Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Βρέθηκε ο μπασιούρης!

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2011


 

Λογάριαζα να μη γράψω σήμερα διότι εκτός από το… ραστόνι που επικρατεί γενικώς έχω μπλέξει και με κάτι άλλα που μου παίρνουν πολύ χρόνο -ωστόσο, βρέθηκε ο μπασιούρης κι έτσι προέκυψε ένα αρθράκι, όχι μεγάλο.

Να πάρω τα πράγματα με τη σειρά. Τις προάλλες συζητούσα (ιντερνετικώς) με μια παλιά γνωστή από τις πρώτες μέρες του Διαδικτύου, με την οποία είχαμε χαθεί. Μου έλεγε λοιπόν πως έχει μια μικρή κόρη, που  ακόμα δεν έχει χρονίσει, και πως η μητέρα της, όταν τυχαίνει να ταΐζει τη μικρή, χρησιμοποιεί μια περίεργη έκφραση. Είναι βλέπετε στη φάση της φρουτόκρεμας, και βέβαια το μωρό πασαλείβεται ολόκληρο (και μαζί πασαλείβει το σύμπαν σε ακτίνα δυο μέτρων), οπότε μόλις γίνει αυτό η γιαγιά λέει «έγινες πάλι μπασιούρης» ή, «γίναμε όλοι μπασιούρηδες».

Η φίλη μου απορούσε τι ήταν αυτός ο μπασιούρης. Τα λεξικά που είχε ψάξει δεν την είχαν βοηθήσει. Η μητέρα της δεν ήξερε να της πει, γιατί κι εκείνη το είχε ακούσει από τη δική της μητέρα και δεν είχε ποτέ της ζήσει σε χωριό. Στην αναζήτηση του μπασιούρη το γκουγκλ δεν βοηθάει, γιατί η λέξη είναι και επώνυμο, οπότε οι διάφοροι Μπασιούρηδες σκεπάζουν τη σπάνια λέξη. Υπάρχει αυτό το κακό με το γκουγκλ -όταν ψάχνεις λέξη που είναι και εταιρική επωνυμία ή επώνυμο πρέπει να κοσκινίσεις χιλιάδες για να βρεις εκείνην που αναζητείς.

Σκέφτηκα μήπως ο αρχικός τύπος ήταν «μπασιούρι» -και εκεί το γκουγκλ βρήκε ότι υπάρχει αυτό το μικροτοπωνύμιο στην περιοχή -παρέλειψα να σας πω ότι η μητέρα της φίλης μου είναι από Θεσσαλία, Καρδίτσα συγκεκριμένα- οπότε σκεφτήκαμε ότι ίσως σ’ αυτό το Μπασιούρι υπάρχουν τίποτα νερά που λασπώνουν, τέτοιο πράγμα. Καθόλου ικανοποιητική εξήγηση, αλλά δεν είχαμε άλλην και το αφήσαμε εκεί.

Χτες λοιπόν, καθώς έψαχνα κάτι για την ποιμενική ορολογία, που πρέπει να πούμε ότι είναι πολύ πλούσια, αφού έχει λέξεις για όλους τους βασικούς συνδυασμούς χρώματος και φυσικών χαρακτηριστικών του ζώου (μάλιστα υπάρχουν δύο ορολογικά σύνολα, ένα το ηπειρώτικο κι άλλο το κρητικό), τελείως τυχαία βρήκα ένα άρθρο όπου γινόταν λόγος όχι πια για τα πρόβατα και τις κατσίκες παρά για τα τσοπανόσκυλα -κι εκεί, βρέθηκε ο μπασιούρης! Ορίστε:

Μπασιούρης (ρικο): Μαύρο [τσοπανόσκυλο] με λευκά σημάδια στο στήθος, στο λαιμό, το επιρίνιο και τα άκρα.

Μπασιούρης, λοιπόν, είναι το τσοπανόσκυλο που έχει άσπρες πιτσίλες στο μουσούδι, στο λαιμό, στο στήθος -όπως ακριβώς το μωρό όταν έχει πασαλειφτεί με την κρέμα του! Την ετυμολογία της λέξης δεν την ξέρω, βλάχικη φαντάζομαι, κι αν έχετε ιδέα πείτε μου. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιείται και για γίδια ή πρόβατα, αφού πιο κάτω βλέπω μερικούς άλλους όρους (κάλεσο, λιάρο, μπάλιο) που τους ξέρω και στα αιγοπρόβατα.

Βέβαια, δεν έχω πει ακόμα στη φίλη μου ότι βρέθηκε ο μπασιούρης, και  δεν ξέρω μην της κακοφανεί που έμμεσα παρομοιάστηκε η κόρη της -θα είναι αγγελούδι, είμαι βέβαιος- με τσοπανόσκυλο, αλλά τουλάχιστον χάρηκα που η απορία λύθηκε και βρέθηκε ο μπασιούρης!

 

 

 

54 Σχόλια προς “Βρέθηκε ο μπασιούρης!”

  1. Να βρούμε και λίγο το κέφι μας με το μωρό και τον «μπασιούρη» που βρέθηκε γιατί πολλά χάνονται.

  2. Kι επιπλέον, μας θύμισες και το «επιρίνιο», καλή σου μέρα…

  3. bernardina said

    Επίσης βρέθηκε και η έκταση του σύμπαντος: έχει ακτίνα δύο μέτρων! 😆 😆

    Κάποτε σε μια εκδρομή στην Πελοπόννησο, κάνοντας περίπατο με την παρέα μου σταμάτησα για να χαϊδέψω ένα τρισχαριτωμένο νεαρό γατί. Μια ντόπια πιτσιρίκα που στεκόταν λίγο παραπέρα, μου είπε ότι είναι λιαρό. Όταν τη ρώτησα τι σημαίνει λιαρό, μου απάντησε ότι ήταν το ασπρόμαυρο ζώο. Από τότε χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, που μου άρεσε πολύ ο ήχος της (ίσως έχει να κάνει με τα αγαπημένα λάμδα και ρο). Τώρα μαθαίνω και το μπασιούρικο. Τι καλά! (Μωρά, ζώα, καινούργιες λέξεις… αυτό κι αν είναι χαρούμενο ξύπνημα!)

    Καλημερούδια σε όλους και όλες.

  4. bernardina said

    Επίσης είναι καλή ιδέα για ονοματοδοσία. Τον επόμενο μαυρόασπρο κόπρο που θα περιμαζέψω θα τον βγάλω Μπασιούρη. Νίκο, μόλις έγινες νονός! 🙂

  5. # 2: Τι έχει το επιρίνιο; Στην ιατρική ορολογία χρησιμοποιείται, όπως και το παραρίνιο που είναι πολύ γνωστό. Τώρα που το σκέφτομαι εγώ τα γράφω με δυο ρο. Επιρρίνιο – παραρρίνιο. Αλλά μπορεί και να τα γράφω λάθος. Πιο γνωστά είναι : «παραρρίνιοι κόλποι» , «παραρρινική κοιλότητα» και «παραρρινική κολπίτιδα» (κι από το τελευταίο όλοι ξέρουν την «ιγμορίτιδα» – το ιγμόρειο είναι ένας από τους παραρρίνιους κόλπους).

  6. bernardina said

    Επιρρίνειο δεν είναι συγκεκριμένα η ράχη της μύτης (bridge of the nose); Και κατά προέκταση ό,τι ακουμπάει -ή περίπου- εκεί; Όπως το επιρρίνειο των γυαλιών (εκείνες οι προεξοχές στο σκελετό που καμιά φορά καλύπτονται από σιλικόνη αν είναι κινητές), αλλά και στο κράνος της μηχανής. Methinks… 😉

  7. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    Ναι, εφόσον είναι λόγια λέξη, το επιρίνιο έπρεπε να είναι επιρρίνιο. Ας το έγραφε μουσούδι ο ευλογημένος…

  8. munich said

    Καλημέρα σας,
    να τη βγω κάπως παραδοσιακά? Τι θα λέγατε για μια ανάρτηση με βιβλία-προτάσεις για κείνους που θα πάνε παραλία και θέλουν να ξεχαστούν αλλά και για κείνους που φέτος δεν θα πατήσουν δαχτυλάκι σε αυτήν και θέλουν να το ξεχάσουν?
    Ξέρω είναι λίγο κλισέ αλλά πιστέψτε με βοηθάει και δεν χρειάζεται να επενδύσετε πολύ χρόνο αφού σίγουρα θα συμβάλουν πολύτιμα και με χαρα οι θαμώνες, αξιολογοι όλοι, του ιστολογίου?
    🙂

  9. sarant said

    Το έχουμε κάνει πέρυσι:
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/07/03/biblia/

    Αναρωτιέμαι αν έχει νόημα ένα νέο νήμα ή αν αρκεί να επαναφέρω το παλιό. Πάντα έχω αυτό το δίλημμα -αν κάνεις νέο νήμα χάνεις τα παλιά σχόλια, που κατά 80% ισχύουν, αν αναστήσεις το παλιό νήμα δυσκολεύεις τα νέα σχόλια.

  10. munich said

    μα το περσυνό είχα υπόψη μου και ομολογώ ότι το έκανα μπουκμαρκ και κάποια από τα προτεινόμενα τα διάβασα μες τη χρονιά και μου άρεσαν πολύ.
    Όσο για το δίλημμά σας, αν και δεν ήθελα να σας βάλω σε δύσκολη θέση, θα πρότεινα καινούργια ανάρτηση που στην αρχή ή στο τέλος να έχει παραπομπη στην παλιά. Έτσι ώστε κάπως να προταθούν βιβλία που διαβάστηκαν πρόσφατα και αξιζουν τον κόπο.
    ελπίζω να μη ζητάω πολλά, γνωρίζω ότι δεν πρόκειται για βιβλιογραφικό μπλοκ, απλά είχα πάρει τόσες καλές ιδέες πέρυσι…

  11. ναί, ἀλλὰ πόθεν ἐτυμολογεῖται ὁ μπασιούρης;

  12. sarant said

    Όπως γράφω,
    Την ετυμολογία της λέξης δεν την ξέρω, βλάχικη φαντάζομαι, κι αν έχετε ιδέα πείτε μου.

  13. Νέο kid στο block said

    Στον τόπο καταγωγής της μητέρας μου κάπου στη Φθιώτιδα (όπου από ότι ξέρω τουλάχιστον, δεν υπήρχε βλάχικο στοιχείο), άκουγα μικρός (πριν κάμποσα τερμηνάκια) την προσφώνηση μπασιουρομήτσος , μπασιουροτάδε ή μπασιουρολένη σχεδόν με την έννοια που αποδίδει ο Νικοδέσποτας του ατημέλητου ή τσαπατσούλη κυρίως και όχι μάλλον τόσο του μονίμως λεκιασμένου ή βρωμιάρη…

    Υπήρχε δε και σαν επίθετο Μπασιούρας (όχι Μπασιούρης) και για λόγους φαντάζομαι κοινωνικού τακτ, οι Μπασουραίοι στο επίθετο ,αποκαλούνταν Κώστας ή Μήτσος ή Τάκης Μπασιούρας και όχι Μπασιουροτάκης, Μπασουριοτάδε, (όπως ήταν σύνηθες για άλλα επίθετα λ.χ Σαραντακονίκος).

  14. Και ο Voulagx πρέπει να λείπει στα θερινά βοσκοτόπια.

  15. Το μωρό, δηλαδή, γινόταν σαν τον μούργο. Η λέξη μούργος, μας είπε ένας βλάχος στη Βάλια Κάλντα, έχει και το χρώμα «μουργκό», δηλαδή ανακατεμένο και απροσδιόριστων αποχρώσεων. Όπως οι μούργοι σκύλοι.

  16. Νικοκύρη, μου έχεις δημιουργήσει κρίση ταυτότητας. Τι σκατά Θεσσαλός είμαι; Ούτε το χτεσινό παπουδιάζω ήξερα, παρόλο που κατά τον Δ. Φύσσα το λένε στην τιπουκειτομάνα Θεσσαλία, ούτε και το σημερινό μπασιούρικο είχα ξανακούσει, μολονότι κατά τη φίλη σου το λένε στην Καρδίτσα, όπου έχω περάσει μήνες και μηνάκια (καλοκαιρινά). Πρέπει να κοιταχτώ.

    Μια κι είπαμε για μωρά και για καινούργιες λέξεις, που αρέσουν στην αγαπητή Μπέρνι, ας προσθέσω δύο ακόμη διαλεκτισμούς. Οι κύπριοι παππούδες λένε τον μικρότερο γιο μου shαshούρη και βουρσούζη, που θα πει «λαίμαργος», «αυτός που τρώει γρήγορα και άτσαλα». Εννοείται ότι πασαλείβει και το σύμπαν σε ακτίνα είκοσι μέτρων (το δικό μας το σύμπαν είναι λίγο μεγαλύτερο από της φίλης του Νικοκύρη).

  17. Zazula said

    7: Τώρα που το λύσαμε το θέμα με τα επιρρίνιος / παραρρίνιος, με πόσα ρο γράφεται αυτός που είναι πάνω ή δίπλα στον Ρήνο; 😛

    Χωρίς πλάκα τώρα, βρήκα παραρήνιος (με ένα ρο) στον Γιοβάνη, κι ένα μοναδικό σχετικό εύρημα (παραρρήνιος) με δύο ρο στο νέτι.

  18. bernardina said

    Τιπού, φαταουλάκος ο γιόκας σου, ε; Χαλάλι βρε το πασάλειμμα, να σου ζήσει! (Κάπως έτσι -μου έχουν πει 😉 – ότι έτρωγα κι εγώ μικρή, γι’ αυτό έγινα ψηλή κοπέλα 😆

  19. #17 βάζεις δασεία στον Ρήνο;

  20. Zazula said

    19: Όχι. 🙂 Και είδα ότι οι περισσότεροι το γράφουν σωστά (γκουγκλίζοντας π.χ. «παραρήνια»).

  21. π2 said

    Μπάσης, Μπάσιος κλπ., αν δεν κάνω λάθος, είναι βλάχικα επίθετα. Το μπάσι γκουγκλίζεται ως αρχιτεκτονικός όρος των Βλάχων, αλλά το Κουτσοβλαχικό λεξικό του Νικολαΐδη δεν έχει κάτι σχετικό.

  22. Immortalité said

    @16 Είναι που έχεις ζήσει χρόνια στον Καναδά και έχεις αποκοπεί από τις ρίζες 😀

    Ούτε και ‘μεις εδώ κάτω τον ξέρουμε τον μπασιούρη. Αλλά κάθε μωρό που σέβεται τον εαυτό του γίνεται στο φαΐ μπασιούρης, απ’ όπου κι αν κατάγεται.

  23. Δημήτρης Μ. said

    Μήπως το μπασιούρης προέρχεται από τη μπασιά; Ο βρώμικος σκύλος που είναι αραχτός στην πόρτα και τεμπελιάζει;

  24. Δημήτρης Μ. said

    17 Σε ποιο μέρος της Καρδίτσας ξεκαλοκαίριαζες, Τιπούκειτε;

  25. Να που τα πασαλείμματα της πιτσιρίκας μας (καλώς υπέθεσες ότι πρόκειται για αγγελούδι)έδωσαν αφορμή για γλωσσικές αναζητήσεις!
    Μετά την τελευταία μας κουβέντα, είχα συνεχίσει το ψάξιμο για τη λέξη και τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τα δικά σου ευρήματα:
    Αφ’ ενός στην ψηφιακή μορφή της εφημερίδας της Ελασσόνας «Η έκδοση» βρήκα τη λέξη μπασιούρης – μπασιούρ(η)δες να αναφέρεται σαφώς σε σκύλο! Δες εδώ: http://www.ekdosi.gr/pdf/518.pdf στη σελίδα 6. (Παρεμπιπτώντος επίκαιρο και το πολιτικό μήνυμα της ιστορίας.)
    Αφ’ ετέρου ρώτησα την πεθερά μου (εκ Φαρσάλων ορμώμενη) και απάντησε με φυσικότητα «μπασιούρης είναι ο μουτζούρης».
    Εδώ θέλω να σημειώσω το βλέμμα των ηλικιωμένων όταν τους ρωτάμε κάτι τέτοια, ένας συνδυασμός απορίας, απαξίωσης και απελπισίας. Η πεθερά μου που δεν έχει πάει ποτέ σχολείο μας κοιτούσε σα να έλεγε «τόσα χρόνια παλέψαμε να αναστήσουμε αυτά τα παιδιά, να πάρουν πτυχία και διδακτορικά και δεν έχουν ιδέα ούτε από τα βασικά…»
    Πάντως κι εγώ θα ήθελα να μάθω την προέλευση. Θα ρωτήσω φίλη που έχει βλαχόφωνο πατέρα, αν το ξέρει και αν πάρω ενδιαφέρουσα απάντηση θα επανέλθω.

  26. sarant said

    Καλημέρα Γεωργία, ελπίζω να μην σε πείραξε η αναφορά 😉

    Αν μάθουμε τίποτε, θα σου πω!

  27. νὰ βάλω στὸ τραπέζι ἄλλες δύο λέξεις; σιοῦτο καὶ καλέσιο.

  28. sarant said

    Σιούτο είναι το ζώο που δεν έχει κέρατα (ενώ θα έπρεπε να έχει, δηλ. γίδι, τράγος, κριάρι).

  29. ppan said

    Tώρα που σας βρήκα προθερμασμένους, «τζιαούσης» τι σημαίνει; Το βρήκα ως «τσαούσης» να σημαίνει τον Τούρκο/Οθωμανό αξιωματικό, αλλά έλεγα μηπως έχει και άλλη σημασία, γιατί δεν ταιριάζει στο νόημα. Το κείμενο είναι του 18ου, τέλος.
    Ευχαριστώ

  30. ΑχιλλέαςΑ said

    Θυμάμαι το «μπασιούρης» σαν συνηθισμένη – και σχεδόν ταυτόσημη- ονομασία για τα τσοπανόσκυλα (όπως, π.χ., η κυρα – Μάρω για την αλεπού) και μάλιστα τα μεγάλα και άγρια τσοπανόσκυλα («Ήθελε να μπει ο λύκος στο μαντρί να φάει τα πρόβατα, αλλά πού να τον αφήσει ο μπασιούρης», από διηγήσεις του παπού μου). Σήμερα, στην ανατολική πλευρά του Κισσάβου, μπασιούρη λέμε τον χοντροκομμένο, τον ανοικονόμητο, τον άτσαλο άνθρωπο.

  31. Ηλεφούφουτος said

    Ππαν το «τσαούσης» ιστορικά έχει δηλώσει πολλά διαφορετικά οθωμανικά αξιώματα, όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και διοικητικά. Τσαούσμπασης (=αρχιτσαούσης) π.χ. ήταν τελετάρχης της αυλής, καμία σχέση με χατζάρες δηλαδή. Όλ αυτά τα λέω ελλείψει Δύτη.
    Τη μεταφορική σημασία αυτουνού που δεν σηκώνει πολλά πολλά φαντάζομαι θα την ξέρεις ήδη.
    Το τζ- αντί τσ- επίσης δεν πρέπει να σε μπερδεύει αφού παλιότερα αποδιδόταν έτσι ο φθόγγος.

  32. sarant said

    29: Γενικά είναι ο λοχίας. Ειδικότερα και παλιότερα:
    i) διαγγελέας· ii) πολιτικός σύμβουλος αρχηγού σώματος σε εκστρατεία· iii) διοικητής απομακρυσμένης επαρχίας ή νήσου
    (από τον Πάπυρο)

    30: Ευχαριστώ πολύ!

  33. @18: Μπέρνι, ευχαριστώ πολύ! Φαταούλας δε θα πει τίποτα — αυτός και τ’ αδέρφια του θα μας οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στη χρεωκοπία (και δε θα είναι καθόλου επιλεκτική).

  34. @24: Δημήτρη Μ, στα Καλύβια της Πεζούλας, πλάι στη λίμνη (όχι παίζουμε). Μιλάμε για εποχές που δεν έβρισκες ούτε ψωμί και γάλα ν’ αγοράσεις, όχι όπως τώρα που μου γίνανε τα Καλύβια τουριστική ατραξιόν. Το γάλα το παίρναμε απευθείας από τον παραγωγό (αγελάδα της θείας) και το ψωμί επίσης.

  35. bernardina said

    33 Αυτός και τ’ αδέλφια του; Και τ’ αδέλφια του;;; Πόσα έχεις βρε Τιπού; Πάντως, όσα κι αν είναι, να σου ζήσουν κι ας σε χρεοκοπήσουν! Σίγουρα θ’ αξίζει τον κόπο! 😆

  36. ppan said

    31 32: ευχαρσιτώ. δεν με μπερδεύει το τζ-, το νόημα με μπερδεύει.
    Ναι, το ξέρω το μεταφορικό: μικρή με λέγανε τσαούσα 🙂

  37. @35: Μπέρνι, για προσωπικά δεδομένα απευθυνθείτε στο Νικοκύρη! 🙂

  38. ΣΑΘ said

    Ονόματα γιδιών (κυρίως κατά Δ. Λουκόπουλο [«Ποιμενικά τής Ρούμελης», Δωδώνη] ):

    Κάλεσια (με άσπρο ‘μούτρο’), γρίβα (σταχτιά), κόκκια (‘κόκκινη’), ρούσα, γάζια (γαλάζια), λά[γ]ια, γαϊτάνω (με κοκκινωπά ζωνάρια στο ‘μούτρο’), ζώνω (με άσπρα ζωνάρια στη ‘μέση’ της), φλώρα (κάτασπρη), χιόνω (κάτασπρη), αράπω (κατάμαυρη), μπάλια (με ασπράδια [στο ‘μούτρο’] ), γκιόσα (μαύρη με καφετιές ραβδώσεις), σιούτα (χωρίς κέρατα -οι πιο πολλές κατσίκες έχουν κέρατα), λιάρα (με ασπράδια, ασπρόμαυρη), μπάρτσα (εμπρός άσπρη, πίσω μαύρη και το υπόλοιπο ‘καψαλό’), λιόπρα (κανελλιά), μούσκουρη και μούσκα (γκριζόχρωμη), κανούτα (γκριζόχρωμη), μούρνα (με βαθύ καφετί πρόσωπο και το υπόλοιπο σώμα άσπρο, αστέρω (με ένα αστέρι στο κούτελο -διαφορετικού χρώματος απ’ ό,τι το υπόλοιπο σώμα), ζαρκάδα και ζάρκα (με ζαρκαδίσιο χρώμα και κοντό μαλλί), λαγγόνω (με άσπρα μπαλώματα στη ράχη), καρλαύτω και κάρλα (με μεγάλα, σπαστά αυτιά), μόρφω, βάκρα (άσπρη με μαύρα μπαλώματα το ‘μούτρο’) κ.α.

  39. Δημήτρης Μ. said

    34. Εγώ τα καλοκαίρια μου τα πέρναγα στη Ρεντίνα. Στις ίδιες με σένα συνθήκες (όλα χειροποίητα, παρουσία πελάτου…, από την παραγωγή στην κατανάλωση κλπ). Τεράστια εμπειρία…

  40. Κώστας Καραποτόσογλου said

    Ὁ Δ. Δημητράκος (σ. 1061) ἔχει ἀποθησαυρίσει τὴ λ.:«ἀσπροκούτελος δημ. ὁ ἔχων λευκὸν μέτωπον· || ἐπὶ ζῴων κατοικιδίων, ὁ λευκότριχον ἐπὶ τοῦ μετώπου λόφον ἔχων, τὸ ἀσπροκούτελον | ὅταν ὡς δυσοίωνον λογίζεται | μπασούρι: ἀσπροκούτελο κριάρι,  – σκυλί», ἐνῶ δὲν ὑπάρχει ξεχωριστὸ λῆμμα μπασούρι· τὴ λ. ἔχει καταχωρίσει καὶ ὁ Π. Βλαστὸς (Συνώνυμα καὶ συγγενικά, Νέα ἔκδοση συμπληρωμένη ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ συγγραφέα, Ἀθήνα 1989, σ. 441:«μπασούρι· = ἀσπροκούτελο ζῶο σπιτικό».
    Ἡ λ. προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρωμουνικὸ bașúr, –ră,  πληθ. bașúrĭ, –re = 1) sale; sali; qui a le visage noirci. 2) cocasse ( = ἀστεῖος); oáĭe bașúră = brébis blanche qui a le museau noirâtre ( = ἄσπρη προβατίνα ποὺ ἔχει μαυριδερὴ μούρη), ἐνῶ ἡ ἀρωμουνικὴ λ. θεωρεῖται ἀγνώστου ἐτύμου (Tache Papahagi, Dicționarul dialectului aromân, general și etimologic, Deuzième édition augmenté, București 1974, σ. 257).

    Νίκαια 27/7/2011 Κώστας Καραποτόσογλου

  41. sarant said

    38: Ναι, ο Λουκόπουλος ήταν από τα μέρη τα δικά σας!

    40: Ευχαριστώ πολύ. Και άλλες φορές έχω πιάσει τον Δημητράκο να κάνει το ίδιο, δηλ. να αποθησαυρίζει μια λέξη στο ερμήνευμα άλλης και όχι σε δικό της λήμμα, π.χ. το παράκλι δεν έχει δικό του λήμμα, αλλά υπάρχει στο βαρταλαμίδι. Αν δεν το ξέρεις, δεν το βρίσκεις!

    Αφού bașúr θα πει καταρχάς λερωμένος, ταιριάζει στο πασαλειμμένο μωρό! 🙂

  42. basura δεν είναι ισπανικά τα σκουπίδια; να έχει άραγε σχέση με το βλάχικο, αν η βασική του σημασία είναι «λερωμένος»;

  43. Ηλεφούφουτος said

    Μπράβο Άγγελε!

    Να λοιπόν που βρέθηκε και η ετυμολογία που δεν δίνει ο Παπαχατζής!

    Η ετυμολογία του basura (αντιγράφω από το Diccionario de María Moliner): «De un supuesto latín vulgar «versura», derivado de «versus», participio de «vérrere», έστι δε «vérrere» «σκουπίζω, σαρώνω»

    Εντυπωσιακό το βρίσκω. Η λέξη επιβίωσε στη μία άκρη της ευρωπαϊκής Λατινιτάτης και στην άλλη (να υπάρχει και ενδιάμεσα κάποια ομόρριζο σκουπίδι ή λέρωμα;).

  44. ΣΑΘ said

    @ 41 (1) :

    Γείτονας ήταν (από την Αρτοτίνα Δωρίδος [1872] ) αλλά εμείς τον θεωρούμε ‘καταδικό μας’ !
    Στο Θέρμο υπηρέτησε ως δάσκαλος επί 32 ‘συναπτά’, εκεί παντρεύτηκε και έζησε ένα πολύ μεγάλο μέρος τής ζωής του, με επίκεντρο την πόλη αυτή έδρασε ως λαογράφος, εκεί συνέγραψε τα περισσότερα έργα του….

    Μας άφησε, μάλιστα, και το (ιδιαίτερης αξίας για ‘μας) βιβλίο του «Θέρμος και Απόκουρο».

    @ 43 :

    «… της ευρωπαϊκής Λατινιτάτης ….» (;!;!;)

  45. voulagx said

    Παρα λιγο να παθω κι εγω μια κριση ταυτοτητας,οπως ο παρα τοις κουμπαροις συθθετταλος, ευτυχως μ΄εσωσε ο … μπασιουρης! ( το παπουδιαζω δεν το ηξερα).
    Δεν εχω παρα να επιβεβαιωσω τα σχολια του Δυτη (#14) και του κ. Καραποτοσογλου (#40).
    Θυμαμαι την εκφραση «ti adrași bașur» (=εγινες βρωμικος, λερωθηκες) απο τα παιδικα χρονια.

    #5 Σοφια Κολ., δεν ξερω για ιγμοριτιδα, αλλα εδω μεσα κανει θραυση η … ιμμοριτιδα!

  46. Immortalité said

    @45β Υπερβολές! 🙂

  47. Στάθης Γκότσης said

    Ωραία η συζήτηση με το ετυμολογικό! Έτυχε να έχω και εγώ ακούσει αυτή την λέξη από την μάνα μου και όταν την ρώτησα (μικρός ων) τι σημαίνει μου απάντησε ότι μπασιούρης σημαίνει κάποιος με «περίεργο» πρόσωπο, είτε από μόνιμα αίτια (σημάδια, μικρές δυσμορφίες) είτε από έλλειψη καθαριότητας (άπλυτο πρόσωπο, ενδεχομένως με μουντζούρες, σημάδια κ.λ.π.), που δίνουν την εντύπωση του «περίεργου» προσώπου. Μάλιστα αν αποκαλούσες κάποιον «μπασιούρη» ήταν απαξιωτικό ή κοροϊδευτικό. Μάλιστα όταν κάποια εποχή ο αδερφός της την κορόϊδευε ο πατέρας μου την συμβούλευσε να τον αποκαλέσει «μπασιούρη». Η συμβουλή απέδωσε γιατί μόλις άκουσε ο θείος μου «γεια σου μπασιούρη» από την μάνα μου δεν την ξανακοροϊδεψε ποτέ πια! Ιστορίες του χωριού και της προπολεμικής-μεταπολεμικής Ελλάδας.

  48. sarant said

    Ενδιαφέρον! Σε ποιο μέρος έγιναν αυτά, αγαπητέ;

  49. Κώστας Καραποτόσογλου said

    Ἡ ἐτυμολογία τῆς ἰσπανικῆς λ.: « basura ( = σκουπίδια) “De un supuesto latín vulgar “versura”, derivado de “versus”, participio de “vérrere”, έστι δε “vérrere” “σκουπίζω, σαρώνω” », ὅπως παρατίθεται στὸ (#43) σχόλιο τοῦ Ηλεφούφουτου ἀπὸ τὸ Diccionario de María Moliner εἶναι σωστὴ γιὰ τὰ ἰσπανικά, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω ὅτι σχετίζεται μὲ τὸ ἀρωμουνικὸ bașúr, –ră, πληθ. bașúrĭ, –re = 1) sale; sali; qui a le visage noirci, παρὰ τὴ διαφαινόμενη ὁμοιότητα, γιατὶ ὁ Tache Papahagi, Dicționarul dialectului aromân, general și etimologic, deuzième édition augmenté, București 1974, ἔχει λάβει ὑπόψη του μιὰ τεράστια βιβλιογραφία καὶ στὴ σ. 1396 – μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔργων – παρατίθεται ἡ κορυφαία ἐργασία τοῦ W. Meyer-Lübke, Romanisches etymologisches Wörterbuch, Heidelberg 1935, ὅπου στὸ λῆμμα 9244, ἀναφέρεται: «vĕrsōria “Besen” ( = σκούπα). Galiz. [= γαλικιανό, βορειοδυτικὴ ἰσπανία] bassoira, portg. vassoura, dazu span. basura “Kehricht” ( = σκουπίδια)».
    Οἱ Joan Corominas – José A. Pascual, Diccionario crítico etimológico Castellano e Hispánico, τ. 1, Madrid 1987, σ. 539, παράγουν τὴν ἰσπανικὴ λ. basura ἀπὸ τὸ ἀμάρτυρο δημῶδες λατινικὸ *versūra “acción de barrer”, καὶ σχετίζουν τὴ λ. μόνο μὲ τὸ γαλικιανὸ basoira “escoba” ( = σκούπα), μὲ τὴν οὐσιαστικὴ γιὰ τὸ θέμα παρατήρηση ὅτι:«es ajeno a las demás lenguas romances ( = εἶναι ξένη στὶς ἄλλες ρομανικὲς γλῶσσες)», ἐνῶ τὸ σημασιολογικὸ πεδίο δὲν συμπίπτει.
    Ἡ ἀρωμουνικὴ λ. bașúr, –ră συνεχίζει νὰ παραμένει μὲ τὸ ἐρωτηματικό.

    Νίκαια 28/7/2011 Κώστας Καραποτόσογλου

  50. Στάθης Γκότσης said

    @ Κώστας Καραποτόσογλου: στον Αετό Μεσσηνίας

  51. Στάθης Γκότσης said

    Συγνώμη, η προηγούμενη απάντηση ήταν στον Sarant.

  52. Στάθης Γκότσης said

    Ενδιαφέρουσες οι ετυμολογικές διευκρινήσεις του Κου Καραποτόσογλου. Γηράσκω αεί διδασκόμενος!

  53. Ηλεφούφουτος said

    ¨Όντως ενδιαφέροντα. Το «es ajeno a las demás lenguas romances ( = εἶναι ξένη στὶς ἄλλες ρομανικὲς γλῶσσες)» πράγματι έχει βάρος.
    Μεγάλου κύρους το συγκεκριμένο λεξικό. Δύσκολο να εικάσω ότι δεν έχει λάβει υπόψη του τα Αρωμουνικά όταν το έλεγε αλλά μπορώ και να το αποκείσω; Λέω ειδικά «Αρωμουνικά» γιατί από μια πρώτη έρευνα διαπίστωσα ότι στα Ρουμάνικα δεν υπάρχει bașúr. Θα ήταν λοιπόν παράλογο να υποθέταμε ότι από το συντάκτη της παραπάνω κατηγορηματικής απόφανσης ξέφυγε αυτή η μικρή περιφερειακή ρωμανική γλώσσα;
    Είναι και που παραείναι σύμπτωση. Άλλωστε η σημασιολογική συνάφεια κατ’ εμέ υπάρχει. Ένα μικρό βηματάκι είναι από τη σημασία του «σκουπιδιού» άρα και της βρομιάς και της κηλίδας στη σημασία του λερωμένου και αυτού που φέρει στίγματα. Το κοινό σημασιολογικό πεδίο είναι αυτό του μη καθαρού, είτε από άποψη πάστρας είτε από άποψη (χρωματικής) ομοιομορφίας. Μάρτυς μου ο καφές μακιάτο!

  54. s.b said

    μπασιούρης,μπασιούρα=πασαλειμένος,-η…. λερωμένο,……μπασιουρίσκα=πασαλειμένος,λερωθηκα……τοπικη διάλεκτο των καραγκουνιδων…….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: