Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στον Καλαμιάρη και στη Θερμή (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2012


Το σημερινό είναι το ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε πριν στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στο καλοκαίρι του 1936. Το χωριό του προπάππου μου, που λεγόταν Μυρογιάννης, είναι η Μόρια, λίγο έξω από τη Μυτιλήνη.

Δυο χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό του παππού, πάνω στην ακτή, ήταν ένα γειτονικό χωριουδάκι, η Παναγιούδα. Σε μια συνοικία του χωριού, που λεγόταν Καλαμιάρης, ζούσαν κάτι ξαδέλφια της μαμάς μου, παιδιά του μικρότερου αδελφού του παππού, του μπάρμπα Θανάση. Ο παππούς μου καταγόταν από το Πληγώνι, ένα μικρό χωριό στις πλαγιές της Αμαλής, στα νότια της πόλης μας. Ο πατέρας του, ο Βασίλης ο Μυρογιάννης, είχε τέσσερις γιους, το Βαγγέλη, το Γιώργο (τον παππού μου), το Θανάση και τον Τζάννο. Ήταν μικροκτηματίας και δύσκολα τα ‘βγαζε πέρα. Ήταν όμως άνθρωπος κεφάτος, αισιόδοξος και δουλευτής. Του άρεσε το κρασί και το τραγούδι κι έπαιζε λύρα και λαγούτο. Από τα παιδιά του, ο πρώτος και ο τελευταίος μείναν αγρότες και κράτησαν τα χτήματα. Ο παππούς μου έγινε πραματευτής κι ο Θανάσης σιδεράς και εγκαταστάθηκε στην Παναγιούδα, στο χωριό της γυναίκας του.

Απόχτησε τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.

Ένα απόγεμα Σαββάτου, η γιαγιά μάς ξεσήκωσε να πάμε να δούμε τα ανίψια της. Είχε από τα χτες ετοιμάσει μια γαλατόπιτα και έβαλε γλυκό του κουταλιού σε μια γυάλα. Ο παππούς δεν ήθελε να έρθει, γιατί ήταν η μέρα που θα ερχόταν ο φίλος του ο Ιγνάτης. Ήταν άλλωστε συντηρητικός στις κοινωνικές του σχέσεις και μ’ όλο που η οικογένεια του μπάρμπα Θανάση ήταν σόι του παππού, τις επαφές μαζί τους τις κρατούσε η γιαγιά.

Ξεκινήσαμε η γιαγιά, η μαμά μου, η θεία Μάρω κι εγώ. Ο δρόμος ήταν ίσιος και η διαδρομή ευχάριστη. Κάναμε στάση σε δυο σπίτια που ήταν στο δρόμο μας, στου κυρίου Ιωάννου, ενός φίλου του μπαμπά μου, και του κυρίου Αρχοντίδη, που ήταν καθηγητής στο Γυμνάσιο και ήξερε καλά τη μαμά μου. Εκεί οι μεγάλοι κουβέντιασαν για λίγο και μας κέρασαν γλυκό του κουταλιού και βυσσινάδα.

Φτάσαμε στον Καλαμιάρη κατά τις 6 και μας υποδέχτηκαν με μεγάλες χαρές και ο Αργύρης, που κανονικά ήταν θείος μου αλλά καθώς ήταν δεκαπέντε χρονώ ταίριαζε πιο πολύ για ξάδελφός μου, μετά τους χαιρετισμούς με πήρε και πήγαμε στις Φοινικιές, μια συστάδα από χουρμαδιές εκεί κοντά. Έκοψε ένα κομμάτι από τη φλούδα μιας φοινικιάς και με το σουγιά του έφτιαξε ένα βαρκάκι και μου το χάρισε. Ύστερα με πήρε και πήγαμε στην Παναγιούδα, όπου βρήκαμε τον αδελφό του, το θείο Παναγιώτη, σ’ ένα καφενείο. Το λιμανάκι ήταν γεμάτο βάρκες, τρεχαντήρια και κάνα – δυο καΐκια. Η θάλασσα λάδι κι όλος ο τόπος μοσχοβολούσε χταπόδι ψημένο στα κάρβουνα και ούζο.

Ο Παναγιώτης μάς πήρε και μας έδειξε μια βενζινάκατο που την έφτιαξε μόνος του με τα χέρια του.

«Δυο χρόνια πάλευα να τη σκαρώσω», μου είπε με καμάρι. Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε στους πάγκους της. Μου φάνηκε σα συνδυασμός βάρκας και αυτοκίνητου. Τα καθίσματά της και το τιμόνι της ήταν σαν των αυτοκινήτων, όπως και το τζάμι που είχε μπροστά από το τιμόνι. Στο πλάι είχε δύο φώτα, ένα κόκκινο κι ένα πράσινο.

«Έλα να πάμε μια βόλτα», μου πρότεινε.

Μπήκαμε κι οι τρεις στη βενζίνα, αυτός κάθισε στη θέση του οδηγού, έπιασε το τιμόνι κι έβαλε μπρος. Η βενζίνα ξεκίνησε απαλά, σκίζοντας τα σκοτεινά, γαλήνια νερά του λιμανιού. Είχα καθίσει στο πιο πίσω κάθισμα και βάζοντας το χέρι μου στο νερό, αισθάνθηκα την πίεσή του καθώς κυλούσε στα πλευρά του σκάφους. Ήταν μια ευχάριστη αίσθηση.

Για μια βδομάδα πήγαμε σ’ ένα μεγαλύτερο γειτονικό χωριό, τη Θερμή, περίφημο για τα ιαματικά του λουτρά, για να κάνει η μαμά μου μια θεραπεία που της σύστησε ο γιατρός, ο κύριος Αργεντέλλης. Μαζί μας ήρθε και η κυρία Βασιλική, η μαμά του Πάτροκλου, με το γιο της. Εγκατασταθήκαμε σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Χωρισμένοι από την παρέα μας του καλαμένιου ιππικού και περιορισμένοι στο δωμάτιο και στη μικρή αυλή του ξενοδοχείου, δεν ξέραμε πώς να περάσουμε τη μέρα μας και πλήτταμε φοβερά. Στο ίδιο ξενοδοχείο έμενε κι ένα γηραλέο ζευγάρι. Ο σύζυγος ήταν που έκανε τα λουτρά και η γυναίκα του τον συνόδευε. Ο γέρος δεν καλόβλεπε και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα νούμερα στις πόρτες. Γι’ αυτό, για να μην κάνει λάθος και μπει σε άλλο δωμάτιο, όταν έφευγε για να πάει στα λουτρά, άφηνε κρεμασμένο στο πόμολο της πόρτας το μπαστούνι του.

Την τρίτη μέρα, καθώς τριγυρίζαμε άσκοπα, μπαινοβγαίνοντας από το δωμάτιο στην αυλή κι από την αυλή στο διάδρομο του ξενοδοχείου, σοφίστηκα να μεταφέρουμε το μπαστούνι του γέρου στη διπλανή πόρτα. Είπα την ιδέα μου στον Πάτροκλο, που συμφώνησε με ενθουσιασμό. Προσέχοντας μη μας δει κανείς, πήραμε το μπαστούνι από το πόμολο της πόρτας του γέρου και το κρεμάσαμε στο πόμολο της διπλανής πόρτας. Κατόπιν κρυφτήκαμε στο δωμάτιό μας, που ήταν απέναντι και περιμέναμε. Πραγματικά, σε λίγο ακούσαμε δυνατές γυναικείες φωνές. Στο διπλανό δωμάτιο έμενε μόνη της μια κυρία και ο γέρος, μπαίνοντας ανύποπτος, τη βρήκε μισόγυμνη. Στις φωνές της τα έχασε και δεν ήξερε τι να πει. Από όλες τις πόρτες βγήκαν οι ένοικοι απορημένοι. Ο φουκαράς ο γέρος βγήκε κατακόκκινος και συγχυσμένος στο διάδρομο, όπου όμως τον περίμενε εξαγριωμένη η γυναίκα του.

«Την έκανες πάλι τη βρομιά σου, γερο-μουρντάρη», άρχισε τον εξάψαλμο.

Ο καημένος ο γέρος, που τον έπνιγε το δίκιο του, κόντεψε να σκάσει από το κακό του. Κατακόκκινος μπήκε στο δωμάτιό του, συνοδευόμενος από τη γυναίκα του και για πολλήν ώρα ακούγαμε τον καβγά τους.

 

57 Σχόλια to “Στον Καλαμιάρη και στη Θερμή (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Νέο Kid Στο Block said

    «Την έκανες πάλι τη βρομιά σου, γερο-μουρντάρη», άρχισε τον εξάψαλμο.

    Κάπως έτσι την πάτησε κι ο καημένος ο Ντομινίκ Δεν έστρωσ’καν 🙂

  2. Αρκεσινεύς said

    Γυρίζει πίσω η παιδική ξενοιασιά;

    Στον όρμο του χωριού μου, που λέγεται Παραδείσ(ι)α και στον οποίο μάθαμε να κλουμπούμε, βρίσκαμε πιτύκους, τους σκαλίζαμε με το σουγιαδάκι μας και τους δίναμε τη μορφή καϊκιού. Τους βάζαμε κι ένα άρμπουρο, τους δέναμε με έναν σπάο και τους ρίχναμε στα λασπόνερα, λίμνες σωστές που δημιουργούνταν σε μια αλάνα, και παίζαμε όλα τα χειμωνιάτικα κυριακάτικα πρωινά κάνοντας τους καπετάνιους.

    ο πίτυκας, οι πιτύκοι στ΄αμοργιανά

    Να είσαι καλά, Νίκο.

  3. Αρκεσινεύς said

    Ο Πλάτωνας, Νόμοι ζ΄, IVe (794), γράφει : «παιδιαί δέ τοῖς τηλικούτοις αὐτοφυεῖς τινες ἅς, ἐπειδάν ξυνέλθωσιν αὐτοί, σχεδόν ἀνευρίσκουσι »,

  4. Καλημέρα!
    Μου άρεσε η έκφραση «από τα χτες» που αποδίδει ωραία το «χτες» στον παρελθόντα χρόνο.

  5. Μαρία said

    4 Καταχρηστικά, κανονικά αντί του «απο την προηγούμενη μέρα».
    Δεν το λέτε;

  6. Δεν μου είναι άγνωστο, αλλά ούτε και ακριβώς οικείο.

  7. Μαρία said

    6 Άρα συνειδητοποιώ στα γεράματα οτι λέω άλλη μια ιδιωματική έκφραση.

  8. Νέο Kid Στο Block said

    7. E όχι και ιδιωματικό το «από την προηγούμενη» ρε Μαρία! 🙂
    Δύτη, μάς δουλεύεις ή απλά προβοκάρεις ; (με την καλή έννοια!) 🙂

  9. Βρε, για το «από τα χτες» λέμε!

  10. Νέο Kid Στο Block said

    9. ναι, έχεις δίκιο. πάλι έκαψα μαζούτ, γμτ!
    (μού συμβαίνει συχνά από τα ψες,λέω ν’αρχίσω τα Cipralex!) 😳

  11. «…εγκαταστάθηκε στην Παναγιούδα, στο χωριό της γυναίκας του»

    «Από πού είσαι; Απ’ της γυναίκας μου το χωριό» λένε γι’ αυτό στη Μυτιλήνη. Το ίδιο κι ο πατέρας μου, αλλά κι ο παππούς Σαραντάκος δεν την γλύτωσε παρόλο που ήταν από άλλον τόπο.

  12. ppan said

    Ε όχι και ιδιωματικό! Από τα χτες κι από τα αντιπροχτές!

  13. Αρκεσινεύς said

    Το χωριό της γυναίκας μου, είναι και δικό μου χωριό.

  14. Ο καημένος ο γέρος, που τον έπνιγε το δίκιο του, κόντεψε να σκάσει από το κακό του. Κατακόκκινος μπήκε στο δωμάτιό του, συνοδευόμενος από τη γυναίκα του και για πολλήν ώρα ακούγαμε τον καβγά τους.

    Αν ήμουν σκηνοθέτης θα έβαζα την σκηνή αυτή σε κινηματογραφική ταινία με μουσική υπόκρουση την φωνή του Καζαντζίδη στο «Έξω απ’ άδικο κι από κακιά γυναίκα»…(http://www.youtube.com/watch?v=ZTiCcDhw3cg)

  15. Μα δεν ήταν κακιά γυναίκα. Απλά έγινε παρεξήγηση!

  16. Τσούρης Βασίλειος said

    Τελικά τα παιδιά είναι παντού τα ίδια…
    Σήμερα ο Δημήτρης Ν. Σαραντάκος μας « κέρασε » (αφού κερνάει ζεί!) με τη μσιο(υ)κάρα του για:

    να πάνε κάτω οι μισές
    και ν’ ανεβούν οι θύμησες…

    μσιο(υ)κάρα= γαράφα, μπουκάλα που χώραγε μισή οκά περίπου, έχουμε και τις λέξεις μ’σότριβος, μ’σόκαιρος που αναφέρονται στην ηλικία κάποιου.

    Ελπίζω να προλάβω μέχρι το βράδυ να σας διηγηθώ κάποιες δικές μας ζγαρλιάντζες (σκανταλιές)

    Βαρκάκια φτιάχναμε κι εμείς μικροί με φλούδα από τον πεύκο της Αγίας Τριάδας…

    11. Πήγε σωγάμπρ έτσι λέμε εμείς οι Κατσάνοι κι έχουμε και την παροιμία
    « πως περ(ά)ς αλ(ε)πού γδαρμένη-από σώγαμπρος καλύτερα».Περιττεύει κάθε εξήγηση…

  17. Πλάκα-πλάκα ο Αργεντέλλης μας ταξίδεψε στο Argenteuil θυμίζοντάς μας και λίγο Georges Braque.

    Γιάννης

  18. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  19. Ο Αργεντέλλης ταξίδεψε; Ή μήπως ο «δημόσιος χώρος» έπρεπε να γράψει «ο Αργεντέλλης μάς ταξίδεψε»;

    Γιάννης

  20. Νέο Kid Στο Block said

    Ου ε λε νικοκύγ; οέο…

  21. Immortalité said

    @14 Κοίτα, μπορεί στην συγκεκριμένη περίπτωση να φταίγανε τα διαολοκόπελα, μα για να λέει η γυναίκα του «πάλι την έκανες την βρωμιά σου» δεν θα ήταν και η πρώτη του. 😉 Και εδώ να καταγγείλω τα τραγούδια που τα γράφανε άντρες ως επί το πλείστον και όλα οι γυναίκες τα φταίνε. Έξω απ’ άδικο και από κακό άντρα δεν τραγούδησε κανείς 🙂

    @16 κ. Τσούρη νομίζω ότι ο σώγαμπρος είναι αυτός που μπήκε στο σπίτι της νύφης και μένει με τα πεθερικά. Και κατ’ επέκταση αυτός που δεν είχε ούτε βρακί και τον πήρανε στο σπίτι… σώγαμπρο. Όχι αυτός που απλώς εγκαταστάθηκε στον τόπο της γυναίκας του. Μην τους κάνουμε όλους σώγαμπρους 🙂

    Απ’ τα χτες κι εδώ χάμω.

  22. @21, Ιμόρ. Στη Μυτιλήνη τα λένε μορουδέλια κι όχι διαολοκόπελα. Κι όσο για το «πάλι την έκανες την βρωμιά σου γερο – μουρντάρη», είδες εσύ στο αφήγημα να είχε κάνει καμιά βρωμιά; Καλύτερα να σου βγει το μάτι που λένε… Αλλά στην ερωτική Παναγιούδα, ανασταίνονται και νεκροί. Δίκιο τελικά είχε η γιαγιά που ζήλευε. Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά…

  23. Μήπως άκουσε κανένας τι είναι «η μικρή Ολλανδρέζα»;

    Γιάννης

  24. Immortalité said

    @21 Όπως και να τα λένε, διαολοκόπελα ήτανε 🙂
    Στο αφήγημα δεν είδα να έκαμε καμιά βρωμιά γιατί εγώ είχα όλα τα στοιχεία και η γυναίκα του όχι. Αναφορικά με το πάλι όμως, μάλλον αυτή ήξερε καλύτερα.

  25. @24. Παραδίνομαι!

  26. @24. Πάντως, αν μου επιτρέπεις, τα τραγούδια δεν τα γράφανε πάντα άντρες που ρίχνανε όλα τα φταιξίματα στις γυναίκες. Αγνοείς το φεμινιστικό άσμα που λέει (η γυναίκα) το επαναστατικό: «Άσε με, άσε με να σ’ αγαπάω, εσύ να φταις κι εγώ συγνώμη να ζητάω»;
    Σε είχα για φιλόμουση Ιμόρ, αλλά για άλλη μια φορά στη ζωή μου πέφτω έξω…

  27. Tα διαολοκόπελα!!! Με κίνδυνο να γίνω φορτικός, αλλά παρασυρμένος από την συγχρονικότητα, παραθέτω τι είχα προχθές γράψει, με αφορμή μια σκηνή σε ταινία, για τα αγορίστικα σκαριφήματα της αταξίας, ή, τις ανευρισκόμενες παιδιάς» που θυμίζει σοφά ο Αρκεσινεύς, 3.

    Αγόρια, πάντα αγόρια..

    Κι έτσι, για να αλαφρύνει λίγο η βαριά ημέρα.
    Σε μια ταινία, έτσι μια πινελιά της ζωής, αυθόρμητης, αληθινής και άτακτης. Περνά νηφάλια παραδομένος στον ύπνο, στην βάρκα που κυλά στον ποταμό, ο κύριος. Στην γέφυρα, από πάνω, τού την έχουν στημένη δυό μπόμπιρες. Και του αμολούν μια εύστοχη ροχάλα. Κέντρο!
    Έτσι για να δοκιμάσουν την τάξη της ζωής, πρέπει να την διακόψουν, να την φέρουν ενάντια στα όρια της. Η τάξη, γι’ αυτά, γνωρίζεται στην αταξία. Τα όρια, όταν ξεπερνιούνται.
    Παντού και πάντα, στις ΗΠΑ ή στην Κίνα, στην Μποτσβάνα, στην Αίγυπτο και στο Ιράν. Τα αγοράκια θα τσαλαβουτήσουν στα νερά, θα λερώσουν φανέλλες, θα πετάξουν πέτρες, θα πάρουν τη σφεντόνα, θα σπάσουν τζάμια, θα ξυπνήσουν τους μεγάλους. Θα ζήσουν την ζωή εκεί που δεν τακτοποιείται, δεν ησυχάζει, δεν σιδερώνεται, δεν μένει εν τάξει.
    Εκεί που νιώθεται η ύπαρξή μας πιο αληθινή, η ζωήστην ούγια, στον θόρυβο, στην μουτζούρα και τους λεκέδες, στο τσαλάκωμα και τις ζάρες. Στους γνήσιους χυμούς της, στο πραγματικό ζουμί, στην ατίθασση κι απρόβλεπτη αλήθειά της.
    Ζηλεύει το παιδάκι μέσα μας.

  28. Immortalité said

    @26 Και που το έγραψε και γυναίκα… Όλα τα ξέρω, μην πέφτεις έξω 😛
    Αμ, το άλλο;
    Από σένα στη ζωή μου υποφέρω
    θα γεράσω πριν την ώρα μου, το ξέρω
    Κι αν το θύμα είμαι ‘γω, κι όλα σου τα συγχωρώ
    να ‘χεις χάρη μάγκα, που σε αγαπώ

    Μια ζωή θύματα μιας αγάπης! 😀

  29. Αρκεσινεύς said

    «με πήρε και πήγαμε στις Φοινικιές, μια συστάδα από χουρμαδιές»

    Τι είδους χουρμαδιές εννοεί; Τους φοίνικες τους γνωστούς ή τους άλλους με τους γευστικούς καρπούς που βρίσκουμε στα καταστήματα ξηρών καρπών; (ΠΡΟΣΟΧΉ ΔΕΝ ΈΧΩ ΒΆΛΕΙ ΚΟΜΜΑ).

  30. christos said

    …τυχαίο οτι τα πιτσιρίκια έβαλαν το μπαστούνι στην πόρτούλα που έκρυβε πίσω της μισόγυμνη κυρία; Τυχαίο; Δεν νομίζω 😉

    Μμμμ γαλατόπιτα και βυσσινάδα, δύο γεύσεις που όταν τις πρωτοδοκίμασα έκλεισα τα μάτια απο την απόλαυση. Τη γαλατόπιτα την έμαθα στην Καρδίτσα.

  31. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια! Ο Νικοκύρης, για να τα λέμε όλα, πορτογύρναγε όλη μέρα.

    16: Από σώγαμπρος καλύτερα, απάντησε η αλεπού σαν τη ρώτησαν πώς περνάει, την ώρα που τη γδέρνανε.

    27: Έτσι.

    29: Και πώς να ξέρουμε τι εννοεί; Πάντως τόσο βόρεια δεν καρποφορούσαν οι φοίνικες -βία στην Καλαμάτα.

  32. τυφλόμυγα said

    #26, Ορεσίβιε, καλό θα ήταν όταν κάνεις πλάκα να το διευκρίνιζεις με λόγια ή φατσούλα.

  33. Immortalité said

    Οδηγίες προς σχολιαστές, κανόνας πρώτος.

  34. @32. Γμτ δεν ξέρω πως μπαίνουν οι φατσούλες. Πάντως πίστευα πως ήταν εμφανές πως κάνω πλάκα.
    @ 27, Τίτε ποιος είναι ο τίτλος της ταινίας; Με έχεις εξιτάρει,,,

  35. Immortalité said

    @34α Γμτ δεν ξέρω πως μπαίνουν οι φατσούλες 🙂
    Καλώς πίστευες πάντως.

  36. @ 35. Ευχαριστώ Ιμόρ. Αλλά πάτησα δεξί κλικ να πάρω τη φατσούλα και μου έκανε «νερά» όταν πήγα να την επικολλήσω. Είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως κι ως εκ τούτου όταν κάνω πλάκα στο εξής, θα υπάρχει μεγαλύτερη ευκρίνεια. Εμείς οι βουνίσιοι δεν τα πολυπαίρνουμε τα γράμματα. Ας πάει στον τράφο το διαολόπραμμα!

  37. Immortalité said

    Μα δεν χρειάζεται να κάνεις αντιγραφή επικόλληση κάθε φορά, αν θες να χαμογελάσεις βάζεις δυο ματάκια : και ένα χαμόγελο ) κολλητά :). Αν είσαι στεναχωρημένος βάζεις το χαμόγελο ανάποδα ( 😦 Αμα γελάς πλατιά τα ματάκια : και ένα στόμα ανοιχτό σαν να περιμένει τη μπουκιά D 😀 και άμα θες να βγάλεις γλώσσα τα ματάκια : και ένα κεφαλαίο P (εγγλέζικο) 😛 Και το τελευταίο από τα βασικά, όταν κλείνουμε συνωμοτικά το μάτι, ; και ένα χαμόγελο ) , τα προχωρημένα στο άλλο μάθημα 😉

  38. @ 37. Κερά δασκάλα, όλα καλά. Αλλά πως τα παίρνω τα δυο ματάκια να τα βάλλω; Εδώ είν’ το χτένι! Θα σου φέρω ένα βεργάδι άμα με μάθεις!

  39. Immortalité said

    Κοίτα, δεν εννοώ τέτοια ματάκια , αλλά τα του πληκτρολογίου 😉 Είναι η άνω κάτω τελεία ή αλλιώς το shift Q και το ένα ματάκι κλειστό το ερωτηματικό ή αλλιώς σκέτο το Q.
    Βεργάδι;

  40. @39. Είσαι θεά.
    Βεργάδι: το γίδι από ένα ως δυο χρόνων,
    Βετούλι: Κατσίκι έως ενός έτους (αυτό δώρο για τις συμβουλές. Είναι φοβερό με χιλοπίττες…).

  41. Αρκεσινεύς said

    31. Αυτό καταλαβαίνω κι εγώ. Γι’ αυτό, νομίζω, δεν έπρεπε να τις γράψει χουρμαδιές.

  42. sarant said

    40: Έχει γίνει συζήτηση παλιότερα στο ιστολόγιο, αλλά νομίζω πως ο ορισμός παίζει -αλλού βρίσκεις 2-3, αλλού λένε για μουνουχισμένο.

    41: Κι αν τις έλεγαν έτσι οι ντόπιοι;

  43. Αρκεσινεύς said

    42. Μάλλον δεν τις έλεγαν έτσι, αφού η περιοχή έχει την επωνυμία Φοινικιές. Έτσι ονομάζεται μια περιοχή και στην Αμοργό από φοίνικες που υπάρχουν εκεί. Δε θα μαλώσουμε!

    Πιστεύω να υπάρχει η συστάδα ακόμη και σήμερα και να μην την εξαφάνισε η ανθρώπινη παρέμβαση ή, τελευταία,το κόκκινο σκαθάρι.

  44. @42α. Νικοκύρη, στην ποιμενική μου τιμή σου ορκίζομαι ότι στα δικά μας βοσκοτόπια (ορεινή Ηλεία, Ολυμπία και επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) τα λέμε όπως τα μαρτυράω στο 40. Το κουβεντολόι που κάνατε παλιότερα (όπως μολογάς στο 40) δεν το έχω χαμπαριάσει .(ή μπορεί να μέχει πάρει μπάλα το Αλτσχάιμερ και να μη θυμάμαι). Μπορεί αλλού να λένε έτσι τα μουνουχισμένα αλλά εμείς και τα αμουνούχιστα, έτσι τα λέμε. Αγροίκα τι σου λέω. Δε θέλω βέβαια, λόγω ονόματος, να παραστήσω τον καθ’ ύλη αρμόδιο. Άσε που δεν έχω εμπεδώσει ακόμη πως μπαίνουν οι φατσούλες και θα με μαλώσει η Τυφλόμυγα και θα στενοχωρηθεί η Ιμόρ που μου κάνει ιδιαίτερα. Θα σου φτιάξω όμως βετούλι με χυλοπίτες που θα γλύφεις τα δάχτυλά σου και θα συχωρέσεις το βουνίσιο πείσμα μου.

  45. Immortalité said

    @40 Υπερβολές! 🙂
    Ριφάκι λοιπόν το βεργάδι, δεκτό το δώρο, αλλά πρώτα να δω μια φατσούλα να επιβεβαιώσουμε ότι έγινε σαφές 😉

  46. Immortalité said

    @44 Δεν μπορεί να μην κατάλαβες ότι άμα βάλεις μία ανω κάτω τελεία : και μία δεξιά παρένθεση ) : ) χωρίς κενό μεταξύ τους θα βγει αυτό 🙂
    Ελα, κάνε μία προσπάθεια.

  47. τυφλόμυγα said

    #34α, Χαίρομαι και ευχαριστώ για την διευκρίνιση. 🙂

  48. τυφλόμυγα said

    #44, Ωχ, Γορτυνία ε; Εμείς εδώ έχουμε Γόρτυνα. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CF%8C%CF%81%CF%84%CF%85%CE%BD%CE%B1

    Δεν μάλωσα κανέναν. Νόμιζα ήταν σαφές. 😉 Έκανα μια παρατήρηση (από το ρ. παρατηρώ) για να διευκρινιστεί και να μην υπάρξει παρερμηνεία πάνω σ’ ένα πολύ σημαντικό θέμα. Εγώ δε μαλώνω κανέναν διαδικτυακά. Μόνο με μαλώνουν, μα το ίδιο τους κάνει. 😀

  49. 🙂 Βγήκε;

  50. Immortalité said

    Στο χέρι του ήτανε; 😉

  51. @ 46. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Νόμιζα πως έπρεπε να εμφανιστεί πριν πατήσω «δημοσίευση». Χαρά στην υπομονή σου. Πρώτος ξάδερφος με το ντουβάρ αποδείχθηκα!

  52. Immortalité said

    @51 Α, δεν έχεις γνωρίσει ντουβάρια φαίνεται! Και άμα τραπεζώσεις τον Νικοκύρη περιμένω πρόσκληση 😀

  53. Αρκεσινεύς said

    31. Νίκο, εσύ πορτογύριζες, αλλά εγώ στο χωριό μου βορτοΰριζα κι η μάνα μου: Πού ήσουνα πάλι, βορτοΰρη ;

    και με τη ευκαιρία:»κουτουλόπορτα» λέμε εκείνον που όσο να πάει σπίτι του μπαίνει σε όλα τα σπίτια που βρίσκει στο δρόμο του.

  54. @ 52. Με το καλό να κοπιάσετε.

  55. sarant said

    53: Κουτουλόπορτας; Κουτουλάει στις άλλες πόρτες -καλό!

  56. Immortalité said

    @55 Εμείς λέμε χωριογύρης / χωριογύρω και χωριογυρίζω. Δεν αρκούμαστε στις πόρτες, πιάνουμε τα γύρω χωριά 🙂

  57. Αρκεσινεύς said

    55. Νίκο, από όσο θυμάμαι θηλυκό το έλεγαν. Ωραίο θα ήταν να ήταν αρσενικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: