Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Με γεια το κούρεμα, λοιπόν!

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2011


Πέρσι τον Δεκέμβρη είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με τον τίτλο «Με γεια το κούρεμα«. Καθώς σήμερα η λέξη έχει κυριαρχήσει στην επικαιρότητα, παρουσιάζω εκείνο το παλιό μου άρθρο, με κάποιες αλλαγές και κάποιες προσθήκες -βέβαια έτσι χάνονται τα παλιά σχόλια, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. 

Με γεια το κούρεμα, λοιπόν, φράση που τη λέμε σε κάποιον φίλο που παρουσιάζεται μπροστά μας φρεσκοκουρεμένος: στα μαθητικά μου χρόνια, επί χούντας, όπου κουρευόμασταν συχνά, όσο κι αν προσπαθούσαμε, βρέχοντας με λεμόνι τα μαλλιά μας και πατηκώνοντάς τα, να αναβάλουμε το μοιραίο για λίγες μέρες, τότε λοιπόν η φράση «με γεια το κούρεμα» συνοδευόταν απαραιτήτως από μια φάπα στο αποψιλωμένο σβέρκο, συνήθως χαϊδευτική και φιλική, αλλά κάποτε γερή από κανέναν άγαρμπο συμμαθητή. Σήμερα τη φάπα τη φάγαμε ξεγυρισμένη, και όχι από άγαρμπο συμμαθητή αλλά από πανίσχυρο εταίρο, οπότε σταματώ με τις παιδικές μου αναμνήσεις και αρχίζω να λεξιλογώ  για το κούρεμα και για άλλα συναφή.

Βέβαια, η λέξη «κούρεμα» δεν βρίσκεται στην επικαιρότητα με την κυριολεκτική της σημασία. Μιλάμε για το κούρεμα του χρέους, που είναι απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει το ίδιο. Στην πιο καθωσπρέπει οικονομική ορολογία λέγεται «περικοπή», το είδα και «απομείωση», αλλά στη γλώσσα της δημοσιογραφίας το «κούρεμα» είναι ακαταμάχητο, όσο κι αν το ψαλίδισμα θα ήταν ίσως σωστότερο.

Κούρεμα λοιπόν, λέξη που ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αρχαία οικογένεια λέξεων. Από το ρήμα κείρω, που δεν σήμαινε μόνο «κουρεύω» αλλά και γενικώς «κόβω», έχουμε το κέρμα, το κομματάκι δηλαδή, που γρήγορα εξειδικεύτηκε στη σημασία του μικρού νομίσματος. Από εκεί και η κουρά, που σήμαινε ακριβώς το κούρεμα, π.χ. των προβάτων, και που τη διατηρούμε στη σημερινή μας γλώσσα για την τελετή χειροτονίας των μοναχών πριν μπουν στο μοναστήρι -και χρησιμοποιούμε, τότε, τον άχρηστο πια αόριστο του ρήματος, όταν λέμε «εκάρη μοναχός», που μας θυμίζει και την απολιθωμένη μετοχή παρακειμένου κεκαρμένος που έδωσε τον τίτλο στο μυθιστόρημα Κεκαρμένοι του Νίκου Κάσδαγλη για τη ζωή στο στρατό. Καμιά φορά, το κεκαρμένος συνδυαζόταν με μιαν άλλη αρχαϊκούρα, εν χρω, κι όλο μαζί σήμαινε «κουρεμένος γουλί».

Από την ίδια οικογένεια και ο κουρεύς, και το κουρείον, που όλα τους είναι αρχαία, και το ρήμα κουρεύομαι και κουρεύω. Κι επειδή στον μεσαίωνα το κούρεμα, είτε του δόκιμου μοναχού που αμάρτησε είτε της γυναίκας που λοξοκοίταξε στον έρωτα, ήταν μια επίπονη και εξευτελιστική τιμωρία (δεν θα γινόταν και με τις ανέσεις των σημερινών κομμωτηρίων, αλλά μάλλον με την προβατοψαλίδα, όπως εμείς στις Βρυξέλλες), από την κουρά βγήκε το ρήμα «κουράζω» με σημασία τιμωρώ, ταλαιπωρώ, για να πάρει αργότερα τη σημερινή σημασία της καταπόνησης. (Κατά σύμπτωση, σε κάτι στίχους του Σαχλίκη που έπεσαν στα χέρια μου, βρίσκω τον στίχο ‘Όποιος λυπάται πολ’τικήν, Θεός να τον κουράσει”, δηλαδή να τον τιμωρήσει).

Κι επειδή οι ευτυχείς θεατές της κουράς και της διαπόμπευσης αποκαλούσαν «κουρόγιδο», κουρεμένο γίδι, τον δύστυχο ή τη δύστυχη που υπέφερε, πιθανώς να βγήκε από εκεί η λέξη «κορόιδο» και το ρήμα κοροϊδεύω. Αν δηλαδή πάρουμε τοις μετρητοίς την ετυμολογία, τώρα με το κούρεμα έχουμε γίνει τα κορόιδα της ευρωζώνης.

Τους προηγούμενους αιώνες, τον κουρέα τον είπαμε μπαρμπέρη και το κουρείο μπαρμπέρικο, λέξεις που είχαν προσωρινά επικρατήσει –είναι δάνειο από το ιταλικό barbiere, που ανάγεται στο barba, τη γενειάδα. Από εκεί είναι και ο βαρβάτος αλλά και ο μπάρμπας, ο θείος δηλαδή, όμως αν ξεστρατίσουμε δεν θα μας πάρει ο χώρος. Πάντως, ενώ ο μανάβης και ο μπακάλης και άλλες δάνειες και λαϊκές ονομασίες επαγγελματιών διατηρήθηκαν, ο μπαρμπέρης δεν τα κατάφερε, ίσως επειδή ο κουρέας έχει μια λαϊκή απόχρωση που δεν την έχει ο οπωροπώλης, ίσως επειδή το ρήμα κουρεύομαι παρέμεινε πάντοτε σε χρήση.

Και μάλιστα, πρόκειται για ρήμα που έχει έντονη φρασεολογική και παροιμιακή παρουσία. Ακριβώς από το κούρεμα της διαπόμπευσης βγήκε η περιφρονητική φράση άστον να κουρεύεται ή άντε να κουρεύεσαι!, δήλωση αδιαφορίας λέμε για πρόσωπα που δεν αξίζουν προσοχή ή σεβασμό. Και ίσως επειδή τα μαλλιά είναι ένδειξη υγείας, αφθονίας και πλούτου, όταν κάποιος στήνει μια (συνήθως όχι πολύ καθαρή) επιχείρηση για να κερδίσει αλλά τελικά βγαίνει ζημιωμένος, λέμε ότι πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Για μπερδεμένα ή παράλογα πράγματα από τα οποία δεν βγαίνει νόημα, λέμε πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεφ ’το –οι αρχαίοι έλεγαν «Ωόν τίλλεις», και παλιότερα είχε γίνει στη Λεξιλογία μεγάλη συζήτηση αν πρέπει να γράφουμε κούρεφ’το ή κούρευ’ το). Όσο για τον αρχάριο επαγγελματία που πειραματίζεται με αποτέλεσμα να υποφέρουν οι πελάτες του, λέμε ότι μαθαίνει κουρευτική στου κασίδη το κεφάλι, φράση που θα μπορούσαμε κάλλιστα να τη χρησιμοποιήσουμε για τους κυβερνώντες μας, τους τωρινούς και τους περασμένους.

Και για όποιον πληρώνει δυσανάλογα πολλά, λέμε πως πλήρωσε «τα μαλλιά της κεφαλής του». Όπως τώρα, που τον λογαριασμό του μπαρμπέρη καλούνται να τον πληρώσουν, για μιαν ακόμα φορά, τα συνήθη κορόιδα.

51 Σχόλια to “Με γεια το κούρεμα, λοιπόν!”

  1. Νέο Kid Στο Block said

    Σαν μέγα όνειρο ζωής την απομείωση είχον
    Λιτόν τε και απέριττον μεγαλειώδην στίχον
    συντάσσω ευθύς με έμπνευση και οίστρο ενθουσιώδη
    Πλέον μετά το κούρεμα θα έχω τα χρειώδη
    σεμνό αμνοερίφιο -το ξέρετε- τυγχάνω
    κουράς αμνών θύμα κι εγώ…
    μα θα εκδικηθώ, γινάτι θα το βάνω!
    Όποιος πηγαίνει για μαλλί προκύπτει κουρεμένος
    κι από Ευρωκονκλάβια φριχτά απομειωμένος
    Φραντσόζοι δε και Τεύτονες νυκτί συνδιαλλαχθήκαν
    και μάλλον την πιο συνετή λύση για μας εβρήκαν
    Το είπε και ο αρχηγός ο συνετός ΓΑΠάκος
    και μην ακούτε τα κουλά που λέει ο Σαραντάκος
    ‘’Πλέον μπορούμε ήσυχα να πα ν’ αναπτυχτούμε
    Το δυο χιλιάδες είκοσι στις αγορές να βγούμε!’’
    Μα λίγο είμαστε τρελοί κι απείθαρχοι συνάμα
    γι’αυτό η θειά Αγγέλα μας -το είχε μάλλον τάμα-
    θε να μας στείλει έναν σοφό σαν νέο Αρμασβέργκο
    τον Ράιχενμπαχ τον νουνεχή θα έχουμε στο σβέρκο
    Ναι, η εποπτεία θα’ν σκληρή μα και ενδεδειγμένη
    Αλλιώς επαίτη μου τσολιά ‘’βοήθεια’’… κεκαρμένη!
    Και μη βρεθεί κανένας σας να τα καταδικάσει
    Όποιος λυπάται πολ’τικήν, Θεός να τον κουράσει

    Και μέρα που ναι ρε παιδιά, ας πούμε κι ένα ΖΗΤΩ!
    Προς ΓΑΠ και Μπένι την τιμή, ας πιούμε ένα ζύθο!

  2. jimakos said

    Νικοκύρη, ίδια ρίζα λοιπόν έχει και η λέξη πουχρησιμοποιούν στην Κρήτη για τα ερίφια ??

    Επίσης απο το barba προκύπτει και η ονομασία των Barbados 😉

  3. rogerios said

    Πολύ ωραίο και στην ανανεωμένη κι επικαιροποιημένη μορφή του, οικοδεσπότη!

    Εκλεκτό, ως συνήθως, και το ποίημα του Νεοκίντ!

    Όσο για την επιλογή του «κουρέματος», αντί για το πολύ πιο ταιριαστό και λογικό ψαλίδισμα, έ, δεν είναι ακόμη μια απόδειξη για την τάση κάποιων (δημοσιογράφων, πολιτικών κι άλλων ματαιόσπουδων) να «μεταφράζουν» μηχανικά κι άκριτα αγγλικούς όρους;

  4. Νέο Kid Στο Block said

    «…να “μεταφράζουν” μηχανικά κι άκριτα αγγλικούς όρους»
    Και που να δεις τί γίνεται στην Μεγαλόνησο, αγαπητέ Ρογήρε!
    Ο «ούτω καλούμενος/η/ο» για τον αποκαλούμενο/η/ο από το the so called…
    Έχω «δεύτερες σκέψεις» για το έχω ενδοιασμούς, από το second thoughts.
    Και το κορυφαίο : «ΑΤΗΚ, ελεύθερη καπνού!» από το smoke free! 🙂

  5. Νέο Kid Στο Block said

    Σύννεφα, νοτισμένες στέγες, γυμνωμένα δέντρα. Το κουρείο,
    με τις δυό γέρικες φωτισμένες βιτρίνες του, χαμένο
    πίσω απ’ το χρόνο. Αυτοί που κάθονται στις πολυθρόνες
    έχουν αφεθεί σ’ ένα αλλού. Ο κουρέας φοράει
    μιά μακριάν άσπρη μπλούζα. Στα μανίκια του
    έχουν κολλήσει οι τρίχες από άγνωστα κεφάλια
    σαν ανεπαίσθητα καρφιά για ασήμαντες σταυρώσεις.
    Κρατάει ένα μακρύ ξυράφι ξυρίζοντας πρόσωπα απόντα,
    πρόσωπα ωχρά, κουρασμένα, που υποδύονται τους νεκρούς
    για να διαφύγουν την προσοχή του θανάτου. Κι ο θάνατος
    αισθάνθηκε απατημένος κι άχρηστος. Ο κουρέας
    τίναξε την πετσέτα του κι άρχισε να χιονίζει.

  6. oikodomos said

    Καλημέρα!
    Θυμάμαι εκείνα τα παλιά χρόνια στο σχολείο. Τότε που οι λέξεις και οι αξίες αντιστοιχούσαν στις πραγματικές τους έννοιες. Όταν λοιπόν κάποιος απο τους συμμαθητές έφτανε στην τάξη φρεσκοκουρεμένος, οι υπόλοιποι τον υποδεχόμασταν με φιλικές σφαλιάρες, ενίοτε πολύ …τσουχτερές. Ήταν όμως φιλικές και είχαμε το δικαίωμα και την ευκαιρία να ανταποδώσουμε κάποια στιγμή, στο μέλλον. Τώρα, μετά το …haircut, η σφαλιάρα που «τρώμε» είναι ξεγυρισμένη. Και όχι από χέρια φίλων. Μένει να αποδειχτεί αν θα καταφέρουμε κάποια στιγμή να ανταποδώσουμε…
    Καλή δύναμη!

  7. Βασίλης Ορφανός said

    Αντιγράφω από τη «Βαβυλωνία» (Σκηνή Δ΄):
    «η λέξις κουράδια παράγεται εκ του κείρω, καρώ, κέκαρκα, κέκαρμαι ο μέσος παρακείμενος· γίνεται καρμάδιον, και τροπή του α εις ε ψιλόν, γίνεται κερμάδιον προσθέσει δε του ιώτα, κειρμάδιαν, και αφαιρέσει του μ, κειράδιον, τροπή δε του ε εις ο και του ι εις υ ψιλόν, γίνεται κουράδιον, δι’ ου οι Κρήτες καλούσι τα πρόβατα, ή τας αγέλας, εκ του κείρεσθαι αυτά παρα­γομένης της λέξεως… »
    Και προσθέτω από το ποιμενικό λεξιλόγιο (της Κρήτης)τις λέξεις: οι κουρές (θηλ.), κουράτορας (κουρευτής), κουροψάλιδο, κουραδάρης (ιδιοκτήτης κοπαδιού), κουραδάρικος, κουραδώνω (επί ζώων, εντάσσομαι στο κοπάδι), άκουρος. Επίσης την έκφραση «Κουρέματά σου!» = αλίμονό σου!

  8. Και βέβαια, μετά από το κούρεμα, η συνήθης φιλοφρόνηση της μαμάς στο καμάρι της ήταν:
    «Εδειξε (ή έλαμψε) το προσωπάκι σου!!!».

  9. rogerios said

    @Νέο Kid Στο Block: το γνωρίζω και τρέμω ειδικά για κάποιους νομικούς όρους (από το «εμπίστευμα» για το τραστ, μέχρι… τα «οικόπεδα» στη θάλασσα). 😉

  10. Στα μέρη μου πριν από τη φάπα, συνηθιζόταν και το εξής πείραγμα: «Tι έγινε ρε; Νάρκη πάτησες;»

  11. Ηλεφούφουτος said

    «Κι επειδή οι ευτυχείς θεατές της κουράς και της διαπόμπευσης αποκαλούσαν «κουρόγιδο», κουρεμένο γίδι, τον δύστυχο ή τη δύστυχη που υπέφερε, πιθανώς να βγήκε από εκεί η λέξη «κορόιδο» και το ρήμα κοροϊδεύω»

    Να έχει σχέση; Θυμάμαι στα παιδικάτα μου να γίνεται παρόμοια διαπόμπευση (άγαρμπα;) φρεσκοκουρεμένων νηπίων, με το χορό των λοιπών καλοπαίδων να του φωνάζει εν χορώ και ρυθμικά: «κουρεμένο γίδι, κουρεμένο γίδι!»

  12. gbaloglou said

    Και μάλλον από το κούρεμα προέρχεται και το Κρητικό «κουράδι» = «(κουρεμένο) γίδι» (που ο νοικοκύρης δεν αναφέρει σήμερα αλλά το έχει συζητήσει πρόσφατα);

  13. gbaloglou said

    Η ερώτηση μου έχει ήδη απαντηθεί στο #7 😳

  14. sarant said

    Ευχαριστώ για τα σχόλια και για το ποίημα!

    Ως προς τα κρητικά κουράδια, στην πρώτη μορφή της ανάρτησης έλεγα ότι μάλλον από την κουρά προέρχονται, όπως γράφει και ο Βασίλης στο 7 και ο Γιώργος στο 12, αλλά επειδή υπάρχουν και άλλες απόψεις προτίμησα να μην το αναφέρω!

  15. κουράδι > curatolo/curatulu επόπτης, βοσκός
    αν ειν’απ’ το κείρω, επειδή τα κουρεύουν.

    η κουράδα όμως από πού; σαν να σημαίνει
    κομμάτι αυτού που τον έπιασε κόψιμο.

    εδώ προτείνεται
    και courbe, courir και κουραμάνα.

  16. Αρης said

    1) Δειτε μια εξήγηση για τη σφαλιαρα και το κουρεμα στο http://www.stougiannidis.gr/knight/knight_2.htm
    2) Στο 15. απαντώ το curatolo προκύπτει απ;o το το curare = φροντίζω και θεραπεύω .

    Δες την υποθεση στο ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ http://www.stougiannidis.gr/diapobeysi1.htm

    Το κούρεμα αποτελεί εξευτελισμό και ηθική κατάπτωση όχι όμως σωματική κόπωση. Το ρήμα «κουράρω»= φροντίζω < λατ. curare πέρασε μόνο σε πιο ειδική έννοια: είμαι γιατρός και φροντίζω τον ασθενή μου. (πρβλ. κουράτωρ, ο κουράντες,«κόβει κούρες», «ποιός γιατρός σε κουράρει»). Αυτός που έχει υποστεί τις φροντίδες του γιατρού του και βρίσκεται στο στάδιο της ανάρρωσης θα έπρεπε να λέγεται κουρασμένος ή κουραρισμένος. Αυτός πραγματικά είναι εξαντλημένος από την αρρώστια. Από τον κουρασμένο ξεκίνησε και η όλη δημιουργία των λέξεων (κουράζω αντί κουράρω). Μια σύγχυση με το κούρεμα είναι πιθανή αφού παλαιότερα ο κουρέας όχι μόνο εκούρευε αλλά και εκούραρε με φλεβοτομίες, βδέλλες, κλύσματα (σερβιτσάλια) κλπ. Ας λάβουμε υπόψη οτι το κουράρω = φροντίζω για την θεραπεία, θεραπεύω έχει την έννοια διορθωτικού μέτρου. Παρόμοιο μέτρο, απο ηθικης πλευρας, ενα μέτρο σοφρωνισμού, ήταν η διαπόμπευση. (πρβ. «θα σε συγυρίσω» ισοδύναμο προς το «θα σε διορθώσω»)

  17. Μαρία said

    >ο μπαρμπέρης δεν τα κατάφερε, ίσως επειδή ο κουρέας έχει μια λαϊκή απόχρωση

    Και ο λαϊκός πληθυντικός οι κουρέες.

  18. sarant said

    15: Νομίζω πως η κουράδα είναι το σκωράδιον.

  19. Μαρία said

    18 Για τον Κριαρά σίγουρα, για το ΛΚΝ ίσως.

  20. Αρης said

    Μαρία 19.
    ΕΓΩ ΨΗΦΙΖΩ ΚΡΙΑΡΑ.
    Καί το σκατό προήλθε από το σκώρ, γενική του σκατός.

  21. Οι παλιοί προβαταραίοι την εποχή της κουράς την έλεγαν κούρο (ο κούρος, αρσενικό).
    #18: Πάντα αναρωτιώμουνα τι σημαίνει η επιγραφή «Σκωραμίδες» σε πόρτα Νοσοκομείου!

  22. Μαρία said

  23. Αρης said

    Απαντώ στο #22
    Προσκυνώ.
    Το σκωρ + αμίς (γεν. αμίδος) ειναι το το ουροδοχείο. βλ. ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, Ι. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΣ, ΦΟΙΝΙΞ, 1972. Αρα το σκωραμίς είναι το ουρο-δοχείο για τα σκατά (ατυχής συνδυασμός του ουρο- περιττεύει και αντιφάσκει, σκωρο-δοχείον). Σημαίνει την λεγόμενη «πάπια» ενώ η «αμίς» λέγεται «παπάκι» στην νοσοκομειακή ορολογία.
    ενδιαφέροντα ομόριζα είναι η σκουριά εξ ου και απόπατος) και αφοδεύω (Απο+οδευω > εξ ου και αφοδευτήριον) και τα δυο σημαίνουν βγαίνω από το δρόμο μου (για να τα κάνω πισω απο κανενα θάμνο).

    «Κανω την πάπια» σημαινει κατι αλλο.

  24. # 16 Παλαιότερα εξάλλου οι χειρουργοί δεν ανήκαν στον ιατρικό κλάδο αλλά ήταν αυτόνομη ειδικότητα που ανήκε στη συντεχνία των κουρέων. Στην Ελλάδα δεν νομίζω να υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός, αλλά σίγουρα στην Αγγλία και γενικότερα στην Δυτική Ευρώπη υπήρχε.

  25. Ιδού και το σχετικό άρθρο από Βικυπαίδεια

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82

  26. Μαρία said

    27 Με ανακρίβειες.
    Κουρείς-οδοντίατρους είχαμε κι εδώ.

  27. Νέο Kid Στο Block said

    Σιγά τα ωά ρε κορίτσια! Εδώ έχουμε κουρείς-πολιτικούς,κουρείς-¨αναλυτές¨ -¨δημοσιογράφους¨μέχρι και κουρέα-πρόεδρο της Δημοκρατίας (που θίγεται προσωπικά! από τη λαϊκή οργή) . Ολοι στου κασίδι του κεφάλι.

  28. sarant said

    29: Αλλά μας έκαναν ένα μαλλί!

  29. Τώρα που μας κουρέψανε και βγάλανε την κάπα
    φοβάμαι πως στο σβέρκο μας θα πέσει γερή φάπα!
    Tι κούρεμα κι αν θα το πουν, τι απομείωση χρέους,
    σ’ εμένα συνειρμό ξυπνά ανορθωμένου πέους!

    Πάλι καλά, βεβαίως, θα πεις που απ’ την πλευρά την άλλη
    δεν μας αφήσανε γουλί με γλόμπο το κεφάλι,
    κιλοβατώρες πρόσθετες να μας καταναλώνει
    και τους τρελλούς λογαριασμούς κι άλλο να τους φουσκώνει.

    Καλό, λοιπόν, το νέο λουκ τού μισοκουρεμένου
    κι ας μην απέχει απ’ αυτό τού χρεοκοπημένου.
    Aφού να τ’ αποφύγουμε αδύνατο κατέστη,
    ας τ’ απολαύσουμε, λοιπόν, και ο Χριστός ανέστη!

  30. gbaloglou said

    24

    Που το πέτυχες αυτό, βρε Μαρία; Από το 1:41 και μετά ακούγεται το αγαπημένο μου τραγούδι της Φαϊρούζ, αυτό που κατά την γνώμη μου αναδεικνύει την φωνή της περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο (με βάση όσα τραγούδια της γνωρίζω, εννοείται)! [Mp3 εδώ, στίχοι εδώ.]

  31. Μαρία said

    32 Αρχικά ήταν να βάλω άλλο απόσπασμα της ταινίας, εκεί που ο ήρωας είναι πιτσιρικάς και τον περιποιείται η κομμώτρια, αλλά μετά σκέφτηκα εσένα. Το έργο εδώ παίχτηκε με τον τίτλο «Ο εραστής της κομμώτριας».

  32. gbaloglou said

    A, ευχαριστώ, έπεσες στην περίπτωση 🙂

  33. Μπουκανιέρος said

    22 Αυτό το «ο κούρος» το είχα αναφέρει νομίζω στο παλιό ποστ, αλλά δεν είχε γίνει πολύ πιστευτό / αποδεχτό.
    Παρότι η πληροφορία έρχεται κατευθείαν απ’ τα βοσκοτόπια.

  34. Μαρία said

    35 Μην παραπονιέσαι. Δεν το αμφισβήτησε κανείς, απλώς πέρασε στο ντούκου.

  35. sarant said

    Είναι παραπονιάρης, είπαμε -και στο προηγούμενο ποστ (βλέπω τώρα, το είχα ξεχάσει) παράπονα έκανε. 🙂

  36. Μπουκανιέρος said

    36-37 Καλά, καλά, μη φωνάζετε! Κάπου αλλού μάλλον, κάποια επιμελήτρια ίσως, είχε αμφισβητήσει ότι υπάρχει αυτή η λέξη.

  37. gbaloglou said

    «κούρος» όπως «τρύγος»;

  38. Μπουκανιέρος said

    39 Θέρος, κούρος, τρύγος – και πόλεμος!

  39. Ο Κρυστάλλης έχει ολόκληρο ποίημα που επιγράφεται «Ο Κούρος» (και δεν αφορά βεβαίως αρχαϊκά αγάλματα):

    Στειροχωρίζουν στου Κλαδά, τυροκομούν στου Ζέρβα
    στου Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, στου Μπάρδα κούρον έχουν.
    Εικοσιπέντε είν’ οι κοπές, διακόσιοι οι κουρευτάδες
    κι αλλοι εκατό που κουβαλούν, κι άλλοι εκατό που στρίβουν,
    που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια.

    Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν.
    . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
    Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια,
    τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρει η νύχτα,
    κ ι είναι γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρει στον κούρο…

  40. Και σε άλλο ένα τσοπάνικο ποίημά του, επιγραφόμενο «Ο Σκάρος», κάνει λόγο για έναν πιστικό
    «που γέρνει απάνου στο ραβδί {…} κι όλο τους ορμηνεύει
    για τη βοσκή, για τ’άρμεγμα, για της ερμιάς τ’αγρίμι,
    για το μαντρί, γοια σάλαγον, για στάλισμα, για σκάρον,
    για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμο κούρο.»

  41. το «γοια» είναι φυσικά δακτυλογραφικό λάθος δικό μου, όχι του Κρυστάλλη 🙂

  42. Μαρία said

    Στο γλωσσάρι του Κρυστάλλη, ποκάρια=δέσμες μαλλιών κατά χρώματα.

  43. Αρης said

    Τα ποκάρια είναι ο αρχαίος πόκος.Σημαινει τολύπη μαλλιού, αλλα και το κουρεμα των προβάτων. (Σταματάκος σελ. 807 )
    Ο πόκος απαντά στην παλαιά διαθήκη, Κριταί 6,11 και ειπεν γεδεων προς τον θεον μη οργισθητω ο θυμος σου εν εμοι και λαλησω ετι απαξ και πειρασω ετι απαξ εν τω ποκω και γενηθητω ξηρασια επι τον ποκον μονον επι δε πασαν την γην γενηθητω δροσος .

    Πέσασε και στην ισχύουσα Βυζαντινή ψαλμωδία του ακάθιστου ύμνου «Χαίρε ο πόκος ο ένδροσος ον Γεδεών, παρθένε, προεθεάσατο».

  44. gbaloglou said

    40: «πόλεμος πατήρ πάντων»

  45. sarant said

    41: Το κωλόκουρο, πώς έφτασε να σημαίνει λάδωμα, μπαχτσίσι, αυτό το έχει βρει άραγε κανείς;

  46. asto99 said

    Ισως προήλθε απο την ταπεινωτικη εργασια ή ενεργεια που δεχομαι να κανω προκειμενου να επιτυχω καποια εκδουλευση. Αναλογο δηλαδή με το κωλογλύφω. Το κολοκουρεμα ή κολόκουρο (κουρά του κωλου του αρνιου) ειναι δυσάρεστη και βρωμερη δουλειά. Που τήν αναλαμβαναν ειδικοι Κωλοκούρηδες. Στο Κρητικό ιδίωμα λελεται κουλουκουρά.(Λεξικο του Δυτ. Κρητικου ιδισώματος, Ξανθουδάκη)

    Υπάρχει και σχετικο επώνυμο. Η Μαρια Κολοκούρη ήταν μια γηραιά παιδιατρος στην Κυψέλη που δεν με κουρευε αλλα με κουράριζε οταν ημουν παιδι.

    Ανάληψη για λογαριασμο αλλου μια βρωμικη δουλειά.για λογους δωροδοκίας

    Σχεση με το λαδι έχει το κρητικό κουλουκι = δοχειο οπου τοποθετουνται τα εργαλεια της φαμπρικας (ελαιοτριβείου) για να στραγγίξει εκει το λαδι τους. Ομως το λαδι εδω λαμβανεται κυριολεκτικα και ειναι παρακινδυνευμενο να ετυμολογησουμε απο αυτο το κωλοκουρο.

  47. sarant said

    Το κουλούκι πάντως, κοινώς, είναι το κουτάβι ή το σκυλί -και στα κρητικά νομίζω:
    Μα γω ’χω ένα καλό τσιφτέ κι ένα καλό κουλούκι / κι οντέ θα βγω στσι πέρδικες μου πέφτουνε μπουλούκι

  48. asto99 said

    κ. Σαραντλακο : Η πρωτη εννοια που εχεις το κουλουκι στα κρητικα είναι αυτή που λες :
    Σκυλάκι απο το κουλακιον<,κυλακιον<σκυλακιον<σκύλος (σελ. 255 του Λεξικου)
    Ομως κυττα και τι βρήκα

    Όπως είναι γνωστό, το πεπτικό σύστημα των ζώων δεν είναι ανεπτυγμένο όπως αυτό των ανθρώπων, με συνέπεια να είναι ευαίσθητο σε κάθε αλλαγή τρόπου διατροφής.

    Έτσι, λοιπόν, την Άνοιξη που οι βοσκοί «έβαζαν» τα πρόβατά τους να βοσκήσουν στα «χασίλια», στα χλωρά χόρτα που ήταν στην ανάπτυξή τους την εποχή εκείνη, συνήθως της Ταής, της Βρώμης, δηλαδή, που είχαν σπείρει το Φθινόπωρο, το πεπτικό σύστημα των ζώων «διαμαρτυρότανε» με συνεχείς διάρροιες, τσίλασμα το λέγανε, για την απότομη αλλαγή της διατροφής.

    Το φαινόμενο της διάρροιας των προβάτων, εκτός από αντιαισθητικό, είναι συγχρόνως και ανθυγιεινό και, επιπλέον, υποβαθμίζει την ποιότητα του μαλλιού τους, στο παρελθόν βασική πρώτη ύλη ενδυμάτων και υφαντών.

    Για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, οι βοσκοί την Άνοιξη «κωλοκουρίζουν» τα πρόβατά τους πριν αυτά βοσκήσουν στα χλωρά χόρτα. «Κωλοκούρισμα» είναι το κούρεμα της ουράς και των οπισθίων του ζώου με σκοπό να μη «λερώνεται» από τη διάρροια που προκαλείται από τη βόσκηση σε χλωρά χόρτα.

    Παράγωγο της λέξης αυτής, είναι, και η λέξη «κωλόκουρο» που σημαίνει το μαλλί που προέρχεται από το «κωλοκούρισμα». Ο χαρακτηρισμός αυτός συνήθως αποδίδεται και σήμερα σε εργολάβους, οι οποίοι εκδηλώνουν ενδιαφέρον συμμετοχής σε δημοπρασίες έργων του δημοσίου μόνο και μόνο για να εισπράξουν από τους άλλους μειοδότες ένα μικρό αντίτιμο προκειμένου να μη λάβουν μέρος στη δημοπρασία.
     
    Δημοσιεύσεις: 412
    Εγγραφή: 24 Αύγ 2007, 11:26
    Τοποθεσία: Ρέθυμνο

    Pasted from

  49. Μαρία said

    Κουρεύουν με την ψιλή τους μικρούς και παρέχουν υπηρεσίες υψηλής κομμωτικής στους μεγάλους
    http://www.efsyn.gr/?p=29328

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: