Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Παπουδιάζουν τα δικά σας χέρια;

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2011


Θα με ρωτήσετε, τι μ’ έπιασε και κάνω ανόητες ερωτήσεις, αντί να σχολιάσω την επικαιρότητα. Καταρχάς, την επικαιρότητα δεν μου πολυαρέσει να τη σχολιάζω, και κατά δεύτερο λόγο ίσως η ερώτηση να μην είναι και τόσο ανόητη. Να εξηγηθώ όμως. Είχα ανοίξει το λεξικό μου για να δω αν γράφει τη λέξη «παπουδιάζω» με ένα πι ή με δύο (δηλαδή παππουδιάζω) και, προς μεγάλη μου έκπληξη, διαπίστωσα ότι το λεξικό δεν είχε καθόλου τη λέξη, ούτε με π, ούτε με ππ! Άνοιξα άλλο λεξικό, τίποτε, ούτε κι αυτό την είχε -και με έκπληξη που συνεχώς μεγάλωνε διαπίστωσα πως κανένα λεξικό απ’ όσα κοίταξα, πέντε δηλαδή ή ίσως έξι, δεν είχε τη λέξη αυτή, που για μένα είναι κοινότατη, αφού την ξέρω από μικρό-μικρό παιδάκι, τότε που έπαιζα με τα νερά και παπούδιαζαν τα χέρια μου.

Εσείς; Παπουδιάζουν τα δικά σας χέρια; Εννοώ, τη χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξη, όταν αφήσετε τα χέρια σας πολλήν ώρα μέσα στο νερό και το δέρμα των δαχτύλων σας ζαρώσει; Φαντάζομαι ότι ναι, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς -η γλώσσα είναι πράγμα απέραντο και κάτι που το ξέρεις από τα γεννοφάσκια σου μπορεί να μην ανήκει στην κοινή γλώσσα αλλά να είναι ιδιωματισμός. Για παράδειγμα, πέρυσι είχα δοκιμάσει σοκ όταν διαπίστωσα πως η λέξη πρωτοφανήσιμος, για τους πρώτους καρπούς που βγαίνουν κάθε χρονιά, που την ήξερα από τη γιαγιά μου από πιτσιρίκι, δεν υπάρχει στα λεξικά και δεν την ξέρει πολύς κόσμος, ότι είναι μάλλον ιδιωματική. Οπότε, ίσως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα παπουδιασμένα χέρια, ίσως να μου είναι οικεία αλλά να μην είναι ευρέως γνωστά.

Ο ορθογράφος της wordpress, πάντως, δεν ξέρει τη λέξη «παπουδιάζω», την κοκκινίζει. Το ίδιο και στο Word. Και, όπως σας είπα, κανένα γενικό λεξικό της ελληνικής (απ’ όσα έλεγξα: δεν έχω δει τον Σταματάκο, ούτε την Πρωία) δεν έχει τη λέξη. Κανένα; Πιο σωστά να πω «κανένα έντυπο γενικό λεξικό», διότι το διαδικτυακό λεξικό της live-pedia γι’ άλλη μια φορά βάζει τα γυαλιά στα έντυπα λεξικά, καθώς έχει το λήμμα ‘παπουδιάζω’ (αν και δεν δίνει ορισμό -έχει όμως παραδειγματική φράση).

Ο Παπαδιαμάντης στο ειδυλλιακό Ολόγυρα στη λίμνη θυμάται τον Χριστοδουλή που είχε πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Πολύ συχνές είναι και οι αναφορές σε παπουδιασμένα χέρια από τη μπουγάδα. Παπουδιάζουν όμως και τα χείλια, όταν το φαγητό έχει πολύ αλάτι.

Πώς ετυμολογείται το παπουδιάζω; Εγώ ανέκαθεν είχα την εντύπωση ότι προέρχεται από τη λ. παππούς: ότι το δέρμα κάνει ζάρες σαν τις ρυτίδες του παππού και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι. Ίσως την ίδια εντύπωση να είχε και ο Καζαντζάκης, ή ο εκδότης του, διότι στην Οδύσσεια γράφει κάπου για «παππουδιασμένα» χέρια.

Όμως, στο Ετυμολογικό Γλωσσάρι του έργου του Παπαδιαμάντη, ο Κ. Καραποτόσογλου λέει ότι η λ. ετυμολογείται από το παπούδα, Μυτιληνιά λέξη που σημαίνει, μεταξύ άλλων, το έσω σαρκώδες μέρος των ακροδρύων (καρύδια κτλ.), «από την ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ του βρεγμένου δέρματος των χεριών και του ρικνώδους φλοιού των καρπών». Αν καταλαβαίνω καλά την υποσημείωση, την εκδοχή αυτή πρώτος την εισηγήθηκε ο Κρέτσμερ. Πειστικό φαίνεται, αλλά όχι απόλυτα διότι δεν είναι συνηθισμένο μια ιδιωματική λέξη (η παπούδα) να δίνει μια πανελλήνια -εκτός κι αν το «παπουδιάζω» δεν είναι πανελλήνιο.

Στο κρητικό λεξικό του Πιτυκάκη υπάρχει το παπουδιάζω και εκεί ετυμολογείται από τα παπούδια, που είναι ένα νηστίσιμο φαγητό από διάφορα νερόβραστα όσπρια. Δεν το έχω δει για να ξέρω αν δίνει την εικόνα των παπουδιασμένων δαχτύλων, δεν ξέρω.

Μια άλλη εκδοχή που μου στάλθηκε με ηλεμήνυμα συνδέει το παπουδιάζω με την παπάρα, το ψωμί που είναι φουσκωμένο επειδή έχει μουσκέψει σε νερό, γάλα ή άλλο υγρό.

Φοβάμαι ότι δεν σας φώτισα και πολύ, αλλά περισσότερα δεν ξέρω -πιο πολύ το άρθρο το έγραψα για να μάθω -να μάθω αν ξέρετε κι εσείς τη λέξη παπουδιάζω. Μ’ άλλα λόγια, παπουδιάζουν και τα δικά σας χέρια;

190 Σχόλια προς “Παπουδιάζουν τα δικά σας χέρια;”

  1. Τα δικά μου ναι. Καλημέρα!

  2. Zazula said

    Τη λέξη παπουδιάζω δεν την ήξερα.

    Εμείς στα Σέρρας παπούδα λέμε τον τζιγεροσαρμά.

    Το Πρωίας δεν έχει παπουδιάζω ή παππουδιάζω, ούτε στο κύριο μέρος ούτε στο συμπλήρωμα. Έχει όπως τα παπούδια = όσπριόν τι παρόμοιον του ώχρου. Επειδή δεν ήξερα ποιο όσπριο είναι ο ώχρος, είδα πως δίνει: ποικιλία του φυτού λάθυρος «λάθυρος ο ώχρος». Λάθυρος ή λαθούρι αν δεν κάνω λάθος είναι η κίτρινη φάβα.

  3. psifio said

    Εγώ λέω «φαφατιάζουν», αλλά δεν ξέρω αν το λένε και παραέξω.
    Καλημέρα!

  4. Vita said

    Και τα χέρια μας παπουδιάζουν στην Κρήτη ! Όχι μόνο τα όσπρια 🙂 . Καλημέρα.

  5. bernardina said

    Μέχρι πριν από μερικά χρόνια χρησιμοποιούσαμε οικογενειακώς, και όχι μόνο, τη λέξη παπουδιάζω ως περίπου συνώνυμη του μουλιάζω αλλά συγκεκριμένα για τα ακροδάκτυλα. (Μετά άρχισα να ακούω στη θέση της τη λέξη παπαριάζω).
    Φυσικά δεν την είχα δει πουθενά γραμμένη ούτε και την είχα αναζητήσει, μεχρι τη στιγμή που χρειάστηκε να μεταφράσω μια φράση που έλεγε ότι τα δάχτυλά του είχαν γίνει like prunes από το μούλιασμα στο νερό. Τότε σκέφτηκα να γράψω «είχαν παπουδιάσει» αλλά φυσικά μου το κοκκίνισε κι έτσι αποφάσισα να μεταφράσω κατά λέξη τη φράση για να αποφύγω και τη γκρίνια του επιμελητή…

    καλημερούδια και καλή βδομαδα

  6. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια -επίσης καλή βδομάδα!

    5: Ιδού πώς παρεμβαίνει ο ορθογράφος του Word στη γλώσσα 🙂

  7. Γλωσσολάγνος said

    Και τα δικά μου δυτικομακεδονίτικα χέρια παπ(π)ουδιάζουν. 🙂

  8. jimhellas said

    Τα δικά μου χέρια πάντως απλά ζαρώνουν ή «παπαριάζουν», αλλά ως τώρα δεν παπούδιαζαν 😀

    Την καλημέρα μου και καλή βδομάδα

    Υ.Γ. Κατάγομαι από Κατερίνη

  9. Zazula said

    Bernadina (#5), η ασφαλέστερη επιλογή (δηλ. κανονικά λεξικογραφούμενη και σίγουρα μη ιδιωματική) νομίζω είναι το σταφιδιάζω.

    Εννοείται το παπαριάζω το λέμε κι εμείς.

  10. Νέο kid στο block said

    Τα δικά μου ρουμελιώτικα χέρια παπαρώνουν .Υποθέτω ότι βγαίνει από την παπάρα(μούλιασμα) του ψωμιού στο γάλα . Το παπ(π)ούδιασμα δεν το είχα ξανακούσει. Τώρα για την ορθογραφία της παπάρας ,επιφυλάσσομαι .
    Καλημέρα σε όλους!

  11. s0phia said

    Και στο Κιλκίς παπουδιάζουνε! (Στο χωριό της μάνας μου τουλάχιστον…)

  12. Μπουκανιέρος said

    Όχι, δεν παπουδιάζουν, από μόνα τους – όμως έχω μάθει τη λέξη, εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια, την πρώτη φορά από αθηναίους συνομήλικους με πρόσφυγες γονείς. Κι από τότε την ακούω σχετικά συχνά, από διάφορους. Δεν είναι ούτε καν σπάνια λέξη, αλλά (νομίζω) ανήκει σε κείνο το όχι μικρό κομμάτι της γλώσσας που «γράφεται σπάνια».

    Επευκαιρία: Νομίζω ότι είναι πολύ κακό κριτήριο η αναφορά στο τι έχει και στο τι κοκκινίζει ο ορθογράφος του γουόρντ. Είναι εύλογο να επηρεάζει τους γραφιάδες αλλά όχι, δεν είναι επιχείρημα.
    [Όσο για τα σχετικά επαγγελματικά προβλήματα, πρβλ. σχ. 5: είχα βάλει τις φωνές σ’ έναν επιμελητή για την εντελώς «περίεργη» παρέμβασή του σ’ ένα κείμενο -όχι δικό μου- κι αυτός μού είχε ομολογήσει, ψύχραιμος και γαλήνιος, ότι είχε διορθώσει μόνο όσα κοκκίνιζε το γουόρντ!]

  13. Costas said

    Κι εγώ δεν ήξερα το παπουδιάζουν, αλλά μόνο το ζαρώνουν, άντε και το σταφιδιάζουν (για τη συγκεκριμένη χρήση).

  14. bernardina said

    Ζαζού, συμφωνώ για το σταφιδιάζουν. Και το «παπούδιασαν» πήγαινε μια χαρά σ’ εκείνο το κείμενο που ήταν ανάλαφρο, ζωντανό και «καθημερινό», αλλά ας όψεται… Α, παρεμπιπτόντως, λατρεύω τους ιδιωματισμούς και πιστευω ότι αν χρησιμοποιούνται με μέτρο και μαστοριά δίνουν τρομερή αμεσότητα στο προϊόν της μετάφρασης.( Άκου τι μου θύμισες τώρα: Όποτε δίναμε εξετάσεις στη σχολή, ειδικά στις λογοτεχνίες, στις οδηγίες μάς ζητούσαν να αναπτύξουμε το θέμα με συντακτικά/γραμματικά ορθή, αλλά και ιδιωματική γλώσσα. Τυχαίο; Δε νομίζω! 🙂 )

    Νίκο, τις περισσότερες φορές αδιαφορώ για την κόκκινη υπογράμμιση και συχνά προσθέτω την υπογραμμισμένη λέξη στο λεξικό για να με αφήσει στην ησυχία μου, αλλά κάποιοι τυπολάτρες επιμελητές το χρησιμοποιούν ως πρόσχημα για τους γνωστούς λόγους. και επειδή έχω βαρεθεί να βλέπω χαζές αλλαγές συχνά πάω με τα νερά τους αφού ξέρω πια πώς σκέφτονται.

  15. LandS said

    Το «παπουδιάζω» το ήξερα ως καθωσπρεπισμό του «παπαριάζω», με το συμπάθιο! Ίσως από Ρουμελιώτες (Αραχωβίτες) συγγενείς να είχα ακούσει το «παπαρώνω». Όταν το διάβασα στο #10 είχα αυτό το «κάτι μου θυμίζει feeling» που έλεγα όταν ήμουν στην ηλικία του Hellegenes.
    Η Μωραΐτικη και επίσημη καταγωγή μου έχει το «σταφιδιάζω» (φυσικά) και το πεζό «ζαρώνω».

  16. Μπουκανιέρος said

    2 Το λαθούρι είναι κάτι σα μικρό στραβοχυμένο φασόλι. Έχει γίνει σπάνιο αλλά μπορείς ακόμα να το βρεις σε τίποτα μπαχαρτζίδικα κλπ. Επειδή είναι κάπως πικρό, δε συνηθίζουν να το τρώνε σκέτο αλλά το βάζουν στο «πολυσπόρι», όπου βράζουν πολλών ειδών όσπρια ανάκατα, φαγητό που (κλείνει ο κύκλος) ίσως να ταυτίζεται με «τα παπούδια» που λέτε.

  17. gbaloglou said

    Βεβαίως και η Μυτιληνιά «παπούδα» μπορεί να προέρχεται από τον «παπού» και το σχετικό ζάρωμα.

  18. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα επόμενα σχόλια.

    9-13-14: Παιδιά, είστε τρεις και είμαι ένας, αλλά διαφωνώ μαζί σας, το σταφιδιάζω δεν είναι ίδιο με το παπουδιάζω. Δείτε και το λεξικό, που μιλάει για αφυδατωμένο, ζαρωμένο από τα χρόνια δέρμα. Όταν βάλεις τα χέρια στο νερό παπουδιάζουν, όταν το πρόσωπο ζαρώσει από τα γεράματα είναι σταφιδιασμένο. Όπως λέει και η αρχαία παροιμία, ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή.

    12-14: Ναι, είναι γνωστή πληγή εκείνοι που διορθώνουν «όσα κοκκινίζει το γουόρντ».

  19. Zazula said

    Bernardina (#14), το σχόλιό μου σχετιζόταν κυρίως με το «κι έτσι αποφάσισα να μεταφράσω κατά λέξη τη φράση «είχαν γίνει like prunes»» που έγραψες στο #5. Ήθελα να πω ότι αν το «κατά λέξη» σήμαινε λογουχάρη να πούμε ότι τα χέρια του «είχαν γίνει σαν αποξηραμένα δαμάσκηνα», τότε ίσως κλότσαγα όταν θα το διάβαζα — επειδή εμείς αυτό το «είχαν γίνει like prunes» το λέμε «είχαν σταφιδιάσει». Ναι, κατά τ’ άλλα συμφωνούμε —φυσικά— περί ιδιωματισμών κττ.

  20. Zazula said

    Νικοκύρη (#18), δες την εξήγηση στο #19 σχετικά με το ότι αναφερόμουν στο «like prunes» (τα οποία prunes, ω τι σύμπτωση, είναι ξηρά ξηρότατα βεβαίως βεβαίως) της Bernardina.

    Βέβαια, από την άλλη σε βλέπω πολύ περιοριστικό στο να μην αποδέχεσαι φαινόμενα σημασιακής ώσμωσης / διαπίδυσης. Το ξέρεις πολύ καλά πως είναι συνηθέστατα στη γλώσσα, και βοηθούν και την εκφραστικότητα. 🙂

  21. bernardina said

    Μπουκάν, γράφαμε μαζί.

  22. silia said

    Την λέξη «παπουδιάζουν» με την έννοια που της δίνεις (ρυτιδιάζουν από την παραμονή τους μέσα στο νερό) , την έμαθα από την μάνα μου .
    Η μητέρα μου , έμαθε Ελληνικά σε ένα ορφανοτροφείο της Αθήνας από τα 7 , μέχρι τα 15 της (περίπου το 1920) . Την υπόλοιπη ζωή της την έζησε στην Ανατολική Μακεδονία (συμπερλαμβανομενης και της Θεσσαλονίκης) και την Θράκη . Δεν ξέρω από που το έμαθε , αλλά το ήξερε και το έμαθε και σε μένα .
    Αντίθετα , ο Πελοποννήσιος σύζυγός μου για να πει το ίδιο πράγμα , λέει «σαφρακιάζουν» . Επίσης , όταν λέει την λέξη «πα(π)πούδια» , εννοεί τους γέροντες πχ. «Το τάδε μαγαζί , είναι απέναντι από το ΚΑΠΗ . Ξέρεις … εκεί που μαζεύονται όλα τα πα(π)πούδια» .
    Καλημέρα σας .

  23. bernardina said

    Παίδες, εκανα μια μικρή πονηριά και έγραψα «σαν ζαρωμένα δαμάσκηνα». Ίσως το «κατά λέξη» να μην ήταν απολύτως σωστό. 😉
    Πάντως αν ήταν στη δική μου ευχέρεια, θα είχα γράψει παπούδιασαν. over and out 🙂

  24. Zazula said

    Το σαφρακιάζω υπάρχει στο Πρωίας (1933):
    σαφρακιάζω (ρ.)· ως (αμετβ.), επί του δέρματος ιδία των χειρών και ποδών, συρρικνούμαι, ζαρώνω λόγω μεγάλης παραμονής εν τω ύδατι· ǁ (ως μετβ.), επί του ύδατος, συρρικνώ το δέρμα του ανθρώπου. Ουσ. σαφράκιασμα (το), η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σαφρακιάζω.

  25. Zazula said

    ΟΚ, το σαφρακιάζω το βρήκα και στο ΜΕΛ, όπου υπάρχει επίσης και ετυμολογική σημείωση:

    σαφρακιάζω [<σουφρακιάζω < σούφρα, με οπισθοχωρητική αφομοίωση] ρ. (αμτβ.) αποκτώ ζάρες, ρυτίδες εξαιτίας πολύωρης παραμονής μέσα στο νερό: σαφράκιασαν τα χέρια της από τη μπουγάδα | (μτβ.) κάνω κάτι να ζαρώσει αφήνοντάς το πολλές ώρες μέσα στο νερό

    σαφράκιασμα [<σαφρακιάζω] (το) ουσ. το ζάρωμα που προκαλείται στο δέρμα ανθρώπου ή ζώου, ή στην επιφάνεια ενός πράγματος εξαιτίας της παραμονής για πολλή ώρα μέσα στο νερό

  26. sarant said

    Ζάζουλα, ευχαριστώ για το σαφράκιασμα, που δεν το είχα σκεφτεί.

  27. Μπουκανιέρος said

    Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω κι έτσι από περιέργεια έπιασα τον Ανδριώτη. Έχει μόνο την παπούδα, «είδος οσπρίου’ υποκορ. του αρχ. πάππος (=σπόρος) με την καταλ. -ουδα».

  28. Zazula said

    Γράφει και ο Βοσταντζόγλου στο Αντιλεξικό, λήμμα 278 ΑΝΩΜΑΛΙΑ:
    Ρ.αμ. (εκ)τραχύνομαι, κ. αγριεύω, αδριαίνω, αδρίζω, αδρύνομαι | γίνομαι ρικνός, (συρ)ρικνούμαι, αποκτώ ρυτίδας κλπ. ουσ., ρυτιδώνομαι, κ. γριλιάζω, ζαρώνω, κάνω ζάρες, σου(φ)ρώνω | κ. σαφρακιάζω, σταφιδιάζω.

  29. Zazula said

    Πάντως το Αντίστροφο (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη) λημματογραφεί το παπουδιάζω με ένα πι. Παρεμπ, δεν έχει το σαφρακιάζω.

  30. Zazula said

    Γράψε λάθος για το σαφρακιάζω, το έχει κανονικά. 🙂

  31. Metanastis said

    Δεν ήταν η Σαπφώ Νοταρά που έλεγε «το σαφρακιασμένο» σε ένα έργο;

    Στη Θεσσαλονίκη πάντως τα δικά μου χέρια παππούδιαζαν εξ’ απ’ ανέκαθεν !

  32. vikar said

    Τη λέξη την είχαμε πιάσει και στο σλάνγκ τζι άρ. Εγώ απο μικρός στη Θεσσαλονίκη την άκουγα μπαμπουδιάζω.

  33. sarant said

    Ευχαριστώ και πάλι!

    Βικάριε, σας έψαξα αλλά με ένα π, παπουδ- και δεν το βρήκα. Σφάρμα μου!

  34. Στην Αχαΐα φαφατιάζουν και δεν παπουδιάζουν. Τουλάχιστον την εποχή που κατέβαινα στη θάλασσα κι έκανα μπάνιο με τις ώρες.
    Σαφρακιασμένο, δε, λέμε το παιδάκι που είναι νευρικό και κακό και υπερκινητικό και επιθετικό και δεν είναι παχύ και ήσυχο, να κάθεται στη γωνιά του και να διαβάζει κόμικς και να παίζει πλεϊστέισον.

  35. Ἀχιλλέας Τζάλλας said

    Φαφατιάζω ἤξερα τὴ λέξη κι ἐγώ (πῶς ἐτυμολογεῖται ἆραγε ;).
    Ὅσο γιὰ τὸ σαφρακιασμένο, τὄχω ἀκούσει νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν (γιὰ παιδιά), χωρὶς ὅμως πολὺ συγκεκριμένη ἔννοια.

  36. π2 said

    Τα δικά μου χέρια, παρά τις μακεδονικές καταβολές τους δεν παπουδιάζουν, απλώς παπαριάζουν και φαφατιάζουν (για το τελευταίο όμως νομίζω πως ευθύνονται οι πελοποννησιακές καταβολές μου). Όμως, διαβάζοντας το μπαμπουδιάζουν του 32 κάτι μου αχνοθύμισε, οπότε μπορεί και να παπουδιάζουν τελικά. 🙂

  37. ΣΑΘ said

    Στα μέρη μας, (ορεινή Τριχωνίδα Αιτωλοακαρνανίας), τα χέρια και τα πόδια μας όταν μένουν πάρα πολλή ώρα στο νερό δεν ‘παπουδιάζουν’ αλλά «ξ ε γ ρ ι τ σ ι ά ζ ο υ ν» .

    π.χ. Πότιζα όλη μέρα το χωράφι και ξεγρίτσιασαν τα πόδια μου από το νερό.

    ( Δεν το έχει ούτε το «Γλωσσάρι Ρουμελιώτικης Ντοπιολαλιάς» τού Θ. Παπαθανασόπουλου )

    Υγιαίνετε!

  38. Chris-Vom said

    Ούτε κι εγώ (καταγωγή απο Κορινθία) είχα ακούσει ως σήμερα το ‘παπουδιάζω’. ‘Σαφρακιάζω’ και απλά ‘ζαρώνω’, ναι.

  39. Δημήτρης Φύσσας said

    H μάνα μου (Αραχοβίτικη καταγωγή -εννοώ Αράχοβα τη Βοιωτίας- , μεγάλωμα στην Αθήνα), το ΄λεγε φούσκωμα. «Φουσκώσαν τα χέρια μου από το πολύ πλύσιμο». Το ίδιο έλεγε και για τη θάλασσα, μετά από πολύ κολύμπι..

    Το «παπουδιάζω» το ΄μαθα μόλις πριν λίγα χρόνια, από ένα Θεσσαλό φίλο.

    Καλό καλοκαίρι σε όλον τον κόσμο, παπουδιασμένο, σαφρακιασμένο, μουλιασμένο, παπαριασμένο κλπ κλπ κλπ σε παραλίες και μη.

  40. […] […]

  41. Μίμης said

    Απλά να επιβεβαιώσω ότι και στην κεντρική Μακεδονία (Πέλλα, Ημαθία, και Πιερία (παρόλο που ο φίλος Κατερινιώτης δεν το ήξερε)) τα χέρια παπ(π)ουδιάζουν!

  42. Νίκος said

    ncups
    Η γιαγιά μου (καταγωγή από Τζιά) έλεγε πάντα «παππουδιάζω»

    Ο πατέρας μου (καταγωγή από Ρούμελη) λέει (αλλά όχι πάντα) «σαφράκιασαν τα χέρια σου τόσες ώρες στο νερό»

    Επομένως, δεν μου κάνει εντύπωση τίποτα από τα 2, Ίσα-ίσα χαίρομαι που κάποιοι το ξέρουν όπως και εγώ.

    Όποτε χρησιμοποιούσα κάποια από τις 2 λέξεις, οι φίλοι μου (Κορινθος) γελούσαν και με κορόιδευαν , παρότι καταλάβαιναν τι έλεγα (δεν ήταν και δύσκολο). Σε ερώτησή μου «μα πως θα το λέγατε αυτό;» δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν.

    Παιδικά τραύματα…

  43. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα επόμενα σχόλια, έχουμε αρχίσει να αποτυπώνουμε τη γεωγραφική διάδοση της λέξης!

    42: Είναι πάντως εντυπωσιακό να μην υπάρχει λέξη για κάτι τόσο κοινό.

  44. Μαρίνα said

    Καλό μεσημέρι από μένα.Στην Αλεξανδρούπολη ακόμη παπουδιάζουν τα χέρια και τα πόδια μικρών και μεγάλων!Εμένα μάλιστα άρχισαν να παπουδιάζουν χωρίς να παραμείνουν πολύ ώρα στο νερό! 🙂

  45. νέο kid στο block said

    43. Έχω την αίσθηση ότι η ‘πανελληνίως επίσημη’ ορολογία είναι το ‘τα χέρια μου μουλιάζουν’
    Αν δε κάνω λάθος, αυτόν τον όρο χρησιμοποιούν και οι δερματολόγοι, αλλά αυτό ας το επιβεβαιώσει ή διαψεύσει κανένας φίλος ντόκτορας.
    🙂

  46. Σήμερα, 25 Ιουλίου 2011, πεντηκοντούτης ήδη, είναι η πρώτη ημέρα που συναντώ την λέξη αυτή και την ετυμολογική ερμηνεία της: κύριε Σαραντάκο, χάριτας άγω!

  47. alienellin said

    Προτού η συζήτηση πάρει τα μονοπάτια εθνικών ύμνων, κβαντικής μηχανικής και χαπσιχορδίων, θα ήθελα να αδράξω την ευκαιρία και να ρωτήσω: αυτό το «συστημική» που ακόυγεται ευρέως ως χαρακτηρισμός της οικονοικής κρίσης είναι σωστό, υπάρχει ως λέξη; ,Εγω δεν την έχω ξανακούσει, το word την κοκκινίζει, το έψαξα και στο google και βρήκα μόνο τεχνικούς όρους της ψυχολογίας και της αρχαιολογίας. Έχω μια υποψία, επειδή δεν βρισκόμαστε πια στην αρχαία Ελλάδα και οι επιστημονικοί όροι έρχονται απ’ έξω, ότι αυτό το συστημικό μπορεί να είναι «αγγλικούρα». Δηλαδή επειδή το σύστημα (system) στ’ αγγλικά δεν κλίνεται και το systematic έχει την έννοια που έφτασε να έχει κι εδώ, δηλαδή επανειλημμένα, το «του συστήματος» στ’ αγγλικά έγινε systemic και μεταφέρθηκε πίσω στην ελληνική γλώσσα. Μπορεί και να κάνω τελείως λάθος.
    Υ.Γ Τα χερια μου μουλιάζουν, αλλά το παπουδιάζουν μου είναι οικείο γιατί το λέγανε άλλα παιδάκια.

  48. Vita said

    Έχω την εντύπωση ότι το «μουλιάζω» είναι πιο θετικό από το παπαουδιάζω. Δηλαδή υπάρχει μια μικρή διαφορά στην έννοιά τους. Το «μουλιάζω» γίνεται επί τούτου, το θέλω. Το παπουδιάζω είναι συνέπεια της παραμονής στο νερό που δεν την θέλουμε.
    Όσο για το «σταφιδιάζω» είναι μάλλον εντελώς αντίθετης αιτιολογίας ζάρωμα!
    Σταφιδιάζω=ζαρώνω από αφυδάτωση,ξηρασία
    Παπουδιάζω= ζαρώνω από υπερβολική υγρασία

  49. Zazula said

    Η λέξη συστημικός υπάρχει από τη δεκαετία του 1970. Σχετικά με την επίσημη αποδοχή της αντιγράφω από εδώ: http://www.eleto.gr/download/Orogramma/Or98_V05.pdf

    Στο πλαίσιο του οροδοτικού έργου τους, οι ομάδες ΜΟΤΟ και ΤΕ48/ΟΕ1 έχουν αποφασίσει: στη σύνθεση και παραγωγή για τη δημιουργία μονολεκτικών σύμπλοκων όρων από τη λέξη σύστημα να χρησιμοποιούν το θέμα συστημ- σε όλες τις περιπτώσεις όπου η κατασημαινόμενη έννοια είναι οντότητα, ιδιότητα, χαρακτηριστικό κτλ. «που αφορά σύστημα / συστήματα, ανήκει σε σύστημα / συστήματα κ.τ.τ.» (π.χ. συστημικός, διασυστημικός…) και να αφήσουν το θέμα συστηματ- στις έννοιες για οντότητες «που γίνονται με σύστημα, με μέθοδο κτλ.» (π.χ. συστηματικός, συστηματικά, συστηματικότητα κ.ά. που πιθανόν να προκύψουν).

    Αυτή η απόφαση προέκυψε από την ουσιαστική ανάγκη να αποδοθούν διαφορετικά τα αγγλικά επίθετα systematic και systemic και – πολυ συχνότερα στη θέση του δεύτερου – το ουσιαστικό system σε επιθετική χρήση ως προσδιορισμός άλλου ουσιαστικού. Σήμερα π.χ. υπάρχουν πολλές δεκάδες λήμματα στις Βάσεις TELETERM και INFORTERM που έχουν το τμήμα: -συστημ- και μερικές δεκάδες που έχουν το τμήμα: -συστηματ- (Σημειωτέον ότι γλωσσικά επιτρεπτοί είναι και οι δύο σχηματισμοί, πρβλ. π.χ. χρώμ-α – χρωματ-ικός – πολύ-χρωμ-ος). Για να κατανοηθεί η ανάγκη αυτή δίνονται παρακάτω χαρακτηριστικά
    παραδείγματα όρων από τις Βάσεις TELETERM και INFORTERM:
    [ΣτΖ: Ακολουθεί στο πρωτότυπο κατάλογος παραδειγμάτων με οροστοιχεία -συστημ- και -συστηματ-.]

  50. τυφλός said

    Πρώτη φορά ακούω το παπουδιάζω. Έλεγα ζαρώνουν μέχρι τώρα. Είχα την εντύπωση πως το παπούδιασμα είναι σημάδι αφυδάτωσης. Με αφορμή το άρθρο ρώτησα φίλους αν ξέρουν τη λέξη κι αν έχει σχέση με την αφυδάτωση. Απάντησαν πως α) δε ξέρουν τη λέξη, β) δεν έχει σχέση με την αφυδάτωση και γ) να διαβάσω για την ώσμωση. Διάβασα:
    http://tinyurl.com/3o6f6ap και
    http://en.wikipedia.org/wiki/Osmosis και
    http://tinyurl.com/3fkvp8j
    αλλά, δεν κατάλαβα τίποτα 😦 😦

    @18β, Εσείς σε ποια λέξη βρήκατε στο λεξικό να μιλάει για αφυδάτωση; Εμένα το παπουδιάζω δεν το έχει και στο σταφιδιάζω δεν αναφέρεται η αφυδάτωση.

    @47, http://tinyurl.com/3rehxws

  51. Zazula said

    Παλιότερα λεξικά που δίνουν αναλυτικό ορισμό για το σταφιδιάζω, αναφέρουν πως σχετίζεται με αρρώστια ή γηρατειά. Νεότερα λεξικά μένουν στις σημασίες «ζαρώνω» και (μτφ) «χάνω τη ζωτικότητά μου», εξ ου και μίλησα κι εγώ για θεμιτή σημασιακή ώσμωση / διαπίδυση (δηλ. ζαρώνω ασχέτως αιτιολογίας). Και στο slang.gr το σταφιδιάζω θεωρείται κανονικό συνώνυμο του παπουδιάζω. Και στον Βοσταντζόγλου το βρήκα, χωρίς ειδική επισήμανση, δίπλα από το σαφρακιάζω.

  52. sarant said

    50: Το σταφιδιάζω -στον μεν Μπαμπινιώτη λέει «αφυδατώνεται το δέρμα μου», ενώ ο Πάπυρος λέει «στεγνώνω, ζαρώνω, ρυτιδιάζω, ιδίως λόγω αρρώστιας ή γηρατειών»

  53. Μπουκανιέρος said

    47 «…το word την κοκκινίζει…»

    Μάλλιασε η γλώσσα μας παραπάνω, αλλά να το ξαναπούμε:
    Το word δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι λεξικό.
    Είναι σοβαρό σφάλμα να το χρησιμοποιεί κανείς σα να ήταν λεξικό.

  54. π2 said

    Νικοκύρη, έχεις μήνυμα (ελπίζω).

  55. τυφλός said

    51, 53: Ευχαριστώ σας!

    48, Ευχαριστώ κι εσάς. Έστειλα το σύνδεσμό σας σε συγγενή και ενθουσιάστηκε. 🙂

  56. sarant said

    54: Το είδα, αλλά θα το ανοίξω το βράδυ, μιλ μερσί όμως!

  57. Κι εμένα παπουδιάζουν…

  58. τὴν ξέρω τὴν λέξι καὶ τὴν χρησιμοποιῶ κάποτε κάποτε. τὰ λεξικὰ ἑνίοτε μὲ ἐκπλήσσουν, νά, ἂς ποῦμε ἔγραφε ὁ Γ. Χάρης προχθὲς γιὰ τὸν ἁλωνισμό, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἡ λέξι αὐτὴ στὸ λεξικό, κι ὅμως στὸν Τριανταφυλλίδη ὑπάρχει.

  59. Zazula said

    Νικοκύρη (#52), πιστεύω πάντως πως άδικα επιμένεις σε μια τέτοια διάκριση για το σταφιδιάζω. Δες τι γίνεται: Το μεν σαφρακιάζω είναι από τη σούφρα κι όχι από κάτι που σχετίζεται με το νερό. Το δε παπουδιάζω είτε προέρχεται από το παπούδα που σχετίζεται με τους ξηρούς (ναι, τους ξηρούς!) καρπούς, είτε με τα παπούδια που είναι όσπριο (άρα και πάλι ξηρό, ξηρότατο: http://www.arosis.gr/gr/Products/90/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1-%CE%91%CE%BC%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%85.html ), είτε με τον παππού (που, όπως κι η γριά του, σταφιδιάζει κι εκείνος λόγω γήρατος).

  60. σὲ ἕναν Τσελεμεντὲ εἶχα δεῖ τὴν λέξι «παπποῦδα» μὲ τὴν ἔννοια «τζιγεροσαρμᾶδες».

  61. τυφλός said

    @2, 60: Μα τί είναι αυτοί οι τζιγεροσαρμάδες;

  62. Zazula said

    http://sintagoulis.gr/tag/%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82

  63. sarant said

    59: Καταρχάς, δεν επιμένω. Με ρώτησαν στο 50 σε ποιο λεξικό βρήκα αναφορά σε αφυδάτωση. Να μην απαντήσω; Θα ήταν αγένεια 🙂

    Κατά δεύτερο, είναι αναμφισβήτητο -πέρα από την ετυμολογία- ότι το παπουδιάζω λέγεται από κυρίως έως αποκλειστικά για το χαρακτηριστικό ζάρωμα του δέρματος μέσα στο νερό, που είναι ζάρωμα από φούσκωμα και όχι από ξήρανση, ενώ το σταφιδιάζω είναι ζάρωμα από ξήρανση.

    Κατά τρίτο, η ετυμολογία ενμέρει μόνο προσδιορίζει τη σημασία -αλλά και ετυμολογικά να το πάμε υπάρχει μια ακόμα άποψη που μου την έστειλε φίλος με ηλεμήνυμα και μου φαίνεται πειστική, ότι το παπουδιάζω έχει να κάνει με την παπάρα. Θα το προσθέσω και στο κυρίως άρθρο.

    61: Σαρμάδες από τζιγιέρια 🙂

  64. silia said

    Το «παπουδιάζω» , μπορεί να προέρχεται από το «μπαμπουδιάζω» (κάπου αναφέρθηκε στα σχόλια , αυτό . Και το «μπαμπουδιάζω» , μπορεί να προέρχεται από το «μπάμπω» (=γριά, γιαγιά) …
    Μπορεί , λέω …

  65. #61 τὸ ἀγαπημένο μου φαγητό. μὴ πεθάνῃς πρὶν τὸ φᾷς!

  66. τυφλός said

    65, Θα πεθάνω αν το φάω. Κοίταζα το λινκ και σκεφτόμουνα πως ούτε πεθαμένη δε θα ήθελα να με ταϊσουν κάτι τέτοιο. Βγαίνω και βλέπω το σχόλιο σου… Μπλιαξ

    63β, 🙂

    62, Ευχαριστώ. Κεράστε τους υπόλοιπους. Εγώ έφαγα ωραιότατα ντολμαδάκια με γιαούρτι.

  67. Zazula said

    63: Αυτό το ότι «το σταφιδιάζω είναι ζάρωμα από ξήρανση» που λες είναι που δεν με βρίσκει σύμφωνο. Μπορεί έτσι να ξεκίνησε, αλλά πλέον το σταφιδιάζω είναι, για το δέρμα, το ζάρωμα εν γένει κττμά. Ούτε η πρώτη λέξη είναι (κάθε άλλο!) ούτε (εννοείται!) η τελευταία όπου παρατηρούμε σημασιακή διεύρυνση (ποιος π.χ. χρησιμοποιεί το -ώδης μόνο για οσμές;…). Και πρόσεξε λίγο και τον ορισμό τού ΛΚΝ — δεν κάνει να μένουμε μόνο στον Μπαμπινιώτη.

  68. #66 μπορῶ νὰ φάω τὴν μερίδα σου;

  69. Zazula said

    66: Δεν ξέρεις τι χάνεις… Θα μπορούσα να το τρώω ασταμάτητα αν κατάφερνα να πείσω τον πατέρα μου να το κάνει πιο συχνά… Μιαμ μιαμ μιαμμμμ… 🙂

  70. τυφλός said

    @68, Όλο τα ταψί. Αρκεί να μου αφήσεις τα τρίγωνα, τα σοκολατάκια, τα τσουρέκια του Τερκενλή… γενικά, ό,τι υπάρχει σε επιδόρπιο. 😉

  71. γιαμ γιαμ…

  72. #67 ἐγὼ πάντως ἔτσι τὶς ξέρω τὶς λέξεις, παππουδιάζω ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ σταφιδιάζω ἀπὸ τὸ γῆρας, καὶ μάλιστα τὸ δεύτερο τὸ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι. π.χ. ὁ Λουκιανὸς στὸ Κατάπλους ἢ Τύραννος (5): Μιλάει ὁ Χάρων γιὰ τοὺς πεθαμένους γέρους ποὺ ἐπιβιβάζει ὁ Ἑρμῆς στὸ σκάφος καὶ λέει: » Νὴ Δί’, ἐπεὶ ἀσταφίδες γε πάντες ἤδη εἰσί». Βέβεια ἔχει πεῖ προηγουμένως τὰ βρέφη «ὀμφακίας». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ζηνόβιος (1,96) παραδίδει τὴν παροιμία: «ἀνδὸς γέροντος ἀσταφὶς τὸ κρανίον».

  73. #36 κι ἐμένα φαφουτιάζουν καὶ δὲν ἔχω καθόλου πελοποννησιακὲς καταβολές.

  74. sarant said

    72: Στο σχ. 18 είναι «ασταφίς η κεφαλή» 🙂

    67: Ο ορισμός του ΛΚΝ: σταφιδιασμένος : 1. (ιδ. για καρπό) χάνω τους χυμούς, ξηραίνομαι και αποκτώ ζάρες όπως η σταφίδα: Σταφίδιασαν τα σταφύλια / τα σύκα. 2. (μτφ., για πρόσ.) α. ζαρώνει το δέρμα μου: Mια σταφιδιασμένη γριά. β. χάνω τη ζωτικότητά μου: Σταφιδιασμένη ψυχή.

    Ε, κι εδώ λέει για ξήρανση, έστω και στην κυριολεξία.

    Ο δε Σταματάκος δίνει συνώνυμα του σταφιδιάζω επί ανθρώπων τα: γηράσκω, ζαρώνω, αποσκελετώνομαι, στεγνώων λόγω γήρατος ή νόσου.

    Και το Μείζον: ζαρώνω, στεγνώνω.

    Όσο και να πεις, μια άλφα στέγνα υπάρχει στα λεξικά.

  75. μὰ ἡ σταφίδα στεγνώνει, γι’αὐτὸ ζαρώνει, ἅμα τὴν βάλῃς στὸ νερὸ φουσκώνει.

    δὲν εἶχα δεῖ τὸ 18, ἀλλὰ «τὸ κρανίον» ἔχω ἐγώ.

  76. alienellin said

    Zazuma Με διαφωτίζεις και με εκπλήσσεις και σε ευχαριστώ. Αλλά τι είναι ΜΟΤΟ, ΤΕ48/ΟΕ1, TELETERM., INFORTERM ; Απ’ ότι καταλαβαίνω έχουν να κάνουν με ορολογία. Αν δηλαδή είναι κάτι σ’ αυτές τις λίστες είναι και στην επίσημη ελληνική γλώσσα; Τώρα όσο για το αν είναι γλωσσικά επιτρεπτό ομολογώ ότι δεν κατάλαβα το παράδειγμα με το χρώμα-κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι χρωμικός; Μπα κοίτα! Το χρωμικός δεν το κοκκινίζει! Το οποίο μας φέρνει στον αγαπητό Μπουκανιέρο: θα ήθελα να πιστεύω ότι το ρημάδι το spell checker του word κάτι ξέρει, αλλιώς καήκαμε όλοι…….

  77. Zazula said

    74: Μα, δεν αρνήθηκε κανείς την κυριολεκτική σημασία ή/και την προέλευση της λέξης! Και το ότι τα παλιότερα λεξικά συνδέουν το σταφίδιασμα με νόσο ή γήρας το είπα πρώτος εγώ. 🙂 Αλλά προσωπικά δεν πιστεύω πως ισχύει πια αυτός ο σημασιακός περιορισμός. Πλέον σταφιδιάζω σημαίνει «ζαρώνω, κυρίως από φτώχεια» (επειδή, αν έχω φράγκα, κάνω μπότοξ και δεν σταφιδιάζω). :Ρ

  78. #77 πάντως μόλις γούγλισα τὸ «σταφιδιασμένη»καὶ «σταφιδιασμένος» καὶ διαπίστωσα ὅτι χρησιμοποιοῦνται κυρίως μὲ τὴν σημασία «ζαρωμένος ἀπὸ τὸ γῆρας», ὅπως τὰ χρησιμοποιοῦσα κι ἐγὼ δηλαδή.

  79. Zazula said

    76: Το παράθεμα από το Ορόγραμμα το έδωσα μόνο και μόνο για να εξηγήσω ότι ο όρος συστημικός υιοθετήθηκε στην ελληνική γλώσσα για να υπάρξει σημασιακή και ορολογική διάκριση από το συστηματικός.

    Ελληνική λέξη χρωμικός υπάρχει, με δύο σημασίες (η πρώτη είναι αυτή που μας ενδιαφέρει καθότι παράγεται από τη λέξη χρώμα, και αποτελεί τον λιγότερο συχνό παράλληλο τύπο τού χρωματικός). Αλλά η κυριότερη εξαίρεση του κανόνα -μα -> -ματικός είναι η λέξη διάστημα που δίνει διαστημικός.

  80. Zazula said

    78: Κορνήλιε, συ είπας «κυρίως». Η κουβέντα είναι για το αν πρόκειται για λάθος — όχι για το ποια σημασία είναι δημοφιλέστερη, επικρατέστερη κλπ. Και οι μειονοτικές σημασίες έχουν δικαιώματα! 🙂

  81. #80 εἶπα «κυρίως» διότι δὲν ἔψαξα ἕνα ἕνα ὅλα τὰ ἀποτελέσματα γιὰ νὰ πῶ «ἀποκλειστικῶς». ὅσα ὅμως εἶδα δειγματοληπτικῶς δικαιώνουν τὴν τεθεσπεισθεῖσαν καὶ νενομισμένην χρῆσιν!

  82. sarant said

    75: Δεν θα μαλλώσουμε 🙂

  83. Immortalité said

    Όχι μόνο τα χέρια και τα πόδια, ολόκληρη παπουδιάζω άμα κλείσω ώρα και βάλε στη θάλασσα 🙂
    Η μαμά (όταν ήμουν μικρή και του χεριού της) μου φώναζε να βγω έξω γιατί θα παπουδιάσω ολόκληρη, για να συμπληρώσει αφού έβγαινα τουρτουρίζοντας «σαν κουκί έγινες πάλι! (δεν ακούς, θα κρυώσεις, ποιος σε παλεύει κτλ κτλ)».

    Κάνουμε κι εμείς τη (σημαντική) διάκριση παπουδιάζω/σταφιδιάζω και αν και έχω παπουδιάσει πολλές φορές στη ζωή μου, δεν έχω ακόμα σταφιδιάσει 😀

    @66 Οι τσιγεροσαρμάδες βρε κορίτσι μου είναι θεϊκό φαΐ, μην το υποτιμάς αν δεν το δοκιμάσεις 😉

  84. sarant said

    Το απέξω των τζι-σαρμάδων είναι η μπόλια;

  85. George Critic said

    Καλησπέρα και από εμένα!
    Είναι πραγματικά περίεργες οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για την συγκεκριμένη έννοια ανά την Ελλάδα.

    Φερ’ειπείν, στην Πρέβεζα που μεγάλωσα λέμε «παπάδιασαν τα χέρια μας»,
    ενώ μου είχε φανεί αστείο όταν μια φίλη (από το Λεωνίδιο) είπε «βραχτάδιασαν τα χέρια μου».

  86. alienellin said

    Zazula ευχαριστώ πολύ.

    Κυρία δίπλα μου παιδί προσφύγων από Καππαδοκία και μεγαλωμένη Νέα Σμύρνη:
    Παππουδιάζω: ζαρώνω από νερό
    Σταφιδιάζω: ζαρώνω απή γήρας
    Σαφρακιάζω: άγνωστον

  87. #84 ἐγὼ σκέπη τὸ ξέρω. μπόλια πρωτόδα στὸν Καββαδία.

  88. Η μια γιαγιά μου (γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έφηβη μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη, έγγαμη «κατέβηκε» στην Αθήνα) μου έμαθε ότι τα χέρια παπουδιάζουν. Την ρώτησα γιατί δεν γιαγιαδιάζουν, αλλά δεν είχε εξήγηση.

  89. Immortalité said

    @84,87 Εμείς τη λέμε κνισάρα.

  90. bernardina said

    Σκέπη, μπόλια ή πάνα είναι το ίδιο: το περιτόναιο.
    Αλήθεια, οι τζι(γ)εροσαρμάδες είναι ίδιοι με τα φρυγαδέλια; (Αμάν κι έχω μια πείνα 😆 )

  91. Το παπουδιάζω χρησιμοποιείται και στην Νομανσλάνδη, όπου σημαίνει οτι συμπεριφέρομαι όπως οι ιθαγενείς του Παπουνάνε (μακρυνοί συγγενείς των Παπούα)

  92. bernardina said

    Μιχάλη, νομίζω πως το ρήμα που λες είναι το «παπουνανεδίζω». Μη μπερδεύεσαι 😆

  93. atheofobos said

    Η εκ Κρήτης σύζυγος μου παρά το ότι ξέρει τα παπούδια και το παπουδιάζω μου λέει κάθε φορά που θέλει να βγούμε από την θάλασσα-πάμε τα χέρια μου μπαμπάκιασαν!
    Προφανώς έγιναν μαλακά σαν μπαμπάκι.

    90-Bernardina-
    Η μπόλια δεν είναι το περιτόναιο είναι το επίπλουν.

  94. @90,93: Εγώ ένα ξέρω, ότι αν το πεις περιτόναιο ή επίπλουν, δεν τρώγεται με τίποτα… 😀

  95. atheofobos said

    94-Στέλιος-
    Το περιτόναιο ,εκτός αν είσαι χορτοφάγος, το τρως και το παρατρώς χωρίς να το καταλάβεις!
    Είναι η λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που επενδύει από μέσα την κοιλιά μας αλλά και όλων των ζώων!

  96. Κασσάνδρα said

    Και τα δικά μου χέρια παπουδιάζουν όταν μένω πολλή ώρα στη θάλασσα.
    ‘Κοίτα το σαφρακιασμένο» εννοεί ζαρωμένο ,οχι από το νερό αλλά από τον ήλιο ή την κακοπέραση.
    Και τις δύο λέξεις τις ξέρω και τις ακούω παιδιόθεν.

  97. Κοίτα να δεις τι μαθαίνω στα (σχεδόν) σαράντα μου… Πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό το παπ(π)ουδιάζω, ήξερα μόνο τα κοινολεκτούμενα μουλιάζω και φουσκώνω. Το σαφρακιασμένος το ήξερα, αλλά με τη σημασία «καχεκτικός», «μπασμένος», «μισή μερίδα» κτλ.

  98. betatzis said

    Σαφρακιασμένο λέει και ο Μπαρμπαγιώργος τον Καραγκιόζη ή τα παιδιά του.

  99. ΣΑΘ said

    Τελικά το «ξεγριτσιάζω», βρε παιδιά, (37), μόνο εμείς το χρησιμοποιούμε; Απλά με τρώει η περιέργεια !

    @ 90:

    «Φρυγαδέλια» ή «φρυγανέλια», η απόλυτη λ[ε]ιχουδιά !!

    Συκώτι από (μικρό) μοσχάρι και ‘σκέπη’, ‘μπόλια’, ‘πάνα’ (και στα μέρη μας) ‘πάγκα’ από αρνί.
    Δες και http://www.sintagespareas.gr/sintages/frigadelia.html

    Τελικά, είναι το ίδιο με τους «τζι(γ)εροσαρμάδες» ;

    @ 93 : Τι είναι το «επίπλουν» ;

  100. Δημήτρης Φύσσας said

    Νίκο,

    Πάλι και γαμώ τις συζητήσεις ξεκίνησες. Ποιος ξέρει πόσα άλλα ωραία έχασα εδώ, με κάτι ψευτοδιακοπές που πήγα..

    Το μαλλώνω (με δύο λ) είναι lapsus plictologiae ή άποψη;

  101. @95: Ευχαριστώ πολύ αλλά δεν πειράζει, δεν χρειάζεται μην είμαστε ανατομικά ακριβείς όταν περιγράφουμε φαγητά! 😀

    @99: Όχι δεν είναι το ίδιο, αν και φαντάζομαι έχουν παρόμοια γεύση! Οι τζιεροσαρμάδες είναι στρόγγυλοι, σαν μεγάλοι κεφτέδες. Τα συκωτάκια-γλυκάδια-κτλ είναι η γέμιση και η μπόλια το περιτύλιγμα. Τους έχει κι αυτούς στο σάιτ που λίνκαρες

    Πάντως και τα δυο νοστιμότατα μου φαίνονται, αρκεί να μην έρθει κανείς και στα πει επίπλεα ή περιτώναια και ξενερώσεις τελείως! 😀

  102. vikar said

    Μ’ αφορμή το σχόλιο 93, και με το συμπάθιο, να ξεστρατίσω ίσως λίγο την κουβέντα: άκουσα πριν κάνα ενάμισι χρόνο στη Θεσσαλονίκη (απο άτομο με ποντιακές καταβολές) το μπαμπάκι με τη σημασία «δάχτυλο ποδιού». Το ξέρει κάνας άλλος έτσι; Ξέρετε μήπως άλλες λέξεις που να χρησιμοποιούνται για τα δάχτυλα του ποδιού και όχι για του χεριού;

  103. Δημήτρης Φύσσας said

    Νίκο,

    Πάλι και γαμώ τις συζητήσεις ξεκίνησες. Ποιος ξέρει πόσα άλλα ωραία έχασα εδώ, με κάτι ψευτοδιακοπές που πήγα..

    Το μαλλώνω (με δύο λ) είναι lapsus plictrologiae ή άποψη;

  104. Το παπ(π)ουδιάζω, πρώτη φορά το συναντώ.
    Στην Κρήτη, δεν το έχω ακούσει ποτέ…
    Αυτό που ήξερα για την περίπτωση, ήταν το «φαφατιάζουν» (τα χέρια), ίσως η Πελοπονησιακής (ημι)καταγωγής μάνα μου να μου το είχε πει έτσι.
    Πάντως στον (σε λίγο) τρίχρονο γιόκα μου λέω «μουλιάσανε» τα χεράκια από το (πολύ) νερό.
    Και επειδή κάποιος το έγραψε, είτε ηθελημένα είτε όχι, το μούλιασμα είναι το ίδιο…
    Νομίζω η διαφορά έγκειται στην μεταβατικότητα (του ρήματος) αναλόγως της έκφρασης, π.χ. «θα μουλιάσω τα φασόλια απόψε», ή, «μούλιασα πάλι, τρεις ώρες στη θάλασσα!».
    Τι λες κι εσύ ΝΙκοκύρη;

  105. sarant said

    100: Ο Καζαντζίδης είχε τραγουδήσει τα μουτζουρωμένα χέρια, αλλά είδες ζήτηση που έχουν τα παπουδιασμένα χέρια;
    Το μαλλώνω είναι παραδρομή μου, κανονικά με ένα λάμδα το γράφω, αλλά πρόκειται για παλιότερη ορθογραφία, δεν την είχες συναντήσει στα χρόνια μας;

    102: Βικάριε, δεν ξέρω λέξη ειδική για τα δάχτυλα του ποδιού, δηλ. για το toe. Ωραίο θέμα! Αλλά ούτε το ‘μπαμπάκια’ το έχω ακούσει μ’ αυτή την έννοια.

    104: Ασφαλώς έχει διαφορά η μεταβατικότητα. Το «μουλιάζω» το λέω κι εγώ, για το σώμα όμως. Για κάποιο λόγο, με τα δάχτυλα έχω συνδέσει το «παπουδιάζω».

  106. atheofobos said

    99-ΣΑΘ
    Το επίπλουν είναι αυτό που όταν ανοίξεις την κοιλιά σε ένα αρνί το βλέπεις αμέσως και το λένε και ποδιά ή μπόλια. Είναι κιτρινωπός ιστός σαν τα γλυκάδια που κρέμεται από το παχύ του έντερο.

  107. Δημήτρης Φύσσας said

    Την είχα, Νίκο, γι΄ αυτό και ρώτησα αν είναι από άποψη.

  108. Zazula said

    99:
    επίπλουν (κ. επίπλοον) ονομασία που δίνεται στις πτυχές του περιτόναιου που εκτείνονται μεταξύ δύο ενδοκοιλιακών οργάνων· τα κυριότερα επίπλοα είναι το έλασσον (μεταξύ στομαχιού και συκωτιού) και το μείζον (ή γαστροκολικός σύνδεσμος) μεταξύ στομαχιού και εγκάρσιου κόλου
    περιτόναιο ορογόνος υμένας που εμφανίζει δύο πέταλα· με το ένα περιβάλλει τα ενδοκοιλιακά όργανα τελείως ή ατελώς (σπλαχνικό πέταλο) και με το άλλο καλύπτει, από την εσωτερική πλευρά, τα τοιχώματα της κοιλιάς (περίτονο πέταλο)· σε σχηματική παρουσίαση, το περιτόναιο σχηματίζει μεγάλη κοιλότητα, την περιτοναϊκή, όπου βρίσκονται τα διάφορα όργανα που περιβάλλονται από το περισπλάχνιο πέταλο

  109. oikodomos said

    Βεβαίως και «παπουδιάζουν» τα χέρια μου, ιδίως στη δουλειά, το χειμώνα. Είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτή τη λέξη και ομολογώ πως δεν μου αρέσει. Στον τόπο καταγωγής μου (Τζουμέρκα, Κυψέλη Άρτας) η λέξη αυτή είναι άγνωστη, τουλάχιστον σε μερικούς συγγενής που ρώτησα. Πάντως ό,τι μαθαίνουμεχρήσιμο είναι!

  110. Immortalité said

    Πάντως μια κατασκευαστική την στήνουμε εδώ μέσα στο πι και φι 🙂

  111. sarant said

    109: Ναι, αλλά πώς το λέτε με άλλη λέξη;

  112. g90131 said

    Στη Μεσσηνία πάντως τα χέρια μου από μικρό παιδάκι μούλιαζαν ή ζάρωναν. Έμαθα ότι παπουδιάζουν πολλά χρόνια μετά από φίλους από τη Μαγνησία και η λέξη μου φάνηκε πολύ αστεία…

  113. EmilofCrete said

    #106 [ Όνομα και πράμα… 😉 ]
    Για να κρέμεται από το παχύ του έντερο, πρέπει να είναι …ανάποδα!
    (όπως όταν το γδέρνουν μετά το σφάξιμο)

    Υ.Γ. Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε… μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε!
    (ειδικά με τις ανατομικές λεπτομέρειες μετά από τις γαστριμαργικές… κάποιων μάλιστα -όπως είπαν- ‘παπούδιασε’ η γλώσσα από τη λιγούρα!)

  114. oikodomos said

    Συνήθως «ζαρώνουν», αλλά και «παπαριάζουν». Το ρήμα «ζαρώνω» το χρησιμοποιούσαν οι γεροντότεροι και σαν «ηρεμώ» ή «μαζεύομαι». Ακόμα θυμάμαι τη γιαγιά μου, όταν την ενοχλούσε η φασαρία μου, να λέει νευριασμένη: «άι κατ’ ανέμ΄ άι, ζάρουσι στ’ γουνιά σ΄.»!!!

  115. ΣΑΘ said

    «Ξεγριτσιάζει» κανένας άλλος πουθενά, ωρέ παιδιάααααααα ;!;!;!
    (37, 99)

    @ 106, 108 :

    Ευχαριστώ πολύ.
    Άρα το επίπλουν (του ε π ί π λ ο υ !!) είναι συγκεκριμένο τμήμα τού περιτοναίου (‘πτυχές του’).

  116. silia said

    @ 115 ΣΑΘ
    Καλέ μου φίλε ΣΑΘ :
    το επίπλουν – του επιπλόου
    Αλήθεια , θα ήθελα να ρωτήσω, τα ουσιαστικά αυτού του είδους (το επίπλουν) , πως μεταφέρονται στην Δημοτική ;…
    το επίπλοο – του επίπλοου μήπως ;… ή κάπως αλλιώς ;

  117. @110: Ναι, αλλά θέλουμε και δικηγορίνα για να εγγράψει την εταιρεία. 🙂

  118. Κι εγώ (Αθηναίος με Ρουμελιώτη πατέρα) το «παπουδιάζω» το ήξερα από μικρός για το νερό, ενώ το «σαφρακιάζω» τώρα το πρωτομαθαίνω.

    Το τζιγεροσαρμά απεναντίας (και το όνομα και το πράμα) τον γνώρισα και τον αγάπησα μεγάλος, από τη γυναίκα μου, Θεσσαλονικιά μικρασιατικής καταγωγής, που τον λέει και «ντάρμπιν».

  119. tamistas said

    Γεια σας. Και τα δικά μου έως τώρα παπάριαζαν. Στο εξής … και θα παπουδιάζουν.

  120. #118 ἂν ξέρῃ νὰ φτιάχνῃ καλοὺς τζιεγεροσαρμᾶδες ἡ συμπατριώτισσα καὶ συμμικρασιάτισσα καὶ συθθεσσαλονικὰ τότε ἦταν λόγος ἱκανὸς καὶ ἀναγκαῖος νὰ τὴν παντρευτῃς.

  121. ΣΑΘ said

    @ 116 :

    Μου είναι δύσκολο να διαφωνήσω με μια εγνωσμένης αξίας Κυρία, η οποία, μάλιστα, ποτέ δεν παραλείπει να (με) να προσφωνεί τόσο ευγενικά.

    Όμως, μου είναι εξίσου δύσκολο να διαφωνήσω και με τον παλιό ‘γνώριμο’, μακαρίτη πια, Αχιλλέα (Τζάρτζανο) !….

    Λοιπόν, αγαπητή Άννιτσκα :

    Αν δεν κάνω λάθος, η λέξη (το) ‘επίπλουν’ είναι ο συνηρημένος τύπος τής λέξης (το) ‘επίπλοον’.
    Μιλάμε, δηλαδή, για το δευτερόκλιτο συνηρημένο επίθετο (ο και η) επίπλους [ασυναίρ. επίπλοος] (το) επίπλουν [ ασυναίρ. επίπλοον].

    Ως γνωστόν, τα δικατάληκτα συνηρημένα (σε -ους, -ουν), είναι σύνθετα επίθετα με δεύτερο συνθετικό τις λέξεις νους, πλους, ρους, χρους. Εν προκειμένω επί + πλους [ασυναίρ. πλόος].

    Η κλίση είναι:

    το επίπλουν, του επίπλου, τω επίπλω, το επίπλουν.
    Και στον πληθυντικό:
    τα ε π ί π λ ο α (μένει ασυναίρετο), τών επίπλων, τοις επίπλοις, τα ε π ί π λ ο α.

    Ο [ασυναίρ.] τύπος (το) επίπλοον, κλίνεται κανονικά (του επιπλόου κ.τ.λ.)

    Ως προς τη μεταφορά στη δημοτική, δεν είναι κακή η ιδέα σας:

    ‘το επίπλοο – του επίπλοου’ κ.τ.λ.

    Ας με διορθώσει κάποιος που μπορεί να τα θυμάται καλύτερα.

    Καληνύχτα σας!

  122. Immortalité said

    @ 117 🙂

  123. atheofobos said

    121 ΣΑΘ-
    Δεν ξέρω τι γράφει ο μακαρίτης ο Τσάρτζανος ,ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, δεν μου ήταν και από τους πιο αγαπητούς στα μαθητικά μου χρόνια, αλλά στην ιατρική το επίπλουν στην γενική είναι του επιπλόου, και δεν έχει καμία σχέση με την επιπλοποιία !
    Μπορείς να γουγλίσεις -του επιπλόου- και να διαβάσεις σωρεία από ιατρικές μελέτες για κύστεις επιπλόου, για συστροφή, για έμφρακτα κτλ και για μια σωρεία από ενδιαφέρουσες μεν ιατρικώς καταστάσεις που μπορεί να εμφανιστούν εκεί ,αλλά τελείως αδιάφορες γλωσσολογικώς.
    Τέλος για όσους δεν τους ενοχλεί να βλέπουν ιατρικές φωτογραφίες και δεν έχουν καταλάβει ακόμα τι είναι το επίπλουν μπορούν να δουν εδώ την εικόνα του στον άνθρωπο από χειρουργείο στο παρακάτω μακρυνάρι
    Δυστυχώς δεν βρήκα φωτογραφία του από αρνάκι αλλά στα ζώα το ίδιο είναι και είναι απαραίτητο για να νοστιμίσει το κοκορέτσι.
    Καλή σας όρεξη!

    http://www.google.com/imgres?q=omentum+majus&hl=en&safe=active&gbv=2&tbm=isch&tbnid=DQWwT0wXkpdiyM:&imgrefurl=http://www.springerimages.com/Images/MedicineAndPublicHealth/1-10.1007_s00104-005-1028-8-3&docid=WvTserGvilGMcM&w=300&h=297&ei=P64tTp3iLM668gOC8sXsCw&zoom=1&iact=hc&vpx=645&vpy=204&dur=1462&hovh=223&hovw=226&tx=120&ty=131&page=2&tbnh=165&tbnw=173&start=18&ndsp=10&ved=1t:429,r:8,s:18&biw=1138&bih=519

  124. #123 οἱ γιατροὶ ἀπὸ σεβασμὸ στὴν παράδοσι τοῦ Ἱπποκράτους γράφουν στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο καὶ μὲ ἀσυναίρετους τύπους. ἐντάξει; ἄντε, μὴ μαλλώσετε τώρα γι’αὐτό, 😛

  125. Μπουκανιέρος said

    Για τα φρυγαδέλια, δεν ξέρω αν είναι αιρετική παραλλαγή αλλά τα ξέρω (και) με συκωτάκια πουλιών, τυλιγμένα στη γνωστή πια μπόλια και, φυσικά, στα κάρβουνα.

    [Όσο για το άλλο, οι Παλιοί θα θυμούνται ότι, τον πρώτο καιρό τούτου του μπλογκ, είχα εκβιάσει μια πρόσκληση για τζιεροσαρμάδες από τους βορειοελλαδίτες της παρέας. Χωρίς επιτυχία.]

  126. ΣΑΘ said

    @ 123 :

    Επιμένετε: «….. στην ιατρική το επίπλουν στην γενική είναι του επιπλόου ….»

    Ακόμα κι αν στην ιατρική καθιερώθηκε ή χρησιμοποιείται πρακτικά έτσι, επιμένω και ελόγου μου -δεν μαλώνουμε- ότι είναι (γραμματικά) ΛΑΘΟΣ.
    Ούτε το μοναδικό είναι, ούτε (είναι) ‘προς θάνατον’.
    Και ο αγαπητός Κορνήλιος, (που αποδεδειγμένα έχει άριστες σχέσεις με τον Αχιλλέα Τζ ά ρ τ ζ α ν ο ) φαίνεται να συμφωνεί μαζί μου.

    Το (γραμματικά) σωστό, λοιπόν, είναι:

    το επίπλουν, του επίπλου.
    και
    το επίπλοον του επιπλόου.

    Και βέβαια είναι σωστό το ‘κύστεις επιπλόου’ κ.τ.λ. που λέτε.
    Μόνο που αυτό το ‘επιπλόου’ δ ε ν είναι γενική τής λέξεως (το) ‘επίπλουν’, αλλά της επίσης σωστά χρησιμοποιούμενης λέξεως (το) ‘επίπλοον’.

    Μη σας ξενίζει η γενική ‘του επίπλου’. Δεν παραπέμπει πάντοτε σε έπιπλα!…

    Κλείνω εδώ. Αν δεν σας έπεισα, καλή καρδιά!

    Γεια σας.

  127. ΣΑΘ said

    Επειδή δεν ευτύχησα -μέχρι στιγμής- να λάβω απάντηση, επανέρχομαι για 4η (37, 99, 115) και τελευταία φορά:

    Λένε, παρακαλώ, πουθενά αλλού, (εκτός από τα μέρη μου), ότι τα χέρια και τα πόδια μας «ξεγριτσιάζουν» (αντί σαφρακιάζουν, παπουδιάζουν, φαφατιάζουν, παπαριάζουν κ.τ.λ.) ;
    Εσείς, αγαπητέ Ν(ο)ικοκύρη, έχετε ποτέ ακούσει αυτή τη λέξη;

    Ευχαριστώ πολύ.

  128. ΣΑΘ said

    Αξιότιμε κ. Σαραντάκο

    Η δική σας θέση περί ‘επίπλου’ και ‘επιπλόου’ (99, 106, 108, 115, 116, 121, 123, 124, 126) ποια είναι;

    Τι να πρωτοπρολάβετε, θα μου πείτε…

    Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον!

    Ευχαριστώ πολύ.

  129. sarant said

    127: Αν το ήξερα, κάτι θα είχα πει, αγαπητέ. Ούτε το γριτσιάζω δεν ξέρω, πόσο μάλλον το ξεγριτσιάζω!

    Για το επίπλουν, με ποια γραμματική θα πάμε; Εδώ είναι ο κόμπος. Κι άλλες φορές βλέπουμε μιχτά κλιτικά σχήματα (ο Άδωνις, του Άδωνη). Κι εμένα δεν μ’ αρέσουν, αλλά μάλλον θα συμβιβαστούμε μ’ αυτά. Κι οι αρχαίοι άλλωστε είχαν δεχτεί τον πληθυντικό «πλόες» ή όχι;

  130. ΣΑΘ said

    @ 129 :

    – Ευχαριστώ.

    – Δεν πρόκειται περί αυτού. Τό ολοφάνερο λάθος, [‘το επίπλουν’ γενική ‘τού επιπλόου’ (116 και 123)], δεν δικαιολογείται με καμιά γραμματική.

    Ξαναδιαβάστε, παρακαλώ, προσεκτικά τα 121 και 126.

    Το αν η παγιωμένη (;) χρήση τού λάθους αυτού το επέβαλε (;) ως σωστό, αυτό είναι άλλο ζήτημα.

  131. «Κι άλλες φορές βλέπουμε μιχτά κλιτικά σχήματα (ο Άδωνις, του Άδωνη)»
    Να το λέμε στα Αγγλικά (έως Αμερικάνικα), Adonis. Προφέρεται Αντώνιςςςς (το ω μεταξύ ο και α) και λύνει το πρόβλημα.
    Και δεν θυμίζει τον …Μπουμπούκο!
    😉

  132. #130 συμφωνοῦμε ἀγαπητέ, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τσίμπησε ἀπὸ τὸν κυπριακὸ τύπο «συθθεσσαλονικιά» 😛 τώρα ἂν τὰ ἰατρικὰ ἐγχειρίδια γράφουν τὸ ἐπίπλουν τοῦ ἐπιπλόου κακὸ δικό τους. ὁ Ἄδωνις τοῦ Ἄδωνη εἶναι κι αὐτὸ λάθος. θὰ πῇς ὁ Ἄδωνης τοῦ Ἄδωνη ἢ ὁ Ἄδωνις τοῦ Ἀδώνιδος.

  133. bernardina said

    Κορνήλιε, το συθθεσαλονικιά είναι αφομοίωση, όχι κυπριωτισμός 🙂

    Για το η Χάρις (Αλεξίου) της Χάρης, τι να πούμε;
    ή η Άλκηστις της Άλκηστης;
    η Θωμαϊς της Θωμαής;

    Άσε, μεγάλο μπέρδεμα…

  134. sarant said

    130: Υπάρχει το λάθος, υπάρχει και η προφύλαξη, υπάρχει και ο κοινός νους. Δεν μπορεί να γράψει κανείς «κύστη επίπλου» ή «διάνοιξη επίπλου» και δεδομένου ότι η γραμματική της αρχαίας μας είναι γνωστή μεν αλλά ξένη, εικάζω πως οι γιατροί προτίμησαν το (όχι ολοφάνερο, αφού αφορά μια ξένη γραμματική: πείτε το αναμφισβήτητο) λάθος από το ολοφάνερο οξύμωρο. Θα μου πείτε, αν είναι έτσι γιατί δεν έκαναν τον ενικό «επίπλοον»; Δεν ακούγεται καλά, ίσως γι’ αυτό.

    Αλλά κάτι ανάλογο δεν γίνεται και με το πλους, που έχουμε ενικό «ο πλους» και πληθυντικό «οι πλόες» που δεν είναι αρχαίο;

  135. Zazula said

    Εεμμμ… κανείς σας δεν έχει ακούσει ποτέ για ελλειπτικά ονόματα; 🙂 Δηλαδή όποιος για γεν. ενικ. στη λέξη πρωί λέει και γράφει «του πρωινού» (που, λόγω των σημασιών τής λ. πρωινό, εισάγει συν τοις άλλοις και αμφισημία) διαπράττει «ολοφάνερο λάθος»; Ε, όχι δα! Το επίπλουν είναι στη νέα ελληνική ελλειπτικό ουσιαστικό (κι επίσης και απολίθωμα), χρηστικό μόνον σε ονομαστική και αιτιατική ενικού. Τις υπόλοιπες πτώσεις του τις καλύπτει ο παράλληλος (κ. ασυναίρετος) τύπος επίπλοον (του επιπλόου, τα επίπλοα, των επιπλόων). Καθόλου πρωτόφαντο φαινόμενο δε, οπότε δεν κατανοώ την έκπληξη που εκφράζεται από κάποιους. Εννοείται πως, όποιος θέλει να μιλάει ακραιφνώς αρχαία, μπορεί επίσης να λέει και του κρέως, τα κρέα, των κρεών για τη λ. κρέας. 😛

  136. Μετά την κατάποσιν του επίπλου
    ήλθε και η ρήξις του επίπλου

    Γιατί, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει εδώ μέσα με σχολική τάξη; οι σπασίκλες που θα τη βγουν ο ένας στον άλλο, οι ημιμαθείς που μετατρέπουν την ημιμάθειά τους σε αμπελοφιλοσοφία και μεταφραστικές αντιρρήσεις, οι «κύριε, κύριε, με είπε [ο,τιδήποτε]», «κύριε, κύριε, θα μας πείτε το σωστό; εγώ δεν το είπα πρώτος, ε;». Ό,τι, δηλαδή, νόμιζα ότι είχα γλυτώσει απ’ τα φόρουμ… γκκρρρ…

  137. Zazula said

    136: Επίτηδες το κάνουμε, για να σου τη σπάσουμε. 😛

  138. #137: μόνο για σένα δεν πήγαινε αυτό. Αλλά τσιμπάς, γενικώς, τι να σε κάνω

  139. bernardina said

    136: Επίτηδες το κάνουμε, για να σου τη σπάσουμε. 🙂 🙂

  140. Zazula said

    138: Είναι επειδή σε θέλω να περνάς καμιά βόλτα κι απ’ το φόρουμ μας… 🙂

  141. Νικοκύρη, τώρα το είδα. Δεν έχει ορθογράφο η wordpress. Ο browser σου μπορεί να έχει.

  142. #140 Εσάς δεν είναι φόρουμ, είναι κλαμπ 🙂 Προσπαθώ, αλλά πού να προλάβω… Και μάλλον δεν έχω βρει τις σωστές ρυθμίσεις για το feed των ανανεώσεων…

  143. Immortalité said

    @136 Γιατί, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει εδώ μέσα με σχολική τάξη;

    Ωχ! Πειράζουν και τα ποιηματάκια; 🙂

  144. sarant said

    141: Μάλλον έχει ο μπράουζερ, έχεις δίκιο!

  145. Immortalité said

    @138 μόνο για σένα δεν πήγαινε αυτό. Μόνο; 😦

  146. Ηλεφούφουτος said

    Προσπαθώ τόση ώρα να θυμηθώ τι άκουγα εγώ ως παιδί στη θάλασσα και το θυμήθηκα όταν έφτασα στο σχόλιο από Πρέβεζα :-). Αν και καμία σχέση με Πρέβεζα, παπάδιασαν και παπάριαζαν τα χέρια μας.
    Ζαζουλα 135, μ αρέσει ο τρόπος που το θέτεις. Ξέρω, μοιάζει σαν ανέκδοτο με τον Τοτό όπως το είπα αλλά το εννοώ. Καλή η ιδέα να δεις το επίπλουν ως ελλειπτικό (λόγω της προφύλαξης που επισήμανε ο Νικοκύρης) που αναπληρώνει ό,τι του λείπει από ένα παράλληλο κλιτικό σύστημα. Εδώ που τα λέμε, το «πλόες» (σχ 134) είναι πιο χοντρό «λάθος».
    Συμφωνώ και με τα περί ώσμωσης στο σταφιδιάζω, όπου ο Νικοκύρης μού φάνηκε παράξενα ρυθμιστικός.

    Την κέρδισα τώρα την πρόσκληση στα τζιεροσαρμαδάκια του μπαμπά; 😀

  147. Zazula said

    146: Ναι, ναι, την κέρδισες την πρόσκληση — άσε που, αν προφασιστώ μουσαφίρηδες στον μπαμπά, θα βάλει δύο ταψιά παπούδα συν τα υπόλοιπα συνοδευτικά μπερεκέτια (κεφαλάκια, τηγανιές κ.ά. σατανικά νόστιμους μεζέδες). 😀

  148. sarant said

    Και να είναι μεγάλα τα ταψιά 😉

  149. Ηλεφούφουτος said

    Ω ρε μάνα μου! Υπάρχουν ακόμα μπαμπάδες κιμπάρηδες!

  150. ΣΑΘ said

    @ 135 :

    Τα κατά πτώση ‘ελλειπτικά’ ουσιαστικά στη γλώσσα μας, είναι κυριολεκτικά ‘κουκιά μετρημένα’.

    Αν δεν κάνω λάθος, η λέξη (το) ‘επίπλουν’ [ουσιαστικοποιημένο επίθετο] δεν συμπεριλαμβάνεται σε κ α ν έ ν α ν κατάλογο (κατά πτώση) ‘ελλειπτικών’.

    Δεν νομίζω ότι μπορούμε αβασάνιστα να ‘βαφτίζουμε’ ένα ουσιαστικό ‘ελλειπτικό’ λόγω ενδεχομένης αγνοίας, ή απλώς επειδή έτσι (μας) ‘βολεύει’ ή μας ‘αρέσει’.

    Και κάτι ακόμα:

    Τα γλωσσικά ‘απολιθώματα’ ακολουθούν ‘απολιθωμένους’ γλωσσικούς κανόνες.

    Γεια και χαρά!

  151. ΣΑΘ said

    «Μετά την κατάποσιν του επίπλου
    ήλθε και η ρήξις του επίπλου»
    ……………………………………………..

    «Γιατί, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει εδώ μέσα με σχολική τάξη; οι σπασίκλες που θα τη βγουν ο ένας στον άλλο, οι ημιμαθείς που μετατρέπουν την ημιμάθειά τους σε αμπελοφιλοσοφία και μεταφραστικές αντιρρήσεις, οι «κύριε, κύριε, με είπε [ο,τιδήποτε]», «κύριε, κύριε, θα μας πείτε το σωστό; εγώ δεν το είπα πρώτος, ε;». Ό,τι, δηλαδή, νόμιζα ότι είχα γλυτώσει απ’ τα φόρουμ… γκκρρρ…» (136):

    Αξιότιμε Νικοκύρη (μας)

    Νομίζω ότι το παραπάνω κείμενο προσβάλλει βάναυσα (και κυρίως αναίτια) όλους και όλες που υποστήριξαν (κόσμια και καλόπιστα πιστεύω) τις απόψεις τους γύρω από το ποιο απ’ όλα είναι το ‘σωστό’ :

    το επίπλουν, του επίπλου,
    ή
    το επίπλοον του επιπλόου,
    ή
    το επίπλουν τού επιπλόου.

    [Είναι φανερό κατά τη γνώμη μου, ότι το συγκεκριμένο επικριτικό σχόλιο επικεντρώνεται γύρο από αυτό το θέμα].

    Ελόγου μου, κ. Σαραντάκο, δεν είδα πουθενά ούτε «σπασίκλες που θα τη βγουν ο ένας στον άλλο», ούτε «ημιμαθείς που μετατρέπουν την ημιμάθειά τους σε αμπελοφιλοσοφία».

    Αν η άγνωστή μου persona «Stazybο Hοrn» είδε, τότε αυτοί πρέπει να ήταν οι:

    Atheofobos (106, 123)
    Zazula (108, 135)
    Silia (116)
    Κορνήλιος (124, 132)
    Sarant (129, 134)
    και βέβαια ελόγου μου (99, 115, 121, 126, 128, 130).

    Ο/Η Zazula εξαιρέθηκε ρητώς και ο Sarant ‘αυτονοήτως’.

    Μένουμε οι υπόλοιποι 4.

    Θεωρώ μετά λόγου ότι το χαρακτηριστικό ‘γρύλισμα’ (emoticon) αποκλείεται να αφορά στην αξιολάτρευτη Silia ή στον δημοφιλέστατο και αξιολογότατο Κορνήλιο.

    Μένει ο Atheofobos και εγώ.

    Τα σχόλια τού πρώτου (106, 123) είναι απολύτως ανεπίληπτα για ένα γλωσσικό – λεξιλογικό μπλογκ.

    Δεν μένει παρά η μετριότητά μου.

    Με συναρπάζει η ‘περιπέτεια’ τών λέξεων, χαίρομαι την κατά κανόνα υψηλού επιπέδου συζήτηση και προσπαθώ το κατά δύναμιν να συνεισφέρω, καλόπιστα και όσο μπορώ πιο κόσμια.
    Δεν έχω να μοιράσω τίποτα με κανέναν.

    Δεν έχω παρά να εκφράσω τη λύπη μου γι’ αυτή την άδικη κατά τη γνώμη μου ‘επίθεση’.
    Θεωρώ ότι το κείμενο αυτό τού/τής Stazybο Hοrn, απλά τον/την χαρακτηρίζει.

    ΥΓ

    Αν τυχόν το σχόλιο 136 δεν αφορά και σ’ εμένα, παρακαλώ όλα τα παραπάνω να θεωρηθούν ως μη λεχθέντα.

    Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

  152. bernardina said

    ΣΑΘ, είστε απρόσεκτος.

    Λησμονήσατε κι εμέ την ταπεινή, που σχολίασα για τη Χάρη, την Άλκηστη, την Θωμαή…
    Δηλώνω δικαίωμα συμμετοχής (και λόγω επαγγέλματος, αλλά όχι μόνο)
    μιας και κάτι λέχθηκε περί μεταφραστικών αντιρρήσεων 😉

  153. #151 Είναι αυτονόητο πως κάθε κείμενό μας μας χαρακτηρίζει.

    Αν χρειάζεται διευκρίνιση, η προσωπική κούραση που εξέφρασα δεν έχει διάστημα αναφοράς ούτε τούτο το ποστ, ούτε τη σημερινή μέρα, ούτε καν τον τρέχοντα μήνα. Από εκεί και πέρα, όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται…

  154. Immortalité said

    @152 Έτσι έτσι να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους 😉 Αλλά αγαπητέ ΣΑΘ νομίζω ότι (χωρίς να θεωρώ ότι έχει κανείς μας ανάγκη υπεράσπισης) το σχόλιο του Στάζυ, αλλά και καθένος από εμάς, μπορεί να έχει τις ρίζες του σε διαφορετικό χρόνο/άτομο/ανάρτηση ή σε μια γενικότερη αίσθηση που τώρα του βγήκε να την εκφράσει. Ας μην χαλάμε τις καρδιές μας και εδώ 🙂

  155. Immortalité said

    Είδες για να μην κάνω ρηφρές… 😳

  156. sarant said

    Αφού με πρόλαβε ο αμεσότερα εμπλεκόμενος, νομίζω ότι περισσεύει να πω κι εγώ.
    Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με το σχόλιο του Στάζιμπου (δεν συμφωνώ τουλάχιστον με ένα μέρος του), αλλά ας μη δοθεί συνέχεια.

  157. ΣΑΘ said

    Aν κάποιος της παρέας μου είχε [οπωσδήποτε ‘ευλόγως’] εκλάβει συγκεκριμένη συμπεριφορά μου ως ‘προσβλητική’ γι’ αυτόν, το ελάχιστο που θα έκανα θα ήταν να του δώσω καλόκαρδα εξηγήσεις και να εκφράσω τη λύπη μου για την ‘παρεξήγηση’.

    Εν προκειμένω, η ασέβαστη και διαλυτική για τη συζήτηση φράση, «όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται…», κάνει σαφές ότι δεν κυκλοφορούν [και εδώ] μόνο υβριστές (που ‘βγάζουν’ -έστω άδικα- την ‘κούρασή’ τους), αλλά και άλλοι που δεν έχουν το θάρρος να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να εκφράσουν τη λύπη τους για ένα -εν πάση περιπτώσει ανθρώπινο- σφάλμα τους.

    Αντιθέτως, ζητάνε και τα ρέστα!

    Κι όποιος έχει τη μύγα, ας μυγιαστεί!…

    Τέλος από ‘μένα.

  158. Ἀχιλλέας Τζάλλας said

    135 Ἔ ὄχι και ἐλλειπτικὸ τὸ πρωί ! Τοῦ πρωιοῦ, βεβαίως βεβαίως, ποὺ εἶναι δόκιμο καὶ
    ὡραιότατο…

  159. «Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι»

  160. ΣΑΘ said

    @ ‘bernardina’ (152) :

    – Η παράλειψή μου ασυγχώρητη!
    – Ευπρόσδεκτη!

    @ ‘Immortalité’ (154) :

    Ευχαριστώ για την κατευναστική παρέμβαση.
    Κατανοητά όλα αυτά, μα υπάρχουν και όρια.

    ΥΓ
    Τι είναι αυτό το ‘ρηφρές’ που δεν κάματε;

  161. Immortalité said

    @160 ΥΓ ανανέωση της σελίδας να δω ότι είχε απαντήσει ο άμεσα ενδιαφερόμενος και άρα το δικό μου σχόλιο περίσσευε.

  162. duck said

    τα δικά μας χέρια και πόδια παπουδιάζουν ,γίνονται παπούδες,όταν μένουν πολύ ώρα στο νερό
    παπούδα στη μυτιλήνη λέμε το εσωτερικό (τον καρπό) του φρέσκου κουκιού ,που είναι φουσκωτό,έχει υγρασία και τρυφεράδα
    και πάει πολύ με τα ουζέλια μας

  163. Βασίλης Ορφανός said

    Αντιγράφω από το γλωσσάριο του βιβλίου «Mαντινάδες» της Μαρίας Λιουδάκι [1894 -1947], B΄ έκδ. 1971, σ. 361:
    «παπούδια (τα) : Φαγητό καμωμένο από διάφορα όσπρια (κουκιά, ρεβίθια, παπούλες) και σιτάρι, βρασμένα μαζί χωρίς λάδι. Τα παπούδια τα ψήνουν την Καθαρή Δευτέρα και την παραμονή των Φώτων ή και άλλες νηστήσιμες ημέρες. Τα παπούδια της παραμονής των Φώτων λέγονται «παλικάρια». Μ’ αυτά ταΐζουν την ημέρα εκείνη τα βώδια τους, και για να δυναμώσουν και από ευγνωμοσύνη. Ρίχνουν και στα δώματά τους για να φάνε τ’ αγριόπουλα και τα άλλα μικρά ζώα λέγοντας: «Φάτε έχνη και πουλιά, να συχωράτε του ζευγά».»
    Η μάνα μου τα παπούδια τα έλεγε «ψαροκόλυβα» < ψαρός = γκρίζος. Μάλλον αντιστοιχούν στους "χύτρους" ή την "πανσπερμία" των αρχαίων Ελλήνων.
    Ένα άλλο σαρακοστιανό …ντελικατέσεν ήταν τα "βρεχτοκούκια" , δηλ. κουκιά που τα μουλιάζανε μια-δυο μέρες να μαλακώσουν και τα τρώγανε με ελιές τις μέρες που νηστεύανε. Φυσικά τόσες ώρες στο νερό … παπουδιάζανε. Ίσως γι’ αυτό η μαμά της Immortalité (83) τής έλεγε ότι έγινε «σαν κουκί».
    Τα βρεχτοκούκια τα λέγανε (στη Φανερωμένη Ηρακλείου) και "γερόντους". Μήπως είναι μια παρετυμολογική «μετάφραση» από τα "παπούδια" ;

  164. νέο kid στο block said

    Μα τι απομένει επιτέλους σε εμάς τους ημιμαθείς μυγιασμένους αμπελοφιλοσόφους να κάμομε σ’αυτό το μπλογκ δια να μη προκαλούμε πνευματική κόπωση στους κήνσορες της σχολιογραφίας ;
    Προφανώς, να παρακολουθούμε αμίλητοι θαυμάζοντες και ευγνωμονούντες για τα αληθινής σοφίας λόγια των μεγάλων ανδρών ,όπως το θρυλικό
    ‘’Ναι, βαριά κουβέντα θα πω, αλλά ίσως ο κόσμος μας να ήταν καλύτερος αν οι γιατροί ξέρανε πράγματι στατιστική.’’ !!
    Zu befehl! Sieg Heil!

  165. Μπουκανιέρος said

    158-9 Και «θάλασσα του πρωγιού»: εκεί πρωτοείδα αυτή τη γενική, το 1972.
    Αλλά σπάω το κεφάλι μου χωρίς να μπορώ να θυμηθώ κάποιον που να τη λέει, όλ’ αυτά τα χρόνια. Φαντάζομαι, τον τελευταίο θα τον έβαλαν στην Ακαδημία!

    Επίσης: χωρίς να θέλω να καβγαδίσω με κανένανε (όχι τούτη τη στιγμή, τουλάχιστον), θα ήθελα να δηλώσω ότι νιώθω συχνά όπως κι ο Στάζυ (136).

  166. sarant said

    … τον τελευταίον θα τον έβαλαν στην Ακαδημία -καλό! (και… κακό:)

    Βασίλη, χαίρε!

  167. Immortalité said

    @163 Πολύ σωστά κύριε Ορφανέ· άλλωστε και τα ξερά κουκιά για να τα καθαρίσουμε τα αφήνουμε στο νερό τουλάχιστον μια νύχτα να φουσκώσουν. Κι αυτά παπουδιάζανε και φαίνεται τους έμοιαζα.

    Εάν δεν είμαι αδιάκριτη, είστε μαλεβιζώτης;

    @164 Φαίνεται δε διάβασες όλα τα σχόλια και σου ξέφυγε το 156

  168. νέο kid στο block said

    Μπα όχι, γλυκιά Ιμόρ. Δεν έδωσα συνέχεια. Απλά τέλος. 🙂

  169. Βασίλης Ορφανός said

    @ 167 Δεν είστε. Από το Καβροχώρι Μαλεβιζίου (< από τους πολλούς καβρούς, καβούρια, που υπάρχουν στα δυο ρυάκια που ζώνουν το χωριό.)

  170. Ἀχιλλέας Τζάλλας said

    159 Ἀκριβῶς !

  171. ΣΑΘ said

    @ 161 :

    Ευχαριστώ.

    Πού (ακριβώς) βρήκατε αυτή τη ‘φατσούλα’ που κοκκινίζει αιδημόνως;

    @ 165 :

    Στη δικιά μου έκδοση (φωτολιθογραφική ανατύπωση) τού «Ίκαρου» τού 1973, ο τίτλος είναι:
    ‘ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΟΥ’ και όχι ‘ΤΟΥ ΠΡΩΓΙΟΥ’

    Να ‘στε καλά.

  172. bernardina said

    171, α)
    επειδή η Ιμόρ μάλλον δεν… αναδύθηκε ακόμα, δείτε εδώ:

    http://codex.wordpress.org/Using_Smilies

  173. ΣΑΘ said

    @ 172 :

    Ευχαριστώ.
    Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας!

  174. bernardina said

    Παρακαλώ!
    Εκεί που είσαστε ήμουνα… 😉

  175. Immortalité said

    @171α & 172 Βλέπω η Μπέρνη μ’ έβγαλε ασπροπρόσωπη και το ερώτημα απαντήθηκε ορθώς και εγκαίρως 😉

    @169 Ευχαριστώ για την απάντηση. Είχα μια υποψία ότι μπορεί να είμαστε χωριανάκια (και όχι μόνο), αλλά ρώτησα την καθ’ ύλην αρμόδια και μου είπε ότι οι Ορφανοί είστε μεγάλο σόι και από ‘κείνη τη μπάντα δεν κρατάμε.

  176. vperle said

    τωρα που χαλαρωσαν τα πνευματα και στην ανατολικη Οσσα στ’ «Λαρσα» παπουδιαζουν και τα χερια και τα ποδια

  177. Ἀχιλλέας Τζάλλας said

    171β Ὅπως σὲ ὁλονῶν, φαντάζομαι…

  178. Δημήτρης Φύσσας said

    ΤΟ ΛΑΝΘΑΝΟΝ

    Νομίζω ότι η διατύπωση

    «Μετά την κατάποσιν του επίπλου
    ήλθε και η ρήξις του επίπλου”

    θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός θαυμάσιου ποιήματος. ή, ίσως, κι ένα ολοκληρωμένο μίνι ποίημα. Υπερρεαλιστικό, εννοείται.

  179. <οφ τόπικ>#178 Καθόλου λανθάνον, αγαπητέ, αλλά είπαμε… μερικοί κολλάνε περίεργα. Πιάσε το δάτον και κούρευτο… Καλά, δεν περίμενα και να αναγνωρίσουν και το url…</οφ τόπικ>

  180. επιστημονικές εικασίες (να δεις που διαβάζει Σαραντάκο κι ο Νταν…)

  181. sarant said

    Λες; 🙂

  182. Οι φωτογραφίες πιο πάνω αδικούν κατάφωρα το έδεσμα. Οπότε να η σωστή εικόνα (και ένα από τα δυο σωστά μαγαζιά, αν δεν τους βρείτε σπιτικούς).

  183. Φρατζέσκος Απείρανθος said

    Πολλά συγχαρητήρια για το site σας! Χαίρομαι ιδιαιτέρως που στο internet βρίσκει κανείς κάτι τόσο ενδιαφέρον! Είμαι απο την Απείρανθο της Νάξου και επειδη στο χωριό μας έχουμε ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα,ασχολούμαι εντατικα μ’αυτό και προσπαθω να ετυμολογήσω πολλές απεραθίτικες λέξεις.(Τυγχάνει να έχω σπουδάσει και φιλολογία). Κι εμάς λοιπόν στην Απείρανθο »παπουδιάζουν» τα χέρια μας,οι μέρες μας είναι »μπίζιλες» και τα μικρά παιδια μας είναι »μα’ι’τζέβελα». Στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας, μπορείτε να βρείτε πολλες ιδιωματικές λέξεις απ΄την Απείρανθο(βέβαια μέχρι τη λέξη »δαχτυλωτός»),τις οποίες είχε καταθέσει στην Ακαδημία η ποιήτρια μας Διαλεχτή Ζευγώλη και ο Γιώργος ζευγώλης καθώς επίσης και οι αδερφοί Σφυρόερα!

  184. sarant said

    Καλημέρα αγαπητέ!

    καλώς ήρθατε κι ευχαριστώ για τα καλά λόγια, βλέπω ότι διαβάσατε κι άλλα άρθρα του ιστολογίου. Έχω σε βιβλίο τις παροιμίες τις απεραθίτικες της Διαλεχτής Ζευγώλη-Γλέζου.

  185. Φρατζέσκος Απείρανθος said

    Δυστυχώς είναι η μόνη έκδοση της Ακαδημίας που αφορά στην Απείρανθο! Η Διαλεχτή Ζευγώλη έχει καταθέσει θησαυρό λαογραφίας του χωριού μας!( χιλιάδες λέξεις, τοπωνύμια,παρωνύμια,παλιά παραμύθια,νανουρίσματα,παλιά έθιμα,επωδές-ξόρκια,γητειές κτλ).’Ομως επειδή αυτά είναι στην Ακαδημία σε μορφή χειρογράφων, δεν επιτρέπεται σε κάποιον που θέλει να κάνει έρευνα να πάει να σηκώσει κάποια απ’αυτά. Έτσι θα μείνουν πάντα στην αφάνεια. Ο Μανώλης Γλέζος, κάνει μια προσπάθεια να συλλέξει όλες τις απεραθίτικες λέξεις,χωρίς όμως να έχει πρόσβαση στα χειρόγραφα της Ακαδημίας. Λένε ότι θα τα φτιάξουνε σε ηλεκτρονικη μορφή αλλα πότε?

  186. sarant said

    Έδώ έχουν ανέκδτες τις παροιμίες του Πολίτη….

  187. sarant said

    ανέκδοτες

  188. Ξενοφώντας Τζαβάρας said

    Συγνώμη για την καθυστέρηση αλλά Καλοκαίρι γάρ….

    Γενικά είναι συχνές και οι 2 λέξεις: παππουδιάζουν και παπαριάζουν τα χέρια πανελλαδικώς. Στην Ίμβρο πχ απ’ όπου κατάγομαι ‘πρέπ’ να βγούμι απ’ του νιρό όντις παπαριάζ’ τα χέρια μας’. Το ερώτημα είναι αν είναι διαφορετικής αρχής (παππούδα : παπάρα ψωμιού) ή μήπως προέρχονται και τα 2 από κοινή (από παππούδα > παππουδιάζουν και με παρετυμολογία παπαριάζουν).

  189. sarant said

    Και επιστημονικό άρθρο: γιατί παπουδιάζουν τα χέρια μας;
    http://well.blogs.nytimes.com/2011/09/12/really-the-claim-fingers-wrinkle-because-of-water-absorption/

  190. Kostas said

    η λέξη παπουδιάζω υπάρχει και στο γλωσσικό ιδίωμα της Σαμοθράκης, καθώς επίσης και η λέξη παπούδα (ο εσωτερικός καρπός του χλωρού φασολιού, το χλωρό φασόλι χωρίς το τσόφλι του)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: