Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Αγνή του Ψυχάρη

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2013


Πριν από πέντε και κάτι χρόνια, στα τέλη του 2007, που δεν είχα ακόμα ιστολόγιο αλλά μόνο τον παλιό μου ιστότοπο, δημοσίευσα στον ιστότοπό μου μιαν αγγελία στην οποία ζητούσα συνεργάτες, που θα πληκτρολογούσαν, σε εθελοντική βέβαια βάση, κείμενα που θα τους έστελνα και που θα δημοσιεύονταν στη συνέχεια σε ειδικήν ενότητα του ιστοτόπου. Ο ιστότοπος δεν είναι ιστολόγιο, δεν έχει άμεση αναπληροφόρηση, και δεν θυμάμαι αν την αγγελία μου αυτή την είχα βάλει πουθενά αλλού, πάντως ανταπόκριση υπήρξε άφθονη και εκλεκτή, κι έτσι με τον καιρό συγκεντρώθηκε αξιόλογο υλικό, ποιοτικά και ποσοτικά.

Πέρασε καιρός, άρχισα και το ιστολόγιο, δεν είχα πια καιρό να επιμελούμαι τα κείμενα που ανέβαζα στον ιστότοπο, γιατί θέλουν κι αυτά την επιμέλειά τους. Στο μεταξύ όμως κι από τους συνεργάτες είχαν μείνει λίγοι αλλά έμπειροι και άξιοι, που δεν ήθελαν οδηγίες, είχαν γίνει ξεφτέρια, διάλεγαν τα βιβλία μοναχοί τους, τα ετοίμαζαν όπως πρέπει, ούτε να τα κοιτάξω δεν χρειαζόταν. Ένας από αυτούς, ο Γιάννης Π., είχε βρει και μια μέθοδο ημιαυτόματη, ή ίσως την είχαμε βρει μαζί, περνούσε δηλαδή από οσιάρ το σκαναρισμένο κείμενο, ύστερα το περνούσε από κάτι αλλεπάλληλα μάκρο για να το καθαρίσει απ’ τα ρετάλια του πολυτονικού, και μέσα σ’ ένα σαββατοκύριακο ετοίμαζε μυθιστόρημα ολόκληρο. Φυσικά, όλα τα πράγματα κάποτε τελειώνουν, κι έτσι προς τα τέλη του 2009 τα «Κείμενα μαζί» σταμάτησαν, όχι μόνο επειδή κουράστηκαν οι συντελεστές του εγχειρήματος, αλλά και για έναν επιπρόσθετο, τεχνικό λόγο: κόντευε να εξαντληθεί η χωρητικότητα του ιστοτόπου. Από τις αρχές του 2010, ελάχιστο νέο υλικό προσθέτω στον παλιό μου ιστότοπο, με το σταγονόμετρο. (Πειραματικά, κάποια κείμενα μπαίνουν και στη σελίδα «Άλλα κείμενα» του ιστολογίου).

Πριν από λίγο καιρό, ο παλιός συνεργάτης, ο Γιάννης Π.,  μου έστειλε ένα ηλεμήνυμα ρωτώντας αν θα μ’ ενδιέφερε να ανεβάσω στον ιστότοπό μου την «Αγνή» του Ψυχάρη. Κατά σύμπτωση, λίγο νωρίτερα η εταιρεία που στεγάζει τον ιστότοπό μου είχε πάθει μια βλάβη κι έτσι αναγκάστηκα να ξανανεβάσω όλο το υλικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί λίγος ελεύθερος χώρος, μάλλον επειδή διάφορα προσωρινά και άχρηστα αρχεία σβήστηκαν. Οπότε είπα του Γιάννη να προχωρήσει, κι έτσι πριν από μερικές μέρες μού έστειλε το μυθιστόρημα αυτό του Ψυχάρη, την Αγνή, που την ανέβασα χτες στον παλιό μου ιστότοπο. Όπως βλέπετε, είναι μερακλήδικη δουλειά, με χωρισμό σε κεφάλαια και με αναπαραγωγή των εικόνων του πρωτοτύπου -το οποίο πρωτότυπο υπάρχει κι αυτό ονλάιν, χάρη στην Ανέμη.

Δεν πρόκειται βέβαια να ανεβάσω εδώ στο ιστολόγιο το μυθιστόρημα του Ψυχάρη -όσο κι αν δεν είναι μεγάλο, ξεπερνάει τις 10ο σελίδες βιβλίου. Θα βάλω την αφιέρωση στον Μαρίνο Σιγούρο, τις πρώτες σελίδες, και θα πω δυο-τρία πράγματα για το λεξιλόγιο του Ψυχάρη. Το μυθιστόρημα, αν θέλετε να το διαβάσετε, βρίσκεται στον παλιό μου ιστότοπο. Η ορθογραφία του πρωτοτύπου έχει εκσυγχρονιστεί (μονοτονικό και σημερινή ορθογραφία) αλλά διατηρεί τις ιδιορρυθμίες του Ψυχάρη (π.χ. εβ και εφ αντί ευ).

Η αφιέρωση:

ΑΦΙΕΡΩΤΙΚΟ

 Αγαπητέ μου Σιγούρε,

Ύστερις από Τα δυο Αδέρφια, όπου θα περνούνε μπροστά μας τουλάχιστο καμιά πενηνταριά πρόσωπα και που τα ιστορικά τους βαστούνε, θαρρώ, καμιά ογδονταριά χρόνια, θέλησα να πάρω την ανάσα μου. Συλλογίστηκα να γράψω ένα μικρό μυθιστορηματάκι, απλό, συγκινητικό, εφκολοδιάβαστο, με δυο κύρια πρόσωπα, ένα ή δυο επεισοδιακά, και που η πλοκή του, αν έχει πλοκή, να μην ξετυλίγεται σε διάστημα καιρού μακρύτερο από ένα, ενάμιση χρόνο.

Δεν υποψιαζόμουνε τη δυσκολία. Κάλλια να κάμει κανείς δυο φορές «Τα δυο Αδέρφια». Δούλεψα φοβερά — και δεν κατάφερα εκείνο που ήθελα. Για τούτο κιόλας σου τ’ αφιερώνω εσένα, που το μάτι σου το φίνο θα ξεδιακρίνει τα ψεγάδια του βιβλίου μου από την πρώτη του ματιά. Του λόγου σου, πού είσαι Ρωμιός, βαστάς κι από προγόνους βενετσιάνους. Τους φαντάζουμαι, γιατί θα ήτανε από κεινούς που σε αλάκαιρη μια χρονιά, φτιάνανε κανένα σονέτο και κατασκεβάζανε, με τ’ αριστοκρατικά τους τα χεράκια, ένα μπουκαλάκι μυρουδιά. Μα τι μυρουδιά, φίλε μου, και τι σονέτο! Εσύ θα ξέρεις.

Προγόνους βενετσιάνους έχω φαίνεται και γω. Οι δικοί μου περάσανε μάλιστα κι από την Πάρο. Μα το σονέτο και τη μυρουδιά που μας χαρίζεις κάθε χρόνο, εγώ, ψυχίτσα μου, δεν τα καταφέρνω σε όλη μου τη ζωή.

Τρίτη, 7 του Σποριά, 1911.

Ο πιστός σου

Ψ.

Ο Σποριάς είναι ο Νοέμβρης.
Παραθέτω και τις δυο πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος και μετά θα πω μερικά για τη γλώσσα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Ora son io…

 — « Ora son io, io che t’ imploro!… »

Έτσι, με θλίψη απέραντη, με πάθος αλάλητο, έτσι τραγουδούσε, από μέσα του όμως και δίχως κάνε να μισανοίξει το στόμα, ο Αντρέας, ένα πρωί που βγήκε να περπατήσει στους ανεβοκατέβατους δρόμους της Λωζάνας, όπου είχε κατασταλάξει εδώ κι έξι μήνες περίπου από τα Παρίσια, ύστερις από κάτι λυπητερά του ιστορικά, που του τα θύμιζε πάντα ο σκοπός του εκείνος ο ιταλικός, παρμένος, καλά καλά δεν ήξερε, από καμιά όπερα ή από καμιά ρομάντζα, είδος λάιτμοτίβο που και σπίτι του ησυχία δεν του άφηνε, κι όξω ακόμη τον ακολουθούσε·

— « Ora son io, io che t’ imploro!…»

Ναι, την παρακαλούσε, ναι, την ικέτεβε αφτός εκείνηνε που του τα χρωστούσε όλα κι όλα. Τα λουλούδια που ως τότες τα κρατούσε στο χέρι του στημένα όρθια, πεσμένα τώρα, χτυπημένα, γκρεμισμένα κατά γης, για να τα πατήσει, για να τα τσαλαπατήσει στα πόδια της η πατσαβούρα, η χαμένη, να τα συντρίψει τα λουλούδια της καρδιάς του, της ποίησης του, της ζωής του τα λουλούδια. Να, τα μαλλιά της τα ξαθά, ο ήλιος που έλαμπε να σε θαμπώσει από τα μαλλιά της τ’ αχτιδάτα, τω ματιώνε της ο ουρανός, αχ! και η περίσταση οπού ανταμωθήκανε, τα φέρανε, τα φταίξανε όσα έπαθε κατόπι. Τη γνώρισε φτωχιά, δεκοχτώ χρονώ κοπέλα, τη γλίτωσε από την πείνα. Κι από τι δεν τη γλίτωσε αφού στο χωριό της, δεν είχε βουλώσει τα δεκατρία, κι ένας γείτονάς της, ένας μέγγλαρος ασυνείδητος, τη βρήκε μόνη μια μέρα, την πλάνεσε, ανήξερη όπως ήτανε η κακομοίρα, έπειτα κι ο αδερφός του, άλλος τσαχπίνης, την πρόφτασε στη γωνιά, δεν αντιστάθηκε το κορίτσι, φαίνεται το αίμα της ξυπνούσε και την πείραζε από νωρίς. Κακό δρόμο θα ‘παιρνε χωρίς τον Αντρέα που της φέρθηκε σαν πατέρας και σα φίλος, που φρόντισε να της δοθεί λίγη αναθροφή, που της νοίκιασε πάτωμα δικό της, να κάθεται, να ράφτει, να κερδίζει και να δουλέβει. Μα και την ίδια θα τη δουλέβανε από μέσα τα παλιά της, γιατί στο σπίτι εκείνο που ερχότανε ταχτικά και την έβρισκε ο Αντρέας, τονέ γέλασε ανόητα κι ανήθικα μ’ ένανε που κατοικούσε κατάντικρύ της στο σκαλοκέφαλο, έναν μπόσικο, έναν παρακατιανό, έναν άσκημο. Και βέβαια πως λόγο κανένα δεν είχε να πάει μ’ αφτόνε, έξω από το λόγο της συγκατοικιάς και της εφκολίας.

Τα ‘μαθε ο Αντρέας. Είχε τουλάχιστο η φιληνάδα το κουράγιο να μην τ’ αναιρέσει. Καλέ, τι λέω; Σα να του το ‘καμε σφίδο και του μολόγησε μάλιστα πως τον αγαπούσε λωλά το λεγάμενο, πως θ’ αφήσει πια τον Αντρέα, να φύγει με τον καινούργιο της τον εραστή. Έλα δα που ακόμη πιο λωλά την αγαπούσε ο Αντρέας εκείνηνε. Να τον αφήσει, να μην τη βλέπει πια, όχι, όχι, αδύνατο. Μπρε αδερφέ, τι πας και συλλογιέσαι αξιοπρέπειες, περηφάνιες, κουροφέξαλα; Ο λόγος εδώ για ζωή και για θάνατο. Τι κουρδίζεσαι; Πέσε στα γόνατά της, από τη φούστα της κράτα τήνε, όπως θα κρατούσες στα δόντια σου την ψυχή σου. Να μη σε παραιτήσει σαν τ’ ορφανό. Και τόντις παρακάλεσε, και τόντις ικέτεψε ο δύστυχος. Δεν την ξεχνούσε, στους δρόμους της Λωζάνας, την τρομερή εκείνη τη σκηνή στα Παρίσια.

— «Ora son io, io che t’ imploro»

Ενώ αργοβάδιστα προχωρούσε ο Αντρέας, ενώ τραβούσε μια δυο καπελιές σε κάτι αγαθούς αστούς που σκετίστηκε μαζί τους, ενώ έδειχνε αδιάφορος και κρύος, τον πνίγανε τα δάκρυα. Τα ‘νιωθε που του βουρκώνανε τα μάτια, έτοιμα να πέσουνε. Κάποτες σαλέβανε τα χείλια του λιγάκι, έτσι, απαρατήρητα· ήτανε καμιά λέξη του σκοπού του που με την τρέλα, με το ράγισμα της καρδιάς του, την ψιθύριζε από μέσα του πάντα. Κάποτες πάλε, ακουμπούσε το δεξί του το χέρι στο στήθος του απάνω, σα να γύρεβε να πάρει το μαντίλι του από την τζέπη του, ζερβά· μα το κίνημα για τον Αντρέα είχε κάθε άλλη σημασία· γύρεβε λες να πιάσει όχι το μαντίλι του, παρά την πονεμένη του την καρδιά, για να φωνάξει της άπιστης·

— «Κοίταξε, κοίταξε πού με κατάντησες! Μου την έκαμες παρτσάδες!»

Ασφαλώς έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις στο κείμενο που παραθέτω, αλλά πιο πολύ ο σημερινός αναγνώστης παραξενεύεται, φαντάζομαι, επειδή βλέπει λιγάκι αλλαγμένες γνωστές του λέξεις, Λωζάνα αντί Λωζάνη, σκετίστηκε αντί σχετίστηκε, ξαθά αντί ξανθά, τω ματιώνε αντί των ματιών, ή τύπους (ύστερις, κάποτες, όξω), που δεν έχουμε συνηθίσει να τους βλέπουμε γραμμένους σε λογοτεχνικό κείμενο.

Το «τόντις» (πράγματι, από το «τω όντι») το συνήθιζαν οι δημοτικιστές της εποχής, δεν ξέρω αν είναι τύπος λαϊκός ή δικός τους. Το «μου την έκαμες παρτσάδες» ακούγεται κωμικό σήμερα, ιδίως όταν μιλάει για την καρδιά του, αλλά λεγόταν πολύ περισσότερο παλιότερα -οι βορειολλαδίτες θα ξέρουν τα παρτσάδια, τα κομμάτια δηλαδή, τούρκικο δάνειο. Και στα μυτιληνιά υπάρχει η λέξη, σε ένα σατιρικό τραγούδι του 1938 που έτυχε να το τραγουδήσουμε στις γιορτές σε μια παρέα έχει το ρεφρέν, για τα δήθεν κοντά΄γυναικεία φουστάνια της εποχής «Να φστάν, να φστάν, ένα παρτσαδέλ’ τσι φτάν'».

Ο μέγγλαρος είναι ο μαντράχαλος, λέξη που τη συζητήσαμε κι εδώ παλιότερα, μια και σχετίζεται με τη δυσετυμολόγητη μέγκλα (που πάντως δεν προέρχεται από το made in England, δείτε και το σχόλιο 86). Η έκφραση «κάνω σφίδο», αγαπημένη του Ψυχάρη, είναι δάνειο από τα ιταλικά, σημαίνει «προκαλώ». Πάντως δεν είναι κατασκευή δική του, πρέπει να λεγόταν. Αναρωτιέμαι αν λεγόταν, και πού, η λέξη «ράγκο» που υπάρχει σε άλλο σημείο του βιβλίου, με τη σημασία της κοινωνικής θέσης, ή αν την έφτιαξε ο Ψυχάρης από το rang το γαλλικό. Μάλλον πρέπει να λεγόταν. Την είχε αναφέρει παλιότερα η Μισιρλού, πάλι από κείμενο του Ψυχάρη (σχόλιο 116 εδώ). Μια άλλη λέξη που αναφέρει η Μισιρλού στο σχόλιό της υπάρχει και σε τούτο το μυθιστόρημα, το ριχτίμι. Τα λεξικά δεν την έχουν, είναι η προκυμαία, δάνειο από το τουρκ. rihtim. Θα τη λέγαν στην Πόλη, την έχει και ο Μυριβήλης στην Παναγιά τη Γοργόνα.

Νεολογισμός που δεν έπιασε, είναι το «ιδιοκίνητο», δηλαδή το αυτοκίνητο -μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το αυτοκίνητο ήταν ακόμα καινούργιο πράγμα.

Γκουγκλίζοντας είδα ότι η Αγνή έχει εκδοθεί από τον Ελευθερουδάκη σε πρόλογο Γληνού, αλλά δεν έχω την έκδοση αυτή. Ενδιαφέρον θα είχε, αν την έχει κανείς κι αν είναι μικρός ο πρόλογος του Γληνού ας τον σκανάρει. Κι αν ξέρει κανείς από ποιαν όπερα είναι η άρια που ένα κομμάτι της τραγουδάει συνέχεια ο ήρωας της Αγνής, ή αν είναι από τραγούδι, να μας πει.

Προσθήκη: Οι σχολιαστές τα βρήκαν και τα δυο. Η άρια είναι από τη Μανόν Λεσκό του Πουτσίνι, Vedi, son io che piango, io che imploro. Όσο για τον πρόλογο του Γληνού, μια μελέτη του για τον Ψυχάρη υπάρχει… χειρόγραφη, εδώ.

61 Σχόλια προς “Η Αγνή του Ψυχάρη”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    >το “ιδιοκίνητο”, δηλαδή το αυτοκίνητο -μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το αυτοκίνητο ήταν ακόμα καινούργιο πράγμα.

    Σαν χτες (από τη φίλη μας στο FaceBook) Αγάπη Νταϊφά:

    13/1/1908: Συλλαλητήριο Κρητών της Αθήνας και του Πειραιά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Οι συγκεντρωθέντες, με ψήφισμά τους, διαμαρτύρονται για την έκφραση εισαγγελέα, ο οποίος χαρακτήρισε τους Κρητικούς «άγριους, εθισμένους εις τα κακουργήματα, όργανα των διαφόρων κομμάτων κι έχοντες συνηθίσει εις στυγερά εγκλήματα».
    Η άσχετη πληροφορία τής ημέρας: τα ταξί και οι άμαξες έβαζαν διπλή ταρίφα από τους Στύλους και πέρα, μιας και εκεί ήταν το σύνορο πόλης – εξοχής..
    -Ομως υπήρχαν ταξί τότε; Διπλή ταρίφα στις άμαξες; Ραδιοταξί;
    -πρέπει να υπήρχαν δύο ταξί… και ναι, διπλή ταρίφα στις άμαξες Τα ραδιοταξί λειτουργούσαν με κλέφτικο σφύριγμα

  2. Αρκεσινεύς said

    Καλημέρα.

    Κι στα χιώτικα παρτσάλι και πατσάλι, παρτσάς.

    Το σκετίστηκε δε νομίζω πως παραξενεύει. Σκέδιο, σκολειό κ.λπ.

  3. Alexis said

    Καλημέρα
    ξαθά, τω ματιώνε, δεκοχτώ χρονώ, το λεγάμενο κλπ.
    Πλήρης περιφρόνηση του αναζωογονητικού για τον εγκέφαλο γράμματος «ν»! Νομίζω ότι ο κ. Μάρκου θα βγάζει καντήλες διαβάζοντας κάτι τέτοια!

    «Ora son io, io che t’ imploro» Μήπως μπορεί κάποιος ιταλομαθής του ιστολογίου να εξηγήσει και σε μας τους μη γνωρίζοντες τι σημαίνει;

    «Σκαλοκέφαλο» αντί για «κεφαλόσκαλο»! Ενδιαφέρον…

    και σχετίζεται με τη δυσετυμολόγητη μέγκλα (που πάντως δεν προέρχεται από το made in England),
    Παλιότερα, στην ανάρτηση του Νικοκύρη για τους «τζάμπα μάγκες», είχα αναφέρει και την παρετυμολόγηση του «τζάμπα» από το made in Japan, επειδή υποτίθεται (λέει η παρετυμολόγηση) ότι παλιότερα τα γιαπωνέζικα προϊόντα ήταν συνώνυμα της φτήνιας και της κακής ποιότητας (κάτι σαν τα κινέζικα σήμερα δηλαδή).

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Κι εγώ νομίζω πως άμαξες θα εννοεί, πάντως για ένα διάστημα συνυπήρχαν άμαξες και ταξιά. Ομολογώ όμως πως δεν το έχω μελετήσει.

    3: «Τώρα είμαι εγώ, εγώ που σ’ ικετεύω».

  5. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂

    Πραγματικά μερακλίδικη δουλειά η ψηφιοποίηση της Αγνής, αλλά πάνω από 2-3 σελίδες στην οθόνη δεν μπορώ να διαβάσω. 😦
    Το βιβλίο – σα μέσο – είναι αξεπέραστο.

  6. ππαν said

    Η μοναδική απόγονος του Ψυχάρη -και του Ρενάν- ζει στο Παρίσι, την ήξερα αλλά μόλις προχτές έμαθα την καταγωγή της.

  7. sarant said

    6: Άρα, δεν λέγεται Psichari.

    5: Καλημέρα, η οθόνη κουράζει. Κάπως καλύτερος ίσως είναι ο ηλαναγνώστης.

  8. Αντιφασίστας said

    Καλημέρα!
    Τον Ψυχάρη τον διαβάζω, επειδή μ’ αρέσουν οι γλωσσικές του ιδιορρυθμίες και όχι οι λογοτεχνικές του ικανότητες. Κατά τ’ άλλα, συμφωνώ απολύτως με τον Αρχιτέκτονα. Το βιβλίο είναι σύντροφος αγαπημένος και όχι απλό μέσο ενημέρωσης, όπως ο υπολογιστής. Άλλωστε, είναι δύσκολο παλιός γάιδαρος να μάθει καινούρια περπατησιά.

  9. spiral architect said

    @7β: Άμα δεν μου έρχονται μυρουδιές παλιού χαρτιού, βιβλιοθηκίλας, να μπορώ να σημαδέψω με το μολύβι μου, ή να βάλω αυτοκόλλητα πλαϊνά σελιδοδεικτάκια στις σελίδες, δεν την παλεύω με την ανάγνωση λογοτεχνίας, όσο και τεχνοφρικιό (κάποιας ηλικίας) κι αν είμαι.
    Tο ίδιο ισχύει και με τα τεχνικά μου εγχειρίδια: Όσα τα έχω σε pdf, τα πάω ψάχνοντας με «search», για να βρω το κεφάλαιο που με ενδιαφέρει, αλλιώς θα μου βγουν τα μάτια. 😥

  10. Αντιφασίστας said

    9: Τα ίδια κι εγώ, ρε φίλε. Έχω ξεκινήσει να διαβάζω βιβλία στο Διαδίκτυο κι επειδή μου κίνησαν το ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορούσα να συνεχίσω την ανάγνωση στο λαπιτόπι, πήγα και τ’ αγόρασα. Εξαιρετικό εργαλείο ο υπολογιστής αλλά όχι για διάβασμα λογοτεχνίας. Ούτε ποίημα, που λέει ο λόγος, δεν μπορώ να διαβάσω στην οθόνη.

  11. Είχα δει, στις αρχές της δεκαετίας του 80, την παράσταση του Αμφιθέατρου του Σπύρου Ευαγγελάτου «Ο Γουανάκος» του Ψυχάρη. Αδύνατο έργο, αδύνατη παράσταση απ’ όσο θυμάμαι. Μόνο φιλολογική αξία είχε, όχι θεατρική.
    Για τα δυο αδέρφια έχει γράψει δοκίμιο η Άντεια Φραντζή.

  12. Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

  13. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    11: Ποια αδέρφια; Τους γιους του Ψυχάρη;

  14. panavros said

    9,10.Καλημέρα και απο εμένα, πιο πολύ δεν θα μπορούσα να συμφωνώ μαζί σας αλλά και η δουλειά που παραθέτει ο Νίκος διαδιχτυακά (για να γίνω λίγο Ψυχάρης 🙂 ) βοηθά προκειμένου να πάρει κανείς ένα δείγμα για το τι θα διαβάσει αγοράζοντας την έντυπη μορφή.

    Νίκο αν υπάρχει κάτι σύντομο σε Θεοτοκά (που δεν έχεις πολύ στη σελίδα αν είδα καλά) θα χαρώ πολύ να συμβάλλω και εγώ.

  15. Αντιφασίστας said

    13: Το μυθιστόρημα »Τα δυο αδέρφια» που αναφέρει στον πρόλογο.
    Εδώ http://www.biblionet.gr/book/120464/%CE%A3%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF/%CE%9F_%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85 υπάρχει και το δοκίμιο που αναφέρει ο Ορεσίβιος. Μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλείο μπορεί (;) να το βρει κανείς.

  16. Αντιφασίστας said

    14: Συμφωνώ απολύτως. Άλλωστε τους »Σκλάβους στα δεσμά τους» από τον Νικοκύρη τους γνώρισα.
    Το Σάββατο μην κανονίσετε τίποτα, φίλοι: 😉
    http://www.taneasou.net/?p=92960&utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25b1%25ce%25b8%25ce%25ae%25ce%25bd%25ce%25b1-%25cf%2580%25cf%258c%25ce%25bb%25ce%25b7-%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b9%25cf%2586%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25b9%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ae-%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b9%25cf%2582-19-%25ce%25b9%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2585

  17. christos k said

    panavros=christos k. Το αλλάζω για να με λέτε Χρήστο. Τελικά το προτιμώ.

  18. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    Χρήστο, είναι σύντομος ο Λεωνής; Όχι και τόσο, έτσι;

  19. christos k said

    Ας ξεκινήσω να γράφω και όσο βγάλω. Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ.

  20. 13, Νικοκύρη, καλημέρα. Δίκιο έχεις, όπως τόγραψα με πεζά, δε γίνεται σαφές. (Αλλά Σάββατο χθες και παρατράβηξε το ζιαφέτι). Αναφέρομαι στα «Δυο αδέρφια» το πολυπρόσωπο μυθιστόρημα για το οποίο κάνει λόγο ο Ψυχάρης στην επιστολή του (αφιέρωση) στο Μαρίνο Σιγούρο.
    Είχε οργανώσει το 2005 συνέδριο το Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδης με τίτλο «Ο Ψυχάρης και η εποχή του», τα πρακτικά του οποίου έχουν εκδοθεί, Η Άντεια Φραντζή είχε κάνει την εισήγηση: «Η λογοτεχνική διττότητα στο έργο του Ψυχάρη: Το «σύνδρομο του διδύμου» στο μυθιστόρημα του Ψυχάρη «Τα δυο αδέρφια»».

  21. 16. Συγνώμη αντιφασίστα,απάντησα πριν διαβάσω το σχόλιό σου. Σ΄ευχαριστώ.

  22. Μόνο και μόνο από τους στίχους :

    – Τι κάθεσαι και τσαμπουνάς και τον καιρό σου χάνεις;…
    σκάσε, δεν είσαι ποιητής… το γράφει κι ο κυρ Γιάννης,

    μου έφυγε κάθε περιέργεια για το έργο του Ψυχάρη. Στο κάτω-κάτω δεν θα ταίριαζαν τα χνώτα μας μια που εγώ θεωρώ τον Σουρή ποιητή και μάλιστα όχι κατ’ ανάγκη κωμικό.

  23. Άρτεμη said

    1. Εδώ μερικά «γραφικά» http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:gNsrAwZpdAAJ:taxitzhs.blogspot.com/2012/06/1950.html+&cd=3&hl=el&ct=clnk&gl=gr
    Και για τον πόλεμο μεταξύ αμαξάδων και ταξιτζήδων εδώ http://www.athinapoli.gr/2011/09/blog-post_1801.html

  24. sarant said

    22: Κι όμως, Gpoint. η κριτική μελέτη του Ψυχάρη για τον Σουρή είναι πολύ εύστοχη και αξίζει να διαβαστεί. Για τον καβγά τους, δες εδώ:
    http://www.sarantakos.com/sourhs_mall.html
    και τη μελέτη του Ψυχάρη τη βρίσκεις εδώ

  25. sarant said

    23: Πολυ ωραία!

  26. # 24

    Εχω επισκεφθεί το μέρος (και το κόπυπέιστ του δίστιχου από εκεί είναι) και το έχω διαβάσει. Δεν θέλω να είμαι αντικειμενικός σε κάτι που με συναρπάζει ενώ σε κάποιους άλλους δεν λέει τίποτε. Η γιαγιά μου έλεγε πως ο κόσμος είναι μεγάλος και χωρά όλων των ειδών τους ανθρώπους, προφανώς και αυτούς που διάβασαν τον «Δον Ζουάν» και δεν το θεώρησαν ποίημα και δη διαχρονικό ίσως γιατί κάπου μέσα είδαν τον εαυτόν τους ή τους συγγενείς τους.
    Για μένα μεγάλος ποιητής είναι όχι μόνο ο Σουρής αλλά και ο Μάνος Χατζηδάκις. Θεωρώ τιμή μου που τουςένωσα μ’ άλλους πολλούς καλούς σε μια προσπάθειά μου

  27. Μαρία said

    Το γαλλικό τραγούδι είναι το Brise des nuits
    http://www.priceminister.com/image?action=slideshow&imagestype=PRODUCT&prdimageid=835327357&productid=69380372
    Κι εδώ τα λόγια:
    http://fr.lyrics.wikia.com/wiki/Louis_Chartier/Brise_des_nuits
    (Γούγλισα απ’ την Αγνή το πρώτο κουπλέ)

  28. Γς said

    27:
    Brise des nuits

  29. Μαρία said

    Τώρα πρόσεξα οτι η ερώτησή σου ήταν για τον Ανδρέα. Αλλά αυτός ξέρουμε τι τραγουδάει απ’ την αρχή του 2ου κεφαλαίου.

  30. sarant said

    Ναι, αλλά ο στίχος «Ora son io, io che t’imploro» είσαι σίγουρη πως είναι Μάγιερμπερ όπως λέει στο 2ο κεφάλαιο; Δεν το βρήκα.

  31. ππαν said

    9: Δηλαδή σημειώνεις με μολύβι ή σελιδοδείχτες λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζεις για την ευχαρίστησή σου;

    Εγώ τον Ψυχάρην τον διαβάζω επειδή με ενδιαφέρει η ιδεολογία του, αυτό το «μάθηση και στρατό» 🙂

  32. πάντως τζάμπα κόπος ὁ καθαρισμὸς ἀπὸ τὰ «ῥετάλια». τὸ πολυτονικὸ διαβάζεται ἀνέτως καὶ ἀπὸ ὑπὸ τῶν οὔπω τοῦτο διδαχθέντων!

  33. τὸ «ἀπὸ» εἶναι παρόραμα.

  34. j7n said

    @15 Τα δυο αδέρφια
    http://tinyurl.com/agw3ynu

  35. Μαρία said

    30 Ωχ, ναι. Πήγα κατευθείαν στις παρτιτούρες. Αλλά «ίσως κι ολότελα να τη στρέβλωσε από το καθεμερνό τ’ αναμάσημα» τη μελωδία· αλλά γιατί όχι και τα λόγια.

  36. sarant said

    34: Ανοίγει σε κανέναν άλλον ο λίκνος; Σεμένα όχι.

  37. Αντιφασίστας said

    Ούτε σ’ εμένα.

  38. ππαν said

    Των δημόσιων βιβλιοθηκών οι λίκνοι συνήθως δεν διαβάζονται, πρέπει να ξαναπάς από την αρχή, στο ψαχτήρι. Κι αυτό,. αν το ‘εχεις πολλή ώρα ανοιχτό δεν δουλεύει. Χρυσοχέρα η διαμάντω!
    Νομίζω όμως πως είναι στην Ανέμη

  39. Μαρία said

    36 Όχι.
    Document cannot be open. Session is expired.

  40. Μαρία said

    36 Βρήκα όμως την εισαγωγή του Γληνού στην Αγνή. Έχω ένα αφιέρωμα στον Ψυχάρη του περιοδικού Νεοελληνικός Λόγος, τ. 27, Μάρτης 1980
    Είναι 11 σελίδες. Θα δοκιμάσω να τις φωτογραφήσω και θα τους στείλω.

  41. j7n said

    Ευχαριστώ Ππαν για την εξήγηση. Δεν είναι στην Ανέμη.
    Πληκτρολογούμε:
    http://diglib.ypepth.gr/awweb/guest.jsp
    και έπειτα Ψυχάρης στο πεδίο «Συγγραφέας».

  42. Νίκος Μαστρακούλης said

    30 κλπ: «io que t’ imploro»… το βλέπω σε μια παλιά βραζιλιάνικη γκαζετίνια, γύρω στο 1880, τρίτη στήλη, προτελευταία σειρά. Δεν πήρε το μάτι μου στιχουργό, αλλά τουλάχιστον έχουμε πλέον μπόλικους στίχους για παραπέρα ψάξιμο.

  43. j7n said

    @40 Πρόκειται για τη μελέτη «Γιάννης Ψυχάρης, Βιογραφικό και κριτικό σημείωμα.»;
    http://www.glinos.gr/v1/repository/view_publication/22

  44. Μαρία said

    43 Ακριβώς.

  45. Μιχαλιός said

    «Vedi, son io che piango, io che imploro».

    Πουτσίνι, Μανόν Λεσκώ: http://books.google.gr/books?id=7-U4gjAN1VUC&pg=PA146&lpg=PA146&dq=%22son+io+che%22+imploro&source=bl&ots=NPXVq1zeEW&sig=pG-JK_iynExsfnv-I-DdSkCndHo&hl=el&sa=X&ei=cf3yUIjjCKnx4QSCvoCACg&ved=0CBwQ6AEwAA#v=onepage&q=%22son%20io%20che%22%20imploro&f=false

  46. sarant said

    41-43-45: Μπράβο, τα βρίσκετε όλα και ο Νικοκύρης κάααθεται!

  47. Μαρία said

    46 Για τιμωρία θα αντιπαραβάλεις το τυπωμένο με το χειρόγραφο 🙂

  48. sarant said

    47: Χαχα, δεν είχα καταλάβει ότι είναι χειρόγραφο!

  49. Αντιφασίστας said

    Μη μιλάς…κινδυνεύει η Ελλάς!
    http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=335268

  50. Αντιφασίστας said

    Περισσότερα εδώ, γιατί οι »άνθρωποι» έχουν ξεσαλώσει:

    http://yperkapetanopoulou.wordpress.com/2012/12/22/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CF%8E%CE%BD/

  51. Μαρία said

    49 Μπαγιάτικο. Πάνε μέρες που υπογράψαμε.

  52. spyroszer said

    Μουσικό μυθιστόρημα η Αγνή, θα μπορούσαν να μπουν και λίκνοι !!!

    Εδώ είναι το Μιζερέρε του Τροβατόρε, που του περνά του Αντρέα η υποψία μήπως ανακάτωσε τα λόγια της παλιάς ρομάντζας με τη μουσική του Τροβατόρε.

  53. Αντιφασίστας said

    51:Μπράβο! Εγώ τώρα το πήρα χαμπάρι κι έβαλα την τζίφρα μου. 😉

  54. Κορνήλιε (32), το «ἀπὸ» μπορεί να είναι παρόραμα, το «οὔπω» όμως μαρτυρεί θαυμαστή αισιοδοξία!
    Στα σοβαρά τώρα — αλλά το’χουμε ξαναπεί — ο κύριος πρακτικός λόγος να ΜΗ χρησιμοποιούμε πολυτονικό στο Διαδίκτυο είναι ότι πολύ συχνά δεν διαβάζεται. Και φυσικά, όποιος έχει πλήρη τον έλεγχο του υπολογιστή του μπορεί να εγκαταστήσει πολυτονικές γραμματοσειρές εύκολα και τζάμπα, αλλά πολλοί είτε δεν ξέρουν πώς να το κάνουν, είτε δεν μπορούν γιατί δεν έχουν τα αναγκαία δικαιώματα διαχείρισης.

  55. Νοικ. Νικ. έχεις ακολούθους τσακάλια.

    Μικρό παιδί (1949 – 1953) θυμάμαι την πλατεία Μοναστηρακίου γεμάτη άμαξες που λειτουργούσαν ως ταξί. Κάποτε εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας. Άκουσα ότι πήραν όλοι άδεια ταξί για να μην ταϊζουν το άλογο. Διερωτώμαι πού πετάχτηκαν όλες αυτές οι υπέροχες άμαξες.

    Ψυχάρης. Ομολογώ με αφήνει αδιάφορο. Ούτε πρωτοπόρος είναι, ούτε λογοτέχνης είναι, είναι εντελώς φτιαχτός, και πουλάει μια μαγκιά που με απωθεί. Ούτε φιλολογική αξία έχει. Αλλιώς θα σας πετάξω κι εγώ στα μούτρα ένα μυθιστόρημα να γίνω σπουδαίος.

  56. sarant said

    55: Γράψε ντε ένα μυθιστόρημα!

  57. Γς said

    56:
    Πρόκληση; Παρότρυνση;
    Χειροκτίου ριφθέντος όμως…

  58. Γς said

    50:
    Πολλές φορές όμως τα θέλει κι ο ποπός μας.
    Η βία είναι μέρος της τακτικής τους. Παντού και πάντοτε.
    Στο δημοτικό ήμουν όταν στην αγορά του Βύρωνα ένα επεισόδιο αστυνομικής βίας κόντεψε να εξελιχθεί σε σύρραξη. Τραυματισμοί και ουρλιαχτά έκαναν τον νεαρό Γς να πάρει την ανηφόρα την άγουσα προς το τότε ΙΘ Αστ. Τμήμα του Βύρωνα απέναντι από το κτίριο της Ισιδώρας Ντάνκαν, ‘πολιτιστικό κέντρο’ τότε με μπιλιάρδα και ποδοσφαιράκια.
    Μπήκα μέσα και με σοβαρό ύφος τους είπα ότι αυτά που συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή στην Αγορά δεν ήταν σωστά.
    -Υποδείξεις ήρθες να μας κάνεις ρε κωλόπαιδο. Και με πέταξαν έξω με μια κλωτσιά ή/και σφαλιάρα, δεν θυμάμαι.
    Και σιγά μην μου έγινε μάθημα. Μια ζωή τους προκαλούσα.
    Θυμάμαι κάποτε που διαμαρτυρήθηκα για τη συμπεριφορά κάτι μπάτσων σε ένα επεισόδιο με κάτι μαύρους στις ΗΠΑ.
    Με πλησίασαν και μου φόρεσαν το ένα βραχιολάκι από τις χειροπέδες και το άλλο στο πόμολο της πόρτας ενός φορτηγού. Όταν τελείωσε η παράσταση με ξεκλείδωσαν.

  59. # 55
    Την δεκαετία του 70-μπορεί και του 80- είχε αμαξάκια στις Τζιτζιφιές. Θυμάμαι που πήγα τους γονείς μου μ’ ένα τέτοιο στην Κυψέλη(!) και πλήρωσα ένα σκασμό λεφτά αλλά κέρδισα το χαμόγελο του πατέρα μου που είχε να κάνει βόλτα με άμαξα από την δεκαετία του 10 με το λαντώ του δικού του πατέρα.
    Στις μέρες μας πάντως υπάρχει άμαξα κάθε καλοκαίρι στο Γαλαξίδι για ρομανρικές βόλτες

  60. Προσγολίτης said

    Γς, 57

    >Χειροκτίου ριφθέντος όμως…

    … ζητάς και το άλλο να τα κάνεις ζευγάρι.

  61. sarant said

    59: Στις Τζιτζιφιές δεν τα θυμάμαι. Στην Αίγινα έχει κάμποσα αμαξάκια, τα λένε μόνιππα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: