Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Καλοκαίρι στο νησί (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2012


Μέχρι τον αναπάντεχο θάνατό του, στις 17 του Δεκέμβρη που μας πέρασε, ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, δημοσίευε κάθε βδομάδα ένα άρθρο στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που το αναδημοσίευα εδώ, ενώ παράλληλα έγραφε τα βιβλία του και άφησε στα συρτάρια του κάμποσα έργα έτοιμα προς έκδοση ή σχεδόν τελειωμένα. Ένα από αυτά είναι και το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», στο οποίο αναπολεί ευτυχισμένες – και λιγότερο ευτυχισμένες – στιγμές της ζωής του και εστιάζει τον φακό σε εφτά καλοκαίρια, από τα παιδικά και τα μαθητικά του χρόνια (1936, 1939), την εφηβεία μέσα στην Κατοχή και την Αντίσταση (1944), τα φοιτητικά χρόνια στις μολυβένιες μέρες του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών διώξεων (1945 – 1951), την επαγγελματική δραστηριότητα στη δεκαετία τού 1960 και την περίοδο της χούντας (1973) και, τέλος, τα χρόνια της ωριμότητας (1985). Ένα απόσπασμα, από το κεφάλαιο για τα φοιτητικά του χρόνια, έχει αναδημοσιευτεί κι εδώ. Η μητέρα μου διάλεξε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο, που έχουν κάποια αυτοτέλεια και αφορούν τη Μυτιλήνη, για να δημοσιεύονται, μια φορά τις δυο εβδομάδες, στο Εμπρός. Θα τα αναδημοσιεύω κι εδώ, με πρώτο το σημερινό, που θα το αφιερώσω στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που τόσο άδικα χάθηκε χτες το βράδυ, αφήνοντάς μας πιο λίγους και πιο φτωχούς…


(Το πρώτο καλοκαίρι είναι το καλοκαίρι του 1936. Ο πατέρας μου είναι 7 χρονών. Η οικογένεια επιστρέφει στη Μυτιλήνη, ύστερα από ένα διάλειμμα τριών χρόνων που έζησαν στην Αθήνα και στην Κρήτη για επαγγελματικούς λόγους του παππού μου).

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο χωριό του παππού μου (από τη γενιά της μητέρας μου). Απ’ ό,τι θυμάμαι ήταν ζεστό και ξερό. Για μένα κύλησε πολύ ευτυχισμένα και έτσι μού ‘μεινε αξέχαστο, αλλά για τους μεγάλους ήταν ένα τρομερό καλοκαίρι. Στην Ισπανία είχε ξεσπάσει η ανταρσία των εθνικιστών, στην Αβησσυνία τέλειωνε ο κατακτητικός πόλεμος του Μουσολίνι, στην Κίνα άρχισε ο πόλεμος με τους Γιαπωνέζους, ο Χίτλερ φοβέριζε την Ευρώπη, στη Σοβιετική Ένωση τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Και στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι θα γινόταν δικτατορία. […] Αποφασίστηκε να περάσουμε το καλοκαίρι στο νησί. Η μαμά μου το απαιτούσε επίμονα, επιταχτικά σχεδόν, κι ο πατέρας μου το δέχτηκε χωρίς πολλές αντιρρήσεις, γιατί περίμενε πως μέσα στο καλοκαίρι θα διοριζόταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο νησί.
Το πλοίο λεγόταν «Αρντένα» και θα ξεκινούσε το απόγεμα. Πρώτοι θα φεύγαμε η μαμά μου κι εγώ και ο πατέρας θα ακολουθούσε σε έναν περίπου μήνα, όταν θα έπαιρνε το χαρτί της μετάθεσής του. Πήγαμε όλοι μαζί με ταξί στον Πειραιά κι ο πατέρας μου μας συνόδεψε μέσα στο πλοίο, στο οποίο ανεβήκαμε από μία πανύψηλη λοξή σκάλα, που οδηγούσε από την προκυμαία στην πρύμνη του. Μας ταχτοποίησε στην καμπίνα μας, που τη μοιραστήκαμε με άλλες δύο κυρίες κι έμεινε μαζί μας στο σαλόνι του καραβιού, ώσπου πέρασε ένας ναυτικός με πηλίκιο και χρυσά γαλόνια, που χτυπούσε ένα κουδούνι και φώναζε:
«Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπται να αποβιβασθούν. Το πλοίο θα αναχωρήσει αμέσως.»

Τότε ο μπαμπάς μου μας φίλησε και κατέβηκε από τη μεγάλη σκάλα στο μουράγιο του λιμανιού.
Για λίγην ώρα μείναμε στην πρύμνη, βλέποντας τον μπαμπά μου, που έστεκε ακόμα στο μουράγιο, να μικραίνει συνεχώς. Το μεγαλύτερο μέρος του καταστρώματος βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, που δεν προσφερόταν καθόλου για ρεμβασμό και ήσυχο διάβασμα, όπως ήθελε εκείνη κι έτσι στραφήκαμε στην πιο απόμερη γωνιά του, πίσω από το δεύτερο φουγάρο, όπου υπήρχε μόνο μια ήσυχη παρέα από καμιά δεκαπενταριά πολίτες και πεντέξι χωροφύλακες.
Από την αρχή μού κίνησε την περιέργεια αυτή η παρέα, γιατί είχε κάτι το παράταιρο, που δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους επιβάτες της τρίτης θέσης. Δε μοιάζανε με τους τσιγγάνους, τους χωριάτες και τους φαντάρους, που κυριαρχούσαν στο κατάστρωμα. Ήταν καθαροί και ντυμένοι με ρούχα της πόλης, σακάκια, παντελόνια, καμπαρτίνες και φορούσαν ρεπούμπλικες ή τραγιάσκες. Είχαν όλοι δίπλα τους βαλίτσες κι όχι μπόγους ή καλάθια, μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα και δε δείχνανε καμμιάν ανησυχία ή βιασύνη. Δεν είχαν το ανήσυχο βλέμμα που ρίχναν οι χωριάτες γύρω τους, μαζεύοντας κοντά τους τα τσουμπλέκια τους μην τύχει και τους τα κλέψουν. Μου φάνηκαν ήσυχοι και πειθαρχικοί σαν φαντάροι κι ας μη φορούσαν στολή, εκτός από τους χωροφύλακες.

Στην αρχή τούς πέρασα πως ήταν μια παρέα, κατόπιν όμως πρόσεξα πως οι πολίτες δεν άλλαζαν ούτε κουβέντα με τους χωροφύλακες, που κάθονταν λίγο παράμερα, κρατώντας ανάμεσα στα γόνατά τους τα ντουφέκια τους. Μια φορά μόνο ένας χωροφύλακας έβγαλε από την τσέπη της στολής του μια φωτογραφία, την κοίταξε λίγο και μετά την έδωσε σ’ έναν άλλο χωροφύλακα. Αυτός την παρατήρησε αρκετήν ώρα χαμογελώντας και την έδωσε σε άλλο συνάδελφό του. Η φωτογραφία πέρασε έτσι από όλους τους χωροφύλακες και ο τελευταίος, χαμογελώντας, την έδειξε σε έναν πολίτη, από εκείνη την παρέα. Έναν κοντό και γεροδεμένο, μεγάλης ηλικίας, με κόκκινο γελαστό πρόσωπο, που φορούσε τραγιάσκα, καθόταν σ’ ένα πάνινο διπλωτό σκαμνί κι είχε την καμπαρτίνα του αναρριχτή στους ώμους.
Αυτός πήρε τη φωτογραφία, την κοίταξε αμίλητος, ενώ το πρόσωπό του σκυθρώπιαζε. Μερικοί από την παρέα του σκύψανε πάνω από τον ώμο του να δουν κι αυτοί. Ύστερα ο γέρος έδωσε τη φωτογραφία πίσω στο χωροφύλακα, διόρθωσε την καμπαρτίνα του, που του ‘χε πέσει από τους ώμους και σκύβοντας στο διπλανό του, λες κι ήθελε να του πει κάτι εμπιστευτικά, άρχισε απροσδόκητα να τραγουδά με χαμηλή μπάσα φωνή:

«Θύελλες, άνεμοι, γύρω μας πνέουν
τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν»
Όλη η παρέα έπιασε το τραγούδι χαμηλόφωνα:
«σε άνισες μάχες ριχνόμαστε τώρα
κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν».
Αμέσως έγινε ταραχή. Οι χωροφύλακες σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν:
«Πάψτε» «Σκασμός» «Σιωπή».
Ακούγοντας το σούσουρο οι λοιποί επιβάτες της τρίτης θέσης, άλλοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και κοίταζαν με περιέργεια και κάποιοι πλησίασαν να δουν τι τρέχει.
Δεν μπόρεσα να δω τι έγινε από κει και πέρα, γιατί η μαμά μου σηκώθηκε βιαστικά, μ’ άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο κάτω κατάστρωμα. Εκεί η μαμά μου μού ‘πε σιγανά:
«Είναι κομμουνιστές και τους πάνε στον Άι-Στράτη, εξορία»
Δε ζήτησα άλλες εξηγήσεις, γιατί ήξερα τι θα πει «κομμουνιστές». Πολλοί φίλοι μας ήταν τέτοιοι. Μάλιστα λέγανε πως κι ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, η μαμά μου όμως όταν γινόταν σχετική συζήτηση τους διόρθωνε:
«Όχι ακριβώς, είναι αριστερός».

Πραγματολογική προσθήκη:

Το πλοίο Αρντένα, που έκανε τη γραμμή της Μυτιλήνης το 1936, το επιτάξαν οι Γερμανοί στον πόλεμο και βυθίστηκε έξω από το Αργοστόλι το 1943 πέφτοντας σε νάρκη, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι περισσότεροι από τους Ιταλούς αιχμάλωτους που μετέφερε -οι Γερμανοί, σύμφωνα με μαρτυρίες, πυροβολούσαν όποιον Ιταλό πλησίαζε στις σωσίβιες λέμβους. Περισσότερα και πολύ ενδιαφέροντα βρήκε η Λένα Σαραντάκου.

 

56 Σχόλια to “Καλοκαίρι στο νησί (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. bernardina said

    Μολυβένια η καρδιά μου εκείνη τη μέρα, όταν διάβασα το νέο για τον κυρ-Δημήτρη, βαριά κι ασήκωτη σήμερα το πρωί με το άλλο νέο (χτες βράδυ είχα μείνει στο «βαριές κακώσεις»).
    Όχι έτσι άδοξα ρε γαμώτο…
    Ας είναι ελαφρύ το χώμα και των δύο
    Συμπαθάτε με που σήμερα δεν πρόκειται να γράψω τίποτ’ άλλο εδώ μέσα. Περίλυπος γαρ η ψυχή μου. Να ‘στε καλά όλοι. Και όλες.

  2. gmix said

    Τον πατέρα σας τον γνωρίσαμε από τα άρθρα του που δημοσιεύατε στον ιστότοπο σας. Εξακολουθήστε να δημοσιεύετε άρθρα του και μας θα εξακολουθεί να ζει.
    Και κάτι για το μεγάλο μας σκηνοθέτη.
    Όταν έκανε τα γυρίσματα της ταινίας «Μεγαλέξανδρος» στην ιδιαίτερη πατρίδα μου
    η κινηματογραφική λέσχη της πόλης πρόβαλε στον ένα και μοναδικό κινηματογράφο την ταινία «Θίασος» παρουσία του σκηνοθέτη. Μετά το τέλος της προβολής ο Θ. Αγγελόπουλος ζήτησε να συζητήσουμε για την ταινία αφού πρώτα έκανε την παρατήρηση πως εάν ήξερε πως η μηχανή προβολής θα κατακρεουργούσε το έργο του του δεν θα είχε επιτρέψει
    την προβολή. Αυτό μας ξένισε λίγο . Μας εξήγησε ότι όταν για να γυρίσει μια σκηνή λίγων λεπτών περίμενε ώρες ακόμη ή και μέρες για να έχει η ατμόσφαιρα την καθαρότητα που απαιτούσε ,τον δημιουργό τον πληγώνει όταν αυτό δεν αναδεικνύεται εξ αιτίας μιας κακής προβολής. Τότε κατανοήσαμε τι θα πει καλλιτέχνης. Περιττό να πω πόσο ενδιαφέρουσα ήταν η συζήτηση που ακολούθησε και πόσο μας βοήθησε να κατανοήσουμε το έργο του.

  3. Τοπία στην Ομίχλη
    ’Σε τρία επίπεδα αυτοβιογραφική η ταινία», είχα αρχίσει την συνέντευξή μου, για το «Βλέμμα του Οδυσσέα», στο Λονδίνο. «Αυτοβιογραφική για την ιστορία των Βαλκανίων, για την ιστορία του Κινηματογράφου, για την ιστορία του πρωταγωνιστή». «Αυτοβιογραφικό είναι κάθε αληθινό έργο τέχνης», μου είχε απαντήσει. Έμελλε να έχει μια αυτοβιογραφική νότα και η τελευταία του του ταινία, για το τέλος των καιρών. Η αιωνιότητα δεν του χάρισε την επί πλέον μέρα, του χαρίστηκε όμως η ίδια.
    Kαι πώς γέλασε όταν, αργότερα, σε διάσκεψη του Artificial Eye στο Λονδίνο, για το υπέροχο, βιογραφικό κι αυτό της Ελλάδας των χαμένων τόπων και των μπουλουκιών των χαμένων, το ‘Λιβάδι που δακρύζει’, του είπα και το αστείο, αληθινό πάντως, ότι στο τέλος της μουλιασμένης στο νερό ταινίας, όλοι οι θεατές είχαμε μπουλουκηδόν τρέξει στο αποχωρητήριο! «Ίσως έπρεπε να είχε μπει σαν προειδοποίηση στο πρόγραμμα», σχολίασε γελώντας. Το έχουν υποδείξει οι φιλόσοφοι του χιούμορ, πώς η αναπόσταστη κι έφευκτη σωματικότητά μας, ορίζει και τα όρια της σοβαρότητάς μας, υπονομεύοντάς την, γελώσα αυτή, και πιο ανθρώπινη σ΄αυτό, τα όρια της σοβαρότητάς μας, τα ανθρώπινά μας…
    Όρια που θύμισαν χθες την αμετακίνητη προσταγή τους.. Κι ότι, αν κάθε λόγος πολιτικός είναι λόγος των ορίων, κάθε λόγος φιλοσοφικός στοχάζεται στα όρια του λόγου. Με κείνο το βλέμμα που μένει, στο στοχαστικό μακρό πλάνο. Πόσο ταιριαστά, για τον τεχνίτη κινηματογραφικό αφηγητή των αναπόδραστων ορίων. «Αν κατεβάσω το πόδι και πατήσω την γραμμή, θα είμαι αλλού…», όπως φιλοσόφησε ο στρατιωτικός, στην γραμμή των συνόρων, στην ελεγεία των ορίων, στο Μετέωρο Βήμα του Πελαργού. Η θλίψη είναι τόσο προσωπική….

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια αυτής της πένθιμης μέρας.

  5. Καλημέρα,
    πέρα από τα αυτονόητα, εγώ θα σταθώ στην επαγγελματική ιδιότητα του οδηγού, που άθελά του σκότωσε το Θ.Α. και τραυματίστηκε και ο ίδιος: ειδικός φρουρός. Ξέροντας την οργανωτικότητα του Θ.Α., πιστεύω πως θα είχε μπλοκάρει το δρόμο και πως δεν πετάχτηκε καταμεσής του οδοστρώματος (αν και λόγω της απορρόφησής του στη δουλειά του, μπορεί και να το ΄κανε) χωρίς νάχει βάλει λίγο παραπάνω έναν άνθρωπο να κόβει την κίνηση… Αλλά ο κάγκουρας πιτσιρικάς με το μηχανάκι και την αλαζονεία της νιότης και κυρίως της στολής του, αμέλησε τον κόσμο του συνεργείου και πέρασε «αέρα», παρασέρνοντας έναν (όποιον) άνθρωπο.

  6. ππαν said

    Και η Ηώ Ζερβουδάκη από μοτοσυκλετιστή, και μάλιστα σε πεζόδρομο, σκοτώθηκε.

  7. bernardina said

    Κι όμως, σκύλε μου, δεν έγινε έτσι. Ο Αγγελόπουλος ποτέ δεν έκοβε την κυκλοφορία στα γυρίσματα και ποτέ δεν φορούσε το ειδικό γιλέκο με τη φωσφοριζέ λωρίδα. Γι’ αυτό οι άνθρωποί του είχαν πάντα το νου τους και τον συνόδευαν όποτε, χαμένος μέσα στις σκέψεις και τις εικόνες του μυαλού του, απομακρυνόταν για να κοιτάξει τον κόσμο μέσα από το βιζέρ. Έτσι και χτες το βράδυ, πέρασε απέναντι για να κάνει το ίδιο, και η κακιά στιγμή το ‘φερε να μην το πάρει κανείς χαμπάρι. Μέσα στο μισοσκόταδο (γνωρίζω καλά εκείνη την περιοχή) και με τα σκούρα ρούχα που φορούσε, προφανώς ήταν σχεδόν αόρατος για όποιον περνούσε εκείνη τη στιγμή το δρόμο. Έτυχε να είναι το παιδί με το μηχανάκι. Έτυχε ν’ ανοίγεται από κάτω του η υπόγεια διάβαση του λιμανιού. Έτυχε ν’ αποφασίσει ο Χάρος να τον πάρει τη στιγμή της δημιουργίας. Γι’ αυτό, τώρα που καταλάγιασε κάπως η φουρτούνα μέσα μου, λέω… δε μπορεί… ίσως και να ήταν καλύτερα έτσι. Τώρα. Εκεί.
    Και πάλι… ξέρω ΄γω;

  8. Πάω πάσο, λοιπόν. Δεν φταίει ο μπατσάκος, κατά πάσα πιθανότητα.

  9. Στις σαράντα μέρες που βρισκόμαστε από το χαμό του πατέρα του Νίκου, ο λόγος για το βίαιο θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου καθίσταται επίκαιρος. Για μένα, που σε ένα δρομάκι (Οδός Φιλελλήνων) της όμορφης Μυτιλήνης ένα μηχανάκι από πεζό με έκανε ένα χρόνο ΑΜΕΑ, υπάρχει και άλλη επικαιρότητα…

    Σαν τραγικά σκηνοθετημένη σκηνή, το κομμάτιασμα του μεγάλου σκηνοθέτη μας σε δρόμο της ελληνικής πρωτεύουσας, από εργαζόμενο στην υπηρεσία των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, αποτελεί ανατριχιαστική συνέχεια της κινηματογραφικής δημιουργίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Από τον Εμφύλιο στον εμφύλιο της ασφάλτου. Ένα ακόμα «περιστατικό τροχαίου εγκλήματος» βάζει την ελληνόγλωσση κοινωνία μπροστά στο ζήτημα της ψευτιάς της διοικητικής γλώσσας αφού το περιστατικό αναγγέλθηκε σαν «απώλεια» ενός ανθρώπου, που «πέθανε», που «έφυγε», που «έχασε τη μάχη με τη ζωή». Ηβρετανική ιατρική επιθεώρηση έχει απαγορεύσει τη χρήση της λέξης «ατύχημα». Λεπτομέρειες υπάρχουν πάντα στο SOSTE.

    Επικαιρότητα Αρντένας. Το νηωνύμιο έχει απαθανατιστεί στην Πρέβεζα. Μάλιστα το πλήρες ονοματεπώνυμο (Αρντένα Χορμοβίτη) μου είχε χρησιμέψει σαν επιχείρημα όταν ειρωνευόμουνα τους δημοσιογράφους που έβγαλαν τους (κατ’ εμέ) Κοσοβίτες «Κοσοβάρους». Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα τοπικά ονόματα και ανθρωπωνύμια σε -ίτης.

    Γιάννης

  10. Ζητούμε ευθύνες για να εξορκίσουμε ίσως τον φόβο του τυχαίου, μπροστά στο οποίο φρικιά η εύθραυστη ζωή μας. Κι είναι και τούτο, μια κληρονομιά αβάσταγη κι αφιλοσόφητη, της νεωτερικότητας. Μα όχι, ντε, δεν έχουμε το παν, κι όχι το Παν, υπό τον έλεγχό μας!

  11. Φίλε Νικοκύρη, για τον σεπτό πατέρα σας, η ρήση του Αριστοτέλη, στον Θεόφραστο: «Ήδιος ο Λέσβιος»!

  12. Christos Takas said

    @5
    Για το θάνατο του μεγάλου, του επώνυμου, του δημιουργού, ίσως να μην ευθύνεται ο πιτσιρικάς, ο κάγκουρας, ο μηχανόβιος, το μπατσάκι. Για το σχόλιο όμως και τις αντιλήψεις που αντανακλά ευθύνεσαι εσύ φίλε σκύλε. Θλίβομαι. Τουλάχιστον όσο και για το θάνατο του Αγγελόπουλου.

  13. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα σχόλια.

    Το πλοίο Αρντένα, που έκανε τη γραμμή της Μυτιλήνης το 1936, το επιτάξαν οι Γερμανοί στον πόλεμο και βυθίστηκε έξω από το Αργοστόλι το 1943 πέφτοντας σε νάρκη, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι περισσότεροι από τους Ιταλούς αιχμάλωτους που μετέφερε -οι Γερμανοί, σύμφωνα με μαρτυρίες, πυροβολούσαν όποιον Ιταλό πλησίαζε στις σωσίβιες λέμβους. Περισσότερα βρήκε η αδελφή μου η Λένα εδώ:

    http://tofistiki.wordpress.com/2012/01/25/2490/

  14. ΣοφίαΟικ said

    ΣΒΚ, ούτε εμένα μου άρεσε το σχόλιό σου για το επάγγελμα του μοτοσυκλετιστή. Αν μη τι άλλο, στην κοινή αντίληψη όλοι όσοι καβαλάνε μια μηχανή θεωρούνται επιπόλαιοι και επικίνδυνοι, ανεξαρτήτως επαγγέλματος.

    Ο καθένας με τον πόνο του, πάντως εγώ το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: και πως θα τελειώσει η ταινία τώρα (αν και είμαι σίγουρη ότι οι παραγωγοί θα βάλουν τον βοηθό του σκηνοθέτη να την τελειώσει, είναι πολλά τα λεφτά…).

  15. ππαν said

    Επειδή είπα κι εγώ για μοτοσυκλετιστή 0 ΣΒΚ είπε για το επάγγελμα του αστυνομικού, νομίζω- να πω ότι εμενα προσωπίκα΄μου έκανε εντύπωση γιατί πάντα τα θανατηφόρα ατυχήματα τα συνέδεα με τετράτροχα οχήματα, θεωρώντας τα δίτροχα επικίνδυνα κυρίως για τον αναβάτη τους.
    Κατά τα άλλα συμφωνώ ότι η προκατάληψη είναι λίγο κάπως…

  16. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Είπε «πάω πάσο», ο άνθρωπος, στο 8. Τι θέλετε να υπογράψει; «δήλωση μετανοίας»;

  17. ππαν said

    ΠΟλύ ωραίο το κείμενο του Δ. Σαραντάκου.

  18. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    ΠΟλύ.

  19. http://en.wikipedia.org/wiki/Warszawianka_(1905)

    Κι όμως ψηλά τη σημαία κρατώντας
    Πάντα περήφανα, πάντα μπροστά
    Πέφτοντας κάπου, μα πάντα νικώντας
    Σώζουμε έθνη και δούλους λαούς

  20. ππαν said

    18: 🙂

  21. Immortalité said

    Ωραία ιστορία Νίκο. Με τις βαλίτσες τους στον Αη Στράτη λοιπόν…

    Κρίμα κι άδικο για τον Αγγελόπουλο, τώρα τελευταία μετράμε μόνο απώλειες.

    Κρίμα κι άδικο και για τον μοτοσυκλετιστή που, φταίει δεν φταίε, πώς να σηκώσει τέτοιο βάρος.

  22. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα, καθώς και για τα γιουτουμπάκια!

  23. 14,15. Είχα μια φίλη συνάδελφο στο Λονδίνο, ρόκερ. Ο φίλος της ήταν μοτοσυκλετιστής, μεταφορέας κούριερ. Μου είχε πει ότι όποτε βρισκόντουσαν η παρέα των μοτοσυκλετιστών, μετριόντουσαν να δούν ποιοί έλειπαν. Μεγάλο το ποσοστό φθοράς στον θνησιγενή αυτό κύκλο…

  24. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @23,
    μα… δεν σκοτώθηκε ο μοτοσυκλετιστής. Ο σκηνοθέτης σκοτώθηκε.

  25. sarant said

    23: Θνησιγενής είναι ο κύκλος;

  26. 24. Εννοώ ότι είναι τα δίτροχα πιο επιρρεπή σε δυστυχήματα, πιο επικίνδυνα, και για τους οδηγούς των. Από ό,τι αντελήφθην, τον Αγγελόπουλο σκότωσε το χαίνον φρεάτιο, αυτό έκανε την διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Αν δεν κάνω λάθος.

    25. Πώ πω, γνώσις οι φύλακες! Μια απροσεξία στον λόγο, κι έγινα πάραυτα τσακωτός! Υψηλή θνησιμότητα στον κύκλο των μοτοσυκλετιστών.

  27. Οι διτροχηλάτες πρέπει γενικά να έχουν τη συμπάθειά μας. Είναι νέοι, με λιγότερα οικονομικά, με ελπίδες και όνειρα. Ωστόσο οπλοφορούν. Η αυξημένη θνησιμότητα είναι δυστυχώς αναμενόμενη.Η χρήση του τροχοφόρου ως οπλοφορία είναι έννοια που αναπτύσσει η Lynn Sloman και άλλοι.
    Γιάννης

  28. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @27,
    ο Αγγελόπουλος να τα ακούει αυτά, Γιάννη.

  29. Immortalité said

    @24 Εννοώ πως όσο να ‘ναι είναι βαρύ κι ασήκωτο να έχεις σκοτώσει τον Αγγελόπουλο.

  30. Τώρα πια, που βρε Γιώργο;…

  31. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @28+,
    εν πάση περιπτώσει, δεν θα έγραφα αυτό το μαυροχιουμοριστικό σχόλιο αν δεν θυμόμουν μια πικρή γελοιογραφία του Αρκά: λέει μια χήνα στην φίλη της (ή φίλο της) που είναι κατατρυπημένη από σκάγια κυνηγού «μα, δεν είναι δυνατόν να σε χτύπησαν! Δεν έχει αρχίσει ακόμα η εποχή του κυνηγιού». Και της απαντάει η άλλη μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: «ε, πες το μου, ντε, τόση ώρα, να ησυχάσω!»

  32. 7, 10.
    Πώς το τυχαίο τυλίγει τα πιο αναγκαία μας, την γέννηση και τον θάνατό μας. Η τραγική έννοια της «περιπέτειας». Τώρα εδώ, κι αίφνης… «αλλού»!

  33. Ηλεφούφουτος said

    Τίτος Χριστοδούλου είπε

    «Ζητούμε ευθύνες για να εξορκίσουμε ίσως τον φόβο του τυχαίου… Κι είναι και τούτο, μια κληρονομιά αβάσταγη κι αφιλοσόφητη, της νεωτερικότητας.»

    Καλά τα λες!

  34. Μην βαράτε, ωρέ παιδιά!
    Επί 25 χρόνια οδηγούσα ματοσικλέτα, δεν έσπασα ούτε νύχι -δικό μου ή άλλου- και την επούλησα μόλις κατάλαβα πως θα με πούλαγε εκείνη. Αναφέρθηκα στην επαγγελματική ιδιότητα του μοτοσυκλετιστή (ειδικός φρουρός) επειδή βλέπω πολλούς τέτοιους πιτσιρικάδες πριν ή μετά την υπηρεσία τους πάνω σε παπιά χωρίς πινακίδες, να περνάνε με κόκκινο και φυσικά χωρίς να φοράνε κράνη. Μάλλον θα ξέρουν πως δεν θα φάνε κλήση. Τώρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που ο σχωρεμένος ο Αγγελόπουλος, απορροφημένος στις σκέψεις του (και βαρήκοος, όπως μου λένε) απομακρύνθηκε, χωρίς να προσέξει, προφανώς δεν φταίει ο μπατσάκος με το δίκυκλο.
    Το γεγονός πως θάπρεπε να υπάρχει υπεύθυνος ασφάλειας και πορτοκαλί φωσφοριζέ γιλέκα για όλο το προσωπικό αλλά δεν υπήρχε, μάλλον πρέπει να αποδοθεί στη γνωστή τσιγκουνιά του σχωρεμένου.
    Που γύριζε αργά αλλά έφυγε γρήγορα…

  35. 31
    Δηλαδή, Γιώργο, θα τη γλυτώσει ο μεγάλος κινηματογραφικός δημιουργός;

  36. Κασσάνδρα said

    @34
    επιμένεις «μπατσάκος»

  37. Κασσάνδρα, μην τα βλέπετε όλα μαύρα. Μπατσάκος είναι, μπατσάκους τους λέει όλη η κοινωνία. Έχει πλέον καθιερωθεί και μεταξύ των ιδίων των μπαστυνομικών. Πώς να τον πώ; Ταξίαρχο; Αν ήτανε ταξίαρχος, θα είχε προσωπικό οδηγό, προφανώς ξεκούραστο, και ο Τεό θα την είχε γλιτώσει.

  38. sarant said

    Είναι και λίγο φιλικό το «μπατσάκος» (νεαρό παιδί, χαμηλόμισθο/βαθμο…)

  39. ΣοφίαΟικ said

    Εγώ δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ τη λέξη ούτε τα παράγωγα ή τα υποκοριστικά της. Δεν είμαι «όλη η κοινωνία», φυσικά. Πες «ο νεαρός», «ο μοτοσυκλετιστης». Αν ήταν γιατρός θα τον έλεγες το γιατρουδάκι; Αν ήταν ιδιωτικός υπαλληλος θα τον έλεγες υπαλληλάκο;

    29: Το ίδιο νομίζω είναι να έχεις σκοτώσει και τον οποιοδήποτε 76χρονο.

  40. Αν ήταν ένας ταλαίπωρος ειδικευόμενος γιατρός, που χάνεται στις απλήρωτες εφημερίες και κάνει μέρες να δει το σπίτι του, ναι, προφανώς δεν θα τον αποκαλούσα κε καθηγητά. Και τον υπαλληλάκο τον φουκαρά δεν θα τον έλεγα CEO. Έλεος!

  41. Δημήτρης Μ. said

    Και μια εκτέλεση του «Θύελλες άνεμοι» (Βαρσαβιάνκα), από ταινία.

  42. 34: Το γεγονός πως θάπρεπε να υπάρχει υπεύθυνος ασφάλειας και πορτοκαλί φωσφοριζέ γιλέκα για όλο το προσωπικό αλλά δεν υπήρχε, μάλλον πρέπει να αποδοθεί στη γνωστή τσιγκουνιά του σχωρεμένου.

    Το τελευταίο πλάνο του Τεό

    Το ευγενικό παράπονο της συντρόφου του Φοίβης: «Μα γιατί δεν πηγαίνατε μαζί του όταν πέρναγε το δρόμο;». Τα κατεβασμένα μάτια τού συντετριμμένου τεχνικού: «Ηταν η πρώτη φορά που μάς ξέφυγε μόνος του».

    Και δεν φορούσε ο άτιμος, όπως επέμεναν φορτικά οι συνεργάτες του, αυτό το κίτρινο φοσφοριζέ μπουφάν, που ολοι οι άλλοι είχαν βάλει, για να τους βλέπουν τα αυτοκίνητα. Ήταν με τα αιώνια σκούρα ρούχα του. Είχε πέσει το σκοτάδι, η περιφεριακή της Δραπετσώνας είχε κίνηση, ούτε που είχε σκεφτεί να την κόψει για το γύρισμα. Ποτέ δεν το κάνει.

  43. bernardina said

    Χριστέ μου, λες και το είχα δει με τα μάτια μου…
    Το ξέρω σας λέω εκείνο το καταραμένο σημείο. Και τι βράδυ, τι σκούρα ρούχα… Μέρα μεσημέρι πάνε και στουκάρουνε δεξιά ζερβά σαν τις μύγες, λες και κάποιος τους μουτζώνει και δεν βλέπουν μπροστά τους. Άμα βρείτε κανέναν που μένει στον περιφερειακό της Δραπετσώνας πάνω από την Πυροσβεστική ρωτήστε τον να σας πει.

  44. Πραγματικά! Το όνειρο της Μπέρνι

  45. bernardina said

    Τι όνειρο βρε σκύλε μου. Μαύρος εφιάλτης, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή.

  46. Τον Δημήτρη Σαραντάκο λίγο τον γνώρισα, πολύ και για πολλούς λόγους τον εκτίμησα. Ήταν ο μεσαίος κρίκος μιας γερής πνευματικής αλυσίδας. Ο εμπνευσθείς και ο εμπνευστής. Συνεχίζει να ζει όσο τον θυμούνται.

    Τον Θόδωρο Αγγελόπουλο τον «γνώρισα» για πρώτη φορά, φοιτητής, το 1970, μεσούσης της χούντας, στον κινηματογράφο Αλκυονίς, στην Ιουλιανού, στην προβολή της ταινίας «Αναπαράσταση». Τότε κατάλαβα τι σημαίνει κινηματογράφος. Μολονότι έκτοτε δεν την ξαναείδα, έχω ακόμη σταμπαρισμένες στη μνήμη μου πολλές σκηνές της. Κάτι τέτοιο μόνο με τις ταινίες του Μπέργκμαν μου έχει ξανασυμβεί.

    Τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε τον Κουν, τον Μινωτή, τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκη, τον Τσαρούχη, τον Τάσσο, τον Μποστ, τον Χορν, τον…, την…., τον…, ποιον να πρωτοθυμηθείς! Σιγά σιγά φύγαν όλοι. Τώρα ο Αγγελόπουλος. Πόσοι μείναν;

  47. Σηματωροί ή και οιωνοί της δικής μας δύσης, ή υψηλού μεσημεριού, εκείνοι που φεύγουν έχοντας τόσον καιρό φωτίσει την ζωή μας.

    Εώ θυμάμαι μια διακριτική ανθρωπιά και φροντίδα, και στις τρεις φορές που ευτύχησα να τον πάρω συνέντευξη. Την πρώτη φορά (Βλέμμα του Οδυσσέα) φρόντισε να είμαι ο τελευταίος στην μεγάλη σειρά των συνεντεύξεων, να μην με φοβίζουν στο σβέρκο μου τα χνώτα καμμιάς broadsheet, Guardian, Times η Independent, ενώ στην τρίτη (στο Λιβάδι που δακρύζει), έβαλε στο φυλλάδιο της Artificial Eye τσιτάτο όχι απο τις μεγαλόσχημες αλλά, άκουσον άκουσον, αλλά δικό μου από την ομογενειακή Παροικιακή μας! Εκείνη η σχεδόν πατρική φροντίδα!

  48. sarant said

    47: Τι ωραίο αυτό το τελευταίο με το τσιτάτο!

  49. Μπουκανιέρος said

    Σκύλε μου, πρόσεχε κάτι ευαίσθητες ψυχές γιατί δεν τόχουν πολύ να σε λιντσάρουν ή να σε φολιάσουν.
    Ιδίως όταν βρίσκουν την κατάλληλη στιγμή, π.χ. όταν δεν αρμόζει να βάλουμε τις φωνές.

  50. Α, Μπουκάν, ευχαριστώ! Προσέχω, ο έρμος. Αλλά ως σκύλος έχω κι εγώ τα μαζοχιστικά μου βίτσια. Και γιατί δεν αρμόζει; Εντάξει, όχι σαν το Δανίκα (μετά συγχωρήσεως) αλλά μερικά σχόλια δεν βλάπτουν. Ιδιαίτερα σε ένα μπλογκ, σαν κι αυτό, που λατρεύει την αλήθεια.

  51. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @50,
    Σκύλε, εγώ δεν τους είχα πει ποτέ «μπατσάκους» -μετά από σένα, όμως, το υιοθετώ. Γιατί μου αρέσει. (Κρύβει μια τρυφερότητα, που πολλοί/πολλές δεν την κατάλαβαν). Και κάθε φορά που θα το λέω θα σε θυμάμαι.

  52. 50/51
    Συνάδει, εξ άλλου, ετυμολογικώς με το γεγονός ότι ο υπ’ αυτών συλλαμβανόμενος καθίσταται… «μπατσακωτός»!

  53. Μπετατζής said

    5 κλπ. http://www.ksm.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%B1-5012011-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF/

  54. gbaloglou said

    Αδικήθηκε αυτό το κείμενο, καθώς επισκιάσθηκε από τον χαμό του Αγγελόπουλου! Δεν έχω πάει στον Άγιο Ευστράτιο, είχα όμως την ευκαιρία να τον θαυμάσω από αέρος πετώντας από Θεσσαλονίκη για Χίο: ένας και μόνον οικισμός και, αν θυμάμαι σωστά, απόλυτη ξεραϊλα. Δεν ξέρω που είχαν τους εξόριστους και αν σώζεται κάτι σαν «το σπίτι των κομμουνιστών» στο Σαρακήνικο της Γαύδου.

  55. […] αποτρύγωση – αποτρίχωση, αρμονία και ενέργεια, Αρντένα, ασφαλιξία ή ευελφάλεια;, βενετσιάνικο Continente, βιβλίο […]

  56. […] Τριανταφύλλου, τσορμπατζήδες, Χαλιμάς, χαμάμ, Χόπι, χρήση του τροχοφόρου ως οπλοφορία, Ψυχάρης, Ломоносов, Огурец, От А до Я, Like this:LikeBe the first to […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: