει εδώ ο Κοτζιούλας. Εκφράζει μια ανησυχία ενός κόσμου που πέθαινε, μιας παράδοσης που άσθμαινε και ασθενούσε. Κι αρνείται την εξέλιξη. Αρνείται την ιδεολογική διαχρωμάτιση των νέων ρευμάτων και την τάση τους να παπαγαλίζουν. Για αρκετά παρόμοιους λόγους η γενιά του ’80 αρνήθηκε την εξέλιξη. Επαναστάσεις του ’50, αντίδραση του ’60, οικολογική και επιστημική αφύπνιση του ’70. Όλα αυτά η γενιά του ’80 τα αντιμετώπισε με αντι-ιδεολογία. Από την μια, ο Κοτζιούλας οδύρεται για την εγκατάλειψη της ηθικής και της ιδεολογίας και την αντικατάστασή τους από την μεταμοντέρνα οπτική και από την άλλη δείχνει να μην κατανοεί ότι όλο αυτό επρόκειτο περί αντίδρασης και άρα εμποτισμένο με μια μεταηθική και δική του ιδεολογία. Αν και επιφανειακή η αυτόματη γραφή συγγενεύει με το freestyle των 80’s και 90’s, στην ουσία το δεύτερο είναι απαλλαγμένο από μια ενιαία ιδεολογική προσέγγιση· υφίσταται αυθύπαρκτο για να ξορκίσει όλη την ιδεολογική φόρτιση των προηγούμενων δεκαετιών, η οποία ήταν απόρροια της προσπάθειας να ξεχαστεί ο Β’ΠΠ και να πάμε παρακάτω, να κοιμηθούμε όλοι ήσυχοι.

    Το freestyle έζησε μέχρι τα 00’s και άφησε την τελευταία του πνοή προσφάτως. Σήμερα έχουμε επιστρέψει στην ιδεολογική φόρτιση με τα μπούνια. Μόνο που σήμερα οι κυρίαρχες ιδεολογίες είναι δύο και αντίπαλες: ελευθερία ή θάνατος. Η μόντα, το ελεύθερο και η αντι-ιδεολογία πέθαναν και τις κηδεύσαμε μαζί με τον Μάικλ Τζάκσον. Αυτό που ο Κοτζιούλας δεν αντιλαμβανόταν τότε, είναι η διαχρονικότητα της ιδεολογίας και πόσο δύσκολο είναι να εξοβελιστεί. Ειδικότερα η τέχνη είναι πολύ δύσκολο να μην ταχθεί υπέρ κάποιας ενιαίας λογικής, μιας ιδεολογίας στην τακτική, το στυλ και την τεχνοτροπία. Ο θάνατος των 80’s είναι και ο λόγος της επιστροφής στο έμμετρο τα τελευταία χρόνια. Είναι η επιστροφή στην ξεκάθαρη ιδεολογία και την βλέπουμε να εκφράζεται και στο πολιτικό σκηνικό, με στροφή στην δεξιά (άλλωστε η Ευρώπη είχε κάνει μια μεγάλη στροφή προς την ακροδεξιά πριν λίγα χρόνια). Δεν είναι τυχαίο που παραδοσιακές φόρμες στην τέχνη έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται. Δεν είναι αυτό κάποια μόδα επιστροφής αλλά μια πολύ ξεκάθαρη τάση φορμαλισμού που ξεπηδά από την ανάγκη να δημιουργηθούν νέες ιδεολογίες, κυρίαρχες.

    Συγγνώμη για το σεντόνι! Καλύτερα να κλείσω εδώ, αν και ήθελα να πω άλλα τόσα.

  23. 19,
    Αυτή η παλινδρόμηση παλιό-καινούργιο πράγματι έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά ας αυτοσυγκρατηθούμε.
    Για την στειρότητα της τεχνικής, σε αντίθεση με την τέχνη ή την πραγματική μαστοριά/μαεστρία, φυσικά δεν υπάρχει αντίρρηση. Η κριτική για την «Λόθρα και καταβόθρα» είναι εξάλλου γνωστή, όπως επίσης άγνωστο είναι το «κελαηδούσε το τριζόνι κι έσφαξα ένα πεπόνι» που είχε χρησιμοποιήσει η φιλόλογός μας στο γυμνάσιο για να εξηγήσει το σχετικό θέμα. 🙂

  24. sarant said

    23: Μιχάλη, πολύ καλά τα λες, αλλά η κριτική του Πολυλά για τη λόθρα και την καταβόθρα βασικά δεν ξεκίνησε από ποιητική διαφωνία, μάλλον από πολιτική και προσωπική έχθρα -συν ότι ο Πολυλάς θεωρούσε μειωμένης εθνικής συνείδησης τον Βαλαωρίτη, οπότε δεν μπορούσε να το χωνέψει που αυτός ύμνησε τον πατριάρχη.

  25. Μπουκανιέρος said

    Καιρό είχα να διαβάσω γνήσια σταλινική φιλολογία – ανατρίχιασα πραγματικά.

    Ιστορικό ενδιαφέρον έχει, πάντως, για πολλούς και διάφορους λόγους. Π.χ., μπορούν να δουν οι νεότεροι από πού πηγάζει όλος αυτός ο «αριστερός εθνικισμός».

  26. #22 ἀκροδεξιά: ὁτιδήποτε βρίσκεται δεξιώτερα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ
    Εἶμαι ὑπὲρ τὴς φόρμας, τὴν ὁπόια θεωρῶ οὐσιώδς στοιχεῖο τῆς ποιήσεως, χωρὶς νὰ ἀπορρίπτω φυσικὰ τὴν ἐλεύθερη ποίησι συλλήβδην.

  27. τῆς, οὐδιῶδες

  28. Παραλήρημα said

    Ο Κοτζιούλας θα ήταν και μπιπ τους Ζντάνοφ. Ευτυχώς γλυτώσαμε.

  29. Παραλήρημα said

    Και αυτή η Κολοτούρου, έλεος! Η σκηνή με το ματωμένο νυφικό προφανώς είναι εμπνευσμένη από την «Υπολοχαγό Νατάσα». Όλα τα ‘χε η ποίηση, ο «βενδουίνος» της έλειπε!

    ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΗΝ ΑΡΑΒΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ

    Η Κέιτ προχωράει και βήμα-βήμα
    το νυφικό το διαπερνά μια σφαίρα.
    Κραυγές μες στης ερήμου τον αέρα,
    στο Μπάκιγχαμ λαοθάλασσα σαν κύμα.

    Ο Ουίλιαμ με την κόκκινη στολή του
    μοιάζει να χαιρετά την Αποικία.
    Το αίμα κατακλύζει τη Συρία
    κι έρποντας φτάνει πίσω στην Αυλή του.

    Ο Χάρι είχε ντυθεί Ναζί για πλάκα,
    για να γελάσει σ’ ένα καρναβάλι.
    Και τώρα στη Λιβύη με κάποιον πάλι
    Βενδουίνο θα γελούν, φτωχό και βλάκα.

    Ο Κάρολος μαζί με την Καμίλα,
    αγέρωχοι στην άμαξα περνάνε.
    Στρατιώτες λαβωμένους κουβαλάνε,
    καμήλες της ερήμου, χίλια μίλια.

    Η Ελισσάβετ στέκεται για χρόνια.
    Στην Αίγυπτο αντιδρούν οι εξεγερμένοι
    κι από την Τυνησία στην Υεμένη,
    άνοιξη αραβική μέσα στα χιόνια.

    Η Κέητ πλησιάζει στο Αβαείο,
    κι όλο ματώνει τ’ άσπρο νυφικό της.
    Οι άμαξες, τα καπέλα, το ιππικό της
    γεμίσανε από έρημο και κρύο.

    Ο Ουίλιαμ τη φιλάει μες το μπαλκόνι
    κι ο κόσμος παραλήρημα, τι πλήθος!
    Εγγύς Ανατολή, πληγή στο στήθος.
    Βόρεια Αφρική, σαν ντόμινο που απλώνει.

  30. sarant said

    20-28: Είχε τόσο κύρος και τόσο ταλέντο ο Ζντάνοφ;

    Καλημέρα!

  31. sarant said

    29: Η ενόχληση είναι επειδή θίγεται η βασιλική οικογένεια ή επειδή θίγεται η πρώην αυτοκρατορία;

  32. Hellegennes said

    Ωραίος ο ματωμένος γάμος της Κολοτούρου αν και κατά την γνώμη μου αναδεικνύει το πρόβλημα του περιορισμού στην ομοιοκαταληξία (την οποία χάνει με το Καμίλα-μίλια που δεν ομοιοκαταληκτούν*). Για παράδειγμα, το «λαοθάλασσα σαν κύμα», είναι βεβιασμένο και δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Επίσης το «χίλια-μίλια» είναι εκεί για την ομοιοκαταληξία, ελλείψει καλύτερου. Σημαίνουν κάτι τα χίλια-μίλια; Το «πολύ» είναι «χύλια μύρια Χ». Παραβλέπω ότι το νυφικό της Κέιτ ήταν φιλντισένιο (κρεμ) και όχι άσπρο, γιατί ας πούμε ότι επιτρέπεται ποιητική αδεία. Όμως «ντόμινο που απλώνει» δεν έχει νόημα σαν φράση.

    Δηλαδή δεν είναι μόνο η υπερφίαλη ανουσιολογία που χρησιμοποιεί εκφράσεις χωρίς νόημα για να φανεί σπουδαία αλλά και η παραδοσιακή ποίηση πέφτει σε τέτοια σφάλματα, χάριν τυπικού. Στην ουσία πρόκειται για έλλειψη ελευθερία και στις δυο περιπτώσεις. Ο δημιουργός πρέπει να αφήνει το ταλέντο του ελεύθερο να αποφασίσει χωρίς να νοιάζεται πρωταρχικά και κύρια για την όψη του τελικού αποτελέσματος. Κι αν μετά χρειαστεί ραφινάρισμα, αυτό θα είναι ύστερο έργο και δεν θα πρέπει να καταργήσει την αρχική μορφή για φορμαλιστικούς λόγους.

    Ξαναλέω πάντως ότι το ποίημα μού άρεσε. Απλά βρίσκω προβληματικά αυτά που επισημαίνω. Να σημειώσω ότι φυσικά είμαι ανοιχτός σε παρόμοια κριτική οποιουδήποτε δικού μου ποιήματος έχω παραθέσει.

    Υ.Γ.: παρεμπιπτόντως, η Ελισάβετ γιατί με δύο σίγμα;

    * ένα άσχετο αλλά προσωπικά θα προτιμούσα «καμήλα» και «καμίλες» που δένει καλύτερα με το νόημα και προσθέτει διάφορους άλλους συνειρμούς.

  33. Έλενα said

    32:To δεύτερο ποίημα σου μού άρεσε, το πρώτο οφείλω να ομολογήσω πως είναι απ’ τους πιο ρηχούς ορισμούς που έχω διαβάσει για την ποίηση σε αντιδιαστολή με ποιήματα ανάλογου είδους. Στην ουσία μας λέει ότι ποίηση είναι σκέψη. Επίσης, πάσχει όπως σωστά λες, κατά τη γνώμη μου, από ανεπιθύμητο διδακτισμό, όχι λόγω της υφής του θέματος που είναι εξ ορισμού διδακτικό, αλλά απ’ τον στίχο «αυτή είναι η ποίηση», καθώς και από την τελευταία στροφή.

  34. Ηλεφούφουτος said

    Από την προσωπική μου πείρα ξέρω ότι οποτεδήποτε βρήκα (ή έδωσα στον εαυτό μου) την πολυτέλεια να κάνω κάτι δημιουργικό χωρίς μια παράμετρο περιορισμού (όπως καλή ώρα το σφιχτό μέτρο), δεν δημιούργησα. Ίσως γι’ αυτό αποφεύγω τις δημιουργικες δραστηριότητες και το ρίχνω στο ιστολογείν• του Ηλεφού ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει 🙂

    Γεγονός είναι βέβαια ότι η γενική μου άποψη είναι πως για να έχει νοστιμάδα η ζαβολιά και η απόκλιση, πρέπει να είναι στέρεα η κυριαρχία του κλασικού.

    Ορισμένες αρνητικές αντιδράσεις στο ενδιαφέρον του Κοτζιούλα με βάζουν στον πειρασμό να αναφωνήσω «Μπράβο στον Έλληνα Ζντάνοφ, να ‘ναι καλά εκεί που βρίσκεται! Ίσως τελικά κι ο ορίτζιναλ Ζντάνοφ να μην ήταν τόσο σκατάς όσο νόμιζα», δεν θα το κάνω όμως, γιατί θέλω κι εγώ να διατηρήσω τις αποστάσεις μου από το απόλυτο της απόρριψης. Τουλάχιστον κατάλαβα επιτέλους γιατί είμαι «αριστερός εθνικιστής » (Μπουκάν 25) ! 😀
    Το ερώτημα βέβαια είναι: θα ήταν τόσο ισοπεδωτικός και θυμωμένος, ή για να κάνω μια μεταφορά στο σήμερα, θα πετούσε τα αγανακτισμένα γιαούρτια του στους «ποετάστρους», αν δεν τον έτρωγε ότι ο ελεύθερος στίχος πριμοδοτείται και επιβάλλεται ή, τέλος πάντων, ότι έχει αποκτήσει στο ποιητικό προσκήνιο όχι τη θέση που δικαιούται, όχι τη θέση που του όντως του αναλογεί, αλλά θέση που οφείλει σε μηχανισμούς και διαύλους, όπως π.χ. η θέση που έχουν τα στελέχη της ΔΗΜ.ΑΡ. και της Μπακογιάννη στα ΜΜΕ;

    Δύο ακόμη ερωτήματα-προκλήσεις:
    α) Γιατί τα σχόλια των εκλεκτών συνδαιτυμόνων μού δίνουν γενικά την εντύπωση ότι η ποίηση που αντιδιαστέλλεται στον ελεύθερο στίχο πρέπει ντε και καλά να έχει ομοιοκαταληξία; Ποιον χαλάει και γκρεμίζει το Γιοφύρι της Άρτας;
    β) Από πού αντλούν το δικαίωμα οι θιασώτες του ελεύθερου στίχου να ισχυρίζονται σεμνά σεμνά ότι αποτελούν το νέο στο οποίο αντιδρά το παλιό; Πόσον καιρό κυριαρχεί η τάση αυτή στην ποίηση; Περισσότερες δεκαετίες από όσες κυριάρχησαν οι νέοι (ήσσονες) τραγικοί, που κατέβαζαν στη σκηνή τον ουρανό με τ’ άστρα μετά τους «συντηρητικούς» προκατόχους τους Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη; Και πόσο ακμαία είναι η ποίηση από άποψη επικοινωνίας με το ανώνυμο κοινό (πέρα από φίλους και γνωστούς) όσο κυριαρχούν οι «νέες» τάσεις;
    Πώς είναι δηλαδή τόσο σίγουροι ότι αποτελούν όντως το «Νέο» και όχι την αμηχανία ενός μεγάααλου κύκλου που απλώς έκλεισε κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα και περιμένει το αληθινά Νέο να εμφανιστεί, ποιος ξέρει πότε;

  35. Hellegennes said

    Ηλεφού, δεν νομίζω ότι κανείς έγραψε πως η παραδοσιακή ποίηση έχει ή πρέπει να έχει πάντα ομοιοκαταληξία. Ο καθαρά ελεύθερος στίχος είναι καινούριος (αρχές 19ου αιώνα). Μιλάμε δηλαδή για κατάργηση της έννοιας της ποίησης ως αντίθετο στην πρόζα. Η πρόζα, μέχρι τον 19ο αιώνα, ήταν αποκλειστικότητα της πεζογραφίας και τ’ ανάποδο, δηλαδή ό,τι έχει μέτρο θεωρείται ποίηση. Αυτό καταργήθηκε στην σύγχρονη εποχή, όχι η ομοιοκαταληξία. Νομίζω ότι αυτά ψιλοαπαντούν στα ερωτήματά σου.

    #32:
    Ευχαριστώ για τα σχόλιά σου. Εν πολλοίς, συμφωνώ. Διαφωνώ εκεί που λες για τους ορισμούς άλλων ποιημάτων. Δεν ήθελα να φτιάξω έναν ποιητικό ορισμό για την ποίηση, ασαφή και ρομαντικό. Αυτό νομίζω ότι κάνουν τα ποιήματα στα οποία αναφέρεσαι. Θα με ενδιέφερε βέβαια να δω και κάποιο παράδειγμα, αν θέλεις. Στα υπόλοιπα συμφωνώ.

  36. Πριν μπω στο ίντερνετ στα τέλη του 97 αρχές 98 δυστυχώς ή και ευτυχώς δεν είχα καμία σχέση με τον λογοτεχνικό χώρο, αφού μεγάλωσα σε μια οικογένεια γιατρών όπου κανείς δεν ήταν λογοτέχνης ή δεν είχε λογοτεχνικές ανησυχίες. Εγώ πάλι, έγραφα όπως έγραφα από τη δευτέρα δημοτικού ήδη (στην πρώτη έμαθα απέξω το ανθολόγιο ποίησης που μας έδιναν). Δεν συζητούμε τώρα αν γράφω καλά ή άσχημα, σε κάποιους αρέσω σε κάποιους όχι, αλλά το θέμα μας εδώ δεν είμαι εγώ, αλλά ο Κοτζιούλας και το δοκίμιο.

    Ελεγα, λοιπόν, ότι το 98 μπήκα στο ίντερνετ και έφτιαξα σελίδα από τους πρώτους με καμια 200 ριά ποιήματα, γραμμένα ως επί το πλείστον με μέτρο και ομοιοκαταληξία. Και τότε διαρκώς έπεφτα πάνω σε σχόλια τύπου: «μα πως γράφεις έτσι, αυτό έχει ξεπεραστεί, έτσι έγραφαν στον μεσοπόλεμο». Δηλαδή αντί να κοιτάξουν την ουσία των όσων έγραφα οι περισσότεροι έθεταν εξ αρχής θέμα μορφής.

    Είμαι σίγουρη πια ότι αυτό κυρίως πείραζε τον Κοτζιούλα. Προσωπικά ποτέ δεν είπα ότι πρέπει να γράφουμε έτσι ή αλλιώς. Για μένα είναι αυτονόητο ότι όλα τα λογοτεχνικά ρεύματα έχουν και τη θέση τους στη σύγχρονη ποίηση, αλλά και τους οπαδούς και τους πολέμιούς του το καθένα. Και ο ελεύθερος στίχος έχει τη θέση του, και τα σύντομα πεζά, και ο έμμετρος – όχι πάντα ομοιοκατάληκτος – στίχος και οι μικτές, αν θέλετε, μορφές.

    Παρόλα αυτά, 60 χρόνια μετά εξακολουθούμε να κοιτάμε τη φόρμα αντί να εστιάσουμε σε άλλα πράγματα. Για μένα το δοκίμιο του Κοτζιούλα έχει μοναδική αξία όχι τόσο στην πολεμική του ως προς τον ελεύθερο στίχο, όσο σε άλλα σημεία του. Οπως στο σημείο που δείχνει την επιβολή του Σεφέρη και του Ελύτη από το κύκλωμα των κριτικών της εποχής του (και πόσο σωστά κατονόμασε αυτά τα δυο ονόματα χρόνια πριν πάρουν το Νόμπελ! ), όπως και στο σημείο που μιλάει για ποίηση που συσκοτίζει με την ασάφειά της αντί να διευκολύνει τον αναγνώστη. Σε κείνο το σημείο μάλιστα ένιωσα μεγάλη ταύτιση, καθώς – 2 χρόνια πριν διαβάσω το δοκίμο – έχω γράψει το ποίημα «Εγκεφαλική ποίηση» που λέει τα ίδια πράγματα και μάλιστα με τα ίδια ονόματα ποιητών! (ποίημα εδώ: http://www.sofiakolotourou.gr/poems/6/121 )

    Νομίζω λοιπόν ότι το δοκίμιο δεν πρέπει να διαβαστεί κυρίως ως πολεμική της παραδοσιακής ποίησης και του Κοτζιούλα προσωπικά εναντίον του ελεύθερου στίχου, γιατί σήμερα έχουμε ξεπεράσει (θέλω να πιστεύω) σε μεγάλο βαθμό αυτό το , κατ’ εμέ, ψευδοδίλημμα. Αλλά πρέπει να διαβαστεί για τις μεμονωμένες διαπιστώσεις που πολύ σωστά επισήμανε και ο Μπετατζής στα πρώτα σχόλια, να διαβαστεί κυρίως από το πρίσμα της πολιτικής και ταξικής ανισότητας στην ποίηση που τελικά δεν είναι καθόλου άσχετο με το ποιούς ποιητές και ποιές φόρμες θεωρούμε στο τέλος «μείζονες» και ποιούς όχι και γιατί. Μακάρι τα πράγματα να ήταν πιο αθώα, αλλά όλοι ξέρουμε ότι «κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του», όπως έλεγε ο Σικελιανός.

    ΥΓ: Για την ιστορία, την ταινία «Υπολοχαγός Νατάσσα» δεν την έχω δει, όπως και τις περισσότερες ταινίες του Ελληνικού κινηματογράφου. Μόνο δύο μπόρεσα να βρω με υποτίτλους και να τις δω έως τώρα (τον Ηλία του 16 ου και το Ξύλο βγαίνει από τον παράδεισο). Οχι πως έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι πάγιο αίτημα των κωφών της χώρας μας και δικό μου προσωπικό αίτημα να υποτιτλιστούν και να μας δοθούν οι παλιές ελληνικές ταινίες ώστε να τις παρακολουθήσουμε κι εμείς. Και μου δίνετε την ευκαιρία να το γράψω κι εδώ (έχω στείλει επιστολές πάνω σε αυτό σε όλα τα κανάλια).

    ΥΓ2: Ευχαριστώ τον Νίκο Σαραντάκο για την ανάρτηση, αλλά και όλους σας για τα σχόλια.

  37. Hellegennes said

    Για το ποιοι και πώς θεωρούνται μείζονες, φταίει αποκλειστικά και μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα και όχι κάποιο κατεστημένο. Δυστυχώς, για την ελληνική εκπαίδευση δεν υπάρχουν οι τέχνες. Η μουσική είναι σχεδόν ανύπαρκτη, τα εικαστικά αντιμετωπίζονται σαν ζωγραφική νηπιαγωγείου, ο κινηματογράφος και το θέατρο είναι ολοσδιόλου ανύπαρκτα, η λογοτεχνία εξετάζεται μόνο υπό το πρίσμα της εκμάθησης γλώσσας ενώ η ποίηση αναλύεται με χειρουργικό και απόλυτο τρόπο, από ανθολόγιο τόσο αλλοπρόσαλλα επιλεγμένο που θεωρώ δεδομένο ότι οι συντάκτες του είναι 100% ντουβάρια και άσχετοι με την τέχνη. Το ότι είναι στα χέρια ανίκανων -το σύστημα- ευθύνεται για την σημερινή κατάταξη.

  38. Παραλήρημα: τὸ χρηστώνυμο τὰ λέει ὅλα.

  39. Ηλεφούφουτος said

    σχ. 36 Σοφία, πριν λίγο καιρό διαπίστωσα με χαρά μου ότι τουλάχιστον στο εμπόριο κυκλοφορούν οι ταινίες της Φίνος με ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους (5 ευρώ το ντιβιντάκι), πράγμα που μου έλυσε κι εμένα τα χέρια σε σχέση με κάποιους ελληνομαθείς φίλους και γνωστούς.
    Η ποιότητά τους δεν είναι πάντα καλή (π.χ. στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» πέφτει τσεκούρωμα, λάθη και, κάτι που απογοητεύει τους αλλοδαπούς που ενδιαφέρονται και για το γλωσσικό φολκλόρ, σακάτεμα των αποσπασμάτων σε καθαρεύουσα , όπως ανακοινωθέντων, ειδησεογραφικών δελτίων κλπ.) αλλά είναι πολύ καλύτερα απ το τίποτε.

  40. # 39
    Ευχαριστώ αλλά όταν λέμε «στο εμπόριο»; Που τις έχεις δει αυτές τις ταινίες; Ενδιαφέρομαι άμεσα εγώ και άλλα 300 άτομα σίγουρα (έχω μια ομάδα στο facebook όπου συζητάμε για την κώφωση και ένας από τους μεγαλύτερους καημούς όλων μας είναι οι ελληνικές ταινίες που δεν έχουμε δει! )

  41. Μεσιέ Ηλεφού;;

  42. ein Steppenwolf said

    41:
    Τα παρακάτω ανεπανάληπτα αριστουργήματα εμφανίζονται στις «επιπρόσθετες πληροφορίες» ως υποτιτλισμένα στα ελληνικά:
    Εγωισμός,
    Όλγα αγάπη μου,
    Ξύπνα Βασίλη (;),
    Η Κόμισσα της Κέρκυρας,
    Εκείνος και Εκείνη.
    Για καλό και για κακό, ρώτα πριν παραγγείλεις: holargos@dvdland.gr.

  43. Ω, ευχαριστώ πολύ ! Καλημέρα !

  44. Χμ, χμ -τώρα το διάβασα. Όπου ο Κοτζιούλας συναντιέται με τον Τσάτσο. 😦

  45. sarant said

    Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είχε γράψει ο Τσάτσος -για τον ελεύθερο στίχο γενικώς ή για τον σουρεαλισμό;

  46. Για την κυριαρχία του ευρωπαϊκού ανορθολογισμού σε αντίθεση με τον αρχαιοελληνικό συγκροτημένο ορθολογισμό, που περιλάμβανε μορφή τε και περιεχόμενο -άλλωστε και ο Κοτζιούλας δεν κατακεραυνώνει μόνο τον ελεύθερο στίχο αλλά και το περιεχόμενό του γενικότερα. Κι ο Σκαρίμπας ή ο Καββαδίας π.χ. του μοιάζουν εντυπωσιοθήρες κλπ.

  47. Ηλεφούφουτος said

    Σοφία, συγγνώμη! Δεν συμπέσαμε. Όταν εμφανιζόσουν εσύ έφευγα εγώ και μετά το νήμα έφευγε, γιατί το σκέπαζαν τα σχόλια σε άλλο νήμα.

    Δεν ψωνίζω στο Διαδίκτυο. Το «φυσικό» κατάστημα όπου τα βρήκα (πρέπει να ήσαν τουλάχιστον 100 ταινίες) βρίσκεται στο Μοναστηράκι, αν θυμάμαι καλά στο τέρμα της οδού Ηφαίστου δεξιά· είναι υπόγειο. Στη συσκευασία δεν αναγράφεται τίποτε για υπότιτλους (τσαπατσουλιά) αλλά υπάρχουν σε δύο γλώσσες. Περισσότερη τσαπατσουλιά μπορεί να βρεις στους ίδιους τους υπότιτλους, όχι πάντα όμως, φαντάζομαι ανάλογα με το ποιος τους δούλεψε.

  48. Ἀχιλλέας Τζάλλας said

    16 Θἄθελα νὰ κάνω μιὰν ἐρώτηση, ποὺ μοῦ βγῆκε αὐθόρμητα μόλις διάβασα τὸ κείμενό σας (ἐννοῶ τὸν «Κατοπινό Λόγο»)· τί κάνει αὐτὸ τὸ κείμενο ποίημα ; Δὲν ἐξετάζω τὴν ὀρθότητα ἢ ὄχι τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ποίησης -τὸ συζητήσαμε, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ ἐξαντλήσουμε, ἀλλοῦ-, ἀλλὰ τὸ κατὰ πόσον αὐτὸ τὸ κείμενο, ποὺ ἂν δὲν ἦταν χωρισμένο σὲ στίχους θὰ μποροῦσε κάλλιστα νἆναι πεζό (τὸ δοκίμασα), ἔχει κἄτι τὸ ἰδιαίτερο (ποὺ δὲν ἔχω καταφέρει νὰ διακρίνω), τὸ ὁποῖο τὸ κάνει ποίημα.

  49. Hellegennes said

    Κατά την γνώμη μου, το τι είναι αυτό που το κάνει ποίημα περιέχεται στο νόημα του ίδιου του ποιήματος -αυτοεξήγηση. Φυσικά το τι είναι ποίηση κι αν κάτι είναι ποίημα αποτελεί πεδίο αέναης αντιπαράθεσης. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, πέρα απ’ αυτά που λέει το ίδιο το πόνημα -ας το ονομάσουμε έτσι- ποίημα το κάνει ένας ιδιότυπος ρυθμός, που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτός χωρίς απαγγελία, και η αποτύπωση συνεχούς ροής σκέψης χωρίς σκοπό αφήγησης ή δοκιμιακής άρθρωσης. Έχω γράψει παλιότερα, για τα έργα μου, ότι φιλοδοξούν να είναι ποιήματα. Το τι είναι πραγματικά, μένει να κριθεί.

    Καλή σας μέρα 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: