Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η σαρμανίτσα των ποιητών κι ο Γούλας Μπούκουρης

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2013


Μια από τις 366 λέξεις του βιβλίου μου Λέξεις που χάνονται είναι η σαρμανίτσα. Σαρμανίτσα είναι η κούνια του μωρού. Το μοναδικό γενικό λεξικό που καταγράφει τη λέξη είναι, αν δεν κάνω λάθος, του Πάπυρου, το οποίο μας πληροφορεί ότι πρόκειται για δάνειο από τα κουτσοβλάχικα. Είναι λέξη κατεξοχήν ηπειρώτικη, αν και ακούγεται επίσης στη Θεσσαλία, στη Φθιώτιδα, στη Δ. Μακεδονία, ίσως κι αλλού.

pikermiΗ λέξη εμφανίζεται σε πολλά δημοτικά τραγούδια, π.χ. «που άφησα μικρό παιδί, μικρό στη σαρμανίτσα». Ένα παροιμιακό τετράστιχο που συγκρίνει τις οικιακές εργασίες υποστηρίζει ότι «Το κέντημα είναι γλέντησμα, η ρόκα είναι σεργιάνι, η σαρμανίτσα κι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη». Ο Πετρολούκας Χαλκιάς, σε συνέντευξή του, είπε για τα ηπειρώτικα τραγούδια: «Μ’ αυτά τα τραγούδια με νανούριζε η μάνα μου στη σαρμανίτσα». Παρεμπιπτόντως, canticu di sarmanitsa είναι στα κουτσοβλάχικα το νανούρισμα.

Μια άλλη παροιμία με τη σαρμανίτσα, που δεν την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο επειδή την έμαθα αργότερα, είναι: «Καλού κακού ας βρίσκεται και μια σαρμανίτσα στο μοναστήρι». Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο μοναστήρι αποκλείεται να χρειαστεί κούνια για νεογέννητο μωρό, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς -οπότε, καλού κακού, ας βρίσκεται.

Ο ηπειρώτης Γ. Κοτζιούλας, θυμώντας τα στερημένα παιδικά του χρόνια, που τα πέρασε χωρίς παιχνίδια, έγραψε: «Εμείς δεν ξέραμε ούτε μπάλες ούτε χαρταϊτούς ούτε σιδερόδρομους. Αυτά δε συνηθίζονταν εκεί, γιατί θέλουν παράδες κι εμείς δεν είχαμε. Ένα φτηνό βραγκανίδι [κουδουνίστρα] όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν είμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα, να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα. Αυτό το μοναδικό μας παιγνίδι φυλάγουνταν ύστερα για τ’ άλλα παι­διά που θα ‘ρχονταν πίσω από μας» (από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα»).

Σαν να του απαντάει ο Ν. Εγγονόπουλος, στο ποίημα Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής (1978), όπου χρησιμοποιεί την ίδια λέξη (σαρμανίτσα) και την ίδια εικόνα σαν αφετηρία.

Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΖΩΗΣ
εις Τριστάνο Tzara

η σαρμανίτσα του ποιητού
είναι το νεκρικό κιβούρι του
κι η κουδουνίστρα που βάζουνε
στα βρεφικά του χέρια
είναι το κυπαρίσσι
που θα φυτρώση
πάνω στον τάφο του

γιατί
— παρ’ όλες τις πικρίες που τόνε ποτίζουνε —
ο ποιητής
την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζί του
κι ακόμη
είν’ αυτός τούτος
του θανάτου η άρνηση

κι έτσι
το νεκρικό κιβούρι του ποιητού
θα γενή πάλε η σαρμανίτσα του
του τάφου του το κυπαρίσσι
πάλι η κουδουνίστρα
που θα κραδαίνη
στα φωτεινά τα χέρια του

Παρόλο που σαν ποιητές ήταν πολύ διαφορετικοί, ο Κοτζιούλας και ο Εγγονόπουλος γνωρίζονταν καλά, και μάλιστα συνδέονταν φιλικά στα νιάτα τους, καθώς άλλωστε είχαν περίπου την ίδια ηλικία (δυο χρόνια μεγαλύτερος ο Εγγονόπουλος). Στο αρχείο Μυριβήλη, υπάρχει και η παραπάνω φωτογραφία, βγαλμένη από εκδρομή στο Πικέρμι το 1931. Πρώτος από αριστερά ο Κοτζιούλας, δίπλα του ο Εγγονόπουλος, στη μέση η Έλλη Παπαδημητρίου (που άφησε πλούσιο και σπουδαίο έργο στην καταγραφή του κοινού λόγου), μετά η Ελένη Μυριβήλη και ο Στρ. Μυριβήλης.

Η φιλία του Κοτζιούλα με τον Εγγονόπουλο κράτησε περισσότερο απ’ όσο με τον Μυριβήλη (που ξεθύμανε ήδη από τα μέσα των τριάντα, όπως έχουμε δει), το ίδιο και η αλληλοεκτίμησή τους. Ίσως όχι τυχαία, στο βίαιο αντιμοντερνιστικό μανιφέστο του «Πού τραβάει η ποίηση» ο Κοτζιούλας περιορίζεται σε μια απλή και ουδέτερη αναφορά στον Εγγονόπουλο. Από την άλλη, ίσως φαίνεται παρατραβηγμένο, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο, ο Εγγονόπουλος να είχε κατά νου τον Κοτζιούλα όταν έγραφε για τη σαρμανίτσα του ποιητή. Αν δεν κάνω λάθος, η λέξη δεν ανήκει στο μητρικό λεξιλόγιο του Εγγονόπουλου’ είναι, όπως είπαμε, ηπειρώτικη. (Θα ήταν ενδιαφέρον να βρεθεί πότε γράφτηκε το ποίημα -στο Διαδίκτυο βρίσκω 1978).

Όπως με πληροφορεί ο Κώστας Κοτζιούλας, ο γιος του ποιητή, στον οποίο χρωστάω αρκετές από τις πληροφορίες του σημερινού σημειώματος, ο Εγγονόπουλος, σε μια διατριβή του για τη λαϊκή αρχιτεκτονική (της οποίας δυστυχώς δεν θυμάται τον τίτλο) προτάσσει μερικούς στίχους από το «Μαστορόπουλο», το συγκινητικό ποίημα του Κοτζιούλα για τον Κολιό, που ξενιτεύτηκε μικρός με τους μαστόρους:

Τον πήραν τον Κολιό
τον πήραν οι  μαστόροι
παιδί από το σκολειό
να  μάθει πηλοφόρι.

Καρδιά πονετική
τον ξέβγαλε με κλάμα:
«Τετράδη Κυριακή,
θα καρτερώ για γράμμα».

Δε σώνει άλλο να ιδεί,
παιδεύεται το  μάτι:
κρατούσε ένα ραβδί,
το στρώμα του στην πλάτη.

Μας έφυγε ο Κολιός
κι είχε  μια τέτοια λύπη!
θα ’ναι όλοι δω τ’ Άη-Λιος
και μόνο αυτός θα λείπει.

Κάτι άλλο που έμαθα από την επικοινωνία με τον Κώστα Κοτζιούλα, και που δεν είναι γενικά γνωστό, είναι ότι ο Γ. Κοτζιούλας περιστασιακά χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Γούλας Μπούκουρης, και μ’ αυτό το ψευδώνυμο είχε δημοσιεύσει ένα ποίημα στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα (1940), που δεν έχει συμπεριληφθεί στα Άπαντά του. Στο ποίημα αυτό ξαναβρίσκουμε τον Κολιό, πριν ακόμα τον πάρουν οι μαστόροι, αν βέβαια πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο:

Ξαλάφρωμα

Τραγούδαε κι ο Κολιός καλά, μα γω σαν πιο καλύτερα·
αυτόν τον είχα αποκοντά να μου κρατάει το πάσο.
Διπλοποδιάζομουν στη χλόη κι αρχίναγα κοντύτερα
και τόπαιρνα με το καλάμι όσο που ν’ αποστάσω.

Δώθε απ’ τα σπίτια, στο μαντρί -σαν ξεκινάν τα πράματα,
εύκαιρος πάντα ο φίλος μου να μ’ ακλουθάει όθε πάμε.
Το στρώναμε για τα καλά και τότε να δεις θάματα:
μέσ’ στην ψυχή σαν όνειρο τον κόσμο να κρατάμε.

Σιμά-κοντά το δειλινό σάμπως ν’ ανάβαν τα αίματα
με το χορό τον τρίδιπλο -«ψηλά στην Κουστελάτα»
έφερνε γύρα ο σιότοπος κι η αχούρα από τα ρέματα
ξαπλώνονταν κάθε βολά σ’ όποια κοδέλα ή στράτα.

Κι από καιρό -με τον τορβά, τη γκλίτσα παραμάσκαλα
τα συμμαζώναμε κι εμείς κόντευε πόσο η νύχτα·
μας καρτερούσαν στο χωριό μέσ’ στα χωράφια τ’ άσκαλα
και δώθε απ’ τη ραχοπλαγιά μια σκύλα μάς αλύχτα…

Η Κουστελάτα ή τα Κουστελάτα είναι χωριό στα Τζουμέρκα (απ’ όπου και ο Κοτζιούλας). Κοδέλα είναι ο ανηφορικός ελικοειδής δρόμος, άσκαλα χωράφια πρέπει να είναι τα ασκάλιστα, σιότοπος είναι μάλλον το ίσιωμα, όπου χόρευαν, ενώ η αχούρα ομολογώ ότι δεν ξέρω τι είναι, όπως επισημαίνουν τα σχόλια, ο πολύς αχός, ο θόρυβος. Τα πράματα, βέβαια, είναι τα ζώα που οδηγεί ο τσοπάνος στη βοσκή. Χωρίς τη διαβεβαίωση του Κ. Κοτζιούλα δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε με βεβαιότητα στον Γιώργο Κοτζιούλα την πατρότητα του ποιήματος, αν και υπάρχουν πολλές ενδείξεις, κυρίως σε σχέση με το λεξιλόγιο και τη θεματολογία του ποιήματος. Άλλωστε, το Γούλας είναι χαϊδευτικό του Γιώργος (Γιωργούλας – Γούλας, ενώ Μπούκουρης σημαίνει ‘όμορφος’ στα αλβανικά). Τώρα, νομίζω ότι μπορούμε να συμπεριλάβουμε το «Ξαλάφρωμα» στο σώμα των ποιημάτων του Γ. Κοτζιούλα.

141 Σχόλια to “Η σαρμανίτσα των ποιητών κι ο Γούλας Μπούκουρης”

  1. Δημήτρης Καραδαγλής said

    Καλημέρα σε όλους.

    Αχούρα πρέπει να είναι ο στάβλος, το μαντρί. Στα μέρη μας στην Μακεδονία το λέμε αχούρι, και νομίζω πως ταιριάζει στο ποίημα δίπλα στο σιότοπο (αλώνι).

    Και μία ερὠτηση «θυμώντας» είναι η μετοχή παρακειμένου του θυμάμαι;

  2. Γς said

    Καλημέρα
    Ο Πετρολούκας Χαλκιάς, σε συνέντευξή του, είπε για τα ηπειρώτικα τραγούδια: «Μ’ αυτά τα τραγούδια με νανούριζε η μάνα μου στη σαρμανίτσα».

  3. vikar said

    Διαβάζοντας κατάλαβα αχούρα να σημαίνει θόρυβο (αχός και -ούρα).

  4. Μιχαλιός said

    3. Προφανώς, πβ. «Αυτά δεν ήταν βρονταριές κι από τσαρούχια αχούρα»:
    http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/2011/11/blog-post_1400.html

  5. Theo said

    Ναι, κι εγώ κατάλαβα «αχούρα» να σημαίνει θόρυβο, όχι όμως πως είναι σύνθετη λέξη. Απλώς, η κατάληξη -ούρα δηλώνει επίταση, μεγέθυνση.

  6. cronopiusa said

    Nicu Alifantis – Cantic di sarmanita

    Τον πήραν τον Κολιό
    τον πήραν οι μαστόροι
    παιδί από το σκολειό
    να μάθει πηλοφόρι.

    Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
    μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
    στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
    στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

    Nelu Pitic,Daniel Julean – Cantic di sarmanita

    Καλή σας μέρα

  7. Αρκεσινεύς said

    1. θυμώντας μετοχή ενεστώτα του θυμάω-ώ
    Παροιμία:Θυμώντας τη Σαρακοστή επέρασε κακή Αποκριά.

  8. Καλημέρα!

    Για να δώσω και τη δική μου ερμηνεία για την αχούρα, νιώθω να δηλώνει τον αχό -τον ήχο, τη φασαρία- ο οποίος δυναμώνει στις καμπές των μονοπατιών, όταν συναντιόνται με τα ρέματα. Εξαιρετική εικόνα (αν είναι αυτό), αλλά δεν έχω κάποιο στοιχείο να το στηρίξω, μιλάω τελείως διαισθητικά.

    Κ.

  9. Α, έχουν άλλοι στοιχεία…
    Καλό! 🙂

  10. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3-4-5-8: Μπράβο, αυτό είναι η αχούρα!

    7: Το αστείο είναι ότι το «θυμώντας» το είχα γράψει στις «Λέξεις που χάνονται» χωρίς να το σκεφτώ, μου είχε φανεί πολύ φυσικό, και το πρόσεξα μόλις τώρα που το επανέλαβα εδώ -αλλά «θυμούμενος» δεν μου πάει.

  11. Costas said

    Κι εγώ την αχούρα με τον αχό τη σύνδεσα στο κεφάλι μου, αλλά δεν βγάζω νόημα. Τι πάει να πει το παρακάτω;

    έφερνε γύρα ο σιότοπος κι η αχούρα από τα ρέματα
    ξαπλώνονταν κάθε βολά σ’ όποια κοδέλα ή στράτα.

    Επίσης δεν κατάλαβα το εξής δίστιχο, από το 2ο ημιστίχιο του 1ου στίχου και κάτω:

    Διπλοποδιάζομουν στη χλόη κι αρχίναγα κοντύτερα
    και τόπαιρνα με το καλάμι όσο που ν’ αποστάσω.

    Τελικά ο μοντερνισμός είναι πιο εύληπτος 🙂

  12. spiral architect said

    … κι η αχούρα από τα ρέματα …
    αχούρα –> αχός

  13. Αρκεσινεύς said

    1,7,10 Από το ποίημα του Κρυστάλλη Η ΦΛΟΓΈΡΑ

    Σώπα,φλογέρα. μη μου λες τραγούδι της αγάπης.
    σώπα, και μη μου τη θυμάς!…

    οι τελείες στην έκδοση που έχω είναι άνω τελείες.

  14. Ανδρέας «Κουπονιώτης» said

    Καλημέρα.

    Η σαρμανίτσα από μόνη της έχει ένα νανούρισμα μέσα της.

    Η άλλη λέξη για την κούνια, η Νάκα, πως χάνεται; Τη συναντώ πολύ συχνά, σε κάθε δεύτερο σταυρόλεξο…:)

  15. Αρκεσινεύς said

    > να μερώνουμε

    ν’ αρνεύομε

  16. Το θυμώντας έχει το πλεονέκτημα πως ασυνείδητα κι ακουστηκα φέρνει προς το τιμώντας

    Να μάθει πηλοφόρι…

    Ποιητική αδεία γιατί το πηλοφόρι δεν είναι καμιά τέχνη
    Στα τέσσερά μου κτίζαμε το σπίτι μας και ήταν οι μαστόροι που φιάχναν την άσπη, οι λασπιάρηδες, αυτοί που κουβάλαγαν την λάσπη με το πηλοφόροι στις αυτοσχέδιες τεθλασμένες σκάλες από μαδέρια και οι τεχνίτες που έρριχναν πλάκα, έκτιζαν ή σοβάντιζαν.
    Περιγράφεται η σωστή σειρά της διαδικασίας και στο τραγούδι το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί

  17. GoGo said

    «Ψηλά στην Κουστελάτα» είναι πολύ γνωστός χορός (Κωστελάτα εντούτοις τραγουδιέται σήμερα στα πανηγύρια στην Ήπειρο) που χορεύεται συρτός στα τρία. Μήπως μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τον όρο «τρίδιπλος»;

  18. # 16
    ακουστικά, εννοούσα βεβαίως

  19. GoGo said

    *Κωστηλάτα πιο σύνηθες…

  20. Προς Costas (11):
    Έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ, βάζεις ένα κόμμα για να του δώσεις το ρυθμό:
    «έφερνε γύρα ο σιότοπος, κι η αχούρα από τα ρέματα
    ξαπλώνονταν κάθε βολά σ’ όποια κοδέλα ή στράτα»
    Η κοδέλα (δεν το ήξερα) είπαμε πως είναι το μονοπάτι σε έδαφος με μεγάλη κλίση. Βολά είναι η φορά. Όταν περπατάς ένα τέτοιο μονοπάτι ο ήχος από κάτι μακρινό δυναμώνει όταν περνάς από τις στροφές του μονοπατιού/δρόμου στις ρεματιές, ο ήχος μεταφέρεται με τις ρεματιές.
    Μου έχει τύχει να περάσω βράδυ από τέτοιο μονοπάτι στον Υμηττό πάνω από του Ζωγράφου και να ακούσω αχό από μάζεμα (κάποια «Πανσεληνιάδα» για τους μυημένους…) που ούτε θα μου περνούσε από το μυαλό πως μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί με τέτοια καθαρότητα.

  21. Νώντας Τσίγκας said

    Στη Δυτική Μακεδονία η «σαρμανίτσα» εκφέρεται σαν «σαρμάν’τσα» (ύστερα από τις απαραίτητες για την ταχύτητα του λόγου… λίαν γλωσσομπερδευτικές απαλοιφές φωνηέντων ) και με παρατονισμό.

    Η «αχούρα» φυσικά και μοιάζει λέξη που προκύπτει από τον αχό (=ήχος ,οχλοβοή, θόρυβος, φασαρία). Καμιά σχέση δεν υπάρχει στο ποίημα με το αχούρι («αχούρ΄» παρ’ ημίν= το μέρος που είναι γεμάτο άχυρα/σταύλος,αχυρώνας)

  22. #16
    και το πηλοφόροι αντί για πηλοφόρι δίνει ένα άλλο παραπλήσιο νόημα στα γραφόμενά μου

  23. # 20

    καιπου να δεις στη θάλασσα πόσο απίστευτα μεταφέρεται ο ήχος από τα ρέματα, να είσαι μισό μίλι απ’ την ακτή και να ακούς τι λένε οι λουόμενοι.
    Οι ψαράδες το ξέρουνε γιαυτό μιλάνε πάντα εξαιρετικά χαμηλόφωνα μέσα στη βάρκα όταν σχολιάζουν κι ας μην υπάρχει κοντά άλλη βάρκα

  24. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    10.γ. Μα , χρόνια έχει περάσει στο στόμα μας και λέγεται αλλαγμένη η τελευταία στροφή του στίχου από τον εθνικό ύμνο:
    Δυστυχής! παρηγορία
    μόνη σου έμενε να λες
    περασμένα μεγαλεία
    και «θυμώντας» τα να κλαίς
    αντί
    και διηγώντας τα να κλαίς

  25. Costas said

    20
    κοδέλα = «ανηφορικός ελικοειδής δρόμος» (σήμερα δεν τις λέμε και κορδέλες;) ή «μονοπάτι σε έδαφος με μεγάλη κλίση»; Δεν είναι το ίδιο.

    Ανεξάρτητα από το παραπάνω: ο «σιότοπος» σχετίζεται με το χορό, και ακολουθεί η εικόνα με τον αχό από τα ρέματα που απλώνεται στις κο(ρ)δέλες (;) ή στις στράτες. Ωστόσο αυτές οι δύο στιγμές (του χορού και του αχού) δεν καταλαβαίνω πώς δένουν μεταξύ τους μέσα στην ίδια στροφή. Τι σχέση έχει η μία με την άλλη;

    Το άλλο δίστιχο που ανέφερα, το καταλαβαίνεις;

  26. # 17

    Εγώ ξέρω την έκφραση διπλό και τρίδιπλο δλδ ακόμα μεγαλύτερο από το διπλάσιο

  27. @ Costas (24):
    Είναι το ίδιο όταν το κοιτάς από κάτω. 🙂

    Χορός χωρίς αχούρα γίνεται;…

    «Διπλοποδιάζομουν στη χλόη κι αρχίναγα κοντύτερα
    και τόπαιρνα με το καλάμι όσο που ν’ αποστάσω.»
    Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνω, αλλά κάτι νιώθω:
    «Καθόμουν σταυροπόδι στη χλόη και άρχιζα (να παίζω) πρώτος (κοντύτερα)
    και έπαιζα τη φλογέρα (καλάμι) μέχρι να κουραστώ (και ν’ αποστάσω).»
    Τρομερό το πώς αποδίδει τις εικόνες με τόση απλότητα και δύναμη, και το πόσο μηδέν φαίνεται όταν πας να το φέρεις «στα μέτρα σου», έτσι δεν είναι;

    @ gpointofview (22):
    Ναι, όταν δεν φυσάει γίνονται καταπληκτικά πράγματα με τον ήχο εκτός πόλης.

  28. Ουπς, αντί για (24) διάβασε (25), και αντί (22), (23).
    Κάποιος έκανε παρεμβολή…

  29. physicist said

    Υπάρχει και η έκφραση εγώ τώρα είμαι θέλεις στην κούνια βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα, που έλεγαν οι δικοί μου εννοώντας ότι είναι κατάκοποι και μπορούν να κοιμηθούν επιτόπου και οπουδήποτε.

  30. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    29: Πολύ ωραία φράση!

    27: Ναι, το καλάμι κι εγώ καταλαβαίνω ότι είναι η φλογέρα.
    Ο Κοτζιούλας έχει ξαναχρησιμοποιήσει τη λέξη:
    «Θα ήταν το μήνα που λαλούν στα βουνά οι κούκοι,
    που λέει κι ο βλάχος τον καημό του στο καλάμι.»

    Προσέχω επίσης τον «μωραΐτικο» παρατατικό (αρχίναγα) που τον χρησιμοποιεί και στα άλλα του ποιήματα ο Κοτζιούλας.

    14: Χα-χα, ναι, είναι και τα σταυρόλεξα, και η νάκα βολεύει πολύ. Έχω καιρό να λύσω σταυρόλεξο, λατρεύουν ακόμα τον θεό Ρα;

  31. IN said

    Σιότοπο προφανώς το ισότοπο, ίσιος τόπος. Πρβλ. και τοπωνύμια «Σιόπατο» λίγο έξω από την Κοζάνη (ένθα και ταβέρνα με περιώνυμα κοψίδια) που ο Αργ. Κούντουρας, αξιόλογος ερευνητής, δυστυχώς ήδη μακαρίτης, το ετυμολογεί από το Ισόπατο, «δηλαδή επίπεδο έδαφος» http://www.xronos-kozanis.gr/Sthles-PRIN_20_XRONIA.php?start_from=&ucat=5&subaction=showfull&id=1269013675&archive=1270069219&

  32. @ Sarant (30):
    Και μάλιστα νομίζω υπονοεί εναλλάξ τραγούδι και φλογέρα («τόπαιρνα με το καλάμι», ενώ παραπάνω μιλάει για τραγούδι), ή όχι;
    Νομίζω πως εδώ πλησιάζουμε την επιτομή του crowdsourcing. Αυτά είναι…

  33. sarant said

    32: Νομίζω ναι, γι’ αυτό και λέει «ώσπου να αποστάσω» γιατί κουράζει πιο πολύ το εναλλάξ.

    31: Το σχόλιο το είχε πιάσει η σπαμοπαγίδα. Ναι, το σόπατο (έτσι στην Κρήτη) είναι από το ισόπατο.

  34. Alfred E. Newman said

    Σχετικά με τη χρονολόγηση του ποιήματος του Εγγονόπουλου.
    Ο ποιητής έχει αναφέρει ότι τρία ποιήματα της συλλογής «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» δημοσιεύθηκαν μαζί σε ένα περιοδικό με τον κοινό τίτλο «Για το θάνατο τριών ποιητών». Επίσης αναφέρει ότι τα ποιήματα της συλλογής η οποία εκδόθηκε το 1978 είχαν γραφεί την προηγούμενη εικοσαετία.
    Λοιπόν ο Τζαρά στον οποίο είναι αφιερωμένο το ποίημα πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 1963. Οπότε…

  35. Γς said

    22:
    >και το πηλοφόροι αντί για πηλοφόρι δίνει ένα άλλο παραπλήσιο νόημα

    Ντάξει μωρέ τι έγινε;
    Οι πηλοφόροι με το πηλοφόρι.

    Πηλός, λάσπη, λασπίτσα:

    Elate koritsakia
    Na katourisoume
    Na ftiaxoume laspitsa
    Na xtisoume spitakia

    O Γς νήπιον με το κουβαδάκι του στην αμμουδιά, με αρχιτεκτονικές ανησυχίες και όχι μόνον.

  36. Επίσης μου κάνει εντύπωση μια έπαρση (όχι χυδαία) που υπάρχει σε δεύτερο επίπεδο σε κάποια σημεία. Πχ «Τραγούδαε κι ο Κολιός καλά, μα γω σαν πιο καλύτερα·», ή «κι αρχίναγα κοντύτερα» δηλαδή δεν τολμούσε να ξεκινήσει άλλος, ή «εύκαιρος πάντα ο φίλος μου να μ’ ακλουθάει όθε πάμε». Μαζί με κάποια γλωσσικά, φαίνεται σαν απευθείας σύνδεση με τον Όμηρο.

  37. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    ‘εφερνε γύρα ο σιότοπος κι η αχούρα από τα ρέματα
    ξαπλώνονταν κάθε βολά σ’ όποια κοδέλα ή στράτα.

    Μια δρασκελιά ο τόπος μας από την Ήπειρο, μέσω Πελοποννήσου πιάνεις Κρήτη σε δυο στροφές (του ποιήματος) γιατ΄ έχει κι άλλες στροφές (τις κοδέλες).
    -σιότοπος (ισιότοπος, ίσιωμα):
    Στην Κρήτη σόπατο το (ανήφορος- κατήφορος- σόπατο)
    -κάθε βολά = κάθε φορά.Τα παραμύθια στα μικρά μου χρόνια, άρχιζαν «Μια βολά κι έναν καιρό»
    -Ο περιβόητος κωλοσούρτης του αρκαδιανού Αχλαδόκαμπου έχει πολλές κοδέλες. Τις πρώτες φορές που το άκουσα, νόμιζα λέγανε κορδέλλες (μια χαρά ταιριάζει) και το επαναλάμβανα έτσι.
    Κάποιοι φίλοι δεν πολυέρχονταν στα ορεινά γιατί τα παιδιά ζαλίζονταν στις κοδέλες κι έφταναν «κοτόπουλα»

  38. @ ΕΦΗ ΕΦΗ (37):
    Μια παρατήρηση, ο Αχλαδόκαμπος (με τις ελιές…) δεν είναι στην Αρκαδία, είναι στην Αργολίδα. Δεν είμαι από κει, πάω να γλιτώσω τα χειρότερα… 🙂

  39. Costas said

    27
    Α, με «μονοπάτι» θα εννοούσες «ελικοειδές μονοπάτι…».

    Η «αχούρα» του ποιήματος προκαλείται από τα ρέματα, όχι από το χορό. Οπότε εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω (που θα έλεγε κι ένας δημοσιογράφος) τη σχέση τρίδιπλου χορού και αχούρας των ρεμάτων.

    Αν κοντύτερα = πρωτύτερα/πρώτος, ποιητική αδεία, εντάξει. Θα προτιμούσα βέβαια ένα «πρωτύτερα», να καταλαβαίνω κι εγώ.

    Απροπό, εκεί που γράφεις «μέχρι να κουραστώ (και ν’ αποστάσω)», είναι μάλλον σκέτο «μέχρι ν’ αποστάσω», γιατί αποσταίνω = κουράζομαι (είναι αντίθετο και όχι συνώνυμο του ξαποσταίνω).

  40. nikos10 said

    ολίγον άσχετο με το παρόν ποστ, αλλά λίαν σχετικό με παλαιότερες αναφορές του νικοκύρη: Το όνομά του η ψυχή της;

  41. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    Να με συμπαθάτε, για κάμποσες ώρες θα λείψω.

    40: Το έχω δει, αξίζει αναδημοσίευση εδώ.

    34: Σ’ ευχαριστώ πολύ για τη χρονολόγηση, Αλφρέδο!

  42. Αντιφασίστας said

    Καλημέρα!
    Υπάρχει και σπήλαιο »Σαρμανίτσα» στην Πύρρα Τρικάλων, με υπόγειο καταρράκτη.
    Ο Κοτζιούλας μπορεί να θεωρείται ελάσσων ποιητής, αλλά με ένα τετράστιχο κατάφερε να αποδώσει εξαίσια το μαράζι του ανέλπιδου έρωτα:

    ΜΟΝΑΞΙΑ

    Αχ, δεν περνάει απόψε η στενοχώρια ετούτη.
    Πού να πάω νάβρω το βαθύτερο γκρεμό;
    Η μάνα μου θα γνέθει το σαμαροσκούτι
    κι εγώ έχω μιας αρχοντοπούλας τον καημό!

  43. gmich said

    Τι να σου κάνω Χάιδω μου τι να σου κάνω γιέμου
    Όρε ν’ εγώ ο μαύρος γέρασα και συ θέλεις παιγνίδια
    Θέλεις στην κούνια Χάιδω μ’ βάλεμαι θέλεις στη σαρμανίτσα ..
    Δημοτικό ηπειρώτικο

  44. Αρκεσινεύς said

    30. Και η νάκα και ο Ρα και τα ία εξακολουθούν να παίζουν στα σταυρόλεξα.

    Μόλις γύρισα από θλιβερή εκδήλωση στην οποία ρώτησα Αρκάδα τι είναι η αχούρα. Τη λέξη δεν την ήξερε,αλλά αμέσως μου είπε για το αχούρι:στάβλος, αποθήκη.
    Τη λ. σαρμανίτσα, μου έλεγε, την ξέρει, αλλά δε τη λέγαν στο χωριό του. Χρησιμοποιούσαν τη λ. μπεσίκι, ενώ νάκα έλεγαν τη φορητή κούνια που έβαζαν στην πλάτη οι γυναίκες.

    > Το μοναδικό γενικό λεξικό που καταγράφει τη λέξη είναι, αν δεν κάνω λάθος, του Πάπυρου, το οποίο μας πληροφορεί ότι πρόκειται για δάνειο από τα κουτσοβλάχικα.
    Γράφει λοιπόν ο πάπυρος σαρμανίτσα < κουτσοβλαχικό sarmanitsa. κατ' άλλη εκδοχή < σαμαρίτσα <σαμάρι με μετάθεση του -ρ-και επίδραση της λ. μάνα

    καλάμι βέβαια συνεκδοχικά η φλογέρα.

  45. Αρκεσινεύς said

    44. κατ’ άλλη εκδοχή λιγότερο πιθανή

  46. @ Costas (39):
    Η αχούρα προκαλείται από το χορό και μεταφέρεται με τα ρέματα, εκεί έγκειται νομίζω η παρεξήγησις. 🙂
    Κατά τα άλλα συμφωνούμε (εκτός από το «κοντύτερα» που το προτιμώ έτσι όπως είναι).

  47. sarant said

    43, φεύγοντας:

    Ο Κοτζιούλας έχει και φανατικούς φίλους, βέβαια. Το τετράστιχο αυτό που λες (που ανήκει σε μεγαλύτερο ποίημα) κάποιος το είχε ανακηρύξει «το καλύτερο ελληνικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ», και μάλιστα έγραψε και (λιγοσέλιδο) βιβλίο όπου υποστηρίζει τη θέση του. Δεν θυμάμαι όμως όνομα, δεν το έχω πρόχειρο.

  48. oikodomos said

    Καλημέρα.
    Υπέροχη ανάρτηση! Κοτζιούλας, Κολιός, σαρμανίτσα…

    Στο χωριό μας δύσκολα έβρισκες σκαλιστές και ζωγραφισμένες σαρμανίτσες. Αυτές τις είχαν οι –ελάχιστες- εύπορες οικογένειες. Των φτωχών ήταν φτιαγμένες από απλά σανίδια, χωρίς σχέδια. Βέβαια υπήρχαν και οι «τυχεροί»: οι μάστορες που έπιαναν τα χέρια τους και έφτιαχναν από ξύλο έργα τέχνης για τα παιδιά και τους συγγενείς τους.

    Στο σπίτι στο χωριό διατηρούμε ακόμα τη σαρμανίτσα που έφτιαξε ο παππούς μου (που ξεκίνησε κι αυτός σαν τον Κολιό κάποτε κι έγινε τεχνίτης πετράς) το 1939 και η γιαγιά μου έβαλε μέσα τον πατέρα μου. Δυστυχώς δεν μου βρίσκεται αυτή τη στιγμή μια φωτογραφία να σας δείξω. Είναι πάντως απλή, από αυτές που λέω των φτωχών.

    Λίγες πληροφορίες ακόμα για τη σαρμανίτσα στην Ήπειρο που βρήκα εδώ: http://opyrros.wordpress.com/2012/02/11/%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B7%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%85-2/
    (Μπορείτε να δείτε και δυο αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες).

    «Σαρμανίτσα. Είδος κούνιας που χρησιμοποιείτο στην περιοχή της Ηπείρου. Είναι μικρό ξύλινο φορητό κρεβατάκι, καμωμένο από τρεις κοντόπλατες σανίδες καρφωμένες σε σχήμα σκαφιδιού και στερεωμένες σε δύο τέτοιες κάθετες με στρογγυλή βάση, πλατύτερη και πιο ψηλή προς το κεφάλι και χαμηλότερη των ποδαριών η άλλη. Υπήρχαν σαρμανίτσες σκέτες, άλλες χρωματισμένες με διάφορα επάνω στολίσματα, όπως λουλούδια κ.α. Εκεί μέσα τυλιγμένο στα σπάργανά του, σε τρόπο που μόνο το κεφάλι μένει κάπως ελεύθερο, ξαπλώναν το μικρό πάντοτε ανάσκελα. Αφού το έδεναν με μια ειδική μάλλινη παρδαλή τριχιά(φασκιά) που την περνούν πολλές φορές στις τρύπες που υπάρχουν επίτηδες στις ημικυκλικές πλαινές σανίδες, έτσι που να είναι αδύνατο να λυθεί από μοναχό του, το σκεπάζανε.

    Ήταν τόσο καλά στερεωμένο στη σαρμανίτσα, το μωρό ώστε πολλές φορές οι μανάδες βύζαιναν το μωρό στρέφοντας ελαφρώς αυτήν και το σώμα τους, χωρίς να ελευθερωθεί το μωρό. Για να μη πουμπωθεί (σκάσει) το μωρό , υπήρχε πάνω απ΄το κεφάλι (του εξάρτημα της κούνιας) ειδικό ξύλινο στεφάνι που το έλεγαν «κρόθο». ‘Ετσι το μωρό ανάπνεε και κοιμόταν άνετα και κουνώντας το η μάνα του νανουρίζοντας ταυτοχρόνως, αποκοιμιόταν. Το κούνημα της σαρμανίτσας γινόταν και με τα πόδια, όταν η μάνα είχε πιασμένα τα χέρια με γνέσιμο, μπάλωμα, ή πλέξιμο.

    Όπως λέει και το ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι ”Εγώ ν ο μαύρος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια. Θέλεις στην κούνια βάλε με θέλεις στη σαρμανίτσα, και με τα πόδια κούνα με και με τα χέρια πλέξε, και με το στόμα Χάιδω μου γλυκά λογάκια λέγε….”. Το μικρό ως που να περπάταγε καλά στα πόδια του εκεί περνούσε τον πιο πολύ καιρό και μέσα σ΄αυτή το κουβάλαγε η μάνα του και στις δουλειές τις αγροτικές, ώρες μακρυά από το σπίτι και μαζί της το ΄δερναν και αυτό οι βροχές και τα λιοπύρια, τα κρύα και οι αγέρηδες. Το παρνε μαζί της ακόμα και στην εκκλησιά. Βιβλιογραφία: Σπύρος Στούπης- Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα ,Εκδόσεις Δωδώνη»

  49. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    39β. Προηγείται:
    Διπλοποδιάζομουν στη χλόη κι αρχίναγα κοντύτερα
    και το ΄παιρνα με το καλάμι όσο που ν’ αποστάσω.

    Το καλάμι – φλογέρα
    Αχούρα από το τραγούδι και το χορό. Αντιλαλούν οι ρεματιές

  50. Τσούρης Βασίλειος said

    37
    «Μετριούνται οι Τούρκοι μιά βολά, μετριούνται οι Τούρκοι δύο
    μετριούνται οι Τούρκοι τρεις βολές και λείπουν τρεις χιλιάδες
    μετριούνται τα Ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες»

    Θυμάμαι που το έλεγε η βάβω Βγένω και βέβαια άρχιζε τα παραμύθια λέγοντας
    «μιά βολά κι έναν καιρό»

    ¨οταν λέγαμε μικροί τον » Λ’αζαρο ¨ με τα κύπρια είχαμε και τραγούδι (αν θυμάμαι καλά) που είχε μέσα τη σαρμανίτσα. Δεν έχω το βιβλίο αυτή τη στιγμή

    Ο πατέρας μου έλεγε τη λέξη σιοτοπιό με θαυμασμό (γιατί έδινε πολύ γέννημα) αλλά στο χωριό η λεξη καμπίσιος ήταν σαν βρισιά και σήμαινε ένα άνθρωπο που ο τόπος του έδινε πολλά κι έτσι δεν χρειάζονταν να βάλει το μυαλό του να δουλέψει. Λέτe να ζήλευαν οι χωριανοί;

    Το ποίημα είναι του Κοτζιούλα είμαι 100% σίγουρος

  51. spiral architect said

    Έχει κάποια λεξικολογική συγγένεια η σαρμανίτσα με το φαγητό (τζιερο)σαρμάς; ❓

  52. Τσούρης Βασίλειος said

    39
    Η λέξη κοντύτερα έχει άλλη σημασία. Στην Πλατανούσα και στα δικά μας τα χωριά το κοντά έχει την έννοια του αμέσως μετά πχ
    κοντά που θα πας =που θα πας όταν φύγεις από δώ,που θα πας μετά

  53. Costas said

    46, 49
    Α, μάλιστα, τώρα κατάλαβε ο δημοσιογράφος… 🙂

  54. Ο παλιος said

    Η αχουρα μηπως ειναι ο αχος τω χορων που κανανε στο ισιωμα και που απλωνονταν σ ολα τα ρεματα(οπως ειναι γνωστο στα ρεματα εμφανιζεται το φαινομενο της ηχους);

  55. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Ωραία ανάρτηση. Και μια παρατήρηση. Η Κοστιλάτα δεν είναι χωριό, αλλά τοποθεσία στο χωριό Θοδώριανα των Τζουμέρκων. http://www.theodoriana.com/content/view/23/38/lang,el/

  56. Αρκεσινεύς said

    50. (Η ΚΑΚΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ)

    Μάνα μ’ εκακοπάντρεψες που μ’ έδωκες στους κάμπους,
    κι εγώ στους κάμπους δε βαστώ, ζεστό νερό δεν πίνω.
    Θα μαραθούν τα χείλη μου, θα κιτρινοφυλλιάσουν
    από το χλίο το νερό, την κάψα τη μεγάλη.
    Εδώ τ’ αηδόνι δε λαλεί κι ο κούκος δεν το λέει.
    Οι κάμποι θρέφουν άλογα και τα βουνά λεβέντες,
    και οι τσύπρες μαραζιάζουνε, σαν το φλωρί γινώνται.

  57. Τσούρης Βασίλειος said

    Ευχαριστώ κ.Αρκεσινεύ.

    Πάρτε με πάνω στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος…
    Πριν 10-12 χρόνια είχα πάει στο Σκλούπο (ορεινό χωριό) κι άκουσα πέρδικες να λαλούν!

    Χλιάθκε το νερό να λ(ου)στώ; Πήρε χούχλ΄ ο τραχανάς; Συχνές ερωτήσεις των μαγαλύτερων παλιά.

  58. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    ψηλά στην Κοστιλάτα
    στα κρύα τα νερά
    χορεύουν τα κορίτσα
    μαζί με τα παιδιά

    Στο σχολείο, εδώ στο λεκανοπέδιον της …Αφρικής (στην κόψη της μεταπολίτευσης) το μαθαίναμε μαζί με:
    Τον Πεντοζάλη ρέγομαι*
    που κάνει πέντε ζάλα
    κι αφήνει ομπρός τα τέσσερα
    κι ύστερα πιάνει τ άλλα.
    Μες του Μαγιού τις μυρωδιές… ωπα!

    *Μαρία θυμήθηκα καταχωρισμένη χρήση του ΄ρέγομαι αίφνης και το σερβίρω (μην και πάρει και μονόπαντα τον κάβο ,το εξαιρετικό ηπειρώτικο «κάγκελο»(ο συρτός που λένε πιο πάνω).

    Υπάρχει περίπτωση ο Κολιός να ήταν σε σχολικό βιβλίο; Το λέω διότι το ποίημα το ήξερα και με θυμάμαι να κλαίω σχεδόν με το τελευταίο στιχάκι.
    Το αντίστοιχο ριζίτικο «Μάνα πολλά μαλώνεις με κι εγώ μισέψω θέλω…να ρθούνε μάνα μου οι ορτές κι οι Μεγαλοβδομάδες και νάμαι γω στην ξενιτιά.» φέρνει επίσης ανάλογη συγκίνηση.

  59. MelidonisM said

    51 σαρμανίτσα > τουρκ. sarmak (τυλίγω)

    Click to access ipiros%2091.pdf


    και dolmak (γεμίζω)
    και γούλας (goloso) ο λαίμαργος, ε;
    bucur και στα ρουμανικά χαρούμενος, πιθανόν από κει και Βουκουρέστι.

  60. Το «Ψηλά στην Κοστιλάτα / βοσκούν τα πρόβατα / χορεύουν τα κορίτσια / με τ’ ασ’μοζώναρα» το είχα μάθει κι εγώ στ σχολείο, στο μάθημα της Ωδικής, το 1962. Φαίνεται πως ανήκει στο σχολικό «κανόνα» των δημοτικών τραγουδιών.

  61. Τσούρης Βασίλειος said

    58. Ναι αγαπητή Έφη Έφη ο Κολιός ήταν σίγουρα σε σχολικό βιβλίο του Δημοτικού πριν χρόνια. Έτυχε να το συζητήσω με φίλο μου δάσκαλο και το θυμόταν.

  62. spiral architect said

    @59: Ευχαριστώ Μιχάλη 🙂

  63. EΦΗ ΕΦΗ said

    61.Ευχαριστώ. Είχα αρχίσει να ψάχνω παλιότερα βιβλία μου και λογοτεχνικά περιοδικά.(Κακό δε μού κανε βέβαια,αντίθετα).

    38 🙂 🙂 🙂 Κι εγώ για να γλιτώσω τα χειρότερα τό γραψα! Δεν ήταν τυχαίο.Είναι κάτι κοδέλες κατά του Τάνου τη μεριά. Άστα.( βλ. Αρκαδικά- Παυσανίας) 🙂 🙂

  64. bernardina said

    Στο δημοτικό μάς είχαν μάθει μια εκδοχή του τραγουδιού που πήγαινε: Ψηλά στην Κοστιλάτα βοσκούν τα πρόβατα, χορεύουν τα κορίτσια με τ’ ασπροζώναρα, πωπω πωπω ποια να ‘ν’ αυτή με το γαρίφαλο στ’ αυτί, πωπω πωπω τρομάρα της να μην το μάθει η μάνα της. 😀
    Τα βήματα του χορού δεν τα καλοθυμάμαι, αλλά σαν καλαματιανός έμοιαζε.

    Παρεμπ. στην Πάτμο τη σαρμανίτσα τη λένε βαβάλι. http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%92%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9

  65. physicist said

    Κι άλλη μια παραλλαγή γι’ αυτή με το γαρύφαλλο στ΄αυτί: … πωπω, πωπω, ποια πέρασε και δεν μας καλημέρισε.

    (Όχι, Μπέρνη, δεν είναι κοχλίας εις τυφλήν οπήν για σένα. Σύμπτωση είναι).

  66. Ωραίο άρθρο και ενδιαφέροντα σχόλια και σήμερα.
    Επειδή έγινε αρκετή κουβέντα για την αχούρα, επιτρέψτε μου να συμβάλλω κι εγώ.
    Αχούρα:

    «‘Κούγω τον άνεμο κι αχάει,
    μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
    Τον κούγω να μαλώνει…»,
    λέει το αγαπημένο των ηπειρωτών τραγούδι «Δελή παπά».

    Η αχούρα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το αχούρι.
    [Αχούρι λέγεται ο αχυρώνας, η αχυραποθήκη και συνεκδοχικά το μέρος που μένουν ζώα που τρέφονται με άχυρα, ιδιαίτερα άλογα. (Πολίτη, Εκλ. Τραγ. 13, 3 «κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες». Μεταφορικά λέμε και χώρους που υπάρχει ακαταστασία ή βρωμιά (Αυτό δεν είναι σπίτι, αχούρι είναι»). Επίσης για κάποιον που είναι αγενής, που δεν έχει καλούς τρόπους συμπεριφοράς, λέμε: «Μυρίζει αχούρι»].

    Αχούρα είναι ο έντονος αχός.
    Αχός <δωρική λέξη αχά ( ιωνική ηχή) :
    Αχά και ηχή: 1. ήχος, θόρυβος, βοή. (Ομ. Ιλ. Ν 837 «…ηχή δ’ αμφοτέρων ίκετ’ αιθέρα και Διός αυλάς» 2. Θρόισμα ( Ιλιάδα Π 769 «έβαλον τανυηκέας όζους ηχή θεσπασίη». 3. Χαρούμενο τραγούδι (Αισχ. Πέρσες 388: «πρώτον μεν ηχή κάλαδος Ελλήνων πάρα μολπηδόν ηυφήμησεν…».

    Με την ίδια ακριβώς σημασία, συναντάμε τον αχό στη δημοτική μας ποίηση και στη δημοτική γλώσσα:
    1. ήχος συγκεχυμένος που ακούγεται κάπου μακριά «Τι είν’ ο αχός που γίνεται κι η ταραχή η μεγάλη…» (Πολίτη, Εκλ. Τραγ. 12, 13).
    2. Ο αρμονικός και ηδύς ήχος, όπως της μουσικής (Κρυστάλης, Φλογέρα: «κόφτ’ η φλογέρα τον αχό κι ο νιος ορθός φωνάζει»)
    3. Το λυπητερό τραγούδι, το μελαγχολικό (Δημ. Τραγ. : «κοράσιο, πάψε τον αχό και πες άλλο τραγούδι»).

  67. Ντελή παπά:

  68. τυφλόμυγα said

    “Καλού κακού ας βρίσκεται και μια σαρμανίτσα στο μοναστήρι”. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο μοναστήρι αποκλείεται να χρειαστεί κούνια για νεογέννητο μωρό, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς -οπότε, καλού κακού, ας βρίσκεται.

    Ωραία παροιμία. Αν χρειαστεί κούνια στο μοναστήρι και οι ηγούμενοι αρνηθούν να την δώσουν και καταραστούν τη μοναχή που την είχε ανάγκη τότε οι εξελίξεις θα είναι άσχημες για όλους.
    Ο Καλογερος, το βιβλίο του Μάθιου Λιούις: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_8_07/12/2005_165988
    Ο Καλόγερος, η ταινία: http://www.youtube.com/watch?v=WJ5lDIOV_pI

  69. bernardina said

    Γεια και χαρά σου, Φυσικέ! Λονγκ τάιμ νο σι. 😀

  70. physicist said

    70. Αντιχαιρετώ σε, Βερναρδίνα! 😀

  71. oikodomos said

    «Ψηλά στην Κωστηλάτα» – Το τραγούδι και ο χορός.

    Το τραγούδι:

    Και εδώ με παραλλαγμένους στίχους. Στο βίντεο αυτό φαίνονται και τα βήματα του χορού:

  72. EΦΗ ΕΦΗ said

    Βρέχει ελικοπτερα εν αιθρία στο πάρκιν του Κορυδαλλού.

  73. Και μια μικρή συμβολή στη συζήτηση για τη νάκα:

    Νάκα
    Νάκα είναι η φορητή κούνια του μωρού, φτιαγμένη από δέρμα, συνήθως γιδίσιο. Στις άκρες του είχε δυο ραβδιά, απ’ τα οποία δενόταν το σκοινί. Οι γυναίκες πηγαίνοντας για αγροτικές εργασίες το καλοκαίρι (π.χ στο θέρο) έπαιρναν μαζί τους το μωρό, μέσα στη νάκα. Κρεμούσαν τη νάκα με το μωρό από το κλαδί κάποιου δέντρου, γιατί δεν έπρεπε να το αφήσουν καταγής, επειδή η μυρωδιά του μητρικού γάλατος των μωρών, προσέλκυε τα φίδια.
    Η νάκα ονομάστηκε έτσι επειδή κατασκευαζόταν από νάκη, όπως λεγόταν το δέρμα της αίγας και του προβάτου από την αρχαία εποχή. (Ομήρου Οδύσ. Ξ 530: «…αν δε νάκην έλετ’ αιγός…». Νακοδέψης λεγόταν ο βυρσοδέψης. Νακοκλέψ, αυτός που έκλαιβε δέρματα. Νακοτάπης, το στρωσίδι από τέτοιο δέρμα κ.α. Η λέξη συναντάται και στο ουδέτερο γένος («Το πάγχρυσον νάκος κριού…», Πίνδ. Π 4,68).
    Στη Λακωνία η νάκα λέγεται νιάκα (Μανιάτικο Μοιρολόι: «Ρίχνω τη νιάκα στα πλευρά, βάνω το δρόμο στα μπροστά, να πάω στων ανθρώπωνε…»).

  74. Μαρία said

    58 Στα Νέα ελληνικά της Α΄ Γυμνασίου για όσες πήγαν στο γυμνάσιο μετά το ’76.

  75. Φχαριστούμε και για το σημερινό Νίκο!
    Τη σαρμανίτσα δεν την ήξερα και τώρα που το σκέφτομαι δεν νομίζω να ξέρω άλλη λέξη για την κούνια. Οι δικές μας ήταν κανονικές εδάφους εδάφους, όμως της μάνας μου ήταν εδάφους αέρος γιατί ήτανε λέει κρεμασμένη από το ταβάνι και την κουνάγανε με ένα σκοινί.

    Το σόπατο το χρησιμοποιούμε και μεταφορικά. «Για σένα όλα είναι σόπατο, τα κάμες όλα σόπατο», όταν κάποιος δεν ιεραρχεί τις προτεραιότητες .

  76. kyan said

    Καλησπέρα σας! Ευχαριστώ κατ’αρχάς για τις υπέροχες καθημερινές πληροφορίες!

    Ερώτηση : υπάρχει περίπτωση να συνδέεται και με την τούρκικη, νομίζω, λέξη «σάρμα» που σημαίνει τυλίγω;

    Η Sadahzinia βέβαια του συγκροτήματος Active Member δίνει μια άλλη έννοια στη λέξη σάρμα. Κατά την ίδια : «…σημαίνει το απόρριμμα – αλλά σημαίνει και το “όμορφο”, ακόμα μπορεί να δηλώσει τη ρωγμή, τη σχισμή, ένα ρήγμα κάτω από την επιφάνεια, το οποίο έχει με μια τέτοια ρυθμική μορφή – που θυμίζει, κατά κάποιο τρόπο, μια μουσική παρτιτούρα»

    Ας απολαύσουμε και το τραγούδι:

  77. Στρατος Βασδεκης said

    Νικο, τη σαρμανιτσα την καταγραφει και το, παντα αριστα ενημερωμενο, αν και καπως παραμερισμενο, online λεξικο της Live-Pedia: http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1

  78. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    48: Οικοδόμε, είσαι κατατοπιστικότατος, σε ευχαριστώ πολύ!

    50: Πώς το λέγανε (στον Κοντυλάκη;) οι βουνίσιοι για τους καμπίσιους, έχουνε τάχα ψυχή κι αυτοί; Κι αν έχουνε θάναι μικρή, σαν του πουλιού!

  79. sarant said

    51-59: Η πηγή του Μ.Μ. στο 59 δεν λέει ότι η σαρμανίτσα προέρχεται από το sarmak, νομίζω πως δεν έχουν σχέση

    58: Πολύς κόσμος έχει δακρύσει με τον Κολιό.

    76: Βλ. παραπάνω, νομίζω πως δεν έχουν σχέση.

    77: Στράτο δίκιο έχεις, γι’ άλλη μια φορά το live-pedia βάζει τα γυαλιά στα έντυπα λεξικά.

  80. Μαρία said

    79α Γιατί άλλωστε να δημιουργήσουν λέξη για την κούνια απο τούρκικο ρήμα αντί να δανειστούν το τούρκικο μπεσίκ (=κούνια) όπως εμείς. Ανοικονόμητα πράματα 🙂

  81. Αρκεσινεύς said

    74. Τα κείμενα Α΄Γυμνασίου του 2001 εξακολουθούν να το έχουν. Του 2012 δεν το έχουν.

  82. Τσούρης Βασίλειος said

    66,73

    Βαρύς αχός ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν
    μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι….

    Ώστε λέγονται κι έτσι οι βυρσοδέψες!

    Στα Γιάννινα υπήρχε συνοικία » τα ταμπάκικα » έγραψε και ο Δημήτρης Χατζής στο βιβλίο του » το τέλος της μικρής μας πόλης» αν θυμάμαι καλά.

    Με την ευκαιρία η λέξη τεφτέρι (γράψτα στο τεφτέρι τα ψώνια έλεγαν παλιά οι χωριανοί στον μπακάλη κι όταν θα π(ου)λήσουμε το μσκάρ=μοσχάρι θα σε πλερώσουμε)
    προέρχεται σίγουρα από το αρχαιοελληνικό διφθέρα που σημαίνει δέρμα;

  83. Μαρία said

    81 Εννοείται. Το 2001 είχαν ακόμα τα παλιά. Το 2006 άλλαξαν τα βιβλία.

  84. MelidonisM said

    79 http://www.filetech.gr/apiroshora/teyxh/91/ipiros%2091.pdf
    σελίδα 47 Δημητρίου Στάμου, φιλόλογου/λυκειάρχη

    Γέρασα Λένη μ’ γέρασα,
    και συ θέλεις παιγνίδια.
    Μα για να παίξω δεν μπορώ,
    ούτε να τραγουδήσω.
    Θέλεις στην κούνια βάλε με,
    θέλεις στη σαρμανίτσα.
    Και με το πόδι κούνα με,
    και με το χέρι γνέσε.
    Και με το στόμα τ’ όμορφο,
    πες μου γλυκά τραγούδια.

    …και όταν η μάνα ζαλωνόταν/ φορτωνόταν τη σαρμανίτσα,
    «την έβαζε λέει ζαλίγκα»..εκεί στις υποσημειώσεις δίνει και τύπο σαρμάντσα από Δοξάτο, λέει για σαμαρίτσα στα Καλάβρυτα, και για τούρκικο sarmak…μέχρι να βρούμε την πιθανότερη λατινογενή εκδοχή, εκτός αν είναι παλαιοβαλκανικό κατάλοιπο.

  85. sarant said

    84: Ναι, το ίδιο άρθρο λέω. Στην προηγούμενη σελίδα απαριθμεί άλλες πηγές για την ετυμολογία της λέξης που μιλάνε ή για βλάχικο ή για τη σαμαρίτσα. Μόνο μία πηγή, και όχι ιδιαίτερα έγκυρη, μιλάει για το sarmak.

  86. Αντιφασίστας said

    78: Ναι, στον Κονδυλάκη, στην »Πρώτη αγάπη» νομίζω.
    Και στη Ρούμελη λένε μπισίκι τη σαρμανίτσα. Ο Ρουμελιώτης Παντελής Μπουκάλας παραθέτει έναν ωραίο πορτοκαλισμό: το μπισίκι είναι άθροισμα του »παις» και »οίκοι». 🙂
    http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_12_09/06/2002_27514

  87. 82. Ναι, στο Τέλος της μικρής μας πόλης, αναφέρει ο Δημ. Χατζής τα ταμπάκικα. Ο συγγραφέας και φιλόλογος Χριστόφορος Μηλιώνης, έγραψε το διήγημα «Ο τελευταίος ταμπάκος» με το οποίο συμμετείχε σε αφιέρωμα του περιοδικού Αντί στο Δ. Χατζή. Στο διήγημα του Χρ. Μηλιώνη βασίστηκε το σενάριο της ομώνυμης πολύ καλής μικρού μήκους ταινίας του Λευτέρη Δανίκα.

    Όσο για το τεφτέρι (=σημειωματάριο, κατάστιχο),την ετυμολογία αυτή αναφέρουν πολλά λεξικά. Τεφτέρι <τουρκ. defter, αραβ. και περσ.diftar< αρχ. ελλ. διφθέρα (δέρμα επεξεργασμένο και από τις δυο πλευρές κατάλληλο για γράψιμο) [δις + φθείρω]

  88. Μαρία said

    85 Εγώ απο Βλάχους ξέρω τη λέξη, χωρίς να σημαίνει υποχρεωτικά οτι είναι και βλάχικη. Θα μας πει κι ο Βλάχος, αν εμφανιστεί τις μικρές ώρες.

    86 Και το Μπεσίκτας απ’ το παις οίκοι τάσσω.

  89. Τσούρης Βασίλειος said

    Φοβέρα και προτροπή από γονείς, παππούδες και σόι γτα τις ανύπαντρες κοπέλες που είχαν περάσει τα 24-25 και τους γιούς που πέρασαν τα 30-35 ήταν:
    -Άει παντρέψου, πότε θα κ(ου)νή(σ)εις σαρμανίτσα;

  90. … φιλόλογου/λυκειάρχη

    άνευ περαιτέρω σχολίων

    Gee Pontius, μαθηματικός/ΠΑΟΚg’s

  91. Αντιφασίστας said

    88: 🙂

  92. Αχούρα – αχητούρα: Στην περιοχή των Καλαβρύτων, χρησιμοποιούν τη λέξη αχητούρα = Θόρυβος μεγάλου όγκου νερού που τρέχει. //Ο ήχος από το φύσημα του δυνατού ανέμου// Βουή.

  93. EΦΗ ΕΦΗ said

    75. Την κρεμαστη κούνια με τα διπλά σκοινιά και το υφαντό που σχημάτιζε το βαθούλωμα για το μωρό τη λέγανε ατσιγγανόκουνια. Για να κρατάει άνοιγμα σταθερά στην πλευρά του κεφαλιού, είχε στερεωμένο ανάμεσα στα σκοινιά ένα δοξάρι καλαμένιο, όπου κρεμόταν και η κουδουνίστρα
    Θυμάμαι προσομοίωση τέτοιας κούνιας κρεμασμένη σε χαρουπιά. Τρελές «κουνιές» με τις ποδάρες μας έξω και να ξεδιπλώνεται το ύφασμα και να φλασκώνουμε στα χώματα (είμασταν πια σε ηλικία της άλλης κούνιας με το μονό σκοινί).
    Η άλλη, η επιδαπέδια, προκατοχικά, στου διαόλου τη μάνα κιόλας, λέει ο αρμόδιος ότι τη λέγαν απλά «σκαφιδόκουνια» επειδή σκαφίζανε (πελεκάγανε) το ξύλο μέχρι να τη σχηματίσουνε (μασίφ). Επίσης να προσθέσουμε τη σομαρόκουνια , την αυτοσχέδια κούνια στο μουλαροσάμαρο!

  94. MelidonisM said

    78, 86
    Κάθονται δυο Λακκιώτες στα μνήματα των Μαντάκηδων και βλέπουνε τον κάμπο κάτω.Κάπου εκεί φαίνονται και μερικοί άνθρωποι μικροί μικροί λόγω του υψομέτρου και τότε ρωτά ο ένας Λακκιώτης τον άλλο: Λες να χουνε σύντεκνε οι κατωμερίτες ψυχή ; και απαντά ο άλλος: ε και να χουνε σύντεκνε θα ναι σαν του πουλιού. http://mavrogeni.blogspot.gr/2007/01/blog-post_28.html

    Άλλη ηδονή για μένα ήτον η θέα και το αίσθημα του ύψους. Όταν από κει πάνω έβλεπα πόσον χαμηλά ήσαν κάτω η γη κι η θάλασσα, νόμιζα πως πετούσα, σα να ’μουν ανώτερος από άνθρωπος. Στα ύψη κείνα μου φαινότανε πως ήσαν ελαφρότερα τα μέλη μου. Αργότερα, όταν θυμόμουν αυτά τα αισθήματα, εξηγούσα την ψυχολογία των ορεινών, που ’ναι πιο περήφανοι από τους πεδινούς. Και χαρακτηριστικό είναι κείνο που λέγεται στη δυτική Κρήτη. Μια μέρα που καθόντανε κάμποσοι Ριζίτες σε μια κορυφή και παρατηρούσαν κάτω τα πεδινά μέρη, ένας απ’ αυτούς είπε: «Άραγες, μωρέ, κι αυτοί οι κατωμερίτες έχουνε ψυχή;» http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kondulakhs_prwthagaph3.html

    Κατωμερίτικο πουλί έλα στα πάνω μέρη,
    όπου ‘νε το νερό κρυό και δροσερό τ’ αέρι
    (Όταν ήμουν δάσκαλος, σελ. 47 εκδ. Νεφέλη.)

    Στο κατωμέρι έχουν όψη σαν κολισαύρα,
    χαρά στσι νιους που γεύγονται απάνω στη Μαδάρα.
    (Γιάννη Παυλάκη)

  95. EΦΗ ΕΦΗ said

    87.a
    Ταμπακαριά
    Όταν βρεθείτε στα Χανιά να πάτε να φάτε και να διασκεδάσετε στα παλιά Ταμπακαριά, (τόπος επεξεργασίας των δερμάτων, αναπτύχθηκαν στην ανατολική βραχώδη περιοχή των Χανίων πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα,) και
    Ταμπαχανιώτικα
    Ταμπαχανιώτικα ή μανέδες προσδιορίζουμε τα μη χορευτικά τραγούδια των αστικών περιοχών της δυτικής Κρήτης, που αναπτύχθηκαν κυρίως (όσα έχουν διασωθεί) τον 19ο και τον 20ό αιώνα σε αλληλεπίδραση του χριστιανικού και του μουσουλμανικού στοιχείου των περιοχών αυτών, καθώς και της κρητικής αστικής μουσικής με την αντίστοιχη μουσική της Μικράς Ασίας και αργότερα με το ρεμπέτικο.
    Ο όρος «ταμπαχανιώτικα» σχετίζεται με τους ταμπαχανέδες (τα βυρσοδεψεία) και με τα Ταμπάχανα, τις συνοικίες των βυρσοδεψών (π.χ. τα Ταμπάχανα της Σμύρνης, όπου και ταμπαχανιώτικα τραγούδια) {αντιγραφή από pyxida,gr}

  96. @93 Α, δεν ξέρω πως τη λέγανε, δυστυχώς εμένα με είχανε στις επιδαπέδιες.
    Η γιαγιά μου ήτανε ανυφαντού και τις έφτιαχνε μονάχη της αλλά δεν έφτασε καμία μέχρι τα χέρια μου…

  97. @87-95 Στα Χανιά τα ταμπακαριά ή ταμπάκικα στέκουν ακόμα. Σε μας τα πήρε η ανάπλαση της παραλιακής παραμάζωμα.

  98. sarant said

    94: Ναι μπράβο!

  99. EΦΗ ΕΦΗ said

    7, 10γ
    Είχε σφηνώσει στο κεφάλι μου ότι ξέρω ένα πολυλάλητο «θυμώντας»,αλλά τώρα μόνο μου ήρθε ο Ερωτόκριτος (ο συγκεκριμένος στίχος τραγουδιέται)
    Ενότητα Ε 993
    Θυμώντας σου, Pωτόκριτε, πως μου’σαι νοικοκύρης,
    εγίνουσουν και Mάνα μου, εγίνουσουν και Kύρης.

  100. advocatusDiaboli said

    Προς αγγλομαθείς : άκουσα τον Γ.Παπανδρέου προχθές να λέει , I pain, με μεταφραση ,ποναω για,ειναι σωστό?

  101. advocatusDiaboli said

    διόρθωση, το ξανάκουσα, είπε ,it pains me also, λέγεται;

  102. Δημήτρης Καραδαγλής said

    λέγεται.

  103. Ο τρόπος που τραγουδιούνται τα ηπειρώτικα (και αρβανίτικα) τραγούδια προβλέπει καθορισμένους ρόλους. Έτσι άλλος πιάνει το σκοπό “από κοντά” άλλος “από μακριά”, άλλος “δίνει”, άλλος “πετάει πίσω” και άλλοι “ακολουθούν”. Αν υπάρχει κάποιος ειδικός ας μας διαφωτίσει, νομίζω όμως οτι εκεί αναφέρονται οι εκφράσεις “να μου κρατάει το πάσο” και “αρχίναγα κοντύτερα”.

  104. Voulagx said

    #88 Μαρία, μετα το τριτο ποτηρι λεει η λαϊκη σοφια – αντε βαρια το πεμπτο λεει η δικη μου – ολα ειναι ωραια: http://www.youtube.com/watch?v=Uxw6DWtce4k
    Τη σαρμανιτσα τη νομιζα για σλαβικη λεξη, μπορει να λαθευω. Το μονο που εχω να προσφερω στη κουβεντα ειναι η σωστη προφορα της: sârmânitsâ, οπου το â οπως το πισω ι στα τουρκικα, και το τραγουδι της σαρμανιτσας: cânticu di sârmânitsâ.
    Κι ενα σχετικο ασμα: http://www.youtube.com/watch?v=MOj3gzouoEc

  105. Μαρία said

    104 Οι Βλάχοι προνόησαν και γι’ αυτό.

  106. Voulagx said

    #105 Ti bashiu! Noapti bunâ! Lekanost! 🙂

  107. Νίκος Παναγιωτόπουλος από Πάτρα said

    95. Ταμπάχανα είναι και
    συνοικία στην Πάτρα.
    Ν.Π.

  108. spiral architect said

    Συνοικία «Ταμπάκικα» υπάρχει στα σύνορα των δήμων Πειραιά και Αγ. Ι. Ρέντη στην περιοχή της ρεμίζας των τραίνων του ΟΣΕ.
    (άλλως: Λεύκα)

  109. spiral architect said

    @108: … δείτε και εδώ.

  110. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα νεότερα σχόλια!

  111. Εγκώ ταμπάκικα γκζέρει μόνο στο Αμφισσα, Σάλωνα, πως το λένε.

  112. Άρτεμη said

    Να τολμήσω να παρέμβω;
    Για τον τρίδιπλο χορό: δύο εκδοχές.
    α) σε εποχές που δέν πιάνονταν από το χέρι οι χορευτές, γίνονταν τρεις σειρές χορού: άντρες ο εξωτερικός, γέροι ή/και άλλοι σεβάσμιοι στον μεσαίο, γυναίκες στον εσωτερικό Εδώ http://www.youtube.com/watch?v=V2sAxNK7L_A βλέπουμε διπλό και όχι τρίδιπλο, αλλά η ιδέα είναι ίδια. Εν παρόδω η Κωστηλάτα είναι συρτός στα τρία.
    β) το ποίημα αναφέρεται μάλλον σε τούτο (αντιγράφω από περιγραφή τού Συρράκου) :» Μπαίνοντας στο χωριό από τα δυο λιθόκτιστα τοξωτά γεφύρια και παίρνοντας το δρόμο προς το κέντρο βρίσκουμε την πλατεία – το χοροστάσι- με τους δύο γεροπλάτανους, φυτεμένους όπως λένε οι κάτοικοι, από τους πρώτους κατοίκους και που το πυκνό φύλλωμά τους καλύπτει όλο το χώρο της πλατείας. Είναι η πιο αρχιτεκτονημένη και προσεγμένη περιοχή του χωριού, φτιαγμένη με μεράκι και αγάπη. Στην πλατεία στήνεται ο διπλός ή τρίδιπλος χορός στις γιορτές και τα πανηγύρια. «http://6dim-ioann.ioa.sch.gr/nomos/perioxes/syr_0_history.htm που συμπίπτει και με τούτο «Και το πλατύ του ʼη Κωνσταντίνου, ωσάν με μαγική ράβδο, έγινε στη στιγμή χοροστάσιο, όπου διπλός και τρίδιπλος εστάθηκε ο χορός από τις κορασίδες, που είχαν «κλεισθή» και μέσα στη γενική ευθυμία ακούονται οι αθώες παιδικές φωνές, οι καθάριες φωνές, οι φωνές οι κρυστάλλινες, όμοιες με χελιδονίσματα, να ταράσσουνε την μονότονη ατμόσφαιρα, και σαν πουλιά στον βοριά να φέρνουν τον αντίλαλο μιας αθώας αμέριμνης ηλικίας παραδείσια μακαριότητα στα πέρατα της τρισόλβιας πολίχνης.
    «Σαν την μεγάλη Πασχαλιά νάταν οι μέρες ούλες» από την ιστοσελίδα http://www.rodiaki.gr/article.php?id=175194&catid=36&maincatid=35
    Δηλαδή μιλάμε για μεγάλο «κύκλο» που έκανε πολλές βόλτες και στριφογυρνούσε ως και πολλάκις τρίδιπλος. όπως παραδίδεται και εδώ http://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/main_page_gr.php?mode=sel_01L&Let=# είναι ο χορός με πάνω από τρεις σπείρες

  113. Άρτεμη said

    Και με την ευκαιρία σε μιαν από τις παραπομπές που παρέθεσα, αυτήν εδώ http://www.rodiaki.gr/article.php?id=175194&catid=36&maincatid=35, βρίσκω και τούτο:
    Εις την αυλήν του Αγίου Κωνσταντίνου, της Μητρόπολης της ευτυχισμένης πολίχνης μας, συνετήρει ο μπάρμπα Μιχάλης μικρόν κηπάριον με την βοήθειαν των μαθητών της πάλαι ποτέ λαμψάσης Σαντραπείας, του οποίου οι θεσπέσιοι κρίνοι, τα ρόδα τα εκατόφυλλα και τα θαυμάσια γαρύφαλλα, με το μεθυστικόν τους άρωμα, όχι μόνον εκέντριζαν την αρπακτικότητα των νέων μας-η νεότης το καλεί-για να κοσμήσουν την κομβιοδόχη τους ή το «αυτί» τους με κανένα απ’ αυτά τα παραδείσια δώρα-αν και είχαν ορκισθή:
    Βασιλικό κι αλασμαρί
    σε βάζω πια στ’ αυτί μου
    γιατί μου την επήρανε
    την αγαπητική μου

    Τί είναι το αλασμαρί; (για δεντρολίβανο μού κάνει αλλά…)

  114. sarant said

    Καλημέρα, το αλασμαρί πρέπει να είναι το ροσμαρίνι, το διοσμαρίνι, το δεντρολίβανο.

  115. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @58,74,81 και 83
    το ποίημα του Κολιού είχε συμπεριληφθεί (χωρίς την τρίτη του στροφή) στα σχολικά βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας κατ΄απαίτηση ενός των συντακτών τους, του ηπειρώτη (και το βάζω εδώ, γιατί χωρίς αυτή την ιδιότητά του δεν νοείται η πεζογραφία του -όπως ο Βαλτινός είναι μόνο πελοποννήσιος) Χριστόφορου Μηλιώνη.
    Ο Μηλιώνης ένιωθε αδελφός με τον συμπατριώτη του Κοτζιούλα, ενώ το ποίημα μάς συγκινεί γιατί, παρά την νεοπλουτίστικη ανάπτυξη και καλλιέργειά μας (4χ4, εξοχικό, επώνυμα ρούχα,…) δεν έχουμε μπορέσει να ξεχάσουμε την φτώχεια μας.

    Σπουδαία ανάρτηση, με συγκινεί κι εμένα πολύ ο Κοτζιούλας κι εδώ η απάντηση του Εγγονόπουλου!

  116. Άρτεμη said

    114 ευχαριστώ Κι’ εμένα έτσι μού φαίνεται

  117. Διαβάζοντας προχτές το άρθρο, το τετράστιχο που συγκρίνει της οικιακές δουλειές θυμήθηκα ότι όταν μιλούσαμε για το σκαπέτι είχα δει ένα που συγκρίνει αντρικές και γυναικείες.
    «Το χωράφι ‘ν άμε κι έλα το σκαπέτι ‘ναι γλεντζές το παντέρμο το αδράχτι όλο πίκρες και χολές».

  118. Κασσάνδρα said

    Αχός βαρύς ακούγεται ,πολλά τουφέκια πέφτουν,μή να σε γάμο ρίχνονται μή να σε γλεντοκόπι;,
    η Δέσπω………κλπ κλπ ( θόρυβος)

  119. EΦΗ ΕΦΗ said

    113.114 Αρισμαρί στα καθ ημάς. Οι Γάλλοι πάλι:
    Le Romarin ou Romarin officinal (Rosmarinus officinalis)

    Η μαντινάδα ίδια:
    -Βασιλικό κι αρισμαρί δε βάνω μπλιο στ αυτί μου
    γιατί μου τηνε πήρανε την αγαπητική μου
    Αλλά και
    Αρισμαροβιτσόβεργα
    και διαμαντένια πέτρα
    πως ήθελ ανταμώσομε
    το μάτι μου εξεπέτα
    Βέβαια η Ρόδος έχει πολλές συγγένειες με την Κρήτη.π.χ.Ο χορός Ροδίτικος είναι ακριβώς ίδιος με το Χανιώτικο Συρτό.

  120. Άρτεμη said

    119 Εξαιρετική η μαντινάδα. ΄Όμως ο ροδίτικος πηδηχτός (έτσι λέγεται κατ’ αντιδιαστολή με άλλους ροδίτικους) δέν είναι ακριβώς ίδιος με τον χανιώτικο, παραλλαγή πολύ συγγενική είναι και αποδιδεται σε κρητικούς πρόσφυγες, όπως και ένας ακόμα από τα Κύθηρα 🙂

  121. Άρτεμη said

    119. http://www.youtube.com/watch?v=JrffcV1WoU0 Rosmarinus Officinalis Ή Δενδρολίβανος ο Φαρμακευτής, χαριτωμένο ταινιάκι για τον ροζμαρίνο – δεντρολίβανο. Δηλαδή το γυναικείο όνομα Ρόζμαρι είναι η Δεντρολιβανιά

  122. Σωσώ Μελετίου said

    Μπόκορο στην Πλατανούσσα λένε το βουνί και μην ξεχνάτε ότι ο Κοτζιούλας γεννήθηκε στην Πλατανούσσα στο Ξερο-βούνι

  123. sarant said

    122: Ομολογώ πως δεν το ήξερα για το μπόκορο, σας ευχαριστώ!

  124. EΦΗ ΕΦΗ said

    120. Ναι για τον Πηδηχτό Ρόδου έλεγα, με τα 12 βήματα. Δεν είναι ίδιος με τον Πηδηχτό της Κρήτης (πυρίχιο) αλλά με το Χανιώτικο.Την ερχόμενη Κυριακή το μεσημέρι στο Παβίλλιον (Χαλάνδρι) θα τους χορέψουν με τα ίδια βήματα,(δαφορετικές φιγούρες) παιδιά του Λυκείου Ελληνίδων.Τελευταία το έμαθα κι εγώ με εκπληξη, όταν προβάραν στο σπίτι μου τα τραγούδια.Ο ροδίτικος είναι μόνο λίγο πιο «καμπανιστός», ζωηρός. Μου θύμισε τον παιγμένο από παλιούς βιολάτορες της περιοχής μου (ανατολικά παίζουν βιολί, όχι λύρα).

  125. Σαρμανίτσα και μπισίκι έλεγαν την κούνια στην Αρτοτίνα (1973) όπου έκανα αγροτικό ιατρείο. Γράφω τη χρονολογία διότι το 1973 είχε 580 κατοίκους (και πέντε παντοπωλεία, δυο καφενεία, τρεις ταβέρνες και σταθμό χωροφυλακής), είχα δύο τοκετούς και δύο έγκυες που γέννησαν στην Άμφισα ή στο Ευπάλιο ενώ το 1998 είχε 80 κατοίκους (ένα παντοπωλείο, δύο καφενεία και καμιά ταβέρνα). Σήμερα… δεν ξέρω αλλά τρέμω που το σκέφτομαι.

    Θυμώντας, δυστυχώς λέγεται. Εγώ δε ρωτάω ‘αν είναι μετοχή του θυμάμαι’ γιατί ξέρω ότι το έγραψες σαν κλωτσιά στον γλωσσικό πισινό μου

    @8 Κώστα, δε μιλάς διαισθητικά, μιλάς ελληνικά. Η κατάληξη –ούρα παλληκάρι > παλικάρι, μάνα > μανάρι και μανούρα, κοντός > κοντάρι, μαστός > μαστάρι, φέγγος > φεγγάρι) είναι κατάληξη που δείχνει γενικά ιδιότητα ή κατάσταση. Βέβαια το ‘αχούρα’ κι εγώ πρώτη φορά το συναντάω.

    @11Costas Σε αντίθεση με τον προηγούμενο χρειάζεσαι μεταφραστή.
    έφερνε γύρα ο σιότοπος = από το χορό και το τραγούδι η ισιάδα φαινόταν να γυρίζει επειδή ζαλίζονταν από τις γυροβολιές
    κι η αχούρα από τα ρέματα – εξηγήθηκε. Να διαβάζεις τα σχόλια· γι’ αυτό τα γράφουν.
    ξαπλώνονταν κάθε βολά = κάθε φορά απλωνόταν ο αχός του τραγουδιού κι έσμιγε με αυτόν του ρυακιού / ρέματος.
    Κοδέλα – εξηγήθηκε. Να διαβάζεις ολόκληρο το άρθρο.

    Διπλοποδιάζομουν = καθόμουν στον πισινό μου με τα πόδια διπλωμένα μπροστά
    Αρχινάω κοντά = γρήγορα, χωρίς χρονοτριβή
    τόπαιρνα με το καλάμι όσο που ν’ αποστάσω = και συνέχιζα να παίζω φλογέρα όσο άντεχα. (δες και @27)

    Μην ξανοίγεσαι στον μοντερνισμό όταν δεν πιάνεις την αφαίρεση. Το τραγούδι είναι πολύ πιο μοντέρνο απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Στο @25 επιβεβαίωνονται αυτά που σου είπα.

    ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ… δεν κάνω κριτική ούτε μπήχνομαι· απλώς κάνω πλάκα, όσο επιτρέπει ο Νοικ Νικ. στο μπλόγκ του.

    @13Αρκισινεῦ μεγάλε. Το ότι ο Κρυστάλλης λέει μη μου τη θυμάς, δε σημαίνει ότι ο Νοικ. Νικ. μπορεί να γράφει θυμώντας. Το θυμώντας το έχω ακούσει να λέγεται, όπως και το δέχοντας, ερχόντας και άλλα συναφή γλωσσικά τέρατα, διότι ο ομιλητής τρόμαζε μπροστά στο –όμενος.

    @14Ανδρέα. Για πές μας κάτι για την Νάκα· δεν την έχω ξαναδεί

    @16 gpointofview Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία ή η πίκρα· τον πήρανε και ούτε τέχνη δεν τον μάθανε εκτός από το να κουβαλάει λάσπη.

    @35Γς. Πές μας για τις υπόλοιπες ανησυχίες σου, και τι φορούσες στην αμμουδιά

    @39Costas ξαποσταίνω = ξεκουράζομαι, αναλαμβάνω δυνάμεις. Αλλά αποσταίνω δε σημαίνει απλώς κουράζομαι· σημαίνει ‘χάνω το σθένος μου και γέρνω’ κατ’ αναλογία των εις –αίνω, αποσταίνω difter > τ(δ)εφτέρι
    πρβλ συνάφιον > ισνάφ > συνάφι (όχι σινάφι)
    βαλανείον > balneum > bagno > μπάνιο

    Ταμπάκικα υπάρχουν και στη Λάρισα

    @88 Μαρία. Και ο αλήστου μνήμης Κιουτσούκ από το κουκούτσι < κόκκος

    @102 Χ. Τάκας. ‘να κρατάει το πάσο’ πρέπει να είναι το ‘μπάσο’, κάτι αντίστοιχο με το ‘ίσο’ των ιεροψαλτών. (υπόθεση κάνω).

  126. @125. Αγαπητέ κ. Καλαχώρα επαναλαμβάνω ότι δεν είμαι ειδικός. Ξέρω μόνο ότι το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις μελωδικές γραμμές που τραγουδιούνται ταυτόχρονα. Στην αρχή ξεκινάει το τραγούδι ο πάρτης ή σηκωτής, μετά μπαίνει ο γυριστής σε άλλη μελωδική γραμμή και ο κλώστης με τα τσακίσματα. Υπάρχει και ο ρίχτης που στο τέλος της φράσης του πάρτη αυτοσχεδιάζει ξεκουράζοντας τον, κάνοντας πάσα και συνδέοντας τη μελωδική γραμμή του με το χορό των ισοκρατών. Είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, οι ρόλοι πάντως (για τους οποίους όπως καταλαβαίνω υπάρχουν πολλά ονόματα) είναι αυστηρά διακριτοί. Υποθέτω ότι σ’ αυτούς τους ρόλους αναφέρονται οι λέξεις «πάσο» και «κοντύτερα»

  127. Raptakis Dimitrios said

    119: Πράσινος είναι αρισμαρής και κίτρινος ο ανθός του/κι απ΄ αγαπά και δε θωρεί βαρύς είν΄ ο καημός του.

    Οψάργας που επέρνανε μού πενε το φεγγάρι πως μόνο εσύ μοσχοβολάς, τ’αρισμαρί κλωνάρι (τραγουδισμένη από τον Βασίλη Σταυρακάκη).

    Στη Μάνη ακούγεται και μπεζίκι.
    Ετυχε να ακούω εξ απαλών ονύχων το ακόλουθο επιβλητικό δίστιχο από μανιάτικο μοιρολόι, σύγχρονο, του 40, από τα Κορακοπαχιάνικα,και πολύ συγκινήθηκα που μου το θυμίσατε:
    Λέει, λοιπόν, η έγκυος χήρα:
    οϊμέ, τι να γενού
    χήρα και να κοιλοπονού
    και το μπεζίκι να κουνού…

  128. sarant said

    Μπεζίκι βέβαια είναι και το χαρτοπαίγνιο.

  129. EΦΗ ΕΦΗ said

    127.Μπραβο! Μόνο: Πράσινος ειν αρισμαρής και μπλάβος ο αθός του …

  130. Άρτεμη said

    124 και όμως ο χανιώτικος και ο πηδηχτός τής Ρόδου διαφέρουν σε κάποιες λεπτομέρειες 🙂

  131. EΦΗ ΕΦΗ said

    ‘Οπως σου παίζουνε, χορεύεις! 🙂 🙂 🙂

  132. EΦΗ ΕΦΗ said

    Κοπιάστε

    Χοχλιοί μπουμπουριστοί, μ’ αρισμαρί – αθηνόραμα
    athinorama.gr /umami/food/recipes/
    Τα σαλιγκάρια τηγανητά με δεντρολίβανο είναι το αγαπημένο φαγητό των Κρητικών.

    Συκώτι τηγανητό με αρισμαρί και ξύδι,Συνταγούλης

  133. Raptakis Dimitrios said

    128: Νίκο, απλώς το σίγμα στο μπεσίκι το προφέρουν στη Μέσα Μάνη ως ζήτα.

  134. Κ.Γ.Κ. said

    1.Ο Εγγονόπουλος χρησιμοποιεί στίχο από το «Μαστορόπουλο» του Κοτζιούλα με αναφορά σε αυτόν στο βιβλίο του «Ελληνικά Σπίτια» σε έκδοση του Ε.Μ.Π. του 1972. 2. Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα: » Ο Υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής» το 1958 , όταν ο Τζαρά ζούσε κι ο Κοτζιούλας είχε πεθάνει το 1956 (το γράφει δηλαδή μετά την έκδοση των «Απάντων» του Κοτζιούλα).. 3. Ο Εγγονόπουλος τα ποιήματά του τα αφιερώνει εις ζώντας, ενώ περί νεκρών αναγράφει: «εις μνήμην…».

  135. sarant said

    Να προστεθεί ότι, όπως με ενημέρωσαν, Μπούκουρη (η Μπούκουρη ή στου Μπούκουρη) είναι ένας παλιός οικισμός της Πλατανούσας, του χωριού του Κοτζιούλα, εγκαταλειμμένος πια, όπου έμεναν οι Φουκαίοι, που ήταν σόι του Κοτζιούλα γιατί από εκεί βαστούσε η αγαπημένη του γιαγιά (η βάβω η Θόδω). Οπότε το ψευδώνυμο δένει πολύ με τη γενέτειρα του ποιητή.

  136. Alfred E. Newman said

    @134
    Δυσκολεύομαι να καταλάβω τα επιχειρήματα του ΚΓΚ.
    1. Ο Εγγονόπουλος αναφέρει ρητά ότι τρία ποιήματα της συλλογής που εκδόθηκε το 1978 έχουν γραφτεί την τελευταία εικοσαετία (post quem 1958 και antequem 1978.
    2. Από που λοιπόν προκύπτει ότι το ποίημα γράφτηκε το 1958 δηλαδή πριν το θάνατο του Tzara;
    3.Ο Εγγονόπουλος δηλώνει ξεκάθαρα (σελ. 222) ότι αφιερώνονται τα τρία ποιήματα στους θανόντες ποιητές.

  137. Κ.Γ.Κ. said

    Κ.Γ.Κ. Σε απάντηση Alfred 136. 1. Δεν φέρνω κανένα επιχείρημα για κάτι. 2. Διατυπώνω κάποιες σκέψεις. 3.Ο Εγγονόπουλος ΔΕΝ δηλώνει ΠΟΥΘΕΝΆ όσα μεταφέρει ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ ο Alfred. Λέει κατά λέξη στη σελίδα 222 :» Τρία ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε μιάν ενότητα, σε περιοδικό, με κοινό τίτλο: «Για το θάνατο τριών ποιητών».». 4. Θα ήμουν ευτυχής, αν κάποιος γνωρίζει και καταγράψει την πρώτη δημοσίευση. 5. Όπου και για όποιον να έγραψε αυτό το ωραίο ποίημα ο Εγγονόπουλος, δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο την ιδιαίτατη αξία κανενός των ποιητών,ούτε του Εγγονόπουλου και του Κοτζιούλα, όπου «κείτονται κάτω από τα κυπαρίσσια» ούτε του Τζαρά, όπου «κείται εν τόπω χλοερώ».

  138. Μαρία said

    137

    1964
    Παραιτείται από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο.
    «Δύο μορφές ενός πίνακος και τρία ποιήματα για το θάνατο τριών ποιητών» στο περ. Πάλι (τεύχος 2-3).
    http://www.engonopoulos.gr/_homeEL/bio.html

  139. Κ.Γ.Κ. said

    Κ.Γ.Κ.
    138
    Ευχαριστώ πολύ, Μαρία! Είμαι υπόχρεος.

  140. Alfred E. Newman said

    Άχαρη συζήτηση αλλά εικάζω ότι μπορεί να διαβάζουν τις αναρτήσεις μας και κάποιοι που δεν έχουν πρόσβαση στο βιβλίο «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» και να εισπράτουν τοις μετρητοίς τη φράση του ΚΓΚ ότι μετέφερα ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ (ναι έτσι με κεφαλαία) τις δηλώσεις του Εγγονόπουλου.

    Για την εκτίμηση της χρονολόγησης πρέπει πρώτα να διαβάσουμε το εισαγωγικό των σημειώσεων του Ε. (σελ. 221) και αντιγράφω:
    «Είναι τα ποιήματα μιας εικοσαετίας μαζί με μερικά άλλα. Παρουσιάζονται με τη σειρά που γράφτηκαν». (Ως γνωστόν το βιβλίο Η κοιλάδα εκδόθηκε το 1978.)

    Στην επόμενη σελίδα (σ. 222) γράφει επί λέξει:
    «σελ. 21, 46, 50 τρία ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε μιαν ενότητα σε περιοδικό με τον κοινό τίτλο ‘Για τον θάνατο τριών ποιητών’.’

    Τα τρία αναφερόμενα ποιήματα είναι τα ακόλουθα και σε παρένθεση το όνομα στο οποίο είναι αφιερωμένο το καθένα:
    «Στο θάνατο του ανθολόγου της ‘υψηλής αγάπης'» (Benjamin Péret (4 /7/ 1899 – 18/9/ 1959),
    «Κλείσε τα μάτια: τότες μπροστά σουτ θα παρελάση όλη η παληά ζωή» (Μεμάς Μεσσήνης τον οποίο δεν μπόρεσα να εντοπίσω) και
    «Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής (Tristan Tzara ( 4/16 Απριλίου 1896 – 25 Δεκεμβρίου 1963).

    Με την επισήμανση ότι στο Πάλι δημοσιεύθηκαν τα τρία ποιήματα και με δεδομένη της δήλωση του ποιητή ότι δημοσιεύονται στο βιβλίο με τη σειρά που γράφτηκαν αναρωτιέμαι που μπορεί να εμφιλοχωρεί κάποια αμφιβολία και που βρίσκεται η δική μου λανθασμένη μεταφορά. Αποσπασματική μάλιστα αλλά λανθασμένη;

  141. Βάγια said

    Ω, πολύ ενδιαφέρον και συγκινητικό! Δεν το είχα συνειδητοποιήσει ως αυτό το άρθρο ότι ο Κοτζιούλας είχε γράψει το ποιήμα «Μαστορόπουλο», με τον Κολιό, που είναι πολύ γνωστό ποιήμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: