Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Παλιές λιμνιώτικες λέξεις και φράσεις

Posted by sarant στο 30 Μαρτίου, 2012


Τις προάλλες  πήρα ένα ηλεμήνυμα από μια φίλη που διάβασε το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» και μου επισήμανε κάποιες λέξεις του βιβλίου που τις λένε και στα μέρη της, τη Λίμνη Ευβοίας, προσθέτοντας ότι έχει μαζέψει κι άλλες τέτοιες παλιές και σπάνιες λέξεις, που δεν τις έχει το βιβλίο. Της ζήτησα να μου στείλει ένα δείγμα, και πράγματι μου έστειλε μερικές λέξεις, που θα τις δούμε τώρα μαζί -ζήτησα βέβαια και την άδειά της.

Ο λόγος που θα δούμε μαζί τις λέξεις αυτές είναι για να διαπιστώσουμε σε ποια άλλα μέρη λέγονται, γιατί είμαι βέβαιος ότι σχεδόν όλες θα λέγονται και αλλού, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις περισσότερες από τις λέξεις που θεωρούμε τοπικές. Να πω ξεκινώντας ότι για το ιδίωμα της Λίμνης δεν ξέρω και πολλά πράγματα -θυμάμαι αμυδρά να έχω διαβάσει σε ένα άρθρο του ΝΔΤριανταφυλλόπουλου, του μελετητή του Παπαδιαμάντη, ότι έχει ομοιότητες με το σκιαθίτικο ιδίωμα, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος και δεν έχω τρόπο τώρα να το επιβεβαιώσω.

Η φίλη πάντως έκανε καλή δουλειά, αφού για κάθε λέξη δίνει, πέρα από τον ορισμό και μια παραδειγματική φράση. Τα δικά μου σχόλια ακολουθούν από κάτω.

* αναπεταρίκ(ι): ανάρριχτα

«Βρε σα να δρόσισε. Κάτσε να ρίξω τη ζακέτα μου αναπεταρίκ’.»

Τη λέξη δεν τη βρίσκω σε κανένα λεξικό, αλλά υπάρχει σε διήγημα του Μωραϊτίδη (που είναι Σκιαθίτης, μην ξεχνάμε). Αλλά και στη «Δροσούλα» του Τόλη Καζαντζή, όπου περιγράφεται ένα κατοχικό στιγμιότυπο με τον Βασίλη Τσιτσάνη, διαβάζουμε: Όμως, το παράλλο βράδυ, να σου τον τον Τσιτσάνη, με το φίλο του το Μήτσο αλαμπρατσέτα, σενιαρισμένος κι ωραίος, με το σακάκι του ριγμένο στους ώμους αναπεταρίκ-κουτσαβακίστικα και το μπουζούκι του επ’ ώμου σα καμιά γκλίτσα. Τη βρίσκω και στο εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Δελιόπουλου για το ρουμλουκιώτικο ιδίωμα (το Ρουμλούκι είναι η περιοχή γύρω από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας, πρώην Γιδά), να λέγεται για το πανωφόρι που φοριέται ριχτό, χωρίς να έχουν περαστεί τα μανίκια. Δεν αποκλείω να έχει (σχεδόν) πανελλήνια διάδοση, αφού τη βρίσκω και σε άρθρο για τους κουτσαβάκηδες.

* γόν(ι)τσα: γκρινιάρα, ενοχλητική, κολιτσίδα

«Φύγε από δω μαρή γόν’τσα, με ζάλισες, δεν υποφέρεσαι, δε νταγιαντιέσαι!»

Δεν έχω ιδέα για τη λέξη, δεν τη βρήκα πουθενά (αλλά δεν έχω πρόχειρο το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας). Να είναι από την κόνιδα;

* ζαμπλαρώνω: ρίχνω κάποιον κάτω για να παλέψουμε

«Τα ‘μαθες; Ο Γιώργος τον ζαμπλάρωσε τον Νίκο. Ε, μα του χρειαζόταν!»

* ζαμπλαρώνομαι: σκοντάφτω ή γλιστράω και πέφτω χάμω

«Άστα χρυσή μου, κατέβαινα απ’ το στενό, και πιάστηκε το τακούνι σε μια πλάκα και ζαμπλαρώθηκα. Σωρό κουβάρι με μαζέψανε».

Η βασική έννοια είναι «ρίχνω κάτω»/»πέφτω κάτω». Δεν βρίσκω τη λέξη σε καμιά πηγή. Εσείς την ξέρετε;

* κατατσούμπουρα: στην κορφή

«Τα κατέβασα όλα τα ρόδια. Μερικά που ήταν ψηλά κατατσούμπουρα, τα παράτησα.»

Και πάλι δεν έχω ιδέα ούτε βρίσκω πουθενά τη λέξη -εσείς την ξέρετε;

* κ(ου)τσούμπ(ι): η ρίζα ενός δέντρου (το ξύλο της) – μεταφορικά, ο κακός μαθητής

«Να τα χαίρεσαι τα ξύλα που μου ‘φερες, όλο κ’τσούμπια! Και τα ‘χεις και χοντροκομμένα, πού θα χωρέσουν βρε αυτά;»

«Ωραία τάξη πήρα φέτος, ένα κι ένα είναι όλα, κ’τσούμπια!»

Κουτσούμπι ή κουτσούπι είναι το κομμάτι του κορμού δέντρου, κουτσουμπός ή κουτσουμπλός είναι αυτός που έχει κομμένη κορυφή. Ο Δουκάγγιος έχει «τους κορμούς ή κλάδους ή ελάτες ή κουζούπες ή ξύλα των αμπελιών» το οποίο κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη ίσως ανάγεται στο αραβικό quzub (= κομμένα κλαδιά). Ίσως και το κουτσούβελο να συνδέεται με αυτή τη λέξη, λέει το ίδιο λεξικό.

* μπαούτσ(ι): ογκώδες αντικείμενο

«Τι μου το κουβάλησες εδώ αυτό το μπαούτσ’, πάρ’το να μην το βλέπω».

Εδώ δεν ξέρω αν η φίλη μας έχει δίκιο. Βρίσκω το μπαούτσι/μπαούτσα σε άλλα γλωσσάρια της Εύβοιας αλλά με τη σημασία του άσκημου πράγματος ή του μεγάλου εντόμου.

* ντρέτσκο: μάζωξη φίλων για ξεκοκάλισμα και κρασοκατάνυξη. Ανεπίσημη κατάσταση.

«Το βράδυ θα μαζευτούμε στου Γιώργου. – Μπα, τι έχουμε, κανα ντρέτσκο;»

Δεν το βρίσκω πουθενά. Ακούγεται σλάβικο, αλλά είναι;

* ξεροτσιβούρα: πολύ κρύος καιρός χωρίς βροχές

«Τι χειμώνας κι αυτός φέτος, όλο ξεροτσιβούρες και βροχή τίποτα!»

Την ξεροτσιβούρα τη βρίσκω μόνο σε ένα ιστολόγιο διστομίτικο, αλλά τσιβούρα σε πολλά μέρη είναι το δριμύ κρύο, η παγωνιά.

* παρασινικάζω: μπερδεύομαι, σαστίζω

«Μα καιρός είναι αυτός; Μια κρύο, μια ζέστη! Δες την πορτοκαλιά, παρασινίκασε το δέντρο, έβγαλε λουλούδια μέσα στον Νοέμβρη!»

Σε λεξικό δεν το βρήκα, αλλά κανονικά πρέπει να το γράψουμε «παρασυνεικάζω», γιατί προέρχεται από το αρχαίο «συνεικάζω» (συν+εικάζω), που σημαίνει «συμπεραίνω». Παρασυνεικάζω θα πει κάνω λάθος εκτίμηση, υπολογίζω λάθος, πέφτω έξω, και από εκεί δεν είναι μακριά οι σημασίες που δίνει η φίλη. Στο βιβλίο του Γ. Ρήγα «Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός» βρίσκω τη φράση «παρασ’νείκασα και ξύπνησα πολύ νύχτα» για κάποιον που έκανε λάθος και ξύπνησε νωρίτερα απ’ό,τι ήθελε. Το έχει στα Άτακτα ο Κοραής.

* παραστολιάζω: κουράζομαι πολύ

-«Δεν μπορώ να σύρω τα πόδια μου. -Εμ βέβαια, παραστόλιασες έξω όλη μέρα. Αϊ μαζέψου».

Το ρήμα «παραστολιάζω» υπάρχει και στον Ερωτόκριτο και σημαίνει «κατακόβω, ακρωτηριάζω»: Ήριχτε, παραστόλιαζε, εσκότωνε απ’ αυτείνους,. πολλά μεγάλος τως οχθρός εφαίνετο σε κείνους. Από το επίθ. παράστολος (παραμορφωμένος, σημαδεμένος), από το παραστέλλω. Και παραστελιάζω. Όπως σημειώνει και το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά, η σημασία εξελίχθηκε σήμερα -αλλά το «κουράστηκα πολύ» δεν είναι και τόσο μακριά, αν σκεφτούμε ότι κι εμείς λέμε «σακατεύτηκα, κόπηκα, σκοτώθηκα» όταν έχουμε κουραστεί.

* ρουκώνω: χώνω κάτι βαθιά για να το κρύψω, ή επειδή βιάζομαι.

«Τελείωνε χριστιανή μου! Τι τριγυρνάς με το χαρτί στο χέρι; Ρούκωσ’ το σ’ ένα συρτάρι να φύγουμε!»

Στο γλωσσάρι του ρουμλουκιώτικου ιδιώματος βρίσκω ότι ρουκώνομαι θα πει «χώνομαι, μπαίνω μέσα», που ταιριάζει με τη σημασία που δίνει η φίλη από τη Λίμνη. Σχετική πρέπει να είναι η λέξη «ρούκουνας», που είναι ο γωνιόλιθος,  η γωνία του πετρόχτιστου σπιτιού ή τράφου, όπως λέει το slang.gr που έχει τη λέξη ενώ τα λεξικά δεν την καταδέχονται, που ετυμολογείται από μια τουρκική λέξη (rükn) που όμως σημαίνει «στήριγμα, στυλοβάτης», αν και στον Πιτυκάκη βρίσκω ότι rükün θα πει γωνία. Πάντως και στη γωνία μπορεί κανείς να χωθεί.

* σιλεβός: κακοφτιαγμένος

«Καλέ, γι’ αυτόν τον σιλεβό έκλαιγε και χτυπιόταν η Μαρία; Χαρά στα μούτρα!»

Δεν βρήκα τίποτα γι’ αυτή τη λέξη, μόνο γκουγκλίζοντας βλέπω ότι υπάρχει επώνυμο Σελεβός. Την ξέρει κανείς;

* σκλέπα: βρόμα, απλυσιά

«Μμμμ, σιγά τη μεγαλοκυρά! Αυτή είναι μες στη σκλέπα!»

Όχι σε λεξικά. Τη λέξη τη βρίσκω σε γλωσσάρια με αυτή τη σημασία ή με τη σημασία «επιδημία» ή ακόμα «ψωρίαση», ενώ υπάρχει και το επίθετο Σκλεπάρης. Κάπου βρήκα ότι το (και ποντιακό) σκλέπα ετυμολογείται από το «κνήφη», που είναι όντως η ψωρίαση.

* ταλιαρίζω: νυστάζω (περισσότερο από την κούραση της ημέρας)

(βλέποντας τον άλλον να κουτουλάει από τη νύστα) – «Ταλιάρ’σες, άντε τράβα για ύπνο.»

Υποψιάζομαι ότι το «ταλιάρισες» σημαίνει «κουράστηκες, κόπηκες» γιατί εγώ ταλιαρίζω ξέρω ότι σημαίνει «κόβω, κομματιάζω» (από το ιταλ. tagliare). Βέβαια, μπορεί να πέφτω έξω.

* τσούκνο: μάλλινο σφιχτοϋφασμένο πανί, από άγριο μαλλί που τσιμπάει

«Μην πλέκεις τόσο σφιχτά, αμόλα λίγο την κλωστή, τσούκνο θα το κάνεις».

Τα παλιότερα λεξικά (Πρωία, Δημητράκος) έχουν την τσούκνα, είδος μάλλινου χοντρού υφάσματος, αλλιώς σαγιάκι, ενώ στη Live-pedia βρίσκω ετυμολογία (που δεν μπορώ να ελέγξω) από σλαβ. sykno = τσόχα, κετσές.

* τσουρούτ(ι)κο: τσιγγούνικο

«Καλέ πλέξε λίγη δαντέλα παραπάνω, έτσι τσουρούτικο θα το αφήσεις;»

Η πιο γνωστή λέξη απ’ όλες έμεινε για το τέλος. Την έχει ακόμα και το ΛΚΝ. Τσουρούτικο είναι το στενό ή το κοντό ρούχο, το λειψό πράγμα, κάτι που γίνεται τσιγγούνικα. Έχει ένα ωραίο διήγημα ο Τσιφόρος για κάποιον που τα έκανε όλα τσουρούτικα στη ζωή του. Φυσικά τη λέξη την έχει και το σλανγκρ, όπου βρήκα και μια έξοχη παρετυμολογία (σκόπιμη βέβαια!) με την οποία ακόμα γελάω: Εκ της ιταλικής μάρκας Cerruti, που έφτιαχνε κοστούμια πολύ στενά ή φούστες πολύ κοντές, για μόδα χρησιμοποιώντας λιγότερο ύφασμα (τσερούτικα)…

Με εξαίρεση την τελευταία λέξη, οι άλλες δεν είναι και πολύ γνωστές. Αν όμως ξέρετε κάποιες, περιμένω σχόλια.

86 Σχόλια προς “Παλιές λιμνιώτικες λέξεις και φράσεις”

  1. Μαρία said

    Εκτός εννοείται απ’ το τσουρούτικο, το αναπεταρίκ’ και παραλλαγή του παραστολιάζω, σε μάς παρασταλιάζω π.χ πού παραστάλιαζες πάλι, βρε κοπρόσκυλο;

  2. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Σε χωριά των Ιωαννίνων είναι γνωστά:
    – το κ(ου)τσουπ (το ‘τσ’ ουρανικό) με την ίδια σημασία
    – ο σαλεβός (το ‘σ’ ουρανικό) που απαντάται και σύνθετο ως σαλεβοπόδαρος και δηλώνει τον άνθρωπο του οποίου τα γόνατα τείνουν να ενωθούν με αποτέλεσμα να περπατά με τις μύτες των ποδιών σε γωνία, όχι παράλληλες.
    – το ταλιάρω (χωρίς την κατάληξη -ίζω), αλλά με τη σημασία του ιταλικού.

  3. tamistas said

    Κουτσούμπης υπάρχει και επίθετο στη Χαλκίδα (είχα και συμμαθήτρια).

    Η γιαγιά μου (η Ευβοιώτισσα όχι η Κρητικιά) το μπαούτσι, αλλά και το μπαούτσος, το χρησιμοποιούσε για ανθρώπους που με τον όγκο τους (κι όχι απαραίτητα μόνο με τον όγκο τους) ήταν τρομαχτικοί.

    Το παραστολιασμένος το λέμε ακόμα στο σπίτι και εννοούμε τον κατάκοπο· συνήθως το χρησιμοποιούμε στο ουδέτερο και για παιδιά που τα παίξανε στο παιχνίδι…

  4. Νικοκύρη,

    Μην κάνεις πρωί – πρωί τις αναρτήσεις. Είμαι ζαμπλακωμένος από τον ύπνο και δε λειτουργεί το μυαλό μου.
    (Ορεινή Ολυμπία) ζαμπλακώνω, το ζαμπλάκωμα.
    «Τον ζαμπλάκωσε ο Θανάσης τον Κώστα. Ε, μα του είχε μπει πολλές φορές στη μύτη»

    Επίσης, η κουτσούμπα ξερό ξύλο (θάμνου συνήθως) με τη ρίζα του.
    «Φέρε καμιά κουτσούμπα και ρίξε στη φωτιά, γιατί κάνει κρύο φαρμάκι. Σουλιμάς ντε!»

    Τις καλημέρες μου στην πανέμορφη Λίμνη Ευβοίας.

  5. Νατάσσα said

    Εμείς στο Πήλιο λέμε κουτσιμπάνες -το «ου» και το «ι» φυσικά μόλις που ακούγονται!- τα χοντρά κομμάτια του κορμού λίγο πάνω από τη ρίζα. Υπήρχε παλιότερα και η πινακίδα που προβλημάτιζε τους επισκέπτες «Προσοχή, κουρουκλάν κουτσ’μπάνες».

  6. tamistas said

    Το λίκνο για το ΛΚΝ δίνει σφάλμα 404. Το οποίο ΛΚΝ αναφέρει στο λήμμα κουτσουπιά και το κουτσούπι: υπόλοιπο κορμού δέντρου κοντά στη ρίζα που μοιάζει με κούτσουρο.

  7. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια, το ένα καλύτερο από το άλλο!

    5: Άψογη η πινακίδα!

  8. Τα πρεβεζάνικα του πατέρα μου, όσα δηλαδή μου κληροδότησε στο παθητικό μου λεξιλόγιο, δεν περιλαμβάνουν καμιά από τις λέξεις αυτές. Κρίμα, γιατί φαίνεται να αποτελούν ωραία βορειοϊδιωματικά στοιχεία.

    Γιάννης με καλημέρες

  9. Ναταλία said

    Το ζαμπλαρώνομαι (με την ίδια σημασία) το έχω ακούσει από την Ξανθιώτισσα τη γιαγιά μου.

    Το μπαούτσι/μπαούτσα με τη Μεγαρίτικη μπαούτα (οι μπάλες με τρίχες και σκόνη που μαζεύονται στις γωνίες) μάλλον δε σχετίζεται… ε;

  10. Σε παρέες της Αθήνας έχομε τη λέξη μπαλότσα ως συμπαθητική έκφραση για άτομο κοντόχοντρο και ασχημούλικο. Δεν ξέρω αν έχει σχέση με το μπαούτσ(ι).

  11. Μαρία said

    Αυτό το ζαμπλαρώνομαι μοιάζει με το δικό μας ξαπλαρώνομαι με διάφανη ετυμολογία 🙂

  12. Νατάσσα said

    Για το παραστολιάζω -ακούγεται πολύ κοντά στο ξεροσταλιάζω, που έχει και την ίδια περίπου σημασία.

  13. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα!

    6: Διορθώθηκε ο λίκνος;

    10: Άλλο πράμα πρέπει νάναι η μπαλότσα.

  14. τυφλόμυγα said

    (από το δεύτερο παράδειγμα)
    Νταγιαντίζω = αντέχω
    Δεν νταγιαντίζεσαι= δεν αντέχεσαι
    Ακούγονται και τα δύο στην Κρήτη.

    Έχω συναντήσει εδώ στην Κρήτη το επίθετο Κουτσούμπα. Δεν είμαι σίγουρη, μάλλον δεν πρέπει να είχε καταγωγή από εδώ.

    Μπαούτσι δε λέμε. Γκουμούτσα λέμε. Μάλλον η γκουμούτσα χρησιμοποιείται σε όλη την Ελλάδα. http://www.slang.gr/lemma/show/gkoumoutsa_1736

    Ο Ρούκουνας είναι περιοχή στην Ανάφη. http://www.greeka.com/cyclades/anafi/anafi-beaches/roukounas-beach.htm
    Εκτός από την περιοχή κάτι μου θυμίζει η λέξη. Μήπως την έχουμε αναφέρει ξανά στο ιστολόγιο;

    Το τσουρούτικο το έχω ακούσει από φίλους βορειοελλαδίτες.

    Ωραίο άρθρο. Μπράβο και στους δύο.
    Καλημέρα!

  15. Ηλεφούφουτος said

    Πολύ ενδιαφέροντα!

    Εμένα πάντως, όταν η μάνα μου απειλούσε ότι θα με ταλιαρίσει, εννοούσε ότι θα με δείρει για τα καλά. Η συνοδευτική χειρονομία ήταν εύγλωττη.

    Όντως το «ντρέτσκο» δείχνει σλάβικο. Μπορεί να συνδεθεί με το θέμα druž- που έχει τις έννοιες της «συνάθροισης» και της «φιλίας» .

  16. Με την ευκαιρία της ανάρτησης, στέλνω τα χαιρετίσματά μου στο Γιώργο Κουτσούμπα από την Αιτωλοακαρνανία, που ζει στο Βερολίνο (Σαρλότεμπουργκ) και να μου χαιρετίσει την παρέα της ταβέρνας Αμβρόσιος.
    Τι, μόνο στα ερτζιανά θα γίνονται αφιερώσεις;
    Σου βάζω ιδέες Νικοκύρη;

  17. tamistas said

    Το λίκνο, κομπλέ.

    14 (Τυφλόμυγα)

    Ψαραντώνης:
    Παλιό κρασί η σκέψη μου
    πάντα μ’ αυτή μεθύζω
    είναι φορές που με μεθεί
    και δεν τη νταγιαντίζω.

    Ο Ρούκουνας ήταν μεγάλος τραγουδιστής του ρεμπέτικου. Νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, στη Χαλκίδα χρησιμοποιείται και αντί του ευρύτατα χρησιμοποιούμενου και πολύσημου απαξιωτικού χαρακτηρισμού ρούκου. ‘Ενα ρούκου άτομο είναι άσχετο (στην ειδικότητά του) ή στον κόσμο του ή ασυνεπές ή …

  18. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα επόμενα!

    16: Η πλάκα θα είναι να μας διαβάζει από το Σαρλότενμπουργκ και ναπαντήσει!

    17: Το απαξιωτικό είναι ρούκου ή κουκουρούκου;

  19. Μαρία said

    Τώρα πρόσεξα οτι και στη Λίμνη λένε μαρή.

  20. τυφλόμυγα said

    #17α, Μπράβο μεράκλωμα πρωί πρωί! Κρητικός κι εσύ;

    β. Με τις δύο τελευταίες σημασίες (στον κόσμο του ή ασυνεπές) έχουμε το (κουκου)ρούκου. 😉
    Ωχ, με πρόλαβε ο Νικοκύρης. 😦

  21. tamistas said

    18 (17): Και τα δύο. Το κουκουρούκου είναι πιο κοροϊδευτικό, νομίζω.

  22. Έρση said

    Καλημέρα! Ενδιαφέρον το άρθρο και ευχαριστώ την λιμνιώτισα φίλη του ιστολογίου για τον κόπο της.
    Το τσούκνο έχει άραγε καμία σχέση με την τσουκνίδα;

  23. tamistas said

    20(17α): Της διασποράς, από τον πατέρα μου (μ’ έσπειρε στην Εύβοια).

  24. sarant said

    22:
    Για την τσουκνίδα δίνεται ελληνική ετυμολογία, αλλά όχι ξεκάθαρη. Δεν μπορώ να πω.

  25. Alexis said

    Το «κουτσουμπλός» λέγεται και στο Ξηρόμερο Ατωλοακαρνανίας με την έννοια του «κοντός», «κολοβός», «κουτσουρεμένος». Και το επώνυμο Κουτσούμπας είναι από Αιτωλοακαρνανία επίσης, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει και αλλού.
    Τις υπόλοιπες λέξεις δεν τις ξέρω, εκτός από το «τσουρούτικος» βέβαια, που το έλεγε συχνότατα ο πατέρας μου.
    Η μπαλότσα στη γλώσσα των ναυτικών είναι ένας μεγάλος και χοντρός σάκος που κρεμιέται στα πλευρά του πλοίου για να το προστατεύσει όταν πάει να πλευρίσει στο ντόκο. Από κεί έχει καταλήξει να σημαίνει κοροϊδευτικά και την πολύ χοντρή και κακοφτιαγμένη γυναίκα.

  26. Μαρία said

    24 Μια τσούκνα απ’ το Καβακλί της Βουλγαρίας
    http://www.lykeionellinidon.gr/portal/View_object.aspx?id=14108&lang=gr
    και εδώ πάλι απ’ το Καβακλί
    http://www.thrakiki.gr/foresies.htm

  27. sarant said

    26: Ή πώς από το ύφασμα ονοματίστηκε έτσι και το ένδυμα

  28. Επίθετο, εκτός από τα προαναφερθέντα Κουτσούμπος και Κουτσούμπης, υπάρχει και Κουτσουμπός.

    Με το «ζαβλακωμένος» η Κουλουριώτισσα μητέρα μου εννοούσε ζαλισμένος, αδιάθετος, άκεφος, ιδιαίτερα ως σύμτωμα επερχόμενης ασθένειας ή ύστερα από υπερέκθεση στον ήλιο. Δεν ξέρω αν έχει σχέση με το «Ζαμπλαρώνομαι».

  29. Μαρία said

    Το ζαβλακώνω και τα συναφή πρέπει να είναι πανελλήνιο, το έχει και το λεξικό.

  30. S_Pablo said

    Θυμάμαι τον ποδοσφαιριστή του ΟΦΗ, με καταγωγή από το Αγρίνιο, που λεγόταν Κουτσουπιάς. Νομίζω ότι είναι κοινό όνομα στην περιοχή γιατί έχω γνωρίσει άλλους δύο από Αιτωλοακαρνανία με το ίδιο επώνυμο.

  31. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Βέβαια το ζαμπλακώνω κουτσού-βελο
    η κατάληξη –belo, -bolo, -bulo (-πουλος), -beli, -belieri (li) είναι ένα μόρφημα passe-partout (και όχι αυστηρά σλάβικο διότι πιθανή πηγή του είναι ο Καύκασος και οι περί τον Εύξεινο χώρες) λίγο υποκοριστικό, λίγο υποτιμητικό, λίγο τρυφερό.
    Σημ. το θέμα της λέξης küçük είναι küçü• γι’ αυτό έχουμε küçülmek, küçütmak, küçümen κ.ο.κ.

    Για το παραστολιάζω με κάλυψε η Νατάσσα @12
    Για το ντρετσκο δεν είχα κάτι να πω αλλά θα ψήφιζα @15 Ηλεφουφού
    Αλλά το ταλιαρίζω του @15 Ηλεφουφού είναι προφενέσταστα λατινογενές απομεινάρι με τη σημασία ‘κομματιάζω’ πρβλ tailler, tagliare
    (συγνώμη νοικοκύρη, δεν είδα ότι το είχες πει ήδη. Αλλά εκτός από το ‘κόπηκες’ μπορεί να είναι μια μεταφορά από το τρεμόπαιγμα που κάνουν τα βλέφαρα των παιδιών όταν νυστάζουν και δε θέλουν να πάνε για ύπνο• σα να κόβουν κάτι σε φέτες)
    Μια ίδιας προέλευση αλλά με στένεμα της σημασίας, διότι taille (κορμοστασιά) θα πει κυριολεκτικά αυτό που λέμε ‘κοψιά’, μπορεί το ταλιάρησες (για ύπνο) να σημαίνει ‘απλώνεσαι, ετοιμάζεσαι για ύπνο’ καθώς κανείς παίρνει όλο και πιο βολικές θέσεις όταν νυστάζει.

    Είναι προφανές (σχεδόν) ότι κατατσούμπουρα < κατακ(ου)τσούμπουρα, οπότε μας μένει το κουτσού(μ)πι που προέρχεται από το αραβικό kutzub (με ط ) που είναι ο κοντόχοντρος αδιαμόρφωτος κορμός, αλλά δεν είναι μέσω της τουρκικής αλλ’ απ’ ευθείας (βυζαντινό) διότι Κατσαβός, Κατσαμπός, Κατσαμπάς, Κουτσουμπός είναι επώνυμα προ Αλώσεως τουλάχιστον. Από εκεί προέρχεται το τουρκικό kütük, το καθ’ ημάς κουτούκι.

    Ανεξάρτητα του τι λέει ο Πιτυκάκης, rükün σημαίνει υποστήριγμα, κολώνα. Τώρα αν το στήριγμα είναι γωνιακό, είναι άλλο ζήτημα.

    Έρση @22 κνίδη = τσουκνίδα. Το τσου- προέρχεται μάλλον από το κου- (<κόκκος) μια πληρέστερη περιγραφή του φυτού

  32. Immortalité said

    @28 Ώστε Κουλουριωτάκι αγαπητέ; 😀

    Την σκλέπα την ξέρω αλλά δεν ξέρω από που. Ή μάλλον μπορεί την μπερδεύω με τη σκλεπού όπως λέει ο πατέρας μου την πεσκανδρίτσα του Λαζάρου, σιγά λέει μην πληρώσω για να φάω σκλεπού!

    Το τσουρούτικο φυσικά πανελλήνιο, και το τσούκνο κάτι μου θυμίζει αλλά μπορεί να φταίει η τσουκνίδα.

    Αλλά το αναπεταρίκ το αγάπησα! Τρε φρανσέ 🙂

    @5 Η πινακίδα, όλα τα λεφτά!

  33. Asimina said

    Ωραίο!
    Η μητέρα μου, Σαρακατσάνα από το Μαρκόπουλο Αττικής, λέει το «τσουρούτικο» πολύ συχνά.

  34. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Η τελευταία γραμμή του #2 είναι λαθεμένη. Ορίστε η σωστή:
    – το ταλιάρω (χωρίς την κατάληξη -ίζω), αλλά όχι με τη σημασία του ιταλικού.

    Η σημασία που έχει στα χωριά των Ιωαννίνων είναι αυτή του #15β: «αν τον πετύχω θα τον ταλιάρω στο ξύλο!».

  35. «Αναπεταρίκι» από την Λίμνη Ευβοίας. Ετυμολογία (πιθανή, δεν παίρνω όρκο) το ΣΈΙΚΟ ρολόι του γράφοντος, δώρο θείου του από την Σαουδική Αραβία, που σε εκδρομή φοιτητική το 1977 στην Λίμνη Ευβοίας, αναναβουβουληδόν σε χιονοπόλεμο εγκατέλειψε το χέρι του και διαγράφοντας κυκλοτερή κίνηση που κάποια Καρτεσιανή εξίσωση ανεπαρίστα εχάθη δια παντός στο βάθος φαραγγίου, παίρνοντας μαζί του έκτοτε δια παντός την αίσθηση χρόνου του γράφοντος.

    Σκλέπα, ελληνοποίηση σήμερα του ΣΚΛΕΠ, τα εδωδιμοπωλεία των Πολωνών..

  36. Asimina said

    Να προσθέσω μια ερώτηση: θα μπορούσε να θεωρηθεί λέξη ελληνική το «μούτι» που λένε στο Μαρκόπουλο; Είναι αρβανίτικη λέξη αλλά την χρησιμοποιούν όλοι θέλοντας να πουν χάλια, άσχημο, κακό.

  37. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα σχόλια!

    36: Μα, έχει πια περάσει στα ελληνικά, «τα κάνω μούτι» = τα κάνω σκατά (με το συμπάθειο).
    http://www.slang.gr/lemma/show/mouti_4801

    35: Πολύ καλό!

    34: Δεν είναι και πολύ μακριά η μία σημασία από την άλλη, κομματιάζω ή ξυλοκοπώ. Κάπου εκεί και το ουσιαστικό, το τάγιο.

  38. Ηλεφούφουτος said

    σχ 37 «Δεν είναι και πολύ μακριά η μία σημασία από την άλλη,…»

    άλλωστε η συνοδευτική χειρονομία μιμείται και τις δύο πράξεις.

    Μαρία, κι εμένα μού χτύπησε το «μαρή». Νόμιζα ότι είναι μόνο του βορρά. Opos Bulgaria 🙂 .

    Sklep στα Τσέχικα είναι το υπόγειο, το κελλάρι.

  39. Alexandros said

    «ζαμπλαρώνομαι» ίσως να προέρχεται απο τη ζάμπα (γάμπα στα ελληνικά) οπως το λέμε στη Κύπρο, το πανω μέρος του ποδιού. Μαζί με το απλαρωνομαι ή ξαπλαρώνομαι, αν πέσεις κάτω, συνήθως θα πέσεις με τη ζάμπα.

  40. Μαρία said

    38 Κι εγώ για …βουλγάρικο το είχα αλλά φαίνεται οτι εκσλαβίστηκε και η Εύβοια.

    Δεν είναι καθόλου μακριά βλ. και θα σε λιανίσω.

  41. Asimina said

    Α, ωραία, δεν ήξερα ότι έχει καταχωρηθεί στο slang.gr! Λένε επίσης «τι μούτι πράμα είναι αυτό;» όταν δεν τους αρέσει κάτι.
    Άλλη λέξη από το Μαρκόπουλο: «τσουτσουριάρης / -α» που σημαίνει μαρτυριάρης, κουτσομπόλης » αυτή είναι ΜΙΑ τσουτσουριάρα… κάτσε μη σ΄ακούσει!»

    Από το Βελεστίνο Μαγνησίας (το χωριό του πατέρα), λένε «σπούρνη» που σημαίνει θράκα, αναμμένα κάρβουνα. Δεν ξέρω αν λέγεται αλλού, σε λεξικά δεν το βρήκα.

  42. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Αφού κάποιος με ταλιάρει λέμε ότι με έκανε ταλιατίνι (tagliatini). Πολλοί το μπερδεύουν παρετυμολογικά με το «με έκανε τ’ αλατιού».

  43. Asimina said

    (Ωπ, μόλις συνειδητοποίησα ότι έκανα τρολιά, το ποστ ήταν μόνο για τις λέξεις της Λίμνης Ευβοίας και αναφέρθηκα σε 2 άσχετα μέρη, συγνώμη.)

  44. ppan said

    Α, εμείς το λέμε «τελατίνι». Ταλιολίνι λέμε κάτι μακαρόνια που μας αρέσουν.

    Αυτό μου θυμίζει: δεν σας προκαλεί γευστική αναστάτωση όταν κάποιος λέει, όπως είναι τώρα της μόδας, «φάγαμε πάστα με τόνο» ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο; Για μένα πάστα είναι η σοκολατίνα, η κασετίνα, άντε η αμυγδάλου!

  45. Νατάσσα said

    42: Γρηγόρη, νομίζω πως η σημασία έχει να κάνει με το «μου άργασε το τομάρι», καθώς τελατίνι είναι το λεπτό κατεργασμένο δέρμα.
    http://www.slang.gr/lemma/show/telatini_6781

  46. Νατάσσα said

    Εκτός κι αν μου διέφυγε η φατσούλα…

  47. Immortalité said

    @44 Όχι και άντε και η αμυγδάλου! Η αμυγδάλου πρωτίστως και κυρίως και μετά άντε καμιά σοκολατίνα καμιά σεράνο.
    Στην κασετίνα μέχρι τώρα έβαζα τα μολύβια. Να τη φάω δεν είχα προσπαθήσει 🙂

  48. ppan said

    47: α, χάνεις! Λεγόταν νομίζω έτσι γιατί είχε σκληρα φύλλα σοκολάτας γύρω γύρω. Και η σεράνο, σωστά.
    Αυτές είναι πάστες, όχι η αλα πουτανέσκα με το συμπάθειο!

  49. Μισιρλού... said

    Εδώ Μωριάς!
    Πολλές άγνωστες λέξεις σήμερα… Προφανώς, από σλαυόφωνες κι αρβανιτόφωνες κοινότητες.
    Μου κάνει εντύπωση όμως, που και στην Πελοπόννησο είχαμε (έχουμε) αρκετούς αρβανίτες, αλλά οι λέξεις για μένα είναι πρωτάκουστες.

    Εκτός τα:
    τσουρούτικο, νταγιαντώ-νταγιαντίζω και ζαβλακωμένος, που είναι -όπως φαίνεται- τουρκικής προέλευσης.
    çürüt / çürümek: εξασθενώ, σαπίζω, κατατρώω, φθίνω, φθείρω, χαλάω, αλοιώνω
    dayandim / dayamak / dayan: αντέχω, υποφέρω, υπομένω, στηρίζω (αλληλεγγύη, συναδελφικότητα, υποστήριξη…)
    zavallı / zeval: ανάπαυλα, ξεκούραση, ηρεμία, παύση, σταμάτημα, εξάντληση, κατάληξη, ύπνος… (πέφτω, λιγοστεύω, υποχωρώ, φθίνω, καταρρέω, αποκοιμιέμαι)

    [Τα Cerruti όλα τα λεφτά! Εμπνευσμένο!!! :-)]

    @25, όπως λέει κι ο Αλέξης, μπαλότσα είναι -πλέον- η τεράστια λαστιχένια κουλούρα-σωσίβιο-ρόδα για την προφύλαξη του πλοίου σε πλευρίσματα.
    Σήμερα, μπαλότσα λένε και το αντίστοιχο σωσίβιο-παιχνίδι, που κάθονται μέσα τα πιτσιρίκια (κι όχι μόνο) για λιάσιμο, παιχνιδάκια με βουτιές ή και να τα σύρει (τύπου σκι) κάποιο ταχύπλοο.

    Το ταλιαρίζω, κι εμένα κάτι μου θυμίζει σε σχέση με τις αταξίες μου και τις απειλές της γιαγιάς.
    Σαν το @15 του Ηλεφ.: θα σε απλώσω, ξαπλώσω, σωριάσω, τεντώσω (ή κυριολεκτικά: λιανίσω, πετσοκόψω – όπως σημείωσε και η Μαρία @40).

    Πάντως, μου θυμίσατε μια άλλη ωραία λέξη (που την άκουγα πολύ συχνά!) :
    «Θα σου δώσω ένα μπερντάκι ξύλο, να το θυμάσαι!!!»

    μπερντάκι-μπερντάχι
    Από τα περσικά, μέσω του τουρκ. perdah : ολοκληρώνω, συμπληρώνω, τελειώνω, τελειοποιώ, αποτελειώνω (αποπεράτωση, τέλειωμα, κατάληξη, φινίρισμα, γυάλισμα)

  50. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα!

    45: Ναι, έτσι.

    49: Μισιρλού, πολύ ωραία!
    (Το ζαβλακωμένος, πάντως, ο Μπαμπι. το δίνει σλάβικο zavalka = ξάπλωσα. Από το τούρκικο που λες πρέπει να είναι ο ζάβαλης).

  51. Μισιρλού... said

    Αααα!!!??? Είναι φαίνεται που δεν σκέπτομαι σλάβικα ! 🙂
    Ορίστε, λοιπόν (αν ισχύει του Μπάμπι.) ξέρω και μια σλάβικη λεξούλα.

    [Πάντως και η τουρκική (από τα αραβικά) της ίδιας εννοιολογικής σημασίας φαίνεται νάναι…]

  52. Μισιρλού... said

    [εκτός τα φουκαριάρικα και μίζερα… εννοώ]

  53. Θα αφήσω ένα συγχαρητήρια. Μεγαλωμένος σε πόλη δε γνωρίζω τέτοιες λέξεις, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον να καταγράφονται σε ειδικά βιβλία, ακόμα κι αν δεν ενταχθούν ποτέ σε λεξικό.

  54. sarant said

    53:
    Υπήρχε το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας, που έχει σταματήσει στο λ. δαχτυλωτός, αλλά το υλικό υπάρχει. Διάβασα πως θα μετατραπεί σε λεξικό διαλέκτων, αλλά πριν από καιρό, τώρα με τις αφραγκίες…

  55. Δεν το ήξερα.Ξέρω (έχω ακούσει, όχι διαβάσει, είναι εκτός ενδιαφερόντων μου) για βιβλία σχετικά συνήθως τοπικών-γεωγραφικών διαλέκτων, αλλά όχι για ολοκληρωμένο λεξικό. Να δούμε μήπως γίνει στο μέλλον. Το λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας (νομίζω πλησιάζει στο X πια) περιέχει όχι μόνο σημασίες, αλλά και την ιστορία κάθε λέξης που πέρασε από τη γαλλική επικράτεια.

  56. Μαρία said

    Σχετικό για όσους διαβάσουν τη Δροσούλα. Ο Μανολάκης της κυρα-Βαγγέλας είναι ο Μ. Αναγνωστάκης.

  57. Λευκάδιος Ελμάς said

    49 – 50 ο Δημήτρης Τομπαϊδης από το zavalli (άτυχος το μεταφράζει) ετυμολογεί το επώνυμο Ζαβαλής.

    Δ. Τομπαϊδης, Ελληνικά επώνυμα τούρκικης προέλευσης, επικαιρότητα

    Αλλά η λέξη ζάβαλη, εκτ΄ςο από τούρκική καταγωγή, έχει και ελληνο-σλάβικη ιστορία, αφού είναι από τις πιο συγκινητικές του Στράτη Μυριβήλη στη «Ζωή εν τάφω».

    Ζάβακη μάικω είναι η δύστυχη μάνα σε μια σλαβομακεδόνικη οικογένεια στη περιοχή του Μοναστηριού, στο σπίτι της οποίας αναρρώνει ο Έλληνας ήρωας του μυθιστορήματος. Το σχετικό απόσπασμα ανθολογείται στα Κείμενα Λογοτεχνίας Β’ Λυκείου.

    Το ενδιαφέρον είναι α) η έκφραση ζαβαλη μάικω συμφωνα με το σχολικό βιβλίο είναι λέξεις σερβικές
    β) όπως είναι γνωστό, τους κατοίκους της περιοχής ο Μυριβήλης τους βάζει να αυτοπροσδιοριορίζονται ως Μακεντόν Ορτοντόξ, στην πρώτη έκδοση. χαρακτηρισμό που γρήγορα απαλείφει στις επόμενες.

    # τα κουίζ είναι πολλαπλώς χρήσιμα

  58. Εν Κύπρω, επιβιώνει το «ζάβαλλί μου»…. Πήρα πολύ διαφορετικές ερμηνείες γι’ αυτό, υποδηλώνοντας ότι γνωρίζουν με την δόκιμη χρήση, αλλά όχι τί ακριβώς σημαίνει. Περιμένω περί τούτου πραγματεία.

  59. ΣΑΘ said

    * Στην ορεινή Τριχωνίδα Αιτωλοακαρνανίας, κ’τʃούπ’ λέγεται το τελευταίο (προς τη μεριά της ρίζας) -ξερό ή και ακόμα χλωρό- κομμάτι του κορμού ενός δέντρου που έχει κοπεί ή τσακιστεί ή καεί ή άλλως πως απομείνει.
    Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται αντί του «στούρνος» (στουρνάρι), για να δηλώσει τον άνθρωπο (μαθητή;) που δεν «του κόβει» καθόλου.

    * Αντιθέτως, κ’τʃάπ’ λέγεται το τελευταίο (προς την πλευρά του κορμού) ξερό κομμάτι σπασμένου [χοντρού] κλαδιού δέντρου.

    * Κουτσ’πιά (το έχει και ο Μπαμπινιώτης [κουτσουπιά]) λέγεται φυλλοβόλο δέντρο που κάνει πανέμορφα ρόδινα / ροζ λουλούδια.

    * Πέραν των ανωτέρω, γνωρίζω επώνυμα Κουτσούπης, Κατσούπης και Κουτσουμπός.

    * Όταν ο μακαρίτης ο πατέρας μου έλεγε «παρασόλ[ι]σα», εννοούσε ότι παρέλυσε, διαλύθηκε εντελώς (από την κούραση).

    * Στα μέρη μας, η λέξη «κουρουκλάν» (;;) της επιγραφής «Προσοχή, κουρουκλάν κουτσ’μπάνες» (Σχ. 5), θα είχε τη μορφή «κουτρουκ[υ]λάν» (κατρακυλάνε).

    * Τσάκνο λέμε το λεπτό ξερό κλαδάκι που συνήθως χρησιμοποιείται για προσάναμα. «Τσακναρίδας» (κοροϊδευτικά) είναι ο έχων πολύ λεπτά πόδια.

    * (Σχ. 35): Υπάρχει και ψάρι με όνομα σκλεπού.

    * «Μαρή» και στην Αιτ/νία.

    * (Σχ. 41): Σπούρνη (η), με την ίδια έννοια, και στην Αιτ/νία.

  60. sarant said

    Ωραία, ευχαριστώ και για τα νεότερα!

  61. Antoine said

    Χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί είμαι από τη Λίμνη και ένιωσα σα να βρήκα Έλληνα στη γη του Πυρός. Αρκετές φορές κάνουμε πλάκα με τους φίλους με αυτές τις λέξεις.
    Και μια μικρή ιστορία με το ‘»μαρή» που λέει και η Μαρία (5). Ένας Σκωτσέζος φίλος που έμενε στη Λίμνη και έκανε μετάφραση για λογαριασμό εκδοτικού οίκου στα Αγγλικά τον Παπαδιαμάντη σκόνταψε πάνω στη λέξη «μαρή» και κάνοντας βόλτα στα στενά άκουσε κάποιες γυναίκες να το λένε. Τον ρώτησα πως το εξήγησε και μου είπε, ότι είναι φιλική προσφώνηση απο γυναίκα σε γυναίκα (ποτέ δε το λέει άντρας προς γυναίκα) και είναι αντίστοιχο του μωρέ.
    Επίσης στη Λίμνη λένε και «ξεφταλαγιάστικα» που σημαίνει τρόμαξα. (Πως μπαίνεις έτσι μες στο σπίτι, ξεφταλαγιάστικα)

  62. silverkid said

    Δηλώνω κι εγώ περήφανη Λιμνιώτισσα, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω να προσθέσω καμιά λέξη. Μάλλον φταίει που μεγάλωσα Αθήνα. Απλά και οι δυο γονείς μου είναι από’κει, γι’αυτό την οικειοποιούμαι.

  63. ππαν said

    Τι ωραία η «Δροσούλα» του Καζαντζή!
    56: Γεια σου Μαρία, με τις πληροφορίες σου! Ενδιαφέρον

  64. Antoine said

    Να προσθέσω ότι η Λίμνη κατοικήθηκε από Σαμιώτες (οι Λιμνίωτες μετοίκισαν στη Σκιάθο, μετά από επιδημία πανούκλας, γι αυτό και υπάρχει η Παναγία η Λιμνιά στη Σκιάθο). Πάντως οι λέξεις έχουν χρήση και σήμερα. Δεν τις λένε δηλαδή κάποιοι παππούδες.

  65. maria t. said

    καλημερα!ενθουσιαστηκα που διαβασα ολες τις λεξεις που λεμε στη λιμνη ευβοιας!ευχαριστω φιλε αντωνη!

  66. αααααααα!η λεξη που μου αρεσει πολυ ειναι η «αλπαρος»
    αν ξερω καλα ειναι η αρσενικη αλεπου

  67. Μαρία said

    61 Με αφορμή το σκωτσέζο μεταφραστή, στη Λίμνη έμενε και ο Φίλιπ Σέραρντ, μεταφραστής του Καβάφη κι όχι μόνο σε συνεργασία με τον Κήλυ.

  68. sarant said

    Α, καλώς ορίσατε και οι Λιμνιοί (ή Λιμνιώτες)! Χαίρομαι που σας άρεσε -και ευχαριστώ για τις πληροφορίες!

  69. Δημήτρης Κ said

    Συγχαρητήρια για την ανάρτηση με τις σπάνιες λέξεις από την Εύβοια.
    Η μόνη που είχα ξανακούσει είναι η σκλέπα που την ξέρω ως βρωμιά, από τα ποντιακά. Σκλεπέας ο βρωμιάρης, σκλεπού η βρωμιάρα, ανοικοκυρευτη και νομίζω πως χρησιμοποιούνται μόνο με κυριολεκτική χρήση.

    Όσο για το ζάβαλης, θυμάμαι από τον ήλιο του θανάτου του Πρεβελάκη «Έτσι είναι καμωμένος ο ζάβαλης ο άνθρωπος: όλο να ελπίζει!»

  70. silverkid said

    α. Τώρα το θυμήθηκα. Σχετικά με το «παραστολιάζω» και τον Ερωτόκριτο. Σε μια εκδρομή που είχα πάει με το Δήμο Λίμνης και μας ξεναγούσε ο λεγόμενος «Ελύμνιος» (από την αρχαία ονομασία του χωριού, «Ελύμνιον», όπου παντρεύτηκαν ο Δίας και η Ήρα, βεβαίως βεβαίως) Δημήτρης Αποστόλου, υπεύθυνος του μουσείου και γενικά των πολιτιστικών του χωριού, μας είχε πει ο εν λόγω κύριος, όταν μας ξεναγούσε σε μια βρύση – ή κάτι τέτοιο – της περιοχής, που λέγεται «του Ρωτόκριτου», ότι φημολογείται ότι ο Ερωτόκριτος, αν υπήρχε, εν πάσει περιπτώσει, στο ταξίδι του είχε περάσει απ’ την περιοχή.
    β. @61 Το «ξεφταλαγιάστηκα» του Αntoine το ξέρω κι εγώ. Μπορεί να μεγάλωσα στο Άθενς, αλλά πηγαίνω στη Λίμνη κάθε καλοκαίρι. Αλήθεια λέει! :-Ρ Μπάι δε γουέι, Αντουάν, αυτά για τους Σαμιώτες τα λέει το «Ελύμνιον» του Μπελλάρα; (βιβλίο για το χωριό)

  71. silverkid said

    @61: Και κάτι άλλο, Αντουάν! Τουλάχιστον οι δικοί σου Έλληνες δεν ήτανε πιωμένοι!

  72. Jorgos Koutsoubas said

    Καλησπερα,
    Για Ορεσιβιο:Ειμαι ο Κουτσούμπας απο το Charlottenburg του Βερολινου, εσυ μηπως εισαι ο Γαλαξιας,
    ο φιλος της griserie;

  73. sarant said

    Καλησπέρα Γιώργο, τελικά η επικοινωνία δούλεψε -γιά να δούμε τώρα αν ακούει ο Ορεσίβιος!

  74. καλός λύκος said

    * ξεροτσιβούρα: πολύ κρύος καιρός χωρίς βροχές
    Στο Ρέθυμνο λένε ΤΟ ξεροτσίβορο (ουδέτερο) & ίσως το ξεροτσίβουρο.

    (Σχ.15). Ηλεφούφουτος

    «Εμένα πάντως, όταν η μάνα μου απειλούσε ότι θα με ταλιαρίσει, εννοούσε ότι θα με δείρει για τα καλά. Η συνοδευτική χειρονομία ήταν εύγλωττη».

    Και για μένα το ταλιάρισμα ήτανε γερό ράβδισμα.

  75. sarant said

    Α, ωραία -σ’ ευχαριστώ!

  76. @Jorgos Koutsoubas (72). Γιώργο, χαίρομαι που επικοινωνούμε μέσω… Σαραντάκου.
    Σωστά μάντεψες. Φιλιά στο Μάρκο και στη Μαρία.

  77. Γιάννης Φαφούτης - Λίμνη Ευβοίας said

    Να προσθέσω και εγώ δειγματοληπτικά δύο λέξεις του Λιμνιώτικου Λεκτικού Ιδιώματος από τις 900 που έχω συλλέξει εδώ και τριάντα περίπου χρόνια. Σκοπός η δημιουργία ενός τοπικού λεξικού. Είναι από το ναυτικό κεφάλαιο της Λίμνης μια και η πόλη έχει μεγάλη και μακραίωνη ναυτική ιστορία (βλέπε βιβλίο ΛΙΜΝΗ και ΘΑΛΑΣΣΑ).

    Λαγκέτα: Κομμάτι άγριου ξύλου πάχους 15 εκατοστών και μήκους 1 μέτρο τυλιγμένο με τρεις σπείρες τζίβινο σχοινί. Το κρεμούσαν παράλληλα με τις πλευρές των ιστιοφόρων για να μην συγκρούονται μεταξύ τους.Το ρόλο αυτό σήμερα παίζουν τα λεγόμενα μπαλόνια.

    Σκάτσα: Κομμάτι άγριου ξύλου με τετράγωνο άνοιγμα στο κέντρο που τοποθετείται στα ύφαλα του ιστιοφόρου. Στο άνοιγμα αυτό μπαίνει η βάση του καταρτιού.

    Γιάννης Φαφούτης Φωτογράφος – Ερευνητής Λίμνη Ευβοίας

  78. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστούμε πολύ!

    Τη λαγκέτα τη λένε κι αλλού, νομίζω.

  79. baoutsi said

    Στην νοτιοκεντρική Εύβοια το μπαούτσι σημαίνει κάτι τρομακτικό, μπαμπούλας, φάντασμα.

    Παράδειγμα: Είχαμε πάει με τον πατέρα μου να μαζέψουμε φασκόμηλο σε ένα απόμερο λοφάκι κι είχε αρχίζει να νυχτώνει. Περνάει ένας γέρος πάνω στο γάιδαρό του και μας φωνάζει:
    «Τι κάνετε εδώ μωρε; Θα σας φάνε τα μπαούτσια!»

    Μια άλλη λέξη της περιοχής είναι το «πιστομίθηκα» (δεν ξέρω πώς γράφεται, το έχω ακούσει μόνο).
    Σημαίνει σκόνταψα και έπεσα.

  80. Μαρία said

    79 Δες το Πίστομα του Θεοτόκη.
    http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=82&author_id=11

  81. Κάνω και εγω ακριβως το ίδιο εχω συγκεντρώσει πάνω 1000 λέξεις απο την ντοπιολαλιά της περιοχης Μεσολογγίου όπου μεγάλωσα με σκοπό να το ελδωσω όταν ολοκληρωθει! ! Διαπιστωνω ότι υπάρχουν όντως και κοινες λέξεις αλλά με επιπλέον η διαφορετικές ερμηνείες! Για παράδεθγμα τοι κτσουμπ εδω σημαινει και ακρωτηριασμένο μέλος η ανήμπορο , ανάπηρο μέλος! (δεν μπορω να κουνησω το πόδι μου ειναι κτσουμπ!) Και βέβαι το μαρη που αναφερεται πιο πάνω ειναι το θυληκό του μωρε που εμεις για το αρσενικό το λέμε μαρε! Βλέπω κι άλλα πιο πάνω που τα έχω συμπεριλάβει κι εγω και τα λέμε στον τόπο μου.

  82. sarant said

    Πολύ ωραία, καλή συνέχεια και αίσια ολοκλήρωση εύχομαι!

  83. Καλημέρα σας και καλή Πρωτομαγιά! Έπεσα πριν απο κάποιο καιρό στο πόστ αυτό αλλά περίμενα να ολοκληρωθεί η προσπάθεια για να σας γράψω. Με βάση την έρευνά μου και τη συλλογή μου από λέξεις της Βόρειας Εύβοιας μπορώ να συμπληρώσω στις υπέροχες αναρτήσεις σας τα λήμματα από το βιβλίο «Γλώσσα με άρωμα Βόρεια Εύβοια» που μόλις εκδόθηκε. (Μάρτιος 2017)
    αναπεταρίκ˛ (φοράω…) = πάνω από τους ώμους, χωρίς να βάλω τα μανίκια (συνηθίζεται στη ΒΔ Εύβοια) [από το ανά+πετάω υποδηλώνοντας την κίνηση του πετάγματος του ρούχου πάνω στους ώμους] βλ.λ ανάρριχτα (συνηθίζεται στη ΒΑ Εύβοια)
    ζαμπλαρώνω ή ζαπλαρώνου = 1. δέρνω, ζαμπλάρωστο! = χτύπα το (Γαλτσάδες) 2. διπλαρώνω, πέφτω κτητικά πάνω σε κάποιον (Αβγαριά) πχ. τον είχε ζαμπλαρώσ’ το γερο και πααίνανε, (παθ.) ζαμπλαρώνομαι = πέφτω κάτω
    το ζαβλακώνω είναι άλλο ρήμα ζαβλακώνομαι = 1.θολώνω, ζαλίζομαι 2.αποβλακώνομαι
    κ’τσούμπ’ (το) ή κτσούμπα (η) (πληθ.) κτσούμπια ή κτσούμπες = 1. χοντρό κομμάτι ξύλο που δεν δέχεται πλάνισμα, η ρίζα όταν κοπεί το δέντρο 2. μεταφορικά ο κακός μαθητής π.χ. ντίπ κτσούμπ’ είναι [β.ηπ.(Δρόπολη) γκουτζούπια = ρίζες δέντρων (Μπόγκας Ε, 1966, σελ.16), από το κουτσιούπι < αρχ. κόσσυμβος (Τζήκας Δ.)]
    γόντσα (η) = 1. αρρώστια, βήχας που δεν περνάει 2. υβριστικός χαρακτηρισμός γυναίκας (ΓΙ, 2005-2006, σελ. 27)
    ταλιαρίζω = ταλαιπωρώ ή ταλαιπωρούμαι, (γίνομαι) ταλιάρα = γίνομαι λιώμα από την κούραση, εξαντλούμαι [αρχ. τάλας = ταλαίπωρος, λατ. taliare = ψιλοκόβω]
    ξεροτσιβούρα ή ξηροτσιβούρα = στεγνό κρύο
    τσούκνα (η) = μάλλινο ύφασμα του αργαλειού
    τσουκνουπάτ’ (το) ή τσουκνοπάτ’ = είδος μπασμένου μάλλινου υφάσματος από αρνίσια μαλλιά από το οποίο κατασκεύαζαν πανωφόρια, ποδιές, σιγκούνια βλ.λ. τσούκνα
    Για όποιον μπορεί να ενδιαφέρεται η σελίδα του βιβλίου είναι αυτή http://ramiotisart.wixsite.com/asiminanteliou-books/glwssa-me-arwma-boreias-eyboias
    Εύχομαι σε όλους άνθιση ψυχής και πνεύματος!

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καθώς ξύπνησε το νήμα:
    74.α >>Στο Ρέθυμνο λένε ΤΟ ξεροτσίβορο
    ξέσβουρο (το) σ΄εμάς ανατολικά,το εκτεθειμένο μέρος στους κρύους αέρηδες (π.χ. ένα γυμνό ύψωμα).
    74. Τσαλάρω, ξυλοφορτώνω

  85. sarant said

    83 Ευχαριστούμε πολύ για το σχόλιο και κάθε επιτυχία στο βιβλίο!

  86. Ευχαριστώ πολύ κ. Σαραντάκο! Σχετικά επίσης με το τελευταίο σχόλιο που έγραψε ο φίλος Baoutsi «πστομιέμαι» πέφτω κάτω με φορά προς τα εμπρός. Είναι από το «επί+ στόμα» δηλαδή «πέφτω πάνω στο στόμα μου» , πέφτω προς τα εμπρός. Όταν στη Βόρεια Εύβοια λέμε ακόμη «έπεσα τ’ απίστομα» εννοούμε «έπεσα ανάσκελα» Χρησιμοποιείται το στερητικό α για να δείξει την αντίθετη κατεύθυνση…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: