Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στο μαγαζί του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2012


Το σημερινό είναι το όγδοο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε πριν από καμιά δεκαριά μέρες στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη. Ταιριάζει ίσως που το σημερινό άρθρο είναι το πρώτο μετά τη βράβευση του ιστολογίου -όσο κι αν ο πατέρας μου δεν είναι πια εδώ για να καμαρώσει.

Το μαγαζί του παππού μου, στη Μόρια, ήταν δίπλα στο σταθμό της Χωροφυλακής, στην αρχή του δρόμου, που κατηφόριζε από την αγορά στον τσεσμέ. Ήταν στενόμακρο και είχε και στις τρεις πλευρές του ράφια με εμπορεύματα από το πάτωμα ως το ταβάνι. Η τέταρτη πλευρά ήταν η είσοδος. Μπροστά στα ράφια της αριστερής πλευράς ήταν ένας μακρύς ξύλινος πάγκος, όπου ο παππούς άπλωνε τα τόπια με τα υφάσματα και τ’ άλλα εμπορεύματά του.

Ο παππούς πουλούσε κάθε είδους υφάσματα, νήματα, μάλλινα και μπαμπακερά, κλωστές σε κουβαρίστρες και σε μασουράκια, καρφίτσες, βελόνες και παραμάνες, κόπιτσες, σούστες και γάντζους για τα ρούχα, φουρκέτες και τσιμπιδάκια για τα μαλλιά. Ακόμα πουλούσε βαφές για υφάσματα, ναφθαλίνη, στύψη, βιτριόλι, καραμπογιά, ακουαφόρτε, σόδα, ποτάσα, ακόμα και κινίνο χύμα και πλήθος άλλα εμπορεύματα.

Μου άρεσε πολύ να πηγαίνω στο μαγαζί του παππού μου τα πρωινά, όταν η συμμορία μας, το «καλαμένιο ιππικό», δε λειτουργούσε, να παρακολουθώ τους πελάτες που μπαινοβγαίναν και να περιεργάζομαι τα εμπορεύματα.

Ο παππούς μου, με την πρώτη, μου απαγόρεψε αυστηρά να πιάνω τα κουτιά που είχαν σκόνες και τα μπουκάλια που είχαν υγρά. Αντίθετα, μ’ άφηνε να πιάνω τα κουτιά με τα μασουράκια των χρωματιστών κλωστών για κέντημα και τα διπλωτά χαρτόνια με τα χρωματολόγιά τους. Τα χρώματα με μάγευαν. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τις άπειρες αποχρώσεις των βασικών χρωμάτων, καθώς τις έβλεπα ταξινομημένες στα χρωματολόγια.

Αργότερα, ο παππούς με άφηνε να παίζω και με τη μικρή ζυγαριά που είχε για να ζυγιάζει τις μπογιές.
Ο παππούς ήταν λιγομίλητος, ακόμη και με τους πελάτες του. Η κίνηση του μαγαζιού του δε στηριζόταν στην ευφράδεια του καταστηματάρχη ή στην κολακεία του προς τους πελάτες, αλλά στην καλή ποιότητα των εμπορευμάτων και τη χαμηλή τους τιμή.

Ιδιαίτερα αυστηρός ήταν με τα παιδιά της ηλικίας μου, που τα στέλναν οι μαμάδες τους να αγοράσουν διάφορα πράματα. Στις περιπτώσεις αυτές γινόταν ο εξής διάλογος:

Ο μικρός (χωρίς να πάρει ανάσα): «Είπε η μαμά μου να μου δώσεις τρεις δραχμές μπαμπακούλα, δυο πήχες κάμποτο, ένα χαρτί καρφίτσες, μια κουβαρίστρα άσπρη κλωστή και δυο βελόνες.»

Ο παππούς: «Έχεις λεφτά;»

Ο μικρός: «Έχω,»

Ο παππούς: «Να τα δω.»

Ο μικρός τού ‘δινε τα λεφτά, ο παππούς τα μετρούσε προσεχτικά και εφόσον αντιστοιχούσαν στην αξία της παραγγελίας, του έδινε τα ζητηθέντα. Διαφορετικά, έγραφε σ’ ένα χαρτί πόσα ακόμα χρήματα λείπανε και τον έστελνε στη μάνα του, για να τα φέρει.

Όταν βράδιαζε, η δουλειά έκοβε. Τότε ο παππούς συνήθιζε να βγάζει μια καρέκλα στην πόρτα του μαγαζιού του και να κάθεται στη βραδινή δροσιά. Την ίδια πάντα ώρα ερχόταν από το σπίτι ο κίτρινος γάτος και τριβόταν στις μπότες του. Τότε ο παππούς έβαζε την καρέκλα μέσα στο μαγαζί, έβαζε στα τζάμια της πόρτας τις ξύλινες καπάντζες, έσβηνε το φως και έκλεινε την πόρτα.

Αφού κλείδωνε με κλειδί την πόρτα, έβαζε δυο σιδερένιες μπάρες στα δυο ζευγάρια γάντζους που ήταν μπηγμένοι στον τοίχο, από τη μια και την άλλη πλευρά της πόρτας και τις ασφάλιζε με τέσσερα λουκέτα.

Μόλις έκλεινε τα λουκέτα, τα δοκίμαζε τραβώντας τα για να δει αν κλείσανε καλά. Ύστερα κινούσε για να φύγει, αλλά αμέσως γυρνούσε πίσω και δοκίμαζε την πετούγια της πόρτας για να δει αν ήταν κλειστή.

Τότε μονάχα, ήσυχος πια, πως όλα ήταν ασφαλισμένα, γύριζε στο σπίτι συντροφιά με τον γάτο του.

Στη φωτογραφία (παρμένη από το Φιστίκι), ο παππούς και η γιαγιά του πατέρα μου, πίσω ο ίδιος παιδί με τη γιαγιά μου την Ελένη, και την αδελφή της τη Μάρω. Από την ηλικία του πατέρα μου, συμπεραίνουμε πως η φωτογραφία βγήκε γύρω στο 1933-34.

78 Σχόλια to “Στο μαγαζί του παππού μου (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Νέο Kid Στο Block said

    Πολύ ωραίο! Πόσα χρόνια είχα να ακούσω (τρόπος του λέγειν) τις κόπτσες (έτσι τις έλεγε η γιαγιά μου).
    Απορίες μπακαλόγατου Ζήκου (επειδής τα γράμματα είναι κάπως τ’ανάσκελα, μαντάμ γιατρέσσα!):
    1) Μόρια (δισύλλαβη ή τρισύλλαβη;)
    2) Κτα ιέτα “Κάμποτο”;
    Μερσί εκ των προτέρων!

  2. Κάμποτο (Λεξιλογία, τα έχει όλα και συμφέρει!)

  3. Νέο Kid Στο Block said

    2. Γουάου! Ιντίιντ!! (που θάλεγε κι ο Cabot) 🙂

  4. Καλά, σοβαρά δεν ξέρεις το κάμποτο; Ένα χοντρό βαμπακερό ύφασμα είναι! Και οι κόπιτσες είναι όντως τόσο απαρχαιωμένο είδος;

  5. Μαρία said

    Αυτό θα πει χάσμα γενεών, να τρέχουμε στη Λεξιλογία για το κάμποτ!

  6. Εμένα μη με βαράτε, ακουστά τόχα, αλλά είπα να βάλω και τεκμηρίωση.
    (δηλαδή, ήξερα ότι είναι είδος βαμβακερού, να μου πεις να το ξεχωρίσω κιόλας δεν ξέρω. Αλλά εδώ που τα λέμε, καλά-καλά δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να ξεχωρίσω το εμπριμέ, ας πούμε 😉 )

  7. bernardina said

    Πόσο με συγκινούν αυτά τα κείμενα…
    Αχ, αυτός ο γάτος!

    (Όταν ήμουν μικρή πάντα μπερδευόμουν ανάμεσα στις σούστες και τις κόπιτσες… 🙂 )

  8. …αλλά τώρα που το ξαναβλέπω: μπαμπακούλα τι είναι; Η βαμβακερή κλωστή;

  9. Νέο Kid Στο Block said

    Αντί να με ψέγετε για τη νεότητά μου ,πείτε μου για τη Μόρια παλιοζηλιάρηδες! 🙂 🙂

  10. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Μόρια δισύλλαβη, τι άλλο; (Αλλά θα μου πεις και για τη Βιέννη δεν μπορούσα να φανταστώ άλλη προφορά). Όπως τα ζόρια.

  11. Μαρία said

    8 Κάποιο βότανο νομίζω οτι είναι, πάντως όχι η κλωστή.

    Κιντ, η καραμπογιά ξέρεις τι είναι; 🙂

    Θυμάμαι οτι η πραμάτεια του μαγαζιού είχε αναφερθεί και σ’ άλλο άρθρο.

  12. sarant said

    11: Ομολογώ πως δεν ξέρω τι είναι η μπαμπακούλα

  13. Νέο Kid Στο Block said

    11. Ναι αλά! Είχα κι έναν συμμαθητή Καραμπογιά.

  14. Δίκιο έχει η Μαρία: πελαργόνιο το ασπιδόφυλλο.
    Και: Για τις αιμορροΐδες, έβραζαν και έπιναν το ζουμί της μπαμπακούλας. (Αιτωλοακαρνανία)

  15. bernardina said

    Καλά το μάντεψε ο Δύτης. Είναι η βαμβακερή κλωστή: http://dim-agias.les.sch.gr/ufantikh-argaleios3.htm
    Άλλωστε κουβαρίστρες και μασουράκια πουλούσε ο άνθρωπος, βελόνες και καρφίτσες του ζήτησε ο πιτσιρικάς. 🙂

  16. bernardina said

  17. Νατάσσα said

    Ναι, αλλά αυτή η Μόρια σίγουρα τρισύλλαβη!
    http://lotr.wikia.com/wiki/Moria

  18. Νατάσσα said

    Μήπως μπαμπακούλα είναι η άσπρη κάπως ακατέργαστη κλωστή, αυτή που η μαμά μου έλεγε τρύπωμα;
    Άσχετο: η wordpress μου έκανε παρατήρηση ότι υποβάλλω, λέει, πολύ γρήγορα τα σχόλια. Αμ, εδώ δε σας προλαβαίνω με αυτούς τους ρυθμούς και η απάντηση στο 10 έρχεται και παίρνει αριθμό 17, να καθυστερώ κιόλας!

  19. Α! οπότε καταλήγουμε ότι τελικά είναι η κλωστή; Πιο λογικό μου φαίνεται (τρεις δραχμές μπαμπακούλα)

  20. Μαρία said

    14 Μπα, δύτη, το σωστό πρέπει να είναι αυτό που βρήκε η Μπέρνη. Άμα έπιναν το ζουμί, είχαν το φυτό στη γλάστρα. Δεν υπάρχει λόγος να το ψωνίζουν.

  21. Μαρία said

    19 Γράφαμε μαζί.
    Μου κάνει εντύπωση που στη Μυτιλήνη έλεγαν δραχμή και όχι φράγκο.

    13 Ξέρεις κι οτι κάποιοι έβαφαν το μαλλί με καραμπογιά;

  22. bernardina said

    >Μήπως μπαμπακούλα είναι η άσπρη κάπως ακατέργαστη κλωστή, αυτή που η μαμά μου έλεγε τρύπωμα;

    Α, γειά σου! Δυο άλλες λέξεις που με μπέρδευαν ήταν το τρύπωμα και το καρύκωμα! 😀

    Νίκο, να φτιάξουμε ένα λεξιλόγιο ραπτικής; 😆

  23. sarant said

    Ναι, κλωστή πρέπει να είναι.

    21: Μήπως επειδή όταν ήρθε η λ. φράγκο η Μυτιλήνη ήταν Οθωμανία;

  24. Μαρία said

    23 Μα κι εμείς Οθωμανία ήμασταν αλλά εγώ ζητούσα 1 φράγκο καραμέλες (10 παρακαλώ στο φράγκο). Στην Αθήνα έλεγα δραχμές, για να μη με πουν βλάχα.

  25. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @13,
    εγώ, Νεοκίντ, στην Αλεξανδρούπολη όπου υπηρέτησα, είχα ένα λοχία Παναγιώτη Καραμπόγα. ΟΠΥ, μάλιστα, τότε (1989-90).
    Ας είναι καλά, όπου κι αν βρίσκεται!

  26. Η περιγραφή του μαγαζιού μου θύμισε ένα παρόμοιο μαγαζί στη Λήμνο, χωρίς τα μπουκαλάκια και τις σκόνες όμως, αλλά μετα υφάσματα και τα ραφτικά. Με είχαν βάλει περίπολο φρουραρχείου, δηλαδή να περιφερόμαστε στην πόλη με ένα στρατονόμο και να ελέγχουμε την τήρηση της τάξης από το στρατιωτικό προσωπικό, ήταν η χαρά του ΔΕΑ δεν πήγαινες στο τάγμα, έκανες τις βόλτες σου στη Μύρινα κι διευθετούσες και καμια υποχρεώση (τρέπεζες, πληρωμές λογαριασμών κ.λπ.). Είχα ράψει στη χειμερινή στολή 8β το μεραρχιόσημο στο μανίκι αλλά μάλλον δεν το έραψα καλά και κάποια στιγμή κρέμασε. Έτσι μπήκα στο μαγαζί αυτό για να αγοράσω καμια παραμάνα . Η κρυρία που το είχε μου έπισαε και το μεραρχιόσημο με πραμάνα εσωτερικά έτσι που δεν φαινόταν καθόλου.

    Μιά που έπισα τις ιστορίες από το στρατό και σχετικά με το κάμποτ ας πω μια απορία που έχω εδώ και χρόνια. Στην ταινία «Ένας ήρωας με παντούφλες» Ο Λογοθετίδης σαν απόστρατος στρατηγός λέει ότι δίνει στην κόρη του πρόικα το ένδοξο όνομά του και ίσως (τονισμένο το ίσως) τρεις πήχες κάμποτ. Δεν έχω καταλάβει αν εννοούσε ότι το περισσότερο ΄πουυ μπορούσε να δώσει ήταν ένα; φτηνό ύφασμα ή τη σημαία από το φέρετρεό του.

  27. ppan said

    Φαντάζομαι το δεύτερο. Τι λυπητερή ταινία!

  28. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @26,
    το κάμποτο, νομίζω, ήταν το δίμιτο, βαμβακερό πανί, από το οποίο έφτιαχναν βράκες στα νησιά («σαράντα πήχες δίμιτο για τον περιβολάρη, τον Παναγή», σώζει ο Σεφέρης, για να προσθέσει «απίστευτο! τόσο λέει τού χρειάζεται για μία βράκα!»).
    Υπάρχει και σχετικό δημοτικό, που είχα ακούσει απ’ τη Μαρίζα Κωχ.

  29. ΣΟΝ ΠΕΝ said

    Μαρία

    Και εμείς στη Μάνη Φράγκο λέγαμε και νομίζω σε όλη την Ελλάδα.
    Η έκφραση «δεν έχω φράγκο» είναι πανελλήνια.

  30. Μιας και αναφέρθηκε ο μπαχαλόγατος, ο Ζήκος

  31. Δημήτρης Μ. said

    Μπαμπακέλα, στην περιοχή της Καρδίτσας έλεγαν τη βαμβακερή μαντήλα, που φορούσαν οι γυναίκες. Οι νέες συνήθως άσπρες, μόνο στα χωράφια, για να μην τις καίει ο ήλιος και οι ώριμες καφέ ή μαύρες, συνεχώς.

    1. Νεοκίδη! «Στο έτα κάμποτο;» κι όχι «κτα ιέτα κάμποτο;»(στο έτα = τι είναι;, κτο έτα = ποιος/α είναι;)

  32. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα!

    26: Να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω…

    29: Καλώς ήρθατε!

  33. Akate said

    21.»…. Για ιδές μαλλιά για ιδές μαλλιά βαμμένα με καραμπογιά,
    βαμμένα με καραμπογιά για ιδές μαλλιά για ιδές μαλλιά…..»

  34. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  35. Νέο Kid Στο Block said

    31. Ναι δίκιο έχεις για το «στο» και «κτο(α)»

    Μπαμπακούλας δεν ήταν κι ένας παλιός γαβροβάζελος παίκτουρας που είχε κανει μια τριμελή επιτροπή από πεντέξι άτομα; 🙂

  36. Βαμβακούλας, μικρέ 😉
    (αν και νομίζω κατάλαβα πως κάνεις πλάκα)

  37. …και αεκτζής αν θυμάμαι καλά.

  38. Πατάτα έγραψα στο 37: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82

  39. Νέο Kid Στο Block said

    36.37. O Νικόλας στην ΑΕΚ;;;
    Χμμμμ… 🙂

  40. Είπαμε, πατάτα… 😳

  41. Αρκεσινεύς said

    Το χωριό μου, τέλη δεκαετίας ’50, δεν είχε μαγαζί να πουλάει υφάσματα και ψιλικά, σε αντίθεση με το διπλανό χωριό, όπου, θυμάμαι, πήγαινε η μάνα μου κι αγόραζε δρίλι και διάφορα άλλα. Ο μαγαζάτορας(όλοι τον έλεγαν βιόλαζη, γιατί έπαιζε πολύ καλό βιολί σε χορούς-εγώ νόμιζα πως ήταν το επίθετό του) είχε τον πήχη και μετρούσε τα τόπια.
    Το χωριό μου είχε μόνο ένα μπακαλικάκι. Θυμάμαι τις καρτέλες με τα μπαχαρικά «ΗΛΙΟΣ», το χαλβά «Αργουδέλης» σε σιδερένιο κουτί (εξαιρετική η γεύση του), τα περίφημα λουκούμια «Γ.ΠΑΣΣΑΡΗΣ» από τη Σύρο σε ξύλινο μεγάλο κουτί και επίσης τη βανίλια το γλυκό (το γνωστό υποβρύχιο). Όλα τα όσπρια σε τσουβαλάκια με τη σέσουλα. Θυμάμαι ακόμη τις δυο νταμιτζάνες , η μια με μέντα και η άλλη με ούζο. Ο «καταστηματάρχης» νέρωνε τη μέντα (πίπερμαν) σε αναλογία 2/5 ,2 μέντα ,5 νερό, αφού το πράσινο χρώμα της δεν άλλαζε. Αντίθετα στο ούζο δεν μπορούσε να κάνει τίποτε και δυστροπούσε,όταν κάποιος το ζητούσε.
    Νίκο, να είσαι καλά που μας φέρνεις στην επιφάνεια θύμησες παιδικές

  42. christos said

    μπαμπακούλα (η) : < μσν.μπαμπάκ -ι + κατάλ. – ούλα: βιομηχανικό (σε διάκριση από το
    χειροποίητο) βαμβακερό νήμα για ύφανση στον αργαλειό.
    http://www.vasilika-lesvos.gr/pdf/lexikob.pdf

  43. ppan said

    Αεκτζής ήταν ο πρώτος βαμβακούλας, ο Χρήστος Αρδίζογλου, που τον εξύμνησαν και ποιητές. Βαμβακούλας ως προς την τρελάρα, διότι σε άλλη θέση έπαιζε, ή μαλλον σε άλλες. Δεύτερος αεκτσής αρδίζογλου από την άλλη υπήρξε ο επίσης Χρήστος, Μαλαδένης: αυτόν δεν τον τραγούδησαν ποιητές διότι ήταν ο ίδιος ζωντανό ποίημα εν κινήσει. Έπαιζε σε όλες τις θέσεις και έχω δει αφίσα σε κολώνα επαρχιακού δρόμου που διαφήμιζε την παρουσία του σε πανηγύρι.

  44. sarant said

    41: Τι ωραία αφήγηση!

    42: Όλα βρίσκονται λοιπόν!

  45. Εγώ θυμήθηκα τις κλωστές ντε-μι-σε (DMC = Dollfus-Mieg et Compagnie, une entreprise textile créée en Alsace au début du XIXe siècle). Είναι ενδιαφέρον ότι επικράτησε (όπου επικράτησε) δίγλωσση ανάγνωση. Δύο γαλλικά γράμματα, D και C, και ένα ελληνικό, Μ.

    Γιάννης

  46. Επίσης την κόπιτσα εγώ την πρωτοέμαθα κοπτσα, χωρίς -ι-. Στα τουρκικά είναι έτσι ακριβώς kopça.
    Η περίπτωση θυμίζει το «ρετιρέ» που φαίνεται πως δεν είναι «retiré» αλλά «en retrait». Και στις δυο περιπτώσεις έχουμε έναν αθηναϊκό ιωτακισμό. 🙂

    Γιάννης

  47. sarant said

    Στην κόπτσα είναι φυσικό (νομίζω) να μπει ευφωνικά ένα γιώτα.

  48. Την καλησπέρα μου.
    Να ρίξω από δω τα συγχαρητήρια για τη βράβευση, αφού τώρα το έμαθα (αλήθεια πώς πρόλαβαν τόσοι χθες! μου έκανε εντύπωση).

    Και μερικές διευκρινήσεις από Μυτιληνιό για τα της Μυτιλήνης:

    Το γλωσσάρι του δημοτικού της Αγιάσου που παρατέθηκε παραπάνω, το διευκρινίζει, αν και δεν συμπληρώνει. Κάθε ύφασμα αποτελείται από κάθετες και οριζόντιες κλωστές. Στον αργαλειό, υπάρχει το στημόνι, οι κλωστές στο μάκρος, αυτές που υπάρχουν και οι οποίες θα διασταυρωθούν κατάλληλα για να σταθεί ανάμεσά τους το υφάδι. Το τελευταίο μπορεί να είναι κλωστή, μπορεί να είναι μαλλί ή ακόμα και κατεστραμμένα ρούχα (κουρέλια για τις κουρελούδες). Όμως το στημόνι είναι πάντα κλωστή. Και υπήρχαν δυο είδη: η λίγο στριμμένη (άρα φτηνότερη) μπαμπακούλα ή βαμβακούλα (πιο επίσημα) και ο μίτος, που ήταν πολύ γερή κλωστή και πολύ δύσκολα κοβόταν με το χέρι. Τώρα; για να θέλει ο πιτσιρικάς τρεις δραχμές μπαμπακούλα, για κάτι άλλο θα τη θέλανε, γιατί συνήθως πουλιόταν με το κιλό. Π.χ. θα μπορούσε να τη θέλουν για να καπλαντίσουν (τι λέω τώρα! πρέπει πάλι να εξηγήσω, το πάπλωμα το έντυναν με ένα σεντόνι. Σ’ αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιούσαν μια μεγάλη βελόνα – καπλαντοβελόνα – και για κλωστή μπαμπακούλα, αφού οι άλλες δεν θα άντεχαν). Το ίδιο και για να ράβουν μεταξύ τους τα φύλλα (λουρίδες) απ’ τα κουρέλια ή τα σεντόνια κλπ.

    Και μιας και η απορία για φράγκα ή δραχμές. Όταν πήγαινα στο μπακάλη θα του ζήταγα τόσες δραχμές από το είδος που θέλω (π.χ. δυο δραχμές αλεκόκσι ή σηκωδείρεμε 🙂 ). Αν όμως με ρωτήσεις πόσο κάνει αυτό μπορώ να πω αδιακρίτως (ακόμα και σήμερα) δυο ευρώ ή δυο φράγκα ή (λιγότερο) δυο δραχμές. Αν θα μιλήσω για το χρήμα δε στη γενική του έκφραση, εκεί μπορούν να ακουστούν και τα λεπτά (ή λεφτά) ή τα γρόσια (από παλιότερους) ή ακόμα και τα άσπρα!

  49. Μάλλον αλεκόκση, θηλυκό είναι. Από το ρήμα αλεκοντίζω, τα έχουμε αναφέρει ξανά εδώ

    Α, για καραμέλες, μπορεί να ζητάγαμε δυο φράγκα, αλλά μάλλον λίγο στο μάγκικο.

  50. christos said

    Νίκο τώρα που έψαχνα θυμήθηκα το «διακαμό» σου. Σε κάποιο γλωσσάρι της Τήνου ο «διάκανος» με τόνο στο «α» και «ν» αντι για «μ», είναι ο διάβολος. Με προβλημάτισε μήπως συνδέεται με τον διακαμό λόγο Παπαδιαμάντη, αλλά κυρίως γιατί το «φευγαλεα μορφή-σκιά» που αναφέρεις στο βιβλίο σου σε αφήνει να σκεφτείς και το πνεύμα.

    Οσο για το «ν» σε αρκετές λέξεις αντικαθιστά ή μπερδεύεται με το «μ» (πχ φαμφάρα-φανφάρα). Εαν πρόκειται για κυρίως νησιώτικη παλιά ιδιωματική λέξη που δημιουργήθηκε απο χαμηλου μορφωτικού επιπέδου ψαράδες, δεν είναι πιο πιθανό βλέποντας μια σκιά να έφεραν στο μυαλό τους το διάκανο, διακαμό, διάβολο αντι για το λογιότατο διακαίω; Πιθανώς να σφαλλω αλλά ήθελα να σου παραθέσω αυτόν τον προβλήματισμό διότι έχεις ασχοληθεί με τη λέξη.

  51. sarant said

    Γιάννη, πολύ καλές οι διευκρινίσεις!

    Χρήστο, ο τηνιακός διάκανος είναι ο πανελλήνιος διάτανος, δηλαδή ένας τρόπος να αναφερθείς στον διάβολο χωρίς να πεις τ’όνομά του (ταμπού, ας πούμε). Δεν νομίζω πως έχει σχέση με τον διακαμό, ούτε πέφτει έτσι εύκολα ο τόνος.

  52. christos said

    Ok .

  53. Αρκεσινεύς said

    51. Νίκο, όπως λες, πανελληνίως ο διάτανος, δηλ. και στην Αμοργό περίπου ευφημιστικά. Ο Πάπυρος λέει από συμφυρμό διάβολος +σατανάς

  54. spiral architect said

    Τι άνθρωποι … 🙂

  55. «Τα χρώματα με μάγευαν». Η πιο σημαντική, νομίζω, φράση του κειμένου. Μου ξυπνάει παιδικές μνήμες. Την νιώθω απόλυτα γιατί σε εκείνη την ηλικία τα χρώματα μάγευαν κι εμένα. Το καθένα τους με ταξίδευε και μου δημιουργούσε έντονα και διαφορετικά συναισθήματα. Ιδιαίτερα τα χρώματα στα χαρτάκια από κόλλα γλασέ της χαρτοκοπτικής που κάναμε σχολείο και στις ξυλομπογιές μου.

  56. τυφλόμυγα said

    Συγκινητική η φωτογραφία. Τι ωραία σύνδεση παρελθόντος – παρόντος!

    Κείμενα σαν το σημερινό γίνονται αφορμή να ξαναθυμόμαστε το δικό μας παρελθόν. Θυμήθηκα το μπακάλικο στην αρχή της Δαιδάλου. Ήταν ένα τετράγωνο δωμάτιο με πολλά ψηλά, ξύλινα ράφια και τσουβάλια με όσπρια. Είχε πράσινα σαπούνια σε πλάκες. Το πάτωμα ήταν τσιμεντένιο. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές λεπτομέρειες. Δυστυχώς δεν βρήκα φωτογραφία του μαγαζιού. 😦 Υπήρχε σίγουρα μέχρι τέλη της δεκαετίας του ’90.

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ και στο Φιστίκι. 🙂

  57. sarant said

    55: Πολύ σωστό για τα χρώματα.

    56: Δαιδάλου, στο Ηράκλειο, έτσι;

  58. τυφλόμυγα said

    57β, Ναι, βέβαια. Η δική μας Ερμού! 😉

  59. nosfy said

    πολύ ωραίο

  60. tofistiki said

    @48: Γιάννη, σε έβαζαν να ζητήσεις και συλειπεινούς και σηκωχτύπα; 🙂

    Εκείνο πάντως που θυμάμαι εγώ από τον μπακάλη-γαλατά της γωνίας είναι το τσίγκινο κουτί με τα Μιράντα Παπαδοπουλου!

  61. Τσούρης Βασίλειος said

    Τι ωραία πράγματα μου θυμίσατε!
    24
    Λίγο πριν το 1970 στο περίπτερο του χωριού μου αγοράζαμε με μία δραχμή δέκα καραμέλες απ΄ τις μεγάλες ή είκοσι μικρές, εκείνες τις κόκκινες αρωματικές που είχαν και λίγη ζάχαρη απέξω. Θυμάμαι ότι υπήρχαν και πράσινες αρωματικές αλλά δεν τις προτιμούσαμε γιατί έκαιγαν. Επίσης μία δραχμή έκαναν τα μπισκότα Ρούλια.
    33
    Αθηναίος φίλος μού διηγήθηκε πριν πολλά χρόνια βέβαια πως
    κάποιους πενηνταπεντάρηδες-εξηντάρηδες που τους γυρόφερναν σαν γαμπρούς σε κάποιες δεσποινίδες ετών 49 και είχαν τ΄άσπρα μαλλιά τους βαμμένα κατάμαυρα, τους κορόιδευαν λέγοντας :
    Μποτσαράκος; Μποτσαράκος; μάλλον απ΄το όνομα του μαγαζάτορα
    που τους έβαφε τα μαλλιά σαν κατράμι…
    60
    Και στο χωριό μας έστελναν τους ελαφρόμυαλους και τα μικρά παιδιά να τους φέρουν σ΄λειπ΄ονούς και σιουκβαρ,ευχαριστώ πολύ είχα 35 χρόνια να τ΄ακούσω και το είχα ξεχάσει.

  62. Νέο Kid Στο Block said

    Νίκο ,θα σε καταγγείλω στην ύπατη αρμοστεία του Ο.Η.Ε!
    Πριν από τους νυχτερινούς βομβαρδισμούς, βάρα και καμιά σειρήνα !
    Να προλαβαίνουν οι άμαχοι να προφυλάσσονται και να διαβάζουν τα ΠΡΟΣΦΑΤΑ σχόλια. 🙂

  63. sarant said

    61: Ανκαι ίσως αξίζει χωριστό θέμα, Μποτσαράκος ήταν το όνομα του φαρμακοποιού ή βιοτέχνη που έφτιαχνε τις πρώτες ελληνικές βαφές για τα μαλλιά, στις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, το «Μποτσαράκος;» ή «Δούλεψε μποτσαράκος;» σήμαινε «Τα βάφεις;»

    62: Φίλια πυρά ήταν και όπως είδες τα σφουγγάρισα.

  64. Στο χωριό της μάνας μου υπήρχε μόνο το μαγαζί του μπαρμπα-Σπύρου: παντοπωλείο, καφενείο και τηλεφωνικό κέντρο μαζί. Μια μέρα πάει μια κοπελίτσα και του λέει: «Μπαρμπα-Σπύρο, είπ’ η μάνα μου να μου δώσεις μισή οκά τρικολίνα.» Εννοούσε φυσικά ρύζι καρολίνα. Κι ο Μπαρμπα-Σπύρος, που είχε εξαιρετικό χιούμορ, απάντησε: «Τρικολίνες τέλος, μόνο ποπλίνες πουλάμε τώρα!»

  65. Immortalité said

    Νίκο πολύ όμορφη ανάρτηση.

    Μα υπάρχει άνθρωπος που δεν ξέρει το κάμποτο; Είναι δυνατόν; 🙂
    Με το χαρτί (ένα χαρτί καρφίτσες) έχω ακούσει ότι πάνε και τα μακαρόνια. Αλλά εμείς λέμε πακέτο.

    @22 Μπέρνυ ακόμα μπερδεύεσαι με τρυπώματα – καρικώματα; 🙂

    @56 Τι είπες τώρα…

  66. artemis said

    26 και 28 υπάρχει, εκτός τού δημοτικού άσματος, και τουτο:

  67. artemis said

    26
    αδίμτο (δίμιτο) σαϊάκ (μαλλί της νεροτριβής) από περιγραφή γυναικείου επενδύτη στο μουσείο τού Λυκείου τών Ελληνίδων. Όμως γίνονται και πουκάμισα και μπλου τζιν σήμερα δίμιτα
    π.χ. http://www.all.biz/el/buy/goods/?group=1088217 και https://www.google.com/search?hl=en&q=%CE%B4%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CF%84%CE%BF&psj=1&bav=on.2,or.r_gc.r_pw.r_cp.r_qf.,cf.osb&biw=1152&bih=626&um=1&ie=UTF-8&tbm=isch&source=og&sa=N&tab=wi&ei=dZ6zT_IUhJ_5Br60gZcH

  68. artemis said

    ωχ! συμπλήρωση επειδή ξέχασα να προσθέσω τη μετάφραση στο προηγουμενο: Explanation:
    http://www.google.co.uk/search?hl=en&rls=GEUA,GEUA:2005-51,G

    http://www.google.co.uk/search?q=δίμιτο&hl=en&lr=&rls=GEUA,G
    Ν. Πριμέντας, Λεξ. κλωστοϋφαντουργ. τεχνολογίας. ΕΛΚΕΠΑ 1986: twill = διαγωνάλ
    και «το δίμιτο(αντίμτα),που για
    την ύφανσή του απαιτούνται τέσσερα μιτάρια και τέσσερις πατήτρες. 5 Μετά από κατάλληλη επεξεργασία στα μαντάνια ήταν έτοιμο για ράψιμο.Το δίμιτο ήταν ένα από τα πολλά σαμαρινιώτικα προϊόντα που οι κυρατζήδες μετέφεραν με τα μουλάρια τους στις τότε γνωστές αγορές των πόλεων:Κων/πολη ,Βελιγράδι, Βιτόλια 6 αλλά και προς την Αλβανία με κατάληξη το λιμάνι της Αυλώνας.7 Επιστρέφοντας εφοδίαζαν την αγορά της Σαμαρίνας και πολλών αστικών κέντρων με νέα προϊόντα που δημιούργησε η βιομηχανική επανάσταση της Ευρώπης όπως: χημικές βαφές, βαμβακερά νήματα, μάλλινα υφάσματα αγγλικής κυρίως προέλευσης, μεταξωτά και βελούδα, καθώς και διάφορα διακοσμητικά σειρίτια για τα φορέματα των γυναικών π.χ πασμαντερί που προέρχονταν από τη Λυών της Γαλλίας.» από http://www.vlachs-popsv.gr/katigories/sinedria/praktika/katigories_sinedria_praktika_32.html
    Μετά από αυτά – που ήταν υπερβολικά πολλά – υπόσχομαι να μήν ξαναπεταχτώ στη μέση καμιάς κουβέντας για τουλάχιστον 10 μέρες

  69. bernardina said

    >Λίγο πριν το 1970 στο περίπτερο του χωριού μου αγοράζαμε με μία δραχμή δέκα καραμέλες απ΄ τις μεγάλες…

    Εννοείς τις τσάρλεστον; http://www.froutino.gr/images/prod_karameles.gif

    Ιμόρ, όχι δεν μπερδεύομαι πια με τα καρικώματα και τα τρυπώματα. Με εκπαίδευσε η γιαγιά για τα καλά. 😀

  70. Φωτοτυπάκιας said

    Το ξεχωριστό με τα χωριά της Λέσβου είναι ότι καλοδιατηρούνται πολλά μαγαζιά, καφενεία κτλ. που θυμίζουν παλαιότερες εποχές.
    Το κάμποτ επειδή είναι χοντρό κι ανθεκτικό ύφασμα το χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι για να ντύνουν τον ξύλινο σκελετό των τελάρων τους. Συνήθως το περνούν μ΄ ένα χέρι άσπρο χρώμα.
    Τι είναι οι καπάντζες; Πρώτη φορά συναντώ αυτή τη λέξη.
    Μπράβο σας για την πρωτιά στο διαγωνισμό, κ. Νίκο! Εύχομαι να συνεχίσετε με πείσμα!

  71. sarant said

    70: Σ’ ευχαριστώ!
    Οι καπάντζες είναι… τα κεπέγκια. Τα ρολά (σε σημερινό κατάστημα) ή τα ξύλινα/μεταλλικά φύλλα που ασφάλιζαν τη βιτρίνα του μαγαζιού.

  72. Τσούρης Βασίλειος said

    69. Ναι τις τσάρλεστον κυρία Bernardina αλλά και κάποιες άλλες που έμοιαζαν με στρεβλωμένο κύβο, χωρίς χαρτί περιτυλίγματος, άσπρες με κυματοειδή κόκκινα ή ροζ νερά. Ήταν αρκετά γλυκές και στο τελείωμά τους άφηναν μια γεύση αλευρωμένου γλυκού.

    63. Ευχαριστώ κύριε Σαραντάκο, όταν επικοινωνήσω με τον φίλο μου θα προσπαθήσω να μάθω περισσότερα…

  73. Φωτοτυπάκιας said

    Ο ζωγράφος Θεόφιλος χρησιμοποίησε ύφασμα κάμποτ για να τελαρώσει τα έργα που του παράγγειλε ο Στρατής Ελευθεριάδης Τεριάντ. Τα έργα αυτά βρίσκονται στο Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά της Μυτιλήνης.

  74. bernardina said

    Το κάμποτο στη ραπτική το χρησιμοποιούσαν για ένα προσχέδιο του ρούχου που θα ετοίμαζαν, κάτι σαν επίσημο πατρόν κατά κάποιο τρόπο. Κομμένο και ραμμένο σε αυτό το υλικό, το ρούχο έδινε την τελική μορφή του και η ράφτρα (επαγγελματίας ή ερασιτέχνισσα νοικοκυρά) ήξερε πώς θα έδειχνε και έκανε τις απαιτούμενες αλλαγές, έτσι ώστε να μη χαραμίσει ούτε πόντο από το κανονικό ύφασμα.
    Νομίζω πως και σήμερα χρησιμοποιείται με αυτό τον τρόπο στις σχολές ραπτικής.

    Κύριε Τσούρη, να σας κεράσω μερικές παλιομοδίτικες καραμελίτσες ακόμα; 😀

  75. Νέο Kid Στο Block said

    74. Μπράβο σου ρε! Κερνάς τους ξένους (κύριε Τσουρη , μη παρεξηγηθείς!, με την Μπερναρντίνη έχω μία σχέση παλαιόθεν) και τα τακιμάκια στην απόξω ε; 😦

    Στείλε μου PEZ (ΟΛΕΣ τις γεύσεις!) ΤΩΡΑ!! (αλλιώς εν να γενώ πίκρης! 🙂 )

  76. bernardina said

    Μπρε παλικάρι μου, κοτζάμ πάβλοβα με φρέσκια κρέμα και φράγουλες σ’ έφκιασα ψες, πάλι έχεις παράπονα; Ταμαχιάρη άθρωπε! 😆

    Πάρε καραμέλες να χεις: http://2.bp.blogspot.com/-ptDD1-ckfnk/TjWOc9dbLmI/AAAAAAAAA-E/O0Q6am–Fgc/s1600/felix%2Bgonzalez%2Btorres%2Bportret%2Bof%2Bross%2B1.jpg

    Πάρε και ποιηματάκι:

    Πόσο μ’ αρέσουν οι καραμελίτσες
    θα ‘θελα να ‘χα δέκα σακουλίτσες
    Μα δεν το λέω φίλοι μου γι’ αστείο
    θα ‘θελα να ‘χα ζαχαροπλαστείο
    Οι καραμελίτσες μοσχομυρωδάτες
    θα ‘θελα να ΄χα και για τους πελάτες 😆

  77. Νέο Kid Στο Block said

    76. Tα λόγια σου με χόρτασαν και τις μπονμπόν σου φάτες! 🙂 🙂

  78. Συγχαρητήρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: