Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2012


Tο σημερινό είναι το εικοστό απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Την επομένη κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού. Ο πατέρας μου πήγε στο Γυμνάσιο, όπου φαίνεται πως ήταν η έδρα της Οργάνωσης, κι εγώ στη Λέσχη, που βρισκόταν στον όροφο ενός γωνιακού κτηρίου λίγο πιο πάνω από την πλατεία, όπου ήξερα πως θα συναντούσα το μοναδικό γνωστό μου στο χωριό, τον Τάκη το Μεταξά, τον επιλεγόμενο Αλκιδάμα και προσεπιλεγόμενο Μπασακλάσα. […]

Ο Τάκης μού γνώρισε κι άλλους νεαρούς της ηλικίας μας, που σύχναζαν στη Λέσχη. Ήταν όλοι τους ΕΠΟΝίτες και έτσι συνδέθηκα με την Οργάνωση. Το ίδιο απόγεμα με πήραν στη χορωδία τους και εκεί έμαθα τα πρώτα τραγούδια του αγώνα: το «Βροντάει ο Όλυμπος» και τον ύμνο τής ΕΠΟΝ: «πρωτοπόροι στον Αγώνα».

Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε με δυνατή φωνή και με ανοιχτά τα παράθυρα της αίθουσας όπου μαζευόταν η χορωδία. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ανοιχτά και η «Ελεύθερη Λέσβος» διαβαζόταν φανερά στα καφενεία.

Εκείνη τη βδομάδα μάς ήρθε και η δικιά μας εφημερίδα, ο «Αντιφασίστας», όργανο του Νομαρχιακού Συμβουλίου τής ΕΠΟΝ.

Σιγά – σιγά άρχισαν να μου αναθέτουν διάφορα καθήκοντα και κυρίως την εκλαΐκευση του δελτίου ειδήσεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού δεν καταλαβαίναν τις ειδήσεις και κυρίως δεν είχαν ιδέα για τα μέρη όπου γίνονταν οι μάχες. Έπρεπε να τους τα εξηγούμε και στο σημείο αυτό αποδείχτηκα ειδικός, αργότερα δε, μπήκα στο συνεργείο που συνέτασσε το δελτίο ειδήσεων με τα νέα που ακούγαμε από το Λονδίνο, το Κάιρο και τη Μόσχα.

[…] Την άλλη μέρα, Κυριακή, στην πλατεία του χωριού συνεδρίασε το Λαϊκό Δικαστήριο. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Πήγαμε κι εμείς οικογενειακώς. Δικάζανε τρεις χωριανοί και ο δημόσιος κατήγορος ήταν κι αυτός από το χωριό. Όλες οι υποθέσεις που παρακολουθήσαμε ήταν αγροζημίες, εκτός από μία που αφορούσε την κλοπή ενός προβάτου. Μας έκανε εντύπωση η σοβαρότητα με την οποία δικάζανε αυτοί οι απλοί και μάλλον αμόρφωτοι άνθρωποι και πόσο προσεχτικά παρακολουθούσε το ακροατήριο. Κάπου – κάπου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτούσε:

«Τι λέει πάνω σ’ αυτό η κοινή γνώμη;»,
και από το ακροατήριο βγαίναν διάφοροι άνθρωποι και λέγανε ποιος κατά τη γνώμη τους είχε δίκιο.

Στην υπόθεση της κλοπής του προβάτου, ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ενοχή του, υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως το κλεμμένο και ζήτησε συγγνώμη από τον ιδιοκτήτη του. Αυτός πρόθυμα τον συγχώρησε και, με προτροπή του προέδρου, οι αντίδικοι δώσανε τα χέρια και συμφιλιώθηκαν.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, συζητούσαμε για πολλήν ώρα για το λαϊκό δικαστήριο. Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος:

«Αυτή είναι η λαϊκή εξουσία. Ο λαός δε διοικεί μονάχα, αλλά και διαπαιδαγωγείται.»

Ένα πρωί, καθώς περιδιάβαζα στο χωριό, είδα να σταματά μπροστά στο Γυμνάσιο μια μοτοσυκλέτα με καλάθι. Αυτό καθεαυτό το πράγμα δε θα είχε σημασία αν στη μοτοσυκλέτα δεν κυμάτιζε μια μικρή ελληνική σημαία! Έμεινα να την κοιτάζω με συγκίνηση. Τρία και πάνω χρόνια δεν την είχα δει να κυματίζει ελεύθερα. Στα δημόσια κτήρια έπρεπε δίπλα της να κυματίζει η γερμανική, ενώ στα ιδιωτικά σπίτια απαγορευόταν η ανάρτησή της. Από αυτήν τη μικρή σημαιούλα κατάλαβα πως ήμουν πια ελεύθερος. Από τη μοτοσυκλέτα κατέβηκαν τρεις άντρες με πολιτικά, αλλά με μπότες, που πήγαν αμέσως μέσα με ζωηρό και σίγουρο βήμα. Όπως έμαθα αργότερα, ήταν αξιωματικοί των ανταρτών.

Μετά τα γεγονότα της Καλλονής, τον περασμένο Μάρτη, που οι χωροφύλακες με επικεφαλής το μοίραρχο Γεωργόπουλο, άνοιξαν πυρ σε μια διαδήλωση αγροτών, τραυματίζοντας πολλούς, με εντολή της Οργάνωσης καταλήφθηκαν οι σταθμοί χωροφυλακής και αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες σε όλα τα χωριά του νησιού, εκτός από τα τρία, όπου υπήρχε γερμανική φρουρά, το Πλωμάρι, το Μόλυβο και το Σίγρι (και τη Μυτιλήνη φυσικά). Μαζί με τη Χωροφυλακή καταργήθηκε και η Αγροφυλακή. Άλλοι χωροφύλακες μείναν ως πολίτες στα σπίτια τους, άλλοι πήγαν στη Μυτιλήνη και μερικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ.

Ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής της Αγίας Παρασκευής, που ήταν παντρεμένος με μια ντόπια γυναίκα, έμεινε στο χωριό. Δεν είχε βγάλει κακό όνομα και έβλεπε με συμπάθεια τον Αγώνα, ως εκεί όμως. Πάντως κυκλοφορούσε ελεύθερος, κρατούσε μάλιστα και το λεπτό δερμάτινο μαστίγιο, το άνευ αντικρίσματος πλέον σύμβολο της εξουσίας του, και οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον προσφωνούν «Καπετάνιε». Ο νωματάρχης ήταν επίσης και ποιητής (στην πραγματικότητα στιχοπλόκος) και μαθαίνοντας πως ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν ποιητές, στην πρώτη συναναστροφή που τους συνάντησε, τους έδειξε με καμάρι τους στίχους του. Σε κάποιο ποίημά του έγραφε:

«Οι Γερμανοί,
σαν γερανοί,
θα ’ρθει καιρός
να φύγουν»

Τις καταργημένες Χωροφυλακή και Αγροφυλακή υποκατέστησε η Εθνική Πολιτοφυλακή. Οι πολιτοφύλακες κυκλοφορούσαν πάντοτε άοπλοι, δε φορούσαν στολή, ούτε κάποιο διακριτικό σημάδι, εκτός και σε ειδικές περιπτώσεις ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο, αλλά όλος ο κόσμος τούς ήξερε, καθώς ήταν όλοι χωριανοί, και άκουγε τις υποδείξεις τους.

Μέσα στους πρώτους μήνες που αναδείχτηκε η νέα εξουσία, οι αγροζημίες, οι κλεψιές και οι καβγάδες στα καφενεία σχεδόν εξαλείφθηκαν. Ο κόσμος κυκλοφορούσε ελεύθερα παντού, μέσα κι έξω από το χωριό, και όλες τις ώρες, μέρα και νύχτα. Δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, που ίσχυε στην πόλη και στα χωριά με γερμανική φρουρά.

Ένα απόγεμα που παίζαμε με τον Τάκη σκάκι στη Λέσχη, ακούσαμε μεγάλη φασαρία στην πλατεία. Βγήκαμε στα παράθυρα και είδαμε πως έξω επικρατούσε απερίγραπτος πανικός: Όλοι τρέχανε προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κατεβήκαμε κάτω αλλά όποιον κι αν ρωτήσαμε, κανείς δε μπορούσε να μας πει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά το βάλαμε κι εμείς στα πόδια και σταματήσαμε μόνο σα φτάσαμε στον Κλομηδάδο (τώρα μετονομάστηκε σε Νάπη).

Εκεί κάτσαμε ώσπου βράδιασε και τότε μάθαμε πως κάποιοι σκότωσαν στο κεντρικό καφενείο της πλατείας έναν παράγοντα της προπολεμικής ζωής του χωριού, πολιτευτή της δεξιάς και άνθρωπο που ήταν στα μέσα και στα έξω επί Μεταξά, γνωστόν με το παρατσούκλι Πλατέλι.

Όταν γυρίσαμε και πήγα στο σπίτι του θείου Γιώργου, έμαθα περισσότερα από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που δεν ήταν άλλος από τη μητέρα μου! Είχε πάει με το μικρό, τον Κωστάκη, βόλτα στην πλατεία για να τον κεράσει γλυκό.

Κάθισαν στο κεντρικό καφενείο, απέναντι από το φαρμακείο του Αρμάδα, και τρώγανε τη βανίλια τους όταν ξαφνικά από ένα διπλανό τραπέζι σηκώθηκαν τρεις, που ως τότε τρώγανε φέτες καρπούζι, περικύκλωσαν ένα χοντρό, που έπινε τον καφέ του παραδίπλα και φωνάζοντας,

«Έτσι πεθαίνουν οι προδότες», τον μαχαίρωσαν.

Όπως συμπλήρωσε την αφήγηση ο πατέρας μου, μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι εκτελεστές έφυγαν ανενόχλητοι και σχεδόν απαρατήρητοι, η δε μητέρα μου, φτάνοντας ημιθανής στο σπίτι, με τον Κωστάκη κλαίοντα να την ακολουθεί, το μόνο που μπορούσε να τους πει για πολλήν ώρα ήταν μόνο:

«Τον σκότωσαν.»

«Ποιον;»

«Ένα χοντρό.»

Αυτή η στιχομυθία επαναλήφθηκε άπειρες φορές, ώσπου να ξεκαθαριστεί ποιοι σκότωσαν ποιον.

Το βράδυ στην πλατεία ο γιος του θύματος διαμαρτυρόταν γιατί σκοτώσαν τον πατέρα του με τέτοιον τρόπο.

«Αν ήταν προδότης, να τον δικάζαμε στο λαϊκό δικαστήριο, κι αν έβγαινε η απόφαση, θα τον σκότωνα εγώ ο ίδιος, με τα χέρια μου», φώναζε και ο κόσμος τον άκουγε σιωπηλός και ουδέτερος.

27 Σχόλια to “Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    «Οι Γερμανοί,
    σαν γερανοί,
    θα ’ρθει καιρός
    να φύγουν»
    Αμήν

  2. spiral architect said

    Καλημέρα! 🙂
    Πραγματικά Ηρωικές εποχές.
    Πόσοι και πόσοι δεν προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ; Έβλεπα τις προάλλες ένα ντοκιμαντέρ για τη δεκαετία του ’40 στην ΕΤ1 για το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα, όπου οι Εβραίοι της Κατερίνης και των Ιωαννίνων έφυγαν στα βουνά, (που ήταν κοντά τους) για να βρουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ με πρωταρχικό τους μέλημα να γλυτώσουν το κεφάλι τους. Αντίστοιχα οι περισσότεροι Εβραίοι της Σαλονίκης και της Χαλκίδας αποκλείστηκαν, συνελήφθησαν και στάλθηκαν στα στρατόπεδα.
    (μίλαγε και ο γνωστός ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ για τους συγγενείς του)

    Σχετικά με τη δολοφονία του Πλατέλι:
    Υπήρχαν τότες στη Μυτιλήνη ομάδες αντίστοιχες της Ο.Π.Λ.Α., ή ήταν μια καθαρή αυτοδικία με πολιτικό πρόσχημα;
    ( η Ο.Π.Λ.Α. βέβαια δραστηριοποιήθηκε μετά το ’43 στην Αθήνα)

    «Οι Γερμανοί,
    σαν γερανοί,
    θα ’ρθει καιρός
    να φύγουν»

    Άμποτες!

  3. Γς said

    1,2:
    Πολύ δυνατό στιχάκι!
    Του αξίζει περισσότερη δημοσιότητα.
    Το χρειαζόμαστε.
    Το Γκουγκλ λέει ότι το βλέπει μόνο στο ΕΜΠΡΟΣ της Μυτιλήνης, που πρωτοδημοσιεύτηκε την περασμένη Παρασκευή το σημερινό άρθρο.

  4. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Η δημοσίευση στο Εμπρός είναι ίδια με αυτήν εδώ.

    2: Φαντάζομαι πως ήταν οργανωμένη ενέργεια, αλλά δεν το ξέρω θετικά.

  5. spiral architect said

    …τι σημαίνει το παρατσούκλι πλατέλι; Μήπως το μικρό πιάτο; 🙄

  6. sarant said

    Ναι,΄αυτό σημαίνει η λέξη. Τώρα για το παρατσούκλι, δεν ξέρω.

  7. spiral architect said

    Έχουν πλάκα τα παρατσούκλια: Το Πλατέλι, ο επιλεγόμενος Αλκιδάμας και προσεπιλεγόμενος Μπασακλάσας … :mrgreen:
    Αγωνία, αποφασιστικότητα, αγώνας αλλά η επίκληση των παρατσουκλίων, η (όποια) καθημερινότητα (βλ. σκάκι) κλπ πηγαίνανε γαζί.

  8. Γς said

    7:
    >πηγαίνανε γαζί.
    Δεν λέγεται.
    Πηγαίνανε σύννεφο, ίσως.
    Το γαζί στο «ψιλό γαζί» σε άλλη οερίπτωση.

  9. Γς said

    8:
    Κι όμως λέγεται.
    Το δούλεμα πάει γαζί, πχ.

    Σερνεται το Ιστολόγειο σήμερα ή μου φαίνεται;

  10. Ναυτίλος said

    Δυστυχώς, οι Γερμανοί φεύγουν σαν γερανοί και ξανάρχονται σαν κοράκια. Αν τους τραβάει η μυρωδιά της πτωμα’ί’νης, τότε κάτι εμείς δεν κάνουμε καλά.

  11. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Ναυτίλε…. ομιλησας

    Σπουδαίες μέρες, σπουδαίοι μπαμπάδες και παπούδες, σπουδαίος τόπος η Λέσβος, σπουδαίο και το άρθρο.

    Άντε… όλοι σπουδαίοι είστε, αλλά ο Ναυτῖλος ὡμίλησεν

  12. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Όχι ότι το ναυτίλος πέρνει περισπωμένη…. αλλά για να τσαντίσω τον νοικοκυρη

  13. Γς said

    12:
    Για τον Νικοκύρη και την περισπωμένη (και ολίγον Καργάκον)

  14. spiral architect said

    @9: Άστο να σέρνεται. Σε λίγο θα επιταχύνει.
    (κάνει και λίγο … τζιζ το θέμα) 😉

    @10: Σαφώς με αμήν, άμποτες, ευχολόγια και πληκτρολόγια η κατάσταση δεν ανατρέπεται. Οι παππούδες μας δεν έπαιζαν μόνο σκάκι (καλή ώρα σαν τον πατέρα του Νικοκύρη) αλλά το πάλευαν καθείς με τον τρόπο του.
    Αν το παλέψουμε και μεις, θα ξαναφύγουν οι «Γερμανοί» 😉 και οι συνεργάτες τους σαν γερανοί …

  15. Γς said

    14:
    Летят журавли – Οταν περνουν οι γερανοί…

  16. spiral architect said

    @14: Συνεργάτες νέου τύπου … 😉

  17. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  18. Προσγολίτης said

    1. Αμήν

    Εκείνο το Αμήν, Γιάννη! Μου ’ρθε να συνεχίσω: «Σοφία. Πρόσχωμεν!». Δεν αστειεύομαι, δεν ειρωνεύομαι (θεός φυλάξοι!). Τόσο πολύ το βρήκα να ταιριάζει με αυτούς τους στίχους!, καθώς και το «Άμποτες!» στο σχ. 2 – εξάλλου συνώνυμες αυτές οι λέξεις, αν όχι ταυτόσημες.

    *

    Κατά τ’ άλλα…, κι έχοντας υπόψη το σχ. 10 του Ναυτίλου («οι Γερμανοί φεύγουν σαν γερανοί και ξανάρχονται σαν κοράκια. Αν τους τραβάει η μυρωδιά της πτωμα’ί’νης, τότε κάτι εμείς δεν κάνουμε καλά»), εύχομαι να μη φτάσουμε –αν δεν φτάσαμε– στο αμήν.

    [Θα πεις τί να σου κάνουν τα ευχολόγια. Ναι, απλώς θα… ευχόμουνα να πιάναν τόπο (αστειεύομαι, ή, τουλάχιστον, προσπαθώ ν’ αστειευτώ].

    *

    9 «Σέρνεται το Ιστολόγιο σήμερα ή μου φαίνεται;»

    Μην το λες, Γιάννη! Είναι σαν τον Θρύλο, στο δεύτερο ημίχρονο ανεβάζει στροφές. Στον πάτο-πάτο και ο Νικοκύρης Ολυμπιακός είναι. Αν δεν είναι, κακώς δεν είναι – ε, κανείς δεν είναι τέλειος.

    (Τι θυμήθηκα τώρα:
    «Σώμα βαρύτερον του αέρος δεν πετά.
    Και αυτά τα πετεινά του ουρανού, κακώς πετώσι»).

    Καλό σας απόγιομα!

  19. «το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου»

    Άμποτε κάποτε να εκδοθεί. Έχω διαβάσει τον «Άγνωστο ποιητή Άχθο Αρούρη» και μου άρεσε. Θα ήθελα να διαβάσω και τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» όλα μαζί, όχι μόνο αποσπασματικά.

  20. sarant said

    19: Κανείς δεν είναι τέλειος 🙂

    20: Κάτι γίνεται, αλλά για του χρόνου. Φέτος ελπίζουμε να βγουν τρεις νουβέλες του πατέρα μου, μυθοπλασία δηλαδή, με θέμα τον εμφύλιο.

  21. Μαρία said

    Στην Αγία Παρασκευή βρέθηκα πριν απο δεκαπενταριά χρόνια ευτυχώς με φίλη που καταγόταν απο κει, γιατί κάποια στιγμή χρειάστηκα διερμηνεία 🙂

  22. Γς said

    21:
    > κάποια στιγμή χρειάστηκα διερμηνεία

    Σιγά καλέ. Μας τρομάζεις. Σκέψου να χρειαστούμε ποτέ και βίζα ή άδεια από καμιά Προσωρινή Askeri Διοίκηση (Θεός φυλάξει)

  23. 12, 13
    Ακόμα και με περισπωμένη, απερίσπαστος θα συνεχίσει το έργο του ο Νικοκύρης!

  24. 18,
    «Και αυτά τα πετεινά του ουρανού, κακώς πετώσι»

    Ε, βέβαια!

  25. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  26. Δημήτρης said

    Πλατέλι, είναι από το μικρό όνομα Πλάτων, «του Πλατέλ'»

  27. sarant said

    Δημήτρη, σ’ ευχαριστώ! Αμ έτσι εξηγείται!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: