Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η γειτονιά μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2012


Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Περάσαμε την αγορά και στον Άγιο Συμεών στρίψαμε αριστερά και πήραμε τον ανήφορο. Στο φούρνο του μπάρμπα Κλήμη στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο δρόμο μας. Εδώ δεν ήταν μονάχα η γειτονιά μου. Ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μου, γιατί από τα δεκαπέντε σπίτια του δρομάκου, τα οχτώ ανήκαν σε αδερφοξαδέρφια της μαμάς μου.
Δίπλα στο φούρνο ήταν το σπίτι της Πάτρας και της Αννέτας. Ήταν δυο γριές που πάντα με τρόμαζαν, γιατί ενώ ήταν κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα, ντυνόντουσαν σαν νεαρές κοπέλες. Ήταν γεροντοκόρες. Το επόμενο σπίτι ήταν ψηλό και κλειστό σαν φρούριο. Ακόμα και η αυλή του ήταν δυο μέτρα πιο ψηλά από τον δρόμο και την περιτριγύρι­ζε ψηλός μαντρότοιχος. Θα το ’παιρνε κανείς για το άντρο κακοποιών. Εν τούτοις έμενε εκεί μια ησυχότατη οικογένεια ενός δημοσίου υπαλ­λήλου.
Ακολουθούσαν τα δυο δίδυμα σπίτια της θείας Ευτυχίας και της θείας Ζωής. Ήταν πρώτες εξαδέλφες της μητέρας μου, αλλά την περνούσαν τουλά­χιστο δεκαπέντε χρόνια κι έτσι τις θεωρούσα κάτι σαν γιαγιάδες μου. Η Ζωή, νεώτερη και κοντύτερη, ήταν η γυναίκα του Γιάσου. Το σπίτι της ήταν από μέσα βαμμένο με κόκκινη λαδομπογιά, όλα τα έπιπλα ή­ταν τυλιγμένα σε σκούρες θήκες και οι βαριές κουρτίνες στα παρά­θυρα ήταν μονίμως κλειστές. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα και η μόνιμη οσμή ναφθαλίνης που είχε δια­ποτισμένο το σπίτι, μ’ έκαναν να φοβάμαι να μπω μέσα και όπως φαίνεται έκαναν και τον Γιάσο να μην αντέχει να κάθεται εκεί, εκτός από τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι της θείας Ζωής ήταν κάποια πράγματα, που μου κάναν εντύπωση. Στη σάλα είχαν ένα κουρντιστό ρολόι που κάθε ώρα, αντί να χτυπά, έπαιζε το σκοπό από το τραγούδι:
«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται»
Στο επάνω πάτωμα, στο μικρό κεφαλόσκαλο, ήταν ένα περίεργο μπαούλο με πομπέ κάλυμμα, ντυμένο με δέρμα καμήλας. Τέλος, δίπλα στη σκάλα ήταν μια μυστηριώδης καταπακτή, που οδηγούσε σ’ ένα υπόγειο γεμάτο ξύλα και κάρβουνα. Ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το υπόγειο, που με τρόμαζε και μια φορά το είδα στο όνειρό μου.

Το σπίτι της μεγαλύτερης και ψηλότερης αδερφής, της θείας Ευτυχίας, που αντίθετα με τη θεία Ζωή είχε πάρει έναν κοντούλη, είχε κάνει έναν επίσης κοντό γιο κι όταν χήρεψε παντρεύτηκε έναν ακόμη πιο μικρόσωμο ξυλουργό από την Ανατολή, ήταν σαν κατασκευή πανομοιότυπο και συμμετρικό με το άλλο. Ήταν όμως οι τοίχοι βαμμένοι, με χαρούμενα ασβεστοχρώματα, οι κουρτίνες διάφανες και τα έπιπλα χωρίς καλύμματα. Τα μισά σχεδόν ήταν έργα των χειρών του Θόδωρου, του γιου της Ευτυχίας και του δεύ­τερου άντρα της.
Ο Θόδωρος ήταν κοντός και φαλακρός και δούλευε εισπράχτορας στην Ηλεκτρική Εταιρεία. Ήταν όμως χρυσοχέρης. Μπορούσε να φτιάχνει από ξύλο αληθινά κομψοτεχνήματα, έπιπλα, ξύλινα γουδιά, κλουβιά, κιθάρες ολόκληρες, γραφεία, σκακιέρες, κι ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου. Έφτιαχνε ακόμα χαλασμένα γραμμόφωνα και τα κατάφερνε με τα ηλεκτρολογικά. Όταν σχολνούσε έβαζε κάτι παλιόρουχα και χωνόταν στο υπόγειο, όπου ξεχνούσε τον κόσμο. Τα Σαββατοκύριακα όμως είχε την παρέα του, που την αποτελούσαν άλλοι τέσσερις κοντοί, εκ των οποίων οι δύο επίσης φαλακροί. Ο Μήτσος, υπάλληλος στη δημαρχία, ο Κώστας, βοηθός στο φαρμακείο, ο Κυριάκος, ο περιπτεράς, και ο Στράτος, ο τραπεζικός. Περπατούσαν στητοί σαν όλους τους κοντούς και είχαν πολύ ωραίες φωνές. Τα Σαββατόβραδα, μετά το γλεντάκι τους, ερχόντουσαν μέχρι το σπίτι του Θόδωρου και τραγουδούσαν, παίζοντας κιθάρα.
Μετά τα σπίτια της Ζωής και της Ευτυχίας, ήταν το σπίτι του Λαζαράκη. Ήταν μεγάλο τρίπατο σπίτι, που τα παράθυρά του ήταν μονίμως κλειστά και φαινόταν έρημο. Στην πραγματικότητα το κατοικούσε ο κυρ Λαζαράκης, ένας μεσόκοπος Ανατολίτης μ’ ένα περίεργο καπέλο, σαν κούκο, που ποτέ του δεν στάθηκε να μιλήσει με άνθρωπο στη γειτονιά. Έμπαινε στο δρόμο πάντα βιαστικός και χωνόταν στο σπίτι του σαν να τον κυνηγούσαν. Το μόνο που ζωντάνευε το σπίτι ήταν τρεις χελιδονοφωλιές χτισμένες στην οροφή του σαχνισινιού. Κατόπιν ήταν το σπίτι μας και μετά το σπίτι του Κούκου, όπου και τελείωνε ο δρόμος.

Στη δεξιά πλευρά, πρώτα ήταν δυο σπίτια που ανήκαν στον παππού μου, νοικιασμένα τώρα, το πρώτο σε μια οικογένεια δασκάλων, υποκριτών και τσιγκούνηδων που ο πατέρας μου τους έλεγε «Ιησουΐτες», και το δεύτερο στην κυρά Ιφιγένεια με τον πατέρα της και την κόρη της. Ήταν πρόσφυγες από την Ανατολή με μεγάλη άλλοτε περιουσία και αρχοντομαθημένοι.
Ακολουθούσε το σπίτι της θείας Χαρίκλειας, που μολονότι λεγόταν θεία δεν ήταν παρά συμπεθέρα μας. Ήταν η δεύτερη γυναίκα του θείου Θόδωρου, του άντρα της μεγαλύτερης αδελφής της γιαγιάς μου. Το σπίτι της θείας Χαρίκλειας ήταν σαν ένα υπερβολικά μεγάλο σπίτι σκύλου με δύο πατώματα. Τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν σε σύγκριση με τα γειτονικά. Ήταν τόσο μικροσκοπικό, που ακόμα κι εγώ αισθανόμουν μεγάλος και ψηλός όταν έμπαινα μέσα.
Δίπλα στο σπιτάκι ήταν μια πολύ μεγάλη αυλή, με ένα ακόμη μεγαλύ­τερο σπίτι στη μέση της και στο βάθος της πλυσταριά, υπόστεγα και αποθήκες. Ήταν ιδιοκτησία της θείας Μυρσίνης, της μεγαλύτερης κόρης του γέρο Έλληνα, που ήταν παντρεμένη στην Αθήνα.
Κολλητά στην αυλή ήταν το σπίτι της θείας Μένης, της μεγαλύτερης αδερφής της μαμάς μου, παντρεμένης με τον θείο Αντρέα, λοχαγό του Πεζικού, απότακτο τώρα του Κινήματος. Αυτό ήταν το δεύτερο σπίτι μου στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής μου, δηλαδή ώσπου γεννήθηκε η ξαδέρφη μου η Αγγέλα, που τράβηξε όπως ήταν φυσικό, όλη την αγάπη του θείου και της θείας μου. Μου κόστισε πολύ αυτή τους η μεταστροφή, που την θεωρούσα άδικη και παράλογη.
Το σπίτι του θείου Αντρέα και της θείας Μένης είχε τρία πράγματα που με γοήτευαν. Πόρτα θολωτή και σε εσοχή, έτσι που δημιουργούσε με τα σκαλιά της μια σκεπαστή είσοδο, ιδεώδες μέρος για να κάθεται κανείς τις βροχερές μέρες και να συζητά με τους φίλους του, γραμμόφωνο με ωραιότατους δίσκους και στη σκάλα που πήγαινε στο επάνω πάτωμα ένα παράθυρο με πολύχρωμα τζάμια.

14 Σχόλια προς “Η γειτονιά μου (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Ωραίο!
    Κούκος είναι ο σκούφος, έτσι; Κάπου την έχω ξαναδιαβάσει τη λέξη.
    Μου έκανε εντύπωση το ρολόι με τη μελωδία του αραμπά. Πού να κατασκευάστηκε άραγε;

  2. θαυμάζω πάλι την ανθρωπολογική (και ανθρωπογεωγραφική) παρατηρητικότητα του Δημήτρη Σαραντάκου.Αλλά το «…γεροντοκόρες..», πω, πω, με ζορίζει.

    Γιάννης με καλημέρες

  3. Nicolas said

    Ωραίο! εκείνο το πομπέ είναι bombé, ε; και το σαχνισίνι στο νησί σας μόνο λέγεται; (πολύ μου άρεσε).

  4. Α, το σαχνισίνι τώρα το πρόσεξα. Κατευθείαν από το οθωμανοπερσικό: şah-neşin/nişin, εκεί που κάθεται ο βασιλιάς.

  5. Nicolas said

    Ευχαριστώ! (εκεί που ετοιμαζόμουν να σε ρωτήξω — τα μεγάλα πνεύματα κλπ. (εκτός με τα μέληα))

  6. Ε ναι, με τα μέλια δεν τόχουμε -άλλη φορά δοκίμασε με τζιμέιλ (dytistonniptiron παπάκι).
    Παρντόν οι υπόλοιποι, αλλά πρέπει να λυθεί ένα πρόβλημα επικοινωνίας. 🙂

  7. τυφλόμυγα said

    http://www.lifo.gr/team/bitsandpieces/29237
    Όσο περισσότερη ανάγκη έχουμε ανθρώπους σαν κι αυτόν, τόσο τους χάνουμε. Είμαι πάρα πολύ στενοχωρημένη. Κρίμα.

  8. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Ναι, ο κούκος είναι ο σκούφος. Και το σαχνισινί λέγεται και σαχνισί αλλού, όχι;

    7: Το είδα, πολύ στενοχωρήθηκα.

  9. Ε ναι, σαχνισί το ήξερα εγώ.

  10. 1. Ο αναφερόμενος Γιάσος είναι άραγε Ιάσων ή Ιωσήφ

    2. «…κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα…»,
    O temprora…

    3. «… το σπίτι της θείας Χαρίκλειας, που μολονότι λεγόταν θεία δεν ήταν παρά συμπεθέρα μας».
    Στα παιδικά μου χρόνια, ακόμη και τους φίλους του πατέρα μας θείους τους λέγαμε.

  11. aerosol said

    Είναι σαν να βλέπω μέσα από τα μάτια του πατρός Σαραντάκου έναν κόσμο που δεν γνώρισα. Παρατηρητική και τρυφερή ματιά, ολοζώντανη. Περιμένω το επόμενο!

  12. Μαρία said

    8,9 Ε βέβαια σαχνισί κι επίσης με χελιδονοφωλιές σαν του κυρ Λαζαράκη. Χαρακτηριστικό και της μακεδονικής αρχιτεκτονικής. Αλλά την ετυμολογία δεν την ήξερα.

  13. eran said

    Μην ξαναπεί κανένας κοντό τον κοντό, γιατί θα κάνει μαζί μου, έλεγε ο Αυλωνίτης για το Ρίζο…

  14. sarant said

    10: Μάλλον είναι παρατσούκλι, επειδή χαιρετούσε με ένα βροντερό «Γειασου!», που ακουγόταν κάπως σαν «γιάσο» -ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχα σχηματίσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: