Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ν. Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες»

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2012


Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις «Ερατώ» και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, η συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες». Το βιβλίο περιέχει 30 διηγήματα του Λαπαθιώτη, γραμμένα από το 1908 έως το 1923, δηλαδή όταν ο γεννημένος το 1888 ποιητής ήταν μεταξύ 20 και 35 χρονών -πρόκειται δηλαδή για νεανικά διηγήματα. Πρόθεσή μου είναι, καιρού επιτρέποντος, να συνεχίσω με το υπόλοιπο διηγηματογραφικό του έργο, δηλαδή να εκδοθούν άλλοι δύο ή τρεις τόμοι με διηγήματα.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά την αυτοκτονία του, στις 8 Ιανουαρίου 1944 στο πατρικό του σπίτι, στη γωνία των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν έχει λησμονηθεί, αλλά απροσδόκητα βρίσκεται όλο και περισσότερο στην επικαιρότητα. Λιγότερο απροσδόκητο είναι το ότι οι νεότερες εργασίες για τον Λαπαθιώτη αφορούν κυρίως το πεζό του έργο, το οποίο είχε μείνει στη σκιά του ποιητικού και εξακολουθεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, να παραμένει ανέκδοτο. Για παράδειγμα, στην «Έκτη συνάντηση εργασίας μεταπτυχιακών φοιτητών του τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ», τον Μάιο του 2011, έγιναν δύο ανακοινώσεις για το πεζό έργο του Λαπαθιώτη.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης βέβαια είναι κυρίως γνωστός ως ποιητής, αλλά άφησε μεγάλο σε έκταση και ποικίλο σε μορφή πεζογραφικό έργο. Από αυτό έχουν εκδοθεί η αυτοβιογραφία του («Η ζωή μου» σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα από τον Κέδρο) και δυο νουβέλες («Το τάμα της Ανθούλας» στις εκδ. Λιβάνη και «Κάπου περνούσε μια φωνή» από τις εκδ. Ερατώ σε δική μου επιμέλεια). Εκτός από τα διηγήματα έχει γράψει επίσης πεζά ποιήματα, στοχασμούς και χρονογραφήματα, καθώς και μη λογοτεχνικό έργο, κυρίως κριτικές και αισθητικές επιφυλλίδες.

Τα πρώτα νεανικά πεζά του Λαπαθιώτη εμφανίστηκαν κυρίως στο περιοδικό Ελλάς του Σπύρου Ποταμιάνου. Ήταν ένα λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης, που στηριζόταν πολύ στη συμμετοχή των αναγνωστών, με διαγωνισμούς, δημοσίευση των πρωτολείων τους και κάθε λογής «ψηφοφορίες», με το απαραίτητο ιστορικό μυθιστόρημα σε συνέχειες, γραμμένο από τον ίδιο τον Ποταμιάνο, με άφθονη ελαφρά λογοτεχνία, σπαζοκεφαλιές και γρίφους, και βασικό ατού την εικονογράφηση και το δισέλιδο φωτογραφικό σαλόνι. Πάντως, η Ελλάς άφηνε χώρο και για την πιο απαιτητική λογοτεχνία και εκεί παρουσίασαν τα πρώτα δείγματα της δουλειάς τους και άλλοι μετέπειτα γνωστοί λογοτέχνες όπως ο Κλέων Παράσχος, ο Κώστας Ουράνης ή αργότερα ο Καρυωτάκης. Ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε πυκνά με την Ελλάδα την περίοδο 1908-1909, με ποιήματα και πεζά. Τα λογοτεχνικά πεζά που δημοσίεψε ο Λαπαθιώτης στην Ελλάδα δημιουργούν πρόβλημα στον ταξινόμο, καθώς κινούνται στην ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα σε πεζό ποίημα, διήγημα και στοχασμούς. (Για παράδειγμα, ο Τάκης Σπετσιώτης έχει χαρακτηρίσει «όχι καθαρόαιμα» τα πεζά ποιήματα της περιόδου αυτής). Πάντως, όλα τους έχουν τη χαρακτηριστική λαπαθιωτική ηδυπάθεια, είναι «μουντά και λαγγεμένα … μουσκεμένα από τον πόνο», όπως τα χαρακτήρισε ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος, και αγαπήθηκαν πολύ στην εποχή τους από τους νέους. Τον Αύγουστο του 1909 ο Λαπαθιώτης απευθύνει στους αναγνώστες του στην Ελλάδα ένα «ανοιχτό αποχαιρετιστήριο γράμμα»· δεν θα είναι η τελευταία του συνεργασία, αλλά στη συνέχεια οι εκεί δημοσιεύσεις του αραιώνουν πολύ ωσότου σταματήσουν εντελώς. Την έχει πια ξεπεράσει.

Και όχι άδικα, αφού λίγο αργότερα αρχίζει να δημοσιεύει κανονικά πλέον διηγήματα, μεγαλύτερα σε έκταση, στο δεκαπενθήμερο περιοδικό Παναθήναια, συνεργασία που σημαίνει και την οριστική του καθιέρωση ως λογοτέχνη «στην παρέα των μεγάλων». Διότι τα Παναθήναια του Κίμωνα Μιχαηλίδη ήταν το πρωτοπόρο λογοτεχνικό περιοδικό που έφερε επανάσταση στην ελληνική πνευματική ζωή τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια του 20ού αιώνα, και είχε συνεργάτες του την αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης (για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Αλέξη Ζήρα: «ο χώρος φιλοξενίας ενός μέρους της ελληνικής λογοτεχνικής πρωτοπορίας»). Στα Παναθήναια και στον Μιχαηλίδη χρωστάμε μια σειρά αριστουργήματα που εκεί πρωτοείδαν το φως, σαν τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Διόλου τυχαία, μετά τις πρώτες δημοσιεύσεις στα Παναθήναια ο Λαπαθιώτης αρχίζει να υπογράφει τα έργα του χωρίς το πατρώνυμο «Λ.» –έχει πια ενηλικιωθεί, συγγραφικά, αλλά και βιολογικά (το 1910 ήταν 22 χρονών). Τα κομμάτια αυτά δεν πέρασαν απαρατήρητα· δείγμα της αξίας τους, αλλά και της αγάπης που τους είχε ο δημιουργός τους, είναι ότι τα περισσότερα τα διηγήματα των Παναθηναίων ο Λαπαθιώτης τα ξαναδούλεψε αργότερα και τα δημοσίευσε πάλι, με άλλον τίτλο, στο Μπουκέτο, στην εποχή της ωριμότητάς του.

Τρία διηγήματα του Λαπαθιώτη, γύρω στο 1922-23, δημοσιεύτηκαν στη Διάπλασι των παίδων, το πασίγνωστο παιδικό περιοδικό στο οποίο ήταν συνδρομητής από 9 χρονών ο συγγραφέας. Θεώρησα ότι τα παιδικά διηγήματα ανήκουν αυτοδίκαια και ισότιμα στο λαπαθιωτικό κόρπους, εφόσον το ίδιο είχε γίνει από τον Δικταίο για τα παιδικά ποιήματα που είχε δημοσιέψει, την ίδια περίπου εποχή, ο Λαπαθιώτης στη Διάπλασι. Επιπλέον, αν και παιδικά, τα διηγήματα αυτά, που και τα τρία αναφέρονται στον θάνατο, έχουν το δικό τους ενδιαφέρον.

Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία. Ενδιαφέρουσα είναι η παρουσίαση του βιβλίου στο ηλεβιβλιοπωλείο της Πολιτείας (έχει και τα περιεχόμενα). Φυσικά το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε και σε άλλα ηλεβιβλιοπωλεία (π.χ. στην Πρωτοπορία).

Το διήγημα που χάρισε στο βιβλίο τον τίτλο του, τα «Μαραμένα μάτια», ήταν ένα από τα αγαπημένα του Λαπαθιώτη, αν σκεφτούμε ότι το δημοσίευσε δυο φορές, αρχικά το 1913 στο περιοδικό Ορμή  και στη συνέχεια το 1924 στο αριστερό περιοδικό Νέοι Βωμοί. Το παρουσιάζω εδώ:

Τα μαραμένα μάτια

    Ό,τι είχε γυρίσει ο Λόχος από το γυμνάσιο…
    Mέσ’ στο μουντό και βαρύ σπίτι, που προσωρινά ήταν κανωμένο στρατώνας, καθώς έπεφταν τα ήμερα σκοτάδια του χινοπωριάτικου εκείνου δειλινού, ανακατωμένα σουρσίματα ποδιών, φτυσιές, φαντάροι, όπλα και βλαστήμια, «το σταυρό σου», και πού και πού, μιαν αυστηρή τραχιά φωνή του επιλοχία, ένα «Σιωπή!» που να μη δέχεται αντιρρήσεις ή ένα «Σκασμός!» σαν είδος μουγκρητού.
    Απ’ το πρωί, πηχτά σύγνεφα σκόνης, είχαν σκωθεί μπροστά από το Πολύγωνο, χορεύοντας τρελούς χορούς. Τα βλέπαμε να σεργιανούν, πελώρια και μουγγά, να κατεβαίνουν πέρα, απ’ τα Mεσόγεια, κύριος οίδε από ποιους κάμπους αττικούς, και να κρύβουν το νωθρό το ηλιοβασίλεμα με τις κιτρινάδες τους…
    Τα μάτια στραβωνόντουσαν, τα δόντια τώρα τρίζαν όλο χώματα.
    Ήμαστε κλεισμένοι μέσ’ στο λόχο –θαρρώ επιφυλακή– και πηγαινοερχόμαστε, βαριεστισμένοι κι άλαλοι, από θάλαμο σε θάλαμο, ένα κοπάδι τραγικό φυλακισμένοι, χωρίς αιτία και χωρίς οργή, βαρύθυμοι μαζί και υποταγμένοι.
O λοχαγός, σκυμμένος σ’ ένα σωρό αναφορές, υπόγραφε και κείνος σιωπηλά, στο σκοτεινό γραφείο του σιτιστή, ακουμπισμένος στο πεζούλι του παραθυριού· καμιά φορά, έριχνε ένα παρατεταμένο βλέμμα, κι επισκοπούσεν έξω, αφηρημένα, τη θαμπήν εκείνη ανεμοζάλη.
    Οι φαντάροι, μέσα στους θαλάμους, μασούσανε μια φέτα κουραμάνα, κουβαριασμένοι απάνω στις κουβέρτες, είτε όρθιοι στις γωνιές, σα συνωμότες, είτε πεσμένοι ανάσκελα, σαν αποβλακωμένοι.
    Έκοβα βόλτες μέσα στο διάδρομο, κι άκουγα και γω, θανατερά, το γοερό το ούρλιαγμα του ανέμου, κουκουλωμένος μέσα στη μαντύα μου.
    Ένας μικρούλης δεκανέας ήρθε σιμά μου, ψόφιος για κουβέντα· είχε κι αυτός κάτι βαρύ μέσ’ στην ψυχή του, τα μάτια του ήταν ικετευτικά.
     Λοιπόν, συνάδελφε, θα τελειώσουν πια τα βάσανά μας; θα ιδούμε θεού πρόσωπο και μεις;…
    Ήταν ένα κοντό, μελαγχρινό παιδί, μ’ ένα σημάδι στο δεξί το μάγουλο· ήταν κληρωτός απ’ τη Σμύρνη· όταν χαμογελούσε, φέγγανε τα δόντια του, άσπρα και πλατιά, σαν κομπολόι από μαργαριτάρια· είχε δεμένο το ’να χέρι, μ’ ένα στριμμένο κόκκινο μαντήλι.
    Αλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες, κι ύστερα τον άφησα, και πήγα κι έκατσα και γω σιμά στην πόρτα, και κοίταζα και γω στα σκοτεινά.

…………………………………………………………………………………………

    Και τότε –τα είδα.
    ΤΑ ΕΙΔΑ!
    Ω ναι, ναι! δυο βήματα από μένα, ξαφνικά, εκεί, ανάμεσ’ απ’ τον τρίτο θάλαμο, και το μεσαίο, τον κεντρικό διάδρομο, γυρισμένα ακίνητα στη σκάλα.
    Τα μαραμένα μάτια…
    Κοιτάζανε μακριά κι αφηρημένα, ολάνοιχτα ανοιγμένα σα νεκρά, σαν όταν ένα λαμπερό αντικείμενο μας τα καρφώνει κάποτε πελώρια, σε μιαν υπνωτικιάν ακινησία…
    Κοίταζαν τάχα τα μεγάλα σύννεφα ή μην ένα σπιτάκι αγαπημένο, σε κάποιο χωριουδάκι μακρινό, ή μην ένα χεράκι που κεντούσε, καν ύφαινε, σε κάποιον αργαλειό;
    Τώρα βαριές οι σκιές οι βραδινές, σαν πηχτά κομμάτια μελανά, πλακώναν πέρα ώς πέρα τη στρατώνα. Ανάψανε μια λάμπα στο γραφείο, κι αρχίσαν το ψιλό κουβεντολόι. O δεκανέας της εβδομάδας, ζωσμένος τις μπαλάσκες, υποστήριζε, πως αν η Αγγλία, μαζί με τη Γαλλία… (και κείνα ήταν λυπημένα, λυπημένα, μήτε ακούγαν τίποτε απ’ αυτά, μόνο ήταν λυπημένα, λυπημένα…).
    Tότε ο λοχαγός του αντέτεινε, και του ’λεγε πως δεν υπήρχε λόγος να υποστηρίζει τώρα τέτοιαν άποψη, αν όμως εξετάσουμε στο βάθος, τα εθνικά συμφέροντα απαιτούσαν… O δεκανέας όμως πάλι επέμεινε, και του ’φερνε κάποια άλλα επιχειρήματα, κι ο λοχαγός βρισκόταν μπερδεμένος· για να μην υποχωρήσει μολαταύτα, ξερομασούσε πάλι, αυστηρά, το μοναδικό του επιχείρημα, πως η Bουλγαρία και τα λοιπά. Σ’ αυτό το τελευταίο συμφωνούσε κι ο επιλοχίας, κουνώντας το κεφάλι του με τρόπο σοβαρό, και παίζοντας τα δάχτυλα απάνω στο τραπέζι…
    (…και κείνα είναι λυπημένα, λυπημένα, και κοίταζαν μακριά, αποκανωμένα, κοίταζαν πάντα παραπονεμένα, σα να τους είχε λείψει η ζωή, σα να ήταν η ζωή τους πεθαμένη, σα να ’ταν μέσα τους ένα άσπρο κοιμητήριο, σα να ήταν η ψυχή του φθινοπώρου, η θλιβερή ψυχή του φθινοπώρου…
    Κι έλεγαν:
    «Είμαστε μεις τα Μαραμένα Μάτια, είμαστε μεις τα μάτια της Οδύνης, κι είμαστε λυπημένα, λυπημένα. Εμείς δεν ξέρουμε από τέτοια πράματα… Θυμόμαστε μονάχα μια μανούλα, ένα έρημο σπιτάκι αγαπημένο, μιαν αδελφούλα που είναι στη γωνιά, και τον καλό το γέρο μας πατέρα… Κι είμαστε σαν παιδάκια λυπημένα, παιδάκια αδικοτιμωρημένα…
    Κι είμαστε φοβισμένα, φοβισμένα…»
    Αυτά λέγανε τα Μαραμένα Μάτια –τα μάτια του μικρού του σαλπιχτή, του μελαψού και μελαγχολικού, του μελαγχολικού παλληκαριού, που ήταν ακουμπισμένο και κοιτούσε…)

………………………………………………………………………………………..

    Ξαφνικά σημαίνει προσκλητήριο.
    Ακούγεται η φωνή του επιλοχία, βραχνή, βαριά, πνιγμένη, ζοφερή:
    — Άνδρεεες! Κλίνατ’ επί δεεε-ξιά! Eμπρόοος! Αρς!…

***

    Δε βλέπω πια τα μάτια. Είναι σκοτάδι.

54 Σχόλια to “Ν. Λαπαθιώτη, «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες»”

  1. Εγκάρδια συγχαρητήρια Νίκο για την έκδοση και τη χαλκέντερη πορεία σου.

    Γιάννης

  2. Λόγω καταγωγής μου (Πρέβεζα) θα με ενδιέφερε μια συγκριτική μελέτη Καρυωτάκης, Λαπαθιώτης και ίσως Παβέζε αφού οι τρεις λογοτέχνες είχαν παρόμοια επιλογή τερματισμού της ζωής τους.

    Γιάννης

  3. sarant said

    Γιάννη, σ’ ευχαριστώ.

    Ο Π. Χαρτοκόλλης έχει γράψει μια μελέτη για τους αυτόχειρες της λογοτεχνίας μας αλλά δεν ξέρω αν είναι συγκριτική. Περιλαμβάνει και Π. Γιαννόπουλο, Πηνελόπη Δέλτα. Νομίζω πως θα το βρεις και ονλάιν. Ιδανικοί αυτόχειρες.

  4. Συγχαρητήρια για την συμμετοχή σου. Είμαι βέβαιος για την ποιότητα της δουλειάς σου (αν και με το Λαπαθιώτη δεν τα πάω καλά, δε μου πολυαρέσει).

  5. Θερμότατα συγχαρητήρια Νίκο μου για την πρωτοβουλία και τη δουλειά, θα αγοραστεί, ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ!!

  6. Καλοτάξιδο Νίκο. Οχι δεν είναι συγκριτική η παρουσίαση του Χαρτοκόλλη απ’ όσο θυμάμαι, είναι και 3-4 χρόνια από τότε που τη διάβασα. Πάντως δεν ξέρω πως θα μπορούσε να συγκρίνει κανείς τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη. Ήταν πολύ διαφορετικοί και στη ζωή τους και στη γραφή τους. Ο Λαπαθιώτης ήταν τρυφερός και αισθαντικός, ο Καρυωτάκης κυνικός και σαρκαστικός.

  7. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια!

    Ναι, είναι ελάχιστα τα κοινά τους σημεία και δεν φαίνεται να είχαν επαφές -ο Λαπαθιώτης βέβαια το 1938 έγραψε μια παρωδία αλά μανιέρ του Καρυωτάκη, αλλά κι αυτή ουδέτερη.

  8. christos said

    Διαβάζοντας το κείμενο συνειδητοποίησα μόλις τώρα-αν πιστεύεις θεό !- το πόσο σημαντικό είναι η έκφραση και η περιγραφή να γίνεται με τη γλώσσα της εποχής και του κοινωνικού πλαισίου. Δεν είναι θέμα καθαρεύουσα ή δημοτική, είναι θέμα του πως αυτό που περιφράφεται εκφράστηκε τη δεδομένη στιγμή, απο τα συγκεκριμένα άτομα. Όταν διαβάζεις Παπαδιαμάντη και η καθαρεύουσα (ή μεσαιωνική;)περιγράφει το 1200μ.χ.καταπίνεται. Το βιβλίο θα το πάρω, καλή συνέχεια στο έργο σου.

  9. Immortalité said

    Καλοτάξιδο Νίκο. Πάντα τέτοια!

  10. bernardina said

    Αχ αυτά τα ποιητικά τα μάτια· τα τόσο γρήγορα χαμένα…

  11. Αγγελος said

    «Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες, από τις εκδόσεις “Ερατώ” και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια,….»
    Καλά, πότε το προφταίνεις κσι αυτο;

  12. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα σχόλια!

    (Η αλήθεια είναι ότι έπεσαν δύο-τρία βιβλία μαζεμένα, αλλά η δουλειά είχε γίνει νωρίτερα).

  13. 6
    «Ο Καρυωτάκης ήταν κυνικός και σαρκαστικός». Απλά, πιο φιλοσοφικός. Το δικαίωμα της σάτιρας αγοράζεται με το δάκρυ, κι ο ποιητής γελά σαρκαστικά, στο Ελεγεία και σάτιρες (να προσεχθούν και οι δύο λέξεις του τίτλου) το φιλοσοφικό γέλωτα, τον πέραν της απελπισίας. Αυτόν που οι φιλόσοφοι του γέλωτος αποκαλούν «risus purus», ο ιφιλόσοφοι που γελούν τώρα, επειδή κλαίνε τώρα. «Και την ζωή κοιτώντας ήρεμα θα γελάσω», ο προθανάτιος γέλως, των ορίων εκεί που κατανοείται το κενό ένθεν κι εκείσε της ζωής. Στον τάφο, αλλά με το ένα πόδι, αστεία, απέξω, όπως ο κωμικοτραγικός Μιχαλιός του. Πάντα με το ένα πόδι πεισματικά απέξω από τον τάφο.

  14. …θα γελάσεις.

  15. Θρασύμαχος said

    Επειδή το βιβλίο είναι «μαραμένα» και φυσικά όχι «μαραμένΙα», νομίζω πως ήδη διαθέτουμε, για την ιστορία, το πρώτο λάπσους καλάμι σε τίτλο ανάρτησης του παρόντος ιστολογίου. Και σ’ άλλα με υγεία!

  16. sarant said

    15: Ωχ, ευχαριστώ πολύ -λες να είναι το πρώτο; αχνοθυμάμαι κι άλλο ένα παλιά!

  17. Θρασύμαχος said

    #16: ααα, δεν παίζω, στο μεταξύ το αλλάξατε πλήρως (όχι με διαγράμμιση όπως άλλοτε) και έτσι το σχόλιό μου θα μοιάζει ακατανόητο

  18. Ε, Σοφία -6- κάνετε την πρώτη προσπάθεια συγκριτικής μελέτης. Και τόσο άνετη. Εκλεπτύνεται με τον Τίτο -13-.
    Γιάννης

  19. sarant said

    17: Διαγραφές στον τίτλο; Δεν λέει.

  20. sarant said

    (17: Την καταγγελία για τις ανυπόστατες κατηγορίες ορισμένων που διάλεξαν πολύ καλά το πρώτο μισό του χρηστωνύμου τους, θα την κάνω σε λίγο) 😉

  21. Θρασύμαχος said

    #19: λέει και παραλέει, απλώς «δεν υπάρχει»!

  22. Είναι πολλά τα Νικοδομήματα. Καλοτάξιδο λοιπόν.

    Αξίζει να αναφέρουμε την πολύ ωραία ταινία για τη ζωή του Ν. Λαπαθιώτη, που γύρισε το 1985 ο Τάκης Σπετσιώτης με τίτλο «Μετέωρο και σκιά». Με τους ηθοποιούς: Τάκη Μόσχο, Μιχ. Μαρμαρινό, Γιώργο Κέντρο και Δημ. Ξανθούλη.

  23. sarant said

    Ωραία και πιστή -έχει ξεσηκώσει πολλούς διαλόγους όπως (καταγράφεται ότι) συνέβησαν.

  24. εἄντε νὰ δοῦμε τί θὰ πρωτοπάρουμε πάλι.

  25. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Μπράβο 450 φορές. Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς κάνεις για να θαυμάσω ‘ότι έκανες κι αυτό’ αλλά είναι πολύ σημαντικό να ξεκουνιούνται οι παλιοί. Είναι πολύ άδικο να πεθαίνουν από αδιαφορία ή ανεμελιά μας αυτοί που επέζησαν του θανάτου τους.
    Αυτό πάρ’ το ως επιπλέον σχόλια για τα περί Λουντέμη

  26. Mπετατζής said

    Το διήγημα αυτό είχε δημοσιεύσει και ο Θωμάς Γκόρπας στη συλλογή Περιπετειώδες Κοινωνικό και Μαύρο Νεοελληνικό Αφήγημα, τόμος Β΄. Βρίσκω αρκετές διαφορές στο κείμενο. Αντιγράφω ενδεικτικά μια παράγραφο, για όσους τους ενδιαφέρουν αυτές οι διαφορές, από φιλολογική άποψη :

    «Είμαστε εμείς τα Μαραμένα Μάτια (άνω τελεία) κ΄ είμαστε λυπημένα λυπημένα ! Νοσταλγούμε : Το πλιο θαμπό σπιτάκι που η μάννα μύρεται κ΄ η αδελφούλα είναι κλαημένη, κι΄ ο πατέρας που είναι τος ;;; Κ΄ είμαστε λυπημένα, λυπημένα, σαν παιδάκια λυπημένα. Και φοβόμαστε ως φοβόμαστε…»

    Αυτά λέγανε τα Μάτια – τα μάτια ενού σαλπιχτή, παλληκάρι μελαψό και μελαγχολικό, ακκουμπισμένο στην πόρτα ….

    Κάποιες άλλες λέξεις είναι διαφορετικές, π.χ. το φθινόπωρο είναι χυνόπωρο. Ο Γκόρπας παραπέμπει στην έκδοση της Ορμής, 1913.

  27. Mπετατζής said

    A, ξέχασα να πω, το διήγημα επιγράφεται (Σκίτσο για διήγημα), έτσι, σε παρένθεση.

  28. Mπετατζής said

    Ορθό: και φοβόμαστε ω φοβόμαστε …

  29. sarant said

    Μπετατζή, πιάνεις ένα ενδιαφέρον θέμα. Υπάρχουν κι άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη που παραδίδονται σε δυο ή περισσότερες εκδοχές ξαναγραμμένες. Θα μπορούσα να συμπεριλάβω όλες τις εκδοχές, αλλά αυτό θα αύξανε πολύ τις σελίδες του τόμου (και των επόμενων που θα ακολουθήσουν). Τελικά ακολούθησα μια λύση που -χωρίς να είναι τέλεια- με ικανοποιεί, δηλαδή: όπου διατηρείται ο ίδιος ή σχεδόν ο ίδιος τίτλος να θεωρήσω ότι πρόκειται για το ίδιο διήγημα (και να παρουσιάσω την μεταγενέστερη, ξαναδουλεμένη εκδοχή, αναφέροντας επιτροχάδην τις διαφορές), και όπου αλλάζει ο τίτλος να θεωρήσω ότι έχω διαφορετικό διήγημα και να τα δημοσιεύσω και τα δύο.

    Στα Μαραμένα μάτια έχουμε τρεις δημοσιεύσεις, δύο στην Ορμή (σε διαφορετικά τεύχη βέβαια) και μία το 1924. Οι αλλαγές δεν είναι πολλές και τις επισημαίνω συνοπτικά, Στην παλιά δημοσίευση, που τη βρίσκει κανείς κι εδώ
    http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/mathisis/48.html
    ο Λαπαθιώτης παρουσιάζει ένα στοιχείο που χρονολογεί το διήγημα, την αναφορά στον Γκρέυ, που ήταν υπουργός εξωτερικών της ΜΒρετανίας το 1913. Μετά, την έβγαλε, ίσως για να το κάνει σχετικό και με άλλους πολέμους.

  30. # 18: Μου έβαλες ιδέες. Που είναι η παρωδία αλά μανιέρ είπαμε;

  31. …τη βρήκα…

    http://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/man-karuwtakhs.html

  32. Posthume

    Δεν ήταν ζήτημα «ύψους» κι αναστήματος,

    καθώς έλεγα, όταν ήμουνα στη γη,

    αλλά «συστήματος» -ή μάλλον «διαμετρήματος»,

    για να ξανακερδίσω τη σιγή!

    Μ’ ασχέτως μ’ όλα τα «συστήματα» και τα «ύψη» μου,

    κάθε διέξοδος είναι καλή,

    -μια και, σα βάλσαμο στην πλήξη και τη θλίψη μου,

    το Μηδέν τόσο επειγόντως με καλεί…

  33. Τάξτε μου, βρήκα κι αυτό

    http://www.scribd.com/doc/24565848/%CE%A0%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%99%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%82-%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B1%CE%BD

  34. sarant said

    33: Μπράβο Σοφία, ήξερα ότι υπήρχε αλλά βαρέθηκα να ψάξω.

  35. Μαρία said

    33 Με σχόλια στα περιθώρια απο θαυμαστή του Γιαννόπουλου.
    Νίκο, κάνει και συγκρίσεις και γενικεύσεις.
    Έμαθα και μια αυτοκτονία, κι ας της έχει λάθος την ειδικότητα, που την είχα για θάνατο. Τι παθαίνουμε νυχτιάτικα!

  36. 33
    «Χαμογελούσε συχνά.. αλλά με το μισό του μόνο πρόσωπο…κι έπαιρνε η φυσιογνωμία του κάτι δισυπόσατατο, διχοτομικό’
    Ridemus modo flemus. Γελάσωμεν ίνα θρηνήσωμεν.

    ‘κι αυτόν μια σκιά τον καταδίωκε / στις άγριες εκτάσεις του μυαλού του’ (Μαρία Πολυδούρη)

  37. # 36: Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
    στις σκοτεινές εκτάσεις του μυαλού του…

    (αν και το έχω αμφισβητήσει ευθέως εδώ:

    http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/397

    κάποιοι συμφώνησαν κάποιοι διαφώνησαν με το άρθρο)

  38. # 37: Στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του, ουφ! (την πάτησα από το γνωστό κανόνα που λέει όταν πας να διορθώσεις κάτι θα κάνεις κι εσύ κλάθος)

  39. # 35 Μαρία ποιά είναι η αυτοκτονία που είχες για θάνατο; Βασικά νομίζω στη χώρα μας λόγω της θρησκευτικής πίεσης πολλές αυτοκτονίες συγκαλύπτονται.

  40. sarant said

    Κι εγώ έχω την απορία της Σοφίας.

  41. Eξαίρετο πόνημα, Σοφία, απαντά και στο μετέωρο πάντα ερώτημά μου, ή μάλλον υπογραμμίζει την σημασία του ερωτήματος που οι έωλες βεβαιότητές μου είχαν περάσει στο ντούκου: ‘Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
    τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
    στον κρόταφο’…Πόσον οι εύκολες απαντήσεις κοιμίζουν τα δύσκολα ερωτήματα…

  42. ‘Ριφθείς έφιππος εν τοις ύδασιν του Σκαραμαγκά’… Ο Περικλής Γιαννόπουλος, της Ελληνικής Γραμμής. Μια Διονυσιακή αυτοκτονία;

  43. Μαρία said

    39 Βρείτε μόνοι σας το όνομα. Εγώ απορώ πώς αυτός ξετρύπωσε μια ποιήτρια σε επαρχιακή πόλη σοβαρά άρρωστη, το γράφει άλλωστε, και ποιος του είπε οτι αυτοκτόνησε.

  44. # 41: Ευχαριστώ, πραγματικά.

  45. […] , Κούρτοβικ, Κωνσταντινούπολη ή Πόλη, Λάκης Παπάς, Λαπαθιώτης, λογαριαζμός, λόγϊα λόγια, Λουντέμης, Μάααααστριχτ, […]

  46. […] οξυ-γόνο, ορθοφωνητικά …ορθή εκδοχή, Ουκράινα, Παβέζε, Παοκτσής, πανεπιστημιακός, πατριδέμπορος, […]

  47. […] Κούρτοβικ, Κωνσταντινούπολη ή Πόλη, Λάκης Παπάς, Λαπαθιώτης, λογαριαζμός, λόγϊα λόγια, Λουντέμης, Μάααααστριχτ, […]

  48. τακης σπετσιωτης said

    Θέλω να κάνω δύο διευκρινίσεις σε όσα, με καθυστέρηση, διάβασα στις ιστοσελίδες του κ. Νίκου Σαραντάκου, περί Λαπαθιώτη, επειδή, ενμέρει, με αφοούν. Στην σελίδα σας ΚΕΙΜΕΝΑ
    ΜΑΖΙ – μια προσπάθεια για ψηφιοποίηση κ.λ.π παρουσιάζετε τα ποιήματα LUX IN TENEBRIS (1910) και ΤΟ ΓΟΕΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (1911), ως αθησαύριστα που τάχα δεν τα έψαξε ο Δικταίος και δεν τα έβαλε στην έκδοσή του (Φέξης 1964) η οποία ανατυπώθηκε από τον ΖΗΤΡΟ το 1997 και 2001.Αυτό συμβαίνει πιθανόν επιδή έχετε δει μόνο τις λαικές και κάπως πρόχειρες εκδόσεις του ΖΗΤΡΟΥ απ’ τις οποίες όντως απουσιάζουν οι Σημειώσεις και οι Προσθήκες της εξαντλητικής μελέτης και δουλειάς του ΄Αρη Δικταίου.Τα δύο ως άνω ποιήματα όμως, δημοσιεύονται ολόκληρα στην εξαιρετικά δυσεύρετη ,εντούτοις υπαρκτότατη έκδοση Δικταίου που έχω μπροστά του, στο τμήμα της» Προσθήκες στα ποιήματα 1905-1919″. Το LUX IN TENEBRIS περ. ΝΟΥΜΑΣ 7.11.1910 τ. 411 αναδημοσιεύεται στην σελ.305 της έκδοσης Δικταίου, και το » Γοερό τραγούδι» περ. ΝΟΥΜΑΣ 13.3.1911 τ. 427, στη σελ.306 της ίδιας έκδοσης του 1964.
    Στο άλλο σας θέμα σχετικά με τα ψευδώνυμα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, έχω από το 1971, την πληροφορία του στενού φίλου και συνεργάτη του Μάριου Βαιάνου ότι «Ο Λαπα- θιώτης είχε δημοσιεύσει μερικά πεζοτράγουδα και στο περιοδικό Εβδομάς, τέλη του ΄ 20, με το ψευδώνυμο Ναπολέων Παπαγιωργίου Και μετά βγήκε κάποιος και εξέδωσε βιβλίο μ’ αυτό το όνομα! » Επειδή τα πέντε εκείνα πεζοτράδουδα που βρήκα στην «Εβδομάδα» του 1928, δεν ήταν στεγασμένα σε κανένα από τα βιβλία του εξπρεσσιοντιστή πεζογράφου Παπαγιωργίου, του οποίου γνώριζα την ύπαρξη, και ΠΡΟΠΑΝΤΩΝ επειδή το ύφος και η γλώσσα τους ακόμη και οι τίτλοι τους δεν περιορίζονταν σε κάποιες κατ’ εξακολούθησιν μιμήσεις του Λαπαθιώτη απ’ τον Παπαγιωργίου, αλλά ταυτίζονταν με μυστικά και κλειδιά της τεχνικής της ποίησης και της πεζογραφίας του πρώτου από την αρχή των δημοσιεύσεών της, θεώρησα αξιόπιστη την προφορική μαρτυρία του Βαιάνου και τα περιέλαβα στις σημειώσεις μου. Τι στο καλό και ΜΙΣΟΣ (τίτλος) και » Αισθητικά τραγούδια’ (τίτλος) και » Μικρό ρόδινο παραμυθάκι της ζωής μας» ( επίτιτλος ), και «.. Σείριος και Λαμπαδίας και δακρυσμένες Υάδες.. στον » Θάνατο παλληκαριού ‘ του 1928 ( του, ας πούμε, Παπαγιωργίου ) τόσο απαράλλαχτα με » τον Λαμπαδία και τις χλωμές Υάδες …’ του »Μαργαρίτη» του Λαπαθιώτη (1909;) Αφήνω εκείνο τα » κάτι κρυφό και μακρυνό πλησίασε κοντά μου, από πίσω…»’ στο «΄Ενα κουτάκι ξεχασμένο» του Παπαγιωργίου. Τόσο, μα τόσο ίδιο με το » σκίσιμο από πίσω, ντροπαλά μισοκρυμμένο..» στα » Χλωμά κοριτσάκια » ( Λαπαθιώτης του 1925 )και στο » Σήμερα το πρωί καθώς ξυπνού- σα» ( Λαπαθιώτης του 1933) Για πόσο, άραγε, για ένα τέταρτο του αιώνα είχε βρυκολακιάσει ο Λαπαθιώτης μεσ’ στον Παπαγιωργίου, τι να πώ, ΄Η μήπως ζούμε κάποιο δράμα τύπου ΣΩΣΙΑ, του Ντοστογιέφσκι. Πολύ δε μάλλον ότι σε κανένα από τα βιβλία του ο Ναπολέων Παπαγιωργίου δεν γράφει ΕΤΣΙ. Ξεχασμένος σήμερα, αυτός ο δεύτερος Ναπολέων, κα, μεταξύ άλλων,ι διευθυντής για ένα σύντομο διάστημα του βραχύβιου περιοδικού ο ΛΟΓΟΣ 1936), απ’ τη διεύθυνση του οποίου μάλιστα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, στέλνει και επιστολή στον Γιώργο Κοτζούλια, μιμούμενος την κάπως ακατέργαστη και ξεπερασμένη δημοτική του Παπαγιωργίου (Γι’ αφτό κ.λ.π.) .Εντούτοις απόσπασμα από κάποιο άλλο, πιο στυλίστικο
    γράμμα ατου Λαπαθιώτη, αναδημοσιευμένο επίσης στο βιβλίο ΑΓΑΠΗΤΕ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ (Nεφέλη 1994),, αναδημοσιεύω στο βιβλίο μου » Χαίρε Ναπολέων» Ευχαριστώ..

  49. sarant said

    Κύριε Σπετσιώτη καλημέρα

    Οι σελίδες μου για τον Λαπαθιώτη έχουν κάποιες ανακρίβειες στις πρώτες αναρτήσεις, που τις έγραψα όταν δεν είχα δει την έκδοση του Δικταίου και που αμέλησα να διορθώσω στη συνέχεια. Έχετε δίκιο για αυτά τα δύο ποιήματα. Αθησαύριστα υπάρχουν άλλα, όχι όμως αυτά.

    Για τον Παπαγιωργίου: όπως κι εσείς λέτε, είναι σκοτεινό το ζήτημα. Θα σας γράψω κατ’ ιδίαν.

  50. Βαγγέλης said

    Καλημέρα. Αν κι έχω δηλώσει από παλιά ότι μ’ ενδιαφέρει, πρωτίστως, η ποίηση του Λαπαθιώτη, χαίρομαι ιδιαίτερα για τη συγκεκριμένη έκδοση (και τους άλλους δυο τρεις τόμους που αναμένονται), για διάφορους λόγους.

    Καταρχάς, επειδή το πεζογραφικό έργο του Λ. είναι εντελώε άγνωστο στο αναγνωστικό κοινό, μιας και δεν συγκεντρώθηκε ποτέ σε βιβλίο, αλλά είναι διεσπαρμένο σε ποικίλα δυσεύρετα σπάνια έντυπα.

    Έπειτα, επειδή το έργο αυτό μπορεί να συσχετιστεί με την ποίησή του θεματολογικά. Για παράδειγμα, στις δυο νουβέλες του που έχουν εκδοθεί, Τάμα & Φωνή, πολύ εύκολα ανιχνεύονται αλληλοεπιδράσεις.

    Τέλος, δεδομένου ότι ο Λ. κακόπαθε από διάφορους κριτικούς, καιρός είναι πια να αποκτήσουμε μια συνολικότερη και αμερόληπτη εικόνα για τον λογοτέχνη.

    Ένα θέμα που μπορεί να προκύψει, πιθανόν, είναι κατά πόσον αυτά τα διηγήματα που γράφτηκαν πριν από 70 και βάλε χρόνια, ανταποκρίνονται στο σήμερα. Εύλογη η παρατήρηση πλην όμως όχι ανασταλτική, μιας και τα ανθρώπινα αισθήματα δεν αλλάζουν. Σε μια μηχανιστική εποχή, όπου κυριαρχούν οι αριθμοί, ας αφεθούμε στο συναίσθημα.

    Μια επισήμανση μονάχα που αφορά την εργογραφία Λ..Η έκδοση των ποιημάτων του έγινε δύο φορές. Η πρώτη το 1997, με πρόλογο και επιμέλεια του Σ. Γ. – προφανώς του υπεύθυνου της σειράς ελληνική λογοτεχνία των συγκεκριμένων εκδόσεων Σωτήρη Γερακούδη. Η δεύτερη έγινε το 2001, με πρόλογο και επιμέλεια Μαρίνας Λυπουρλή.

    Συψχαρητήρια, Νίκο, και καλή συνέχεια. Αναμένουμε τα επόμενα,

  51. Βαγγέλης said

    Ας συμπληρώσω το εξής. Αναμένουμε τα επόμενα δυο τρία βιβλία με διηγήματα του Λ. ΑΛΛΑ ΚΑΙ (η καταγραφή είναι ενδεικτική): ένα τόμο με τους στοχασμούς, ένα τόμο με τα πεζά ποιήματα, ένα τόμο με ανέκδοτα ποιήματα (ή μια νέα έκδοση των ποιημάτων του εμπλουτισμένη με τα ανέκδοτα), ένα τόμο με μεταφράσεις του πεζών και ποιημάτων, ένα τόμο με βιβλιοκρισίες, ένα τόμο με κριτικά και αισθητικά άρθρα, ένα τόμο αλληλογραφίας, ένα τόμο… και πάει λέγοντας 🙂 Άμποτες και να γίνει! Ο Λαπαθιώτης έχει μέλλον μπροστά του και, πιστεύω, μας επιφυλάσσει εκπλήξεις!

  52. sarant said

    50: Σωστό αυτό με τις δύο επανεκδόσεις του Ζήτρου, που δυστυχώς δεν άρκεσαν να εξαλείψουν τα πολλά λαθάκια.

    51: Κουράγιο να έχουμε!

  53. Βαγγέλης said

    http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=451022

  54. sarant said

    Α, ευχαριστώ πολύ -δεν το είχα δει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: