Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Ρίτα (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2013


Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Προβληματίστηκα αν έπρεπε ή όχι να ανεβάσω το σημερινό απόσπασμα και τελικά κατέληξα σε μια μεσοβέζικη λύση που δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη, δηλαδή παραλείπω κάποια αποσπάσματα από το κείμενο (εκεί που έχω αγκύλες με αποσιωπητικά […]). Αν καταφέρουμε να εκδώσουμε το βιβλίο, αυτά τα αποσπάσματα, φυσικά, θα συμπεριληφθούν κανονικά, αλλά άλλο είναι η κατιδίαν ανάγνωση και άλλο ο δημόσιος σχολιασμός.

mimis_jpeg_χχsmallΘυμίζω ότι βρισκόμαστε στο φθινόπωρο του 1947 και ο αφηγητής είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, συμμετέχει έντονα στη δραστηριότητα της (ακόμα νόμιμης) ΕΠΟΝ και πηγαίνει στη χορωδία του Πανεπιστημίου.

Στη Χορωδία γνώρισα τη Ρίτα. Στην αρχή την πρόσεξα απλώς γιατί ήταν πολύ νόστιμη, αληθινός κόμματος, όπως λέγαμε τότε τα όμορφα κορίτσια και κυρίως γιατί ήταν πρώτη στο κέφι και το τραγούδι, χωρίς να περιμένω ή έστω να ελπίζω να με προσέξει. Πρώτα πρώτα ήταν αρκετά μεγαλύτερή μου, (θα με περνούσε κάπου τρία ή και τέσσερα χρόνια) και επί πλέον ήταν πλούσια, χειραφετημένη, ανέμελη και άσχετη με τα πολιτικά. Διαπίστωσα επίσης πως πρέπει να ήταν αιώνια φοιτήτρια, αφού μετά από τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο χρωστούσε ακόμα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου. Τώρα από πού κι ως πού ένα πλουσιοκόριτσο από την Αθήνα να ενδιαφερθεί για έναν μάλλον συνεσταλμένο επαρχιώτη; Παρ΄ όλα αυτά με πρόσεξε.

Δεν ξέρω τι μου βρήκε, αλλά της άρεσα. Βλεπόμασταν κάθε Τετάρτη απόγεμα στη χορωδία, στον τρίτο όροφο της Λέσχης και όταν τέλειωναν οι πρόβες καθόμασταν είτε στον ίδιο χώρο είτε στο κυλικείο της Λέσχης καλαμπουρίζοντας. Καμιά φορά, αν είχε καλό έργο, πηγαίναμε στην “Ίριδα”, που είχε μειωμένο εισιτήριο για τους φοιτητές. Με τα ανέκδοτα που της έλεγα, τις φάρσες που σκάρωνα καμιά φορά και γενικά τα καλαμπούρια μου, την έκανα να γελά. Ουσιαστικά πάντως αυτή μου κόλλησε πρώτη, γιατί εγώ ήμουν ακόμα πολύ συμμαζεμένος. Άσε που δεν είχαμε τότε στο σπίτι καθόλου οικονομική άνεση και το χαρτζιλίκι που μού ΄δινε ο πατέρας μου, κάλυπτε ίσα ίσα τα ναύλα μου. Πού να περισσέψουν λεφτά για να την κεράσω έστω μια πάστα στο “Ρωσικόν” ή στα “Ηνωμένα Βουστάσια”.

Ένα βράδυ η Ρίτα με κάλεσε σ΄ ένα πάρτι κάποιων φίλων της. Δίστασα να δεχτώ, γιατί δεν είχα τρόπο να ειδοποιήσω το σπίτι (τηλέφωνο φυσικά δεν είχαμε) και οι καιροί ήταν πονηροί. Τα μπλόκα και οι συλλήψεις είχαν αρχίσει να πληθαίνουν. Πολλούς γνωστούς, που δε γύριζαν το βράδυ σπίτι τους, τους ξαναβρίσκαν οι δικοί τους σε κρατητήρια της Ασφάλειας.  Ευτυχώς στάθηκα τυχερός. Βγαίνοντας δίβουλος με τη Ρίτα από τη Λέσχη, έπεσα πάνω στο Μητσάκη και τού ΄πα να πει στη μάνα μου πως θα αργούσα και να μην ανησυχούν. Ο Μητσάκης μου το υποσχέθηκε κι έμεινε να με κοιτά κάπως απορημένος, καθώς έφευγα συνοδεύοντας μιαν όμορφη και κομψή κοπέλα.

Την ακολούθησα χαρούμενος και ξένοιαστός. Το πάρτι γινόταν σ΄ ένα μικρό διαμέρισμα στη Νεάπολη, στη Διδότου, λίγο πιο πάνω από την πολυκατοικία που έκοψε στα δύο το εγγλέζικο τανκς, στα Δεκεμβριανά. Στα τρία δωμάτια του σπιτιού βρήκαμε καμιά δεκαπενταριά νεαρούς και κοπέλες της ηλικίας μας. Κάναμε πολύ κέφι. Ήπιαμε και μπόλικο κρασί και μισομεθύσαμε. Χορεύαμε συνεχώς, κυρίως σουίγκ, αλλά και βαλς και ταγκό και φαίνεται πως, τόσο στο χορό, όσο και στο τραγούδι και τα ανέκδοτα, διακρίθηκα, γιατί μια άλλη κοπέλα της λέει:

“Ρίτα, ο καβαλιέρος σου είναι τσίφτης. Πού τον πέτυχες;”

Την είδα πως καμάρωσε κι αυτό ανέβασε το ηθικό μου και μ΄ έκανε τολμηρότερο. Τώρα χορεύαμε αποκλειστικά οι δυο μας παθητικά ταγκό ή μπλουζ, σφιχταγκαλιασμένοι και ακουμπώντας τα μάγουλά μας, ή όπως το έλεγε εκείνη “τσικ του τσικ”. Ένοιωθα στο στέρνο μου τη διπλή πίεση των σκληρών στηθιών της και αυτό με άναβε.

Περασμένα μεσάνυχτα το πάρτι διάλυσε και τότε συνειδητοποίησα πως ήταν αδύνατο να πάω με συγκοινωνιακό μέσον στη Νέα Σμύρνη. Τα λεωφορεία σταματούσαν στις δώδεκα και για ταξί δεν υπήρχε δεκάρα, καθώς πριν πάμε στο πάρτι της αγόρασα με τα τελευταία μου λεφτά, ένα μπουκέτο λουλούδια. Με την αισιοδοξία που μου χάρισε το κρασί αποφάσισα να πάω με τα πόδια. Δε θα ήταν η πρώτη φορά και άλλωστε ήμουν δεινός πεζοπόρος. Εκείνη όμως είχε άλλα στο νου της. Καθώς κοντοστεκόμουν στο πεζοδρόμιο, γωνία Διδότου και Ασκληπιού, για να την καληνυχτίσω, μου λέει:

“Μωρό (έτσι με φώναζε πειραχτικά) έλα σπίτι μου. Μένω εδώ κοντά. Θα πιούμε καφέ και θα κουβεντιάσουμε κι αν θες κοιμάσαι κι΄όλας”

Άλλο που δεν ήθελα. Δεν ήξερα πώς θα με αντιμετώπιζαν οι δικοί της, αλλά συνηθισμένος από το πνεύμα της φιλοξενίας, που χαρακτήριζε τη δικιά μας οικογένεια, δεν το ψιλολόγησα. Δεν είχα άλλωστε σκοπό να κοιμηθώ σπίτι της. Ο καφές θα καθάριζε το μυαλό μου από τις θολούρες του κρασιού και θα πήγαινα πιο εύκολα τα έξι χιλιόμετρα, που με χώριζαν από το σπίτι μας. Ανηφορήσαμε την Ασκληπιού και σε λίγο φτάσαμε στο σπίτι της, ένα νεοκλασσικό διώροφο. Δεν ήταν, όπως αμέσως εξακρίβωσα η κατοικία των γονιών της, αλλά ένα είδος ισόγειας γκαρσονιέρας με ιδιαίτερη είσοδο, όπου έμενε μόνη της. Όταν το συνειδητοποίησα η καρδιά μου χτύπησε. Και πάλι όμως δεν πήγε ο νους μου στο πονηρό. Πίστευα πως ο (πλατωνικός και μονόπλευρος) έρωτας μου στο κορίτσι που έμεινε στο νησί, με θωράκιζε από κάθε πειρασμό.

“Βολέψου, σα στο σπίτι σου” μου λέει και πήγε στο μικροσκοπικό κουζινάκι να φτιάξει τους καφέδες. Όταν γύρισε κρατώντας το δίσκο είδα πως φορούσε ένα μακρύ πενιουάρ. Πότε πρόφτασε κι άλλαξε δεν πήρα είδηση. Κάθισε δίπλα μου. Ένοιωθα πολύ ξαναμμένος αλλά δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν είχα ακόμα πάει με γυναίκα και είχα μεσάνυχτα για το τι ακριβώς γίνεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις. Οι πενιχρές γνώσεις μου για την πραχτική του έρωτα, που προέρχονταν αποκλειστικά  από τα βιβλία, αποδείχτηκαν, τώρα που ήρθε η ώρα της εφαρμογής τους, τελείως ανεπαρκείς.

“Βγάλε το σακάκι σου καημένε, μην κάθεσαι τσιτωμένος σα μουσαφίρης” μού ΄πε, βλέποντας με να περιεργάζομαι το δωμάτιο, καμαρώνοντας σα γύφτικο σκεπάρνι.
[…]
Το πρωί, όταν χωρίσαμε, ένοιωθα σα να πετούσα. Κατηφόρισα σχεδόν τρέχοντας την Ασκληπιού ως το Οφθαλμιατρείο, πήρα το λεωφορείο και πήγα σπίτι, που το βρήκα ανάστατο. Ο Μητσάκης τους είπε πως θα αργούσα όχι όμως πως θα ξενοκοιμώμουν. Καθησύχασα τη μάνα μου λέγοντας της πως με φιλοξένησαν κάποιοι συμφοιτητές μου. Εκείνη ανακουφισμένη με κοίταξε πιο προσεχτικά και στο πρόσωπό της είδα κάτι σαν απορία. Φαίνεται πως το ύφος μου πρόδιδε την ψυχική μου αναστάτωση. Ο πατέρας μου, που ξεπρόβαλλε από το εργαστήριο με τα κουκλάκια, δεν έκανε κανένα σχόλιο παρά με κοιτούσε με ένα αδιόρατο χαμόγελο κατανόησης, όπως μου φάνηκε.

Το ίδιο απόγεμα πήγα όλο λαχτάρα στη Λέσχη, η Ρίτα όμως δεν ήρθε. Σκέφτηκα να πάω ως το σπίτι της, μα ντράπηκα. Αν είχα λεφτά να της έπαιρνα ένα δωράκι ίσως να το τολμούσα, αλλά ήμουν άφραγκος. Όλες τις μέρες που ακολούθησαν συλλογιζόμουν τη νύχτα που πέρασα μαζί της. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ ούτε στην παράδοση ούτε στο διάβασμα. Μπροστά στα μάτια μου είχα πάντα το κορμί της. Ο έρωτας, έτσι που τον γνώρισα με μάγεψε. Τι θαυμάσιο πράγμα είναι το γυναικείο κορμί και πόση χαρά μπορεί να σου δώσει. Ένοιωθα πως στάθηκα απίστευτα τυχερός, που μου δόθηκε μια γυναίκα χωρίς ανταλλάγματα, απλώς γιατί της άρεσα. Ταυτόχρονα ένοιωσα μεγάλη περηφάνια και αυτοπεποίθηση. Σα να είχα προαχθεί σε κάτι ανώτερο από τον νεαρό που ήμουν ως τότε. Ήμουν πια άντρας, αφού γνώρισα τον έρωτα. Χωρίς να το δείχνω, αντιμετώπιζα με κάποιαν υπεροψία το Θεόφιλο και τον Νίκο, που κάπου κάπου με δούλευαν γιατί ακόμα κατέφευγα “στη χήρα με τα πέντε ορφανά”, ενώ εκείνοι είχαν πάει με γυναίκα, θεωρητικώς μεν με την κυρία Δανάη και την κυρία Κάτια, αντιστοίχως, στην πράξη όμως με διάφορες ανώνυμες πόρνες. Δεν τους είπα όμως ποτέ τίποτα.

Την άλλη Τετάρτη πήγα στη χορωδία από νωρίς. Η Ρίτα ήρθε αργοπορημένη, όταν είχαν αρχίσει πια οι πρόβες. Κατόπιν καθίσαμε για λίγο στη Λέσχη και μετά πήγαμε στο σπίτι της. […]

Μετά μείναμε για πολλήν ώρα ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, κουβεντιάζοντας. Η συζήτηση ήρθε για κάποιον αντιπαθητικό (σε μένα) συμφοιτητή, μέλος της Χορωδίας επίσης και με ρώτησε γιατί δεν τον χώνευα.

“Μεταξύ άλλων γιατί είναι και χίτης” της είπα αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτώ. Ανασηκώθηκε στον αγκώνα της, με κοίταξε πολύ περίεργα και τέλος μού ‘πε:

“Μωρό, δεν πιστεύω να είσαι μαμούτι;”

Δαγκώθηκα μα ήταν αργά. “Μαμούτια” μας έλεγαν μονάχα οι χίτες και οι βαμμένοι δεξιοί κι αυτό με κρύωσε. Φυσικά δεν ανοίξαμε εκείνη την ώρα πολιτική συζήτηση και ύστερ΄ από λίγο χωρίσαμε με φιλιά, μα κάτι το παγωμένο είχε μπει ανάμεσά μας. Για μια βδομάδα δεν τη συνάντησα στη χορωδία και όπως μού ΄πανε τα παιδιά, έφυγε με τη μητέρα της και την αδερφή της σ΄ ένα ταξίδι, για οικογενειακές υποθέσεις, στην Αίγυπτο, που θα κρατούσε, δυο μήνες.

Την αναζήτησα όταν πέρασαν οι δυο μήνες αλλά όταν ξανανταμώσαμε ήταν κάπως απόμακρη και τυπική. Μου έδειξε καθαρά πως δεν ήθελε να συνεχίσουμε. Δεν επέμεινα κι ούτε της κράτησα κακία. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, παρά τη μαγευτική μύησή που μου έκανε στον έρωτα, δεν την είχα ερωτευτεί. Άλλωστε ανήκαμε σε χωριστούς, εχθρικούς, κόσμους και δεν ταιριάζαμε παρά μόνο στο χορό και το τραγούδι (και ίσως – και με πολλές αμφιβολίες – στο κρεβάτι). Σκεφτόμουν όμως πως όσα χρόνια και να περάσουν θα τη θυμάμαι πάντα με τρυφερότητα και θα την ευγνωμονώ για εκείνη την πρώτη νύχτα, που γνώρισα μαζί της τον έρωτα. Το ότι δεν μου τον έμαθαν πόρνες, το θεωρώ σαν το καλύτερο δώρο που μου έκανε η ζωή στην πρώτη νιότη μου.

60 Σχόλια to “Η Ρίτα (Δημ. Σαραντάκος)”

  1. Καλημέρα

    Τα αποσιωπητικά […] φανερώνουν παράλειψη κειμένου;

  2. sarant said

    Ναι, το γράφω και στον πρόλογο, θα το κάνω πιο σαφές.

  3. Γς said

    Καλημέρα
    >“Βγάλε το σακάκι σου καημένε, μην κάθεσαι τσιτωμένος σα μουσαφίρης” μού ΄πε, βλέποντας με να περιεργάζομαι το δωμάτιο, καμαρώνοντας σα γύφτικο σκεπάρνι.
    […]
    Το πρωί, όταν χωρίσαμε,

    αυτό το […] τι το ήθελες;
    Να το ανοίξεις να διαβάσουμε τι έγινε

  4. Γς said

    με πρόλαβαν

  5. spiral architect said

    Kαλημέρα φίλοι και καλή Σαρακοστή. 🙂
    Αλα τις ο πατήρ και πάστα στα Ηνωμένα Βουστάσια παρέα με το Βάρναλη!

    δεν πιστεύω να είσαι μαμούτι;

    Να την και η λέξη απ’ την αργκό της εποχής. Γκουγκλιζόμενη βγάζει Σαραντάκο, αλλά και κάτι άλλα και άκρη δεν βγάζω
    Τι σημαίνει κυριολεκτικά;

  6. Αρκεσινεύς said

    Καταπληκτικό κείμενο. Η ομορφιά της Ρίτας, η ομορφιά του έρωτα, η ομορφιά της πένας.
    Η τελευταία παράγραφος όλα τα λεφτά, αν και δε θα ήθελα τις δικαιολογίες.

  7. gbaloglou said

    Θέλουμε ανάλυση του όρου «μαμούτι»!

  8. gbaloglou said

    Με πρόλαβε ο ελικοειδής αρχιτέκτων 🙂

  9. Συνονόματη της Χέηγουόρθ οπότε δικαιλογείται ο ερωτικός ενθουσισμός !

  10. Γς said

    Νομίζω με την τροπή που πήρε η αυθτοβιογραφία γίνεται κατάλληλη προς ανάγνωση για τον Γς

  11. Γς said

    Δημήτρης vs Ρίτα
    σημειώσατε Χ
    (η οργάνωση)

    Εχ, Ρίτα Ριτάκη και μη το βάλετε το βίντεο, το ξέρουμε

  12. Γς said

    Αχ, Ρίτα Ριτάκι ήθελα να πω

  13. spiral architect said

    ΓουΣού, το νου σου στο ψητό εσύ. 😀

  14. Γς said

    Καλά βρε Νικοκύρη,
    αυτά τα ξέρει η μάνα σου;
    😉

  15. Μαρία said

    7
    Ίσως απ’ τα μαχμούτια. ( η λέξη με χ χρησιμοποιείται και απ’ τους σημερινούς εγχώριους φασίστες για τους μουσουλμάνους μετανάστες.)
    Στα γουγλοβιβλία οι λίγες αναφορές είναι σε βρισιές χιτών αλλά υπάρχει κι ο τύπος σουλταμαμούτια για νομίσματα και ο Σουλτάν Μαχμούτ.

  16. Γς said

    Καλούνται όση έχουν ή είχαν ερωτική δραστηριότητα να μας περιγράψουν την πρώτη τους εμπειρία !

    Αν ντρέπονται σε τρίτο πρόσωπο. Όπως εγώ:

    Ο Γς λοιπόν ήταν σε ένα γραφείο, μεγάλο γραφείο. Με καμιά δεκαριά γονείς μαθητών που περίμεναν τον διευθυντή του ευαγούς ιδρύματος. Όταν ξαφνικά εισβάλει μέσα μία δεσποινίς εν αδαμιαία περιβολή. Τσίτσιδη. Και ο Γς ψύχραιμος προσπαθούσε να καταλάβει τι έγινε. Αυτό όμως που τον καράφλιαζε είναι ότι κανείς από τους γονείς δεν έδειχνε ταραγμένος. Κοίταζαν απαθείς. Μέχρι που ένα χέρι τον βούτηξε από το σβέρκο και με ένα σκουπόξυλο τον πέταξε έξω στις σκάλες.
    -Κωλόπαιδο θα μας κλείσεις το σπίτι!

    (συνεχίζεται)

  17. sarant said

    Καλημερα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    Καλό είναι να μην μονοπωλεί τα σχόλια ένας σχολιαστής 🙂

    Για τα «μαμούτια» η απορία είναι και δική μου, λογάριαζα να ρωτήσω τον πατέρα μου αλλά δεν το έκανα. Μάλλον από το μαχμούτ παρά από τα μαμούθ, αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Μπορεί η συλλογική σοφία να βρει τη λύση 🙂

  18. gbaloglou said

    Μήπως από το «μα μου … τι;» (κατά το «δεν έχει μα και μου»);

    [Ως συνήθως … θέλαμε να τους ρωτήσουμε … μα δεν προλάβαμε 😦 ]

  19. Γς said

    BBC Τώρα.

    Η τελετή ενθρόνισης του Πάπα.

    Κανα τέταρτο που παρακολουθώ όλα είναι στα Ελληνικά
    Ευαγγέλιο ψαλμωδίες κλπ.

    Συγκινητικό

  20. atheofobos said

    ..στη Διδότου, λίγο πιο πάνω από την πολυκατοικία που έκοψε στα δύο το εγγλέζικο τανκς, στα Δεκεμβριανά.

    Μήπως ξέρει κανείς που ήταν αυτή;

  21. Πολύ ωραίο. Παράξενο δεν είναι που δεν μπορούμε να βρούμε τίποτα για τα μαμούτια;

  22. Anasto said

    Και στον αντίποδα της ομορφιάς της σαραντάκειας πένας, να και μια κοντροκομμενιά (που δεν βαστώ να μην την πω) για να μην παραγλυκαίνεστε:

    Στους ΧΥΤΑ να πάνε όλοι οι χίτες
    Ακόμα κι αυτοί με τα πιενάρ, οι αλήτες

    Δεν δέχομαι να μας αποκαλούν μαμούτια
    Και στη ζωή μου ας μην ξανάδω μπούτια.

    Καλημέρα και καλή σαρα(ντα)κοστή 😛

    ΥΓ: Άκου εκεί πιενάρ. Εγώ έναν στην Έβερτον ήξερα που ρόμπα δεν τονε λες τον άνθρωπο.

  23. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    20: Και αυτό περιμένω να μας το πει κάποιος 🙂

    22: Τι είναι τα πιενάρ;

  24. Γς said

    17γ:

    Το «Μαμού» γενικά είναι σύνηθες σε χλευαστικούς χαρακτηρισμούς «Μαμούχαλο» λ.χ.

  25. Γς said

    Δεν είναι βέβαια δυνατόν ένα τανκ να κάνει τέτοια ζημιά σε πολυκατοικία.
    Μήπως αναφέρεται σε μικρότερης έκτασης καταστροφές στην περιοχή της Μπλε Πολυκατοικίας. Γίνανε αρκετά μπαμ μπουμ εκεί με τα αγγλικά τάνκς.

  26. Τσούρης Βασίλειος said

    Κατάθεση ψυχής! Αν και σήμερα δεν πρέπει να μιλάμε για καταθέσεις…

  27. Anasto said

    Πενιουάρ έγραφε ο άνθρωπος, ο Πιενάρ μου έμεινε εμένα. Ότι θέλω διαβάζω. Μπαρδόν 😦

  28. gbaloglou said

    Πάλι καλά που δεν σου έμεινε κανένα μπέϊμπι ντολ 🙂

  29. Αντιφασίστας said

    Το καλύτερο κείμενο μακράν, αν και έπεσε θύμα της λογοκρισίας. 😉
    Το μαμούτι το ακούω συνέχεια. Έτσι με αποκαλεί ο πατέρας μου, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ακόμα και σήμερα.
    Στο λεξικό του Νίκου Πασχαλούδη δίνεται αυτή η ερμηνεία:
    μαμούτια:άξεστοι, αγροίκοι από το ρωσικό mamout>μαμούθ

  30. Αντιφασίστας said

    Επίσης, στο Διαδίκτυο βλέπω ότι στα εθνικιστικά μπλοκ μαμούτια αποκαλούνται οι Τούρκοι και αυτό είναι και το παρατσούκλι του Ηρακλή Καβάλας. Εγώ, πάντως, ήξερα ότι τα εθνίκια αποκαλούν τους Τούρκους μεμέτια.

  31. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα! ΄

    29: Ο πατέρας σου ξέρει τη σημασία «αγροίκος»; (Και ποιο είναι το λεξικό του Πασχαλούδη;)

  32. Αντιφασίστας said

    Θα τον ρωτήσω, αν και δεν νομίζω ότι ξέρει. Στα χρόνια του εμφυλίου η λέξη ήταν πολύ διαδεδομένη. Μαμούτια απ’ τη μια, μοναρχοφασίστες απ’ την άλλη.
    Νίκος Πασχαλούδης:
    http://www.nikospaschaloudis.gr/sitehtml/terpniotika.htm

  33. Προσγολίτης said

    Μόλις το διάβασα. Η άποψή μου;:

    Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο!!!

    (Δε βάζω εισαγωγικά, για να μην παραπέμψει στον Νίτσε)

  34. cronopiusa said

    Γειά σας
    εμένα μ’ αρέσουν τα αποσιωπητικά… ονειρεύομαι
    τη Ρίτα και το Δημητράκη να χορεύουν σ’ ένα σύννεφο κίτρινες πεταλούδες
    το Μακόντο κι η Παναγιά η Γοργόνα…
    N.Matteis – Aria amorosa (Gli Incogniti/Amandine Beyer)

    Ευχαριστούμε

  35. Η πολυκατοικία στη Διδότου μήπως ήταν μεταξύ Χαριλάου Τρικούπη και ΜΑυρομιχάλη όπου έγιναν μάχες κατά τα Δεκεμβριανά; ¨ηταν κάποια πολθυκατοικία εκέι που είχα διαβάσει ότι έιχαν οχυρωθέι άντρες του ΕΛΑΣ, αλλά δεν θυμάμαι να την έκοψαν στα δύο. Μήπως έχει κάποιοα πηγή κάμια φωτογραφία;
    Αφού λέει ότι ενέβηκαν την Ασκληπιού πρέπει να ήταν εκέι κοντά το σπίτι της Ρίτας.

  36. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ωραίο κείμενο (αν και λογοκριμένο απο την χούντα του νικοκύρη) μου θύμισε την δική μου πρώτη φορά με την Τερέζα το 1978, μια Μεξικάνα που είχα γνωρίσει, δυο χρόνια μεγαλύτερή μου, εκεί στην Ασκληπιού και Φαναριωτών έμενε, έφυγε το 1980, να΄ναι καλά στο Μεξικό που ζεί, να΄σαι καλά κι εσύ Νικόλα που με το υπέροχο κείμενο του καταπληκτικού πατέρα σου (οσο πιο πολύ τον διαβάζω, τόσο περισσότερο τον εκτιμώ αυτόν τον Άνθρωπο, με κερδίζει αβίαστα) μ΄έκανες να την θυμηθώ.

  37. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα και για τα καλά λόγια -ε, όχι και «χούντα! 😉

    32: Σωστά, το είχα δει το λεξικό του Πασχαλούδη!

  38. voulagx said

    Γλωσσολογική παρατήρηση:
    Νόμιζα οτι η έκφραση «μωρό», απο γυναίκα σε άντρα, ήταν αγγλισμός των τελευταίων δεκαετιών, βλέπω πως έκανα λάθος – εκτός κι αν η Ρίτα ήταν πολύ προχώ για την εποχή της.

  39. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    37 – Καλά κοινοβουλευτική Χρυσή Αυγή.!!!

  40. Υπέροχο το σημερινό! Τι γλυκιά ιστορία! Και διαδραματίζεται και στην γειτονιά μου! 🙂

    Και συμφωνώ με την Κρόνι, και τα αποσιωπητικά είχαν τη γλύκα τους… 🙂

  41. sarant said

    38: Ήταν όμως και μεγαλύτερη η Ρίτα, οπότε είναι πιο εύλογο το «μωρό»

  42. gbaloglou said

    38

    Γνώριζε ήδη το «τσικ-το-τσικ», άρα…

  43. Αλέξανδρος said

    Η πολυκατοικία πρέπει να βρίσκεται ακόμα στη θέση της, Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου. Υπέροχη μοντερνιά δεκαετίας ’30 όπου στα Δεκεμβριανά οχυρώθηκε μικρή ομάδα μαζί με τον Μ. Γλέζο. Το τανκ ανέβηκε απο την Χ. Τρικούπη και γκρέμισε με κανονιές μεγάλο μέρος του τρίτου ορόφου. Έχω ακούσει την περιγραφή απο συναγωνιστή του που ήταν παρών.

  44. Μαρία said

    37
    Οι ετυμολογίες σ’ αυτό το λεξικό είναι γενικά για το γνωστό βραβείο. Αν στο μαμούτι έπεσε μέσα, θα μας πει ο Ηλεφού.

  45. «Σα να είχα προαχθεί σε κάτι ανώτερο από τον νεαρό που ήμουν ως τότε.»
    «Σκεφτόμουν όμως πως όσα χρόνια και να περάσουν θα τη θυμάμαι πάντα με τρυφερότητα» Γνωστά συναισθήματα.

    «Το ότι δεν μου τον έμαθαν πόρνες, το θεωρώ σαν το καλύτερο δώρο που μου έκανε η ζωή στην πρώτη νιότη μου.» Υπέροχος ο άνθρωπος σε όλες του τις λεπτομέρειες.

    @6Arki, με πρόλαβες.

    @16 Γς γράφεις ιστορία. Περιμένουμε!
    Α, μια ιδέα! Μήπως νόμιζαν όλοι πως ήταν ντυμένη κι εσύ ήσουν ο μόνος που την έβλεπες όπως ακριβώς ήταν; [κλεμμένο από το ‘ένδυμα του βασιλιά’]. Υποπτεύομαι όμως ότι η κοπέλα ήταν κανονικότατα ντυμένη αλλά εσύ έχεις διαπεραστικό βλέμμα.

    @22 Αναστό. Coin de feu

    @36 Λάμπρος. Σε αντιγράφω διότι το επικροτώ. Πειράζει; «Όσο πιο πολύ τον διαβάζω, τόσο περισσότερο τον εκτιμώ αυτόν τον Άνθρωπο, με κερδίζει αβίαστα.»

    @Γς, σου απάντησα για τα χθεσινά. «Ανακαλώ και σε φιλώ!» (τοτελευταίο που λέει ο λόγος… με άντρες δεν!)

  46. Νικ. Νοικ. Οφείλες να καταθέσεις και το λογοκριμένο. Εμείς δε θα κρίνουμε τις επιδόσεις του μπαμπά σου. Αυτές κρίθηκαν και βγήκες εσεύ, τρομάρα σου, και δική μας!

  47. Alfred E. Newman said

    Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ελευθερουδάκ.

    μαμουτιά: Κοινή ονομασία στη Μικρασία του φυτού κομβόλβουλος της σκαμμωνίας από την τουρκική έλξη mahmude.

    Δηλαδή η γνωστή στην ελληνική ύπαιθρο περικοκλάδα.

    Μήπως είναι αυτό;

    Πάντως πρέπει να είναι διαφορετικό από το μαμούτι ή μαμμούνι, ή μαμμούδι.

  48. spyroszer said

    «Την συνοικία των Εξαρχείων, ο Λόχος Μπάυρον την υπερασπίστηκε με σκληρές μάχες, με νεκρούς και αιχμαλώτους που φθάνουν τους 30 σε σύνολο 100 περίπου ατόμων. Σε μια απ’ τις θρυλικές, πολυήμερες αυτές μάχες, στην πολυκατοικία της οδού Διδότου 47 θα χάσει και το μάτι του ο Ιάννης Ξενάκης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1945. «Ήταν το ξεκίνημα της μάχης εκείνης της ημέρας, το μεσημέρι. Ήμουν υπεύθυνος για μία πολυκατοικία γιατί είχα κάποιου είδους αξίωμα. Έβαλα τους κατοίκους στο υπόγειο – οι κακόμοιροι είχαν τρομοκρατηθεί. Και οργάνωσα άμυνες ορίζοντας φρουρές. Έξω ήταν βρετανικά στρατεύματα με βαρύ οπλισμό που κινούνταν μέσα στην πόλη μέσα σε τανκς Σέρμαν. Ήμουν με τρεις ανθρώπους μέσα στο κτήριο. Άκουσα την εκπυρσοκρότηση όλμων και θα πρέπει να ήταν μια έκρηξη που μας χτύπησε. Δυο από εμάς, ένα κορίτσι, σκοτώθηκαν επί τόπου. Ο ένας είχε τα μυαλά του χυμένα στον τοίχο. Έπεσα αναίσθητος…» θυμάται ο συνθέτης. (Ματοσσιάν 36)».
    http://sitalkisking.blogspot.gr/2012/11/1944-1949.html

  49. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    46: Το έχω σαν κίνητρο για να αγοράσετε το βιβλίο, Λεώνικε!

    43-48: Ευχαριστούμε!

    47: Έλα ντε… πρεπει να βρούμε κανέναν αιωνόβιο υπερδεξιό να μας πει 🙂

  50. Γς said

    @45 Λεώ.

    > Γς γράφεις ιστορία. Περιμένουμε!
    Α, μια ιδέα! Μήπως νόμιζαν όλοι πως ήταν ντυμένη κι εσύ ήσουν ο μόνος που την έβλεπες όπως ακριβώς ήταν; [κλεμμένο από το ‘ένδυμα του βασιλιά’]. Υποπτεύομαι όμως ότι η κοπέλα ήταν κανονικότατα ντυμένη αλλά εσύ έχεις διαπεραστικό βλέμμα.

    Εντάξει Λεώ. Να σου πω τη συνέχεια. Μόνο που δεν ταιριάζει εδώ και με το βαρύ σύννεφο της ημέρας.

    Εδώ θα μάθεις αν ήταν ντυμένη ή όχι η κοπέλα και τι έκανε ο Γς

  51. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    50 – Γς πολύ γέλασα με το φροντιστήριο, μοιάζαμε στα παιδικά μας χρόνια ως προς την αποδοχή μας απο την παρέα, εγώ οχι λόγο εξυπνάδας, αλλα λογο διαφορετικής αντίληψης των πραγμάτων. Ήταν εντελώς παράταιρη, δεν συμβάδιζε με τις αντιλήψεις των συνομήλικών μου (κατι που συνεχίζεται ακόμα) και μου κόλλησαν το παρατσούκλι, ο τρία άλφα, αντιδραστικός, αναρχικός, απροσάρμοστος, ήρθε στα 18 μου και ο Ράϊχ στην ζωή μου, και το πράγμα ξέφυγε τελείως. Κι εγώ μόνο με μεγαλύτερους έκανα παρέα, αν και μετά τα 30 μου, ούτε με αυτούς έδενα, τους έβλεπα να μεταλάσονται σε οχαδερφίστες και σπιτόγατους, να ισοπεδώνονται κυριολεκτικά απο την καταναλωτική λαίλαπα, και μετά την εισροή των Αλβανών μεταναστών, απο «προοδευτικοί» να μπαίνουν στο εθνικιστικό τρυπάκι της ανωτερώτητας της φυλής μας. Απο το 2000 , μόνο με παιδιά μπορώ να συνεννοηθώ εύκολα, και με τρείς εναπομείνατες φίλους, ο ένας είναι στην Βοστώνη, ο άλλος στο Κέηπ Τάουν, και ο τρότος στην Καστοριά, ευτυχώς που βγήκε το skype και τα λέμε απο ¨κοντά». Αυτη την ανασφάλεια την είχα κι εγώ, αλλα την ξεπέρασα, και μέσα απο το κουνγκ φου (θυμάμαι όταν πήρα την μαύρη ζώνη στα 15 πόση αυτοπεποίθηση πήρα) και απο τα αλεξίπτωτα, (όταν έκανα το πρώτο άλμα, στην προσγείωση είπα, δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να κάνω), αλλα με βοήθησε η Τερέζα, όταν μου είπε οτι είναι τρελά ερωτευμένη μαζί μου, αισθάνθηκα να είμαι κατι ανώτερο, σαν τον πατέρα του νικοκύρη, αυτή και η Εύα, νομίζω μου καθόρισαν την πορεία στην ζωή μου, και τις ευχαριστώ.
    Επειδή στα γραπτά σου, διακρίνω αυτη την ανασφάλεια ακόμα, υπάρχει (αν δεν την γνωρίζεις) η μέθοδος Σίλβα, που μπορεί να σε βοηθήσει, απλή αυθυποβολή είναι, αλλα είναι αποτελεσματική.

    45 – Λεώ, ακόμα περιμένω να με κάνεις κοινωνό στις διάφορες εργασίες σου.

  52. @51Λάμπρο, ήξερα ότι χρωστάω κάτι στον J. Είχα υποσχεθεί και σ’ εσένα; Ο.Κ.

    Γς Βέβαια εμείς εδώ έχουμε πια αντιληφθεί ότι είσαι μεγαλοφυΐα, μεγαλοσεξία και μεγαλομεγαλία· βέβαια δεν ξέραμε ότι είχες διακριθεί από τόσο τρυφερή ηλικία.
    Στο Κρατικό είχαμε κάποιον διοικητικό, πρώην ναυτικό, διορισμό του ….., ο οποίος συμμετείχε και στην λογοτεχνική μας παρέα, αφού είχε γράψει δυο τομίδια διηγημάτων, με τα οποία είχε γίνει και μέλος της Ε.Ε. Λογοτεχνών. Καθ’ α έλεγε δε, τον είχαν συμπαθήσει και διακρίνει την εξαιρετική του λογοτεχνικότητα.
    Ένα από τα διηγήματά του, σχεδόν αυτοβιογραφικό, αναφερόταν σ’ έναν ναυτικό ο οποίος όταν πήγαινε στα κορίτσια, όχι μόνο δεν του έπαιρναν λεφτά αλλά συναγωνίζονταν και ποια θα τον πρωτοπάρει. Ήταν γλυκός, σαν κι εσένα, τρυφερός σαν κι εσένα, άλκιμος και στιβαρός σαν κι εσένα, ερωτιάρης σαν κι εσένα, απολαυστικός σαν κι εσένα, και γενικώς διέθετε όλες τις αρετές που σε διακρίνουν στον μέγιστο βαθμό.
    Κάποτε παντρεύτηκε και χώρισε ακριβώς την επομένη. Λίγο αργότερα τα έφτιαξε με μια διοικητικό, οπότε απεδείχθη ότι είναι παντελώς ανίκανος. Όλο το αυτοβιογραφικό διήγημα ερμηνεύθηκε απλώς ως έκφραση των απωθημένων του.
    Δεν υπαινίσσομαι βεβαίως κάτι, απλώς το καταθέτω.

  53. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    52 – Ούτε ο καλοχαιρέτας να ήσουνα, με τις υποσχέσεις που μοιράζεις, βρε μπάς και ετοιμάζεσαι για πολιτικός;

  54. Γς said

    52:
    Αχ βρε Λεώ.
    Πολύ δεμένη αυτή η λογοτεχνική ομάδα του Λαϊκού.
    Τομίδια και λογοτεχνικότητα για τον καπετάνιο λογοτέχνη,
    Ενώ για μένα,
    γλυκός, τρυφερός, άλκιμος, στιβαρός, ερωτιάρης, απολαυστικός.
    Ω, ευχαριστώ. Αλλά κόψε κάτι…
    Οσο για το άλλο, μπράβο. Το πέτυχες!

  55. Ωραίος όπως πάντα ο κ. Δημήτρης Νίκο και καλά έκανες και έκοψες το απόσπασμα. Άλλο η ιδιωτική ανάγνωση, άλλο τα ίντερνετς.
    Θυμήθηκα και πόσο σημαντική είναι η πολιτική σύμπλευση…

    @52 😀

  56. Γς. ΔΕΝ υπήρξε ποτέ λογοτεχνική ομάδα στο Λαϊκό. Στον Κρατικό Πειραιώς (Νίκαια) συμβαίνουν αυτά.
    Συνεδριάσαμε δυο φορές. Είχαμε βασικά ζωγράφουν που ήθελαν να πουλήσουν

  57. tofistiki said

    Νίκο, χάζευα -πάλι!- κάτι παλιές φωτογραφίες και σε
    τούτη εδώ, ο μπαμπάς έγραφε στην πίσω πλευρά, «Χορεύοντας με τη Ρίτα, Φθινόπωρο ’47»!

    Κοίτα να δεις, που δεν είχα κάνει τη σύνδεση μέχρι προχτές που ξαναδιάβασα το κείμενο…

  58. sarant said

    Ούτε εγώ τη θυμόμουν, ενώ έχω δει τη φωτογραφία!

  59. Ξανά για τη λέξη μαμούτι: αντιγράφω από τις Παραδόσεις του ελληνικού λαού, του Νικόλαου Πολίτη (ας είναι καλά αυτή η χαζοφυλλάδα το Βήμα), αρ. 946:

    Ένας κάποιος Μαμούτης, Φράγκος Σαντορινιός, ετούρκεψε, και τόσα κακά έκανε στους Χριστιανούς, που σηκώθηκαν όλοι στο πόδι, έκαναν αναφορές όσο που καταδικάστηκε σε θάνατο και τον εκρέμασαν σ’ ένα ανεμόμυλο. Και πεθαμένος όμως δεν έπαψε να τυραννεί τον κόσμο, και ξέχωσαν το σώμα του και το έκαψαν και ησύχασαν.

    Η παράδοση είναι από τη Σαντορίνη.

  60. sarant said

    59 Λες να έχει κάποια σχέση; Δεν αποκλείεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: