Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ηλίας Λεφούσης (1929-2008): Αυτοβιογραφία

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2011


Όποτε μπορώ, την Κυριακή βάζω θέματα λογοτεχνικά και σήμερα αυτό θα κάνω, χάρη στον κ. Βασ. Παλαμήδα που μου έστειλε προχτές ένα σύντομο αυτοβιογραφικό κείμενο του Βολιώτη συγγραφέα Ηλία Λεφούση (1929-2008), γραμμένο τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του. Ο Λεφούσης δεν είναι πολύ γνωστός, μεταξύ άλλων επειδή ως κάτοικος Βόλου έμεινε μακριά από τα λογοτεχνικά στέκια (και κυκλώματα) της πρωτεύουσας, αλλά έχει δώσει αξιόλογο έργο.

Το αυτοβιογραφικό του σημείωμα πρέπει να είναι αδημοσίευτο’ το βρήκα σοφό, χαμηλότονο, γλυκό -αλλά δεν θέλω να σας επηρεάσω, διαβάστε το εσείς. Στο τέλος ερμηνεύω μια-δυο λέξεις που ίσως δεν τις έχουν τα νεότερα πρωτευουσιάνικα λεξικά. Τη φωτογραφία του συγγραφέα τη βρήκα στο Διαδίκτυο, ενώ μερικά βιβλία του συγγραφέα υπάρχουν εδώ.

Ηλίας Λεφούσης, Αυτοβιογραφία

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Χρήστο. Ανθή τη μάνα μου, αδέλφια έξι, αγόρια τέσσερα, θυγατέρες δύο. Γιώργος, Αποστόλης, Κλεομένης, Βασιλική-Κούλα, Ηλίας και Γεωργίτσα, που χάθηκαν, πάνε πολλά χρόνια. Πατρίδα μου η Κερασιά του Βόλου. Σπίτια ως 150, ως 20 χιλιόμετρα από Βόλο. Παιδικά χρόνια δύσκολα, χωράφια κι’ αμπέλια, μεσαίο νοικοκυριό, άνθρωποι αποσταγμένοι, ζωή ταλαιπωρημένη.

Τα αδέλφια Αποστόλης και Κλεομένης, πήρανε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας (1941), κατοχή κατόπι, καιροί μελαγχολικοί, κακουχίες και δυστυχίες. Όλοι μας υπηρετήσαμε την αντίσταση ( 1941-1944), μικροί και μεγάλοι, η απελευθέρωση έπειτα, φυλακωθήκαμε και εξοριστήκαμε, διαλυθήκαμε κατά κράτος. Είμαστε όμως αγαθοί από χαραχτήρα, κακότητες και μίση ανύπαρκτα, με την ευγενέστερη έννοια του όρου.

Στα 1951 που αποφυλακίστηκα από τις φυλακές ανηλίκων της Κηφισιάς, γράφτηκα στο νυχτερινό γυμνάσιο Βόλου – δραματικά χρόνια. Σκηνές απ’ τη ζωή μου εκείνων των καιρών, καταχώρησα στο μυθιστόρημά μου Ασημίνα Λαΐου, που βγήκε το 1984 και που έλαβε το Κρατικό βραβείο πεζογραφίας.

Το ίδιο βιβλίο γυρίστηκε στη τηλεόραση – σήριαλ από τον σκηνοθέτη Τάσο Ψαρρά. Μαθητής ακόμη έγραψα το Ένας χειμώνας από τη ζωή μου (1960). Ως την ώρα που χαράσσω αυτές τις γραμμές (11-5-05) έβγανα 22 βιβλία, ενώ αναμένεται ένα βιβλίο αφιερωμένο στην οικολογία.

Έζησα όλα μου τα χρόνια στο Βόλο, πόλη που τράβηξα πολλά βάσανα, που όμως έγραψα όλα μου τα βιβλία και τα είδα να βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας κατά χιλιάδες. Εδώ έκανα οικογένεια, ό,τι ωραιότερο απόχτησα στη ζωή.

Στα 1966 παντρεύτηκα την Κωστούλα Ν. Αναγνώστου απ’ το χωριό μου, κάναμε δύο αγόρια , ο ένας γιατρός, ο άλλος γεωπόνος, Χρήστος και Νίκος. Διατήρησα για πολλά χρόνια ένα επαγγελματικό γραφείο με επιτυχία. Οι νύχτες ήταν αφιερωμένες στο διάβασμα και στο γράψιμο, ο Κύριος ήξερε γιατί. Κάποιους καιρούς έκανα τον ρεπόρτερ στη Θεσσαλία, εφημερίδα του Βόλου, επί Αχιλλέα Ορφανίδη – μελαγχολικές εποχές.

Ο Δήμος Βόλου με τίμησε με το μετάλλιο της πόλης για την προσφορά μου στα γράμματα και επίσης το Εργατικό Κέντρο, για το βιβλίο μου Το εργατικό κίνημα του Βόλου 1881-1936. Αν και αντιμετώπισα πολλά δεινά σ’ αυτή την πόλη, ζω ήρεμα στο σπίτι μου, με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ως άνθρωποι, αν και ζούμε πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, αντιπροσωπεύουμε έναν παραδοσιακό κόσμο που κουβαλάμε στις πλάτες μας και στην ψυχή μας. Ετούτο το αλαλούμ που ζούμε σήμερα δεν το πολυκαταλαβαίνουμε, ζούμε ίσως παράμερα.

Στα βιβλία μου, που έγραψα με πολύ πάθος, κινούνται μεγάλες ομάδες ανθρώπων ή και ολόκληροι λαοί, όπως είναι ο παλιός αγροτικός κόσμος της Θεσσαλίας και οι εργάτες των πόλεων. Αν και πιστεύω πως έγραψα μετά από γίγαντες, επιμένω να λέω πως με τα βιβλία μου έφερα άγνωστα πράγματα στην επιφάνεια, με μια προσωπική γραφή , που ήρθε ύστερα από μεγάλη άσκηση και τα πολλά χρόνια. Δεν δυσκολεύτηκα στις επιλογές των θεμάτων, όσο στη διατύπωση του λόγου. Οι σελίδες που με άνεση διαβάζετε στα βιβλία μου, κρύβουν πολύ μόχθο και γράφτηκαν πολλές φορές, ίσαμε να λάβουν τη μορφή που έχουν.

Στη πόλη που ζω, αν και συχνά φιλέρημος, με γνωρίζουν όλοι ή τουλάχιστον πολλοί. Ακούω καθημερινά «καλημέρα σας κ Λεφούση, πως πάμε; Γράφουμε κανά καινούργιο βιβλίο;» «Δόξασοι ο Θεός, κάτι γίνεται». Άνθρωποι της γειτονιάς και της πόλης. Οι κρυφές χαρές της ζωής, η παρηγοριά της ψυχής. Ο έκτακτος λόγος της καρδιάς. Οι συγγραφείς στην επαρχία λογαριάζονται ως καλοί άνθρωποι, κάτι σαν παπάδες να πούμε.

Θα μπορούσα να κατηγορήσω αυτή την πόλη στο πρόσωπο κάποιων βασανιστών της ζωής, που η μοίρα τους μπερδεύει στα πόδια σου. Μα η πόλη είναι εκείνη που με καλημερίζει κάθε πρωί και με καληνυχτίζει κάθε βράδυ. Κάτω απ’ το παραθύρι μου, η νεραντζιά, μου σπάζει τη μύτη με τα λουλούδια της και η βεράντα μου είναι καταστόλιστη απ’ τις βουκαμβίλιες. Τα χρόνια, αντίς να συσσωρεύουν πάθη, είναι λογικότερο να συσσωρεύουν σοφία. Η πόλη που ζω είναι η πόλη μου, είναι ο τόπος μου, που απάγκιασα τα όνειρά μου και έγραψα τα βιβλία μου. Σε ανάσα αναπνοής απ’ τις όχθες του Αναύρου, ώρα της άνοιξης, με ξεκουφαίνουν τ’ αηδόνια.

Aτενίζοντας πίσω δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπερδεύτηκα σ’ ετούτη την περιπέτεια με τη λογοτεχνία. Κανονικά θα ’πρεπε να διάλεγα ένα επάγγελμα, όπως οι νέοι του χωριού μου, αγρότης, τσομπάνος ή κιρατζής, αυτές ήταν οι επιλογές.

Μα όλα τα έφερε τούμπα η φυλακή, που στάθηκε για ελόγου μου ένα μεγάλο σχολείο. Έζησα πέντε χρόνια ανάμεσα σε πολιτικούς κρατούμενους, που κάμποσοι ήταν Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Εκείνοι μου έβαναν το βιβλίο στα χέρια μου και μου άνοιξαν τη μαγεία της γνώσης. Στα 1977 έκανα ένα σπίτι στην Πάνω Κερασιά, στο χωριό μου, την καμένη απ’ τους Γερμανούς. Εκεί περνάω τα καλοκαίρια μου. Εκεί έγραψα τα μεγαλύτερα βιβλία μου.

Ο πατέρας μου, μνημείο καρτερικότητας και υπομονής, χαραχτηριστικός τύπος της προπολεμικής μακάριας Ελλάδας, κουράστηκε πολύ ως να μας μεγαλώσει μια κοπή παιδιά. Δεν μιλάω για τη μάνα μου, που στάθηκε ένας μάρτυρας, ολημερίς να καταγίνεται με το νοικοκυριό και την έγνοια να μας ταΐσει, να μας ποδέσει και να μας βγάλει στον κόσμο. Η λαλιά της ηχούσε ακατάπαυστα στο σπίτι, φωνή καθαρή, περιεχτική και καλομιλημένη, η καρδερίνα. Άξιζε ένα βασίλειο και της χρωστάω πολλά.

Το αποκεί το σόι της, άνθρωποι της γης, ήταν αφοσιωμένοι στα εκκλησιαστικά και τηρούσαν τη θρησκευτική τάξη. Ο παππούς μου Δημήτρης Τσακμάκης καλός νοικοκύρης, ήτανε και ψάλτης και ο μπάρμπας μου ο Θανάσης επίσης αδελφός της μάνας μου. Ψαλτάδες ήταν επίσης απ’ το σόι της ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος Αναγνώστου και οι γιοι, Δημήτρης και Νίκος που ήταν πεθερός μου. Ανάμεσά τους και ο πολύκλαυστος δάσκαλος Γιώργος Κολιαμβές, που πέθανε στα 24 του χρόνια, άνθος. Σ’ αυτό το περιβάλλον να βάνουμε και τον Αντώνη Κολιαμβέ, τον ερημίτη της Άνω Κερασιάς, που έλαβε μαθήματα στη μεγάλη σχολή του Γένους και που η ζωή του στάθηκε μυστήριο για κείνονε που θα ήθελε να την μελετήσει.

Όλο το σπίτι των Κολιαμβέων, που είναι βαθύ και πολυδαίδαλο σόι από την πλευρά της μάνας μου, ήταν ένα σόι μυστηριώδες, που χάνεται στο χρόνο και τη σιωπή του. Πάνω στην προσάρτηση της Θεσσαλίας, 1881, τους συναντάμε ως πέντε αδέλφια να διευθύνουν στην Πόλη τα μεγάλα καταστήματα αποικιακών ¨Βόσπορος¨, που αμέσως με την προσάρτηση, τους καταστρέφουν οι Τούρκοι και γυρίζουν στην Κερασιά καραβοτσακισμένοι. Οι άνθρωποι εκείνοι ως κλώνοι του γένους μου άφησαν πίσω τους μια αξιοσέβαστη μνήμη που αξίζει να διατηρηθεί. Οι Κολιαμβέοι ήταν ξεχωριστοί άνδρες, ωραίοι και αριστοκρατικοί στους τρόπους, ακόμα και στις δύσκολες μέρες της ζωής. Η μάνα μου, που είχε μνήμη και ένα καμάρι για το σόι της, μίλαε συχνά για τους Κολιαμβέους, που έζησαν πολλά χρόνια στην ξενιτιά: Αλεξάνδρεια, Πόλη, Βουκουρέστι, Μόσχα και αλλού.

Ανιστορούσε τα κλέη τους. Το δάσκαλο Γιώργο Κολιαμβέ, που πέθανε στα 24 χρόνια του, τον έκλαιγε και τον τραγούδαε ίσαμε που πέθανε κι ίδια.

Δεν ξέρω γιατί κάθομαι και χαράζω αυτές τις γραμμές στο σπίτι μου, στον Άναυρο του Βόλου, Γαρέφη 4, Τετάρτη 11-5-05. Δεν έχω απαντήσεις μέσα μου. Μπορεί καμιά φορά να χρειαστούν για το άσημο άτομό μου. Προτού κλείσω αυτή τη σελίδα, να χαράξω και κάτι για τους Λεφουσαίους. Στα μητρώα της κοινότητας Μακρινίτσας αναφέρονται δύο καταχωρήσεις : Λεφούσης Δήμος του Κων/νου, έτος γεννήσεως 1880 και Λεφούσης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, έτος γεννήσεως 1845.

Για πολλά πράγματα δεν έχω ανταποκρίσεις μέσα μου, με κατέχει βαθιά σιωπή. Ζω πολύ μόνος. Και οι φίλοι χάθηκαν. Απ’την πόλη που βλάστησα, απ’την πόλη που χάθηκα. Το αίνιγμα της ζωής μου : η χειρ μου θα χαθεί η υπογραφή μου θα μείνει.

Βόλος 11-5-2005
Γαρέφη 4 – Άναυρος

Κιρατζής είναι ο αγωγιάτης. Το «άνθρωποι αποσταγμένοι» της αρχής, δεν το έχω συναντήσει, να είναι «αποσταμένοι»;
Πρόσεξα ότι «στην επαρχία οι συγγραφείς λογαριάζονται για καλοί άνθρωποι, κάτι σαν παπάδες».

Advertisements

22 Σχόλια to “Ηλίας Λεφούσης (1929-2008): Αυτοβιογραφία”

  1. Νέο Kid Στο Block said

    Μα τι ωραίο πράμα! Συγκινητικό και τόσο βαθιά ανθρώπινο και τί γλώσσα θαυμαστή!
    Μπράβο ρε Νίκο που το ανακάλυψες και το ανέδειξες!
    Το κιρατζής το έχω ακούσει στην Ευρυτανία για τους παλιούς αγωγιάτες που έκαναν κυρίως το δρομολόγιο (‘’εμπορικό’’ ή ‘’επιβατικό’’) με κάρα ή γαιδουρομούλαρα από Καρπενήσι προς Λαμία.
    Πόθεν ετυμολογείται;
    ΥΓ. Άνθρωποι αποσταγμένοι, ζωή ταλαιπωρημένη! Και μένα το μυαλό μου, στην πρώτη ανάγνωση, πήγε στο αποσταμένοι , στον κάματο και στην ταλαιπωρία αλλά μπορεί και να εννοούσε άνθρωποι καθάριοι και αγνοί σαν το απόσταγμα του τσίπουρου,ίσως.

  2. voulagx said

    Σαραντ, διορθωσε, «Ανιστορούμε τα κλέη τους.» εκει προς το τελος, «ανιστορούσε» πρεπει ναναι (και σβησε το παρον)

  3. gbaloglou said

    Αλλησμονώ και χαίρουμαι, θυμιούμαι και λυπιούμαι
    Την ξενητειά θυμήθηκα, και θέλω να πηγαίνω.
    Σήκω μάνα μ’ και ζύμωσε καθάριο παξιμάδι
    Με πόνο βάλε το νερό, με πόνο ζύμωσέ το,
    και με πολύ παράπονο βάλε φωτιά στο φούρνο.

    -Άργησε φούρνε να καείς κι εσύ ψωμί να γένεις
    Για να περάσει ο κιρατζής κι ο γιός μου ν’ απομείνει.

    (κιρατζής=οδηγός καραβανιού, αγωγιάτης. Κιρά=ναύλο, αραβιστί & από εκεί, τουρκιστί)

  4. gbaloglou said

    Και μένα με κέντρισε το «αποσταγμένοι»: πιστεύω ότι χρησιμοποιείται με την έννοια του «στραγγισμένοι» (απόλυτα συμβατό και με την «ταλαιπωρημένη ζωή» τους, βλέπε και «στράγγισε την ψυχή του»).

  5. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2: Έκανα τη διόρθωση αλλά, επειδή είναι έτσι στο πρωτότυπο, αφήνω το σχόλιό σου για να φαίνεται ότι έγινε διόρθωση.

    1-3: Επειδή με πρόλαβε ο Μπαλόγλου για τον κιρατζή, κι επειδή με το τραγούδι αυτό έτυχε να έχω κι εγώ ασχοληθεί, παραθέτω, έτσι σε sneak preview που λένε, το σχετικό λήμμα από ένα βιβλίο που ετοιμάζεται:

    Κιρατζής είναι ο αγωγιάτης, ο επαγγελματίας που έκανε με τα υποζύγιά του μεταφορές εμπορευμάτων και ανθρώπων τον παλιό καιρό, όταν αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ή ήταν ελάχιστα. Η λέξη είναι δάνειο από το τουρκικό kira (αραβικής αρχής) που σημαίνει «ενοίκιο, ενοικίαση, ναύλο». Πολλοί παρετυμολογώντας το γράφουν «κυρατζής», αλλά δεν έχει σχέση με κυρίους και κυράτσες. Λέξη κάποτε σχεδόν πανελλήνια, λείπει παραδόξως και από τα παλιότερα λεξικά.

    Ο κιρατζής μετέφερε κυρίως ασυνόδευτα εμπορεύματα, άρα έπρεπε να είναι άτομο εμπιστοσύνης. Μετέφερε επίσης όσους ξενιτεύονταν μέχρι τον σταθμό του τρένου ή το λιμάνι. Στο ηπειρώτικο τραγούδι «Κιρατζής» η μάνα παρακαλεί: «Άργησε φούρνε να καείς κι εσύ ψωμί να γένεις / Για να περάσει ο κιρατζής κι ο γιός μου ν’ απομείνει». Στην Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη, ο έφηβος αφηγητής στην πόλη μαθαίνει από τον κιρατζή του χωριού τα νέα της αγαπημένης του.

    Οι κιρατζήδες ήταν κοσμογυρισμένοι. «Χοχλιδολόγος, κιρατζής, φετσάς, κρασοπουλίτης / εγύρισα εφτά βολές, τσι γειτονιές τση Κρήτης» λέει η μαντινάδα. Υπάρχουν σήμερα; Φυτοζωούν, μεταφέροντας τους καλοκαιρινούς μήνες ξυλεία καθώς τα φορτηγά δεν μπορούν να μπουν στο δάσος. Σε συνέντευξη που έδωσε το 2008 ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ο τελευταίος κιρατζής των Γρεβενών, δήλωσε ότι σκεφτόταν να πάρει τα μουλάρια του και να εγκατασταθεί σε κάποιο από τα νησιά όπου δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα.

  6. «Καιροί μελαγχολικοί», «μελαγχολικές εποχές» λέει… και τι ευγενική φυσιογνωμία.

  7. gbaloglou said

    Αλησμονώ και χαίρουμαι («Κιρατζής»)

  8. Μια πιο συνοπτική σε 10 (9 συν μία συμμετοχή σε συλλογικό τόμο) από τα βιβλία του (έχει γράψει 22, όπως λέει -μάλλον τα υπόλοιπα 13 είναι είτε από μικρούς εκδοτικούς οίκους ή αυτοεκδόσεις, είτε πιο παλιά από τη biblionet)

    [Πρόσωπο = Λεφούσης, Ηλίας Χ. – Βρέθηκαν 10 αποτελέσματα]

  9. Kάτι από Κονδυλάκη; Όμορφο. ‘Αποσταγμένοι’, καθαρόν πνεύμα, κατασταλαγμένοι; Υπέροχον τράγημα, φίλε Νικοκύρη, καλή σας μέρα.

  10. Η ΛΕΞΗ «ΦΙΛΕΡΗΜΟΣ» !

  11. aerosol said

    #9:
    Συμφωνώ. Μια που μιλάμε για τον Βόλο σκέφτηκα την απόσταξη του τσίπουρου. Αποσταγμένοι, κατασταλαγμένοι, καθαροί, αγνοί από ξένα σώματα, όπως τους φίλτραρε η ζωή με τους πόνους της.

  12. Χ. Αρβανιτίδης said

    Εκείνο το «αποσταγμένοι», μάλλον για «στραγγισμένοι», που τούς εχουν στίψει, τούς έχει βγεί η τελευταία σταγόνα ικμάδας, μου κάνει, αν το συναρτήσω με το «ζωή ταλαιπωρημένη». Θα έλεγα οτι είναι λέξη κατασκευασμένη απο τον συγγραφέα νοηματικά, χωρίς άλλο ιστορικό.

  13. gbaloglou said

    12

    Αυτό λέω και εγώ στο #4, βασισμένος και στην έκφραση «στράγγισε την ψυχή του» (που είναι στην πραγματικότητα «στέγνωσε την ψυχή του», Νοτιοελλαδίτικη υποπτεύομαι).

  14. Νέος Τιπούκειτος said

    Τον είχα γνωρίσει τον Λεφούση, πολύ παλιά, νομίζω σε τραπέζι καθαροδευτεριάτικο. Ήμουνα πιτσιρικάς, ίσως 12-13 χρονών, και δεν καλοθυμάμαι πώς βρέθηκε μαζί μας — μπορεί και να έγινε στην Κερασιά το τραπέζι. Τον θυμάμαι ήσυχο και σιωπηλό, έτσι όπως φαίνεται και από το αυτοβιογραφικό του σημείωμα. Είναι αλήθεια πως στον Βόλο τον ξέραμε όλοι και τον αγαπούσαμε από μακριά — αυτόν και τους άλλους δύο ιστορητές της πόλης μας, τον σπουδαίο λαογράφο Κίτσο Μακρή και τον δάσκαλο Κώστα Λιάπη, που νομίζω ότι ζει ακόμα.

    Από το αυτοβιογραφικό του Λεφούση κρατάω τις δύο φράσεις: «Θα μπορούσα να κατηγορήσω αυτή την πόλη στο πρόσωπο κάποιων βασανιστών της ζωής, που η μοίρα τους μπερδεύει στα πόδια σου. Μα η πόλη είναι εκείνη που με καλημερίζει κάθε πρωί και με καληνυχτίζει κάθε βράδυ.»

  15. Μαρίνα said

    Ο έκτατος λόγος της καρδιάς…

  16. Πραγματικά, τι ευγενική φυσιογνωμία!

  17. Νέο Kid Στο Block said

    ΠΡΟΣΟΧΗ! ΑΣΧΕΤΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ:
    Σαραντάκο, αργείς! Αργείς πολύ και έχω αρχίσει να έχω εκφάνσεις στερητικού συνδρόμου …
    Άντε γιατί έχω έτοιμο πόνημα που συνδέει Νίτσε, Χάιντιγκερ ΚΑΙ Βιτγκενστάιν με τον Γιουνγκ και τις αποκρυφιστικές μελέτες του στο Ι-Τσίνγκ (μεγάλη η Χάρη Του…) και πώς ο Επίκουρος διαμόρφωσε το κίνημα των Χίπις και θα το ρίξω στο άλλο νήμα να γίνει χαμός σου λέω!:-) 🙂

  18. sarant said

    Αυτό με το Ι-Τσινγκ θα το χρειαστείς στο νήμα που θα έρθει -αλλά μόνο αυτό 🙂

  19. Νέο Kid Στο Block said

    Γουστάρωωω!! …άντε τρέχουν τα σάλια μου! 🙂

  20. Νίκος said

    «απόστασα» κουράστηκα, .χρησιμοποιείται και σήμερα στα χωριά του Πηλίου.

  21. Μαρία said

    20
    αποσταίνω> αποσταμένος
    αποστάζω>αποσταγμένος

  22. LUDENS said

    Συμφωνω με τον ΝΕΟ ΤΙΠΟΥΚΕΙΤΟ.Στον Βολο ολοι οι γραμματιζουμενοι τον ηξεραν κ τον σεβονταν.Στα μυθιστορηματα κ στα διηγηματα του διασωζει την ντοπιολαλια του Πηλιου κ του καμπου κ ειναι μια μεγαλη τοιχογραφια των ανθρωπων,των κολλιγων κυριως στις αρχες του αιωνα η λιγο μετα την προσαρτηση της Θεσσαλιας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: