Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2013


Το σημερινό είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που κανονικά θα το έβαζα την Τρίτη, αλλά λόγω Πρωτοχρονιάς και Μηνολογίου μετατέθηκε για σήμερα. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα, που είχε και χαρακτήρα μνημόσυνου, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Πλησιάζουμε στο τέλος του τρίτου καλοκαιριού, του 1944. Μόλις γίνεται γνωστή η αποχώρηση των Γερμανών από το νησί, η οικογένεια του αφηγητή (του πατέρα μου) επιστρέφει στην ελεύθερη πια Μυτιλήνη, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν καταφύγει για να μην συλληφθεί ο πατέρας του αφηγητή.

mimis_jpeg_χχsmallΞυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό. Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»

«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»

«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο. Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι» γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

«Δεν έχεις ξαναπιάσει όπλο, έτσι δεν είναι; Μη φοβάσαι δεν έχει σφαίρες. Θα το κρατάς “παρά πόδα” απέξω από τα γραφεία, από τις 10 ως τις 12. Προηγουμένως να κατουρήσεις και να πιεις νερό». Έτσι έπιασα για πρώτη φορά ντουφέκι, έστω και άσφαιρο.

Η Οργάνωση, το ΕΑΜ, φανερή πλέον και επώνυμη, άνοιξε γραφεία σε όλη την πόλη. Όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές. Στο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας, που το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, εγκαταστάθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ. Τα γραφεία της ΕΠΟΝ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό κτίριο απέναντι, η διοίκηση του 22 Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην οδό Αγίας Ειρήνης, εκεί που ήταν η Κομαντατούρ και τα γραφεία του Κόμματος σε άλλο κτίριο της οδού Βενιζέλου.

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης σα να πετούσα από τη χαρά που ένοιωθα. Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου. Πήγα και στα γραφεία της ΕΠΟΝ, που ήταν γενικώς πολύ μικρά και στενάχωρα, έτσι που εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε σαν Λέσχη μας την αίθουσα του ΦΟΜ στη Στοά Γρηγορίου και ο συναγωνιστής Αντρέας μας ανήγγειλε πως η πρώην Στοά των Μασόνων, που την είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και την είχαν κάνει λέσχη των αξιωματικών τους, δόθηκε στον ΦΟΜ και έπρεπε να βοηθήσουμε στον καθαρισμό των χώρων της.

Η νέα λέσχη μας ήταν σ’ ένα γωνιακό κτίριο της οδού Βοστάνη, στον πρώτο όροφο. Διέθετε μια πολύ μεγάλη αίθουσα με σκηνή και μιαν επίσης ευρύχωρη σάλα στην πρόσοψη, καθώς και τέσσερα ακόμα μικρότερα δωμάτια. Οι τοίχοι της όμως ήταν γεμάτοι με ζωγραφιές Γερμανών στρατιωτών, γερμανικές επιγραφές, σβάστικες και άλλες αηδίες. Όταν το συνεργείο που σχηματίσαμε έφτασε στο κτίριο βρήκαμε τρεις ελασίτες, ειδικούς στα πυρομαχικά, που το είχαν προηγουμένως ερευνήσει, μήπως οι Γερμανοί το είχαν υπονομεύσει, όπως είχαν κάνει με την Ηλεκτρική Εταιρεία και άλλα κτίρια, την ανατίναξη των οποίων είχαν αναθέσει σε Ιταλούς. Αυτούς τους Ιταλούς τους είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακαταλάβαν τα Δωδεκάνησα. Δεν ξέρανε όμως πως οι αιχμάλωτοί τους είχαν ήδη έρθει σε επαφή με την Οργάνωση και όχι μόνο δεν ανατίναξαν τα κτίρια παρά το μαρτύρησαν στους εαμίτες. Έτσι μόλις έγινε η απελευθέρωση ερευνήθηκαν όλα τα κτίρια, όπου είχαν εγκατασταθεί  Γερμανοί.

Καταπιαστήκαμε να καθαρίζουμε το χώρο από κάθε είδους σκουπίδια και κατόπιν ασπρίσαμε τους τοίχους σκεπάζοντας τις  γερμανικές ζωγραφιές και επιγραφές. Σε ένα δωμάτιο βρήκα πεταμένο σε μια γωνιά ένα σκακιστικό βιβλίο με τίτλο Der Weg zum mat. Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω και το βράδυ χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου.

 

Advertisements

22 Σχόλια to “Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Δημήτρης Σαραντάκος)”

  1. Γς said

    Καλημέρα,
    >χάρισα το γερμανικό λάφυρο στον πατέρα μου

    ωραίο, αλλά γιατί «λάφυρο»;
    πάει κι ο νους σε «πλιάτσικο».
    Να το λέγαμε, πως να το λέγαμε;

  2. #1
    Εντάξει, το «λάφυρο» ακούγεται λίγο πολεμικό αλλά και το «προϊόν απαλλοτρίωσης» θα θύμιζε 17Ν

  3. Νέο Kid Στο Block said

    Το “Der Weg zum Matt” (δύο t στο τέλος) πρέπει να είναι βιβλίο του Κουρτ Ρίχτερ (Kurt Richter) έκδοση 1941, θρυλικού Γερμανού νεαρού σκακιστή , του μεγαλύτερου ταλέντου της εποχής στη Γερμανία . Τακτικός(συνδυαστικός) παίκτης μεγάλης ολκής. Σκοτώθηκε λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος.

  4. Νέο Kid Στο Block said

    Συγγνώμη, έμπλεξα στη μνήμη μου τον Κουρτ Ρίχτερ (1900-1969) με τον Kλάους Γιούνγκε (Klaus Junge) .
    To βιβλίο «Ο δρόμος προς το ματ» είναι του Ρίχτερ. Τα υπόλοιπα του 3. ισχύουν για τον Γιούνγκε.

  5. «Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου»… ‘Η, όταν το Εγώ διαχέεται στο Εμείς και γινόμαστε ευτυχισμένοι.
    Καλημέρες.

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    Αφού πόλεμος, λάφυρο -έστω κι αν το είχαν αφήσει φεύγοντας οι εχθροί.

  7. Αντιφασίστας said

    Καλημέρα! Μήπως ενοικιάζεται η πρώην στοά των μασόνων; Μ’ ένα ξεβαψιματάκι, μια χαρά κάνει για γραφεία των χρυσαβγών. 🙂
    Η τυχαία εύρεση του βιβλίου του Ρίχτερ (ευχαριστούμε, Κιντ, για την έρευνα) μου θυμίζει λίγο τη »Σκακιστική νουβέλα» του Τσβάιχ.
    Και για τους φίλους σκακιστές: http://www.chessgames.com/perl/chessplayer?pid=82276

  8. ππαν said

    3-4: Ε δεν μας είπες ποιος πόλεμος, μπορεί να πέθανε λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος του Βιετνάμ. Μπήκα να σε ξεσκεπάσω αλλα το διόρθωσες εγκαίρως 🙂

  9. Γς said

    Είπαμε «λάφυρο», “προϊόν απαλλοτρίωσης” και «πλιάτσικο» και πήγε ο νους μου σε δυό τέτοιες περιπτώσεις.

    Την πρώτη την διηγούταν η μάνα μου. Ηταν στην απελευθέρωση. Δλδ 5-6 χρόνια πρίν.
    Είχαν πάει (τους είχαν πάει;) σ αυτό tο σπίτι.
    Ελεγε λοιπόν ότι έμπαινε ο κόσμος μέσα και έπαιρνε ότι του άρεσε.
    -Ντράπηκα, αλλά για να μη το δείξω πήρα μια γλαστρούλα με βασιλικό. Την άφησα δυο στενά πιο κάτω.

    Ηταν ένα είδος ‘λαϊκής δήμευσης’ όπως το έλεγε. Δεν ξέρω ποιοι το έκαναν. Αλλά σ’ αυτές τις γειτονιές έγιναν αργότερα μάχες από τους άγγλους για να ‘καταλειφθούν’. Οποιον έπιαναν τον έστελναν στο Φάληρο στα πλοία για τα στρατόπεδα της Ελ Τάμπα στην Αίγυπτο.
    Ο πατέρας μου κι ο μπάρμπας μου την είχαν κάνει από βραδύς. Είχαν πάει στο κέντρο της Αθήνας αλλά μέσω αεροδρομίου, Ποσειδώνος, Συγγρού. Τις μόνες αρτηρίες που ήλεγχαν οι στρατιώτες του Σκόμπι ‘εις τας υπό κατοχήν Αθήνας’. Αντί για τρεισήμισι χιλιόμετρα περπάτησαν περίπου δεκαπλάσια απόσταση.

    Το δεύτερο πλιάτσικο το είδα με τα μάτια μου to 1950 εδώ. Ηταν μια πολύ μικρή παραγκούλα σ ένα πολύ μικρό παρκάκι τότε, που έμενε μια κοπέλα. Κάθε Πέμπτη γινόταν εκεί Λαϊκή Αγορά.
    Όμως εκείνη την Πέμπτη ήρθαν τα πάνω κάτω. Δεν ξέρω τι τους έπιασε και λεηλάτησαν το βιος της άτυχης κοπέλας. Είχε γεμίσει ο χώρος από ρούχα, κλωστές, κουμπιά, ψαλιδάκια, φλιτζανάκια. Γιατί το έκαναν;

  10. Αρκεσινεύς said

    » Όλοι οι άνθρωποι μου φαίνονταν σα να ήτανε δικοί μου».

    «Ζήτησα την άδεια από τον επικεφαλής του συνεργείου μας, το συναγωνιστή Λευτέρη, να το κρατήσω»

    Αυτές τις δυο φράσεις θέλω να κρατήσω.

    «Οι καλοί δεν πεθαίνουν ποτέ». Αυτή η κουβέντα του χωριού μου έρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που διαβάζω τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα Σαραντάκου.

  11. Νέο Kid Στο Block said

    Γειά σου και καλή χρονιά σου, Ππαν –παρλαπιππάν! (άλλος το είπε ,έτσι;):lol:

    Αν και άδικα σε κατηγορούν! Μπορεί να έχεις τα περισσότερα σχόλια ,αλλά δεδομένου ότι τα δικά σου είναι συνήθως μια -δυο σειρές, ενώ τα ιδικάμανε είναι εφάμιλλα της παραδόσεως της θρυλικής Πειραϊκής-Πατραϊκής , εγώ ήμανε ο Παρλαπίπας της χρονιάς.

    ΥΓ. Τα σχόλια του Μπούστος Ντομέκ δεν πιάνονται, γιατι υπάγονται στην fuzzy logic της μυθικής λογοτεχνίας…

  12. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    10: Μου άρεσε αυτό…

  13. Γς said

    11:
    >Τα σχόλια του Μπούστος Ντομέκ δεν πιάνονται, γιατι υπάγονται στην fuzzy logic της μυθικής λογοτεχνίας…

    ¿Y qué?

    Honorio Bustos Domecq

  14. ππαν said

    11: α δεν το είδα το παρλαπιππαν, θα το υιοθετήσω. Έχω πεθάνει κι εγώ κάποιους πριν την ώρα τους και ξέρω τη γλύκα, θύματα πολέμου δεν τους έκανα, ακόμη, αλλά έχω πολυ μέλλον (μέχρι να με πεθάνεις)

  15. tamistas said

    Το χρησιμοποίησα πρόσφατα, είναι του Μπόρχες:

    Ξέρω πως έχασα τόσα πράγματα που δε θα μπορούσα να τα καταγράψω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι μου ανήκει. Ξέρω ότι έχασα το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα άπιαστα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου πέθανε και πάντα στέκει στο πλευρό μου. … Μόνο ό,τι έχει πεθάνει είναι δικό μας, μόνο αυτό που χάνουμε μας ανήκει.

    Καλή χρονιά.

  16. Αντιφασίστας said

    Ούτε η Καθημερινή δεν μπορεί να το κρύψει. Εκτός αν πανηγυρίζει που πάνε καλά οι δουλειές: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_2_03/01/2013_506732

  17. spiral architect said

    @10: Δίκιο έχεις.
    Τι άνθρωποι, τι ψυχές …

  18. Λυδία said

    2:
    Εχω ακόμη στην αποθήκη μου στον κήπο ένα τέτοιο λάφυρο. Ενα γερμανικό στρατιωτικό κράνος!
    Ο πατέρας μου έλεγε ότι ο παππούς μου του το είχε για …(καταλαβαίνετε!).
    Πρέπει κάποτε να το φροντίσω. Το έχουν περάσει χίλια στρώματα μπογιάς (και ασβέστη) τα τελευταία 70 χρόνια.
    Καλή χρονιά!

  19. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Έχω την εντύπωση ότι το αγωνιστικό ήθος, ταπεινό και μεγαλειώδες ταυτόχρονα, συναγωνίζεται τη γοητεία της γραφής. Δεν ξέρω αν υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι άνθρωποι σαν τον πατέρα σου.

    (Βασικά αναφέρομαι σε όλα όλα ελέχθησαν λίγο πριν)

  20. Αντιφασίστας said

    19: Ας ελπίσουμε, Λεώνικε, να υπάρχουν. Ειδικά τώρα, στα πολύ δύσκολα που ζούμε, μας είναι πιο απαραίτητοι από ποτέ.

  21. sarant said

    19: Έτσι.

  22. Η Μυτιλήνη ενώνει τη Δύση με την Ανατολή.
    Νικολάου Γύζη θανή σήμερα, ας δούμε το θαυμάσιο πίνακα «Ανατολίτης με το τσιμπούκι»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: