Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένας άσκοπος συναγερμός (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Νοεμβρίου, 2012


Tο σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Αποδείχτηκε πως τα καθήκοντά μας ήταν να ενισχύσουμε τις σκοπιές στα υψώματα γύρω από το χωριό, που είχαν πολλαπλασιαστεί και λειτουργούσαν πια αδιάκοπα. Ντυμένοι με παλιόρουχα, σαν τσομπανόπουλα, θα φυλάγαμε με βάρδιες από το ξημέρωμα ως τη νύχτα, στους λοφίσκους γύρω από το χωριό, και αν βλέπαμε να ανηφορίζουν τη δημοσιά αυτοκίνητα και μάλιστα φορτηγά, έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό. Επίσης κάποιοι θα ήταν σύνδεσμοι, δηλαδή θα μεταφέρανε μηνύματα από την Οργάνωση σε οργανώσεις άλλων χωριών.

Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου, φύλαγα σκοπός σ’ ένα λόφο στα νότια του χωριού, που όπως έμαθα τον λέγαν Γιορνήσι. Είχα πάει με οδηγό έναν πολιτοφύλακα στις δύο, να αντικαταστήσω τον πρωινό, που ήταν εκεί από τις δέκα. Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι. Η μάνα μου με είχε εφοδιάσει με ένα καλαθάκι, όπου εκτός από ένα μπουκάλι με νερό είχε βάλει ψωμί, τυρί και λίγα απίδια. Ήταν σα να πήγαινα εκδρομή. Κρέμασα το καλαθάκι στο κλαδί μιας ελιάς, κάθισα στη σκιά της, στο σέτι και παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές. Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο. Στο δρόμο δεν έβλεπα την παραμικρή κίνηση. Πέρασαν κάπου δυο ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει και τώρα τον είχα κατάφατσα, καθώς επισκοπούσα τη δημοσιά.

Είχα αρχίσει να βαριέμαι, όταν είδα να ανηφορίζουν τρία φορτηγά αυτοκίνητα. Πήγαιναν πολύ αργά. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Γερμανικά καμιόνια», σκέφτηκα, «και θα ’ναι γεμάτα στρατό για να πηγαίνουν τόσο αργά.»

Πήγα πίσω από την ελιά, σε μια θέση που να φαίνομαι από την προηγούμενη σκοπιά κι άρχισα να κουνάω την κόκκινη μαντήλα με την οποία με είχαν εφοδιάσει. Όταν είδα το συναγωνιστή να κουνάει κι αυτός μια παρόμοια μαντήλα, μάζεψα τα πράματά μου και κίνησα για το σημείο που είχε οριστεί σα σημείο συγκέντρωσης των σκοπών. Άκουσα τις καμπάνες των εκκλησιών του χωριού να χτυπάνε δυνατά. Ώσπου να φτάσω στην Καυκάρα, πυκνά πλήθη φεύγανε από το χωριό τραβώντας είτε προς τον Κλομηδάδο, είτε προς την Κλοπεδή.

Στην Καυκάρα ήταν μαζεμένοι όλοι οι σκοποί και κάμποσοι άντρες της Πολιτοφυλακής, μερικοί από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με πιστόλια. Ο συναγωνιστής Θουκυδίδης είχε το γενικό πρόσταγμα. Η ώρα όμως περνούσε χωρίς να ακούγεται τίποτα από το χωριό, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί στην προηγούμενη επιδρομή οι ριπές από τα αυτόματα και οι τουφεκιές ήταν πυκνές. Ο Θουκυδίδης φαινόταν να αδημονεί. Στο τέλος έστειλε δυο πολιτοφύλακες για να πάνε κρυφά να εξακριβώσουν τι κάνανε στο χωριό οι Γερμανοί.

Οι ανιχνευτές γύρισαν σ’ ένα τέταρτο, κουβαλώντας μαζί τους τρεις πολίτες, που έδειχναν φοβισμένοι και ανήσυχοι.

«Φύγαν οι Γερμανοί;», ρώτησε ο Θουκυδίδης.

«Ποιοι Γερμανοί; Δεν ήρθαν Γερμανοί στο χωριό, μονάχα τρεις αραμπάδες με μπόμπες να πάρουν λάδι.» (μπόμπες λέγανε τα μεγάλα σιδερένια λαδοβάρελα)

Ο άσκοπος συναγερμός έληξε αμέσως. Ξαναχτύπησαν οι καμπάνες και ο κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Το βράδυ είχαμε πάλι συγκέντρωση όλων των σκοπών. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, που άδειασα χωρίς λόγο ένα ολόκληρο χωριό. Ο Θουκυδίδης με κοίταζε αυστηρός και αγέλαστος.

«Εσύ ήσουν απογευματινό νούμερο στο Γιορνήσι;»

«Εγώ», του λέω.

«Και καλά, δεν είδες πως δεν ήταν φορτηγά, αλλά αραμπάδες με βαρέλια;»

«Κοίτα συναγωνιστή, ο ήλιος ήταν κατάφατσα, δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. Τα άλογα μου φανήκανε σαν τη μηχανή και τα βαρέλια σαν την καρότσα του φορτηγού. Γελάστηκα.»

«Και γιατί, αφού έχεις μυωπία, δε φορούσες τα γυαλιά σου;»

«Δεν έχω γυαλιά»

«Για δες, ρε, ποιον βάλαμε να μας φυλάει!», είπε όλο φούρκα.

38 Σχόλια προς “Ένας άσκοπος συναγερμός (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Αντιηρωική αφήγηση μιας ηρωικής εποχής…
    Περιμένω την συνέχεια

  2. spiral architect said

    […] δεν έβλεπα καλά, έχω και μυωπία. […] 🙂

    @1: Αντιηρωική, δεν λες τίποτα.
    Και να σκεφτεί κανείς ότι, τα αγροτόπαιδα κείνο τον καιρό δεν εστίαζαν τη ματιά τους κοντά, αλλά – τουναντίον – θωρούσαν μακρά.

    Εποχές που τουλάχιστον ήξεραν ποιος ήταν ο εχθρός … 😐

  3. Γς said

    3:
    >Εποχές που τουλάχιστον ήξεραν ποιος ήταν ο εχθρός …

    αραμπάδες με βαρέλια

  4. spiral architect said

    Μη βιάζεσαι ρε ΓουΣού.
    Όλοι ήξεραν πολύ καλά ποιος ήταν ο εχθρός, ανεξάρτητα αν ο εθελοντής πατήρ 40άκος ήταν μύωψ.
    (το #2 έχω)

  5. Γς said

    Ο πραγματικός εχθρός είναι μέσα μας. Κι είναι αόρατος.

    Γς έφη.

  6. spiral architect said

    … έφα.
    (γ’ ενικό)
    Δεν μ’ αγγίζουν πλέον τα μεταφυσικά. :lol;

  7. 5. Τα πολυβόλα δεν τα κρατούσε ο «αόρατος εχθρός μέσα τους». O εχθρός ήταν ορατός κι απέναντί τους.

  8. Γς said

    6:

    Τάδε έφη Γς

  9. Γς said

    7:
    Ενίοτε σαν τους μύλους του Δον Κιχώτη

  10. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    7: Ε, ναι.

  11. Γς said

    9:
    >Ενίοτε σαν τους μύλους του Δον Κιχώτη.

    Αντε και λίγο Δόν Κιχώτη του Πικάσο,
    και …εκσυγχρονισμένον.

  12. ππαν said

    Πολύ ωραίο, κι εγώ περιμένω τη συνέχεια!

  13. Γς said

    11:
    Θα γράψει κανείς;
    Ή θα τραβίξω το νήμα από τον Δον Κιχώτη στον Θερβάντες, στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και δεν συμμαζεύεται.

  14. Όταν ο πραγματικός εχθρός είναι μέσα μας, τότε πρέπει να τονε καταγγείλομε για βιαζμό.
    Απ’ ό,τι φαίνεται, όλοι οι έφηβοι της εποχής χρησίμευαν ως τσιλιαδόροι/άοπλοι φρουροί. Κι ο πατέρας μου (γεν. 1929) τα ίδια επί Κατοχής, στην ορεινή Αχαΐα. Και για ξεκάρφωμα είχε και κάτι γαλόπουλα μαζί του, και καλά ότι τα βοσκούσε. Από τότε τα έχει σιχαθεί.

  15. sarant said

    14: Και ο δικός μου γενν. 1929 ήταν!

  16. Προσγολίτης said

    > έπρεπε να κάναμε σινιάλο, που από λόφο σε λόφο θα έφτανε ως το χωριό.

    Ίσως άσχετο, αλλά σου πάει ο νους στις φρυκτωρίες των αρχαίων ημών κ.λ.

    *

    σέτι = ;

    *

    spiral architect (2):
    τουλάχιστον ήξεραν ποιος ήταν ο εχθρός …

    Έξι λέξεις, χίλιες εικόνες – έστω σκέψεις.

    *

    Γς (5):
    Ο πραγματικός εχθρός είναι μέσα μας

    Μια αυτοκτονία μάς σώνει (εμένα μου λες; Λέμε και κάνα αστείο να περάσ’ η ώρα)

    Καλημέρα σε όλους!

  17. Γς said

    14:
    >στην ορεινή Αχαΐα. Και για ξεκάρφωμα είχε και κάτι γαλόπουλα μαζί του, και καλά ότι τα βοσκούσε.

    Γαλόπουλα αντάρτες!
    Και του βουνού και ελευθέρας βοσκής.

  18. Ναυτίλος said

    Ως μύωψ που είμαι, καταλαβαίνω πολύ καλά πόσο εύκολο είναι να την πατήσεις σαν τον αείμνηστο Δημήτρη Σαραντάκο. Οι ομοιοπαθείς καταλαβαίνουν τι εννοώ.
    Το ότι υπάρχει εχθρός μέσα μας δεν σημαίνει ότι πρέπει να το ρίξουμε στη μεταφυσική. Οι Γερμανοί τότε ήταν ολοζώντανοι, χειροπιαστοί και απέναντι. Οι τωρινοί εχθροί είναι σαφώς απέναντι, αλλά είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν.

  19. sarant said

    16: σέτι είναι η πεζούλα, η αναβαθμίδα -δεν το λέτε εσείς, ε;

  20. Γς said

    16:

    Το λέμε, το λέμε και όταν ψάχνουμε για εξωγήινους πολιτισμούς.

    Ο φίλος μου ο Ραδιοερασιτέχνης Κώστας Γεωργίου που ψάχνει μαζί με το SETI έπιασε κάτι περίεργα σήματα με τις κεραίες του στου Ζωγράφου(ποιος ξέρει από ποια κοντινή του συσκευή ήτανε). Τα κατέγραψε και τα έστειλε σε ένα τεράστιο αρχείο που μπλόκαρε όλο τα μηχανήματα του Ινστιτούτου.

    Περίμενε να του πούνε μπράβο για την εποκοινωνία του με τους εξτρατερέστιαλ, κι αυτή τον σκυλόβρισαν. Μόνο πεζοναύτες δεν στείλανε να του σπάσουν τους τρανσίβερ του.

  21. sarant said

    20: Είδες ότι στη Μυτιλήνη είχανε το SETI από το 1944; 🙂

  22. Προσγολίτης said

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη (19)

    Όχι, πρώτη φορά συναντώ τη λ.

    Το πεζούλι που συγκρατεί το χώμα σε κατηφορικά χωράφια, το λέμε (το έχω ακούσει πολλές φορές απ’ τον πατέρα μου, ήταν χτίστης) τοιχάρι, ακριβώς ειπείν: τ(οι)χάρ(ι).

    (Για το καθαρευουσιάνικο… ε, είπαμε, να περνά η ώρα)

  23. Immortalité said

    Μωρ’ ο πατέρας σου μια χαρά έκανε. Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.

    Ούτε ‘μεις λέμε την πεζούλα σέτι.

    Πάντως παιδιά μ’ αρέσει που απαντάτε κιόλας. Χαρά στο κουράγιο σας.

  24. Γς said

    χμ…παγώσαμε. κρυάδες….

  25. Προσγολίτης said

    > Ένας άσκοπος συναγερμός

    Όντως ά – σκοπος [δεν υπήρχε σκοπός (με την έννοια του φρουρού), καθότι μύωψ]

  26. Γς said

    21:
    Καλό!

    25:
    Επίσης, πολύ καλό! Πρόσεχε όμως… γκουχ γκουχ.
    Όχι βέβαια τον Νικοκύρη, που με το χιούμορ έχει τις καλύτερες των σχέσεων.

  27. Προσγολίτης said

    Γιάννη (26), σ’ ευχαριστώ.

    Στο σχόλιό μου (25) δεν έβαλα τη σχετική φατσούλα, δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτές μέχρι τώρα φατσούλες, μόνο και μόνον επειδή ΔΕΝ ξέρω την ΑΚΡΙΒΗ σημασία καθεμιάς απ’ αυτές.

    Επίσης, θαρρώ πως το εν λόγω σχόλιό μου «μιλάει» (= χαμογελάει, αστειεύεται) ολοφάνερα.

  28. Γς said

    Με τη Μυτιλήνη συνδέομαι με ευχάριστες, θεϊκές αναμνήσεις δεκαετιών. Εκεί όμως που έχω καταντήσει γραφικός είναι όταν μιλάω για τα τοπία της.
    Διαβάζω την περιγραφή του κυρ Δημήτρη για τη θέα από τη σκοπιά του εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου:

    >παρατηρούσα τη δημοσιά που ερχόταν από τις Αλυκές

    Από το λόφο Γιορνήσι της Αγίας Παρασκευής ελέγχει το δρόμο που περνα 200 μέτρα δίπλα του. Τη δημοσιά που ξεκινά από τις Αλυκές, κανά 2 χιλιόμετρα πιο κάτω.

    >Είχα πάει […] στις δύο, Η δικιά μου η βάρδια θα έληγε στις έξι.[…]Πέρασαν κάπου δυο ώρες.

    Ο ήλιος του Αυγούστου κατα τις 4 είναι Νοτιοδυτικά στον άξονα που περνά μέσα από τον κόλπο της Καλονής. Το ύψος του λόφου αλλά και του ήλιου από του ορίζοντα φέρνει το είδωλο του ήλιου από το Αιγαίο μέσα στη Μυτιλήνη, στην είσοδο του κόλπου της Καλονής.

    >Στο βάθος του ορίζοντα τα νερά του κόλπου της Καλλονής άστραφταν στον ήλιο.

    Αν είναι αυθεντικό το κείμενο είπατε;

  29. Γς said

    27: Α, πες μου ότι δεν τα λες αυτά σε μένα…(γκουχ, γκουχ!)
    Λες να μη καταλαβαίνω και να χαίρομαι το χιούμορ σου;

  30. Προσγολίτης said

    Για το 29 σχόλιό σου,Γιάννη, πανάθεμά σε! (βάλε τη φατσούλα του αστείου, του καλαμπουριού, όπως θες πες την – μέχρι να τις μάθω κι εγώ). Είχα υποψιαστεί ότι αστειεύεσαι –μια άλλη πλευρά του χιούμορ σου–, τώρα βεβαιώθηκα.

    Βγαίνω, έχω δίωρη (απ’ τη γυναίκα μου). Ίσως τα ξαναπούμε αργότερα.

  31. gmallos said

    Άντε να διευκρινίσω τη διαφορά ανάμεσα στο σέτι και την πεζούλα. Η πεζούλα γίνεται για να κρατάει το χώμα κοντά στη ρίζα μιας ελιάς. Το σέτι για δυο, τρεις ή και περισσότερες. Για να γίνει αυτό, πρέπει το έδαφος να είναι βολικό ώστε με μια ξερολιθιά να μπορεί να καλυφθεί τόσο μεγάλο μέρος. Και, συνήθως, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο σένιο, πιο όμορφα φτιαγμένο.

  32. sarant said

    Γιάννη, ευχαριστούμε 🙂

  33. Το αντιηρωικό είναι γνησιότερο. Τα ηρωικά ‘πουσάρονται’ όσο νά ‘ναι

    Εκπληκτικό αφήγημα

  34. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  35. Φρύνις said

    Σέτια. Ποδόμες, στο ΒΑ μέρος του νησιού. Υποδομές(;)

    Μια που ο λόγος για τα λάδια,
    κι έρχονται Δεκέμβρης και Χριστούγεννα,
    ενώ κυκλοφορούν -εκ των ενόντων- αγριαθρώπ
    και ίσως πάμε για εκλογές ή «εκλογές»:

    πάνω στο «Μαρί»
    [Ι βασλές του κλουτσιάρκου του μλαρ]

    Του ΕΑΜ του ΕΛΑΣ τσι γη ΕΠΟΝ
    μας ανοίξαν τα μάτια λοιπόν
    κι ότ’ να κάνετε ρε γκμπάρ
    δε ντου πήρατε χαμπάρ
    στς εκλογές θα μας βρείτε ΑΠΩΝ

    και η αντιστροφή του, εκ δεξιών

    Το ΕΑΜ το ΕΛΑΣ τσι γη ΕΠΟΝ
    μας αδειάσαν τα κιούπια λοιπόν
    κι οτ’ να κάνουμι ρε γκμπάρ
    μας του βάλαν του σαμάρ
    [……………………………………..]

    ******************************************

    Δόξα και Τιμή στα «νιάναρα»

  36. sarant said

    Να πω την αλήθεια, τη δεξιά παραλλαγή δεν την ήξερα.

    Αλλά ακούστε και τον πατέρα μου να το τραγουδάει (τελευταίο στο άρθρο):
    https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/27/ds1/

  37. Φρύνις said

    Eυχαριστώ πολύ. Το καλοκαίρι, ξαναδιάβασα τον «Χαράλαμπο Κανόνη», συνοδεύοντας σε μια επιτυχή εγχείρηση την 82χρονη «πηγή» των παραπάνω εμμελών στίχων. Εκτιμώ ότι η «Μαριναλέντα» στην πεδιάδα της Καλλονής, παρά το ένδοξο τέλος της, είναι σήμερα, ένα ευκταίο/αναπόφευκτο παράδειγμα πρός μίμηση.

  38. sarant said

    Εγώ ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: