Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι λέξεις που ξεχάσαμε

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2012


Να με συγχωρήσετε που (για μια ακόμη φορά) θα περιαυτολογήσω, αλλά κάποτε έπρεπε να βάλω στο ιστολόγιο την παρουσίαση του βιβλίου μου «Λέξεις που χάνονται», που δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο στην εφημερίδα Τα Νέα, κι αφού πλέον η πατρίδα σώθηκε ύστερα από τη συμφωνία των τριών αρχηγών (αγάπη δίχως πείσματα, δεν έχει νοστιμάδα) μπορώ κι εγώ να ευλογήσω τα γένια μου. Ένας λόγος παραπάνω που βάζω εδώ στο ιστολόγιο την παρουσίαση, είναι ότι ίσως υπάρχουν σχόλια ή αντιρρήσεις σε όσα είπα, οπότε μπορούμε να τα συζητήσουμε. Ο τίτλος του σημερινού άρθρου (Οι λέξεις που ξεχάσαμε) είναι και ο γενικός τίτλος της παρουσίασης στα Νέα και οφείλεται στον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή, που την επιμελήθηκε. Η παρουσίαση διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Καταρχάς, μια εισαγωγή από τον Μ.Πιμπλή:

Υπάρχουν λέξεις πάντοτε χρήσιμες και επίκαιρες, λίγο όμως παλιωμένες, με αποτέλεσμα να λείπουν από τα λεξικά. Μια τέτοια λέξη είναι ο ποσαπαίρνης, «ημέτερος» δηλαδή με διάφορες αργομισθίες που επιβαρύνουν το δημόσιο ταμείο. Τον περιλαμβάνει σε στίχο του ο Παλαμάς, τον περιλαμβάνει και ο Σουρής, είχε δε ιδιαίτερο σουξέ επί Τρικούπη.
Υπάρχουν και λέξεις πιο αθώες, που τις τραγουδάμε όλοι χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνουν, όπως το καραντί, που ήταν να μπατάρει το καράβι του ποιητή της θάλασσας, του Νίκου Καββαδία. Καραντί είναι η φουσκοθαλασσιά που συνεχίζεται και μετά την πτώση των ανέμων, η κουφοθάλασσα. Ούτε αυτή υπάρχει στα νεότερα λεξικά.
Οπως δεν υπάρχουν το κασαβέτι, η γράνα (που χρησιμοποίησε αιφνιδιαστικά σε ομιλία του ο Βύρων Πολύδωρας το 2007 και συζητήθηκε), το μακάμι, ο μαλάθρακας, η αντράλα, ο παϊτέρης, το μπαγιόκο, ο καρύτζαφλος, ο καλιοντζής, ο ζαμπούνης, ο συρμακέζης, η σουβάλα, η τραβάγια και πολλές άλλες.
 
Με 366 από αυτές, όσες και οι ημέρες του χρόνου το 2012, έφτιαξε βιβλίο ο γνωστός συγγραφέας και ερευνητής της γλώσσας – μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το επάγγελμά του – Νίκος Σαραντάκος. Το βιβλίο λέγεται «Λέξεις που χάνονται» και κάθε λήμμα συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον ταξίδι στην Ιστορία, την ετυμολογία και τη λογοτεχνική χρήση της λέξης. Το 75% των λέξεων αυτών είναι δάνεια ή αντιδάνεια και, όπως λέει ο συγγραφέας, «ο γλωσσικός δανεισμός είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα» που, «σε αντίθεση με τον οικονομικό υπερδανεισμό, δεν καθηλώνει αλλά αναζωογονεί – δείτε την αγγλική, η οποία χάρη στον εύκολο δανεισμό από παντού απέκτησε το πλουσιότερο λεξιλόγιο από όλες τις σύγχρονες γλώσσες».
 
Ο Νίκος Σαραντάκος επέλεξε λέξεις που να μην καταχωρίζονται στα πιο δημοφιλή νεότερα λεξικά, όχι όμως αρχαίες ή μεσαιωνικές λέξεις που χάθηκαν από αιώνες, αλλά λέξεις που ακούγονται ακόμα ή ακούγονταν μέχρι τον 20ό αιώνα. Παράδειγμα το ζνίχι – η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν! Είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Ισως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή). Πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι ο στίχος της «Ζούγκλας» του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χώσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό».
Σε πολλές περιπτώσεις όπως επισημαίνει ο Σαραντάκος, μια λέξη καλώς δεν περιλαμβάνεται στα λεξικά. Αλλού όμως θεωρεί ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται. «Πιστεύω ότι η λεξικογραφία μας πράγματι περιφρονεί ελαφρώς τις λαϊκές και καθημερινές λέξεις. Είναι κι αυτό, θαρρώ, απόρροια της αντίληψης ότι η νέα γλώσσα είναι τάχα παρακατιανή και ωχριά μπροστά στα αρχαία ελληνικά. Είναι επίσης συνέπεια του ότι οι λαϊκές λέξεις λεξικογραφούνταν δυσκολότερα», λέει.

Ακολουθούν ερωτήσεις του δημοσιογράφου, στις οποίες απαντώ εγώ. Ο ενδιάμεσος τίτλος αυτής της ενότητας ήταν «Τα δάνεια δεν απειλούν τη γλώσσα». (Στην ιστοσελίδα των Νέων έχει και μια φωτογραφία ενός κουγιουμτζή, δηλαδή χρυσοχόου, καθώς και μια δικιά μου).

Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε τόσο σοβαρά με τη γλώσσα, ώστε να γίνει η ερευνητική σας προτεραιότητα;
Βιοποριστικά εργάζομαι ως μεταφραστής, οπότε η ενασχόληση με τη γλώσσα ήταν κάτι φυσικό που εξακολουθεί να με γοητεύει, επειδή είναι ένα πεδίο ανεξάντλητο, επειδή η γλώσσα δεν ανήκει σε κανέναν αλλά συνδιαμορφώνεται από όλους, επειδή η μελέτη των γλωσσικών μεταβολών είναι σπουδή των ανθρώπων και των πολιτισμών. Επίσης, η μελέτη των λέξεων σημαίνει και μελέτη της λογοτεχνίας. Ετσι, στο βιβλίο θα βρούμε τα «λιτρίδια» και τα «τσάμια» του Ελύτη, τον «διακαμό» και τα «μαναφούκια» του Παπαδιαμάντη, τη «λώθρα» του Βαλαωρίτη, το «γκιζεράω» του Μακρυγιάννη, το «καραντί» του Καββαδία, το «καμπούνι» του Καραγάτση, το «έχος» του Κοτζιούλα, το «μπιστιού» του Λασκαράτου, την «ντουτιά» του Γ. Ιωάννου, την «αντράλα» του Καζαντζάκη, τα «κράκουρα» του Ρίτσου και του Μανώλη Γλέζου, τον «τζελάτη» του Βάρναλη και του Σεφέρη, τα «τσαΐρια» του Καβάφη και του Χριστιανόπουλου.
Ποιες λέξεις σάς ταλαιπώρησαν περισσότερο, καθώς γράφατε το βιβλίο σας;
Οι λέξεις που δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό, ακόμα και σε παλαιότερα, με δυσκόλεψαν περισσότερο• θα μπορούσα να αναφέρω π.χ. τη φράση «κάνω σαρμάκο», που τη βρίσκουμε και σε ένα τραγούδι του Βαμβακάρη, και σημαίνει «αποφεύγω να εκδηλωθώ, κάνω το κορόιδο» και, όπως δείχνω στο βιβλίο, προέρχεται από το σαμάρκο, δηλαδή το έμβλημα του Αγίου Μάρκου, από την ενετοκρατία.
Ποια γεύση σάς αφήνει η έρευνα της ιστορίας μιας λέξης σε σχέση με την ίδια την ιστορία της χώρας;
Οι λέξεις γεννιούνται, μεγαλώνουν, μεταναστεύουν σε άλλες χώρες. Καθώς ενηλικιώνονται, πολλές φορές αλλάζουν σημασία. Κάποτε, πεθαίνουν. Μόνο που, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, οι λέξεις μπορεί και να ανασταίνονται, και όταν καταφέρνουν να προσληφθούν στο Δημόσιο, έχουν την ευκαιρία για δεύτερη ευδόκιμη υπηρεσία – στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε για μετενσάρκωση. Υπάρχουν λέξεις υπεραιωνόβιες, υπάρχουν και λέξεις νιόκοπες, φτιαγμένες μόλις χτες – αν και το «χτες» στη γλωσσολογία ισοδυναμεί τουλάχιστον με μια δεκαετία. Και επειδή στη χώρα μας τα ληξιαρχεία της γλώσσας δεν λειτουργούν με απόλυτη ακρίβεια, ένα θέμα που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι και η εξακρίβωση της ημερομηνίας γέννησης των λέξεων, δηλαδή πότε εμφανίζεται πρώτη φορά σε ελληνικό κείμενο κάποια λέξη. Βέβαια, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, η ημερομηνία γέννησης των λέξεων δεν δίνεται με βεβαιότητα αλλά δηλώνεται πάντοτε «μέχρι αποδείξεως του εναντίου», δηλαδή μέχρι να βρεθεί παλιότερο κείμενο που να τις περιέχει.
 
Σημειώνετε στον πρόλογό σας ότι η αγγλική, μέσω δανείων, έχει καταφέρει να γίνει η πιο πλούσια γλώσσα στον κόσμο. Τι γίνεται με την ελληνική;
Γράφω πως η αγγλική έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, κι αυτό προκύπτει από τη σύγκριση των λεξικών. Για τον αριθμό λέξεων της ελληνικής, ο καθηγητής κ. Χρ. Χαραλαμπάκης είχε κάνει παλαιότερα μια εκτίμηση γύρω στις 700.000 (μαζί αρχαία και νέα ελληνικά). Ωστόσο, τέτοιοι υπολογισμοί δεν με απασχολούν στο βιβλίο – ανέφερα το παράδειγμα της αγγλικής για να υποστηρίξω την άποψή μου ότι ο δανεισμός δεν στοιχειοθετεί απειλή για μια γλώσσα, ότι πλουτίζει και δεν φτωχαίνει τη γλώσσα.
 
Είναι επαρκής ή φτωχή κατά τη γνώμη σας η γλώσσα που μιλάμε σήμερα;

Το να χάνονται κάποιες λέξεις όταν αλλάζει η κοινωνία είναι νομοτέλεια που δεν φτωχαίνει τη γλώσσα. Νομίζω ότι η γλώσσα που μιλάμε σήμερα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από άλλες πτυχές της κοινωνικής μας ζωής. Βέβαια, εξαιτίας των ιδεολογημάτων που προβάλλονται ευρέως εξακολουθεί να θεωρείται υποδεέστερη η νέα ελληνική από την αρχαία και η λαϊκή γλώσσα από τη λόγια: στις εκπομπές της τηλεόρασης, για να εκτιμήσουν την ελληνομάθεια, ρωτούν τι σημαίνει ασκαρδαμυκτί, όχι μαϊτζέβελος και πίζουλος. Κι όμως, η λαϊκή γλώσσα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και είναι και ζωντανή.

Τέλος, σε μια τρίτη ενότητα, με τον τίτλο «Καβανόζι είχε για τα τουρσιά της η Λωξάντρα», δημοσιεύονται τέσσερα λήμματα του βιβλίου:

Πουργός
Λέξη σχεδόν ξεχασμένη ο πουργός, είναι ο βοηθός του χτίστη, πηλοφόρος που κουβαλάει λάσπη ή πέτρες. Προέρχεται από τον υπουργό. Οχι τον σημερινό, που έχει δέκα παρατρεχάμενους να τον υπηρετούν, παρά τον αρχαίο.
Στην αρχαιότητα, υπουργός (από υπό + έργον) ήταν ο υπηρέτης, ο βοηθός. Στον «Πατούχα» του Κονδυλάκη, ο Σαϊτονικολής αναθέτει στον ακοινώνητο γιο του «να πουργεύει, να βοηθεί δηλαδή τους κτίστας, παρασκευάζων την λάσπην και τον ασβέστην».
Και στο «Νούμερο 31328» του Βενέζη ο αφηγητής, αιχμάλωτος, επιδιώκει να πάει για πουργός μήπως και βρει καλύτερη τροφή.
Οταν με την Επανάσταση του 1821 σχηματίστηκε η Προσωρινή Διοίκησις, δεν είχε υπουργούς αλλά μινίστρους. Οταν έπαψε το ντουφεκίδι, βρήκαν οι λόγιοι καιρό να καθαρίσουν τη γλώσσα από τα ξένα δάνεια κι έτσι ανάστησαν την παλιά λέξη υπουργός – και επειδή επρόκειτο για θεσμική λέξη ο καθαρισμός έπιασε.
Το ενδιαφέρον είναι ότι και το λατινικό minister αρχικά τον υπηρέτη σήμαινε. Αραγε το θυμούνται αυτό οι υπουργοί και οι μινίστροι σήμερα, πως δουλειά τους είναι να υπηρετούν;
Κατσιφάρα
Κατσιφάρα είναι η ομίχλη, η καταχνιά. Είναι λέξη κυρίως της Νότιας Ελλάδας: ακούγεται στην Κρήτη, στα Κύθηρα και την Πελοπόννησο. Μόνο ο «Πάπυρος» την έχει και το ετυμολογικό του Ανδριώτη, που τη λημματογραφούν «κατσηφάρα», επειδή υποθέτουν ότι είναι μεγεθυντικό του αμάρτυρου κατσηφιά, που το παράγουν από το «κατηφής», μάλλον εύστοχα. Είναι βέβαια και επώνυμο γνωστού πολιτικού. Ισως κατσιφάρας να ήταν ο κατσούφης. Η παλιότερη μνεία της λέξης είναι από τον Κρητικό Πόλεμο του Μπουνιαλή, στον 17ο αιώνα: «Νέφαλα σκοτεινότατα ο ουρανός γεμίζει/ κι η κατσιφάρα άρχισε λίγο να ψιχαλίζει». Οι περισσότερες καταγραφές είναι από κρητικές μαντινάδες και ριζίτικα, αλλά διαβάζουμε επίσης ότι η περίφημη κυθηραϊκή κατσιφάρα εμπόδισε τα ελικόπτερα του ΕΚΑΒ να πετάξουν.
Καβανόζι
Λέξη που λείπει από όλα τα λεξικά του 20ού αιώνα, παλιότερα και νεότερα, αλλά ακούγεται ακόμα στους Ρωμιούς της Πόλης, ενώ πρέπει να λεγόταν ή να λέγεται ακόμα στη Θράκη (έχει περάσει και στα πομάκικα). Καβανόζι είναι ένα δοχείο, συχνά μεταλλικό, στρογγυλό και βαθουλό για γλυκά, τουρσιά, κ.τ.λ. Καβανόζι είχε για τα τουρσιά της και η Λωξάντρα. Φυσικά πρόκειται για δάνειο από τα τουρκικά (kavanoz), που είναι ίδιας σημασίας. Ομως είναι αντιδάνειο, δηλ. έχει απώτερη αρχή σε ελληνική λέξη. Η ελληνική αυτή λέξη είναι το γάβανο, που σημαίνει δοχείο. Προέρχεται από το μεσαιωνικό γάβενον (ο Ησύχιος λέει «γάβενα: αξύβαφα ήτοι τρυβλία») και μαρτυρείται με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους, μερικές φορές αρσενικό, γάβανος, στη Λέσβο, Εύβοια, Θράκη και αλλού.
Ζολότα

Παλιά λέξη αλλά όχι χωρίς ενδιαφέρον, η ζολότα είναι ένα παλιό ασημένιο οθωμανικό νόμισμα (zolota), ίσο με τριάντα παράδες, δηλαδή τα τρία τέταρτα του γροσιού. Η τουρκική λέξη είναι δάνειο από το πολωνικό zloty, που είναι και σήμερα το εθνικό νόμισμα της Πολωνίας, που σημαίνει κατά λέξη «χρυσό». Στα ρώσικα άλλωστε zoloto σημαίνει χρυσάφι. Το ζλότι είχε ξεκινήσει πράγματι ως χρυσό νόμισμα. Η ζολότα εξαρχής ήταν ασημένια, σε πείσμα της ετυμολογίας της. Η τουρκική ζολότα δεν ήταν νόμισμα μεγάλης αξίας. Ετσι υπάρχει παροιμία για τους φιλάργυρους, «πάει στον γάμο με μια ζολότα». Υπάρχουν και κάλαντα στην Ανδρο, όπου από τους πλούσιους ζητάνε φλουριά, ενώ από τους «δεύτερους, ξηντάρες και ζολότες». Ομόρριζο είναι και το επώνυμο Ζολώτας. Εδώ ο ετυμολογικός προκαθορισμός λειτούργησε!

Αυτή ήταν η, ομολογουμένως πολύ κολακευτική, παρουσίαση των Νέων, που εδώ την παρουσίασα σε ενιαία μορφή -ενώ στον ιστότοπο των Νέων κάθε ενότητα παρουσιάζεται σε ξεχωριστή σελίδα.

66 Σχόλια προς “Οι λέξεις που ξεχάσαμε”

  1. Χρυσοφόρος όπως πάντα Νίκο. Συγχαρητήρια

    Γιάννης

  2. Είναι η μοναδική περίπτωση, στην οποία μπορεί να εμφανιστεί κανείς στις εφημερίδες του ΔΟΛ με άΔΟΛο σκοπό.
    Εύγε, νέε μας!

  3. bernardina said

    Δεν χρειάζεται να πω ότι έχει σημειωθεί για την επόμενη γυροβολιά μου από τα βιβλιοπωλεία. Χίλια μπράβο. Μόνο που με πίκρανες λιγάκι επειδή στα κράκουρα δεν ανέφερες τον Κρυστάλλη με τον συγκινητικό Σταυραητό του, όπου την είχα πρωτοσυναντήσει όταν ήμουν ακόμα μαθήτρια του δημοτικού. Δεν πειράζει, στη δεύτερη έκδοση, που εύχομαι να είναι μία από πάρα πολλές!

  4. LandS said

    #2
    Δεν είναι και τόσο άδολο να αγοράζεις σχοινί 🙂

  5. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    Μπερναρντίνα, στο βιβλίο φυσικά και παραθέτω τον στίχο του Κρυστάλλη στο λήμμα «κράκουρα», όπως και έναν στίχο του Ρίτσου για τον Γλέζο, όπου επίσης χρησιμοποιεί τη λέξη.

  6. bernardina said

    Οκέι, παρασύρθηκα από την παρουσίαση, αφού ακόμα δεν έχω το βιβλίο στα χέρια μου. (Μα είπα κι εγώ 😉 )
    Μήπως τώρα που… σε βρήκα εύκαιρο, μπορείς να μου θυμίσεις τι ακριβώς σημαίνει εκείνο το «κλαπατάρια» (…θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια… γιατί δεν το έχει κρατήσει η μνήμη μου;

  7. Eγώ το είπα ότι το διάβασα και από την εφημερίδα, την οποία ντρέπομαι-αλλά-αγοράζω-ακόμα, τουλάχιστον το Σάββατο. Καλοτάξιδο, αν και δεν αμφιβάλλω.

  8. rogerios said

    Μπράβο! Ωραία και διδακτική και η συνέντευξη!

  9. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Εγώ, Σοφία, δεν ντρέπομαι: την αγοράζω κάθε σάββατο. Είναι καιρός να πάψουμε να ντρεπόμαστε για τις ελεύθερες επιλογές μας.

    Χάρηκα κι εγώ την παρουσίαση (την αισθάνθηκα λίγο εγωιστικά και «δική μου»), όχι μόνο γιατί αγαπάμε τον (ιστό)τοπο εδώ, αλλά και γιατί φιλοξενήθηκε στο ίδιο δισέλιδο σαλόνι (έτσι δεν λένε στα δημοσιογραφικά;) μαζί με το τελευταίο βιβλίο του Σιμενόν από την «Αγρα»: «Το χιόνι ήταν βρόμικο».

    Όσο για τις φωτογραφίες; Σαραντάκος – Σιμενόν βιζ-α-βί…

  10. ππαν said

    Πολύ ωραία η παρουσίαση!

  11. sarant said

    6: Νομίζω ότι κλαπατάρια είναι το ίδιο, οι φτερούγες (ιδίως στις κότες, πάπιες κτλ.)

  12. HAL9000 said

    Καλημέρα σε όλους,

    Θά ήθελα να κάνω ένα σχόλιο στην εισαγωγή του κ. Πιμπλή για το καραντί. Είναι γνωστή η ετυμολογία της λέξης (τουρκ. karıntı, δίνη – πλευρικό κύμα). Πάντα όμως είχα την απορία εάν ο ποιητής κάνει κάποιο παιχνίδι με την «καραντίνα» (στην προηγούμενη στροφή αναφέρεται η κίτρινη παντιέρα, που είναι η το σινιάλο για τα πλοία που βρίσκονται σε καραντίνα). Ίσως ο οικοδεσπότης θα μπορούσε να μας διαφωτίσει.

    Παντιέρα κίτρινη – σινιάλο του νερού.
    Φούντο της δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
    Τα δυο της φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
    ξεθωριασμένος απ’ το κύμα του καιρού.

    Το καραντί θα μας μπατάρει.
    Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά.
    ‘Από νωρίς , δεξιά στη μάσκα την πλωριά ,
    κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

  13. Νέο Kid Στο Block said

    Καλημέρα! Νικοκύρη είσαι σένιος στη φωτό!

    «καραντί, το: σκαμπανέβασμα του καραβιού εξαιτίας θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά τη παύση του ανέμου, φουσκοθαλασσιά, καραντίνα, εγγύηση.» λέει κι ένα γλωσσάρι για τον Καβαδία

    Έχω την εντύπωση όμως, ότι το καραντί πρέπει να προέρχεται από το current (ρεύμα θαλάσσιο) ,αυτή είναι κι επιστημονικά η γενεσιουργός αιτία του κυρίως. Πρέπει να είναι αυτό που οι αγγλοσάξονες λένε swell (σουέλ), το βαρυτικό δηλαδή κύμα (όχι σεισμικό!)με πολύ μεγάλο μήκος και ενέργεια.
    Καμία σχέση με το τσουνάμι που είναι σεισμικής προέλευσης.

  14. Ώστε απο κει βγαίνει ο Ζολώτας! Και χρόνια αναρωτιόμουν τι nom prédestiné ήταν αυτό, ή μήπως οι πρόγονοί του ήταν ήδη χρυσοχόοι στη Ρωσία…
    Τώρα μένει να εξηγηθεί η ετυμολογία του Λαλαούνη 😀

  15. bernardina said

    13. Η ρεστία δηλαδή…

  16. Νέο Kid Στο Block said

    13.Διευκρινιστικά, πιστεύω ότι είναι πιθανότερο το current να δημιούργησε το καραντί παρά το τουρκικό ,γιατί η πραγματικά μεγάλες φουσκοθαλασσιές (swells) που μπορεί να μπατάρουν καράβια μεγάλα, δημιουργούνται και λειτουργούν/ενεργοποιουνται σε μεγάλες αποστάσεις και ωκεανούς ,όπου μπορεί ας πούμε τοπικό έντονο καιρικό φαινόμενο στην Ιάβα να μετατραπεί σε σουέλ που φτάνει ως την Καλιφόρνια. Δηλαδή δεν παρατηρείται στην Μεσόγειο (όπου κυρίως διεξαγόταν η τουρκική ναυτιλία).

  17. Νέο Kid Στο Block said

    To ΟΕD λέει για το swell “In ref. to a rise of the sea, it is attested from c.1600”
    Είχα τη σφαλερή εντύπωση ότι ήταν πολύ νεότερος όρος . Το ότι είναι τόσο παλιό, νομίζω αδυνατίζει την προηγούμενη υπόθεσή μου(ότι δεν προέρχεται από τα τουρκικά). Γιατί να μη το λεγαν οι ναυτικοί «Σουέλι»ή «Πρίξιμο» ή κάτι τέτοιο αντί για καραντί; Μπέρδεμα.

  18. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα σχόλια.

    12: Παρά την κίτρινη σημαία, δεν βλέπω πώς η καραντίνα θα τους μπατάρει, ενώ με το καραντί πράγματι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.

    Ελκυστική η ιδέα για το current, αλλά δεν νομίζω ότι στέκει χρονολογικά και φωνητικά.

  19. Νίκο καμια βιβλιοπαρουσίαση πότε θα κανεις να έρθουμε να σε γνωρίσουμε κι από κοντά; 🙂

    Αυτό με το καραντί πάντως κι εμένα με παραξένεψε. Γενικά, οι περισσότερες ναυτικές λέξεις στα τούρκικα είναι δάνεια, έτσι; Απίθανο μου φαίνεται να είναι λέξη τουρκικής αρχής. Ίσως καμια Βενετσιάνικη λέξη; Εξάλλου το ρεύμα και στα Ιταλικά τώρα είναι corrente.

  20. Έκανα μια πρόχειρη αναζήτηση στο μείζον λεξικό των ναυτικών δανείων (Kahane-Tietze, The Lingua Franca of the Levant: Turkish Nautical Terms of Italian and Greek Origin), πουθενά καραντί.

  21. mindkaiser said

    Νίκο, περιμένουμε την παρουσίαση στον Ιανό(;).

    Όπως είχα ευχηθεί και σε παλαιότερο σχόλιο, καλοτάξιδο. 🙂

  22. Και στην Καθημερινή η Δημητρούλια σε παίνευε για την έκδοση του Λαπαθιώτη, αλλά και γενικότερα, ως «θεράποντα» της γλώσσας. Συγχαρητήρια και να υπάρχει συνέχεια!

    Το ζνίχι το χρησιμοποιούμε πολύ συχνά στα νιγριτινά!

  23. sarant said

    Μια παρουσίαση βρίσκεται ίσως στα σκαριά, θα ενημερώσω αν/όταν επιβεβαιωθεί.

  24. gmix said

    «Η ενασχόληση με τη γλώσσα είναι ένα πεδίο ανεξάντλητο, επειδή η γλώσσα δεν ανήκει σε κανέναν αλλά συνδιαμορφώνεται από όλους»
    ΥΠΕΡΟΧΟ ; Μακάρι να είχαν τη δύναμη της γλώσσας και άλλα πράγματα και συνδιαμορφώνονταν

  25. 22 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_22/01/2012_469786

  26. Μαρία said

    6, 11
    στο γλωσσάρι του Αραβαντινού «τα χοντρά φτερά του αετού»
    στο γλωσσάρι των Απάντων του Κρυστάλλη «μεγάλη φτερούγα»

  27. #25: Σωστός!
    Να δούμε πότε θα μάθω πώς μπαίνουν links…

  28. sarant said

    26: Έτσι ταιριάζει περισσότερο στο ποίημα -εγώ έγραψα τον ορισμό του Δημητράκου.

  29. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @12 και επόμενα:
    Σαν σήμερα πέθανε, το 75, ο Νίκος Καββαδίας.
    Ας είναι οι περί καραντί ανησυχίες αφιέρωμα στη μνήμη του.

  30. Αχ, Νικοκύρη, με την γράνα – που ζεί και βασιλεύει, στην Αχαΐα τουλάχιστον – έχουν εκτυλιχτεί πολλά γουέστερν-φουστανέλλα για κτηματικές διεκδικήσεις…

    Αυτές οι ωραίες ιστορίες με τις ορφανές λέξεις είναι σαν τους ξηρούς καρπούς: Διαβάζεις μία, και μετά δεν μπορείς να σταματήσεις!

  31. Thumbs-up!
    άνω τάττω αντίχειρα!
    που λέγαν και οι αρχαίοι 🙂

    Δεν ξέρω αν έχει υποτεθεί.
    Η τρικυμία είναι τρία κύματα.
    Το καραντί να μην είναι σαράντα κύματα;
    quaranta onde (c.f. eng. quarantine)

  32. Και μια και δεν το’βαλε κανείς ακόμα, ορίστε, για τον Καββαδία, αλλά και για την Ναυτιλία μας που μου δίνει ψωμί (και σε πολύ άλλο κόσμο):

  33. Νέο Kid Στο Block said

    32. Στέλιο ,πολύ ωραίο! Μόνο που ο τύπος που έφτιαξε το βιντεάκι δεν έπιασε τη μεταφορά στα …ζά: Καρχαρία και Παπαγάλο . Θα μου πεις και τι να ‘δειχνε; 🙂

    Άιντε, Αγάντα κατραμόκωλοι μη μας μπατάρει το μερκοζί!

    YΓ. Μάλλον, πάλι τζίφος ο ηλεκαπνός;μυστήριο…

  34. Μιὰ φορὰ δὲν διάβασα τὰ Σαββατιάτικα ΝΕΑ κι ἔχασα τὸ καλὸ τὸ πρᾶμα.

  35. @12 HAL9000 όπως μπορέις να δεις εδώ http://www.dr-belair.com/dic/Defence/Sea-Forces/Sea-flags/ICOSbook.pdf (σελίδες 2 και 26 στο pdf) η κίτρινη σημαία σημάινει ότι ζητά ελευθεροκοινωνία δηλαδή να μπορεί ανεπικοινωνήσει με τη στεριά έχει μέινει σαν οπότε η καραντίνα ήταν μέχρι να εγκριθεί το αίτημα από τις αρχές του λιμανιού δεν ήταν σε καραντίνα.
    Στο ποίημα περιγράφει τη διαδικασία του κατάπλου στη ράδα (δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού σελ 86 εδώ http://www.eugenfound.edu.gr/appdata/documents/books_pdf/e_j00002.pdf) κάποιου λιμανιού σήκωσαν την κίτρινη σημάια έριξαν (φούνταραν) φούνταραν τις δυο άγκυρες και την πρυμιά άγκυρα την είχαν έτοιμη κι έμειναν να τους κουνάει η αποθαλασσία ή σουέλ που πηγαινε να τους ανατρεψει (μπατάρει) όπως λέει ο Νικοκύρης στο 18.

  36. HAL9000 said

    @35
    Παναγιώτη βεβαίως, αλλά μετά την αίτηση ελευθεροκοινωνίας («πρατιγάρισμα» στην ναυτική διάλεκτο, από το «free pratique») η παραμονή στο αγκυροβόλιο μπορούσε να πάρει μέρες, ιδιαίτερα εάν το πλοίο προερχόταν από συγκεκριμένες περιοχές. Και οι ράδες (ή καλύτερα η παραμονή σε αυτές) ήταν δύσκολες τις εποχές εκείνες, χωρίς τις σημερινές πολυτέλειες των πλοίων (κλιματισμός, κινητά όταν είσαι κοντά στη στεριά, internet κλπ). Πίστεψέ με γνωρίζω καλά την εικόνα που περιγράφει ο ποιητής, έστω και σε πιο σύγχρονη εποχή.

  37. sarant said

    36: Να επισημάνω όμως ότι το πράτιγο δεν είναι βέβαια από τα αγγλικά αλλά από τα βενετικά.

  38. δὲν εἶχα ἰδέα ὅτι ὑπάρχει ἀνεβασμένο! http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/nikos_kabbadias/meletes_trapalhs_glossari_a.htm

  39. Βασιλική said

    Η μητέρα μου με καταγωγή κατά το ήμισυ σύνορα αρκαδίας λακωνίας λέει «σίμπα τη φωτιά»..μήπως γνωρίζετε την προέλευση αυτής της παράξενης λέξης;
    ευχαριστώ

  40. γούγλισα λίγο γιὰ τὸ σιμπάω=ἀνακατεύω (τὴν φωτιὰ ἢ τὸ φαΐ) καὶ τὸ βρίσκω σὲ ἰδιωματικὰ λεξικὰ τῆς Ἠπείρου, τῆς Ἀρκαδίας, τῆς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ τῆς Κερκύρας!

  41. Alexis said

    Βασιλική το «σίμπα τη φωτιά» λέγεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, στην Αιτωλοακαρνανία π.χ. και στη Λευκάδα είναι πολύ συνηθισμένο. Σιμπάω ή σ’μπάω ή ζ’μπάω είναι το ρήμα με προστακτική «σίμπα»! Επειδή το έχω ακούσει και σαν «ζούπα» ή «μην τη ζουπάς τη φωτιά» υποθέτω ότι μπορεί να προέρχεται από το «ζουπάω»(=πιέζω, σπρώχνω) επειδή σπρώχνουμε τα ξύλα με τη μασά (άλλη σπάνια λέξη αυτή) για να αναζωπυρώσουμε τη φωτιά στο τζάκι.

    Τη λέξη την έχω ακούσει και με μεταφορική σημασία και έχει πολύ ενδιαφέρον:
    -Ο εισαγγελέας μπορεί να παρέμβει και από μόνος του, δε χρειάζεται να πάω εγώ να τον βρώ.
    -Ναι, αλλά θέλει και λίγο σίμπισμα (=συδαύλισμα).

    Ο διάλογος είναι αυθεντικός και εκτυλίχθηκε σε Δημοτικό Συμβούλιο, μεταξύ Δημάρχου και πολίτη που τον καλούσε να πάει στον εισαγγελέα και να καταγγείλει κάποια παρανομία.

  42. Μαρία said

    40 Με υ ο Αραβαντινός. Αντιγράφω:
    συμπώ και συμπάω (τη φωτιά), τη φυσώ, ίνα ανάψη. Ίδε συδαυλίζω. «Σύμπα, γρηά, το μονοδαύλι, όσω να ‘ρθη το τριδαύλι» παρ. Τριδαύλι εννοεί το τρικέρι του ιερέως, όστις θα την κηδεύση.

  43. 13, 14
    …qui trans mare currunt, όσοι διατρέχουν τις θάλασσες (Κάτουλος), όχι τα κύματα αλλά οι περιτρέχοντες αυτά ναυτικοί, εκ του curreo, τρέχω, και το current.

    To βιβλίο παραγγέλλεται επί Κύπρω. …sunt bona mala, aliter not fit liber, υπάρχουν και καλα πολλά, αλλέως δεν φτιάχνεται βιβλίο. (Μαρτιάλης).

  44. 39, et in Arcadia ego, παρ’ ότι όχι βαδιστής περπάτησα από εξάωρο από τον Μαλεβό της Αρκαδίας μέχρι τα χωριά της Λακωνίας, μια μέρα, παίρνοντας και ρίσκα πώς θα επιστρέψω νυχτιάτικα μετά, τόσο όμορφα ήταν στα δάση εκείνου του τόπου.

  45. sarant said

    41-42: Μπράβο, βρε παιδιά, εγώ παραδέχομαι πως δεν το ήξερα!

  46. Immortalité said

    @40-42 Με ύψιλον και εδώ κάτω. Συμπαίνω. Έτσι το διάβασα έτσι το έμαθα και από τη μάνα μου.

    Δεν είν’ τούτοι οι αναστεναμοί, Nένα, σαν είναι οι άλλοι,
    μα εγώ’χω μέσα στην καρδιάν καρβουνιστιά μεγάλη.
    Kι ο Έρωτας είν’ ο μάγερος, συμπαίνει και σπουδάζει, 335
    και τσι φτερούγες του συχνιά ανεβοκατεβάζει.

    Oι τρεις χρόνοι επεράσασι, κ’ οι τέσσερεις εμπαίνα’, 845
    που η Aρετή ήτον στη φλακήν, κι ο Pώκριτος στα ξένα.
    Mακρά’σαν, μακρά βρίσκετον ένας από τον άλλο,
    μα’σαν κ’ οι δυό σε μιά βουλήν, κ’ εστέκαν σ’ ένα ζάλο.
    Σ’ μιά βράσιν εκεντούσασι, τα ξύλα έτσι εσυμπαίνα‘,
    που’φτανεν η αναλαμπή στους δυό, κι όχι στον ένα. 850

  47. Μαρία said

    46 Κι ο Αλεξίου στο γλωσσάρι του Ερωτ. απ’ το συμβάλλω το ετυμολογεί (βλ. σφάλλω-σφαίνω) και δίνει σύγχρονο παράδειγμα απο Χερσόνησο «σύμπαλε τη φωτιά».

  48. Νὰ ῥωτήσω κἄτι ; Γιατί μὲ ζῆτα τὸ ζνίχι ; Ὁ Δημητράκος, βλέπω, μὲ σ τὄχει.

  49. Μαρία said

    48 Αχιλλέα, το είχαμε συζητήσει και στο σχετικό ποστ για το ζνίχι.
    Αν γραφτεί με σ, πιθανότατα θα προφερθεί sn όπως προφέρουμε Κρέsνα και Βραsνά και όχι όπως στο σμήνος.

  50. Μὰ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι πρόβλημα τοῦ ὀρθογραφικοῦ συστήματος, καί, γενικῶς, δὲν γράφουμε ζ πρὶν ἀπὸ μ καὶ ν – ὄχι;

  51. Μαρία said

    50 Ακριβώς επειδή είναι πρόβλημα του ορθογραφικού συστήματος και το σύμπλεγμα σν το βρίσκουμε σε δάνεια, όπως τα τοπωνύμια που έγραψα παραπάνω, όπου δεν το προφέρουμε ζ, ή όπως στον Αζναβούρ, ο Νικοκύρης το έγραψε με ζ, για να είναι σίγουρος οτι θα προφερθεί ζνίχι και όχι sνίχι.

  52. Μαρία said

    51 Και στο σνιφάρω σ προφέρουμε κι όχι ζ.

  53. Μαρία said

    50 Εδώ το σχετικό ποστ:
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/04/16/znihi/

  54. sarant said

    Και δεν είμαι ο μόνος που γράφει ζνίχι. Άλλωστε, εφόσον υπάρχει το ελνστ. ζινίχιον, το ζήτα έχει λόγο ύπαρξης.

  55. Χαρά said

    Το σιμπάω τη φωτιά ή σιούμπα τη φωτιά είναι πολύ συνηθισμένο και στην ορεινή Καρδίτσα μερικές φορές έχει και τη σημασία του σπρώχνω ή και σκουντάω κάποιον. Με τα φωνήεντα ως γνωστό οι καρδιτσιώτες σπανιώς τα χρησιμοποιούμε κι όταν το κάνουμε αποτελούν ηχητικούς φθόγγους χωρίς ορθογραφία!!!
    Με το βιβλίο Λέξεις που Χάνονται τελικά ξεπέρασα το ψυχολογικό όριο των 10 λέξεων, έχω ακούσει και γνωρίζω τουλάχιστον 10 λέξεις θα κάνω πάρτυ!

  56. sarant said

    Καλό αυτό για το ψυχολογικό όριο 🙂

  57. Πάντως δὲν νομίζω νὰ προφέρῃ κἀνεὶς δυσνόητος μὲ σ, ἢ Βοσνία μὲ σ.

  58. sarant said

    57: Κι όμως, τη Βοσνία την προφέρω εγώ με σ. Τον δυσνόητο όχι.
    Και τη Μπόσνα παλιά με σ την πρόφερνα (ήταν μια ομάδα μπάσκετ, επί ενιαίας Γιουγκοσλαβίας).

  59. Χαρά said

    Πως να μη θέσω ψυχολογικό όριο; Συνήθως δεν έχω άγνωστες λέξεις στα βιβλία που διαβάζω και να βρίσκομαι μέρες γιορτές με ένα βιβλίο που δε ξέρω ούτε μια λέξη! Ξεκινώ το διάβασμα, απογοήτευση, αποφασίζω να σταματήσω στην πρώτη λέξη που θα γνώριζα, οριακά θα προλάβαινα να κάνω πρωτοχρονιά! Αλλάζω το στόχο και για να έχει κάτι εορταστικό τον κάνω «Αν ξέρω 10 λέξεις οργανώνω πάρτυ με καλεσμένους όσους ξέρουν τουλάχιστον 10 λέξεις ή έχουν την πρόθεση να μάθουν 10 λέξεις».

  60. sarant said

    Καλό 🙂

  61. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Να κάνω κι εγώ μια υπόθεση, συσχετίζοντας το ζνίχι με τον σβέρκο.
    (Δεν λέω ‘τράχηλος’ διότι στην ανατομία τουλάχιστο τράχηλος είναι το πρόσθιο μέρος του λαιμού ενώ το οπίσθιο είναι ο αυχήν. Ποιητικά όμως, π.χ. η τραχηλιά η κρινένια έχει γραφτεί επίσης, ή το αμίμητο ‘τοῦ Ἕλληνος ὁ τράχηλος ζυγὸν δὲν ὑπομένει’ . Η λέξη σβέρκος με απωθεί αφάνταστα, διότι τη χρησιμοποιούσε η μάνα μου όταν έλεγε ‘ψώνισες από σβέρκο’ = την πάτησες, σε ξεγέλασαν κ.ο.κ..)

    Λέω, λοιπόν, μήπως το ζνίχι είναι ‘ζωνίκι’ δηλαδή ‘λαιμαριά ζεύξης’. Ήταν προφανώς χοντρό δερμάτινο λουρί, και έγινε σημασιολογική μετάθεση, από το να σημαίνει το κινητό αντικείμενο κατέληξε να σημαίνει το ίδιο το σημαίο του ζώου πάνω στο οποίο βρισκόταν.
    (Αυτά είναι υπόθεση. ΔΕΝ τα ξέρω από πουθενά, εξηγούμαι!)

    Περί ζν, ζμ και ζβ, περί ζνιχιού, σμάλτου και ασβέστη, σβέρκου, ασβόλης κ.ο.κ.
    Η Βοσνία εις την βοσνιακήν είναι Boznja (δεν μπορώ να το γράψω με κυριλλικό διότι δεν υπάρχει πουθενά το н και το л με το κυκλάκι που χρησιμοποιούσαν στην το πάλαι Γιουγκοσλαβία. Δεν έγραφαν Бозня όπως θα περίμενε κανείς) και η γλώσσα Бознак. Άρα εμείς θεωρούμε το σύμπλεγμα ζν ασύμβατο με τη γραπτή γλώσσα, μολονότι το προφέρουμε. Βέβαια κι εγώ ελληνικά Βοσ-νία τη λέω, αν και δεν είναι από τις λέξεις που χρησιμοποιώ κάθε μέρα.

    Το σβ προφέρεται ζβ επισήμως. Άλλο ζν ομολογώ, εκτός από το ζνίχι που μόλις έμαθα, δεν ξέρω. Το σμήνος και το σμάλτο ‘παίζει’ μεταξύ ζ και σ, εξαρτάται πόσο προσεκτικά προφέρω. Αλλά και το ἀσμένως ν’ ακούσω azmenos θα το καταλάβω εξ ίσου καλά. Βέβαια όλα αυτά μου φαίνονται λίγο ΒυζαντινιΖμός.

    Τα ινία σε κάποιο χωριό που έζησα καποια χρόνια λέγονταν χάμουρα. Τώρα δε λέγονται πια γιατί όλοι έχουν αμάξι. Το χάμουρα πρέπει να είναι από το gomar / homar προ-Κεμαλικά τουρκικά ‘γάιδαρος’ από το αραβικό ajmar (το j =χ πολύ βαθύ). Εβραϊκά μοιάζει περισσότερο: jamor (ίδιο χ με το αραβικό)

  62. Μαρία said

    61 Τα ηνία. Πάντως χάμουρα δεν είναι μόνο τα γκέμια.
    Το γομάρι δεν είναι δάνειο.

  63. sarant said

    Όχι, είναι γόμος = φορτίο.

  64. Αλέκος Αλεξίου said

    Η λέξη σαρμανίτσα υπάρχει και στο λεξικό του ΑΘΑΣΙΟΥ Θ. ΦΛΩΡΟΥ, εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ

  65. «Παράδειγμα το ζνίχι – η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν! Είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Ισως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή). Πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί.»

    Η σλαβική εκδοχή μπορεί να αποκλειστεί. Στην Κυπριακή διάλεκτο όπου δεν υπάρχει ίχνος σλαβικής επίδρασης, χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα η λέξη «ζινίshιν» για να περιγράψει το σβέρκο.

  66. sarant said

    65:Σωστό αυτό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: