Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Όσα υποφέραμε από χρόνια ξεχάστηκαν σε μια στιγμή

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2012


Πριν από τρεις εβδομάδες περίπου, είχα ζητήσει εθελοντές για την πληκτρολόγηση των ημερολογίων που κρατούσε ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας από την Κατοχή. Η ανταπόκριση ήταν πολύ θερμή κι έτσι το δυσκολότερο κομμάτι του έργου, τα χειρόγραφα ημερολόγια, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Μένει ένα μεγάλο σε όγκο αλλά ευκολότερο κομμάτι, 170 δακτυλογραφημένες (σε παλιά γραφομηχανή) σελίδες. Και αυτό έχει μοιραστεί σε εθελοντές, αλλά ο ένας από αυτούς παραιτήθηκε επειδή κάτι έκτακτο του έτυχε κι έτσι περισσεύουν καμιά τριανταριά σελίδες. Αν υπάρχει ένας ή δυο εθελοντές, ας στείλουν μέιλ στο sarantπαπάκιpt.lu, αλλιώς θα τα βρούμε με όσους έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον.

Μια και σήμερα είναι Κυριακή, που βάζουμε λογοτεχνική ύλη, βρίσκω ταιριαστό να παρουσιάσω ένα κομμάτι από τα ημερολόγια που εσείς μεταγράψατε, καταγραφή μιας αποστολής με τους αντάρτες στην Αιτωλοακαρνανία και την Κεφαλονιά στα τέλη του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, και επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Ο Κοτζιούλας καταγράφει τις εντυπώσεις του από το ταξίδι σε μικρές παραγράφους, σαν σκίτσα. Διαλέγω μερικά σκόρπια κομμάτια από διάφορα σημεία και τρία-τέσσερα από το τέλος του ημερολογίου, όταν οι αντάρτες μπαίνουν στην απελευθερωμένη Άρτα.

[Από το ταξίδι του πηγαιμού]

Το πρώτο χωριό που συναντούμε στη διαδρομή μας είναι η Κατούνα. Τα σπίτια της είναι ευπρόσωπα και συγκεντρωμένα. Από τα εξακόσια που είχε, καήκαν απάνω από εκατό. Απάνω στους καπνισμένους τοίχους, δίπλα στα κομπαστικά V του καταχτητή, έχουν γραφτεί με κόκινες και πράσινες μπογιές συνθήματα δικά μας, σφυροδρέπανα, οι πόθοι του λαού.

 Σ’ ένα χάλασμα, όπου χάσκουν οι πόρτες αδειανές, κάποιος χάραξε από τοίχο σε τοίχο κάτι το πολύ ταιριαστό:  «Προχωρείς – σε σωρούς – ερειπίων…»

  Ένας ανάπηρος με κομμένο το πόδι, ζωντανό ερείπιο κι αυτός, σέρνεται με τα δεκανίκια του. Από την πρώτη λεβεντιά του μοναχά το στριμμένο μουστάκι του ’χει μείνει.

  Στον κεντρικό δρόμο έχουν κι εδώ κρέας, πουλάνε κρασί. Πολλοί ντόπιοι έχουν μαζευτεί στα υπόστεγα, κοιτάν τους αντάρτες. Αλλά δε γνωρίζουμε κανέναν.

  Για να περάσει η ώρα, ώσπου να φύγει τ’ αυτοκίνητο, διαβάζουμε ανακοινωθέντα τοιχοκολλημένα.

                                                                 *

  Βρέχει. Το αυτοκίνητο, περνώντας από λάκους, μας πιτσιλίζει νερά. Κι από μπροστά έρχεται ανεμόβροχο. Καλύτερα είναι όσοι βρίσκονται απάνω.

  Μα εκείνοι έχουν άλλο χάλι. Κάθε τόσο ο βοηθός τούς φωνάζει:

  — Σύρμα! Σύρμα!

 Όταν δεν προσέχουν την τηλεφωνική γραμμή, μπορεί να την πάθουν.

  — Προχτές ένας αντάρτης κόντεψε να βγάλει το μάτι. Χτύπησε απάνω σ’ ένα σύρμα αγκαθερό και του πήρε τη βλεφαρίδα, του έγδαρε το πρόσωπο.

   Αλλά με όλες τις φωνές του βοηθού παραπέρα κόπηκε ένα σύρμα. Κάποιος είχε σηκωμένη την ομπρέλα του και το ’κοψε. Πρέπει να ειδοποιήσουν να σιαχτεί.

 Ο βοηθός, που κάθεται δίπλα μου και τραγουδάει σ’ όλον το δρόμο, έχει κάμει κάμποσους μήνες αντάρτης. Δυο φορές πληγώθηκε, δυο φορές τον έπιασαν κι οι Γερμανοί, αλλά τους ξέφυγε. Είταν καπετάνιος διμοιρίας, λοχίας.

  — Δεν ξέρω, αλήθεια, περνάν τα παλιά γαλόνια;

  Αυτός τα πέταξε απ’ την πρώτη φορά που τον έπιασαν οι Γερμανοί. Τα ’χε κολλημένα στο πουκάμισό του. Και δεν τα ξαναφόρεσε πια. Μα είναι φανερό πως τα ζηλεύει ακόμα.

                                                                     *

Αυτές τις μέρες βρίσκεται κι ένας θίασος εδώ.

Είν’ ένα μπουλούκι του παλιού καιρού, πεντέξη φουκαράδες που τριγυρίζουν από δω κι από κει για ένα κομμάτι ψωμί. Δυό μεσόκοπα αδέρφια με τις γυναίκες τους και καναδυό άλλους κίνησαν απ’ την πρωτεύουσα όταν έπεσε η μεγάλη πείνα και τρία χρόνια τώρα βωλοδέρνουν εδώ γύρω, στα μεγαλοχώρια. Οι στερήσεις και τα βάσανα που πέρασαν έχουν αποτυπωθεί στο πρόσωπό τους. Τους τσαλάκωσε άθλια η ζωή.

– Μας κυνηγούσαν όλοι, θεοί και δαίμονες, Γερμανοί και Ραλλικοί, μου λέει ο θιασάρχης που του λείπουν τα πιο πολλά δόντια. Μας είχαν δυό μήνες κρατούμενους στο Μεγανήσι, εμένα με πέρναγαν για προπαγανδιστή. Τρομάξαμε να ξεφύγουμε απ’ τα χέρια τους.

Τώρα βρήκαν αποκούμπι στα τμήματά μας. Και δίνουν ολοένα παραστάσεις, δωρεάν για τους αντάρτες, με καλαμπόκι ή στάρι για τους άλλους. Μα οι πολίτες σπάνια φέρνουν κατιτί και τότε η πελατεία γράφεται σ’ έναν κατάλογο με την ελπίδα να εισπραχτούν αργότερα οι συνδρομές, από σπίτι σε σπίτι.

Παρακολούθησα κι εγώ μιά παράστασή τους. Έπαιξαν δράμα, κωμωδία και νούμερα. Έλεγαν ό,τι τους κατέβαινε, άλλαζαν το κείμενο προσπαθώντας να το συγχρονίσουν, καμιά φορά έπιαναν και στιχομυθία με το κείμενο.

Το ακροατήριο γελούσε με όλα αυτά και πιο πολύ όταν στο τέλος η ασουλούπωτη πρωταγωνίστρια, που παρίστανε τη σπιτονοικοκυρά, έβαλε κάτου τον κοντούλη κωμικό και του τις έβρεξε αλύπητα στον πισινό.

                                                                              *

[Κεφαλονιά]

Η Κυβέρνηση, λέει, θα βγάλει καινούργιες δραχμές. Αυτές πια θα έχουν αξία σαν τις προπολεμικές.

Στο μεταξύ κυκλοφόρησαν για την περιοχή των Ιονίων Νήσων κάτι γραμμάτια από 50 εκατομμύρια κι απάνω. Μου έδωσε κι εμένα ένα μαζί με κάμποσα χαρτονομίσματα παλιότερα ένας συναγωνιστής που είχε αρκετά κι έφευγε για πέρα.

-Πάρε να γίνεις κι εσύ εκατομμυριούχος! μου είπε γελώντας.

Πήγαμε σ’ ένα κέντρο και ζητήσαμε πάστες. Δεν είχε, σηκωθήκαμε γι’ αλλού. Δε θα βρείτε πουθενά, μας είπαν, έρχονται οι ξένοι και τις αγοράζουν με σελλίνια.

Τα δικά μας τα χρήματα δεν έχουν πέραση ούτε δώ.

-Φέρε μας τότε γλυκά του κουταλιού, παράγγειλε ο παραλής.

Κέρασε και ξανακέρασε φωνάζοντας κοντά μας όποιον γνωστό του έβλεπε να μπαίνει. Του είχε μπει η ιδέα να ξοδέψει τα κεφάλαιά του όπως όπως.

-Τι τα θέλω, για βάρος; έλεγε κάθε τόσο.

Ένας που τον καλό καιρό δεν έπιανε ποτέ του χιλιάρικο, του φαίνεται άβολο τώρα νάχει πάνω του τέτια τεράστια ποσά. Έπειτα είναι και κάτι σαν εκδίκηση για την παλιά σου φτώχια το να σπαταλάς ασυλλόγιστα χιλιάδες χιλιάδων.

 *

[Επιστροφή στην Άρτα]

Είμαστε τώρα στο ζυγό του Μακρυνόρους, όλο κατηφορίζουμε. Ο δημόσιος δρόμος περνάει αριστερά μας, χαμηλότερα, δε φαίνεται από δω. Εμείς έχουμε γύρω μας τούφες και πέτρες. Τα πόδια αρχίζουν να πονούν.

Μα δε λείπουν κι οι εκπλήξεις. Έν’ αεροπλάνο περνάει, χαμηλώνει, κατεβαίνει προς το μέρος του Μενιδιού. Μπα, τι θέλει εκεί, ποιον θα βγάλει έξω; Το χάνουμε κάμποσα λεπτά (γιατί το λιμάνι δε φαίνεται από δω) και σε λίγο το βλέπουμε πάλι. Μοιάζει σα να γλιστράει στο νερό ή περνάει πολύ χαμηλά. Και χάνεται πέρα στα ρηχά, σα να σέρνεται στην άκρη του κάμπου. Σε λίγο κρύβεται απόνα βουναλάκι.

– Αυτό είναι υδροπλάνο, λέει κάποιος.

– Μπα, και τι θέλει εδώ;

– Μην ψάχνουν οι Άγγλοι για το Ζέρβα;

– Γούστο έχει νάναι ο Σαράφης κι ήρθε για τις επιχειρήσεις…

Τέλος πάντων αυτό το παράξενο πουλί έδωσε νέο θέμα ομιλίας.

 *

 Είταν καμιά εικοσπενταριά ζώα φορτωμένα. Μπορούσε να μην πάθει τίποτε κανένα; Η στράτα είταν στενή, περνούσε ανάμεσα από πέτρες, το φόρτωμα χτυπούσε πότε από δω πότε από κει. Όσο κι αν πρόσεχαν οι αγωγιάτες, όσο κι αν παρακολουθούσαν τα παιδιά τα δικά μας, δεν αποφεύγονταν ολωσδιόλου οι αβαρίες.

Στο τέλος έγινε κι η μεγάλη ζημιά. Το νέο διαδόθηκε αμέσως απ’ τον πρώτον ως τον τελευταίο της συνοδείας:

– Έσπασε η νταμιτζάνα με το οινόπνευμα!

Είταν καθαρό, αχρωμάτιστο, είκοσι τόσες οκάδες. Το φύλαγαν τόσον καιρό, το κουβάλησαν από τόσο διάστημα και χάθηκε σε μια στιγμή, δεν έμεινε σταλιά. Πού να ξαναβρεις άλλο!

Ποιος είταν κοντά στο ζώο; Δε βαριέσαι, κανένας δε φταίει. Το γιαλί χτύπησε στην πέτρα κι έσπασε το γιαλί.

Στο μέρος όπου έγινε η ζημιά, τρέχει ολόκληρο αυλάκι. Το υγρό σκόρπισε γύρω του μια δυνατή μυρωδιά.

– Τι αναποδιά! λέει ο γιατρός γεμάτος στενοχώρια. Μας είταν τόσο χρήσιμο αυτή την εποχή για τους τραυματίες, για φάρμακα, για όλα…

 *

 Περνάμε από λάκες με σπαρτά, από κάτι σπιτάκια καμμένα. Κι εδώ ακόμα, στ’ απόμερα, στην εξοχή, έβαλαν φωτιά οι βάρβαροι της Γερμανίας. Έκαμαν τ’ ανάθεμα για να τους θυμούνται, να τους καταριούνται τα παιδιά και τ’ αγγόνια μας.

Όσο προχωρούμε προς το χωριό, τόσο αριώνουμε πια. Γινόμαστε μικρά μπουλούκια, ανάλογα με την αντοχή του ο καθένας. Εκείνος που είχε τα γίδια έμεινε πίσω απ’ όλους. Πρωτοπορία έχουμε πάντα τους αρώστους, που πάνε καβάλα. Μερικοί κουράστηκαν, άλλοι τραγουδούν.

Μπαίνουμε τώρα στα χωράφια, στον κάμπο. Σε λίγο παρουσιάζεται ένα ρέμα. Με χίλια βάσανα, μεσοπατώντας στα νερά, το περνούμε. Παρακάτω όμως είναι ένα άλλο, ίσως και το ίδιο, αδιάβατο.

– Θα σας περάσω γω, λέει ο γιατρός στη μικρή συντροφιά που τον ακολουθούσε.

Πηγαινοερχόταν με τη φοράδα του παίρνοντας κάθε φορά κι από έναν στα καπούλια. Μονάχα μια νοσοκόμα, απ’ τις προσκολλημένες τελευταία, αρνιέται με επιμονή να μπει καβάλα. Στο τέλος πατάει μέσα με τα παπούτσια, γίνεται παπί ώσπου να βγει.

– Μα γιατί δεν ήθελες; Τη ρωτάει παραπέρα μια άλλη.

– Φοβόμουν μη μούρθει σκοτούρα! Απαντάει σοβαρά.

 

*

 Κοιμηθήκαμε στο Κομπότι, τρομάξαμε να βολευτούμε. Είμασταν πολλοί και τα σπίτια καμμένα. Οι αγωγιάτες με τα παιδιά κούρνιασαν σ’ ένα παλιόσπιτο με τρία τέσσερα δωμάτια που το κατοικούσε ένας άνθρωπος μόνο, χωρίς οικογένεια. «Δε μ’ άφησαν οι περιστάσεις να παντρευτώ» τους εξηγεί κι εκείνοι γελούν.

Οι αγωγιάτες έφαγαν καλά κι εκείνο το βράδι. Έχουμε μπόλικο ψωμί, τους μοιράζουν αβέρτα κομμάτια με θρεψίνες. Την τρώνε με όρεξη, οι πιο πολλοί δεν είχαν ξαναδοκιμάσει. Στο προηγούμενο χωριό καλόφαγαν κι εκεί. Ο επιμελητής τούς έκαμε διανομή μια γίδα ψημένη.

– Κουραζόμαστε, αλλά μας ταΐζουν! λεν σφουγγίζοντας τα μουστάκια τους απ’ το προσφάι που κολλούσε.

Πριν απ’ το ξεκίνημα όσοι θα πήγαιναν καβάλα έβγαλαν τα παπούτσια τους και τάδωσαν σ’ εκείνους που δεν είχαν. Μέσα στην Άρτα έπρεπε να μπούμε κάπως συμμορφωμένοι. Οι νοσοκόμες χτενίζονται, κοιτάζονται στον καθρέφτη.

Μονάχα η Λένη, αυτή που φρόντιζε για τα παιδιά του Σταθμού, δεν έδειξε καμιά φιλαρέσκεια:

– Θα με γελάσουν! Τι λες εκεί! Δεν έχω κανέναν ανάγκη…

 *

 Καθώς περνούμε απ’ τους μπαξέδες, μας ρίχνουν από μέσα πορτοκάλια. Οι αντάρτες, οι κοπέλες, που τα στερήθηκαν τόσον καιρό, τα πιάνουν στον αέρα.

Κοντεύουμε τώρα στην πόλη. Στην άκρη του ποταμιού στεκόμαστε λίγο να βάλουμε κάποια σειρά. Μπροστά πάνε οι αγωγιάτες με τα ζώα, έπειτα ο γιατρός καβάλα στη φοράδα, πίσω ο επιμελητής, οι νοσοκόμοι, όλη η κομπανία. Και στο τέλος έρχονται οι βοηθοί, τα τσιράκια, σαλαγώντας γελάδια και γίδια. Είναι μια εικόνα ζωντανή, με λαϊκό χρώμα.

Όλοι έχουν χαρά. Τα πρόσωπά τους αστράφτουν. Η Ήπειρος ξεσκλαβώθηκε πια, είναι δική μας. Πατούμε στις ελεύθερες πόλεις. Μας φαίνεται σαν όνειρο. Κι όμως είναι αλήθεια. Το βλέπουμε ολοένα.

Καθώς περνούμε στην αγορά, απ’ τα πεζοδρόμια, απ’ τα μαγαζιά, απ’ τα μπαλκόνια, από παντού καλωσορίζουν, χαιρετούν, φίλοι και άγνωστοι:

– Καλώς ήρθατε!

– Γεια σας παιδιά!

Όσα υποφέραμε από χρόνια, ξεχάστηκαν σε μια στιγμή.

Κράτησα την ορθογραφία του Κοτζιούλα. Η μεταγραφή μπορεί να έχει λαθάκια, δεν έχω προλάβει να επιμεληθώ τα κείμενα.

* Το σύνθημα που είναι γραμμένο στον τοίχο του ερειπωμένου σπιτιού στην πρώτη ενότητα είναι από αντάρτικο τραγούδι για τον ΕΛΑΣ:

«Προχωρείς σε σωρούς ερειπίων / και σε μαύρης σκλαβιάς σκοτεινιά / και δαμάστρα να γίνεις θηρίων / ξεπετιέσαι Ελλήνων γενιά»

* Το επιφώνημα «Σύρμα!» που αναφέρεται στην αρχή του κειμένου, στη δεύτερη ενότητα, δίνει μια ιδέα για την πιθανή προέλευση της έκφρασης «Σύρμα!» αν και η επίσημη εκδοχή που έχω ακούσει λέει ότι προέρχεται από τους αβανταδόρους των παπατζήδων. Να το κρατήσουμε για κάποια άλλη φορά.

* Ραλλικοί οι ταγματασφαλίτες, το σώμα που ιδρύθηκε από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιω. Ράλλη.

* Η θρεψίνη που αναφέρεται προς το τέλος ήταν σταφιδίνη σε μορφή κρέμας, που την άλειβαν σε ψωμί και ήταν πολύ διαδεδομένη τα χρόνια πριν και μετά την κατοχή.

* Το «Θα με γελάσουν» στην προτελευταία ενότητα, σημαίνει «θα με περιγελάσουν», όχι «θα με ξεγελάσουν».

Advertisements

81 Σχόλια to “Όσα υποφέραμε από χρόνια ξεχάστηκαν σε μια στιγμή”

  1. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  2. spiral architect said

    Καλημέρα! 🙂
    Περιμένω – φαντάζομαι και οι περισσότεροι εξ υμών – εναγωνίως και την επίσημη έκδοση.
    Θα είναι ένα λιθαράκι, για να μην επιβεβαιωθεί ο τίτλος της ανάρτησής σου …

  3. ΣοφίαΟικ said

    To ίδιο σκέφτηκα κι εγώ με το «σύρμα» και περιμένω μελλοντική ανάλυση 🙂
    Κόλλησα και στις παστες. Από τη θρεψίνη στα προιόντα ζαχαροπλαστείου είναι μεγάλο το άλμα.
    Τα δακτυλογραφημένα με OCR, υποθέτω.

  4. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    Για την επίσημη έκδοση πρέπει πρώτα να βρεθεί εκδότης, που σε τέτοια συγκυρία δεν είναι εύκολο αν και κάτι γίνεται.

    Είναι διαφορετικά αποσπάσματα -οι πάστες στην Κεφαλονιά, που είχε περισσότερα αγαθά, η θρεψίνη απέναντι, στην Άρτα. Η δακτυλογράφηση είναι παλιά και το OCR δίνει πολύ μέτρια αποτελέσματα.

  5. spiral architect said

    @4: 💡 Nικοκύρη, δοκίμασες κάποιο πρόγραμμα φωνητικής πληκτρολόγησης; 💡
    (θέλει «χτένισμα» μετά το κείμενο, αλλά κερδίζεις χρόνο)

  6. Νέο Kid Στο Block said

    «Πήγαμε σ’ ένα κέντρο και ζητήσαμε πάστες. Δεν είχε, σηκωθήκαμε γι’ αλλού. Δε θα βρείτε πουθενά, μας είπαν, έρχονται οι ξένοι και τις αγοράζουν με σελλίνια.

    Τα δικά μας τα χρήματα δεν έχουν πέραση ούτε δώ.»

    Ωχχχ! (πολύ παίζει αυτό το ωχχχ σήμερα.. 🙂 ) Ντεζαβύ , να πούμε;

    Υπάρχει και μια ιστορικη ατάκα παλαιού πρωταγωνιστή σε «αισθησιακή» ταινία, τον οποίον η πρωταγωνίστρια έχι φιλέψει μια πάστα και ακολουθεί (ένεκα αδημονιας του σκηνοθέτη για πέρασμα στη δράση..) η φράση: «Μμμμ, ωραία πάστα! Έλα να σε @@@ήσω!» 😳

    YΓ. Ελπίζω Νικοκύρη να μην το παράχ@σα! Πάντως θα ήταν ωραιο θεμα αυτές οι ατάκες(ειδικά του μέγιστου Γκουσγκούνη!) αλλά πρέπει να φκιάξεις το Sarantakos.hardcore.blogspot 🙂

  7. sarant said

    5: Κερδίζεις χρόνο ως προς την πληκτρολόγηση αλλά και πάλι θέλει αρκετό χρόνο που δεν τον έχω.

  8. Αρκεσινεύς said

    -Πρόδηλος ο τίτλος για την 17η του Ιούνη.

    -Όλοι φοβούνται το Θεό κι ο τσουκαλάς τον τοίχο.

    -«τα χρήματα από την αρχή της κατοχής άρχισαν να χάνουν την αξία τους μέχρι σημείου που για να αγοράσεις ένα αυγό χρειαζόταν μια τσέπη χιλιάρικα. Τα πορτοφόλια είχαν καταργηθεί και τα έβαζαν σε μαξιλάρια». Από απομνημονεύματα ενός συμπατριώτη.

  9. sarant said

    8: Παραλλαγή της παροιμίας, «Όλοι φοβούνται το Θεό κι ο Σιφωνιός τον τοίχο»
    Σιφωνιοί οι Σιφνιοί, που έχουν παράδοση στην αγγειοπλαστική.

  10. ΣοφίαΟικ said

    Εντωμεταξύ διαβάζοντας αυτό με το μπουλόυκι έκανε κλικ (ξέρω είμαι αργόστροφη) το γιατί σε ό,τι σχετικό έχω διαβάσει παντα οι χωρικοί είναι φιλόξενοι και πρόθυμοι να προσφέρουν κλπ. Προφανώς η καλή καρδιά είναι αναλογη του φόβου. Οι ηθοποιοί δεν είχαν όπλα, οπότε ηταν απλοί ζητιάνοι.

  11. Immortalité said

    Ανυπομονώ για την επίσημη έκδοση κι εγώ! 🙂

    @8 & 9 Ωραία παροιμία, δεν την ήξερα. Ούτε την κανονική, ούτε την παραλλαγή. Γιατί όμως τον τοίχο; Λόγω της μεταφοράς με γαϊδούρια που πάνε σιμά στους τοίχους;

  12. Μπράβο στο Νικοκύρη και στους εθελοντές αντιγραφείς.

    Ωραίες οι περιγραφές του ποιητή Γ. Κοτζιούλα.
    «Το ακροατήριο γελούσε με όλα αυτά και πιο πολύ όταν στο τέλος η ασουλούπωτη πρωταγωνίστρια, που παρίστανε τη σπιτονοικοκυρά, έβαλε κάτου τον κοντούλη κωμικό και του τις έβρεξε αλύπητα στον πισινό». Πρόκειται για τη «νούτικη κωμωδία» που παιζόταν πάντα στο τέλος των παραστάσεων των θεατρικών μπουλουκιών. Λεγόταν νούτικη, επειδή ήταν βγαλμένη από το νου των ηθοποιών, ήταν δηλαδή ένας θεατρικός αυτοσχεδιασμός. Διαρκούσε 10 ως 15 λεπτά. Σκοπό είχε να προκαλέσει το γέλιο των θεατών και να φύγουν με καλή διάθεση και γελαστοί, απαλλαγμένοι από το βάρος στα στήθη που τους είχε προκαλέσει το δράμα που είχαν παρακολουθήσει νωρίτερα.

    Είναι μεγάλη η προσφορά των θεατρικών μπουλουκιών στην επαρχία, αλλά δεν είναι του παρόντος.
    Μια άγνωστη πτυχή είναι, ότι την περίοδο της Κατοχής κάποιοι τέτοιοι θίασοι ήσαν σύνδεσμοι του ΕΑΜ.
    Ένας απ’ αυτούς ήταν ο θίασος ήταν του Ρολάνδου Χρέλια.
    Και μια και τόφερε η κουβέντα, όταν ο Χρέλιας πέρασε από το Μεσολόγγι, ακολούθησε το θίασό του (γοητευμένη από τα φώτα του θεάτρου αλλά κι από την γοητεία του θιασάρχη) η νεαρά Ελπίδα Χωματιανού, η οποία στη συνέχεια διέπρεψε στην επιθεώρηση ως Σπεράντζα Βρανά.

  13. sarant said

    11: Ναι, πάει το μουλάρι τοίχο-τοίχο και σπάει τις στάμνες που μεταφέρει.

    12: Καλημέρα Ορεσίβιε, ωραία η πληροφορία!

  14. Immortalité said

    @13α Δηλαδή μόνο στη Σαντορίνη πάνε γκρεμό – γκρεμό! 🙂

    @12 Μα που τα ξέρεις όλα αυτά! 🙂

  15. JS said

    Η θρεψίνη […] ήταν πολύ διαδεδομένη τα χρόνια πριν και μετά την κατοχή.

    Πείνα και τον γονέων τότε. Είχαμε παραφράσει και το θρησκευτικό άσμα: «Ο Χριστός είναι που δίνει τη χαρά και την ειρήνη» σε «Ο Χριστός είναι που δίνει το ψωμί και τη θρεψίνη»

  16. @14. Έκαστος στο είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες. Ιμμόρ, το ίδιο λέω κι εγώ με τα σχόλια τα δικά σου κι άλλων σχολιαστών: Μα που τα ξέρουν όλα αυτά!

  17. ΠΑΝΟΣ said

    Δεν ξέρω γιατί,αλλά ό,τι θυμίζει τις εμφυλιοπολεμικές εποχές ,μού προκαλεί πιά αποστροφή και θλίψη.Μάλλον δικό μου πρόβλημα.Δέχομαι πως είναι μαρτυρίες,αλλά τελικώς γιά ποιάν Ελένη; Και,βέβαια,δεν δέχομαι ότι υπάρχει πούρα Αντίσταση ,η οποία δεν είχε το εμφυλιοπολεμικό σπέρμα,γιά μην πω νεογνό…Σημειώνω -διότι οι ρωμιοί είμαστε φιλοπαρέξηγοι- πως μάνα και θείοι έλαβαν μέρος (από Αριστερά μεριά) και στα δύο,με τις μετέπειτα γνωστές συνέπειες που επέβαλε η «νικήτρια» Δεξιά.

  18. bernardina said

    Η μανούλα μου, παιδί της Κατοχής, αναπολούσε συχνά πυκνά τη θρεψίνη (κι ο πατέρας τής απαντούσε «όποιος γεννήθηκε στη φυλακή, της φυλακής γυρεύει» 🙂 ) . Πριν από καιρό είχα βρει κάτι παρόμοιο, αλλά δεν έχει τύχει να το δοκιμάσω.

    Αρχιτέκτονα, #5, Ασ’ τα να πάνε τα συστήματα φωνητικής πληκτρολόγησης. Χαμένα λεφτά, τζάμπα κόπος (και πολύ παραπανίσιος μάλιστα). Άσε που μετά από μερικές ώρες υπαγόρευσης γίνεται κουδούνι το κεφάλι σου. Για την ώρα, αποτυχία. 😦

  19. Δημήτρης Μ. said

    Μια που ήρθε η κουβέντα για σταφιδίνη θρεψίνη κλπ. Θυμήθηκα από τα παιδικά μου χρόνια (δεκαετία ΄60) ένα σιρόπι, που το πουλάγαν στο μπακάλικο και το έλεγαν φακιούλι, ή κάπως έτσι. Θυμαται, ή ξέρει, κανείς κάτι;

  20. @17. Πάντως, σύμφωνα με διεπιστημονικές προσεγγίσεις (κοινωνικών ανθρωπολόγων, ιστορικών κλπ) η ιστορία των συναισθημάτων, λειτουργεί διευρύνοντας το βλέμμα της Ιστορίας.

  21. Νέο Kid Στο Block said

    Θρεψίνη, σταφιδίνη κλπ δεν πρόλαβα, αλλά πρόλαβα (να τρώγεται άραγε ακόμα;) τη «μερέντα (ή το μαρμελαδοβούτυρο) του φτωχού» στο χωριό, που ήταν μια φέτα χωριάτικο ψωμί βρεγμένο και πασπαλισμένο (ή επικαλυμμένο, άμα ήσουν προύχοντας) με ζάχαρη.
    Θυμάμαι δε ακόμα την έκπληξή μου, όταν αρκετά αργότερα έμαθα από ένα φίλο Γιουγκοσλάβο στη Γερμανία, ότι το ίδιο τρώγανε και στο δικό του χωριό τα πιτσιρίκια.

  22. JS said

    20:
    >η ιστορία των συναισθημάτων, λειτουργεί διευρύνοντας το βλέμμα της Ιστορίας.

    Η ιστορία των συναισθημάτων μάλλον εμποδίζει την Ιστορία στην αποτύπωση του δημόσιου βλέμματος.

  23. JS said

    21:Όλα αυτά ήρθαν αργότερα. Πρόλαβα το ραντισμένο με σταγόνες λαδιού ψωμί (μαύρο, λευκό δεν υπήρχε) και με λίγη ρίγανη. Α, και το φοβερό: ψωμί με μια λεπτή στρώση μπελντέ!

  24. bernardina said

    Με πρόλαβες!
    Ψωμί με πελτέ ντομάτας. Μμμμ…

  25. Νέο Kid Στο Block said

    Γιάννη και Μπέρνη, κρύψτε λόγια!
    Τα 23. και 24. μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον σας! (ηλικιακώ τω τρόπω, εννοώ) 😆

  26. JS said

    Πελτέ είναι τελικά; Εγώ το ξέρω μπελντέ.
    Μπελντές πάντως είναι ο φίλος μου ο Σωτηράκης. Του έμεινε το παρατσούκλι όταν τον έστειλε η μάνα του στο μπακάλη: -Θα πάρεις μισή οκά ρύζι, μια οκά φασόλια, 2οο δράμια λάδι (του έδωσε το άδειο μπουκάλι) και 50 δράμια μπελντέ.
    Ξεκίνησε ο Σωτηράκης. Ρύζι, φασόλια, λάδι, μπελντέ. Ρύζι λάδιι, μπελντέ. Λάδι μπελντέ. Μπαίνει στο μπακάλικο, ακουμπάει το μπουκάλι στη ζυγαριά. –Μπελντέ!

  27. ppan said

    Εγώ ακόμη τρώω ψωμί με πελτέ!!

  28. spiral architect said

    (Μ)πελτές Κύκνος!
    Προσοχή εις τας απομιμήσεις. 😆

  29. spiral architect said

    @18: Αν κάνετε μια βόλτα από τα μπακάλικα της Ευριπίδου, της Αθηνάς και της Αιόλου θα βρείτε την «Θρεψίνη» του Μπάρμπα Χαράλαμπου.

  30. zxc said

    Είμαι εκτός θέματος, αλλά δεν ξέρω που αλλού μπορώ να ρωτήσω και να λάβω υπεύθυνη απάντηση. Πρόκειται για την λέξη “κατσαούνος / κατσαούνης” και την ετυμολογία της. Υπάρχει λέξη “κατσαν” στα τούρκικα να λέει “φυγάς”, ή μήπως παρόμοια λέξη στα βλάχικα ή αρβανίτικα, που ίσως δηλώνει “γραικόφιλος”? Ως γνωστόν, τους γραικόφωνους / (και) γραικόφιλους τους έλεγαν κατσαούνηδες οι αρβανίτες και βλάχοι της Ηπείρου και δυτικής Μακεδονίας.
    Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας και την βοήθεια. Ξανά συγνώμη για το εκτός θέματος.

  31. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    29: Μπράβο Αρχιτέκτονα, ώστε υπάρχει ακόμα θρεψίνη!

    26: Εμ πώς να μην του βγει του καψερού το παρατσούκλι!

  32. sarant said

    30: Ναι, kaçan (κατσάν) είναι ο φυγάς, kaçak είναι ο παράνομος, φυγόδικος, λαθρέμπορος. Από εκεί τα δικά μας επώνυμα Κατσάκος, Κατσάνης (και Καρακατσάνης), αλλά δεν ξέρω για το κατσιαούνης.

  33. Αρκεσινεύς said

    Ακόμη παλιότερα: μια φέτα ψωμί ψημένη στο μαγκάλι και αλειμμένη με χοιρινό λίπος

  34. bernardina said

    Καλέ, τι είχα βάλει εγώ στο 18; :mrgreen: Αααα, μα έχει δίκιο η Ιμόρ τελικά :

    Κιντάκο, τι να κρύψουμε μανάρι μου; Φάτσα φόρα τα ‘χουμε πει όλα (εκτός από το αληθινό μας όνομα 😀 )

    Καταπληκτικός ο Μπελντές του JS. Πώς τον νιώθω! 🙂

  35. JS(22).
    >Η ιστορία των συναισθημάτων μάλλον εμποδίζει την Ιστορία στην αποτύπωση του δημόσιου βλέμματος.

    Όμως η ιστορία των συναισθημάτων, μας πάει πιο πέρα από τη διχοτομία δημόσιο/ιδιωτικό. Πιστεύω ότι στην Ιστορία μας ενδιαφέρει το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. Διαδικασίες πειθάρχησης των συναισθημάτων, εμποδίζουν τη συγκρότηση κοινωνικών ταυτοτήτων. Η ιστορία στις μέρες μας έχει αποδράσει από τα ήρεμα γραφεία των ιστορικών κι έχει βγει στις ταραγμένες και παθιασμένες πλατείες (Ταχρίρ, Σύνταγμα κλπ και στις πολλές που θ’ ακολουθήσουν).

  36. ;πόσο παλιά είναι η μετωνυμία «σύρμα»,
    για το τηλέφωνο, δηλαδή
    ως τσιλιαδόρος ειδοποιώ τον συνεργό «τηλεφωνικά»

    30
    εδώ λέει κατσ(ι)αούν = βοσκός, κτηνοτρόφος, ψάχνω να βρω σχετική λέξη και πέφτω στο ρουμάνικο cață (katsa) με αρχική σημασία
    γκλίτσα, κατσούνα του βοσκού.

  37. ppan said

    30: νομίζω λέμε ελληνόφωνους

  38. 38 οι Βλάχοι και λοιποί Βαλκάνιοι
    μας λένε αιώνες τώρα, Γκραίκους,
    οπότε στο συγκεκριμένο κείμενο ταιριάζει.
    Έχει και μια συλλαβή λιγότερη,
    ας πάρει ένα 10% της χρήσης
    του επίσημου ελληνόφωνου.

  39. #30, 32
    Κάποιες σχετικές/άσχετες πληροφορίες. Εμένα η καταγωγή μου είναι από τα χωριά που ονομάζονται Κατσανοχώρια (κοντά στα Γιάννενα). Στα δυτικά των Κατσανοχωρίων (συνορεύουμε δηλαδη) υπάρχουν τα «Κατσιαουνοχώρια». Στη λέξη «Κατσιαουνοχώρια» το τσι είναι ουρανικό. Επίσης, το όνομα «Κατσιαουνοχώρια» δεν χρησιμοποιείται πλέον. Για την ακρίβεια δεν το έχω δει ούτε σε καμιά πηγή ή οπουδήποτε. Μόνη αναφορά σε αυτό είναι στο έργο ενός λόγιου γιατρού του 19ου αιώνα (1885 περίπου).

  40. Έφτιαξα με το μυαλό μου (!) την πιθανή τουρκική λέξη από την οποία να προέρχεται το Κατσαούνος και κατέληξα στο kaçağın. Το έβαλα σε ονλάιν μεταφραστή http://www.seslisozluk.net και το μετέφρασε ως «φυγάς». Υπάρχει όντως η λέξη;

  41. @40: Η λέξη είναι kaçak. kaçağın σημαίνει «o φυγάς σου». Οπότε μάλλον δεν είναι η ρίζα του Κατσαούνος.

  42. ppan said

    38: αυτοί μας λένε, εμείς πώς λεγόμαστε; άντε το «γκραίκος/γκρέκος» να το δεχτώ ακριβώς για τον λόγο που λες, αλλά το γκραικόφωνος κλπ. με τίποτε: γκραίκοι είναι οι ελληνόφωνοι

  43. 39 ουρανικό και στα σλάβικα επώνυμα
    Kachaunov(a)
    41 ή του φυγά
    42 και ένα επιχείρημα υπέρ σου
    ακούγεται τραγέλαφος
    με το λόγιο -φωνος

  44. ppan said

    Ίσως γιατί η λέξη δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν και τα «γραικικά» ενώ τα γκρεκάνικα σημαίνουν άλλο πράγμα.

  45. aerosol said

    «Διαδικασίες πειθάρχησης των συναισθημάτων, εμποδίζουν τη συγκρότηση κοινωνικών ταυτοτήτων.»
    Ορεσίβιε, τρομερά συμπυκνωμένο αυτό. Βιβλίο βγάζεις αναλύοντας τις εκφάνσεις του.
    Χαρακτηριστικό το μοναχικό κυνήγι του «cool» στη Δύση των πρόσφατων δεκαετιών.
    Και μετά έρχεται μια εποχή που θέλεις τον δίπλα και έχεις ξεμάθει να προσεγγίζεις.

  46. sarant said

    Ευχαριστώ και για τα νεότερα.

    Ορεσίβιε και Αεροζόλ είπατε ωραία πράγματα!

  47. @ 46. Νίκο, σ’ ευχαριστώ πολύ.
    @Aerosol (45). Εξαιρετικό το σχόλιό σου. Όσο για το «τρομερά συμπυκνωμένο» , σε ιστολόγιο γράφουμε, δεν είμαστε σε συνέδριο. Αφού έχουμε το προνόμιο να φιλοξενεί τις απόψεις μας ο Νικοκύρης, πρέπει να σεβόμαστε τη φιλοξενία και να είμαστε περιεκτικοί.
    Είμαι βαθύτατα πε-πεισμένος ότι υπάρχουν βαθύτατοι δεσμοί μεταξύ Ιστορίας και συναισθήματος. Προσωπικά την Ιστορία την κατανόησα, αφού πρώτα την ένοιωσα, μέσα από βιωμένες προσωπικές αφηγήσεις, παρά από τις «τεκμηριωμένες» απόψεις δήθεν αντικειμενικών ιστορικών.
    Ό,τι και να μου πουν, εγώ δεν πρόκειται να θεωρήσω Ιστορία, περιγραφές που αγνοούν τον ανθρώπινο πόνο, τα τραύματα, την ελπίδα, την παραμυθία, τη μελαγχολία και κυρίως τη «συγχυσμένη αλήθεια» που υπάρχει κάτω από τις εξεγερμένες πλατείες του 21ου αιώνα,

  48. Immortalité said

    @34 Άργησε, αλλά δικαιώθηκα! 😀 😛

    Και ο πελτές παιδιά είναι πελτές ο έρμος και δεν είναι μόνο της ντομάτας. Είναι και από κυδώνι και είναι θεσπέσιος! Όταν δε πρωτάκουσα συνταγή με πελτέ, είχα φρίξει που έριχνε γλυκό στο φαΐ 🙂 Ψωμί με πελτέ (ντομάτας) ποτέ δεν έφαγα. Αντιθέτως μαρμελάδες, μέλι, και μερέντα ήταν στην ημερησία διάταξη. Όμως όταν πηγαίναμε στο χωριό, η γιαγιά μου μας έκοβε χοντρές φέτες από άσπρο ψωμί, χάσικο όπως το έλεγε, και μας έβαζε βούτυρο και μπόλικη ζάχαρη που έκανε κρατς κρατς. Και φώναζε η μάνα μου ότι δεν κάνει να τρώμε ζάχαρες…

    @33 Ψωμί με γλίνα, τέτοιο έχω φάει κι εγώ.

    @47 Πόσο δίκιο έχεις, και ο Αεροζόλ στο 45. Αυτά σκεφτόμουνα, σήμερα το βράδυ το πέρασα παρέα με δικούς που έχουν τη διπλή μου ηλικία και βάλε ακούγοντας ιστορίες. Προσωπικές ιστορίες που όμως είναι κομμάτια της Ιστορίας. Σκεφτόμουν ότι πρέπει να τα γράψω αυτά, δεν μπορεί να χαθούνε έτσι…

  49. ΣοφίαΟικ said

    Ψωμί με λάδι και ζάχαρη.
    Εμένα δεν μου άρεσε, άλλα παιδιά το ζήταγαν.

    47 κλπ: εγω δεν είχα την τύχη να μάθω ιστορία από τους παπούδες μου, γιατί προτιμούσαν να μην μιλάνε για αυτή. Από τα λίγα που μάζεψα απο δω κι απο κεί, καμία σχέση με γραφικές ιστορίες σαν αυτές που αποσπάσματα μας έδωσε σήμερα ο Νικοκύρης.

  50. Νέο Kid Στο Block said

    48.Δικαιώθηκες..τι δικαιώθηκες! Μια στιγμιαία αφηρημάδα του σπειραρχιτέκτονα και του νικοδέσποτα δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα!
    Ξεχνάτε τις μυριάδες σιωπηρών θαυμαστών και φόλοουερς, για να μην αναφέρω τους λουρκίζοντες σαν κι εμένα.
    Αλλά για να το δέσετε απ’όλες τις μεριές, γίνετε και σείς λίγο πιο προκλητικές ρε κορίτσια! Βάλτε και λίγο κραγιονάκι και κανα μπικίνι τολμηρό, καύσωνα έχουμε! 😆

  51. sarant said

    48-49, Πάντως καθίστε να της γράψετε τις ιστορίες, η μνήμη είναι προδότρα.

  52. JS said

    Ορεσίβιε,

    η Ιστορία των συναισθημάτων είναι μια από τις πάμπολλες «ιστορίες» που προσπαθούν να αναλύσουν ιστορικές καταστάσεις. Παλιά η ιδέα ότι για την ανάλυση των φαινομένων πρέπει να συνεργαστούν αρμονικά οι κλάδοι της οικονομίας, της κοινωνιολογίας, της γεωγραφίας, της ανθρωπολογίας, της ψυχολογίας κλπ.
    Όμως τέτοιες προσπάθειες όπως λ.χ στην Ποσοτική Ιστορία καταλήγουν πολλές φορές σε αυτό που σου είπα στο #20: Παρεμποδίζει την Ιστορία στην αποτύπωση του δημόσιου βλέμματος.

    Πάντως σε βλέπω πολύ ενθουσιώδη οπαδό αυτής της Ιστορίας αν και όλα όσα έγραψες είναι από το άρθρο του Αντώνη Λιάκου στο ΒΗΜΑ.
    Εκτός αν ο Ορεσίβιος είναι ο Λιάκος.
    Για δες:
    Ορεσίβιος: η ιστορία των συναισθημάτων, λειτουργεί διευρύνοντας το βλέμμα της Ιστορίας.
    Λιάκος: η ιστορία των συναισθημάτων […] λειτουργεί διευρύνοντας το βλέμμα της Ιστορίας

    Ορεσίβιος: η ιστορία των συναισθημάτων, μας πάει πιο πέρα από τη διχοτομία δημόσιο/ιδιωτικό.
    Λιάκος: η ιστορία των συναισθημάτων […] μας πάει πέρα από […] τη διχοτομία δημόσιο/ιδιωτικό

    Ορεσίβιος: το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας.
    Λιάκος: στο σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας.

    Ορεσίβιος: Διαδικασίες πειθάρχησης των συναισθημάτων[…] κοινωνικών ταυτοτήτων.
    Λιάκος: Διαδικασίες πειθάρχησης των συναισθημάτων […]ταυτοτήτων κοινωνικών

    Ορεσίβιος: ήρεμα γραφεία των ιστορικών […] ταραγμένες και παθιασμένες πλατείες
    Λιάκος: ήρεμα σπουδαστήρια […] ταραγμένες πλατείες

  53. @52. Λέτε ότι η Ποσοτική Ιστορία καταλήγει πολλές φορές στην παρεμπόδιση αποτύπωσης του δημόσιου βλέμματος. Ωστόσο εγώ αναφέρθηκα στον προσωπικό μου τρόπο κατανόησης συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων.

    Όσο για τα παραθέματα από άρθρο του Λιάκου, και κομματιών που έγραψα, μην ξεχνάτε ότι αυτός υπογράμμισε τις βασικές αναφορές που έγιναν στο συνέδριο πάνω στο θέμα. Αλλά αυτές οι ΒΑΣΙΚΕΣ απόψεις δεν γεννήθηκαν μέσα στην αίθουσα. Θα γνωρίζετε ασφαλώς πόσα χρόνια συζητήσεων απαιτήθηκαν ώστε να γίνει αποδεκτό αυτό που έλεγε ο Φερό, ότι μπορούν να αξιοποιούνται και να είναι σημεία αναφοράς στην Ιστορία σκηνές από ταινίες μυθοπλασίας. (Προσοχή: μυθοπλασίας όχι ντοκιμαντέρ).
    Αλλά είπαμε σε ισολόγιο γράφουμε, η συμπύκνωση είναι απαραίτητη.

  54. JS said

    Ορεσίβιε το #47 σχόλιό σου ήταν όλα τα λεφτά. Οντως είσαι παθιασμένος με το θέμα.
    Και τρυφερός:
    > Ό,τι και να μου πουν, εγώ δεν πρόκειται να θεωρήσω Ιστορία, περιγραφές που αγνοούν τον ανθρώπινο πόνο, τα τραύματα, την ελπίδα, την παραμυθία, τη μελαγχολία και κυρίως τη “συγχυσμένη αλήθεια” που υπάρχει κάτω από τις εξεγερμένες πλατείες του 21ου αιώνα
    Υποκλίνομαι

  55. JS said

    Ορεσίβιε, συμφωνώ απόλυτα με το #53 σου, που δεν είχα δει όταν σου απαντούσα πριν λίγο.
    Αναρωτιέμαι τι θα ήταν η «ιστορική» μας προσέγγιση στον Εμφύλιο χωρίς τον Θίασο και τα Πέτρινα Χρόνια. Και λέω «ιστορική» γιατί πάντα ελλοχεύουν συναισθηματικοί κίνδυνοι στην ιστορική αξιοποίηση μυθοπλασιών

  56. Τσούρης Βασίλειος said

    Τι ωραίος ο κοντοχωριανός Κοτζιούλας…
    48. Αγαπητή Immortalite πρέπει όλοι μας να καταγράψουμε αυτά τα μικρά κομμάτια ιστορίας που αναφέρεις.
    Χρόνια τώρα έλεγα κι εγώ να αρχίσω αλλά ποτέ δεν το αποφάσιζα. Εδώ και λίγο καιρό η αρχή
    ( ήμισυ του παντός ) έγινε κι οφείλω να ομολογήσω ότι παρακινήθηκα διαβάζοντας αυτό το ιστολόγιο .
    Εκτός από φρέσκο βούτυρο ( η βάβω μ΄ η Βγένω βάραε την κορφή στη μπούντα ή μπούτα με το μπντόξλο) σε ζυμωτό ψωμί που μόλις βγήκε απ΄ τη γάστρα έχει φάει κανείς σας φέτα ψωμί με στιάβα ή στχιάβα; ( sthiava)

  57. bernardina said

    Η γιαγιά μου με μεγάλωσε όχι με παραμύθια, αλλά με προσωπικές μαρτυρίες από την καταστροφή της Σμύρνης (όπου την έφερε παιδάκι μαζί με τη φαμίλια της ένα καπρίτσιο της τύχης, παρόλο που ήταν Δωδεκανήσια, για να χάσει εκεί μάνα και δυο μωρά αδελφάκια), από την Κατοχή και τον Εμφύλιο στις προσφυγογειτονιές του Πειραιά, του Κερατσινιού, της Δραπετσώνας και του Περάματος, από το πώς επιβίωσαν, στέριωσαν, πρόκοψαν, έφτιασαν δικές τους φαμίλιες και περιουσίες αυτοί οι άνθρωποι…
    Στο σχολείο με έμαθαν ότι η Ιστορία γράφεται μετά από πάροδο πολλών ετών, όσο πιο αποστασιοποιημένα γίνεται από τα γεγονότα, όσο πιο νηφάλια και ουδέτερα. Θεωρητικά.
    Κάπου αλλού προσπάθησαν να με πείσουν ότι η Ιστορία δεν έχει συναίσθηση του εαυτού της όταν γράφεται.
    Εγώ, πάλι, είχα μέχρι πρόσφατα -που έφυγε η γιαγιά στα εκατόν ένα της- ολοζώντανο ένα κομμάτι της κάθε μέρα κοντά μου, και την άκουγα, και δεν έμοιαζε ποτέ με παραμύθι, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο όλο και πιο κοντινή, όλο και πιο «δική μου» ως βίωμα, λες κι από τη συχνή επανάληψη είχε γίνει κάτι σαν προσωπική ανάμνηση κι όχι η ζωή κάποιου άλλου.
    Γι’ αυτήν την Ιστορία που εξακολουθεί να γράφεται καθημερινά, όχι μόνο στις εξεγερμένες πλατείες, αλλά όπου ακούγεται ανθρώπινη ανάσα, ε, ας αναλάβει ο καθείς το χρέος που του αναλογεί ή που νιώθει ο ίδιος ότι του αναλογεί.

    (Έχω κι εγώ χρέη παρόμοια με τα δικά σου, όπως βλέπεις, Νίκο. Και δεν είναι μόνο αυτά).

  58. spiral architect said

    Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία.
    Γαλλική παροιμία

  59. spiral architect said

    …. γιατί η ιστορία γράφεται από τους νικητές. 😦
    Αγνώστου

  60. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ και για τα νεότερα!

    Κύριε Τσουρή, αν θέλετε κι άλλον Κοτζιούλα έχει εδώ:
    http://www.sarantakos.com/liter/kotzioulas.html
    και πολλά ηπειρώτικα, όπως το αφήγημα για τη βάβω τη Θόδω:
    http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kotzioulas_babw.htm

    58: Ή μήπως «Οι ευτυχισμένοι λαοί…»;

  61. Τσούρης Βασίλειος said

    60. Ευχαριστώ αλλά τάχω διαβάσει…
    Γνωρίζετε τι είναι η στιάβα;

  62. sarant said

    Α ναι, ξέχασα να ρωτήσω. Όχι, τι είναι;

  63. Τσούρης Βασίλειος said

    Όταν λιώναμε το βούτυρο στο μεγάλο κακάβι μετά από αρκετή ώρα στη φωτιά άφριζε και στην επιφάνειά του μαζεύονταν μια καφεκίτρινη ουσία πολύ αλμυρή που μας έβαζε η βάβω σε φέτα ψωμιού. Ήταν πολύ νόστιμη κι όπως έμαθα αργότερα από φίλο μου γιατρό γεμάτη τριγλυκερίδια και χοληστερίνη αλλά τότε κανένας δεν ήξερε τι ήταν αυτά, το σημαντικότερο ήταν να γεμίσει το στομάχι. Στα Γιάννινα τη στιάβα τη λένε ντάρτ(ι).

  64. spiral architect said

    @60γ: Από το Γνωμικολογικόν είναι αλιευμένο, Νικοκύρη.:)

  65. @ JS 54,55. Ευχαριστώ γι’ αυτά σας τα σχόλια. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω ό,τι το σχόλιό σας 52 ήταν, κατά τη γνώμη μου, ατυχές. Και θα σας πω γιατί. Όταν κάνατε το σχόλιο 22, που σχολίαζε προηγούμενο δικό μου σχόλιο (το 20), κι επειδή αναφερόταν σε θέμα που όπως μας πληροφορούσε το άρθρο του Λιάκου, συζητήθηκε στο συνέδριο, νόμισα ότι μου «κλείνατε το μάτι» ότι συμμετείχατε στο συνέδριο. Γι’ αυτό σας απάντησα στο 35, αναφέροντας με ποιες απόψεις που ακούστηκαν στο συνέδριο συμφωνώ, γράφοντας εν συντομία και το γιατί.
    Για ποιο λόγο λοιπόν παραθέσατε Λιάκο και Ορεσίβιο; Ας είναι…

    Σχετικά με το 55 σχόλιό σας, θέλω να σας διευκρινίσω, ότι ο ιστορικός Μαρκ Φερό, όταν αναφέρεται σε ταινίες μυθοπλασίας, δεν αναφέρεται σε ιστορικές ταινίες και στο πως αυτές αναπλάθουν ή αναπαριστούν τα ιστορικά γεγονότα – αυτό είναι άλλο ζήτημα – αλλά πως αξιοποιεί ο ιστορικός αποσπάσματα – επιλεκτικά πάντα και με τη δέουσα προσοχή – από ταινίες ακόμη και εντελώς αδιάφορες, ίσως χωρίς καμιά αισθητική αξία. Για παράδειγμα πώς από μια ελληνική ταινία μελό της δεκαετίας του πενήντα, μπορούμε να εντοπίσουμε μια χρήσιμη σκηνή. Π.χ. ότι σε μια κωμόπολη, λειτουργεί ακόμη ο αντιπραγματισμός στις συναλλακτικές σχέσεις.

    Τελειώνοντας, επειδή υποψιάζομαι πως πιθανόν να είστε ιστορικός, (εγώ πάντως δεν είμαι), θέλω να σας δηλώσω ότι θαυμάζω τον Μαρκ Φερό, κυρίως για τους «Τρόπους αφήγησης της ιστορίας στις νεότερες γενιές», την οποία θεωρώ πρωτοποριακή μέθοδο.

  66. sarant said

    63: Ευχαριστώ!

    64: Ε,. γνωμικολογικόν λέει, δεν λέει Ευαγγέλιο. Οι Γάλλοι το λένε έτσι που είπα, και το αποδίδουν στον Χέγκελ:
    http://www.devoir-de-philosophie.com/dissertation-peuples-heureux-ont-pas-histoire-analysez-discutez-conception-histoire-bon-102345.html

  67. Bernardina (σχ. 57)

    Αν έχεις καταγράψει τη μαρτυρία της Σμυρνιάς γιαγιάς να ξέρεις ότι μπορούμε να την αναρτήσουμε. Το μπλογκ μας θα κάνει το Σεπτέμβρη κάποια αφιερώματα για τα 90 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή (όχι μόνο γιατί υπάρχει η επέτειος, η οποία μας θυμίζει τις δυσπλασίες και τις ιστορικές ευθύνες που έχει αυτό το νεοελληνικό κρατικό μόρφωμα που χρεωκοπεί στις μέρες μας, αλλά γιατί πρέπει να προφυλάξουμε τη Μνήμη εκείνων των ανθρώπων από την ακροδεξιά καπηλεία που ήδη δίνει τα πρώτα της δΗγματα).

    Μ-π

  68. Τώρα μόλις αξιώθηκα να διαβάσω με προσοχή το άρθρο και όλα τα σχόλια… Εξαιρετικό και το άρθρο, και τα σχόλια, και όντως πολύ όμορφα τα όσα είπαν Ορεσίβιος και Αεροζόλ.

    Και αλήθεια όμως, πόσο πολύτιμες όλες αυτές οι ιστορίες που ακούμε από γονείς και παππούδες!!

    Η ειρωνεία είναι πως ενώ για τον μπαμπά μου είναι το καλύτερό του, να κάθεται να λέει ιστορίες, σ΄εμένα πιο μικρό μου φαινόταν τόσο βαρετό! Συνέχεια τον σταματούσα και του έλεγα «ωχ ρε μπαμπά πάλι ιστορίες;». Τώρα όμως κάθομαι και τον ακούω, και πραγματικά πολλά απ’ όσα λέει αξίζουν καταγραφή!

  69. JS said

    Ιστορία των συναισθημάτων.
    Ο δικός μου εμφύλιος:
    1948 Σωκράτης

    http://caktos.blogspot.gr/2010/12/1948.html

  70. sarant said

    Το σχόλιο 67 το είχε τσακώσει η σπαμοπαγίδα, συγνώμη!

  71. Immortalité said

    @51 Το πρόβλημα Νίκο είναι ότι άμα είσαι στην παρέα και πίνεις ρακές μια χαρά μιλάνε. Άμα κάνεις πως βγάνεις χαρτί και μολύβι αρχίζουν τα τι τα θες, γιατί τα γράφεις και χάνεται ο αυθορμητισμός της διήγησης, μη σου πω σταματάνε την κουβέντα τελείως.

    @50 Μικρέ παρεκτρέπεσαι.

  72. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Η λέξη είναι kaçak. kaçağın σημαίνει “o φυγάς σου” αλλά και ‘του φυγά’ κατά κάποιο τρόπο (είναι περίπλοκη η γενική συσχέτιση στα τούρκικα), αλλά δεν ερμηνεύει το -vun πρβλ Σκλαβούνος. Είναι υποκοριστικό επίθεμα

    Όσο για τον Κοτζιούλα, ο Νοικοκύρης είχε προσφορές από τον υποφαινόμενο (μου έχω βγει πλειστάλις στην αναφορά). Γιατί κλαίγεται;

  73. @69. Εξαιρετικό!

  74. sarant said

    71: Κασετοφωνάκι.

    72: Έχεις τόσες δουλειές!

  75. JS said

    74α:
    Το θέμα είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός της διήγησης που λέει κι η Αθανασία (#71). Τυχαία ανακάλυψα σ’ ένα Laptop της οικογένειας ένα φάκελο με δεκάδες αφηγήσεις της συχωρεμένης γυναίκας μου. Τις είχε γράψει κατά καιρούς κρυφά ο μεγάλος μου γιός. Καταπληκτικές. Οσο μάλιστα σκέφτομαι κάτι ύποπτες κινήσεις με το κινητό του σε συζητήσεις μας, που κατά σύμπτωση προκαλούσε, τόσο είμαι σίγουρος ότι πολλά δεν χάθηκαν για πάντα. Μόνο που μάλλον ποτέ δεν θα τ’ ακούσω.

  76. Εδώ βέβαια λεξιλογούμε, αλλά επειδή έγινε κάποια συζήτηση για την ιστορία και το συναίσθημα, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το «Ούτε δήμιοι, ούτε θύματα» του Αλμπέρ Καμύ:
    «Ναι, πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας. Μέχρι αυτό το σημείο, έχω αποφύγει μια επίκληση στο συναίσθημα. Είμαστε κομματιασμένοι από μια λογική της ιστορίας που έχουμε επεξεργαστεί με κάθε λεπτομέρεια — ένα δίχτυ που απειλεί να μας πνίξει. Δεν είναι το συναίσθημα που μπορεί να κόψει το δίχτυ μιας λογικής που έχει φτάσει σε παράλογα μήκη, αλλά μονάχα ο λόγος που μπορεί να συναντήσει τη λογική στο έδαφός της. Αλλά δεν θα ήθελα να αφήσω την εντύπωση… ότι κάθε πρόγραμμα για το μέλλον μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τις δυνάμεις μας της αγάπης και της αγανάκτησης. Γνωρίζω πολύ καλά ότι χρειάζεται μια ισχυρή κινητήρια δύναμη για να βάλει τους ανθρώπους σε κίνηση και ότι είναι δύσκολο να βάλει κανείς τον εαυτό του σε έναν αγώνα του οποίου οι στόχοι είναι τόσο μέτριοι και όπου η ελπίδα έχει μονάχα μια λογική βάση — και ούτε καν μια τέτοια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πώς να παρασύρεις τους ανθρώπους· είναι ουσιώδες, αντίθετα, ότι δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά μάλλον ότι πρέπει να τους κάνεις να καταλάβουν καλά τι κάνουν…»

  77. JS said

    76:
    https://picasaweb.google.com/110953989272308875841/DropBox#5763550498208579346

  78. @77. Μένω κατάπληκτος! Σ’ ευχαριστώ.

  79. Ιωάννης Κουμερτάς said

    Τους Κατσαούνους και τα Κατσαουνοχώρια του Νομού Ιωαννίνων αναφέρουν οι Αραβαντινός (οι κάτοικοι έντεκα χωριών της Τσαρκοβίστας πλησιόχωροι και παραπλήσιοι των Κατσάνων πλην χωρικότεροι τούτων), Λαμπρίδης (αναφέρει ονομαστικά δέκα χωριά της Τσαρκοβίστας και πολλές ιδιαίτερες πληροφορίες) και ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, Βλάχος ο ίδιος από το Συράκο, που τους περιγραφει σαν κάποιους εντελώς ξένους προς τους Βλάχους και με σχέσεις και διαφορές με τους Κατσάνους. Ως Κατσαουνοχώρια αναφέρονται στην ιστοσελίδα του πρώην δήμου Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων αρκετά χωριά του δήμου. Παραπλήσιος με τον δήμο Αγίου Δημητρίου είναι ο δήμος Κατσανοχωρίων. Τέλος η ύπαρξη Κατσαούνων ή Κατσαούνηδων κατά το φύλο εξηγεί και τη δημιουργία και τη διασπορά του επωνύμου Κατσαούνης που αποτελεί μαρτυρία για την ακριβή ονομασία του φύλου. Δείτε: «Το επώνυμο Κατσαούνης στον Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας» (http://diadromesgr.blogspot.gr/2010/03/blog-post.html)

  80. sarant said

    Ευχαριστούμε -υπάρχουν και Κατσάνοι εδώ στο ιστολόγιο.

  81. Μιχαλιός said

    Μπα, δεν το πήρα χαμπάρι πως μπήκε εδώ ο Κοτζιούλας.
    40-41-72: Κaçağın μπορεί να σημαίνει αυτό που λέει ο Στέλιος, αλλά τα kaçgın, kaçgun, kaçkın και kaçkun είναι όλα υπαρκτά συνώνυμα του kaçak: http://www.sozce.com/nedir/175662-kacgun-kacguncu-kackin-kackun-kackuncu

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: