Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Από τον αγκίνιο στο κούσουλο και άλλες αμοργιανές λέξεις

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2012


Πριν από καμιά πενηνταριά μέρες είχα παρουσιάσει ένα άρθρο, βασισμένο σε ηλεμήνυμα του φίλου μας του Αρκεσινέα, στο οποίο εξετάζονταν μερικά από τα 366 λήμματα του βιβλίου μου «Λέξεις που χάνονται«, που χρησιμοποιούνται, ενδεχομένως με διαφορετική σημασία, στην Αμοργό. Στο τέλος εκείνου του άρθρου είχα υποσχεθεί να επανέλθω με άλλες λέξεις από την Αμοργό, μια και ο φίλος μας είχε στείλει κι άλλο ηλεμήνυμα. Επειδή όμως οι καινούργιες αυτές λέξεις είναι πολλές, σήμερα θα παρουσιάσω το πρώτο μισό από το άρθρο του φίλου μας. Τις λέξεις τις λέω «αμοργιανές» επειδή είναι από την Αμοργό, αν και βέβαια κάποιες από αυτές θα ακούγονται και σε άλλα μέρη (και περιμένω από εσάς να μου πείτε αν και ποιες ξέρετε). Ο τίτλος προέκυψε από την πρώτη και την προτελευταία λέξη του καταλόγου μας. Οι δικές μου ελάχιστες προσθήκες είναι με πλάγια μετά το κάθε λήμμα.

αγκίνιος -α,-ο   ανέπαφος, άθιχτος, ανέγγιχτος  Από παραμύθι:  Θα πάρεις μαζί σου και το σκυλάκι και το κατθάκι και θα τα φέρεις χορτάτα και το ψωμί αγκίνιο. Προέρχεται από το ρήμα γκινιάζω < εγκαινιάζω.

και γκινιάζω: αρχίζω,ξεκινώ κάτι για πρώτη φορά, χρησιμοποιώ κάτι για πρώτη φορά λ.χ. γκινιάζω το κουρούπι με το κρασί ή το λάδι, γκινιάζω το άλετρο, ένα εργαλείο.

ακνιάζω  1. (για φρούτα)  ωριμάζω, είμαι ώριμος    άκνιασαν τα σύκα 2.(για ανθρώπους)  πλησιάζω  σιγά σιγά στο θάνατο  ακνιασμένος είναι  πιο 3. έτοιμος  ακνιασμένο είναι  (το σίδερο στη φωτιά  για να το επεξεργαστεί ο γύφτος ή το σπυρί για να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση). Έχει προταθεί <αρχ.  ακμαίος  (για καρπούς: ώριμος)    Το επίθετο άκνιος, -α, -ο

Σύμφωνα με το ΙΛΝΕ, πρόκειται για το άκνιος < άκναιος < ακμαίος

αλιόρι (το)  μεσημβρινό  απάνεμο  χωράφι  Ο Βογιατζίδης  γράφει «πιθανώς έχει σχέσιν προς το αλιορίζει  Κυθ. =κτυπά ο ήλιος. Πόντ. ηλιόορος =τόπος όπου κτυπά ο ήλιος».

Στο ΙΛΝΕ με αναφορά σε έγγραφο Αμοργού 1506: Το αλιόρι της μάνδρας των καμινίων.

αλογιός (ο)  το αναλόγιο του ναού  Από μικρός του άρεσε ο αλογιός (συνεκδ.),  δηλ.  να πηγαίνει να ψέλνει.

αμάνημα   πάντοτε με τ’ (α)  επίρρ.  πολύ πρωί, ξημερώματα   να κοιμηθούμε νωρίς, γιατί θα σηκωθούμε τ’ αμάνημα  Γράφεται  και τα μάνημα  (έχει υποστηριχτεί άμα+ ήμαρ).

αμουχαλιά (η)   υγρός  νοτινός καιρός.

ανάντολος, -η ,-ο  αδέξιος, μπατάλικος

 ανεβαλουρίζω  (μόνο σε θέμα υγείας)  βελτιώνεται η κατάστασή μου, συνέρχομαι· ανεβαλούρισμα (το)

 ανεγκάρω   μετά από πολλή  βροχή στα ριζά βράχου  ή  στα (στεγνά) πηγάδια εμφανίζεται νερό βλ. και τσιγγούρι

 ανεφταούρης (ο)   αυτός που έχει εξαφανιστεί, ο άφαντος

αντελιάδι (το)  <ντελιάδι <ντυλιάδι <τυλιάδι <τυλιγάδι  το  σκεύος  με το οποίο τυλίγουν το νήμα και το κάνουν κούκλα

 αντράλικας (ο), οι αντραλίκοι  η πέτρα που μαζί με άλλες ορίζουν την περιφέρεια του αλωνιού.  Έχει γραφεί και αντράλυκας.  «θα σ’ αντραλικώσω»  αντί «θα σε παλουκώσω»  Στον Κουκουλέ Ε 263  διαβάζω: «Αι όρθιαι αύται πλάκες σήμερον κατά τόπους λέγονται άντζηροι, άνδηρα δηλαδή, ή σταλίκια (στάλικες), εν Κυθήροις δε θριάλιγκες, λ. ίσως προς το αρχαίον θριγκός συνδεομένη».  Το «θριάλιγκας»  που δε λέει τίποτε στον αγρότη έγινε στην Αμοργό «αντράλικας»;

 από βελονιού στη φράση αλλάζω από βελονιού  βγάζω  όλα τα ρούχα  μου και ντύνομαι με άλλα  βράχηκα κι άλλαξα από βελονιού   με πέρασε από τον κώλο της βελόνας  μου τα πε όλα και από την καλή και  από την ανάποδη, μου έσυρε τα εξ αμάξης.

Με την ίδια σημασία και σε συλλογή της Σαντορίνης.

απάτι (το)  το λάδι που παράχθηκε χωρίς συμπίεση στη μηχανή.  Στο Βυζάντιο  έχουμε μέλι ακάπνιν που εξάχθηκε χωρίς να καπνιστούν οι κηρήθρες για να απομακρυνθούν οι μέλισσες.

αρμεός (ο) <αρμεγός  (αρχ. ἀμολγεύς <ἀμέλγω)   πήλινη  καρδάρα.  Στον Παπαδιαμάντη αμολγός

άφουκλα (η)  η υδρορρόη  τρέξαν οι άφουκλες, φράση που δηλώνει πως έκανε πολλά νερά.

 αχλιμπαριά (η)  το θυμάρι

 βαγιάρικος,-η,-ο  άγριος  βαγιάρικο ζώο.  Ρήμα   μόνο σε αόρ. ε(η)βάεψε  το χωράφι τόσα χρόνια αζευγάριστο   αγρίεψε, έγινε άγριο. Στον Πάπυρο βαγεύω: < λατιν. vagor= περιφέρομαι  άσκοπα, περιπλανιέμαι.. Σε άλλα λεξικά ούτε βαγεύω, ούτε βαγιάρικος.

Στο ΙΛΝΕ βαγεύω, μεσαιωνικό. Βαγιάρης, αυτός που αποφεύγει τη δουλειά και γυρνάει στους δρόμους. Και βαγιάρικο το ζώο που ζει στα βουνά και σιγά-σιγά «απαγριώνεται», όπως οι κατσίκες της Σαμοθράκης.

βουαρίζω  φιλεύω

γκάφω  ενώ κινούμαι κρύβομαι πίσω από κάτι και έτσι εξαφανίζομαι από το βλέμμα αυτού που με παρακολουθεί    Τώρα δα ήγκαψε το παπόρι.

 γκλεούδι  (το)   συνήθ. πληθ. τα γκλεούδια   οποιοδήποτε γλύκισμα για τα παιδιά

 γουβρίζω   γκρεμίζομαι,  πέφτω κάτω     ηγούβρισε κι ήμεινε κειδά,     άμα γουβρίσομε,  ίντα θ’ απογίνομε! (για μεγάλης ηλικίας άτομο. εδώ: καταπέφτω)

 γρυπάρω  <γρυπός; (κυρτός)  αμετάβ. σπάω  από μεγάλη  θερμοκρασία   του περιεχομένου    το κουρούπι γρύπαρε

 έμπαφος (ο)  δυνατός κρότος   ηκούστη  ένας έμπαφος κι  ητρόμαξα

 ζαανιά (η)  αταξία, σκανδαλιά

 ζακανός , -ή, -ό  <ζαγανιάρης;  καχεκτικός,  ήρεμος    χρησιμοποιείται και για το ανάστημα: κοντός  (όπως και το ζαβός ζαβαντράκι  ήτονε κι ησούλωσε )

 ζένια (τα) <ιταλ. genio; (πνεύμα, ιδιοφυΐα, ταλέντο)  τα σύνεργα, τα εργαλεία

 ζευγαρομόδι  (το)  η αμοιβή του σιδηρουργού για το στόμωμα των εργαλείων της χρονιάς του γεωργού. Η αμοιβή ήταν  1 κοιλό καρπός, δηλ. 2 ντενεκέδες, 25 οκάδες σμιγάδι.

 ηκοστώθη: <αρχ. ακοστώ (τρώγω πολύ κριθάρι και μπουχτίζω)  μόνο στον αόρ. αρρώστησε (ξαφνικά), βάρυνε,  έδειξε σημάδια αρνητικής εξέλιξης, επιδεινώθηκε η κατάσταση    Τη Δευτέρα ηκοστώθη, την Παρασκευγή  ηπέθανε.

 ίντα  εινιώς    φρ. ίντα εινιώς (δεν ξέρω πώς να γραφεί )   πώς, με ποιον τρόπο    Ίντα inios ήγινες ετσαδά;  για το παιδί  λ.χ. που γύρισε από το παιχνίδι βρόμικο.

 θραμπολόος (ο)   γαλάζια χάντρα που  κρεμιέται στο καπίστρι (στο μέτωπο του ζώου) ή στην κούνια του μωρού, για να απομακρύνει το βάσκανο μάτι

 θρουλί <αρχ. θρυλίσσω (συντρίβω, τσακίζω)  κομμάτι, θρύμμα,  λίγο, πολύ μικρή ποσότητα    Ούτε ένα θρουλί ψωμί ε θέλεις;

 καβωτό (το)   το λάχανο  ρ. καβώνω  τώρα καβώνουν τα λάχανα  σχηματίζουν δηλ. τη σφαιρική κεφαλή

 καγκάνα (η)  και καγκανίστρια  η αιώρα    καγκανιώ  κουνώ κάποιον στην καγκάνα 

 καεράτι (το),  σπάνια  τα καεράτια  κουράγιο  Κάνω καεράτι να τελειώσω, πριχού βραδιάσει

Καερέτι, καϊρέτι = υπομονή, κουράγιο, από το τουρκικό gayret, αλλά περιέργως έτσι έχουν ονομαστεί οι τοπικές εναλλακτικές νομισματικές μονάδες σε διάφορες πρωτοβουλίες ή τα δίκτυα ανταλλαγών προϊόντων.

 καζίλι (το)  το σκοινί του διχτυού

 καλλιστρίνα (η) <λατ. strena (δώρο στην αρχή του έτους) [αρχ. ἐπινομίς, ιταλ. strenna] τα χρήματα που δίνονται στα παιδιά  από συγγενικά πρόσωπα την πρωτοχρονιά.  ρ. καλλιστρινιάζω

καμμώ <αρχ.  καμμύω    κλείνω τα μάτια για να μη βλέπω (σε παιχνίδια) πού θα κρυφτούν τα άλλα παιδιά  Ποιος θα τα καμμήσει;

 καρκανιάζουν τα χέρια <καρκάνι  από το ψύχος τα δάχτυλα καμπουριάζουν όπως το καρκάνι.  Καρκάνι λέγεται το  ημικυκλικό τελείωμα τοίχου

καρνεύ(γ)ομαι ( για ζώα)   χοροπηδώ   [από τα λεξικά, καρνάριος: καραγωγέας, κάρνον: άμαξα, κάρνος: πρόβατο]

κατάβολας (ο) <αρχ. καταβάλλω  (τοποθετώ)  το μέρος  στο αμπέλι στο οποίο απλώνουν τα σταφύλια για να λιαστούν για την παρασκευή του γλυκού μαύρου κρασιού.

κνενό (το) ή  κνενή (η)    πήλινη κανάτα   για νερό,  κουρκουνιά (η)  πήλινη κανάτα για το κρασί, κανετ(θ)ί (το)  μικρότερο πήλινο  για το κρασί από το κουρούπι

κοκχολίδι (το) <κοκκαλίδι; (μικρό κόκαλο)  λεπτό ξερό  ξύλο [που μοιάζει πράγματι με κόκαλο], κατάλληλο για προσάναμμα

κοιώνω    έκοιωσε  το γυψέλι  μπήκε μέσα  στην κυψέλη το σμάρι   [αντιγράφω από τον Βογιατζίδη: «και ό τι   ευρίσκουνται κιωμένα  κι άκιωτα να είναι της Παναγίας» (σημ. δική μου: από συμβόλαιο αχρονολόγητο). Την λ. ευρίσκω εν Ius Graecorum του Ligenthal τ. Α΄ 271,16 εάν χιωθή το γραμματείον ο χρεώστης ηλευθέρωται κατά πρόληψιν]. Δεν ξέρω τι σημαίνει το παράθεμα του Βογιατζίδη. Σε μελισσοκομικό περιοδικό  έκοιωσε  <οικία,  δηλ. η κυψέλη έγινε σπίτι

κούσουλο (το)   <μσν. κόσουλος ; (χαϊδευτικό επίθετο καλομαθημένων πλουσιόπαιδων)  το σκουπίδι. Λαϊκή δοξασία: όταν φεύγει κάποιος για ταξίδι,  πρέπει να σκουπίζεις   προς το εσωτερικό του σπιτιού για να γυρίσει ο ξενιτεμένος.  Σχετική είναι η παροιμία: Σπίτι ασκούπιστο, μισαφίρη περιμένει. Τα κούσουλα  τα πετούν  μετά από  3 ημέρες, για να γυρίσει ο ξενιτεμένος.

κουσουμάρω   μ’ αρέσει, γουστάρω κάτι     Ίντα κουσουμάρεις;

Στην αργκό των ρεμπέτικων μάλλον με άλλη σημασία (Μάγκα μου το μαχαίρι σου για να το κουσουμάρεις…)

Advertisements

64 Σχόλια to “Από τον αγκίνιο στο κούσουλο και άλλες αμοργιανές λέξεις”

  1. Τίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    Aνακύκνωση.
    Από τοπικό ιδίωμα, της οδού Ανδρέα Δημητρίου, Λευκωσία 1066… Δεν την έχει καταχωρήσει ακόμη το λεξικό Δημητράκου.

  2. Νέο Kid Στο Block said

    Καλημέρα!
    Έχω συγκινηθεί τα μάλα! Δεν ήξερα ΚΑΜΙΑ λέξη. 🙂 (μα ούτε μία; 😳
    Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τα σχόλια, αλλά μια πρώτη απορία: πώς το genio καταλήγει να σημαίνει τα σύνεργα,τα εργαλεία; Κάτι δεν μού κάθεται ,εκτός κι αν είναι τα εργαλεία του καλού ας πούμε, του ικανού τεχνίτη κι όχι του κάλφα ή του μαστροχαλαστή. 🙂

  3. Τίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    «στην πρύμη στο πίσω μέρος του πλοίου του σχήματος:»
    Τελικά, μόνο με τον Εμπεδοκλή βρήκα άκρη να θυμούμαι πού είναι η πλώρη, με τα βουγενή ανδρόπρωρα… Να το κρατήσω ή πάλι τα μπέρδεψα;
    Ατυχώς, δεν με έχει φιλήσει η κόρη του καπετάνιου και δεν έχω άλλο, πιο ηδύ τρόπο να τα ξεχωρίζω…

  4. Μαρία said

    Επιτέλους ο Στάζυ βρήκε παρέα, για να καμμάει.
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/11/30/lexihan/#comment-109330

    Μόνο τη λέξη καεράτι ξέρω αλλά στη μορφή γκαϊρέτ, όπως και στα τούρκικα.

  5. πάμε να κάνουμε ένα καερέτι του τάδε
    =πάμε να τον βοηθήσουμε, να κάνουμε
    ένα ψυχικό, π.χ. να του συντράμουμε στς ελιές.
    έτσι πήρε την ονομασία το καερέτι, νόμισμα
    της Ιεράπετρας, ως αλληλεγγύη.

    αγκίνιος και γκινιάζω το λέμε και εμείς

    ανεβαλουρίζω; από κανένα λατινογενές valor?

  6. Νέο Kid Στο Block said

    4. Μμμ.. Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή (βρίζοντας εκλεπτυσμένα) ότι οι κυβερνήσεις τα κάμμησαν; 🙂

  7. bernardina said

    Τίτε, μη θαρρείς -κι εγώ χρειάζεται κάθε φορά να πω νοερά βάλαμε πλώρη για… προκειμένου να το θυμηθώ 😆

    (Μα ούτε μία; Μόνο εκείνο το «κακανιασμένα», που κι αυτό με πρώτο συνθετικό το ξερο-– το ξέρω. 😳 . Κιντάκο, παρηγορήσου :-D)

    Όσο για τον κνενό, θαρρώ πως πρέπει να έχει κάποια σχέση με τον κουνενό που πρωτοσυνάντησα στο βιβλίο των Ψιλάκηδων για το ψωμί. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο προζύμι του εφτάζυμου, όπως βλέπουμε κι εδώ http://www.cretan-nutrition.gr/wp/?p=1648&lang=e, και μάλλον το δοχείο έδωσε το όνομά του στο περιεχόμενο (ή το αντίστροφο;)

    Καλημερούδια!l

  8. ppan said

    Το κουσουμάρω τόλεγε η επτανήσια γιαγιά μου άλλά με άλλη έννοια, για το φαγητό που μαγείρευε. Πχ Αφήνω την σούπα στην φωτιά να σιγοβράζει για να κουσουμάρει/κουσουμαριστεί

  9. Φίλτατε Αρκεσινέα, πως θα συνεννοηθούμε έτσι και συναντηθούμε; Στα μέρη μου μόνο το κουσουμάρω λέμε από όλες αυτές τις λέξεις, με την έννοια μου αρέσει, γουστάρω.

  10. Νέο Kid Στο Block said

    Mήπως το κουσουμάρω της Ππανογιαγιάς προέρχεται από το à consommer chaud… (για σούπα π.χ) 🙂
    Άντε να ξυπνάει το γαλλικό λόμπυ !(ή το Ιταλικό=Μπουκάν 🙂 ) (αρκετά με τους γερμαναράδες του ιστολογίου! 🙂

  11. τυφλόμυγα said

    Αγκίνιος: Μικρή όταν έπαιρνα καινούρια ρούχα ή παπούτσια μου έλεγαν οι δικοί μου να τ’ αγκινιάσω Κυριακή. Έχει γενικότερη χρήση εδώ.

    Το αλόγιος δεν το έχω ακούσει. Μοιάζει με αναγραμματισμό του αϊλογιός που λέμε εδώ με την έννοια του αλλιώς.

    Γκάφω όπως Γκούφυ; :mrgreen:

    Το ηκοστώθη μπορεί να έχει κάποια σχέση με το έγκωσα; Αν δεν είχα τη σημασία του πρώτου δε θα συνδύαζα ποτέ τις δύο λέξεις.

    Θρουλί: Λέμε θρουλίζω. Θρούλισε το μπισκότο κτλ.

    Καλλιστρίνα: Καλή χέρα στην Κρήτη.

    Καρκανιάζω το λέμε κι εδώ.

    7, Μπέρνι, ο κουνενός είναι το πήλινο δοχείο μέσα στο οποίο ζυμώνεται το εφτάζυμο. Μπορεί, όπως λες, από το δοχείο να πήρε το όνομα της και η ζύμη. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σχέση με τον κνενό του κειμένου. Πάντως, ο κουνενός υπάρχει και ως επίθετο στο Ηράκλειο.

    Υπέροχη η σημερινή ανάρτηση. Μπράβο στον Αρκεσινέα και τον Νικοκύρη. Πολύ καλή δουλειά.

  12. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Το πολυσήμαντο κουσουμάρω μπορεί να προέρχεται από consommer, αλλά θέλει ψάξιμο.

  13. Α.Μ. said

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο! Δεν ξέρω ούτε έχω ακούσει καμμιά απ’ αυτές τις λέξεις – μόνο η ζαανιά μου θυμίζει τη ζαγαλιά, που λέμε στην Εύβοια, με την ίδια σημασία. Να έχει σχέση;

  14. bernardina said

    Φιλιοτσάκι, καλά το θυμόμουνα λοιπόν πως οι Ψιλάκηδες αναφέρονταν στο πήλινο γαβαθάκι. Απλώς δεν είχα εύκαιρο το βιβλίο για να το επιβεβαιώσω, και ο λίκνος το έχει σαν να είναι το προζύμι. Πάντως είναι λογικότερο να πήρε το προζύμι το όνομά του από το δοχείο, έτσι δεν είναι;

  15. τυφλόμυγα said

    #14, Ε, ναι. Αυτό είναι το πιο λογικό.
    Μια χαρά θυμάσαι όσα γράφει το βιβλίο του Ψιλάκη κι ας μην το ‘χεις εύκαιρο. Το’χεις ξεκοκαλίσει φαίνεται. 😛

  16. Immortalité said

    «Πάντα σ’ αγκίνιο μαστραπά
    βάνω νερό και πίνω
    κι αν δω και πιει άλλος κανείς
    μισεύγω και τ’ αφήνω»

    Ο αγκίνιος είναι πολύ διαδεδομένη λέξη, καθημερινής χρήσης θα έλεγα. Το σκάνερ μου κάνει νούμερα, αργότερα ίσως καταφέρω ν’ ανεβάσω τη σελίδα.

    @14 Μπέρνυ είναι το προζύμι από αλεσμένο ρεβύθι με το οποίο κάνουν τα εφτάζυμα, εκτός από το πήλινο σκεύος στο οποίο φύλαζαν συνήθως βούτυρο, γλίνα, μέλι κτλ. Δύσκολα να ζυμώσεις κουνενό μέσα σ’ ένα κουνενό γιατί είναι με ψηλό λαιμό και ένα αυτάκι. Σε μια λεκανίδα ευκολότερο 😉

    Μ’ ας μας εφέρνουν και νερό
    μέσα σ’ αφώριο κουνενό.

    Οπότε μάλλον είναι ο κνενός του Αρκεσινέα.

    Λένε και αυτόν που χορεύει χωρίς να ακολουθεί το ρυθμό.

    Για το θρουλί τα έχουμε ξαναπεί στο θρυλικό νήμα βάζω την παραπομπή στο σχόλιο με τις πηγές, όποιος θέλει το διαβάζει ολόκληρο 😉

    Είδα και κάτι άλλα, πιο μετά όμως.

  17. Αρκεσινεύς said

    Σας ευχαριστώ όλους για τα καλά σας λόγια και για τα σχόλια.

    Θα μου επιτρέψετε να γράψω λίγα ως πρώτη απάντηση:

    2.Νέο Kid Στο Block, υπάρχει κάποιο υπονοούμενο απο αλλού;
    Για τα ζένια <genio; περιμένω προτάσεις. Πάντως τα ζένια εννοείται πως είναι καλά εργαλεία, όχι ελαττωματικά.

    4. Μαρία, μόνο εγώ δε θα καταλαβαίνω τα μακεδονίτικα;

    5.Michalis Melidonis, η πρότασή σου για το valor φαίνεται λογική,ας το αφήσουμε όμως για έρευνα.

    7.Bernardina,"καρκανιασμένα" είναι η λέξη. Δες και την Τυφλόμυγα στο 11. Η δική σου λέξη τι σημαίνει;

    9.Ορεσίβιε, ας συναντηθούμε και κάποιος τρόπος θα βρεθεί,έστω και νοηματικά.

    11.Τυφλόμυγα, αλογιός πρέπει να παράγεται από αναλόγιον.

  18. bernardina said

    Αρκεσινέα, άκυρο. Νόμιζα πως ήταν το γκάγκανο, που για ακόμα μεγαλύτερη έμφαση του βάζουμε και ένα (καθόλα περιττό) ξερο- για να γίνει… ακόμα πιο κατάξερο! 😆

    Λοιπόν, Ιμοράκι, στο βιβλίο σελ. 113 κάτω δεξιά, έχει ένα πανέμορφο παλιό πήλινο γαβαθάκι (μοιάζει σαν αυτό που βάζω καμιά φορά κορνφλέικς 🙂 ) και λέει κατά λέξη: «Κουνενός: σκεύος σαν μεγάλο κεραμικό ποτήρι όπου φύλασσαν το ζυμάρι». (Εννοεί το ζυμάρι που χρησιμοποιούσαν ως προζύμι για την επόμενη δόση) «Κουνενός, όμως, ονομαζόταν και το ειδικό προζύμι από χυλό ρεβιθιών με το οποίο έφτιαχναν (και φτιάχνουν) το εφτάζυμο ψωμί». Αυτό ως λεζάντα στη φωτογραφία. Λίγο πιο πάνω, στο κείμενο, γράφει:»Προζυμερό, προζυμολόγος ή και κουνενός… στη Λήμνο το λένε κουμνάκι….» κλπ κλπ,

  19. Akyla said

    Προσωπικά, δεν έχω ξανακούσει κάποια απ’ τις αμοργιανές λέξεις. Σκέφτηκα, λοιπόν, να βάλω ένα μικρό κουίζ στην κυρία Ευαγγελία από τη Νάξο, που σ’ αυτήν χρωστάμε τους απολαυστικούς καφέδες που πίνουμε (και… προσφέρουμε) στο Γραφείο. Οι λέξεις που γνώριζε, με την ίδια ακριβώς ερμηνεία που δίνει το post, είναι: ανεφταούρης (και: ανεφταόρατος), αντράλικας, αντελιάδι, άφουκλα, αρμεός (και: αρμεάρι), ζευγαρομόδι, καλλιστρίνα, καρκανιάζω, κούσουλο.
    Η κυρία Ευαγγελία, που λείπει παιδιόθεν από το νησί, αλλά αγαπάει πολύ τις τοπικές παραδόσεις και τα τραγούδια (απαγγέλλει πολλούς στίχους από τον «Εκατολόγο»), βρήκε την ευκαιρία να μου αναφέρει και μια άλλη «παλιά» λέξη που της θύμισε μόλις χθες ο αδελφός της, που είναι αγρότης και ζει στη Νάξο, τη λέξη: «μουρελιάζω» (χαλάω, κόβω). Της είπε, λοιπόν, ότι σηκώθηκε δυνατός αέρας που «μουρέλιασε τους βλαστρούς στ’ αμπέλι», χάλασε δηλαδή τα βλασταράκια που μόλις έχουν βγει αυτή την εποχή. Γιά να δούμε, θα υπάρχει το «μουρελιάζω» στη συνέχεια του αμοργιανού λεξιλογίου;

  20. Αρκεσινεύς said

    Akyla, σ’ ευχαριστώ και την κυρία Ευαγγελία,κοντοχωριανοί είμαστε. Αν είχε ζήσει στο νησί σίγουρα θα θυμόταν και άλλες κοινές λέξεις των δυο νησιών.
    Έχω γράψει τη φράση: «με πέρασε από τον κώλο της βελόνας» μου τα πε όλα και από την καλή και από την ανάποδη, μου έσυρε τα εξ αμάξης.
    Διαβάζω στα αντίστοιχα εκφραστικά μέσα της αρχ. και της Ν.Ε. του Ανδριώτη, σ. 12, υποσ. τη φράση «περνά από τον κώο της βελόνας» στη Νάξο (Φιλότι) για κείνον που γλύτωσε από βαριά αρρώστια.
    Ρώτησε, σε παρακαλώ,την έχει ακούσει τη φράση;

  21. aerosol said

    Βρίσκω εντυπωσιακό που κι εγώ δεν ξέρω σχεδόν καμία λέξη από τις «αμοργιανές».
    Εξαίρεση το καρκανιάζω που, όμως, το ξέρω να συνδέεται με υπερβολική κάψα («το ξέχασα στο φούρνο και καρκάνιασε»).
    Από Δυτική Ελλάδα έχω ακούσει το αναφταώνομαι με την έννοια του αναστατώνομαι.

  22. Mar Pap said

    Στην Κρήτη έχουμε τις εξής λέξεις της λίστας:

    αγκίνιος
    θρουλί
    καερέτι
    καλλιστρίνα
    καρκανιάζω (χρησιμοποιείται απόσο ξέρω μόνο για το πάρα πολύ ψημένο φαί, συνήθως κρέας). Για το ψύχος λέμε «γαβρώνω»
    καταβολάς (όχι κατάβολας)

  23. καὶ τὸ ἐπώνυμο Κούσουλας ἀπὸ κεῖ βγαίνει;

  24. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    19: Πολύ ωραία η ιδέα και φαντάζομαι θα το χάρηκε κι η κυρά Ευαγγελία!

    23: Αυτό είναι από κόνσολας = πρόξενος θαρρώ

  25. Καλησπέρα κι από μένα! 🙂

    Εγώ ήξερα μόνο το «ανάντολος», που μου είναι πάρα πολύ γνώριμο, από τη μαμά μου (Χιώτισσα) αλλά το έχω ακούσει τόσο πολύ στο σπίτι μου που την θεωρούσα λέξη καθιερωμένη! 🙂

  26. #24 εὐχαριστῶ. κόνσλοας-κούσουλας (νά λοιπὸν καὶ ἡ ἀντέκτασι στὰ ν.ε! 😉 )

  27. παρόραμα:κόνσολας

  28. Αρκεσινεύς said

    22. Mar Pap, στην Αμοργό λέμε «καρνακιάζουν τα ψωμιά» (όχι καρκανιάζουν) : αρπάζουν, ψήνονται επιφανειακά και στο εσωτερικό τους παραμένουν ζύμη . Η Τυφλόμυγα, αν είναι Κρητικιά, μπορεί να βοηθήσει;

    ψωμιά λέμε τα καρβέλια, ενώ παύλους τις φραντζόλες

  29. Mar Pap said

    εδώ λέμε καρκανιάζω ή για να χρησιμοποιήσω το προσηγορικό όνομα «γκαργκανιάζω»

    παύλοι ή τριβίδια: επιμήκη κομμάτια ψωμί που κόβονταν σε μικρότερα κομμάτια σχηματίζοντας τους ντάκους. πήραν το όνομά τους από το ρήμα παύω γιατί συνήθως φτιάχνονταν από το περίσσεμα της ζύμης κατά τη ζύμωση.
    εξ ου και η παροιμία «Ο πασας εις τον παύλο του, παυλούδαρο τον έχει» (πηγή: 7000 Κρητικές παροιμίες, Ηράκλειο, 2011, σελ.240).

  30. Immortalité said

    @29 Να πούμε όμως του αθρώπου πως γκαρκανιάζει κάτι άμα καίγεται και πομένει κούτσουρο. Εσωτερικά και εξωτερικά 🙂
    Παρεμφερείς όμως μου φαίνονται οι έννοιες.

    @18 Μπέρνυ μα ναι, είναι ένα πήλινο σκεύος που φυλάζανε τρόφιμα σε υγρή ή ρευστή μορφή, και πίνανε κιόλας. Σαν μια κούπα λίγο πιο στενή με ένα χεράκι και βάζανε και το προζύμι το οποίο δεν είναι πολύ συνήθως. Μα για να ζυμώσεις εκεί μέσα είναι μια ολιά ζόρικο. 😀 Βέβαια Θραψανιωτάκι δεν είμαι, ούτε τους κουνενούς τους βγάζανε με καλούπια.

  31. Αρκεσινεύς said

    29. Mar Pap, Μήπως ο παύλος είναι <λατιν. paulus (μικρός) μικρό ψωμί σε σχέση με το καρβέλι ;
    Από τους παύλους με τον τεμαχισμό τους γίνονται τα παξιμάδια.

    Τώρα βλέπω πως και ο,η Aerosol στο 21 ξέρει τον τ. καρκανιάζω

  32. bernardina said

    Όχι βρε συ, πουθενά δεν ειπώθηκε ότι ζυμώνανε μέσα στον κουνενό! Το προζυμάκι για την επόμενη φορά φυλάγανε, εξ ου και προζυμερό 😆

    (Στο κάρκανο και το γκάργκανο να προστεθεί και το ντάργανο; Θεόξερο, σκληρό, γκαργκανιασμένο; Σαν παξιμάδι, ένα πράμα!) 😀

  33. #4 Ζήτω! Λιγότερο ανάδελφος από σήμερα!

  34. Νέο Kid Στο Block said

    32. Παξιμάδι; Υπό Παξάμου φουρνισθέν; 😆
    (όι τίποτα, απλά είπα μήπως λόγω αψιλίας έπεφτε καμιά συνδρομή άνωθεν για την γκρίζα..)

  35. Νέο Kid Στο Block said

    Ασφαλώς «ένεκα αψιλίας» εννοούσα στο 34. κι όχι «λόγω αψιλίας» 😳

  36. Mar Pap said

    31. καλή ιδέα, μπορεί!

  37. τυφλόμυγα said

    Αρκεσινέα, Κρητικιά είμαι.
    Ευχαριστώ για την απάντηση @17 και τις αναφορές.

    Έχουμε επίθετο Καρκάνης στην Κρήτη. Μπορεί να ετυμολογείται από το καρκανιάζω ή έκανα πάλι περίεργο συνειρμό; 🙂

  38. silverkid said

  39. Αρκεσινεύς said

    Θέλω να σας καληνυχτίσω και για ευχαριστώ στον Νικοκύρη και σε σας να ακούσετε γνήσιο νησιώτικο τραγούδι από τον εξαιρετικό Αρακλειανό Νίκο Οικονομίδη και την άξια Κυριακή Σπανού. Από 48’40» έως το 52 και μετά όσο αντέξετε.

  40. Μπουκανιέρος said

    Ολαυτά μαζί μου θύμισαν το Σκοπελίτη (τον παλιό, όχι το νεότερο).
    Και την Αρακλιά του 1980 – πριν έρθει το ρεύμα.

  41. Τσούρης Βασίλειος said

    Ωραιότατη η σημερινή ανάρτηση. Δυστυχώς δεν έχω ακούσει καμία απ΄ τις λέξεις αυτές, μάλλον η Αμοργός «πέφτει» μακριά απ΄ τα Κατσανοχώρια. Το 1974 στο Γυμνάσιο Καλεντζίου ( Β¨τάξη) ο φιλόλογός μας κ. Νίκου Ιωάννης (εκ Καλεντζίου) μας είπε να συγκεντρώσουμε λέξεις, εκφράσεις, παρατσούκλια και παροιμίες που λέγονταν στα χωριά μας και όποιος συγκέντρωνε τις περισσότερες θα έπαιρνε σαν έπαθλο ένα στυλό Parker ( αξίας 60-70 δραχμών τότε).
    Με ιδιαίτερη χαρά θυμάμαι πήρα τον Parker απ΄ τα χέρια του γιατί για δυο-τρεις μήνες ρωτούσα τους ηλικιωμένους του χωριού και κατέγραφα όσες λέξεις θυμόντουσαν ( πάνω από 1000). Δυστυχώς δεν κράτησα αντίγραφο, αργότερα δε έχασα και τον Parker.
    Πριν λίγα χρόνια ρώτησα τον (συνταξιούχο πια) καθηγητή μας αν αξιοποίησε αυτό το υλικό και μου είπε ότι μάλλον χάθηκε σε κάποια μετακόμιση που έκανε…

    Κύριε Σαραντάκο ευτυχώς θυμάμαι ακόμη κάποιες, μόλις συγκεντρώσω ικανοποιητικό αριθμό …θα σας τις στείλω.

    ΥΓ. Μήπως ο Αρκεσινεύς αξίζει ένα Parker;

  42. sarant said

    41: Κύριε Τσούρη, εμείς έχουμε ηλεΠάρκερ, δηλαδή εικονικά δωράκια -σπαμακόπιτες. Αλλά περιμένω να μου στείλετε τη δική σας συλλογή!

  43. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  44. Αρκεσινεύς said

    40. Μοναδικό και αξεπέραστο το βιολί του Σκοπελίτη γλυκοκελαδούσε!

  45. Akyla said

    @20: Αρκεσινεύ, η κυρία Ευαγγελία μου επιβεβαίωσε ότι η έκφραση «με πέρασε από τον κώλο της βελόνας» λέγεται στο χωριό της (Κινίδαρος) και της είναι πολύ γνωστή.

  46. Αρκεσινεύς said

    45. Akyla, σ’ ευχαριστώ πολύ, αλλά ήθελα να τη ρωτήσεις αν η σημασία της φράσης είναι αυτή της Αμοργού ή αυτή του Ανδριώτη. Μ’ ενδιαφέρει αυτή η διευκρίνιση. Συγνώμη.

  47. Akyla said

    @46 Είναι η σημασία της Αμοργού και όχι του Ανδριώτη.

  48. sarant said

    46: Μήπως η φρ. του Ανδριώτη λεγόταν για όποιον έχει αδυνατίσει πολύ (από βαριά αρρώστια);

  49. Μαρία said

    48 Η ίδια εικόνα της «τρυμαλιάς ραφίδος» και στο ευαγγέλιο.

  50. Αρκεσινεύς said

    «Ευκοπώτερον γαρ εστι κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν» Λουκ. ιη΄25 . Μαρία, έχει δημιουργηθεί θέμα,το ξέρεις βέβαια, με την ορθογραφία της καμήλου, αλλά όλοι παραδέχονται τελικά πως κάμηλος και όχι κάμιλος είναι, αφού υπάρχει και το άλλο ευαγγελικό «οι διυλίζοντες τον κώνωπα και καταπίνοντες την κάμηλον».

  51. Νατάσσα said

    Κι εγώ το (γ)καρ(γ)κανιάζω το ξέρω από παιδάκι με την έννοια του αφυδατώνομαι, είτε από φωτιά είτε από τον ήλιο.
    Συνήθως βέβαια, με την προσθήκη του «Το άφησες και-«, μιας και πάντα κάποιου άλλου είναι η ευθύνη: Το άφησες (το κρέας στη φωτιά) και γκαργκάνιασε, ή Τα άφησες (τα λουλούδια απότιστα) και γκαργκάνιασαν…

  52. Αρκεσινεύς said

    47. Akyla, ευχαριστώ. Δώσε πολλούς πατριωτικούς .χαιρετισμούς στην κυρία Ευαγγελία

  53. Καλημέρα και ΘΕΡΜΑ συγχαρητήρια για το ιστολόγιο! Είμαι τακτικότατος αναγνώστης, αλλά ασυνεπής σχολιαστής! Το «κούσουλος» υπάρχει και στα κυπριακά. Εκτός από την προφανή λατινογενή σημασία (consul -> πρόξενος, κουσουλάτον = προξενείο, «τα κουσουλάτα εν’ αννοιχτά, να πάης να τρυπώσης»: από την «9η Ιουλίου» του Β. Μιχαηλίδη). Έχει την έννοια του αγαπημένου προσώπου και χρησιμοποιείται με σημασία θετική και χαϊδευτική («κούσουλέ μου»). Παρόμοια σημασία έχει και το τσιελεπής (πρίγκιπας, από το τούρκικο celeb). Θυμάμαι τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου, Θεός σχωρέστην, να χρησιμοποιεί και τις δύο λέξεις. Σήμερα πια έχουν ουσιαστικά χαθεί.

  54. sarant said

    53: Καλημέρα, ευχαριστώ για τα καλά λόγια!

    Δεν ήξερα τη δεύτερη σημασία του «κούσουλος»!

  55. Είναι πραγματικά απολαυστικό το blog, ό,τι καλύτερο έχω βρει στο διαδίκτυο στην κατηγορία του, μαζί με τον πάλαι ποτέ «Νέο Τιπούκειτο». Το έχω συστήσει και στους φοιτητές του ΑΠΚΥ και πολλοί το παρακολουθούν.

    Ίσως θα σας ενδιέφερε και η δική μου ερασιτεχνική προσπάθεια (antonispetrides.wordpress.com).

  56. Αρκεσινεύς said

    1. Ένας στίχος από πολύ ωραίο δημοτικό που άκουσα από τη λαλά μου πριν από 50 χρόνια και το οποίο δεν το έχω βρει αλλού:
    Ώρα καλή, κυρά μου, και πού ’ν’ ο τσελεπής;

    τσελεπής και τσελεμπής <τουρκ. çelebi (ο ευγενής) ο αφέντης, ο άρχοντας.

    2. Έχω γράψει στις αμοργιανές λέξεις μήπως το κούσουλο που σημαίνει σκουπίδι < μσν. κόσουλος που ήταν χαϊδευτικό επίθετο καλομαθημένων πλουσιόπαιδων. Βλέπω πως η κυπριακή σημασία σχεδόν είναι ίδια με αυτή των βυζαντινών.

    Η άποψή μου για συνδυασμό αμοργιανού κούσουλου και των καλομαθημένων πλουσιόπαιδων πηγάζει από την αντίληψη που μάλλον είχαν οι βυζαντινοί γι' αυτά εξαιτίας της στάσης και συμπεριφοράς τους: άχρηστα, που δεν αξίζουν τίποτε, για πέταμα.
    Δεν ξέρω πόσο στέκει.

  57. sarant said

    56: Ναι, αυτό το σημείο με το βυζαντινό θέλει ψάξιμο.

  58. Β. said

    Λοιπόν προχτές άκουγα να λένε πως «το αμάξι ήγκαψε πίσω στο γεφύρι» στα (ι)καριώτικα… Υπάρχει επίσης στην Ικαρία μια λέξη αλιόρι ή αλιώρι (για κάποιο λόγο νομίζω με ωμέγα αλλά δεν είμαι σίγουρος) αλλά σημαίνει περίπου χοιροστάσιο.

  59. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γράφω τὶς ἀντίστοιχες λέξεις τῆς Θερμιώτικης ντοπιολαλιᾶς.

    1.ζαανιά (η) αταξία, σκανδαλιά

    Θερμ. ζαγανιά μὲ τὴν ἴδιαν ἔννοια.

    2.καζίλι (το) το σκοινί του διχτυού

    Τὸ ἴδιο στὰ Θερμ.

    3.καλλιστρίνα (η) <λατ. strena (δώρο στην αρχή του έτους) [αρχ. ἐπινομίς, ιταλ. strenna] τα χρήματα που δίνονται στα παιδιά από συγγενικά πρόσωπα την πρωτοχρονιά. ρ. καλλιστρινιάζω

    Θερμ. στρίνα μὲ τὴν ἴδιαν ἔννοια.
    https://www.slang.gr/lemma/24023-strina

    4.κουρκουνιά (η) πήλινη κανάτα για το κρασί

    Θερμ. μεσαίου μεγέθους πήλινο κανάτι μὲ στενὸ στόμιο καὶ δυὸ χερούλια (αὐτιὰ)

    5.κούσουλο (το) <μσν. κόσουλος ; (χαϊδευτικό επίθετο καλομαθημένων πλουσιόπαιδων) το σκουπίδι.

    Θερμ. χούσουλο: μικρὸ σκουπιδάκι (π.χ. ἔχει ἕνα χούσουλο τὸ νερό).

    .

  60. sarant said

    Τώρα που το ανάστησες, βλέπω ότι η ετυμολογική πρόταση του Αρκεσινέα μάλλον δεν στέκει.

  61. spiridione said

    http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinika/Ellinika_55_1/ekd_peel_55_1_Karapotosoglou.pdf

    σελ. 106. Από το ιταλ. cossolo το λουβί του μπιζελιού

  62. Κουτρούφι said

    Μερικά που βρίσκονται και στη Σίφνο.

    αλογιός: Και στη Σίφνο. Δηλαδή, πώς λέγεται το αναλόγιο που ανεβαίνουν οι ψάλτες σε άλλες περιοχές;

    αντελιάδι: Είναι και αντυλιάδι (αν δεν υπήρχε η ετυμολογία από το τυλίγω δεν θα ήξερα πώς να γράψω το ντ@)

    αντράλικας. Με την ίδια σημασία όπως και στην Αμοργό. Άραγε, εκεί έχουν παντιερόλι στο αλώνι;

    αρμεός. Αρκετά διαδεδομένη στα νησιά. Μια κυρία -καλή της ώρα- έλεγε «γαλακτοδοχείο», στη Σίφνο.

    άφουκλα. Στη Σίφνο λέμε «άφκλα». Συνήθως, πήλινος σωλήνας που κατεβαίνει από την ταράτσα στο δρόμο και ασβεστώνεται. Προς απόγνωση των νοικοκυρών, προσφιλές και προφανές σημείο τοποθέτησης των αυτοσχέδιων βαρελότων («φυλαχτών» και γλόμπων») κατά την Ανάσταση.

    καεράτι. Δεν την έχω ακούσει σε χρήση σήμερα αλλά έχει καταγραφεί σε κάλαντα του 1951:
    Και αν γεννά η παπαδιά, και κάνει μπόλικα παιδιά,
    πάντα θάχεις καεράτι, δεν θα δεις ποτέ κεσάτι

    κουρκουνιά: Παρόμοια με τα Θερμιά.

    κούσουλο: Στη Σίφνο είναι χούσουλο όπως στα Θερμιά.

    από τα σχόλια.
    παύλος. Και παυλάκι. Αρτοσκεύασμα, αλλά γλυκό. Προς το τσουρέκι.

  63. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    62. >>Άραγε, εκεί έχουν παντιερόλι στο αλώνι;
    παντιγιερόλι ! Κρεμασμένο πανί/πρόχειρο σκιάχτρο να διώχνει τα πουλιά; ή πανί κρεμασμένο να βλέπανε προς τα πού φυσάει για να στρέψουνε ανάλογα το λύχνισμα;

  64. Κουτρούφι said

    #63.
    Σήμερα το πρόσεξα. Το δεύτερο. Συνήθως είναι από μια δέσμη άχυρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: