Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2012


Tο σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944 και, όπως ίσως θα θυμάστε, εξαιτίας της μυωπίας του ο αφηγητής είχε προκαλέσει έναν άσκοπο συναγερμό, οπότε κρίθηκε ακατάλληλος για σκοπός.

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

«Να τα φας», μου λέει απότομα κι ύστερα βλέποντας το ύφος μου γέλασε.

«Μη φοβάσαι, βρε, δεν το ξέρεις πως δεν υπάρχουν πια χωροφύλακες σε κανένα χωριό; Αν, πράγμα απίθανο, συναντήσεις κανένα περίπολο του ΕΛΑΣ και σε ρωτήσουν, να πεις πως σε στέλνω εγώ. Αν σε ρωτήσουν, το σύνθημα είναι: Κλαπάδος και το παρασύνθημα: Πασχαλιάς.» (Στον Κλαπάδο είχε γίνει η μοναδική μάχη κατά την απελευθέρωση του νησιού το 1912, ενώ τον Πασχαλιά τον είχαν τουφεκίσει οι Γερμανοί λίγους μήνες πιο μπροστά.)

Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην πλαγιά του πευκόφυτου δρόμου στα βόρεια του χωριού και κατόπιν κατηφόρισα στην κατάφυτη πλαγιά, τη γεμάτη αγριαπιδιές, μυγδαλιές, κουμαριές, σκίνους και πουρνάρια. Ο αγέρας ήταν φορτωμένος με ευωδιές, αλλά κυριαρχούσε η εξαίσια πνοή του πεύκου.

Ύστερα από πεζοπορία μιας ώρας, πίσω από μιαν απότομη στροφή του μονοπατιού, είδα μπροστά μου χαμηλά το ποτάμι και το γεφύρι. Το ποτάμι ήταν τώρα κατάξερο και η κοίτη του ήταν στρωμένη με ψιλή άμμο, κροκάλες και ξερόχορτα. Ψηλές λυγαριές πλαισίωναν τις όχθες του. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, πανύψηλο, με απότομες κλίσεις και πολύ στενό κατάστρωμα. Φαινόταν παμπάλαιο, χτισμένο ποιος ξέρει πριν από πόσους αιώνες και στεκόταν εκεί σαν από θαύμα, στο πείσμα κάθε λογικής. Δικαιολογημένα το λέγανε «της Κρεμαστής».

Δεν ανέβηκα φυσικά το γεφύρι, αφού το ξεροπόταμο δεν αποτελούσε κανένα εμπόδιο, και περνώντας το άρχισα να ανηφορίζω προς την απέναντι πλαγιά. Μόλις έφτασα στο φρύδι του βουνού, είδα μπροστά μου το χωριό που θα πήγαινα, καθώς ήταν χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά του Λεπέτυμνου. Ήταν όμορφο χωριό, καθαρό, με τρεχούμενα νερά και απίθανη θέα. Το είχα ξαναεπισκεφθεί τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το καλοκαίρι τού ‘41, με τον πατέρα μου και το θείο Αντρέα, σε μια εξόρμηση που είχαν κάνει για να βρουν τίποτα τρόφιμα.

Κατηφόρισα την πλαγιά και πέρασα δίπλα από ένα μαντρί. Τα πρόβατα βόσκανε ένα γύρω και τα φύλαγαν δυο τσομπανόπουλα και τρία σκυλιά. Δε με γάβγισαν, αλλά ένα από αυτά με πλησίασε, καθόλου φιλικά, χωρίς να κουνάει την ουρά του. Δίκιο είχε ο Θουκυδίδης. Σταμάτησα ήρεμος και το κοίταξα στα μάτια κρατώντας το ραβδί μου. Δεν πλησίασε πιο κοντά. Βγήκε ένας άντρας από το μαντρί και φωνάζοντας,

«Μη φοβάσαι συναγωνιστή», το έδιωξε χτυπώντας τις παλάμες του. Καλημεριστήκαμε και με ρώτησε.

«Από πού έρχεσαι;»

«Από την Αγιά Παρασκευή.»

«Και για πού το ‘βαλες;»

«Για το Ψηλομέτωπο.»

«Καλή στράτα.»

Καθώς σκαρφάλωνα την απότομη, κακοτράχαλη πλαγιά, σκεφτόμουν την προσφώνησή του. Ο τίτλος «συναγωνιστής» είχε αντικαταστήσει όλους τους άλλους. Δε θα με προσφωνούσε ποτέ «κύριε», ήμουν παιδί στα μάτια του, ούτε όμως «νεαρέ», «κοπέλι», «παιδί». Ήταν προσφώνηση πιο βολική και πιο ζεστή.

Λίγο λαχανιασμένος έφτασα τελικά ως τη δημοσιά που ερχόταν από τη Στύψη και σε λίγο μπήκα στο χωριό. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Θουκυδίδη, πήγα στην πλατεία, στου Ασλάνη, όπως τη λέγανε, όπου από ένα λιονταρόμορφο κρουνό έτρεχε συνεχώς νερό και στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι, ζήτησα το Στρατή. Στρατής ήταν ο ίδιος ο καφετζής και, αφού ανταλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα, του έδωσα το φάκελο και ετοιμάστηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Αυτός όμως, σαν έριξε μια ματιά στα χαρτιά που του έδωσα, μου έκοψε τη φόρα.

«Συναγωνιστή, πρέπει να μείνεις τουλάχιστον απόψε, γιατί πρέπει να σου δώσω την απάντηση της οργάνωσης, που θα την έχω όταν θα συνεδριάσουμε το βράδυ. Έχεις κανένα γνωστό στο χωριό να περάσεις τη νύχτα ή θα μείνεις στο σπίτι μου;»

Θυμήθηκα τότε τον κυρ-Στέλιο, στενό φίλο του θείου Αντρέα, στο σπίτι του οποίου είχαμε φιλοξενηθεί δυο – τρεις μέρες με τον πατέρα μου και το θείο μου, όταν είχαμε ξανάρθει. Του ‘πα του Στρατή και συμφώνησε.

«Δικοί μας άνθρωποι είναι.»

Άφησε το μαγαζί στον παραγιό του και πήγαμε μαζί στο σπίτι του κυρ-Στέλιου. Ο κυρ-Στέλιος ήταν Κρητικός αξιωματικός, απότακτος του Κινήματος, συμπολεμιστής του θείου Αντρέα στη Μικρασία και την Αλβανία, που είχε παντρευτεί με ντόπια κι είχε εγκατασταθεί από τότε στο χωριό. Το σπίτι του το θυμόμουνα καλά. Ήταν μεγάλο, δίπατο, τριγυρισμένο με αυλή, που την έκλειναν διάφορα παράσπιτα, στάβλοι, αποθήκες, ένα πατητήρι κι ένας φούρνος. Ο κυρ-Στέλιος κι η κυρία Ανθούλα με δέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα και βεβαίωσαν το Στρατή πως μπορούσα να μείνω, όχι μόνο μία, αλλά και όσες μέρες θα χρειαζόταν. Είδα τότε και την ψυχοκόρη τους (δεν είχαν δικά τους παιδιά) την Αγλαΐτσα, που κατά την πρώτη επίσκεψή μου δεν της είχα δώσει καμμιά σημασία γιατί ήταν, τότε, πολύ μικρή. Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

 

33 Σχόλια to “Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. spiral architect said

    Καλημέρα.
    Όμορφο κι αυτό το απόσπασμα. 🙂 🙂

  2. Γς said

    >Τώρα ήταν μια κοπελίτσα ροδομάγουλη και μεγαλοκαμωμένη για την ηλικία της (θα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου).

    (συνεχίζεται)

  3. Nέο Kid Στο Block said

    Ωραίο, καλογραμμένο με τόσο ωραία ελληνικά ,και λυρικό! (όπως όλα του πατέρα σου)

    Τσομπανόσκυλο (Ελληνικός ποιμενικός). Τι ζώο θαυμαστό!

    Τις ιστορίες για το πόσο πολύ περπατούσαν (εξ ανάγκης) οι παλιοί , τις έπαιρνα πάντα μ’ενα (κοίτα που μούρχεται το grain of salt μόνο..:-( ) σκεπτικισμό. Αλλά κάποτε η μάνα μου μού είπε για τον παππού της ότι πήγαινε με τα πόδια από κάποιο χωριό της Δυτικής Φθιώτιδας στο Βόλο(!!) για να πάρει αλάτι.(να το salt λοιπόν..) (και γυρνούσε και με τα πόδια, φορτωμένος εννοείται). Αγώι ή βοϊδάμαξα δεν είχε η ιστορία ,αλλά και πάλι..

    ΥΓ. Γς, το μυαλό σου στο κεχρί βρε ατιμούλη..:-)

  4. Λέτε να έχουμε και λαβ στόρι;

  5. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    4: Όποιος έχει διαβάσει την εισαγωγή του 3ου καλοκαιριού ξέρει την απάντηση στο ερώτημα -αλλιώς, υπομονή 🙂

    3: Ναι, περπατούσαν πολύ οι παλιοί.

  6. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα
    είναι μια ηλιαχτίδα στη κατήφεια
    η φρέσκια ματιά, ο ανοιχτός νους του
    οδηγητή

    ευχαριστούμε κύριε Σαραντάκο για τις στιγμές που μας χαρίζεται
    τι ωραία αντηχεί η φωνούλα του

    «Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή…»

  7. Γς said

    6:
    Και μετά την κηδεία μια ομάδα τράβηξε για την πλατεία Συντάγματος και φτιαγμένοι όπως ήταν επιτέθηκαν και ξυλοκόπησαν άγρια κι έστειλαν στο νοσοκομείο, έναν εκτός υπηρεσίας ειδικό φρουρό την ώρα που έβγαινε από τον σταθμό του μετρό.
    Κρίμα αμαύρωσαν μια βαθύτατα πολιτική ενέργεια.

  8. Immortalité said

    Νίκο τη μαμά σου τη λένε Αγλαΐα; 🙂

    Ωραίος ο κύριος Δημήτρης, όπως πάντα!

  9. Γς said

    Χάκερ κι αυτός…

  10. Γς said

    8:
    Δεν ξέρω, αλλά με θυμήθηκα, που είπα στην αμερικάνα που διάβαζε δίπλα μου Αγκάθα Κρίστι:
    -Τελικά ο δολοφόνος είναι…
    Περίμενα στη προσγείωση να με συλλάβουν

  11. sarant said

    8: Όχι -θα δεις στην επόμενη συνέχεια 🙂

  12. Γς said

    8:
    Τελικά όλοι ξέρουμε το όνομα της μαμάς μας. Σε αντίθεση με αυτό του πατρός μας (του βιολογικού).
    Για κάποιους λόγους είχα αμφιβολίες για τη πατρότητα ενός κανακάρι μου. Και η μακαρίτισσα μήτηρ του, τις ενίσχυε για να με έχει στη πρίζα και να με εκδικείται για τις εξωσυζυγικές μου εξπλορέϊσονς.
    Ετσι για 36 συναπτά έτη με έπνιγαν αυτές οι αμφιβολίες καθημερινά χωρίς να το δείχνω βέβαια.
    Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και έκανα τις γονικές μου παροχές σε όλα τα τέκνα μου και μετά με τρόπο έκανα και τα πατέρνιτι τεστ σε όλα μου τα τέκνα. Φοβερό έ; Οι δείκτες έδειξαν πως τα χρωμοσώματά μου ήταν κατανεμημένα σε όλους. Ανάπνευσα. Αλλά ακόμα μέσα μου νειώθω λίγο φόρεστερ φάδερ…

  13. Φόστερ Φάδερ, αγαπητέ ΓΣ.
    Ή Φόρεστ Γκαμπ, αναλόγως…

  14. Γς said

    13:
    Ναι, γκαμώ το κέγατό μου, που τελικά DNAικώς δεν φέρω…

  15. Immortalité said

    @11 Θα περιμένω με αγωνία 🙂

    @13 😀

  16. cronopiusa said

    Χωρίς καταφύγιο – Nowhere to run (DemocracyNow! 16/11/2012)

    19 Νοεμβρίου 2012

    Ραμάλα (Ma’an) – Ένας 28χρονος Παλαιστίνιος που είχε τραυματιστεί σε συγκρούσεις με τις ισραηλινές δυνάμεις σε μια διαμαρτυρία στη Δυτική Όχθη, πέθανε τη Δευτέρα.

    Ο Rushdi Mahmoud Hassan al-Tamimi χτυπήθηκε από πυρά στο στομάχι και το μηρό κατά τη διάρκεια διαδήλωσης αλληλεγγύης στη Γάζα, το Σάββατο, στο Nabi Saleh κοντά στη Ραμάλα, όπως είπε η λαϊκή επιτροπή του χωριού.

    Ο al-Tamimi μεταφέρθηκε στο Παλαιστινιακό ιατρικό συγκρότημα της Ραμάλα με εσωτερική αιμορραγία. Γιατρός του νοσοκομείου επιβεβαίωσε ότι ο al-Tamimi πέθανε το βράδυ της Δευτέρας.

    Η επιτροπή δήλωσε ότι ο al-Tamimi έμεινε στο έδαφος, αφού πυροβολήθηκε από κοντινή απόσταση, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις απειλούσαν τους πολίτες που προσπαθούσαν να του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.

    Ο al-Tamimi ήταν ένας Παλαιστίνιος αξιωματικός της αστυνομίας. Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί στο Nabi Saleh την Τρίτη.

    Ένα μεγάλο πλήθος Παλαιστινίων βγήκαν στους δρόμους στη Ραμάλα μετά την είδηση του θανάτου του για να διαμαρτυρηθούν και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το νοσοκομείο για να εκφράσουν τα συλλυπητήριά τους.

    Rushdi Mahmoud Hassan al-Tamimi

  17. ππαν said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό, Νικοκύρη!

  18. Γς said

    15 β:
    Γιατί χαρούλες;

  19. τυφλόμυγα said

    Ωραίες εικόνες έχει το σημερινό κείμενο.

    Καλή στράτα ή στραθιά ευχόμαστε στην Κρήτη.

    Το όνομα της μαμάς Σαραντάκου (πρέπει να) είναι Κική από το Αγγελική.
    Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τα κείμενα στο Φιστίκι είναι πανέμορφες. 🙂

  20. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    19: Σωστά αφενός, ευχαριστούμε αφετέρου!

  21. Μπετατζής said

    Χρόνης Μίσσιος, 1930-2012.

  22. Δημήτρης Μ. said

    3, 5. πράγματι οι παλιοί περπατούσαν πάρα πολύ. Έχω ακούσει την εκτίμηση ότι το κυριότερο όπλο του ΕΛΑΣ ήταν τα πόδια των ανταρτών του και των συνδέσμων. Η ταχύτητα μετακίνησης μέσα στα βουνά οι συγκέντρωση δυνάμεων από τον εφαδρικό ΕΛΑΣ των γύρω περιοχών και φυσικά και η ταχύτητα απομάκρυνσης πριν καταφθάσουν οι ενισχύσεις του εχθρού. το ίδιο φυσικά ισχύει για τους κλέφτες, τους στρατούς του ΄21 κλπ.

  23. Δημήτρης Μ. said

    εφεδρικού, προφανώς.

  24. Φρύνις said

    «Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί;»

    Διαχρονικής αξίας μαζί με το: «Το μέλλον μας θα έχει πολὺ ξηρασία»

    Ο Δ.Σ. μπορεί να έφυγε αλλά την Κυριακή που μας πέρασε, ένεκεν της Όμορφης Λέσβου,
    τα πολύτιμα κατάλοιπα του, δια στόματος Π.Θ, μετά υποδΟρείου παρεμβατικής ψιλής κιθάρισης, χρειάστηκαν την επί τόπου έμπρακτη ανάκληση τους.

  25. sarant said

    24: Το «βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί» είναι και μυτιληνιά παροιμία.

    Και βέβαια, ένα θερμό ευχαριστώ σε όλους τους συντελεστές της παρουσίασης του Ένεκεν.

  26. Φρύνις said

    25: Πολύ ωραίο, ευχαριστώ. Eκεί κάμποσος ακόμα Κόσμος ζει «παροιμιακά». Στη μετασημαιοκυνηγούπολη/αυτοερωτικούπολη, κάποια αντπροσωπευτικά(;;;) δΗγματα, επιβεβαιώνουν φανατικά το (έξωθεν; καυστικό) παράφρασμα του ποιητικού περσικού «columpare» με το μπρουτάλιο: «Ή λαδάς ή …. «

  27. Ερώτηση: το λένε Ψηλομέτωπο το βουνό; Όταν ήμανε φαντάρος στην Πέτρα Λέσβου, το λέγανε Υψηλομέτωπο. Κι εμείς, θέλοντας και μη, έτσι το λέγαμε, παρακαλώντας να μην πάμε πορεία εκεί πάνω.

  28. sarant said

    Το επίσημο όνομα είναι Υψηλομέτωπο, αλλά υποθέτω πως οι ντόπιοι, τότε, θα το λέγαν Ψηλομέτωπο.

  29. Φρύνις said

    Το Ψλουμέτουπου»/Υψηλομέτωπο κατά μια ανοιχτή ‘αρχαιοπρεπή’ ερμηνεία του Σταυράκη Αναγνώστη στη Λεσβιάδα Ωδή (Σμύρνη 1850) βασίζεται σε παραφθορά του Λεπέτυμνου -[κατά τα Ψυττάλεια/Λειψοκουττάλα κα.]- που είναι το όνομα του βουνού με κορυφή το μυριβήλι (μυριοβίγλι;)

  30. tofistiki said

    19: 🙂

    24: Το αφιέρωμα του Ένεκεν είναι εξαιρετικό! Χάρηκα που διάβασα και για την πετυχημένη παρουσίαση στο Πλωμάρι.
    Το κείμενο του Μίμη Σαραντάκου, «Στη Μυτιλήνη μετά σαράντα χρόνια», που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα, έχει ανέβει και στο Φιστίκι. Είναι κι αυτό ένα από τα ανέκδοτα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που ελπίζουμε να καταφέρουμε να εκδόσουμε κάποια στιγμή…

  31. Γς said

    29:
    >που είναι το όνομα του βουνού με κορυφή το μυριβήλι (μυριοβίγλι;)

    Κι ο νους μου πήγε στα κενά που σιγά σιγά πλήθαιναν. Το πράσινο, το γαλάζιο, το κόκκινο, το βυσινί βιβλίο, η παναγιά η γοργόνα. Ας τα χαίρονται αυτοί που τα διαβάζουν(;). Εμεινε όμως η Σμαραγδή, η Σαπφώ, ο Λεονής…

  32. Φρύνις said

    31: «Μυριβήλης» είναι το όνομα και των δυο κορυφών, για το ένα είμαι απολύτως σίγουρος. Τον Λεπέτυμνο, οι καρσιλήδες τον λένε Γέλια Νταγ, και το νερό του το λατρεύουνε.

  33. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: