Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μια μακρά ιστορία με δυσάρεστο τέλος (Μ. Θεοδοσοπούλου)

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2013


Σήμερα στις 12 γίνεται η ημερίδα «Ξαναθυμόμαστε τον Μποστ» στο Μπενάκειο (στην Πειραιώς), όπου θα πάρω κι εγώ μέρος, οπότε δεν προλάβαινα να ετοιμάσω άρθρο. Μια και το φιλολογικό γεγονός των τελευταίων ημερών είναι η διακοπή της λειτουργίας του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, βρήκα ένα άρθρο για το θέμα αυτό, που μου αρέσει πολύ επειδή αφηγείται την ιστορία του εκδοτικού οίκου και του βιβλιοπωλείου, και δεν αποφεύγει τις αιχμές. Δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή στην Εποχή και το υπογράφει η Μ. Θεοδοσοπούλου.

Μια μακρά ιστορία με άδοξο τέλος

31 Αυγούστου 1885, ο Γεώργιος Σουρής, τότε 32 ετών και σε μεγάλη στιχουργική φόρμα, έγραφε στο εβδομαδιαίο και έμμετρο σατιρικό φύλλο του, τον «Ρωμηό», που εξέδιδε ήδη επί τριετία, τους στίχους: «Σύστασις δι’ εν ωραίον / Βιβλιοπωλείον νέον. / Όστις ανάγκην έχει παντοδαπών βιβλίων, / ας τρέξη στης Εστίας το βιβλιοπωλείον, / εις την οδόν Σταδίου, στου Λάμπρου από κάτω, / μ’ Ελληνικά και ξένα συγγράμματα γεμάτο. / Μεγάλως συνίσταται εις όλους παρ’ ημών, / διότι κι ευθηνίαν θα εύρετε τιμών.»
Στου Λάμπρου από κάτω, λοιπόν, δεν είναι παρά η οικία, επί της οδού Σταδίου 32, του κερκυραίου, ηπειρωτικής καταγωγής, αρχαιολάτρη και νομισματολόγου Παύλου Λάμπρου, που πέθανε δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 67 ετών. Στο ίδιο οίκημα λειτουργούσε, από το 1860, το κατάστημα αρχαιοτήτων του ιδίου, με ιδιαίτερο τμήμα βιβλίων.
Όταν ο Σουρής αναφέρεται στην Εστία, δεν εννοεί πλέον τις βιβλιοεμπορικές δραστηριότητες του εβδομαδιαίου περιοδικού, που κυκλοφορούσε ήδη από τις 4 Ιαν. 1876, αρχικά, με διευθυντή τον Παύλο Διομήδη και από την 1η Ιαν. 1881, τον Γεώργιο Κασδόνη, αλλά το βιβλιοπωλείο που είχε την έμπνευση να ιδρύσει ο Κασδόνης, με συνεταίρο τον τζιώτη Ιωάννη Βρετό, που αποχώρησε δυο χρόνια αργότερα. Τότε, το Βιβλιοπωλείο της Εστίας εξ ανάγκης μεταφέρθηκε στην απέναντι γωνία των οδών Σταδίου και Πεσματζόγλου, καθώς, στη θέση της οικίας Λάμπρου, ο αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Νικολούδης θα έχτιζε ένα μέγαρο καταστημάτων, γραφείων και κατοικίας του. Προέκυψε όντως μέγαρο και μία από τις γνωστότερες στοές των Αθηνών, η Στοά Νικολούδη, έχοντας διπλή πρόσοψη και δίοδο Πανεπιστημίου – Σταδίου. Εδώ μια λεπτομέρεια: Η Στοά προς την πλευρά της Σταδίου σχημάτιζε διακλάδωση με διπλή έξοδο. Το Βιβλιοπωλείο της Εστίας επανήλθε εκεί, στο δεξιό σκέλος, το 1936.

Πιάτσα βιβλιοπωλείων

Ενδιαμέσως, λόγω έτερης αγοραπωλησίας, το Βιβλιοπωλείο της Εστίας αναγκάστηκε να μεταφερθεί για δεύτερη φορά, από το γωνιακό κατάστημα στο διπλανό, Σταδίου 44, που ήταν και η διεύθυνση του περιοδικού «Νέα Εστία», όταν πρωτοεκδόθηκε τον Απρίλιο του 1927. Ταυτόχρονα, διατηρούσε κατάστημα στην Ιπποκράτους, απέναντι από το σημερινό βιβλιοπωλείο του Παπαδήμα, όπου τότε ήταν το Ληξιαρχείο. Πόλος έλξης, πάντως, ήταν η Σταδίου. Άλλα βιβλιοπωλεία και εκδοτικοί οίκοι εκείνης της εποχής ήταν του Μιχαήλ Σαλίβερου, Σταδίου 14, απέναντι από το άγαλμα Κολοκοτρώνη, καθώς και το παλαιότερο Βιβλιοπωλείο Σαλίβερου, ο Ερμής, που το διηύθυνε ο αδελφός του, Χρήστος Σαλίβερος. Ακόμη, το Βιβλιοπωλείο Δημήτρη Δημητράκου, Σταδίου 4, στο νεόκτιστο, εν έτει 1931, κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, και από το 1934, στην πλατεία Συντάγματος. Επίσης, του Σιδέρη, του Τζάκα και του Δελαγραμμάτικα, του Γεωργίου Βασιλείου, Σταδίου 42, και, από το 1901, το Βιβλιοπωλείο του Κώστα Ελευθερουδάκη, Σταδίου και πλατεία Συντάγματος. Το τελευταίο, στο Μεσοπόλεμο, αναφέρεται ως το πιο εντυπωσιακό. Το πληρέστερο, ωστόσο, ήταν της Εστίας. Και όχι μόνο το πληρέστερο, αλλά και τόπος συνάντησης του λογοτεχνικού σιναφιού. Από τότε, όποιος ήθελε να αφήσει για κάποιον ένα βιβλίο, στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας το εμπιστευόταν.

Οι Τηνιακοί της Εστίας

Αυτές ήταν οι διαδοχικές μετοικεσίες επί της οδού Σταδίου του πρώτου καταστήματος του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, ενώ ο άνθρωπος που κρατούσε το πηδάλιο της επιχείρησης άλλαξε τέσσερις φορές μέσα σε 93 έτη, 1885-1978. Δεκαπέντε χρόνια μετά τα εγκαίνια, που διαφημίζει εμμέτρως ο Σουρής, στις 4 Νοε. 1900, πέθανε από φυματίωση ο Κασδόνης. Τη διεύθυνση του Βιβλιοπωλείου ανέλαβε ο ανιψιός του Ιωάννης Δ. Κολλάρος, τότε τριάντα ετών. Και οι δύο από τον Πύργο της Τήνου. Τηνιακής καταγωγής, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν και ο μακροβιότερος υπάλληλος του Βιβλιοπωλείου. Ο Νίκος Παντελάκης, που, προ δεκαετίας, αφηγήθηκε την ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Μιας μορφής απομνημονεύματα, με τίτλο, «Σαν να διάβασα ένα βιβλίο». Χάρις στις γνωριμίες της μητέρας του, βρέθηκε, μόλις δεκάχρονος, υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, το 1923. Στην Εστία παρέμεινε μέχρι τον Ιαν. του 2001. Τα 90α γενέθλιά του τα γιόρτασε στο Βιβλιοπωλείο σε εκδήλωση για το βιβλίο του, όπου του απονεμήθηκε τιμητικό δίπλωμα. Τότε, ο Κυριάκος Ντελόπουλος τον είχε χαρακτηρίσει “προηλεκτρονική βάση δεδομένων”. Πέθανε στις 20 Απρ. 2008.
Το 2011, το βιβλίο του Παντελάκη συμπλήρωσε η μελέτη της Άννας Καρακατσούλη, «Στη χώρα των βιβλίων. Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας 1885-2010». Επί τροχάδην, η γενεαλογία της Εστίας διαγράφεται ως εξής: Ο Ιωάννης Δ. Κολλάρος είχε ένα μοναχοπαίδι, την Ευτυχία. Αρσακειάδα η Ευτυχία, παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σαραντόπουλο, αξιωματικό του Πυροβολικού. Δεν αναφέρεται χρονολογία γάμου, πάντως άρχισε να εργάζεται στην Εστία το 1925, συμπτωματικά τριαντάχρονος, όπως και ο πεθερός του όταν ξεκίνησε. Λόγω της συμμετοχής του στο αντεπαναστατικό κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη, Οκτ. 1923, είχε αποταχθεί με το βαθμό του ταγματάρχη. Επωμίστηκε μέρος από τις ευθύνες της Εστίας, ενώ ο Κολλάρος κράτησε τα τυποτεχνικά. Ο Κολλάρος πέθανε το 1956, σε ηλικία 86 ετών, και μάλλον θα είχε πολύ νωρίτερα αποτραβηχτεί από την επιχείρηση.

Νέα μετακίνηση

Το ζεύγος Σαραντόπουλου, όπως και το ζεύγος Κολλάρου, απέκτησε ένα μοναχοπαίδι, την Μαρίνα Σαραντοπούλου, κατόπιν σύζυγο του γιατρού Λεωνίδα Καραϊτίδη. Ο Σαραντόπουλος πέθανε Δεκ. 1972, η Μαρίνα, γνωστή ως Μάνια, Καραϊτίδη πήρε το πηδάλιο σε ηλικία 44 ετών. Με την αγορά, το 1977, του Μεγάρου Νικολούδη από την Τράπεζα Πίστεως, το Βιβλιοπωλείο της Εστίας εξαναγκάστηκε, για άλλη μια φορά, σε αλλαγή στέγης. Η καινούρια διευθύντρια βρέθηκε στα δύσκολα. Έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στα σχετικά μικρά διαθέσιμα καταστήματα του κέντρου και τα απόμερα αλλά ευρύχωρα προς το Λυκαβηττό. Η Καραϊτίδη βρήκε ένα “γιαπί” Σόλωνος 60, ανάμεσα σε Σίνα και Μαντζάρου. Στη γωνία της Σίνας είχε εγκατασταθεί από το 1972 το βιβλιοπωλείο του Μανόλη Μοσχονά «Ενδοχώρα». Αργότερα ήρθε και σφηνώθηκε, ανάμεσα σε «Ενδοχώρα» και Εστία, το παλαιοβιβλιοπωλείο του  Σωτήρη Νασιώτη, με μόνο υπάλληλο την κόρη του. Εκείνος κρατούσε πάντα το αχανές υπόγειο στην Ηφαίστου, σωστή σπηλιά του Αλί Μπαμπά για το παλαιό βιβλίο, που έκλεισε τέτοια εποχή πριν τέσσερα χρόνια.
Το βασικό προσόν της ανεγειρόμενης πολυκατοικίας ήταν ότι το μεγάλο κατάστημα του ισογείου συνοδευόταν από ένα ίδιων διαστάσεων υπόγειο. Τα εγκαίνια έγιναν το 1978. Κρίμα να μην σώζεται ούτε καν στις φωτογραφίες η ημερομηνία. Ας την ανακαλύψει στα αναμνηστικά της η Μάνια Καραϊτίδη, αφού, έτσι κι αλλιώς, η επιλογή του καταστήματος της Σόλωνος καταγράφτηκε σαν προσωπικός της θρίαμβος. Κατάφερε, πάντως, να μεταφέρει την πιάτσα του βιβλίου. Μόλις το 2005, η Σταδίου πήρε και πάλι κεφάλι με το άνοιγμα του Βιβλιοπωλείου Ιανός. Ας θυμίσουμε, αφού το θέμα μας είναι το κλείσιμο βιβλιοπωλείων, ότι το 1978 άνοιξε το δικό του βιβλιοπωλείο ένας άλλος Τηνιακός, ο Στρατής Φιλιππότης, βαφτισιμιός του Κολλάρου. Είχε ξεκινήσει ως υπάλληλος του Βιβλιοπωλείου της Εστίας και διάλεξε για το βιβλιοπωλείο του τη γωνία Ακαδημίας και Ασκληπιού. Από το 1981 μεταφέρθηκε Σόλωνος 69. Έκλεισε 2 Φεβρουαρίου 2013.

Η Εστία στα δύο

Το 1998, η Μάνια Καραϊτίδη, συμπληρώνοντας 25 χρόνια στο τιμόνι της Εστίας, αποφάσισε να το εγκαταλείψει, καίτοι μόλις 70χρονη και περισσότερο παρά ποτέ μάχιμη, χάρις και στη μακρόχρονη εμπειρία. Το ζεύγος Καραϊτίδη δεν συνέχισε την οικογενειακή παράδοση του ενός μονάκριβου τέκνου. Ευτύχησε να αποκτήσει δυο. Πρώτα, το γιο, το 1951, και τέσσερα χρόνια αργότερα, την κόρη. Ήδη, από το θάνατο του Σαραντόπουλου, το 1972, ο εγγονός, με την ενηλικίωσή του, είχε πάρει το μερίδιο εκείνου. Έτσι, το 1998, η Εστία μοιράστηκε στα δυο. Δέκα χρόνια νωρίτερα, είχαν δημιουργηθεί δυο εταιρείες: η εκδοτική και το βιβλιοπωλείο. Άλλο, όμως, μια διαίρεση, που επιβάλλουν λόγοι νομικοί και οικονομικοί, και άλλο ο ουσιαστικός τεμαχισμός. Στις ορεινές περιοχές και στα νησιά, τότε που η γη ήταν πολύτιμη, νουνεχείς οι αρχηγοί οικογενειών, άφηναν ολόκληρη την περιουσία στον πρωτότοκο. Τις κόρες τις προίκιζαν, πάντως γη σπάνια μοίραζαν. Η Καραϊτίδη δεν ακολούθησε τους σοφούς πρόγονους, παραγνωρίζοντας ότι ο διαιρεμένος κλήρος εμφανίζεται πιο ευάλωτος στις αντίξοες συνθήκες. Το 1998, ο Γιάννης Καραϊτίδης πήρε την επιχείρηση του  Βιβλιοπωλείου της Εστίας και η Εύα Καραϊτίδη τον εκδοτικό οίκο, του οποίου την έδρα μετέφερε στην οδό Ευριπίδου  84. Το Βιβλιοπωλείο της  Εστίας έκλεισε οριστικά, στις 30 Μαρ. 2013. Συμπληρώθηκε μια ακέραια 35ετία για το κατάστημα της Σόλωνος και κοντά 128 έτη από το άνοιγμά του, στις 31 Αυγ. του 1885.
Γράφτηκε στον Τύπο, ότι η Πολιτεία δεν συγκινήθηκε για το κλείσιμο του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Καλά η Πολιτεία, αλλά η οικογένεια της Εστίας, η στενή εξ αίματος, δεν θα αναμενόταν να φανεί αλληλέγγυος! Αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσαν οι δηλώσεις της εγγονής του Κολλάρου στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων: “Απρόσκοπτα θα συνεχίσουν τη λειτουργία τους οι εκδόσεις της «Εστίας», που δεν επηρεάζονται κατά το παραμικρό από το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου. Οι εκδόσεις της «Εστίας» ετοιμάζονται να υποδεχθούν στην Ελλάδα σημαντικούς συγγραφείς που έχουν μεταφράσει και κυκλοφορούν ήδη ή πρόκειται να κυκλοφορήσουν σύντομα. Μεταξύ αυτών θα είναι ο Μάρτιν Βάλζερ, κορυφαίο όνομα της σύγχρονης γερμανικής πεζογραφίας, και ο πολυβραβευμένος αμερικανός μυθιστοριογράφος Ρίτσαρντ Πάουερς… Ο ομώνυμος εκδοτικός οίκος συνεχίζει ακάθεκτος προς τα 130 έτη”.
Αυτά δήλωσε η Εύα Καραϊτίδη, εκδότρια της «Εστίας», με αφορμή το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου της «Εστίας» το περασμένο Σάββατο, συμπληρώνει ο δημοσιογράφος. Ειρωνεία της τύχης, οι εκδόσεις δεν φέρουν την ονομασία της «Εστίας» αλλά…  «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

Υποτίμηση ή λάθος εκτίμηση

Για όλα φταίει η οικονομική κρίση και οι χαλεποί καιροί, όπως λένε. Τα αίτια, όμως, είναι συνήθως πολλαπλά και κάποια ερωτήματα μένουν. Πώς θα διαμορφωνόταν η κατάσταση εάν η Μάνια Καραϊτίδη δεν αποχωρούσε και αν η Εστία δεν κοβόταν στα δυο και μάλιστα, κατά τόσο απόλυτο τρόπο; Σύμφωνα με τον Κωστή Καναράκη, τον τελευταίο διευθυντή του βιβλιοπωλείου της Εστίας: “Καιρό τώρα, το κατάστημα της οδού Σόλωνος είχε πάψει να είναι προνομιακό σημείο πώλησης των εκδόσεων που γίνονταν από το εκδοτικό στρατηγείο της οδού Ευριπίδου. Από το 2010, μάλιστα, δεν γινόταν καν πίστωση, η προμήθεια των εκδόσεων της «Εστίας» γινόταν πλέον τοις μετρητοίς”.
Όπως φαίνεται, οι κληρονόμοι υποτιμούν ή δεν εκτιμούν σωστά τα ατού της Εστίας και, κυρίως, το κοινό της. Το δείχνουν οι δηλώσεις της εκδότριας που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τα μεγάλα ονόματα της ξένης λογοτεχνίας. Μόνο που τον πολυβραβευμένο αμερικανό μυθιστοριογράφο τον λανσάρει καλύτερα ένας Καστανιώτης για παράδειγμα. Άλλα είναι τα δικά της “μετερίζια”, που θα της έλεγε και ο Αλέξης Τσίπρας, ο μόνος πολιτικός αρχηγός, που εξέφρασε τη θλίψη του για το κλείσιμο του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.
Επίσης, οι διευθύνοντες του Βιβλιοπωλείου, με την κάθοδο των “βιβλιοπωλείων αλυσίδων”, προσπάθησαν να του αλλάξουν φυσιογνωμία για να γίνει χώρος φιλικότερος σε ένα νεότερο κοινό. Λησμόνησαν, λ.χ., πως το συγκεκριμένο κατάστημα επιλέχτηκε κάποτε για το μεγάλο υπόγειο. Εκεί ήταν ο τοίχος με τα θεατρικά και οι άλλοι με τη νεοελληνική λογοτεχνία: μυθιστορήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικά, της παλαιότερης, του Μεσοπολέμου και της νεότερης. Σχεδόν ολόκληρη η πεζογραφία της γενιάς του Τριάντα, κτήμα του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Ακόμη και μετά την χρονική περίοδο των αποκλειστικών δικαιωμάτων, 50 ή 70 χρόνια, ο μύθος της ανήκει στην Εστία, εκδόσεις και βιβλιοπωλείο. Στο υπόγειο, όπως και στο πατάρι με τα ιστορικά, λαογραφικά και λοιπά δοκιμιακά, εκεί πιο στριμωγμένα γύρω από το μπαλκονάτο άνοιγμα, υπήρχαν εκδόσεις ηλικίας 20, 30 ή και περισσότερων χρόνων. Ακόμη υπήρχε ο πίσω τοίχος του ισογείου με τα περιοδικά, εκτός από τα αθηναϊκά, της επαρχίας, και πέραν του τρέχοντος τεύχους τουλάχιστον δυο, τρία ή και περισσότερα παλαιότερα. Τέλος, υπήρχε σε κεντρική θέση η τράπεζα για τα ορφανά βιβλία. Με άλλα λόγια, εκείνα που βγήκαν ιδίοις αναλώμασιν, όχι τα ποιητικά αλλά τα πιο παραγκωνισμένα δοκιμιακά από ελάσσονες, επαρχιώτες και Ιδρύματα, που κανένα βιβλιοπωλείο δεν τους παραχωρεί μια θέση. Και επρόκειτο για θέση στον ήλιο, καθώς οι πελάτες ειδικών ενδιαφερόντων πήγαιναν κατ’ ευθείαν εκεί.

Συνήθεις κοινοτοπίες

Το Βιβλιοπωλείο της Εστίας μάλλον πρώτα υποβαθμίστηκε, προσπαθώντας να ανανεωθεί, και μετά έκλεισε. Όσο για τους συγγραφείς, καλλιτέχνες και εν γένει, πνευματικούς ανθρώπους, οι δηλώσεις τους δείχνουν ότι  μάλλον συνέβαλαν κι αυτοί με τον τρόπο τους. Κατ’ αρχάς, τα μεγάλα λόγια, που καταντούν χωρίς νόημα, όπως εκείνα, περί συμβολικής απώλειας και κοπής στα δυο του αθηναϊκού τοπίου, ή περί τραυματισμού της εθνικής συνείδησης και πλήγματος της δημοκρατίας. Δείχνουν κοινότοπα, λίγο πολύ ταιριαστά σε όλους τους φορείς πολιτισμού που κλείνουν και τους θεσμούς που δύουν. Η ουσιαστική σχέση με το χώρο φαίνεται ανύπαρκτη. Μένει κανείς με την εντύπωση ότι πήγαιναν στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας για δημόσιες σχέσεις τα Σάββατα ή σε άλλες εκδηλώσεις ως τιμώμενοι και τιμητές. Το μόνο συγκεκριμένο χώρο που μνημονεύουν από το Βιβλιοπωλείο είναι το γραφείο της Μάνιας Καραϊτίδη. “Μετά ρακοποσίας”, κατά δημοσιογραφική εκδοχή. Στο μέλλον, που θα κλείνουν τα “βιβλιοπωλεία αλυσίδες”, λιγότερο εστέτ πελάτες θα αναφέρονται με θλίψη στο κλείσιμο της καφετέριας.

Και οι διαδικτυωμένοι

Υπάρχει, πάντως, και η αντίδραση των διαδικτυωμένων, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πραγματίστικη στα όρια του κυνισμού. Καταλογίζουν την απουσία προσφορών, μειωμένων τιμών και ελπίζουν στη θέση του, Σόλωνος 60, να προκύψει ένα καλό ίντερνετ καφέ. όπως στη θέση της «Ενδοχώρας» προέκυψε κατάστημα “αλυσίδας φούρνων”. Στον Τύπο, την άποψή της διαδικτυακής πλειοψηφίας και μάλλον όχι μόνο, αναπτύσσει άρθρο στο ΒΗΜagazino της Λώρης Κέζα, δημοσιογράφου που ασχολήθηκε περισσότερο από δέκα χρόνια με το βιβλίο, ως κριτικός, εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού, συγγραφέας παιδικών βιβλίων: “Οι πελάτες σαν και του λόγου μου περνάμε από τα βιβλιοπωλεία αλλά δεν  ανοίγουμε  το πορτοφόλι. Οι αγορές γίνονται συστηματικά μέσω ίντερνετ. Χωρίς  να σηκωθούμε από την καρέκλα, χωρίς να πάμε στο κέντρο της πόλης, χωρίς να  μιλήσουμε σε άνθρωπο διαλέγουμε τους τίτλους, πληρώνουμε με paypal και  περιμένουμε τον ταχυδρόμο να φέρει την πραμάτεια στην πόρτα. Δεκάδες  δικαιολογητικά για τον νέο τρόπο προμήθειας βιβλίων. Μια προτίμηση στα  ξενόγλωσσα και οι εξωφρενικά χαμηλές τιμές στα μεταχειρισμένα του διαδικτίου  –  όταν λέμε «μεταχειρισμένα» εννοούμε «διαβασμένα», σε άριστη κατάσταση, με  τιμές από 1,5 ευρώ….  Έχω εκπαιδεύσει τα παιδιά μου στο ψηφιακό εμπόριο. Δεν τα έχω μάθει να  ξεφυλλίζουν μέσα σε ένα κατάστημα αλλά να επιλέγουν βιβλία μέσα από την οθόνη  του υπολογιστή.” Αν δεν σφάλλουμε, πρόκειται για παιδιά πέντε ή έξι χρόνων.

Μάλλον άδοξο το τέλος του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Άδοξο γιατί φάνταζε ως τέμενος βιβλίου σε μια πόλη πάσχουσα από βιβλιοθήκες και σε μια εποχή που το καλό βιβλίο πολτοποιείται κατ’  απόλυτη προτεραιότητα.

   Μ.Θεοδοσοπούλου

38 Σχόλια to “Μια μακρά ιστορία με δυσάρεστο τέλος (Μ. Θεοδοσοπούλου)”

  1. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    … Μάλλον άδοξο το τέλος του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Άδοξο γιατί φάνταζε ως τέμενος βιβλίου σε μια πόλη πάσχουσα από βιβλιοθήκες και σε μια εποχή που το καλό βιβλίο πολτοποιείται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα.

    Πάντα υπάρχουν και χειρότερα:

    Abandoned Russian library

    στην εποχή της απαξίωσης των αρχών του Διαφωτισμού. 😦

  2. Γς said

    Ναι τέμενος του βιβλίου και θυμήθηκα ότι σην απέναντι γωνία Ιπποκράτους και Σόλωνος ανθούσε πριν 20-30 χρόνια το χείριστο είδος βιβλιοπορνείας. Βιβλία με το κιλό! Είχαν μάλιστα και κάνα δυο παλάντζες.

    -Δύο κιλά πεντακόσια. Να τα αφήσω;

    Κι ήταν ένας που είχε «ντύσει» τους τοίχους στο καινούργιο του διαμέρισμα με φτηνό φρέσκο γυαλιστερά και πλουμιστό πράγμα απ αυτό το βιβλιομπορδέλο.

    \

  3. Γς said

    Από την ΕΥ1 Τώρα:
    Απόσπασμα από μια εκπομπή το βράδυ. Για κάποια συνεδρία και τέτοια
    Ακούω: «Τι του επέτρεψε να μην ζητήσει βοήθεια;»
    Λέγεται γμτ κρτ μου;

  4. Raptakis Dimitrios said

    Είναι διεισυτικότατο το άρθρο της κ. Θεοδοσοπούλου.
    Και το δελτίο τύπου του εκδοτικού οίκου, όπως τουλάχιστον το διάβασα στο fb, σιωπούσε περί του βιβλιοπωλείου. Όλα αυτά ανήκουν, βεβαίως, στα interna corporis, που δεν μας ενδιαφέρουν.

    Θαρρώ πως το άρθρο της Θεοδοσοπούλου συνομιλεί και συμπληρώνεται από το άρθρο του Κουτσουρέλη στην προηγούμενη κυριακάτικη Αυγή. Εκεί εξηγεί πολύ ωραία γιατί η Αθήνα δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει ένα βιβλιοπωλείο σαν την Εστία: ο χώρος εκλείπει, όταν εκλείψει ο αστός θαμώνας του.

  5. sarant said

    Ευχαριστώ για τα σχόλια!

    4: Ακριβώς, πολύ διεισδυτικό άρθρο ΚΑΙ με πολλές πληροφορίες για την ιστορία της Εστίας.

  6. μὰ πῶς γίνεται νὰ ἐπιλέγῃς ἕνα βιβλίο ἔτσι χωρὶς νὰ τὸ ξεφυλλίσῃς πρῶτα; ἡ ἐπίσκεψι σὲ ἕνα βιβλιοπωλεῖο εἶναι σωστὴ ἱεροτελεστία. μιὰ φορὰ μόνο ἀγόρασα βιβλίο μέσῳ διαδικτύου, ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ποιητικὴ συλλογὴ ποὺ δὲν τὴν εὕρισκα στὰ βιβλιοπωλεῖα. καὶ κἀνὰ δυὸ φορὲς ἀγόρασα τηλεφωνικῶς, ἀλλὰ πάλι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ καινούργιους τίτλους.

    ἔψαχνα κἄποτε ἕνα ἐξηντλημένο στὸν ἐκδότη βιβλίο σὲ ὅλα τὰ βιβλιοπωλεῖα τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν. ἤξερα ὅτι εἶναι ἐξηντλημένο, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ξέρεις. ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ μοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπέυθυνοι καταλάβαινα ποιά βιβλιοπωλεῖα εἶναι πραγματικὰ ἐνημερωμένα. σὲ κἀνὰ δυὸ θυμᾶμαι ὅτι προθυμοποιήθηκαν νὰ μοῦ τὸ παταγγείλουν κιόλας (ἀπαντοῦσα ἐυγενικὰ ὅτι δὲν εἶμαι κάτοικος Ἀθηνῶν κι ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ μοῦ τὸ παραγγέιλουν γιατὶ ἀναχωροῦσα τὴν ἑπομένη). Στὴν Ἑστία δὲν εἶχα προλάβει νὰ ἐκφέρω τὸν τίτλο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέως ὅταν μοῦ ἀπήντησαν: «Ἄαααα, αὐτὸ εἶναι ἐξαντλημένο». Ἀπὸ τότε δὲν ἔτυχε νὰ ξανακατέβω στὴν Ἀθηνα.

  7. […] Σήμερα στις 12 γίνεται η ημερίδα "Ξαναθυμόμαστε τον Μποστ" στο Μπενάκειο (στην Πειραιώς), όπου θα πάρω κι εγώ μέρος, οπότε δεν προλάβαινα να ετοιμάσω άρθρο. Μια και το φιλολογικό γεγονός των τελευτ…  […]

  8. LandS said

    #3 Τι του επέτρεψε να μη ζητήσει βοήθεια από μένα το μεγάλο ψυχοθεραπευτή; Υποχρεωμένο είναι το σκουλήκι να μου τα σκάσει χοντρά!
    Όσο πιο τσαρλατάνος είναι κάποιος τόσο πιο πολλές εκφράσεις που ξαφνιάζουν χρησιμοποιεί. Και ύφος ε! Και βλέμα. Ατενίζοντας εικοσιπέντε μοίρες πάνω από τον ορίζοντα.

  9. dtel said

    Αρθρο δυνατό, γεμάτο ιστορία, που ξεχειλίζει από την αγάπη του συντάκτη για το θέμα που πραγματεύεται, με την τόλμη του να τοποθετηθεί χωρίς να νοιάζεται να χαϊδέψει αυτιά, που αναγκάζει τον αναγνώστη καταναλωτή να συνειδητοποιήσει τη συνένοχη συμμετοχή του για τα όσα ωραία χάνονται, θύματα της εν πολλοίς «νέας τάξης» πραγμάτων. Mea culpa για το δικό μου μερίδιο ευθύνης!!!!. Συγχαρητήρια στην κυρία Θεοδοσοπούλου που το έγραψε και σε εσάς κύριε Σαραντάκο, που το αναρτήσατε..

  10. psyxroskianapodos said

    Είναι βέβαια θλιβερό, αλλά κατά την γνώμη μου το κλείσιμο της Εστίας δεν οφείλεται ούτε στον εκμοντερνισμό που έφερε εκφυλισμό ούτε στην λάθος επιλογή τίτλων. Οφείλεται κυρίως στο οτι το πορτοφόλι του παραδοσιακού βιβλιόφιλου άδειασε και τα χρήματα ίσα-ίσα επαρκούν (αν επαρκούν) για τα χρειώδη. Πολλώ δε μάλλον που οι τιμές του βιβλίου στην Ελλάδα είναι αρκετούτσικα τσιμπημένες – και γι’αυτό δεν φταίει μόνο ο ΦΠΑ που είναι στον Θεό αλλά και η ντόπια αισχροκέρδεια.

  11. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα σχόλια!

    9: Καλώς ήρθατε στον σχολιασμό και σας ευχαριστώ!

  12. Καλαχώρας Λεώνικος said

    Tι να πούμε πια σήμερα; Παρεαδοσιακά βιβλιοπωλεία κλείνουνμ και στο Λονδίνο.
    Δεν πάσχει η Ελλάδα ή η Αθήνα. Πάσχει ο κόσμος!

  13. Οπως «πέθαναν» οι δίσκοι, οι κασσέτες και τα σιντί έτσι αργοπεθαίνουν οι εφημερίδες και τα βιβλία. Δεν μπορούν να συναγωνισθούν τις ηλεκτρονικές μορφές, το ίδιο θα συμβεί (η)λίαν συντόμως και με το χρήμα και την πλαστική μορφή του. Τον δρόμο τον έδειξε στην Ελλάδα το ΧΑΑ με τους άυλους τίτλους. Εχω κορνιζώσει κάποιες μετοχές να τις πουλήσουν για αντίκες οι απόγονοί μου, το ίδιο θα κάνω και με τις κάρτες μου, τα υπόλοιπα πράγματα συντηρούνται με αλάτι…

  14. spiral architect said

    @13: … Δεν μπορούν να συναγωνισθούν τις ηλεκτρονικές μορφές …

    Τζι, είναι άραγε μόνο αυτό, ή μήπως:
    – η ένδεια κάνει απαγορευτική την πρόσβαση στα κλασσικά χάρτινα βιβλία, ακόμα και απ’ τους μύστες τους, του παρελθόντος;
    – υπάρχει μια γενικότερη και εν πολλοίς κατευθυνόμενη απαξίωση της γνώσης και της κουλτούρας;
    Τα ερωτήματά μου είναι αλληλοτροφοδοτούμενα.

  15. sarant said

    13-14: Κι εγώ δεν νομίζω ότι φταίει ο ανταγωνισμός από το ηλεβιβλίο. Το δισκάδικο πέθανε επειδή ο κόσμος κατεβάζει από το Διαδίκτυο. Για τα βιβλιοπωλεία, η μείωση του τζίρου δεν οφείλεται στο ότι οι χρήστες διαβάζουν ηλεβιβλία, τουλάχιστον όχι στην Ελλάδα. Ή τουλάχιστον δεν είναι αυτή η καθοριστική αιτία.

  16. # 14
    Πιστεύω πως είναι σχέση τιμής και αξίας. την στιγμή που μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατεβάσει όποιο τραγούδι ή κείμενο θέλει, θα δώσει λεφτά μόνο για κάτι που αξίει πραγματικά και εδώ θα σου θυμίσω τα λόγια του Ντύλαν όταν κυκλοφόρησαε το Μόντερν Τάϊμς. «δεν είχε βγεί καλό ελπί εδώ και είκοσι χρόνια, μόνο καλά τραγούδια έβγαιναν». Κάποτε αγόραζα το ελπί για ένα τραγούδι, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να το αποκτήσω, τώρα το σκέφτομαι σαράντα φορές περισσότερο πριν αγοράσω γιατί έχω εναλλακτικές λύσεις. (τελευταίο σιντί που αγόρασα, Λεονόρα-Φιντέλιο με Φιλαρμονική Βιέννης και Μπερνστάϊν, μάλλον το τελευταίο κομμάτι που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα).
    Δεν βλέπω λόγο πλέον να αγοράσω βιβλίο, δυο-τρία που τα θεωρώ «ευαγγέλια» τκαι τα θέλω σπίτι μου, τα έχω, ό,τι άλλο θελήσω, ξέρω που θα το βρώ.
    Οσο περισσότερο ο κόσμος εξοικειώνεται με το ίντερνετ.τόσο πιο απαιτητικός θα γίνεται στις αγορές του, κακά τα ψέμματα, τα καλά βιβλία όπως και τα καλά σιντί σπανίζουν επικίνδυνα στις μέρες μας, τα «περίπου καλά», αφθονούν

  17. spiral architect said

    … ή παραφράζοντας τον Έκο: «Μέσα υπάρχουν πολλά, μηνύματα ελάχιστα». 😦

  18. Να προσθέσω πως τα άπαντα του Παπαδιαμάντη και του Σουρή καθώς και κάποια λεξικά τα βρήκα από τον πατέρα μου και θα περάσουν στους απογόνους μου, η δική μου συνεισφορά θα είναι κάποια λίγα αξιόλογα 9με τα δικά μου κριτήρια) βιβλία.

  19. Λίστα Λαγκάρντ said

    Καλημέρα!

    Συμφωνώ, Νίκο, με το «δυσάρεστο τέλος» του τίτλου σου, αλλά καθόλου με το «άδοξο τέλος» της μακράς εναρκτήριας ιστορίας της Θεοδοσοπούλου: λίγες επιπτώσεις της περίφημης κρίσης (που ζούμε όλοι μας, με τον ένα ή άλλο τρόπο) έτυχαν τέτοιας διάδοσης και σχολιασμών στον τύπο και στο διαδίκτυο, τόσων δηλώσεων μεγαλόστομων και μη διανοητών, συγγραφέων αναγνωρισμένων και επίδοξων που πέρασαν από το φιλόξενο γραφειάκι της κυρίας Μάνιας, και δος του οι καφέδες πριν τις δώδεκα, και δος του τα τσίπουρα μετά τις δώδεκα, κ.ο.κ. Το έχω πει κι αλλού: όλα αυτά μου φαίνονται προσπάθειες εφησυχασμού των συνειδήσεων, αφενός, (αφού μπορεί να μπαίναμε πότε-πότε αλλά δεν αγοράζαμε), αλλά και ενδεικτικά της βαθιάς προσφοράς μας στα εκδοτικά και πολιτιστικά εν γένει πεπραγμένα του τόπου μας. Σκ…ά στα μούτρα μας, δηλαδή!

  20. sarant said

    19: Δεν έχεις άδικο!

    Παρέμπ, ένα ωραίο νικ θα ήταν, λέμε τώρα, Λίτσα Λαγκάρντ 🙂

  21. Alfred E. Newman said

    Πρόσφατα βγήκα από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας έχοντας καταθέσει 180 ευρώπουλα χωρίς να εξαντλήσω τη λίστα που είχα γιατί δεν μπορούσα να τα κουβαλήσω.
    Υποθέτω την ίδια στιγμή κάποιοι από αυτούς που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα είτε μετά βίας είχαν αγοράσει ένα βιβλίο είτε -ακόμα χειρότερα- δεν αγόρασαν τίποτα αλλά ήπιαν ένα τσάι και μια ρακή με την Κυρία Μάνια.

    Διαβάζοντας τα όσα συνέβησαν και έχοντας παρακολουθήσει το βιβλιοπωλείο περισσότερα χρόνια από όσο φαντάζεστε κάνω δύο πικρές διαπιστώσεις.
    Πρώτη ότι μοιάζει το κλείσιμο σαν προγραμματισμένο από καιρό.
    Δεύτερη, ενώ πάντα ξέραμε ότι όποιο βιβλίο ζητάμε ή θα το βρούμε στην Εστία ή έχει εξαντληθεί, τα τελευταία χρόνια «αναγκάστηκα» να αγοράσω από άλλα βιβλιοπωλεία γιατί αυτά που ζητούσα (μη φανταστείτε τίποτα δυσεύρετα) δεν υπήρχαν στην Εστία.

  22. Λίστα Λαγκάρντ said

    @20,
    θέλεις να χάσω την (ισπανική) ετοιμότητα και εξυπνάδα;
    Δεν φτάνουν όλα τ’ άλλα, που θυσίασα;

  23. sarant said

    22: 🙂

    21: Εγώ ομολογώ πως δεν ψώνιζα συχνά από την Εστία -μού έπεφτε λιγάκι ξέδρομα. Αλλά τελευταία κι εγώ δεν είχα βρει βιβλία εκεί.

  24. Λοιπόν ούτε γω ψώνιζα συχνά απ’ την Εστία. Μια φορά όμως ανέβηκα στο πατάρι, γεμάτο με διάφορα τελευταία αντίτυπα των αναστατικών εκδόσεων Καραβία, και πέτυχα τα ταξίδια του Βασίλειου Βατάτζη στην κεντρική Ασία, με χάρτη και μ’ όλα. Πού να φανταστώ ότι καμιά δεκαπενταριά χρόνια μετά το βιβλιαράκι αυτό θα μ’ έστελνε και μένα εκεί.

  25. Γς said

    22:
    >Δεν φτάνουν όλα τ’ άλλα, που θυσίασα;

    Ο,τι πολυτιμότερο είχατε;
    😉

  26. Ηλεφούφουτος said

    Δύτη, μου κάνει εντύπωση που λες ότι κυκλοφορούσε βιβλίο με το κείμενο του Βατάτζη στην αγορά. Εγώ πάντως απ το ιστολόϊ σου έμαθα την ύπαρξή του.
    Τέτοια λοιπόν πράγματα η Εστία!

    Να πω την αμαρτία μου, ελάχιστες φορές είχα περάσει από κει, γιατί είμαι στθερός πελάτης της Πολιτείας, από τα φοιτητικά μου χρόνια, λόγω μειωμένων τιμών, αλλά πάλι και σε βιβλιοπωλικούς μου περιπάτους, όπου κοιτούσα για παλιά βιβλία χωρίς να έχω συγκεκριμένα πράγματα στο νου μου, για κάποιο λόγο την Εστία δεν την περιελάμβανα. Δεν ήξερα ότι είχε παλιά κι εξαντλημένα.

  27. Εκδόσεις Καραβία, δεν τις έχεις πετύχει ποτέ;

  28. physicist said

    Πώς σας φαίνεται το επίθετο μακρά ιστορία στον τίτλο; Ξέρω ότι συνηθίζεται με τη λέξη ιστορία κι ότι δεν είναι το ίδιο με τη μακριά ιστορία αλλά για το γούστο μου σκοντάφτει με το αόριστο άρθρο μια που προηγείται. Τη φράση την έχω στο νου μου να χρησιμοποιείται είτε χωρίς καθόλου άρθρο (το βιβλιοπωλείο έχει μακρά ιστορία) ή με οριστικό: Η μακρά ιστορία και το άδοξο τέλος της Εστίας. Συμμερίζονται κι άλλοι την αίσθηση που έχω ή βλέπω φαντάσματα;

  29. Ηλεφούφουτος said

    27 Όχι, και βλέπω τώρα ότι έχουν ωραία πράγματα. Μόνο τα σχετικά με τη γλώσσα είχα υπόψη μου, δεν ήξερα τα ταξιδιωτικά.

  30. Λίστα Λαγκάρντ said

    @25,
    μου αρέσει το κόμμα στο «ό,τι» σας: αυτό υπάρχει ακόμα, ευτυχώς…

  31. sarant said

    28: Δεν έχεις πολύ άδικο -το «μακρά» είναι λόγιο και το επίσημο ύφος δεν πολυθέλει το αόριστο άρθρο.

  32. Γς said

    30:
    Λίστα Λαγκράντ άσπιλη, αμόλυντη, αγνή παρθένος;
    Χλομό το βλέπω.
    😦

  33. Γς said

    33:
    >Λίστα Λαγκράντ

    Μπερδεύτηκα Λαγκάρντ.

    Λίστα, Λίτσα, Ηρώ στη Σαλονίκη στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα

  34. physicist said

    #31. — Α, ευχαριστώ, Νίκο.

  35. Akyla said

    Παράξενο, τούτη η ανάρτηση φαίνεται να μην προσέχτηκε ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα τα σχόλια να είναι μάλλον λίγα – για επίπεδο Σαραντάκου, εννοείται! Εγώ μυήθηκα στον κόσμο του καλού βιβλίου μέσω του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, που το πρόλαβα στην οδό Σταδίου δυο χρόνια πριν μεταφερθεί στη Σόλωνος. Ήταν από τις πρώτες μου ανακαλύψεις στην Αθήνα, όταν έφτασα ως φοιτητής το σωτήριο έτος 1976. Ανάμεσα στα μαθήματα και τις κομματικές συνελεύσεις (όσοι έχου πατήσει τα πενήντα θυμούνται το κλίμα της εποχής), όλο προς την Εστία κατηφόριζα κ’ ήταν σαν να μεταφερόμουν σ’ άλλον κόσμο – πραγματική όαση, σε συνδυασμό με τον παρακείμενο Λουμίδη και το πατάρι του. Ακόμα ξεχωρίζω ανάμεσα στα βιβλία μου εκείνα που είχα αγοράσει στη Σταδίου! Συνέχισα να συχνάζω στην Εστία και μετά τη μετακόμιση στη Σόλωνος, παρόλο που η παλιά «μαγεία» είχε χαθεί, ενώ είχα ανακαλύψει εν τω μεταξύ κι άλλα βιβλιοπωλεία, όπως την ατμοσφαιρική Ενδοχώρα, που αναφέρει και η Θεοδοσοπούλου στο άρθρο της, και βεβαίως την Πολιτεία απ’ όπου κυρίως ψωνίζω σήμερα. Οι επισκέψεις μου στην Εστία αραίωσαν, ειδικά από τότε που οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να αντικαταστήσουν τους παραδοσιακούς πάγκους με κάτι αντιαισθητικά γκρίζα σταντ! Ωστόσο, η Εστία είχε πάντα την πληρέστερη συλλογή περιοδικών, και μάλιστα μερικά πολύ καλά από την Επαρχία, που δεν τα ‘βρισκες πουθενά αλλού.
    Και μιας και μιλάμε για καλά βιβλιοπωλεία που έκλεισαν, ας θυμηθούμε και τον Κάουφμαν της Σταδίου με τα παλαιικά ράφια και το πάτωμα του ορόφου που έτριζε. Μια ολόκληρη εποχή!..

  36. sarant said

    35: Ήταν και Κυριακή, πάντως.

  37. sobibor43 said

    Χαίρεται. Κάπως ετεροχρονισμένα, αλλά ήθελα να κάνω την εξής ερώτηση: στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού της Εστίας υπήρχε αφιέρωμα στον λογοτέχνη Ρόδη Ρούφο, με αφορμή τα 40 χρόνια από τον θανατό του. Θυμάμαι πως υπήρχε κάποιο απόσπασμα από βιβλίο του στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β ή και Γ λυκείου αρχές του 1990. Έκανα και μια αναζήτηση στο ιστολόγιο σας και δεν βρήκα κάποια αναφορά στον εν λόγω κύριο. Το διαβάσατε το τεύχος; Έχετε ασχοληθεί ποτέ με τον συγκεκριμένο λογοτέχνη;

    ευχαριστώ

  38. sarant said

    Καλησπέρα

    Για τον Ρούφο ίσως να έχω γράψει παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία που αναφέρθηκα στον φίλο του τον Θ.Δ.Φραγκόπουλο. Λογαριάζω κάποτε να αναφερθώ στο ιστορικό μυθιστόρημά του «Γραικύλοι». Από παλιά πατρινή οικογένεια, το επώνυμό του Ρούφος-Κανακάρης, με αρκετά περίπλοκες συμβάσεις ονοματοδοσίας για τα μέλη της οικογένειάς τους. Έχει γράψει και για την Κύπρο (Χάλκινη εποχή, απάντηση στον Λ. Ντάρελ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: