Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο καθηγητής που έγινε Δάσκαλος (Απόστολος Αποστόλου)

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2012


Την Κυριακή βάζουμε θέμα λογοτεχνικό, αλλά και η αυτοβιογραφία είναι μορφή λογοτεχνίας, θαρρώ. Μου αρέσει μάλιστα πολύ να διαβάζω απομνημονεύματα, τόσο ανθρώπων που θαυμάζω ή αγαπώ το έργο τους, όσο και ανώνυμων. Σήμερα θα παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα ενός καθηγητή που έγινε Δάσκαλος, του Απόστολου Αποστόλου. Γεννημένος το 1901, σπούδασε χημικός, δίδαξε Χημεία στη Μυτιλήνη προπολεμικά, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση ως γραμματέας του ΕΑΜ Μυτιλήνης, κυνηγήθηκε και φυλακίστηκε μετά την απελευθέρωση. Από το 1956 δήμαρχος Μυτιλήνης έως το 1983, φυσικά με διακοπή επί δικτατορίας, ήταν γνωστός σε όλο το νησί ως «Ο Δάσκαλος». Τα αποσπάσματα είναι παρμένα από τον δεύτερο τόμο του βιβλίου του «Μνήμες» που γράφτηκε στη δεκαετία του 1980.

Μαθητής του Δάσκαλου ήταν και ο πατέρας μου, που έγραψε γι’ αυτόν (μεταξύ άλλων και σε ένα σχετικά πρόσφατο απόσπασμα που έβαλα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημά του). Τον γνώρισα κι εγώ, γιατί οι οικογένειές μας κράτησαν φιλικές σχέσεις όλα αυτά τα χρόνια, καθώς είχαν και κοντινές ηλικίες οι αντίστοιχες γενιές. Θυμάμαι, μας είχε κάνει τρομαχτική εντύπωση, σε όλα τα πιτσιρίκια, ένα περιεργότατο χόμπι που είχε τότε ο Δάσκαλος, να επιμεταλλώνει τζιτζίκια και άλλα έντομα. Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα, είδα πως το χόμπι το είχε από τότε, και μάλιστα όχι μόνο με έντομα. Όσο για το αστείο επεισόδιο με τον παπά στην προτελευταία ενότητα, και στα χρόνια τα δικά μου θεωριόταν γρουσουζιά να συναντήσεις παπά στο δρόμο. Εμείς σκουντούσαμε τον διπλανό μας και λέγαμε σιγανά «πάρ’ τον» (ενν. τον παπά) ή «πάνω σου» ή αλλιώς γειώναμε πιάνοντας το γνωστό σημείο. Νομίζω πως το έθιμο τώρα τείνει να εκλείψει, έτσι που έχουν ξεκοπεί οι νεότερες γενιές από τις παραδόσεις του λαού μας.

Διάλεξα μερικά μάλλον εκτενή αποσπάσματα που αφορούν, ακριβώς, τη δουλειά του δάσκαλου όπως την καταλάβαινε ο Δάσκαλος. Οι τίτλοι στις ενότητες είναι του ίδιου.

Το μεράκι μου για το σχολείο

Θυμάμαι, με πόσο ενθουσιασμό, εγώ ήρθα εδώ, στη Μυτιλήνη, σαν δάσκαλος. Είχα τοποθετηθεί στο Πρακτικό Λύκειο. Ήρθα με την προοπτική να μείνω για λίγο. Γιατί σπούδασα χημικός και προοριζόμουν για τη Βιομηχανία. Και έμεινα στην εκπαίδευση είκοσι ολόκληρα χρόνια. Ώσπου μ’ έδιωξαν. Κι ο λόγος ήταν, γιατί αγάπησα τη δουλειά, που, απρόσμενα, αναγκάστηκα να κάμω. Ήταν η εποχή, ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή. Είχα πάρει το δίπλωμα του χημικού το 23. Δουλειές δεν υπήρχαν, κατάλληλες για το έργο του χημικού. Και το 24 βρέθηκα να κάνω το δάσκαλο στη Μυτιλήνη. Και έμεινα. Γιατί ερωτεύτηκα το σχολείο. Το πώς να ασκώ το επάγγελμα του εκπαιδευτικού δε το διδάχτηκα ποτέ. Ούτε και διάβασα ποτέ συγγράμματα, σχετικά με την Παιδεία. Αλλά, φαίνεται, πως τη δουλειά του δασκάλου την έκανα σωστά. Και το μυστικό μου ήταν ένα. Αγαπούσα τη δουλειά μου. Αγάπησα το σχολείο. Κι αυτήν τη συμβουλή έχω να δώσω προς όσους σκοπεύουν ν’ ασκήσουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Να σκύψουν με αγάπη πάνω στη δουλειά τους. Ν’ αγαπήσουν το παιδί. Αν δεν νιώθουν έμφυτη την αγάπη προς το επάγγελμα, που διάλεξαν, καλύτερα είναι να το παρατήσουν έγκαιρα, θα αποτύχουν. Θα σέρνονται, πάντα, στη δουλειά τους. Θα τη νιώθουν σαν αγγαρεία. Και προκοπή δεν πρόκειται να δουν. Έτσι είναι. Αυτή είναι η αλήθεια. Η κάθε δουλειά θέλει μεράκι. Θέλει σεβντά. Αν δεν υπάρχει αυτός, καλύτερα να μη γίνεται. Αυτή τη συμβουλή δίνω στους νέους, που θέλουν να γίνουν δάσκαλοι. Να φεύγουν, όσο είναι καιρός. Αν δεν κατακλύζονται από τον έρωτα στο δασκαλίκι.

Εγώ, αυτό έκανα. Αν πρόσφερα κάτι στην Εκπαίδευση —λίγο ή πολύ— το οφείλω στο μεράκι, που ένιωθα γι’ αυ­τήν.

Αναπολώ, τώρα, τα χρόνια που έζησα κοντά στα παιδιά, μέσα στο σχολείο, και τα βρίσκω όμορφα. Ήταν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Και με πείραξε πολύ όταν με έδιωξαν. Δεν το ήθελα. Δεν είχα βαρεθεί το σχο­λείο. Και δεν ξέρω, αν θα το αρνιόμουν ποτέ. Θυμάμαι, όταν έρχονταν οι διακοπές, εγώ λυπόμουν. Δεν ήθελα ν’ αφήσω το σχολειό. Κι όλη την περίοδο της αργίας, ο νους μου έτρεχε σ’ αυτό. Έκανα σχέδια. Πώς να γίνω καλύτερος. Να κάνω τα μαθήματά μου πιο ευχάριστα.

Φίλος των παιδιών

Ήθελα να βρίσκομαι, πάντα, κοντά στα παιδιά. Να εί­μαι φίλος τους. Συνήθως, ο δάσκαλος κρατά σε απόσταση τους μαθητές. Εγώ προσπαθούσα να σμικρύνω, όσο γίνε­ται, την απόσταση αυτή. Να τη μηδενίσω. Ο μαθητής δεν πρέπει να φοβάται το δάσκαλό του. Πρέπει να τον εκτιμά και να τον αγαπά. Να τον θεωρεί ανώτερό του για την πεί­ρα και τις γνώσεις του. Και να έχει το θάρρος να καταφεύ­γει σ’ αυτόν κάθε φορά, που νιώθει αδύναμος και αντιμε­τωπίζει δυσκολίες. Έτσι πρέπει να βλέπει ο μαθητής το δάσκαλό του. Και φιλική πρέπει να είναι η διάθεση του δασκάλου προς το μαθητή. Αν γίνει αυτό, τότε και ο μαθη­τής νιώθει άνετα και αγαπά το σχολειό του και ο δάσκαλος βρίσκεται κοντά στον προορισμό του. Γίνεται παιδαγω­γός. Έτσι γκρεμίζονται τα τείχη, που υπάρχουν ανάμεσα στο σχολειό και το παιδί. Και μπαίνει άφθονο το φως μέσα στο σχολείο. Τα παιδιά περιδιαβάζουν, χαρούμενα, μέσα σ’ αυτό. Δεν το φοβούνται πια και δεν το αποστρέφονται. Και γίνεται το σχολειό πραγματικό φυτώριο. Που ετοιμά­ζει πολίτες, άξιους να στηρίξουν, αργότερα, την Πολιτεία.

Αυτόν τον δρόμο προσπάθησα ν’ ακολουθήσω, όταν έ­κανα το δάσκαλο, στη Μυτιλήνη. Και τον κράτησα, ως την τελευταία ημέρα, που μ’ έπιασαν. Δεν λοξοδρόμησα ποτέ. Και τις πιο δύσκολες μέρες, όταν μας έδερνε η μπό­ρα της Κατοχής, πάντα, προσπαθούσα να κάνω το σωστό. Και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Το θεωρούσα χρέος μου προς το σχολειό, που μ’ εμπιστεύτηκε. Και, προπαντός, προς τα παιδιά, που δεν έπαψα, ποτέ, να τ’ αγαπώ. Έβλεπα πως πε­ρίμεναν από μένα κάτι ν’ αρπάξουν. Κι έπρεπε να τους το δώσω, όσο πιο απλόχερα μπορούσα. Κι ας ήταν οι αναποδιές πολλές.

Ποτέ δεν έμπαινα στην τάξη απαράσκευος. Προπαντός στο λύκειο, που ήταν ένα σχολείο δύσκολο. Με μαθητές διαλεχτούς. Με απαιτήσεις. Προετοίμαζα το κάθε μου μάθημα. Φρόντιζα να το κάμω, όσο γίνεται, πιο ευχά­ριστο. Το διάνθιζα με πειράματα. Ώρες έτρωγα, μέσα στο εργαστήριο, για να προετοιμαστώ. Και στην αρχή, δεν βρήκα, πάρα πολύ λίγα όργανα και ουσίες. Αργότερα, με κόπο και με φροντίδα πολλή, απόκτησα αρκετά. Τότε έ­νιωθα άνετα. Και το κάθε μου μάθημα ήταν μια μικρή γιορτή. Έτσι πρέπει να γίνεται. Ο μαθητής, κάθε φορά, πρέπει να μπαίνει στην τάξη και να περιμένει να δει και ν’ ακούσει κάτι το καινούριο. Να έχει εμπιστοσύνη στο δά­σκαλό του. Να έχει το θάρρος να του κάνει ερωτήσεις. Και ο δάσκαλος πρέπει να είναι πρόθυμος να λύνει τις απορίες του μαθητή. Όλες τις απορίες. Κι αν για κάποια δεν είναι έτοιμος ν’ απαντήσει, να λέγει, στα ίσια, πως θα δώσει την απάντηση στο επόμενο μάθημα. Δε μειώνεται γι’ αυτό. Α­ντίθετα, εξυψώνεται στη συνείδηση του παιδιού. Φτάνει να είναι συνεπής και να φέρνει την απάντηση στο επόμενο μάθημα. Έτσι δείχνει ο δάσκαλος πως υπολογίζει το μα­θητή του. Και νοιάζεται γι’ αυτόν. Είναι μεγάλο πράγμα να τα καταφέρει ο δάσκαλος να σπάσει την απόσταση, που, συνήθως, χωρίζει αυτόν από το παιδί. Να το κάμει να νιώθει άνετα μέσα στην τάξη. Να μην έχει φόβους και συ­στολές.

Πάντα χαρούμενος ο δάσκαλος, μέσα στην τάξη

Ο μαθητής θέλει να βλέπει το δάσκαλο ευδιάθετο. Όχι αγριωπό. Να φέρνει και να μεταδίνει την αισιοδοξία για τη ζωή. Αν έχει έννοιες και φροντίδες, να τις αφήνει έξω από την τάξη. Και να μπαίνει στην τάξη χαρούμενος. Δεν χρωστούν τίποτα τα παιδιά να δέχονται τις συνέπειες από τις δικές του παραξενιές. Και σε καμιά περίπτωση ο δάσκαλος δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το ξύλο σα μέσο ε­πιβολής. Υπάρχουν άλλοι τρόποι για να κρατάς την πειθαρχία μέσα στην τάξη. Είναι φορές, που ο δάσκαλος βρίσκέται σε πολύ δύσκολη θέση. Ας προσπαθήσει να συ­γκρατηθεί.

Εγώ, δυο ή τρεις φορές, σ’ όλη μου τη ζωή του δασκά­λου, αναγκάστηκα να φερθώ όχι σωστά. Και μετάνιωσα γι’ αυτό. Κάποια φορά, θυμάμαι κάποιος μαθητής —Κοραντή, τον έλεγαν— αυθαδίασε τόσο πολύ, μέσα στην τά­ξη, που έφτασα στο σημείο να σηκώσω το χέρι και να του δώσω ένα χαστούκι. Δεν προχώρησα. Γύρισα πίσω, στην έδρα, και γύρεψα συγνώμην από όλη την τάξη γι’ αυτό, που έκαμα. Άλλη μια φορά, αναγκάστηκα να φερθώ ά­σχημα σε κάποιον άλλο μαθητή, στην τελευταία τάξη του λυκείου, Κώστα Μανιάτη, τον έλεγαν. Ανταμώνουμε, σή­μερα, καμιά φορά, και τα λέμε. Γιατί, ο Μανιάτης είχε κι αυτός τις περιπέτειές του. ‘Έβγαλε το λύκειο. Τα κατάφερε να διοριστεί εφοριακός υπάλληλος. Πήρε μέρος στην Ε­θνική Αντίσταση. Τον θυμάμαι στον ΕΛΑΣ, με πόστο. Κα­ταδιώχτηκε, μεταπελευθερωτικά, γι’ αυτό. Έχασε τη δουλειά του. Αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Έφυγε στην Α­φρική, θαρρώ στην Ουρούντα. Εκεί, εργάστηκε σκληρά. Αλλά, πρόκοψε. Δημιούργησε περιουσία. Παντρεύτηκε. Πήρε μιαν αξιόλογη κοπέλα. Τη Θάλεια. Που τη γνώρισα και την εκτίμησα για τη ζωντάνια της. Απόκτησαν παιδιά και τα καλοπάντρεψαν. Και, τώρα, ζει στην ξενιτιά. Ξε­κουράζεται. Πού και καμιά φορά, έρχεται στην Ελλάδα. Περνά κι από τη Μυτιλήνη. Ανταμώνουμε και τα κουβε­ντιάζουμε, λέμε και για το ρολόι, που του κατάστρεψα.

Ήταν —θυμάμαι— ένα γεροδεμένο και ανήσυχο παιδί. Καθόταν, μέσα στην τάξη, στο βάθος, και στην πρώτη θέ­ση ενός θρανίου. Εγώ παράδινα μάθημα, κάτω από την έ­δρα. Παρατήρησα πως ο Μανιάτης κάτι κρατούσε στο χέ­ρι και ενοχλούσε τους διπλανούς του. Δεν τους άφηνε να προσέξουν και παρακολουθήσουν το μάθημα. Του έκαμα την παρατήρηση:

— Μανιάτη, κάτσε φρόνιμα.

Επανέλαβα τη σύσταση δεύτερη και τρίτη φορά. Εκεί­νος, το βιολί του. Κι όταν το παραξήλωσε, δεν κρατήθηκα. Όρμησα στο διάδρομο, ανάμεσα στα θρανία, και βρέθηκα κοντά του. Κρατούσε, ακόμα, στο χέρι, το ρολόι του. Ένα μεγάλο ρολόι της τσέπης. Το άρπαξα και το χτύπησα, με δύναμη, κάτω. Το διέλυσα. Αυτό ήταν. Παραφερθηκα. Κά­λεσα, βέβαια, το παιδί, στο διάλειμμα, και το παρακάλεσα να με συγχωρέσει. Προσφέρθηκα, μάλιστα —αν θυμάμαι καλά— να το αποζημιώσω για τη ζημιά, που του έκαμα. Δεν το δέχτηκε. Αυτό το περιστατικό το θυμάμαι, πάντα, και μου φέρνει λύπη. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Αλλ’ ήταν μια εξαίρεση. Άλλα, παρόμοια, ή ανάλογα, παρα­στρατήματα δε θυμάμαι.

Η συμπεριφορά μου προς τα παιδιά

Γενικά, φερνόμουν καλά στα παιδιά. Προσπαθούσα να γίνω ο μεγάλος τους φίλος. Και κέρδισα πολλά, με τη συ­μπεριφορά μου αυτή. Αποκόμισα πολλά. Κουβεντιάζω, σήμερα, καμιά φορά, με παλιούς μαθητές μου και χαίρο­μαι, όταν τους ακούω να μου λεν πως, στο δικό μου μάθη­μα, δεν τολμούσαν να ρθουν αδιάβαστοι. Το θεωρούσαν ντροπή. Κι αν κάποιος μαθητής σηκωνόταν και δε μου έ­λεγε ικανοποιητικό μάθημα, οι ίδιοι οι συμμαθητές του τον κατσάδιαζαν, ύστερα, λέγοντας του:

— Βρε, συ, στο δάσκαλο ήρθες αδιάβαστος;

Και, πραγματικά, έτσι γινόταν. Το διαπίστωνα κι εγώ. Έβλεπα, με ικανοποίηση, πως στο μάθημα μου τα παιδιά έρχονταν με ευχαρίστηση. Δεν απουσίαζαν. Δεν τόσκαζαν. Είχαν αποβάλει το φόβο, που ένιωθαν για κάποια άλ­λα μαθήματα. Αλλά, κι εγώ φρόντιζα να κάμω το μάθημα μου όσο γίνεται, πιο ευχάριστο, και ενδιαφέρον. Το στόλι­ζα με άλλα, διάφορα, θέματα, που ταίριαζαν μ’ αυτό. Ποτέ δεν έμπαινα να κάμω ξηρό το μάθημα και να φύγω. Σαν αγ­γαρεία. Έβλεπα τους άλλους συναδέλφους μου, στη συ­ντριπτική τους πλειοψηφία, να το κάνουν αυτό, και τους ελεεινολογούσα. Όχι. Το κάθε σχολειό είναι ένα μεγάλο θέατρο. Και το κάθε μάθημα σ’ αυτό είναι και μια παρά­σταση. Με πρωταγωνιστή το δάσκαλο. Ο δάσκαλος πρέπει να πετυχαίνει σε κάθε παράσταση, που δίνει. Και ν’ απο­σπά το χειροκρότημα των μαθητών του, που είναι οι θεα­τές. Αν τα καταφέρει, μάλιστα, να κάμει τους μαθητές του να παίρνουν μέρος στην παράσταση, τόσο το καλύτερο.

Κι όχι, μονάχα, αυτό. Ο δάσκαλος πρέπει να συμμετέχει σ’ όλη τη ζωή του σχολειού του. Να μην έρχεται, μονάχα, να κάνει το μάθημά του και να φεύγει. Πρέπει να νοιάζεται για τους μαθητές του και έξω από την τάξη. Να είναι έτοιμος να σταθεί στο πλευρό τους και να τους υπε­ρασπίσει κάθε φορά, που βλέπει πως αδικούνται. Τα παι­διά πρέπει να θεωρούν το δάσκαλο δικό τους άνθρωπο πρόθυμο να επέμβει, όταν χρειάζεται. Εγώ, πολλές φορές βρέθηκα στην ανάγκη να τσακωθώ με τους συναδέλφους μου, γιατί η συμπεριφορά τους προς τα παιδιά δεν ήταν ε­κείνη, που έπρεπε. Ο διευθυντής μου, ο Λάζος, ήταν άρι­στος μαθηματικός, Πολλά διδάχτηκαν τα παιδιά, που πέ­ρασαν απ’ αυτόν, σαν μαθητές. Αλλ’ ήταν πολύ αυστη­ρός. Και, συχνά, ξεπερνούσε τα όρια. Φερνόταν πολύ σκληρά. Εγώ, δε δίσταζα να τα βάλω και μ’ αυτόν. Κάποτε —θυμάμαι— παραφέρθηκε και άρχισε να χτυπά κάποιο μαθητή· Αρώνη, τον έλεγαν. Εγώ ήμουν παρών. Ο μαθητής είχε δίκιο. Σηκώθηκα, μίλησα ανοίκεια στο διευθυντή μου και απέσπασα το μαθητή από τα χέρια του. Έκαμα καλά; Νομίζω ναι. Δεν ανεχόμουν την αδικία. Επαναστατούσα. Και καμιά δύναμη δεν μπορούσε να με συγκρατήσει. Δρού­σα, θαρρείς, αυθόρμητα. Δε θυμάμαι περίπτωση να έκαμα πίσω. Ήμουν, πάντα, έτοιμος για καβγά. Όταν διαπίστω­να πως ετοιμαζόταν κάτι σε βάρος των παιδιών. Η ψυχολο­γία του παιδιού είναι πολύπλοκη και πολύπλευρη. Αξίζει τον κόπο να την μελετήσει κανείς. Μια φορά να αδικηθεί, δεν το ξεχνά σ’ όλη του τη ζωή. Κι όταν βρεθεί κάποιος να το υπερασπίσει, όταν αδικείται, πάλι δεν το ξεχνά.

Πώς έβλεπα τα διάφορα σχολεία

Πρωτοδιορίστηκα στο Πρακτικό Λύκειο. Κι αυτό ήταν το σχολειό μου. Αργότερα, μ * έστειλαν να κάνω μαθήματα και στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο. Και, κάποτε, ανέλαβα να διδάξω και στο Γυμνάσιο. Αλλά, ποτέ δεν έπαψα να ξε­χωρίζω το Πρακτικό Λύκειο. Οι λόγοι ήταν πολλοί. Κι ο πιο κύριος, γιατί σ’ αυτό ανήκα. Σ’ αυτό διορίστηκα. Στο σχολείο αυτό δίδασκα τις πιο πολλές ώρες. Έκανα Χημεία, από τρεις ώρες τη βδομάδα, σε κάθε μια από τις τρεις τάξεις του. Άσε που τα πρώτα χρόνια δίδασκα και την Πειραματική Φυσική και είχα πιο πολλές ώρες. Στο Λύκειο ήταν πιο λίγοι οι μαθητές. Και κοσκινισμένοι. Τους ήξερα όλους, με τα μικρά τους ονόματα. Δενόμουν μαζί τους. Τα θεωρούσα δικά μου παιδιά. Ενώ, στο Γυμνά­σιο, ήταν πολλοί. Και δεν τους έκανα μάθημα, παρά μια μονάχα φορά την εβδομάδα. Κι αν λάχαινε και καμιά γιορ­τή, μπορεί να περνούσε και μήνας για ν’ ανεβώ στην έδρα. Τι μάθημα να γίνει, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες; Κοροϊ­δία. Δεν γινόταν τίποτα. Γι’ αυτό και πήγαινα στο Γυμνά­σιο με κρύα καρδιά. Δεν μπορούσα ν’ αποδώσω. Και τα παιδιά δεν έμεναν ευχαριστημένα. Το ’παιρναν το μάθημα πολύ ξώπετσα. Το γλεντούσαν. Κι εγώ το ίδιο έκανα. Δεν περίμενα να βγει κάτι το καλό από το μάθημά μου, στο Γυ­μνάσιο. Παράδινα χωρίς κέφι. Κορόιδευα. Τι να κάμω; Κοίταζα να περάσω την ώρα μου και να φύγω. Είμαι βέ­βαιος πως οι παλιοί μαθητές μου, στο Γυμνάσιο, άντρες πια σήμερα, δε θάχουν και πολύ καλές αναμνήσεις από μέ­να. Άλλοι θα με θυμούνται για το παιγνιδιάρικο μάθημα, που τους έκανα. Κι άλλοι μπορεί να με κακολογούν, αφού δεν αποκόμισαν τίποτα από μένα. Τι να αποκομίσουν; Κα­τέβαινα —θυμάμαι— από την έδρα, πήγαινα μπροστά στον πίνακα, έπαιρνα στο χέρι την κιμωλία και τους έλεγα:

— Παιδιά, το μάθημα, που θα κάνουμε, σήμερα, λέγε­ται Χημεία. Ξέρετε πως γράφεται η λέξη Χημεία; Έτσι γράφεται.

Κι έγραφα στον πίνακα τη λέξη Χημεία. Και συνέχιζα.

— Μάθετε, τουλάχιστον, να γράφετε, σωστά, το μάθη­μα, που θα κάμετε. Γιατί περισσότερα δεν είναι να μάθετε. Κι άλλη φορά, για να τους κάμω να θυμούνται τον τύπο του νερού, τους έλεγα το ανέκδοτο: Κάποτε, επί τουρκοκρα­τίας, κάποιος νεαρός μυτιληνιός σπούδαζε, στην Ευρώπη, χημεία για να γίνει χημικός. Κάποια φορά, επέστρεψε στην πατρίδα του. Και οι αποσκευές του πέρασαν από το τελωνείο, για το σχετικό έλεγχο. Τότε, Σουλτάνος ήταν ο Χαμίτ ο δεύτερος. Οι Τούρκοι, λοιπόν, τελωνειακοί κι υ­πάλληλοι, στην έρευνα, που έκαναν, βρήκαν κι ένα χημικό

βιβλίο. Το άνοιξαν. Και είδαν, στην πρώτη του σελίδα, πάνω-πάνω, να γράφει τον τύπο του νερού: Η2Ο.

Και έδωσαν την εξήγηση:

Χαμίτ ο δεύτερος, θάνατος.

Ο νεαρός μυτιληνιός συνελήφθη. Και είχε τρεχάματα. Είδε κι έπαθε να πείσει τους τούρκους πως αυτά που νόμισαν για συνωμοσία εναντίον του Σουλτάνου ήταν ο χημικός τύπος του νερού. Μ’ αυτό το πνεύμα γινόταν το μάθημα, στο Γυμνάσιο. Ενώ, στο λύκειο ήταν διαφορετικά. Δούλευα πραγματικά. Και δούλευα -όπως είπα- με κέφι και μεράκι. Και έφερνα αποτέλεσμα. Δεν πήγαινε ο κόπος μου χαμένος. Το ’βλεπα. Και το χαιρόμουν. Το απολάμβανα. Μπορεί να κουραζόμουν. Μα, δεν το λογάριαζα. Πήγαινα γυρεύοντας. Είχα κάποια αποστολή, δουλεύοντας στο Πρακτικό Λύκειο. Κι έβλεπα πως η αποστολή μου αυτή πετύχαινε. Χαλάλι μου.

Στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο, πάλι, και, αργότερα, στο Γυμνάσιο θηλέων, τα πράγματα βρίσκονταν σε άλλη βά­ση. Εκεί, πήγαινα, μάλλον, για ψυχαγωγία. Ήμουν νέος. Όταν πρωτοπήγα στο Παρθεναγωγείο, μόλις είχα πατή­σει τα είκοσι τρία. Και κολακευόμουν, που βρίσκομαι ανά­μεσα σε κορίτσια. Κακά τα ψέματα. Βρισκόμουν σε μια κρίσιμη ηλικία. Οι ερωτικοί χυμοί κόχλαζαν μέσα μου. Ως τότε, δεν είχα πετύχει την ικανοποίηση. ‘ Ενιωσα απογοη­τεύσεις. Το κορίτσι, που αγαπούσα από το γυμνασιακά μου χρόνια, με είχε εγκαταλείψει. Αναζητούσα καινούριες πε­ριπέτειες. Και, ξαφνικά, βρέθηκα μπροστά σε κοριτσόκοσμο, που σήμαινε πολλά. Τα έχασα. Συγκλονίστηκα. Και τα κορίτσια, όλα δροσερά και ανήσυχα, με δέχτηκαν με πολλή συμπάθεια. Ήμουν ο πρώτος νέος καθηγητής, που γνώριζαν. Εισέβαλα, απότομα, και τα ανατάραξα. Ως τότε. έβλεπαν πάνω στην έδρα, πρόσωπα γηρασμένα και αδιά­φορα. Δεν ξεδιάλεγαν και πολλά πράγματα απ’ αυτά. Και ξαφνικά εμφανίστηκα εγώ και τάραξα τα νερά, που ως τότε ήταν ήρεμα. Ήμουν το καινούριο, που λαχταρούσαν. Ήμουν το απρόσμενο, που μπήκε, απροσδόκητα, στη μαθητική τους ζωή. Ήμουν ο νέος, που περιεβλήθηκα την τήβεννο του καθηγητή και εμφανίστηκα στην τάξη τους. Άνοιξαν, ξαφνιασμένα, τα ματάκια τους και κοίταζαν περίεργα. Μα, είναι δυνατό; Υπάρχουν λοιπόν σ’ αυτό το είδος, και άνθρωποι που μπορεί να μην είναι βλοσυροί; Γιατί εγώ μπήκα χαμογελαστός στην τάξη. Και ντυμένος στην τρίχα. Με καινούριο κοστούμι, της μόδας. Με παπούτσια, χωρίς ψεγάδι. Και γκετάκια πάνινα, πάνω απ’ αυτά. Mε περιεργάζονταν, οι μαθήτριές μου, αχόρταγα, και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Συνήθισαν να βλέπουν να μπαίνει στην τάξη ο κύριος καθηγητής, με κοστούμι τριμμένο, βαριεστημένος, και κουρασμένος από τα χρόνια, να κάνει το μάθημα του, σοβαρός και αγέλαστος και να προ­σπαθεί να κρατήσει την πειθαρχία με το φόβο, που ενέπνεε. Και, συχνά, κρατούσε στο χέρι τη βέργα και μ’ αυ­τήν πίστευε πως μπορεί να επιβάλει την τάξη. Και να, που, τώρα, άλλαζε το σκηνικό. Ένας νέος άνθρωπος ήρθε στο σχολειό τους, με καινούριες αντιλήψεις και διαφορετικές διαθέσεις. Δεν μοιάζει με τους άλλους. Και προπαντός, πο­λύ λίγο τις ξεπερνά στα χρόνια. Παρόμοιο δεν έχει ξανα­γίνει. Και έγινα αποδεκτός με ενθουσιασμό. Περίμεναν το κάθε μου μάθημα και έδειχναν ενδιαφέρον γι’ αυτό. Σήκω­ναν τα χέρια τους και επέμεναν να εξεταστούν. Απέβαλαν το φόβο και δισταγμό που, συνήθως, ένιωθαν για τα άλλα μαθήματα. Αλλά, και έξω από το σχολείο, με διάφορους τρόπους, έδειχναν τη συμπάθεια τους. Με συναντούσαν στο δρόμο και με χαιρετούσαν, παραπάνω από όσο πρέπει, γελαστές. Έμαθαν το δωμάτιο, που έμενα, και μου ’φερναν λουλούδια. Στην ονομαστική μου γιορτή, μου έστελναν κάρτες. Και άλλα, διάφορα, έκαναν, για να δείξουν πως κρατούσα κάποια ξεχωριστή θέση στον κόσμο τους. Κι εγώ τα απολάμβανα όλα αυτά. Ένιωθα κάποια κρυφή χα­ρά. Γιατί να το κρύψω; Άνθρωπος ήμουν. Αδυναμίες είχα. Και αποδεχόμουν τις εκδηλώσεις των παιδιών με πολλή – πολλή ευχαρίστηση.

Ήμουν εκλεκτικός. Διάλεγα.

Την αγάπησα, λοιπόν, τη δουλειά του δασκάλου. Βρήκα σ’ αυτήν πράγματα που δεν περίμενα. Ένας κόσμος ολόκληρος, αποκαλύφτηκε μπροστά μου και εντρυφούσα σ’ αυτόν με πολύ – πολύ ενδιαφέρον. Ένας κόσμος φωτει­νός, που σου’φερνε πολλή ευχαρίστηση να τον περιδιαβάζεις. Με συγκινούσε η συναναστροφή μου με τα παιδιά, λες και ήμουν φτιαγμένος να βρίσκομαι πάντα μαζί τους. Και δε μου γεννούσαν όλα την ίδια προτίμηση. Διάλεγα. Αναρίθμητα παιδιά, πέρασαν από τα χέρια μου. Πολλά απ’ αυτά ούτε που τα θυμάμαι. Ξεχώριζα εκείνα, που κάτι είχαν να πουν. Και είχα την ικανότητα αυτή. Σταμπάριζα πάντα τους μαθητές, που είχαν απορίες και ζητούσαν να μάθουν περισσότερα. Που έδειχναν πως κάτι θα γίνουν στη ζωή τους. Αυτά τα παιδιά πλησίαζα περισσότερο, Και κοίταζα να τα βοηθήσω Να τους δώσω από το περίσσευμά μου. Και νιώθω, σήμερα, μεγάλη ικανοποίηση, που βλέπω πως όλα αυτά τα παιδιά πρόκοψαν στη ζωή τους. Διακρί­θηκαν. Διέπρεψαν. Άλλα έγιναν επιστήμονες και έδρεψαν δάφνες μέσα στην επιστημονική αρένα. Άλλα ακολούθησαν άλλους τομείς της κοινωνικής δράσης και έφτασαν πολύ ψηλά. Κατάκτησαν κορυφές.

Μα θα με ρωτήσετε ίσως, πώς εκδήλωσα το ενδιαφέρον μου γι’ αυτούς τους μαθητές; Με ποικίλους τρόπους. Τους έκανα ιδιαίτερο, ομαδικό μάθημα, σε ώρες καθορισμένες, σχολικές, για να τους μπάσω στους δαίδαλους της Φυσικής και της Χημείας. Τους έπαιρνα και βγαίναμε μαζί, για έρευνα, στο ύπαιθρο, Μαζεύαμε ορυκτά. Γνωρίζαμε πετρώματα. Εξερευνούσαμε σπήλαια. Έδινα διαλέξεις, μόνο για τους μαθητές, για διάφορα θέματα, που διάλεγα. Και άλλα, διάφορα, έκανα. Προσπαθούσα να βρίσκομαι, όσο μπορούσα πιο συχνά, κοντά στα παιδιά.

(…)

Οι σχολικές εκδρομές

Κάτι που θυμάμαι με πολλή συγκίνηση είναι οι εκδρομές που κάναμε, στα σχολεία. Προπαντός, στο Λύκειο.

Είμαστε πολύ δεμένοι, μεταξύ μας, oι συνάδελφοι. Και συχνά, αγοράζαμε ένα ολόκληρο αρνί, για να το ψήσουμε στην εξοχή, Διαλέγαμε το κατάλληλο, ολοπράσινο μέρος. Και ξεκινούσαμε, με τα πόδια. Υπάρχουν πολύ όμορφες εξοχές, γύρω – γύρω στη Μυτιλήνη. Στο δρόμο, τα παιδιά τραγουδούσαν. Όχι βέβαια, πατριωτικά τραγούδια  Τ’ αφήναμε να ξεσπάσουν. Κάναμε πως δεν ακούγαμε. Όταν φτάναμε, αμέσως αρχίζαμε τις ετοιμασίες για το ψήσιμο του αρνιού, Αναλάβαινε, πάντα, να το ψήσει ο διευθυντής μας, ο Λάζος. Βαστούσε από την Παλιά Ελλάδα και ήξερε. Όλοι βέβαια, βοηθούσαμε. Και μαθητές. Μαζεύαμε ξύλα για τη φωτιά. Γυρίζαμε τη σούβλα με το αρνί. Αλλ’ ο Λάζος κατεύθυνε,

Τα πιο πολλά παιδιά σκορπούσαν κάτω από τα δέντρα, παρέες – παρέες. Μερικά ζευγάρωναν. Απομονώνονταν σε κάποιο μέρος και τα έλεγαν. Το ειδύλλιο πλεκόταν. Εμείς κάναμε πως δεν βλέπαμε. Εγώ, στις εκδρομές αυτές, δεν έ­χανα την ευκαιρία. Έβγαινα για κυνήγι. Αλλά κυνηγούσα χωρίς τουφέκι. Προσπαθούσα να πιάσω καμία σκουνταλάδα (μικρή σαύρα), καμιά κίτρινη σαύρα, κανένα κροκόδει­λο (σαύρες που είχαν τη μορφή κροκόδειλου). Ήταν πολύ κατάλληλα για επιμετάλλωση. Σ’ αυτό με βοηθούσαν και οι μαθητές. Φυλάγω, μάλιστα, μια φωτογραφία, όπου φαί­νομαι, μαζί με παιδιά, να προσπαθώ να πιάσω, ανάμεσα στα βράχια, ένα κροκοδειλάκι.

(…)

Πολύ μου άρεσε να πηγαίνω εκδρομή με τα κορίτσια του Γυμνασίου θηλέων. Δεν άφηνα την ευκαιρία. Περνού­σαμε πολύ ευχάριστα. Και θυμάμαι ένα απρόσμενο περι­στατικό, που μας έλαχε, σε μια τέτοια εκδρομή. Είχαμε ξε­κινήσει από το σχολειό, που στεγαζόταν, τότε, στο παλιό κτίριο του Ανώτερου Παρθεναγωγείου. Θα πηγαίναμε στο Πυργί, με τα πόδια. Τα κορίτσια βάδιζαν συνταγμένα, κα­τά τάξεις. Είχαμε φτάσει στο «Γαδαρανήφορο». Εγώ βρι­σκόμουν κοντά στις μεγάλες μαθήτριες. Της πέμπτης ή έ­κτης γυμνασίου. Και, ξαφνικά, φάνηκε να κατεβαίνει και να μας πλησιάζει ένας παπάς. Και το να συναντήσεις παπά στο δρόμο σου θεωρείται γρουσουζιά. Τα κορίτσια αναταράχθηκαν. Και κάποιο απ’ αυτά δεν κρατήθηκε. Δεν λέ­γω, με σιγουριά, ποια ήταν. Δεν παίρνω όρκο. Πάντως, πρέπει να ήταν η Τρουμπούνη. Ξεχώρισα τη φωνή της. Ένα χαριτωμένο και ζωντανό κορίτσι. Δεν την ξαναείδα από τότε. Αν ζει, ας με συγχωρέσει, που την αναφέρω. Πέ­ρασαν τόσα χρόνια. Έχει παραγραφεί το «αμάρτημά» της. Η Τρουμπούνη, λοιπόν, μόλις είδε τον παπά να πλη­σιάζει, φώναξε:

— Κορίτσια, παπάς έρχεται. Πιάστε το πράμα σας!

Φαίνεται πως με την πράξη τους αυτή, ξόρκιζαν το κα­κό. Έγινε χαλασμός. Γέλια και φωνές. Ο παπάς άκουσε και σταμάτησε. Άρχισε να βρίζει. Και ξεθύμανε σε μένα.

— Αυτή την αγωγή δίνετε, κύριε καθηγητά, στις μαθή­τριές σας; Μπράβο! Δεν απάντησα. Τι να πώ; Στο βάθος, το γλεντούσα.

Συνεχίσαμε την πορεία μας. Και τα κορίτσια ξανάρχι­σαν το τραγούδι. Αυτά θυμάμαι, τώρα, που γέρασα κι αποτραβήχτηκα από όλα. Και νοσταλγώ να τα ξαναζήσω. Μα δεν γίνεται. Τι κρίμα!

Το εργαστήρι μου

Όμορφα περνούσαμε στο σχολειό. Είχα οργανώσει ευχάριστα τη ζωή μου. Το πρωί δίδασκα στα διάφορα σχο­λεία, τα μαθήματα μου. Κείνα τα χρόνια, κάναμε και το α­πόγευμα λίγες ώρες. Όταν τελείωνα το σχολειό, αποτρα­βιόμουν στο εργαστήρι. Εκεί, ασχολιόμουν με την επιμετάλλωση. Ή ανέβαινα στο πατάρι -είχε και πατάρι το εργαστήριο- κι ετοίμαζα τα μαθήματά μου για το Λύκειο. Τα τύπωνα σε πολύγραφο, που έφτιαξα ο ίδιος. Για την εκτύπωση, είχα επιστρατεύσει σπουδάστριες του Διδασκαλείου. Τις έδινα κάτι. Στην αρχή, και για πολύ καιρό, χρησιμοποίησα την Αθανασία, έπειτα την Πάτρα, και τελευταία τη Λευκή. Πολύ λαχταρώ τα χρόνια, που πέρασα στο σχολειό. Όχι πως δεν είχα και τις πικρές στιγμές. Ιδιαίτερα με γονάτιζε το οικονομικό. Δεν έφταναν τα χρήματα που έπαιρνα. Συχνά, δυσκολευόμουν να εξασφαλίσω κι αυτό το γάλα των μικρών μου παιδιών. Γι’ αυτό και αναγκαζόμουν να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα. Έμπαινα σε αρχοντόσπιτα και αναλάβαινα να «μάθω γράμματα» στους κανακάρηδές τους. Και τα έκανα όλα. Ακόμα και τα «Ελληνικά» τους. Κι όταν ιδρύθηκε, στη Μυτιλήνη, η ιδιωτική Εμπορική Σχολή (Αγγελομάτη), έτρεξα κι εκεί και πήρα μαθήματα. Δίδαξα Εμπορευματολογία. Όλα τα έκανα. Αλλ’ ήμουν νέος και άντεχα. Και σκέφτομαι, καμιά φορά, τώρα: Σήμερα, μας περισσεύουν. Τότε, που τα είχαμε ανάγκη, δεν τα είχαμε. Τι να γίνει; Έτσ’ είν’ η ζωή.

Advertisements

20 Σχόλια to “Ο καθηγητής που έγινε Δάσκαλος (Απόστολος Αποστόλου)”

  1. Γς said

    Καλημέρα,
    αρχίζω τη λίστα ίσως άκομψα, αλλά…
    >“πάρ’ τον” (ενν. τον παπά) ή “πάνω σου” ή αλλιώς γειώναμε πιάνοντας το γνωστό σημείο

    Εμείς λέγαμε κάτι άλλο σχετικό.
    Θυμάμαι μάλιστα μπαίνοντας σε ένα λεωφορείο βλέπουμε να κάθεται ένας ντανταρνοπαπάς, ο οποίος κατάλαβε τι θα λέγαμε και μας πρόλαβε:
    -Ελάτε να πιάσετε τα δικά μου!

  2. spiral architect said

    Πάνω απ’ όλα … Άνθρωπος. 🙂

  3. Για τους παπάδες: κάπου στη δεκαετία του ’70, κάναμε τη γνωστή «γείωση» καθώς διασταυρωνόμασταν με έναν, στο δρόμο για το σχολείο.
    «Προσοχή, μην σας πέσουν!» μας σφύριξε μέσ’ απ’ τα δόντια του, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.

  4. Γς said

    Εχω τις ενστάσεις μου

    >Στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο, […] εκδηλώσεις των παιδιών με πολλή – πολλή ευχαρίστηση.

    Περίπου 500 λέξεις για το πόσο αναστάτωσε και αναστατώθηκε από το μαθήτριες.
    Και σε πολλά άλλα σημεία.
    Γκρινιάρης έ;

    >Μερικά ζευγάρωναν. Απομονώνονταν σε κάποιο μέρος και τα έλεγαν. Το ειδύλλιο πλεκόταν. Εμείς κάναμε πως δεν βλέπαμε.

    Μια μέρα πέρασεν απ το μαγαζί μου ένα ζευγάρι, πενηντάρηδες περίπου
    -Μας θυμάστε;
    -Ω βέβαια (ιδέα δεν είχα ποιοι ήσαν).
    -Ηρθαμε επι τέλους να σας δούμε. Θυμάστε κάποτε που (μπλα, μπλα);
    -Και βέβαια το θυμάμαι (τρίχες!)
    Τι είχε συμβεί:
    Πρωτοετείς καθόντουσαν τυχαίως μαζί στα ορεινά του αμφιθεάτρου και επειδή μιλούσαν τους φώναξα:
    -Το ζευγαράκι να κατέβει κάτω.
    Αυτό ήταν. Τους έμεινε. Πάντα μαζί μέχρι το πτυχείο και μετά. Κάποτε παντρεύτηκαν. Οι συμφοιτητές τους οι φυσικοί αυτουργοί.
    -Το οφείλουμε σε σας!
    Τι να κάνω κι εγώ; Εκανα πως καμαρώνω, ο ηθικός αυτουργός…

  5. bernardina said

    Δυο μεγάλες αλήθειες αναφέρει ο Δάσκαλος: Ποτέ απροετοίμαστος στο μάθημα και πάντα με το χαμόγελο όταν μπαίνεις στην τάξη. Με το πρώτο έχεις κερδίσει τον πόλεμο της γνώσης, προλαβαίνοντας τις απορίες των μαθητών σου και εδραιώνοντας το κύρος σου στο γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεις. Και με το δεύτερο κάνεις το πρώτο βήμα, που είναι το ήμισυ του παντός, για να δώσεις τον τόνο και να περάσεις εμμέσως πλην σαφώς την ατμόσφαιρα που θέλεις να έχει η διδακτική σου ώρα.
    Ανατροπές, ασφαλώς, υπάρχουν πάντα (με ζωντανούς ανθρώπους δουλεύεις), όμως αν ξεκινήσεις απ’ την αρχή στραβά, δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να ισιώσεις στην πορεία.

    Πάντως ερωτύλος ο δάσκαλος, ε; Παρότι είχε μικρά παιδιά;!
    Μου θύμισε πολλά.
    Το παρατσούκλι του πατέρα μου όταν άρχισε να διδάσκει, ξεκινώντας από τα ιδιωτικά σχολεία μέχρι να έρθει η ώρα του να διοριστεί; Πάνος Φλωράς! Ο γνωστός… Παπαμιχαήλ από τα Χτυποκάρδια στο θρανίο 😆 Λόγω ηλικίας, ύψους και εμφάνισης…
    Είχε να το λέει για τη χαστούκα που έσκασε στον Λεμονή, ένα νταγλαρά που αργότερα έγινε ο γνωστός πρωταθλητής της σφαιροβολίας. Και την αγάπη που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους όταν δόθηκαν οι αμοιβαίες εξηγήσεις.

    Πάντως ο δάσκαλος μια αγάπη στο κόμμα την είχε ε; (Για το σημείο στίξης μιλάω 😉 )

  6. Γς said

    Στην ίδια ηλικία έκανα κι εγώ το ντεμπούτο μου στην εκπαίδευση και μάλιστα σε Παρθεναγωγείο κι εγώ.
    Στα διαγωνίσματα καθόμουν και επιτηρούσα. Ναι, σοβαρός σοβαρός πρόσεχα μην αντιγράψουν. Ετσι έδειχνα.
    Καλλιστεία έκανα! Της εξέταζα μία μία και σχημάτιζα την ομάδα των φιναλίστ πριν αρχίσουν να παραδίδουν κόλλες.
    Εκεί να δείτε μάχες στην τελική φάση για την σταρ, μις κλπ της τάξης.
    Ποτέ όμως δεν έδωσα αφορμή για σχόλια στη σύντομη διαδρομή μου στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ισως επειδή ήμουν κάτω από το άγρυπνο μάτι της Γραμματέως του Παρθεναγωγείου και μετέπειτα γυναίκας μου…

  7. gpoint said

    #5
    Δεν είναι απόλυτο, εξαρτάται από το μάθημα. Στα μαθηματικά και την φυσική στις μεγάλες τάξεις είναι καλύτερα να «ψάχνεται» ο δάσκλος πως θα το πει εκείνη την στιγμή δίνοντας παράδειγμα του τρόπου που σκέφτεται για να βρει άκρη παρά να το λέει «παραμύθι»
    Στα άλλα μαθήματα συμφωνώ γιατί η συνέχεια στά τους μαθητές σε εγρήγορση.είναι ο μόνος τρόπος να βα

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

  9. Νέο Kid Στο Block said

    Όλα καλά κι ωραία, αλλά τι του φταίγαν τα καημένα τα τζιτζικάκια και τα σαυράκια και τα επιμετάλλωνε; Ίσως δοκίμαζε ηλεκτροχημικές (οξειδοαναγωγικές) διαδικασίες.
    Πάντως, βλέπω σε αμερικανικούς κυρίως ιστότοπους ότι οι επιμεταλλωμένες σαύρες πιάνουν καλά μπακς (100 με 150$). Μπρρρ..

  10. Γς said

    9:
    Αχ, πόσο συγκινητικό είναι κάθε λίγο να σου δείχνουν με καμάρι:
    -Κι από δώ τα (επιμεταλλομένα) τα πρώτα παπουτσάκια του (πενηντάρη και βάλε, πλέον) Τζιμ.

  11. Maria Darda (Μαρια Δαρδαντακη) said

    Χθες το μεσημερι ,η μαμα μου,82 ετων, μου εξομολογηθηκε πως αντεδρασε στην ταξη.Δεν ηταν δασκαλα,αλλα το 1942 στην Κρητη, οποιος μπορουσε, και ηθελε ,μαθαινε στους γυρω του κατι.Κι ετσι χαστουκισε ενα αγορι που πανω στο αναγνωστικο του της προσεφερε το δωρο που εγραφε «πουτσος-μουνι»

  12. […] https://sarantakos.wordpress.com/2012/09/23/apostolou/ Share this:TwitterFacebookLike this:LikeBe the first to like this. Explore posts in the same categories: Νίκος Σαραντάκος […]

  13. […] https://sarantakos.wordpress.com/2012/09/23/apostolou/ […]

  14. Μήτσος said

    Πάντως η αντίδραση απέναντι στους παπάδες, πρέπει να είχε κάποια βάση. Θυμάμαι, η γιαγιά μου (θρήσκα κατά τα άλλα) έλεγε την παροιμία(;) «Εδώ στο χωριό δεν σε θέλουν, του παπά το σπίτι ρωτάς που είναι.»

  15. ο αρχιδούκας said

    Λοιπόν ανθρωπιστές του παχέως εντέρου,μας ήρθαν και εδώ συμβάντα.Οι ισλαμιστές τα σπάνε στην Ομόνοια,μαγαζιά,αυτοκίνητα.Αγωνίζονται,δικαίωμά τους να κάψουν την περιουσία του καθενός.Εδώ τα καίνε άλλοι και άλλοι.

  16. sarant said

    14: Μήτσο, η παροιμία αυτή έχει άλλη εξήγηση. Τα παλιά χρόνια, ο παπάς ήταν ένας από τους προύχοντες και όποιος ξένος ερχόταν στο χωριό ήταν αναμενόμενο να επισκεφτεί το σπίτι του παπά και ενδεχομένως να φιλοξενηθεί. Ο άνθρωπος της παροιμίας, ενώ είναι ανεπιθύμητος, ρωτάει πού είναι το σπίτι του παπά, δηλ. ετοιμάζεται να ζητήσει φιλοξενία.

  17. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  18. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Καλά, πτυχίο, τα ζευγαράκια

    Ενδιαφέρουσα η αφήγηση αλλά αν η Βιογραφία είναι μορφή λογοτεχνίας, κάθε (αυτο)βιογραφούμενος δεν είναι υποχρεωτικά λογοτέχνης, και αυτή την αρετή ο εν λόγω δεν την έχει. Έχει όμως την αρετή της αμεσότητας, της ευθύτητας και της ειλικρίνειας, κι αυτό επίσης μετράει. Ασφαλώς ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει την κατάθεσή του. Είναι επίσης γνήσιος και αποκαλυπτικός όσαν αφορά την ατμόσφαιρα της εποχής.

    @14Μήτσος Η εν λόγω παροιμία άσχετη. Λέει ‘δε σε θέλουν για γαμπρό’ επομένως δεν έχει νόημα να βρεις και τον παπά.
    Διέκοψα την υποβολή του σχολίου δυο μέρες, και στομεταξύ ο νοικοκύρης (@16;) το διόρθωσε πιο νοικοκυρεμένα. Πιστεύω ότι η εκδοχή του είναι πιο σωστή.

    Με ττην Κατερίνα στην παρέα, βέβαια οι άλλοι δάσκαλοι πάμε πάσο. Αλλά πολλούς μας τρώει το δασκαλίκι

  19. Γς said

    18:
    >κάθε (αυτο)βιογραφούμενος δεν είναι υποχρεωτικά λογοτέχνης, και αυτή την αρετή ο εν λόγω δεν την έχει.

    (κλαψ-κλαψ) Πάει και τελείωσε. Εκλεισα ως λογοτέχνης. Θα το ρίξω στο πιοτό.

  20. […] καθηγητής Χημείας), που παλιότερα είχα παρουσιάσει εδώ αποσπάσματα από τα απομνημονεύματά του.  Η κριτικός είχε μπερδέψει τον Λευτέρη Αποστόλου, που […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: