Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ψευτοφίλοι από την Κύπρο

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2013


Το άρθρο δεν εκθέτει τα παράπονά μου από τη συμπεριφορά κάποιων Κυπρίων που μου έκαναν τον φίλο και μετά με πούλησαν για χρήμα στο καταχείμωνο, διότι οι ψευτοφίλοι για τους οποίους θα σας μιλήσω δεν είναι άνθρωποι αλλά λέξεις. Μάλλον θα καταλάβατε ότι εννοώ το φαινόμενο των faux amis, των λέξεων δηλαδή που προέρχονται από την ίδια ρίζα, αλλά έχουν ελαφρώς ή και εντελώς διαφορετική σημασία από τη μια γλώσσα στην άλλη, με αποτέλεσμα να παραπλανούν όσους δεν ξέρουν καλά και τις δυο αυτές γλώσσες και δεν έχουν τα μάτια τους τέσσερα -πάμπολλοι μεταφραστές έχουν πέσει θύματα (γλωσσικής) ψευτοφιλίας και έχουν δώσει διασκεδαστικά μαργαριτάρια. Άλλοι πάλι έχουν πάθει χουνέρια εξαιτίας των ψευδόφιλων λέξεων, σαν εκείνο τον φίλο μου που του κλέψαν το πορτοφόλι στην Ιταλία και άρχισε να κυνηγάει τον πορτοφολά φωνάζοντας «volare, volare», νομίζοντας ότι λέει «κλέφτης, κλέφτης» (voleur στα γαλλικά), ενώ στα ιταλικά volare είναι το ρήμα «πετάω»!

Την ιστορία αυτή και μερικές ακόμα διασκεδαστικές ιστορίες με ψευδόφιλες λέξεις την έχω ξαναπεί, σε ένα παλιότερο άρθρο που είχα αφιερώσει στο θέμα, που όμως είναι ευρύτατο και δεν εξαντλείται, τουλάχιστον αν κάποιος έχει την πετριά της γλώσσας. Στο άρθρο εκείνο είχαμε δει ότι ψευτοφίλοι υπάρχουν όχι μόνο ανάμεσα σε δύο διαφορετικές γλώσσες, όπως π.χ. τα ελληνικά και τα αγγλικά (για παράδειγμα, το empathy στα αγγλικά είναι σχεδόν το αντίθετο του ελληνικού «εμπάθεια»!), αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές της ίδιας γλώσσας. Έτσι, ας πούμε, στα αρχαία ελληνικά «σεμνός» ήταν ο περήφανος, με αποτέλεσμα να την πατήσει ο μεταφραστής του Κάκτου, που μεταφράζοντας Διογένη Λαέρτιο έγραψε πως ο φιλόσοφος Μενέδημος ήταν «υπερβολικά σεμνός» επειδή το πρωτότυπο λέει «σεμνός ικανώς» -όχι, υπερόπτης ήταν. Αυτούς τους ψευτοφίλους τους είχα ονομάσει «εσωτερικούς» στο προηγούμενο άρθρο. Τώρα θα δούμε μιαν άλλη κατηγορία εσωτερικών ψευδοφίλων που ζουν στην Κύπρο, δηλαδή λέξεων που έχουν διαφορετική σημασία στα ελληνικά της Ελλάδας και στην κυπριακή διάλεκτο ή μάλλον, για να ακολουθήσω τον ορισμό της φίλης καθηγήτριας Μαριάννας Κατσογιάννου, την «ελληνική κυπριακή».

Πρέπει να πω ότι την έμπνευση και το υλικό για το άρθρο αυτό τα έχω αντλήσει από μια πρόσφατη ημερίδα που παρακολούθησα, στην οποία μίλησαν οι καθηγήτριες Μαριλένα Καρυολαίμου και Μαριάννα Κατσογιάννου, του πανεπιστημίου της Κύπρου, με θέμα την ιστορία της κυπριακής διαλέκτου και τις διαφορές της από την κοινή νεοελληνική. Τα όσα θα ακολουθήσουν είναι αντλημένα από την ομιλία της Μ. Κατσογιάννου, αλλά πριν προχωρήσω να πω ότι χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό «διάλεκτος» για να συνεννοούμαστε. Το αν μια γλωσσική ποικιλία είναι ξεχωριστή γλώσσα ή διάλεκτος είναι θέμα πολιτικό πρώτιστα, όπως θυμίζει και η ρήση ότι «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και ναυτικό» (ή κάπως έτσι). Έτσι, στην υποθετική περίπτωση που η Κύπρος είχε ενωθεί με την Ελλάδα, η κυπριακή θα είχε την ίδια αντιμετώπιση π.χ. με τα κρητικά, ενώ αν αντίστροφα η Κύπρος είχε καθεστώς εχθρικό προς το καθεστώς της Ελλάδας, θα είχαν σίγουρα υπερτονιστεί οι διαφορές των δύο γλωσσικών μορφών, όπως είδαμε να γίνεται στην πρώην Γιουγκοσλαβία και όχι μόνο. Η Μ. Κατσογιάννου προτιμά να μιλάει για «κυπριακή ελληνική» που τη θεωρεί γλωσσική μορφή διαφορετική από την ΚΝΕ (την κοινή νεοελληνική, όχι τη νεολαία του κομμουνιστικού κόμματος!) αλλά και από την «αστική κυπριακή». Η αστική κυπριακή είναι η γλωσσική ποικιλία των αστικών κέντρων της Κύπρου, όπου επιλέγονται συνειδητά διαλεκτικοί δείκτες, δηλ. λέξεις που ρητά διαφοροποιούν την ποικιλία αυτή από την ΚΝΕ (π.χ. τζαι αντί και, έσιει αντί έχει, έννεν αντί δεν είναι κτλ.) Στην κυπριακή ελληνική, οι δείκτες αυτοί, οι χαρακτηρισμένοι διαλεκτικοί, αποφεύγονται, ωστόσο η γλώσσα διαφέρει και πάλι από την ΚΝΕ, με τρόπους λιγότερο ευδιάκριτους.

Η κυπριακή ελληνική δεν διδάσκεται στην κυπριακή εκπαίδευση -αντίθετα, διδάσκεται η κοινή νεοελληνική, με τα ίδια βιβλία όπως και στην Ελλάδα. Αυτό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δημιουργεί μια κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από τη διγλωσσία που είχαμε επί καθαρευούσης, όταν διδασκόμασταν καθαρεύουσα και μιλούσαμε δημοτική. Στην Κύπρο φαίνεται πως μεγάλη (ή ηχηρή) μερίδα του κοινού θεωρεί πως έστω και η αναφορά των ιδιαιτεροτήτων της κυπριακής ελληνικής ή της αστικής κυπριακής θα οδηγήσει σε αποκοπή της μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό -και όσοι πρεσβεύουν τέτοιες θέσεις μπορεί και να σταμπαριστούν για «νεοκύπριοι». Όταν η (προηγούμενη) κυβέρνηση έβαλε δειλά-δειλά στη διδακτέα ύλη κάποια κείμενα γραμμένα σε διάλεκτο (δηλαδή σε αστική κυπριακή ή και σε επαρχιακή κυπριακή) επικράτησε ηθικός πανικός ανάλογος με αυτά που είχαμε εδώ με τη Φωνηεντιάδα (βιβλίο Γραμματικής της 6ης Δημοτικού) ή με το βιβλίο Ιστορίας «της κ. Ρεπούση». Είναι βέβαια κοινός τόπος να περιφρονιούνται οι διάλεκτοι, όπως ο νεόπλουτος ντρέπεται για τη μάνα του που μιλάει χωριάτικα και φοράει τσεμπέρι, και δεν την παρουσιάζει στους καινούργιους φίλους του, αλλά εδώ προστίθενται και οι εθνικοί, ας πούμε, λόγοι. Αλλά πλατειάζω.

Η κυπριακή ελληνική, λοιπόν, διαφέρει από την ΚΝΕ στη φωνολογία, τη μορφολογία, τη σύνταξη (θέματα που θα μπορούσαμε να τα δούμε και σε άλλο σημείωμα) και, πιο χαρακτηριστικά, στο λεξιλόγιο. Έχει όρους που δεν υπάρχουν στην ΚΝΕ (εργοδοτώ = προσλαμβάνω ή απασχολώ κάποιον, αφυπηρέτηση = συνταξιοδότηση), έχει επίσης ασυμμόρφωτα δάνεια από τα αγγλικά που είναι διαφορετικά από τα δάνεια της νεοελληνικής, ας πούμε κλατς λέγεται ο συμπλέκτης, το κοινώς λεγόμενο στην ΚΝΕ ντεμπραγιάζ. Παρομοίως, στόπερ είναι το φρένο και χαμ το ζαμπόν. Αν παρατηρήσετε στο γκουγκλ τις εμφανίσεις του όρου «δημοσιογραφική διάσκεψη» θα δείτε ότι σχεδόν όλες εμφανίζονται σε κυπριακούς ιστοτόπους (.cy) ή είναι γραμμένες από Κύπριους, αφού πρόκειται για μεταφορά του αγγλικού press conference, το οποίο στα καλαμαρίστικα (την ΚΝΕ) λέγεται «συνέντευξη τύπου».

Οι όροι αυτοί (εργοδοτώ, δημοσιογραφική διάσκεψη, υδατοπρομήθεια αντί ύδρευση κτλ.) πολλές φορές γίνονται αμέσως (ή άμεσα; ) κατανοητοί από τον ομιλητή της ΚΝΕ αν και όχι πάντοτε. Το βέβαιο είναι ότι ο ομιλητής της ΚΝΕ βοηθιέται επειδή δεν υπάρχουν οι λέξεις αυτές στην κοινή νεοελληνική -έτσι, όταν ακούσει από Κύπριο συνομιλητή του π.χ. «εργοδοτώ», χτυπάει το καμπανάκι και τον προειδοποιεί ότι πρόκειται για «κυπριωτισμό». Με τους ψευδοφίλους τέτοια δικλίδα δεν υπάρχει, αφού πρόκειται για λέξεις που υπάρχουν τόσο στην ΚΝΕ όσο και στην κυπριακή ελληνική, αλλά με διαφορετική σημασία.

Φυσικά, η διασημότερη ψευδόφιλη λέξη από την Κύπρο, που δεν αναφέρθηκε στη διάλεξη που προανέφερα για λόγους ευπρέπειας, είναι η βίλλα και όλοι θα έχετε ακούσει το μπεντροβάτο ανέκδοτο της ελλαδίτισσας δασκάλας που, φρέσκια στην Κύπρο, πληροφόρησε τους ντόπιους συναδέλφους της ότι θαύμασε «τις μεγάλες και ωραίες βίλες σας», προκαλώντας όχι λίγην ιλαρότητα. «Επαύλεις τις λέμε εδώ», την πληροφόρησαν.

Όμως υπάρχουν πολύ περισσότεροι ψευτοφίλοι που παραμονεύουν για να θολώσουν τα νερά. Καταρχάς έχουμε τις ολικώς ψευδόφιλες λέξεις, δηλαδή εκείνες στις οποίες δεν υπάρχει καμιά κοινή σημασία ανάμεσα στις δυο γλωσσικές ποικιλίες. Ας πούμε,  θάλαμος στην κυπριακή ελληνική είναι η κατάψυξη, όχι η αίθουσα. Το καραβάνι είναι το τροχόσπιτο, όχι η ομάδα ταξιδιωτών. Στο ίδιο πνεύμα, συνδετήρας στα κυπριακά είναι αυτό που εμείς στην Ελλάδα λέμε συρραπτικό, ενώ αυτομολώ δεν σημαίνει «προσχωρώ στον εχθρό» αλλά «απαυδώ, κουράζομαι ψυχικά. Αν ένας Κύπριος ζητήσει το σάλι του, μην παραξενευτείτε -θα ψάχνει το κασκόλ του.

Υπάρχουν και «μερικώς ψευδόφιλες λέξεις», δηλαδή ψευδόφιλες ως προς μία βασική σημασία τους, αλλά με άλλες σημασίες κοινές στις δύο γλωσσικές ποικιλίες. Για παράδειγμα, στα κυπριακά πένα είναι το στυλό διαρκείας, και όχι ο κοντυλοφόρος όπως στην ΚΝΕ -ωστόσο, η πένα του μπουζουκιού ή το ζυμαρικό είναι κοινή σημασία στις δύο ποικιλίες. Παρομοίως, στην κοινή νεοελληνική διασταυρώνω σημαίνει «τοποθετώ σταυρωτά» ενώ στην κυπριακή ελληνική σημαίνει «διασχίζω το δρόμο», αλλά έχουν και τις μεταφορικές σημασίες κοινές. Κρυάδα στη νεοελληνική είναι το αίσθημα του κρύου, στα κυπριακά η χαμηλή θερμοκρασία -αλλά και στις δυο ποικιλίες υπάρχει κοινή η σημασία του «ανόητου αστείου». Παρόμοια, στα κυπριακά κεραμικό είναι το πλακάκι και κυβερνητικός ο δημόσιος υπάλληλος (αυτός που λέγεται στα τρικομματικά «επίορκος»).

Κάποιες ψευδόφιλες λέξεις έχουν χρονική παράμετρο, ας πούμε. Για παράδειγμα, στα κυπριακά γόμα είναι η κόλλα (σαν την Ούχου), ενώ αυτό με το οποίο σβήνουμε λέγεται σβηστήρι. Όμως, όταν πήγαινα στο σχολείο πριν από πολλές δεκαετίες, τη μεν τωρινή γόμα τη λέγαμε και «σβήστρα», ενώ είχαμε και μπουκαλάκια με υγρή διαφανή παχύρρευστη κόλλα που τη λέγαμε «γόμα». Από την άλλη, κάποιες λέξεις που είναι σήμερα ψευδόφιλες μπορεί αύριο να μην είναι. Εννοώ το περίφημο «απολογούμαι», το οποίο στα κυπριακά σημαίνει «ζητώ συγνώμη», αλλά όλο και περισσότερο την ίδια σημασία έχει και στα ελληνικά της Ελλάδας, παρόλο που τα λεξικά δεν έχουν ακόμη (απ’ όσο ξέρω) κατοχυρώσει αυτή τη σημασία και καταγράφουν μόνο τη σημασία «υπερασπίζω τον εαυτό μου, δίνω εξηγήσεις για κατηγορία που με βαρύνει, γενικότερα δίνω λόγο για κάτι που έκανα». Βέβαια, οι Ελλαδίτες που λένε «απολογούμαι για την καθυστέρηση» δεν έχουν επηρεαστεί από τη συναναστροφή με Κύπριους, απλώς μεταφέρουν τη σημασία του αγγλικού apologize -το οποίο άλλωστε, πολλές δεκαετίες παλιότερα, επηρέασε και τη δημιουργία της κυπριακής σημασίας.

Η Μ. Κατσογιάννου έχει κάνει έρευνα με ερωτηματολόγιο σε γυμνάσια της Λευκωσίας γύρω από το θέμα αυτών των ψευδόφιλων λέξεων. Τα ευρήματά της είναι πολύ ενδιαφέροντα. Ζητήθηκε από τους μαθητές να γράψουν προτάσεις με μερικές τέτοιες ψευδόφιλες λέξεις. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία λοιπόν, και τόσο περισσότερο όσο γνωστότερη ήταν η λέξη, τα παιδιά χρησιμοποιούσαν την κυπριακή σημασία, παρόλο που στο σχολείο διδάσκονταν την κοινή νεοελληνική. Ελάχιστα παιδιά έκαναν προτάσεις με τη νεοελληνική σημασία -σε κάποιες περιπτώσεις μόνο τα παιδιά Ελλαδιτών που ζουν στη Λευκωσία. Ας πούμε, όταν τους ζητήθηκε να σχηματίσουν φράση με το «απολογούμαι», το 92% χρησιμοποίησαν τη λέξη με την κυπριακή σημασία τους, το 1% μόνο με τη σημασία της ΚΝΕ και ένα 7% έδωσε «άλλη» απάντηση (δηλαδή χρησιμοποίησε τη λέξη με άλλη, «εσφαλμένη» σημασία ή δεν απάντησε). Για τον συνδετήρα, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 90% κυπριακή – 2% ΚΝΕ – 8% άλλη σημασία. Όταν η λέξη δεν είναι τόσο γνωστή, όταν είναι πιο δύσκολη ή πιο επίσημη, τα ποσοστά της ΚΝΕ δεν αυξάνονται, απλώς αυξάνεται το ποσοστό όσων αγνοούν τη λέξη ή δίνουν λάθος σημασία της (το «άλλη»). Για τη λέξη «αυτομολώ», το 63% μόνο έδωσε φράση με την κυπριακή σημασία, το 36% «άλλη» (συχνά αγνοούσαν τη λέξη) ενώ 1% μόνο χρησιμοποίησε την νεοελληνική σημασία -αυτήν που διδάσκονται. Παρόμοια, το «υποστατικό» με την κυπριακή σημασία (κτίριο που ανήκει σε κάποιον) το χρησιμοποίησε το 36%, κανείς, 0%, με τη νεοελληνική σημασία (δευτερεύουσα κατοικία σε αγρόκτημα),  ενώ το 64% δεν απάντησαν ή έφτιαξαν φράσεις με άλλη σημασία (που νόμιζαν ότι έχει η λέξη). Παρόμοια είναι τα ευρήματα για μερικώς ψευδόφιλες λέξεις -εδώ βέβαια κάποιοι διάλεξαν μια «κοινή» σημασία, που υπάρχει και στα κυπριακά και στην ΚΝΕ.

Τα πορίσματα της έρευνας δείχνουν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τη διδασκαλία της νεοελληνικής στην Κύπρο, εφόσον δεν διδάσκονται οι διαφορές μεταξύ κυπριακής ελληνικής και κοινής νεοελληνικής κι έτσι οι ομιλητές δεν συνειδητοποιούν καν την ύπαρξη ψευδόφιλων λέξεων. Βέβαια, αυτά τα προβλήματα ίσως μοιάζουν πολυτέλειες και σκοτούρες άλλων καιρών μπροστά στη λαίλαπα που αναμένεται να χτυπήσει το νησί (και την εκπαίδευσή του) μετά τις τελευταίες δραματικές εξελίξεις -στις οποίες η Κύπρος διαπίστωσε ότι έχει μπόλικους ψεύτικους φίλους και, αλίμονο, όχι στον γλωσσικό τομέα.

 

251 Σχόλια to “Ψευτοφίλοι από την Κύπρο”

  1. Νέο Kid Στο Block said

    Εχάρτωσές την την κιτσού,μεγάλε Σαραντάκο! 🙂
    Ax, αυτός ο θάλαμος…όταν πρωτοήρθα στο νησί και μου είπε κάποιος «θα το βάλουμε στο θάλαμο» ,ρώτησα: «Αερίων;»
    Bρε Ζγκαντάψυξ! 🙂
    Ωραία τα ψευδόφιλα, θα μού έρθουνε κι άλλα στο μυαλό να σας πω, αλλά ας ξεκινήσω μ’ενα έβρυντέη ρήμα το «πιάνω»
    Πιάνω στα κυπριακά είναι το ελλαδίτικο «παίρνω». Θα σε πιάσω τηλέφωνο, πόσα πιάνεις; κλπ.

  2. Νέο Kid Στο Block said

    Mπορεί να το έχω ξαναγράψει,αλλά δε βαριέ! ας το διαβάσουν και οι νεότεροι συμπλογκίτες.
    Κυπραία μάνα φίλου μου σε επίσκεψή της στον φοιτητή γιόκα εν Αθήναις. Πάει στην έβγα της γειτονιάς για ψούμνισμα.
    -Χαμ έχετε;
    -Χαμ; ..μμ όχι κυρία μου.
    -Μα νάτο, έχετε αφού!
    -Ε, πέστο ελληνικά μαντάμ! Ζαμπόν!

  3. Νέο Kid Στο Block said

    Mια μικρή διόρθωση Νίκο. Τα βιβλία των μαθητών (για το δημοτικό που ξέρω μιλάω) δεν είναι πλέον όλα τα ίδια. Τα Μαθηματικά της Β’ ας πούμε είναι αποκλειστικά του κυπριακού υπουργείου. Ενδιαφέροντα μεν, γεμάτα δυσδιάκριτα (αλλά όχι για τον έμπειρο Κίντ 🙂 ) λαθάκια δε. Λαθάκια «λεπτής» φύσεως. Δεν ξέρω βέβαια τα αντίστοιχα στην Ελλάδα,οπότε παρακαλώ να μην εκληφθεί σαν επικριτικό το σχόλιό μου ,αλλά σαν πραγματολογικό.

  4. Νέο Kid Στο Block said

    Κουτάλα= η πλάτη που θα ξεκοκκαλίσουμε (εκτός κι αν τη βγάλουμε με φακή, διόλου απίθανο..) το Πάσχα.
    Νίκο, λίγο τραβηγμένο μου φαίνεται το «διασταυρώνω» για ψευδόφιλο. Δε λέμε στην Ελλάδα, προσέξτε τις διασταυρώσεις, προσοχή όταν διασταυρώνετε (ή διασταυρώνεστε με) δρόμο;

  5. sarant said

    Ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια (Λέγε με Κιντ!)

    3: Στα βιβλία της Γλώσσας αναφερόμουν κυρίως.

  6. Raptakis Dimitrios said

    Και στην κοινή νεοελληνική χρησιμοποιείται το ρήμα «αφυπηρετώ» σε λόγια συμφραζόμενα. Αφυπηρετεί ο καθηγητής πανεπιστημίου π.χ.

  7. Νέο Kid Στο Block said

    5. Tι να κάνω ρε Νίκο; Είπα να μη μείνεις ασχολίαστος και τόπιασα ερκολαβίαν! 🙂
    To αφυπηρετώ πρέπει να καθιερωθεί! Μήπως δεν σχετίζεται όλο και περισσότερο με μή-σύνταξη; 😦
    H αφυπηρέτηση επιόρκου όμως ,πώς πρέπει να αποδοθεί; Ίσως «ξεσαμάρωμα;»

  8. Καλημέρα Νικοκύρη. Έπιασες ψευδοροφή με το σημερινό σου άρθρο…

    1. Οι Έλληνες της Αμερικής το πόσα λεφτά βγάζεις, το λένε «πόσα κάνεις». Ένας λοιπόν, ξάδερφος ενός φίλου μου Ικαριώτη, του έκανε την ερώτηση αυτή. Κι ο φίλος μου του απάντησε: Τι με ρωτάς τώρα ρε ξάδερφε; Όταν φάω πολύ, κάνω πολλά. Όταν φάω ξηρά τροφή κάνω λίγα.

  9. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Όταν πρόπερσι το κατακαλόκαιρο έγινε η έκρηξη των κατασχεθέντων πυρομαχικών στη βάση του Μαρί, το ωστικό κύμα κατέστρεψε ολοσχερώς τον ένα (και νεώτερο) από τους τρεις ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς της Κύπρου. Μια από τις πολλές απανωτές ανακοινώσεις της ΑΗΚ (της κυπριακής ΔΕΗ) ήταν αυτή, απ’ την οποία απομονώνω τις λέξεις «πρόνοια» και «υποστατικό», λέξεις που έχουν εντελώς διαφορετική έννοια στην κοινή νεοελληνική:

    πρόνοια και
    υποστατικό

  10. Γς said

    Το έχω ξαναπεί, αλλά εδώ είναι η θέση του.

    Ο Γς υπήρξε ένα από τα πιό ατυχή θύματα του φαινομένου των faux amis:

    Δύο λέξεις, δύο συγγενών γλωσσών, ολόιδιες, αλλά με τόσο διαφορετική σημασία!

    Το πάθημα του
    😦

  11. ΠΑΝΟΣ said

    A!οι ψευτοφίλοι!Χειρότεροι κι απ’ τούς εχθρούς μας…

  12. argosholos said

    Δεν ξέρω αν αναφέρθηκε, αλλά η συντεχνία έχει μάλλον αρνητική σημασία στις ΚΝΕ (εννοώ και στις δύο σημασίες των αρχικών ΚΝΕ…), ενώ στα κυπριακά είναι απλώς το συνδικάτο.
    Επίσης, η σκάλα μάλλον είναι μονάδα μέτρησης επιφανειών, αφού οι γιγαντοαφίσες όταν είχα πάει στο νησί διαφήμιζαν τόσες σκάλες για τόσες λίρες….

  13. Γς said

    Αντε κι ένα Κερκυραϊκό:
    Το άκουσα με τα αυτάκια μου (τα απαλά των 7-8 χρόνων).
    Η κυρα Δεν-θυμάμαι-πως-την-λέγαν στο μπακάλικο.
    -Δώσε μου τζόγια μου (μία χλωρίνη;) να πλύνω τον πάτο μου!

    Πάτος = πάτωμα στην Κέρκυρα

  14. Καλημέρα σας,
    Κιντ, το «πιάνω» είναι από τα καλύτερα, αλλά χρειάζεται ουσιαστική σημασιολογική ανάλυση για να αναδειχτεί σωστά, προτίμησα να μην το πιάσω στην… πέννα μου προς το παρόν.

  15. Patrick Wei said

    Είχα φέρει έναν Κύπριο μάστορα για κάτι μερεμέτια σε ένα σπίτι στο Λονδίνο, και αυτός μου λέει: «Τα αναλαμβάνω όλα εγώ, εκτός από την πόρτα. Αλλά μην ανησυχείς. Θα σου βρω εγώ πελεκάνο.»

    Δεν είχα πει τίποτα και για μέρες αναρωτιόμουν τι στο καλό τον χρειαζόμαστε τον πελεκάνο, κοτζάμ πουλί, για την πόρτα, αλλά τελικά, όταν εμφανίστηκε ο πελεκάνος, ένας άλλος Κύπριος μάστορας, κατάλαβα.

    «Πελεκάνος» it transpired, είναι ο τεχνήτης του ξύλου (ξυλοκόπος; ξυλουργός;), αυτός που /πελεκάει/ το ξύλο. Here you are!

    Δεν το έψαξα παραπάνω αλλά το είχα διασκεδάσει πολύ.

    Θενκς Νίκο! 🙂

  16. # 10

    είναι κι εκείνος ο συγγραφέας του Νονού Mario Puzzo που δεν μεταγλωττίστηκε ποτέ σωστά στα ελληνικά, το αλβανάκι του ΠΑΟΚ, ο Κάτσε και τα…καθήστε του Μαλεζάνι !!

    Στα σχολεία πάντως πολλοί μετανάστες δεν πίστευαν πως υπάρχει επίθετο Καρυπίδης

  17. Καλημέρα, ακούγεται πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η ημερίδα. Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε πότε και πού έλαβε χώρα;

  18. Alexis said

    Καλημέρα.
    Πολύ ωραίο άρθρο!
    Ψευδόφιλες λέξεις (μερικώς τουλάχιστον) υπάρχουν και σε άλλες, ελλαδικές, διαλέκτους.
    Στην Ήπειρο π.χ. (τουλάχιστον σε κάποιες περιοχές) το επίρρημα «ψηλά» χρησιμοποιείται με τη σημασία του «πάνω» π.χ. ΄»έβαλε το πιάτο ψηλά στο τραπέζι» ή (ακόμα πιο χαρακτηριστικό) «μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και έπεσε ψηλά στον άλλο που ερχόταν από απέναντι» (το έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου).
    Επίσης οι λέξεις «φιλί», «σώνω», «κόβω» κ.ά. σε κάποια τοπικά ιδιώματα:
    -Θές ένα φιλί; = Θές (να σου κόψω) ένα κομάτι; (συνήθως από πίτα ή γλυκό).
    Εύκολα παρεξηγήσιμο για κάποιον που δεν ξέρει…
    -Είναι πολύ ψηλά δεν το σώνω (=δεν το φτάνω)
    -Θα σου κόψω ένα χέρι ξύλο…

    Το φιλί με τη σημασία «κομάτι» είναι πάντως διαφορετικής ετυμολογίας από το γνωστό μας φιλί.

  19. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    18:Το «σὠνω»με τη σημ. φτάνω δεν νομίζω να είναι ιδιωματικό, αφού λέμε «να μη σώσεις» (κατάρα) που είναι ουσιαστικά το ίδιο.
    Και το φιλί κέικ είναι φελί, όχι;

    17: Έγινε σε υπηρεσίες της ΕΕ στο Λουξεμβούργο.

    15: Τον πελεκάνο νομίζω ότι τον έλεγαν και στα ελλαδίτικα, τον έχει και το λεξικό του Πάπυρου μ’ αυτή τη σημασία -αλλά στην Κύπρο είναι πιο ζωντανή η λέξη.

    9: Καλό παράδειγμα ψευτοφίλου. Λέει η ανακοίνωση: «Οι καταστροφικές συνέπειες της έκρηξης στη Ναυτική Βάση στις 11 Ιουλίου, 2011, που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, υποχρέωσαν πολλούς καταναλωτές να προμηθευτούν ηλεκτρογεννήτριες και να τις συνδέσουν στα υποστατικά τους…» Ο καλαμαράς νομίζει ότι εννοούνται αγροτικοί οικίσκοι, όμως πρόκειται για σπίτια κανονικά, της πόλης.

  20. eréndira said

    Βαρετός = βαρύς: έν’ πολλά βαρετός ο χειμώνας! (είναι πολύ βαρύς ο χειμώνας)
    Ενώνω = συνδέω (στο τηλέφωνο): μισό λεπτό να σας ενώσω με τον κύριο ΧΧΧ
    Πίσσα = τσίχλα
    Μωρό = παιδί: έχω δυο μωρά, έν’ και τα δυο παντρεμένα. Διαφορά που έδωσε υλικό στο λογοτεχνικό οίστρο ελλαδιτών δημοσιογράφων, όταν έκαναν ρεπορτάζ για την τραγωδία με το αεροσκάφος της εταιρείας «Ήλιος».

  21. eréndira said

    Ξέχασα! Ταράζω = κάνω γρήγορα: άντε τάραξε, κόρη, τζιαί έννα σε πατήσουσι = κάνε γρήγορα κοπέλα μου, γιατί θα σε πατήσουν (σε κοπέλα που διέσχιζε τον δρόμο.

  22. Νέο Kid Στο Block said

    @Argosxolos: Nαι, η σκάλα είναι καθιερωμένη μονάδα επιφάνειας για γης. Οικόπεδα,χωράφια κλπ.
    1 σκάλα=1337,8 τετρ.μέτρα = 14.400 τετραγωνικά ποδάρια 🙂
    Aυτές είναι μονάδες μέτρησης κύριοι! Όχι, στρέμματα κι αηδίες… 🙂

  23. Ξέρω κι εγώ ένα ψευτόφιλο από την Κύπρο:
    Πελεκάνος = Ξυλουργός

  24. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #18
    Το φιλί με τη σημασία κομμάτι δεν το έχω ακούσει ποτέ στην Ήπειρο. Λέγεται θιλί κι αυτό από το φελί. Για το φελί εδώ http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%AF&sin=all

  25. Νέο Kid Στο Block said

    Oικοδομικής συνέχεια: σπόντα = πρόκα.(σε μας έχει μείνει μόνο η μεταφορική έννοια της «μπηχτής», στην Κύπρο η κυριολεκτική του καρφιού)

  26. spiral architect said

    @19 τέλος: Σωστά, όπως και στην «πρόνοια», (όπως αυτή αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΑΗΚ) οι καλαμαράδες θα συντάσσαμε:
    Προνοιών της Νομοθεσίας –> Διατάξεων της Νομοθεσίας
    σχετικές πρόνοιες των Περί Ηλεκτρισμού Νόμου και Κανονισμών –> σχετικές τεχνικές οδηγίες των Περί Ηλεκτρισμού Νόμου και Κανονισμών

  27. Πάντως βρίσκω απολαυστικότατα τα κυπριακά τόσο στην εκφορά όσο και στον γραπτό λόγο. Όσους Κύπριους φίλους έχω τους παρακαλώ να μου γράφουν έτσι.

    «Ου τους ελεινούς! Σαν δεν ντρέπουντε λέω γω!
    Κόρη πότε εννάρτεις να σε δω;»

    Και ναι το κλατς επίσης είναι φοβερό. Ο Έλληνας βεβαίως, μπορεί να το βρει γελοίο ή και εκνευριστικό. Αλλά για σκέψου πως και γιατί το λες έτσι εσύ ο ίδιος.

  28. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα κι από μένα.
    Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση, αλλά βλέπω, στους σχολιαστές να υπερτερεί η χρήση του όρου «ψευδόφιλο», παραμερίζοντας τους «ψευτοφίλους» του άρθρου, που ανταποκρίνονται περισσότερο σ’ αυτό που θέλουν να δηλώσουν.
    Τα «ψευδόφιλα» (που δεν ξέρω για ποιο λόγο προτιμούνται) παραπέμπουν γρήγορα σε μπαμπάκια ή σε διαστροφές της γενετήσιας ορμής, όχι επί του παρόντος.

  29. Νέο Kid Στο Block said

    Σπάιραλ, καλά τα λες εν γένει. Να προσθέσω στις πρόνοιες και τη σημασία της «αναμονής» που λέμε στα καλαμαρίστικα. Π.χ. έχεις κεντρ.θέρμασνη; Όχι,μόνο πρόνοιες. κλπ.

  30. Νέο Kid Στο Block said

    Mε το κλατς που είπε ο Ανδρέας, θυμήθηκα το φοβερό «έμπλεξε το κλατσόν στο κλατς και έδωκα του μπροστινού!» που δικαιολόγησε μια γνωστή το ελαφρύ αυτοκινητιστικό της ατύχημα.:-)
    Kλατσόν ή κλάτσα το καλσόν ή κάλτσα αντίστοιχα. (αλήθεια, αυτό το φαινόμενο πώς λέγεται;)
    Δίνω(έδωκα)κλπ. =πέφτω πάνω στον μπροστινό 😆

  31. spiral architect said

    Σοβαρά τώρα, λεξικό της κοινής κυπριακής, αντίστοιχο του ΛΚΝ υπάρχει; 🙄

  32. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    31: Απ’ όσο ξέρω όσα λεξικά υπάρχουν έχουν μόνο τις ιδιωματικές λέξεις και δεν έχουν όσες είναι μεν ίδιες με την ΚΝΕ αλλά έχουν και διαφορετικές σημασίες ή χρήσεις.

  33. Γς said

    10:
    Το θέμα που δουλεύαμε ήταν μια πρωτεΐνη που παρουσίαζε σταδιακή αύξηση από το νότο προς το βορά της ιταλικής χερσονήσου. Και η ιδέα ήταν μήπως η καλή μορφή της είχε απλωθεί από τον αποικισμό των ελλήνων στην Magna Grecia.
    Ετσι η Εύη ανέλαβε να πάρει αίμα από έλληνες εδώ για σύγκριση.
    Από πού πήρε; Από ένα γηροκομείο Κωνσταντινουπολιτών, που φυσικά μικρή σχέση είχαν με τους προγόνους των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας και τσάμπα τους τρυπήσαμε και τσάμπα τα δεδομένα που μαζέψαμε.

    Γιατί τα λέω όλα αυτά; Για την Πόλη!

    Εβλεπα χτες το βράδυ μια υπέροχη εκπομπή στο TV5 για την “Istanbul”. Αυτό που μου έκανε εντύπωση όμως ήταν ότι σε όλο το δίωρο Stabouliotes τους ανέβαζε Stabouliotes τους κατέβαζε τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης.
    Σταμπουλιώτες. Τι ωραία Ελληνική λέξη!

  34. Alexis said

    #24, Γρηγόρη μόνο το πρώτο παράδειγμά μου αναφερόταν στην Ήπειρο. Το «φιλί» λέγεται ευρέως στη Λευκάδα, περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας, πιθανώς και αλλού.
    Και το έχω ακούσει πάντα ώς «φιλί» και ποτέ «φελί».
    Μπορεί σε άλλες περιοχές να λέγεται και με «ε».

  35. Νέο Kid Στο Block said

    Φώτα τροχαίας= τα φανάρια των δρόμων. Όταν κάποιος λαμβάνει κατευθυντήριες οδηγίες στην Κύπρο (ΚΑΝΕΙΣ δεν μιλάει με όνομασίες οδών!) θα ακούσει «στα τρίτα φώτα, δεξιά..κλπ)
    Δείκτης= το φλας. Δείχνω= βγάζω φλας (αλλά αυτά δεν είναι ακρθιβώς ψευδόφιλα νομίζω, απλά έχουν πρόσθετη έννοια)
    ΥΓ. Κυρία Κατσογιάννου, συγχαρητήρια για τη δουλειά σας!

  36. Τίτλος Εξώς Χριστοδούλου said

    Ψευδόφιλοι, καλήμέρα! Τρείς φοιτήτριές μου, στο Κολλέγιο, με ερώτησαν, ομού και εν μπαμπινιωτική συγχρονία: ‘τί σημαίνει μεταμέλεια’; Το εξήγησα με παραπομπή στην σύγχρονη πολιτικο- οικονομική πραγματικότητα: ‘καμμία μεταμέλεια, όσοι με τα με τα μέλια’…Εννοείται, εμείς τώρα βουλιάζουμε, την κυπριακή πραγματικότητα…

  37. Γς said

    Ψευδόφιλες λέξεις στις γλώσσες.
    Τα γλωσσόφιλα παίζουν;

  38. Τίτλος Εξώς Χριστοδούλου said

    35.
    Αν θέλεις να μείνεις στην ιστορική μνήμη στην Κύπρο για τα…φώτα σου, κτίσει πολυκατοικία στα γωνιακά φανάρια της τροχαίας. Έτσι έμειναν, στην Λευκωσία γνωστοί ο Γαβριηλίδης, ο Καλησπέρας και τόσοι άλλοι…

  39. Τίτλος Εξώς Χριστοδούλου said

    Κτίσε…

  40. Γς said

    35:
    >(ΚΑΝΕΙΣ δεν μιλάει με όνομασίες οδών!) θα ακούσει “στα τρίτα φώτα, δεξιά..κλπ)

    Οπως Ιταλία:
    Βάι ντιρίτο. Σιμάφορο πριμο, σιμαφορο σεκόντο, ε πόι σινίστρα

  41. Raptakis Dimitrios said

    15, 19: Το «πελεκάνος» με την έννοια του πετροκόπου, πετρομάστορα, το έχω ακούσει στη Μάνη.

    Οι πρόνοιες είναι μάλλον επηρεασμένες από το αγγλικό provisions.

    Η Γραμματεία του Δικαστηρίου λέγεται, νομίζω, Πρωτοκολλητείο.

    Η νομική ορολογία της κυπριακής ελληνικής είναι από μόνη της ξεχωριστό κεφάλαιο.

  42. sarant said

    33: Και επώνυμο, Σταμπουλής, και Σταμπουλούς.

  43. 42 < 33: Και στο Πολυτεχνείο είχαμε και Σταμπολτζή.

  44. 37: «Ψευδόφιλες λέξεις στις γλώσσες. Τα γλωσσόφιλα παίζουν;»
    Στα ψέματα.

  45. nikolas said

    Άλλη διασκεδαστική διαφορά είναι με τη λέξη βαρετός. Στην Κυπριακή σημαίνει βαρύς.

    Διάλογος στο γραφείο :

    Κυπραία : Διάς μου το φάιλ της υπόθεσης πλιζ, εν πολλά βαρετό.

    Καλαμαράς : Τι λες, εγώ το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον.

    Όντως στην Κύπρο υπάρχει ένα γλωσσικό θέμα το οποίο ξεκινά από το σχολείο όπως πολύ σωστά εντοπίσατε πιό πάνω.

    Για να μην μιλήσω φυσικά για τις ανοησίες που εκούστηκαν την προηγούμενη πενταετία για την εθνολογική προέλευση των ελληνοκυπρίων και επεκταθούμε σε άσχετα ζητήματα.

    Χαιρετισμούς από την Λεμεσό.

  46. Γιάννης Παππάς said

    Φίλη από μεγάλη εταιρεία καλλυντικών, έχει πάει με συναδέλφους της στην Κύπρο, προκειμένου να προωθήσουν σε σχετική έκθεση τα προϊόντα τους. Στο περίπτερο που έχουν στήσει, προσφέρουν δωρεάν επαγγελματικό μακιγιάζ.
    Νεαρή επισκέπτρια τους ζητάει σε άπταιστα κυπριακά, ένα μακιγιάζ που να μην είναι όμως «βαρετόν».
    Μετά από αρκετή προσπάθεια και ενδιαφέροντες διαλόγους οι χρήστες της ΚΝΕ αντιλαμβάνονται ότι εννοούσε το ακριβώς αντίθετο! Ήθελε μακιγιάζ που να μην είναι έντονο και βαρύ.

  47. Πολύ γέλιο με την ΚΝΕ. Θυμάμαι και εμένα μου είχε προκαλέσει εκπλη(ξη και αμη)χανία όταν την είχα πρωτοδεί. Επίσης, λίγο πιο ψαγμένη, η ΚΟΑ: Κρατική Ορχήστρα Αθηνών / Κομματική Οργάνωση Αθήνας (του ΚΚΕ).

  48. sarant said

    45-46: Τα σχόλια τα είχε τσακώσει η σπαμοπαγίδα και τα εμφάνισα τώρα ετεροχρονισμένα για να μην χαλάσει η αρίθμηση. Κατά σύμπτωση, αφορούν ενμέρει το ίδιο θέμα!

  49. spiral architect said

    Μπορεί για εμάς να έχουν την πλάκα τους οι ψευτοφίλοι και οι αγγλισμοί της κυπριακής (με top of the pops το απερίγραπτο ΛΤΔ) αλλά δεν θα ξεχάσω αυτό που μου είπε ένας συνάδελφος, που κατέβηκε πρόπερσι το καλοκαίρι εκών – άκων κάτω, για να συνδράμει στην αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης στο νησί. Όταν επέστρεψε, μου είπε ότι, «είναι φοβερό να κατεβαίνεις σε ένα ξένο αεροδρόμιο (Λάρνακα) και να ακούς τη γλώσσα σου.» 🙂

  50. Από τα αγαπημένα μου θέματα οι ψευδόφιλες λέξεις, ειδικά ανάμεσα σε ποικιλίες της ίδιας γλώσσας! 🙂
    Η κα. Κατσογιάννου παρουσίασε τον περασμένο Οκτώβριο τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής στο συνέδριο «Τζαρτζάνεια» (για όσες/όσους ενδιαφέρονται για την έρευνα, μπορούν να την δουν όταν βγουν τα πρακτικά του συνεδρίου).
    Στο μεταξύ, μπορείτε να δείτε μερικά ακόμη ψευδόφιλα ανάμεσα στην κυπριακή ελληνική και την κοινή νέα ελληνική σε αυτή την ανάρτηση (poster) σε συνέδριο 2007. Πρόκειται για πρώιμο στάδιο της έρευνας πάνω στα ψευδόφιλα, από τις ίδιες συγγραφείς και του άρθρου των Τζαρτζανείων (Νάντια Χατζοπούλου και Μαριάννα Κατσογιάννου).

  51. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    @42,
    βέβαια, υπάρχει ο Συμεών Σταμπουλού, που διδάσκει ελληνικά στη Λειψία, ειδικός στο έργο του Σκαρίμπα και μεταφραστής των Νοβάλις, Ρίλκε, Τσέλαν…

  52. Γς said

    Α, μην ξεχάσουμε και τις εμπάθεια- empathy

  53. Α, ρε Νικοκύρη, φάλιες που μας άνοιξες! (Φάλιες = μπελάδες)
    Το καραβάνι = τροχόσπιτο ομολογώ ότι δεν το είχα ακούσει, αλλά προσθέτω εδώ λίγα ακόμα ψευδόφιλα:

    1. βελόνα = καρφί. (Η δική μας βελόνα λέγεται σμίλα, και το βελονάκι του πλεξίματος σμιλί)
    2. πάννα = η μπόλια, το περιτόναιο του σφαγμένου ζώου. (Η πάνα των μωρών είναι παννί)
    3. σώννω: Συνήθως σε αρνητικές προτάσεις, εν το σώννω = «δεν το φτάνω» ή «δεν έχω τη δύναμη να το σηκώσω» κτλ. Ποτέ δεν χρησιμοποιείται η προστακτική «σώνε» με τη σημασία «τέλειωνε», όπως παρ’ ημίν.
    4. λίβελλος = συκοφαντική δυσφήμιση (<αγγλ. libel), ενώ στα καλαμαρίστικα = έντονα επικριτικό δημοσίευμα (συχνά συκοφαντικό, αλλά όχι πάντα).
    5. φθαρτά = τα μαναβικά (<αγγλ. perishables). Και φθαρτέμπορος = μανάβης.
    6. μάχουμαι = μοχθώ, κοπιάζω, αγωνίζομαι.
    7. πεζζίνα = το βενζινάδικο (όχι η βενζίνη, που λέγεται πετρέλαιο)
    8. δϊώ (<διδώ, δίνω), συνήθως στον αόριστο έδωκα = πέφτω με δύναμη πάνω σε κάτι, χτυπώ πάνω σε κάτι (το ανέφερε και ο Νεοκίντ παραπάνω). Νομίζω ότι υπάρχει παρόμοια χρήση και στα κρητικά (τση δωκε ο γήλιος = τη χτύπησε ο ήλιος), αλλά ας μας πει η Ιμμόρ.

    @35: Νεοκίδιε, οι παλιότεροι το φλας το λένε και τραφικέιτορ. Επίσης, νέφκω (νεύω) = βγάζω φλας ή αναβοσβήνω τα φώτα του αυτοκινήτου, για να κάνω σήμα στον απέναντι.

  54. Ξέχασα την πιπίλα, που είναι η δαντέλα.

  55. Γς said

    Στο BBC τώρα
    Μάργκαρετ Θάτσερ τέλος.
    Να και η Βασίλισσα.
    Ξεκινάει η πομπή.
    Προηγούνται οι ανθρακωρύχοι…

  56. 54 Μπιρμπίλα δεν είναι και στα πολίτικα; Αμυδρή ανάμνηση από σχολικό ανάγνωσμα.

  57. Η λέξη Μπιρμπίλα προέρχεται από την τούρκικη λέξη birbiri που σημαίνει το ένα μετά το άλλο. Στην Σμύρνη το ονόμαζαν και κοχάκι. Η δαντέλα με μπιμπίλα γίνεται με την βελόνα ραψίματος και λοιπά.

  58. Αρκεσινεύς said

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο, Νίκο.
    Μια απορία: τελικά ψευτοφίλος ή ψευτόφιλος; Οι λέξεις είναι ψευτόφιλες.

    30.Μετάθεση συμφώνου:βρούτσα-βούρτσα, πρινάρι-πουρνάρι

    22.Στην Αμοργό λέμε σκάλα μακρόστενο τμήμα γης που φυτεύεται, το καρίκι :ήβαλα δυο σκάλες μελιζάνα.

  59. Νέο Kid Στο Block said

    Γεια σου Τιπού! Ναι, τώρα που το είπες το νέφκω (με την έννοια του «παίζω φώτα») έχει πλάκα.
    Νέψε του! Κι αρχίζει να χαιρετάει το καλαμαρούιν κι ο ευγενής κυπραίος πουποτσιεί να αγριοκοιτάει…:-)
    Nα βάλω και το «να λιάνω»=να λιγοστέψω ,αντίθετο: «πολυνίσκω»=αυγατίζω

  60. Άσχετο με τα ψευδόφιλα, αλλά δεν αντέχω να μην το κοινοποιήσω: εδώ η αρχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου μεταφρασμένη στα κυπριακά: http://thetrim1.blogspot.com/2013/04/blog-post_16.html

  61. Μικρή διόρθωση: «Ένα στοισιειόν αντζιελοσσιάζει την Ευρώπην…»

  62. @57: Δύτη, ναι, με τη βελόνα του ραψίματος. Δεν ήξερα για την τουρκική αρχή της λέξης.

  63. gbaloglou said

    15

    Καλού κακού αναζήτησα τον «πελεκάνο» (με μη ορνιθολογική σημασία) στο TLG … και ανταμείφθηκα: η λέξη υπάρχει όχι μόνο στα Μεσαιωνικά Ελληνικά («πελεκάνοι τεχνίτες» στο Χρονικόν του Μορέως, «τέκτονες πελεκάνοι» στον Βελισσάριο του Λιμενίτη) μα και αρκετούς αιώνες νωρίτερα στον Γεώργιο Μοναχό … που γράφει, ανάμεσα σε άλλα τρομερά και σκανδαλώδη, και τα εξής ανήκουστα για τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’ (802 – 811):

    καὶ τὰς τιμὰς καὶ τὰ ἀξιώματα, ἅτινα ἐδίδασιν οἱ ἄλλοι βασιλεῖς εἰς ἐνδόξους καὶ μεγάλους ἄρχοντας καὶ στρατηγοὺς, καὶ δοκίμους ὀνομαστοὺς, οὗτος ἔδιδεν αὐτὰ τζεγγαρίους ῥάπτας, πελεκάνους, κωμοδρόμους, κρεμυδοπώλους, ζευγηλάτας

  64. Νέο Kid Στο Block said

    58. Αρκεσινεύ,χαίρε! Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και οι κυπριακές σκάλες αρχικά (δηλαδή στο ..περίπου), και μετά οι εγγλέζοι βάλαν τάξη με τις απίστευτες ιμπήριαλ μονάδες μέτρησής τους τους. 🙂
    Τη γυάρδα τη λένε ακόμη κάποιοι παλιοί (αντί για μέτρο,πολύ χοντρικά το ίδιο)

  65. Είπε ο νοικοκύρης, σωστά, ότι γόμμα στα κυπριακά είναι η κόλλα (που τη λέγαμε κι εμείς κάποτε γόμμα). Προσθέτω ότι κόλλα στα κυπριακά είναι το χαρτί (μια κόλλα χαρτί) και λαδόκολλα το καρμπόν (ω ναι!)

  66. @64: Νεοκίντ, πράγματι, οι παλιοί μετράνε ακόμα με γιάρδες και πόδια (ο εξηνταφεύγα δάσκαλός μου της οδήγησης, πριν από πολλά χρόνια, μου έλεγε ότι πρέπει να κρατάω απόσταση τρία πόδια από το προπορευόμενο αυτοκίνητο).

  67. spiral architect said

    @60: Καλόοοο! 😀

  68. Ένα ένα μου έρχονται: κάθομαι εξέταση (ή, εξευγενισμένα, παρακάθομαι εξέταση) = δίνω εξετάσεις. Προφανώς αγγλισμός (to sit an exam).

  69. Αρκεσινεύς said

    53. Το σώνω σε αρνητικές ή ερωτηματικές φράσεις (σώνεις;) με τη σημασία του φτάνω το λέμε και στην Αμοργό. Το βρίσκω όμως και στο ΛΕΓ του Πάπυρου, άρα θα λέγεται κι αλλού με αυτή τη σημασία.

  70. gbaloglou said

    63

    Προσοχή όμως … η ύπαρξη τσαγγάρηδων («τζεγγαρίους») παραπέμπει σε μεταγενέστερο έργο/χειρόγραφο [Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)] του Γεωργίου Μοναχού (κλπ κλπ)

  71. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    Πολύ διδακτικά τα ψευτόφιλα του Τιπούκειτου, αλλά πιο πολύ μ’ άρεσε η λαδόκολλα=καρμπόν!

    63: Θαυμάσιο εύρημα, είναι λοιπόν τόσο παλιός ο πελεκάνος=μαραγκός!

  72. @58: Αρκεσινεύ, η βρούτσα (για την ακρίβεια, φρούτσα) είναι και κυπριακή. Οπότε είναι και πιο εύκολο να την μπερδέψεις με το άλλο.

  73. @63: Γιώργο Μπαλόγλου, ο κωμοδρόμος τι είναι; Επιβιώνει ως επώνυμο στην Κύπρο.

  74. Νέο Kid Στο Block said

    Ένα χιουμοριστικό κάπως με το «διώ» (=δίνω, πέφτω/χτυπώ) που είπε ο Τίπ ού κείται! (πρέπει να γνωριστούμε πάραυτα, τουλάχιστον να σε αποφεύγω οδικώς (μά άκου έμαθε οδήγηση με 3 πόδια απόσταση!!):lol:
    Nα διάς χαμαί όπως την παττίχαν = να σκάσεις κάτω σαν το καρπούζι! 🙂

  75. sarant said

    70: Ωχ, ναι. Αλλά και πάλι είναι μεσαιωνικό.

  76. sarant said

    73: Σιδηρουργός, αλλά πώς πήρε αυτή τη σημασια δεν το ξέρω με βεβαιότητα, μάλλον θα ήταν πλανόδιοι στην αρχή.

  77. Νέο Kid Στο Block said

    Και πού είναι αυτή η κοπελιά η Ιμμόρ, να λαλήσει (ωχ! το πιο συνηθισμένο ψευδόφιλο ξεχάσαμε..)κανα κρητικό ψευδόφιλο;

  78. @76: Νίκο, ευχαριστώ πολύ. Θα έπρεπε να είχα κοιτάξει τον Κριαρά: http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/search.html?lq=κωμοδρόμος&dq=

  79. @77: Νεοκίντ, το κυπριακό λαλώ = λέω, στον ενεστώτα. Αλλά ο αόριστος είναι είπα, όχι ελάλησα!

  80. MelidonisM said

    από ακούσματα στο Ρίκι

    εξάξω/εξήξαν
    ξεμανικώνομαι (να ξεμανικωθούν οι αρμόδιοι
    για την κρίση/να σηκώσουν τα μανίκια)
    δεν έχει υπόθεση, δεν αξίζει μία
    φταίω τον εαυτό μου, I blame myself

    έχουν και αρχαϊσμούς που δεν συνηθίζονται
    στα ελλαδικά, όπως το επάναγκες

  81. Νέο Kid Στο Block said

    79.Στον αόριστο διαρκείας όμως (εντάξει μωρέ..παρατατικό.:-)) λαλούμεν «ελάλουν!» ένναι;

  82. @81: Σαφώς!

  83. @80: Πράγματι, το φταίω είναι και μεταβατικό («Εν να μας φταίξουσιν εμάς, στο τέλος»). Το ίδιο και το φεύγω: «Να το φύουμε τούτο που δαμαί» = να το πάρουμε, να το μετακινήσουμε αυτό από δω.

  84. atheofobos said

    Δίνει η προϊσταμένη στον κρητικό ασθενή το βράδυ ένα μπουκάλι από πορτοκαλάδα και του λέει να κατουρήσει μέσα (παλιότερα δεν υπήρχαν τα πλαστικά ποτηράκια.)
    Το επιστρέφει το πρωί ο κρητικός γεμάτο μα σκατό!
    Δεν ήξερε η ταλαίπωρη πως κατουράω στην Κρήτη έχει διττή έννοια τόσο του κατουρήματος όσο και του χεσίματος!
    Έπρεπε ΄να του έχει πει: σε αυτό θα τσιρίσεις = κατουρήσεις.

  85. Γς said

    84:
    Καλή όρεξη!
    Τι να σου πώ;
    Μεσημέρι είναι!
    Φτου

  86. Έτυχε να το ψάξω λίγο το θέμα με τον κωμοδρόμο. Όντως υπήρχε με την έννοια του σιδερά τόσο στον Μεσαίωνα, όσο και στη κυπριακή ελληνική. Ρώτησα επαγγελματία σιδερά πρόσφατα και μου είπε ότι η λέξη «κωμοδρόμος» χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στην Κύπρο. Μάλιστα, ο σιδεράς ασχολείται με οικοδομές, ενώ ο κωμοδρόμος σιδεράς ασχολείται με κατασκευές από σίδερο (π.χ. κάγκελα κτλ), αλλά όχι με σίδερα για χτίσιμο σπιτιών. Μάλλον το όνομα έχει να κάνει με το ότι είναι πλανόδιος σιδεράς όντως.

  87. Εμένα η αγαπημένη μου κατάληξη είναι το -ούι(ν), που το λέει και ο Νεοκίντ στο 59, και που με παίδεψε λίγο μέχρι να καταλάβω ότι είναι το -ούδι.

    Τραγουδάκι και ζωγραφιές, μες στη γλύκα.

  88. atheofobos said

    85;
    Δεν ήξερα πως το μεσημέρι αναστέλλονται οι λεκτικές αναφορές στις φυσιολογικές λειτουργίες του σώματος ή μήπως έπρεπε να γράψω σκώρ αντί για σκατό;
    Προφανώς αυτά το κείμενα του φίλτατου Σαραντάκου δεν θα πρέπει να το διαβάζει κανείς το μεσημέρι!

    https://sarantakos.wordpress.com/keimena/lykiardokimia/lykiardideology/
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/03/10/merdestrausskahn/

  89. gbaloglou said

    75 & 76

    Εικασία: κωμοδρόμος = περιφερόμενος κωμικός = αθίγγανος = σιδηρουργός

    Προς επίρρωσιν των ανωτέρω … παραθέτω σχετική ιστοριούλα του Γεωργίου Μοναχού* … εις διπλούν (πρώτα από το ‘κανονικό’ και ύστερα από το ‘σύντομο’ Χρονικό του):

    Ἦλθε δὲ καὶ ἐκ τὴν δύσιν ἄνθρωπος κωμοδρόμος ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔχων κύνα ξανθὸν καὶ τυφλόν, ὅστις κελευόμενος παρὰ τοῦ κωμοδρόμου ἐποίει θαύματα παράδοξα.παρεστῶτος γὰρ ὄχλου παμπόλλου, καὶ τοῦ κωμοδρόμου λαμβάνοντος δακτυλίδια χρυσᾶ τε καὶ ἀργυρᾶ καὶ χαλκᾶ καὶ σιδηρᾶ, καὶ πάντα μίσγων καὶ περισκέπων χώματι καὶ τῷ κυνὶ ἐπιτρέπων, ἐλάμβανε διὰ τοῦ στόματος καὶ ἐδίδου ἑκάστῳ τὸ ἴδιον.

    Ἦλθε δὲ καὶ ἐκ τῆς Δύσεως ἄνθρωπος κωμοδρόμος ἐν ΚΠ. ἔχων κύνα ξανθὸν καὶ τυφλὸν, ὅστις (κελευόμενος ὑπὸ τοῦ κωμοδρόμου) ἐποίει τέρατα (παράδοξα). Παρεστῶτος ὄχλου παμπόλλου καὶ τοῦ κωμοδρόμου λαμβάνοντος δακτυλίδια χρυσᾶ, καὶ ἀργυρᾶ, καὶ σιδηρᾶ, καὶ χαλκᾶ, καὶ πάντα σμίγων καὶ περισκέπων χώματι καὶ τῷ κυνὶ ἐπιτρέπων, ἐλάμβανε διὰ τοῦ στόματος καὶ ἐδίδου ἑκάστῳ τὸ ἴδιον.

    [Δεν διαφέρει τελικά και πολύ η γλώσσα, παρατηρείστε όμως την εξαφάνιση του «τε» και τις αλλαγές «μίσγω» —-> «σμίγω» και «θαύματα» —-> «τέρατα» στην μεταγενέστερη (;) παραλλαγή!]

    *σπάνιος ο «κωμοδρόμος» στο TLG (και όχι μόνο), τον βρίσκουμε κυρίως στον Γεώργιο Μοναχό, αλλά και στον Θεοφάνη Ομολογητή (όπου μάλλον πρωτοεμφανίζεται η ιστορία του ξανθού τυφλού σκύλου) και στον μεταγενέστερο Μιχαήλ Γλυκά (όπου επίσης εμφανίζεται η ιστορία του ξανθού τυφλού σκύλου), και ως επώνυμο ήδη στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο.

  90. @89: Γιώργο Μπαλόγλου, ευχαριστούμε. Αυτή είναι πολύ σημαντική μαρτυρία για τη σημασία του κωμοδρόμος: προφανώς η λέξη σήμαινε οποιονδήποτε πλανόδιο. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι το πρώτο συνθετικό είναι από το «κωμικός» και όχι από την «κώμη», όπως λέει ο Κριαράς.

  91. Pilot said

    Ζητώντας εισητήριο από Κύπριο «περιπτερά» στο Λονδίνο μου λέει:

    Πηεμόν ερχομόν; (ή κάπως έτσι)

    Αααα. Συγνώμη, εμείς στα ελληνικά το λέμε αλλέ-ρετούρ.

  92. Γς said

    Ο σιχασιαρης Γς είχε βάλει να φάει μωρέ και καταλαβαίνεις.
    Α, και που ‘σαι. Βάλε κάνα βρακί στη φωτό σου.
    Βαλτοί είστε όλοι σήμερα;

  93. Γς said

    92 ήταν για τον Αθεόφοβο (Σχ.88)

  94. Aλίκη Στούκα said

    «Το άρθρο δεν εκθέτει τα παράπονά μου από τη συμπεριφορά κάποιων Κυπρίων που μου έκαναν τον φίλο και μετά με πούλησαν για χρήμα στο καταχείμωνο» ….

    Συντακτική ακαταστασία που παράγει αναγνωστικό λόξιγκα.
    Μόνιμη και συνεχής αδυναμία του ιστολογίου.

  95. spiral architect said

    Απορία:

    … Μέχρι το τέλος του 2014 θα φύγουν από το Δημόσιο 15.000 δημόσιοι υπάλληλοι και μέχρι το 2013, 4.000.
    Ο αριθμός αυτός δεν αφορά μόνο επίορκους αλλά και σε όσους θα βγουν στη σύνταξη καθώς και όσους η οργανική θέση καταργείται.
    Στη θέση τους θα προσληφθούν ισάριθμοι υπάλληλοι, αφού όπως επιβεβαίωσε και ο πρωθυπουργός η συμφωνία κυβέρνησης – τρόικας είναι για προσλήψεις / απολύσεις 1 προς 1. Όσοι απολυθούν, τόσοι θα προσληφθούν.

    Διαβάστε το παραπάνω και πείτε μου, αν η φράση που ξεστόμισε προχθές το βράδυ ο Ελλαδίτης πρωθυπουργός: «όσους η οργανική θέση καταργείται …. Στη θέση τους θα προσληφθούν ισάριθμοι υπάλληλοι, αφού όπως επιβεβαίωσε και ο πρωθυπουργός η συμφωνία κυβέρνησης – τρόικας είναι για προσλήψεις / απολύσεις 1 προς 1. » , εμπίπτει στην κατηγορία των ψευτοφίλων φράσεων, ή αλλαχού. ;roll:

  96. gbaloglou said

    90

    Να τολμήσω να εικάσω ότι είναι ίδιες οι ρίζες; [«κώμος» = «γιορταστική πομπή» = «κώμη», θεωρώντας δηλαδή τα μαλλιά του κάθε ανθρώπου ‘εύθυμη συνοδεία’ του!]

  97. spiral architect ο ιατρός των ιστολογίων said

    @94: … για την κακία και το λόξιγκα προτείνεται το φρέσκο, αγνό και βιολογικό ξυδάκι. 😉

  98. Το σάλι για το κασκόλ το λέμε και στα χωριά της Νιγρίτας, ίσως και ευρύτερα στη Β. Ελλάδα.

  99. sarant said

    96: Τα μαλλιά είναι «κόμη» όμως, κόμμωση κτλ.

  100. skol said

    Από κυπριακά δεν κατέχω (άντε κανένα Βιολάρη και κανένα σκουλουκούι) αλλά έχω ακούσει και τη μάππα. Δεν πιάνεται για ψευδόφιλη;

  101. gbaloglou said

    90 + 99

    «κωμοδρόμος» = «περιφερόμενος από κώμη σε κώμη» επομένως, όχι κατ’ ανάγκην «κωμικός», αλλά ας έχουμε υπ ‘ όψιν και τα γραφόμενα παρά αρχαίου τινός γραμματικού (Julius Pollux):

    ἀπὸ δὲ κωμῶν κωμήτης καὶ κωμῆτις καὶ κώμαρχος, καὶ κωμοδρομεῖν καὶ κωμῳδεῖν, ἦ που δὲ καὶ κωμῳδία καὶ κωμῳδοδιδάσκαλος καὶ κωμῳδοποιὸς καὶ κωμῳδοποιητής, καὶ κωμῳδῶν, καὶ κωμικὸν δρᾶμα καὶ κωμῳδικὸν πρᾶγμα, ἐπεὶ κατὰ κώμας ἔστησαν τὴν πρώτην οἱ χοροί. τάχ’ ἂν οὖν ἀπὸ τούτου καὶ ὁ κῶμος εἴη εἰρημένος, καὶ τὸ κωμάζειν καὶ ὁ κωμαστὴς παρὰ Πλάτωνι, καὶ ὁ ἡδύκωμος τὸ ᾆσμα.

  102. atheofobos said

    92;
    Αν κλικάρεις επάνω στο άβαταρ μου και το μεγεθύνεις, θα δεις πως ο προπολεμικός γόης της φωτογραφίας είναι ευπρεπής, γιατί φέρει φύλον συκής όπως ακριβώς και ο Αδάμ στην χριστιανική εικονογραφία!

  103. nestanaios said

    Οι λέξεις δεν είναι θεόδοτες. Οι λέξεις γίνονται από στοιχεία τα οποία στην γραπτή γλώσσα απεικονίζονται με γράμματα και στην προφορική με ήχους (κραυγές). Η έννοια των στοιχείων είναι πάντοτε συνάδουσα με την φύση του ανθρώπου. Στο επίκεντρο όλων των εννοιών είναι ο άνθρωπος. Αν δύο λέξεις συνάγονται από τα ίδια στοιχεία, μπορεί να μην έχουν σχέση μεταξύ τους αλλά και οι δύο αυτές λέξεις έχουν την ίδια σχέση με τον άνθρωπο. Το επίκεντρο είναι ο άνθρωπος.

    Παράδειγμα• Έχομεν τα στοιχεία Λ, Υ, Κ. Έχομεν δύο περιπτώσεις. Λυκ και λύκ-ος. Το θέμα είναι το ίδιο. Οι καταλήξεις δεν μας αφορούν διότι η σημασία ἐν τῷ θέμα κεῖται.

    Αν ψάξουμε για την σχέση των δύο, θα χάσουμε τον καιρό μας. Μόνον αν εισάγουμε τον παράγοντα άνθρωπο, θα δούμε ότι η σχέση των δύο είναι η σχέση που έχει κάθε μία με τον άνθρωπο.

    Ετυμολογία του λύκου•
    Κ = χώρος ψιλός. Ο χώρος του ανθρώπου και συνεκδοχικά ο ίδιος ο άνθρωπος.
    Υ = στερητικόν μόριον.
    Λ = το στοιχείον της φυσικής διαστολής. Συνεκδοχικά το απλώνω, επεκτείνομαι, προσχωρώ και τα όμοια.
    Λύκ-ο ονομάσαμε το ζώον που δεν προσχωρεί στον χώρο του ανθρώπου. Δεν γίνεται φίλος με τον άνθρωπο.
    Σκύλ – ο ονομάσαμε το ζώο που σε μερικές περιπτώσεις έχει σχέση με τον άνθρωπο και σε άλλες περιπτώσεις δεν έχει με τον άνθρωπο. Το Σ (στίγμα) είναι και επιτατικόν και στερητικόν μόριον. Υπάρχουν σκύλοι και στις αυλές μας και εκτός των αυλών μας. (αγριόσκυλα).
    ΛΥΚ ονομάσαμε το φως αλλά ποιο φως; Σίγουρα αυτό που δεν έχει σχέση με τον άνθρωπο.
    Το θεόδοτο ίσως. Το φώς των θεών.

    ⟨⟨Οι λέξεις γίνονται από συλλαβές και οι συλλαβές από στοιχεία στην γλώσσα των Ελλήνων.⟩⟩ έλεγαν οι παλαιοί.

  104. aerosol said

    18: Το φιλί μου φαίνεται πως προέρχεται από το φίλεμα, αυτό που φιλεύουμε τον μουσαφίρη.

  105. @77 Speak of the devil 😉

    Σε καλό μου τόσα γέλια, εξαιρετική ανάρτηση 🙂

    Μες τα κυπριακά έχω μια ιδιαίτερη σχέση για τις εποχές που ήμουν φοιτητριούλα, ένα φεγγάρι δούλεψα σ’ ένα κυπραΐικο ρεστωράν και άμα μιλούσανε μεταξύ τους ήταν απόλαυση 🙂
    Εκεί έμαθα και το θάλαμο και την πάννα που εμείς τη λέμε μπόλια.
    Μικρέ την κουτάλα (το κρέας από την ωμοπλάτη) το λέμε κι εμείς.
    Τιπού την κόλλα το χαρτί, εννοείται το λέμε κι εμείς, δηλαδή εσείς πώς το λέτε; Όταν σου τελειώσουν οι κόλλες δεν εκτυπώνεις 🙂
    Το σώνω το λέμε κι εδώ και πολλές φορές σαν κατάρα: «ε! που να μην σώσεις!»

  106. @100 Μια και λέμε για σκουλουκουίν(ια;)

    @98 Και το σάλι πώς το λέτε;

    @54 – 57 Κι εμείς τη δαντέλα με τη βελόνα μπιμπίλα τη λέμε.

  107. Δασκαλάκος said

    Θυμάμαι, στο Λονδίνο πριν χρόνια, την πρώτη μου εβδομάδα σε παροικιακό κυπριακό σχολείο. Εγώ Ελλαδίτης, χωρίς γνώση της διαλέκτου, να πρέπει να διδάξω την ΚΝΕ σε παιδιά που είχαν σαν πρώτη γλώσσα τα αγγλικά και σαν δεύτερη τα «τσαρλούικα» (αγγλοκυπριακά, από το Τσάρλυ, ένα παραγκώμι που χρησιμοποιόυν οι γηγενείς Κύπριοι για τους ελληνοκύπριους μετανάστες στην Αγγλία). Εδωσα λοιπόν στα παιδία σαν άσκηση τις λέξεις παπάς και προσευχή και τους ζήτησα να γράψουν μια πρόταση. Και η απάντηση: «Ο παπάς λαλεί στο τσερτς την προσευχήν»!
    Αργότερα, στο διάλειμμα ένας μικρός έτρεξε να μου ανακοινώσει με τρόμο ότι ο Γιωρκής «έστρεψεν». Εγώ αδιαφόρησα κι ίσως να του είπα να στρίψει κι από την άλλη, για να τον βρω λίγο αργότερα το Γιωρκή, σε μια γωνιά του προαυλίου, μέσα στο εμετό.

  108. sarant said

    107: τσαρλούικα, άψογο!

  109. 5,
    …Λέγε με Κιντ!

    «Kid» fits the bill(y)!

  110. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Ἐγὼ θεωρῶ σωστὸ νὰ διδάσκεται καὶ ἡ κυπριακὴ διάλεκτος στὰ κυπριακὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑλλαδίτικες διάλεκτοι κατὰ τόπους στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀδιαφορῶ γιὰ τὶς πολιτικὲς συνέπειες. Ἂν κάποιος δὲν θέλει νὰ εἶναι Ἕλληνας κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κάνει μὲ τὸ ζόρι. Πιστεύω ὅμως ὅτι αὐτὸ πιὸ πολὺ θὰ μᾶς δέσει παρὰ θὰ μᾶς διχάσει καὶ σὲ τελευταία ἀνάλυση πόσο πιὰ νὰ μᾶς διχάσει. Ἡ διγλωσσία δὲ μὲ φοβίζει, ἀντιθέτως τὴ θεωρῶ εὐλογία. Στὴν Ἰταλία π.χ εἶναι αὐτονόητη καὶ δὲ προκαλεῖ κανένα ἀπολύτως ψυχολογικὸ πρόβλημα σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς δικούς μας εὐαισθητούληδες ποὺ θέλουν μονίμως νὰ τὸ παίζουν θύματα τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξης. Ἀλλὰ πλατειάζω ὅπως λέει κι ὁ Νίκος… Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφέρω κι ἐγὼ ἕναν χαρακτηριστικὸ ἐσωτερικὸ ψευτόφιλο, τὸ περίφημο «ὕστερα» τῶν Κρητικῶν ποὺ ἔχει ἀντίθετη ἔννοια καὶ ποὺ πρωτάκουσα 9 χρονῶν ἀπὸ ἕναν Κρητικὸ δάσκαλο.

    Ἐπίσης μιὰ ψευτόφιλη λέξη ἀνάμεσα σὲ ἰταλικὰ καὶ ἑλληνικὰ εἶναι ἡ λέξη «ἐκλεκτικός-eclettico» ὅπου στὴν ἰταλικὴ ἔχει τὴν ἀκριβῶς ἀντίθετη ἔννοια. Ἕνας ποὺ εἶναι ἐκλεκτικὸς στὸ κρασί, ἐπιλέγει μὲ αὐστηρὰ κριτήρια τὸ κρασί του, ἐνῶ ἕνας ποὺ εἶναι eclettico πίνει ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ κρασιά.

    Μιλώντας μὲ φίλους Ἰταλοὺς ποὺ γνωρίζουν ἑλληνικά, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ κοιτοῦν ὅταν θέλουν νἀ ἀξιολογήσουν ἕνα νέο ἑλληνοϊταλικὸ ἢ ἰταλοελληνικὸ λεξικὸ εἶναι ἡ ἀπόδοση τῶν ψευτόφιλων λέξεων. Ἂν τὶς ἀποδίδει ἔστω καὶ μία ψευτόφιλη λέξη μὲ τὴν ἀντίστοιχη ψευτόφιλη, ἔχει καταγραφεῖ στὸ μαῦρο κατάστιχο.

    Πάντως πολὺ ἐνδιαφέρον τὸ ἄρθρο καὶ εὖγε Νίκο γιὰ τὴν ἐπιλογή

  111. 58,
    ήβαλα δυο σκάλες μελιζάνα.

    «ήβαλα δυο βραγιές μελιζάνα» στα μωραΐτικα, και αλλού υποθέτω.

  112. Νικόλας said

    Αθθυμούμαι που είμαστιν μιτσιοί εις το δημοτικόν, τη δεκαετίαν του ’60, ο δάσκαλος έδερνέν μας με τον λούρον πα’ στον κώλον άμα εν εμιλούσαμεν σωστά ελληνικά, δηλαδή τζιείνα που’ γραφεν μες το αναγνωστικόν με τες εικόνες του Γραμματόπουλλου. Ήτουν η εποχή που οι χάρτες της Ελλάδας είχασιν ακόμα την Κύπρον σε ένα τετραγωνούιν κάτω αριστερά (τωρά έχουν την οι Τούρτζιοι κάτω δεξιά). Ως τζιαι τα επίθετά μας έπρεπε να αλλάσσουμεν τζιαι να τα προφέρουμεν όπως τους καλαμαράες. Ακόμα αθθυμούμαι τον φίλον μου τον Αντρέαν τον Ττάκκαν που έπρεπε να απαντά «παρών» άμα εφώναζεν ο δάσκαλος «Ανδρέας Τάκας». «Ττάκκας, σιόρ, να γεμώσει το στόμα του!», ελάλεν μας κρυφά. Γέλια, όμως, που εκάμναμεν άμα ο ίδιος ο δάσκαλος εμάσιετουν να θυμώσει στα καλαμαρίστικα τζιαι φεύκαν του τα κυπριακά! Μέσα στην τάξην έναν πράμαν, πόξω στην αυλήν άλλον. Εξιλαώσαν μας κυριολεκτικά. Η γενιά μου ακόμα τσαππίζει άμα προσπαθήσουμεν να μιλήσουμεν «επίσημα». Άμα μιλούμεν τη διάλεκτον, εν ιχρειάζουνται τα «εμ… εμ …» ώσπου να ιγκώσουμεν τη λέξην. Εχτός βέβαια πο’ τζιείνους που σπουδάζασιν στην Ελλάδαν, τζιαι καπαρτίζασιν ότι εμάθασιν σωστά ελληνικά τζιαι επετάσσαν κάτι ελληνικούρες της εποχής του Πλάτωνα, ξεπίτηδες για να δείξουν (ψυχαναλυτικά, μάλλον του δασκάλου τους που πέθανεν) ότι εμάθασιν να μιλούσιν. Επεράσασιν ευτυχώς τζιείν’ οι τζιαιροί της Χούντας, πού ίλλε τζιαί καλά έπρεπε να μιλούμεν ούλλ’ οι Έλληνες το ίδιο, κόμμαν-ράμμαν, όπως έκαμνεν τζιαι ο Μουσσολίνι στην Ιταλίαν του 30. Αλλά, για να ξεκαθαρίσω ένα πράμαν, άλλον να μιλάς κυπριακά τζιαι άλλον να τα γράφεις. Εν ιγράφουνται σιορ. Για να γράψω μιαν παράγραφον εσκοτώθηκα. Κοτσινίζει μου τζιαι ο Ορθογράφος συνέχειαν. Άτε, κανεί!

  113. Τσαέρα, καμμιά σχέση με τσαγιέρα.

  114. Νέο Kid Στο Block said

    112. E καλό Σιόρ! 🙂 Eφίρτηκα που τα γέλια,λαλώ σου!

  115. Νέο Kid Στο Block said

    109. Γειά σου ρε Μιχάλη λεβέντη!
    Γειά σου ρε Ιμμόρ ριφοκτόνα και κουταλοφάγα!

  116. sarant said

    112: Φχαριστούμε, συνονόματε! Καπαρτίζασιν, λέω για τους άλλους, είναι το δικό μας καμπαρντίζουν (το λένε στην Κοζάνη και σε άλλα μέρη του Βορρά), παναπεί καμαρώνουν.

    113. Για την τσαέρα, πολλοί πιστεύουν πως είναι δάνειο από το chair, αλλά δεν είναι.

  117. 106: Νομίζω ότι το δικό μου σκουλουκούιν (87) είναι πιο γλυκό 😉

    ΥΓ: Πονηροί θαμώνες, μην πάει πουθενά το μυαλό σας, στο τραγουδάκι αναφέρομαι!

  118. Alfred E. Newman said

    Κύπριος ταξιδεύει στην Αγγλία. Εκεί φίλος του Κύπριος κάτοικος Λονδίνου από χρόνια τον καλεί να πάνε να δουν ποδοσφαιρικό αγώνα με την Άστον Βίλλα.
    Και αντιδρά ο νιόφερτος:
    Μα ξέχασες τη γλώσσα μας; Δεν ξέρεις ότι είτε θα πεις άστον βίλλο ή άστην βίλλα; Ποτέ άστον βίλλα.

  119. Νέο Kid Στο Block said

    118. 😆 😆
    A, ρε Αλφρέδο τι μου θύμισες..τιμή και δόξα στον Πήτερ (Γ)Ουίδ και την Άστον Βιλλάρα του που είχε προσφέρει κάποτε στους Βαρβαρούς του Μονάχου! Άντε τώρα να περιμένεις την ευτυχία απ’ τον Μέσ(ι) και ουν κλούμπ…(μεσιβέζικα πράματα.)

  120. TAK said

    Νίκο, εξαιρετική ανάρτηση! Παρά τη σιωπή μου (που οφείλεται τελευταία και στην κατάθλιψη που έπαθα με την κυπριακή «λύση»…) σας διαβάζω αλλά δε γράφω. Σήμερα όμως είπα να πω τουλάχιστον ένα μπράβο! Και να παινέψω και λίγο το σπίτι μου: είμαι σίγουρος ότι το σεμινάριο που έκαναν οι συναδέλφισσές μου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Μαριλένα Καρυολαίμου και Μαριάννα Κατσογιάννου, ήταν πολύ καλό και ήδη από την ανάρτησή σου φαίνεται πως έπιασε τόπο! Όπως θα έπιανε τόπο και η Κατεύθυνση Γλωσσολογίας που οι συναδέλφισσές μου είχαν ξεκινήσει, αλλά κάποιοι θεώρησαν καλό να στραγγαλίσουν πριν καν αποφοιτήσουν οι φοιτητές που μπήκαν στο τμήμα με την προοπτική να την παρακολουθήσουν (για το θέμα συνεχίζουν να συγκεντρώνονται υπογραφές εδώ: https://www.change.org/petitions/%CF%84he-rector-and-the-senate-of-the-university-of-cyprus-support-the-greek-language-2 και παρακαλώ όσες/οι δεν έχουν υπογράψει και θα ήθελαν να το κάνουν, ας το κάνουν – μπορεί και να έχει νόημα να φτάσουμε στις 3000).
    112: τέλειο κείμενο, Νικόλα! Προφορικό και άγραφο φυσικά!
    Ποιος ήταν που μας έλεγε για τη μαείρισσα (κατσαρόλα);

  121. Ταιριάζει να μεταφέρουμε εδώ τη γνώμη του Μαρκ Τουαίν (εκείνος έλεγε για την Αγγλία και την Αμερική), ότι Ελλάδα και Κύπρος είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα.
    Μια λέξη που έχει δημιουργήσει παρεξηγήσεις είναι το «καπνίζω» που στα Κυπριακά σημαίνει «θυμιατίζω» (ο Κύπριος διάκος ρώτησε τον Ελλαδίτη ιερέα την ώρα της Λειτουργίας: «Θα καπνίσομεν, δέσποτα;», και ο δεύτερος κόντεψε να πάθει «κόλπον» (= εγκεφαλικό). Όπως και το «βράζω» που σημαίνει «ζεσταίνομαι» («Κάτσε δίπλα στη σόμπα να βράσεις»).

  122. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα και για τα καλά σας λόγια!

  123. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    121. Ἐγὼ ἤξερα τὸ ἄλλο: οἱ Ἀμερικάνοι κι οἱ Ἄγγλοι ἔχουν πολλὰ κοινὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γλῶσσα

  124. @117 Κώστα εννοείται πως είναι πιο γλυκό! Εστραβώθηκα και δεν το ‘ δα. Σχώρα με. 🙂

    @112 Τι αριστούργημα είν’ τούτο!

    @115 😀

  125. gbaloglou said

    63, 70, 89

    Ας πω απλώς ότι το μεν Chronikon του Γεωργίου Μοναχού γράφτηκε γύρω στα 870, το δε Chronikon breve τουλάχιστον δυόμισυ αιώνες αργότερα (αφού πιάνει και Κομνηνούς*, έχοντας όμως αντιγράψει το άλλο μέχρι το 870**).

    *αυτός με τους πελεκάνους και τους κωμοδρόμους δεν ήταν ο Νικηφόρος Α’ (802-811) — όπως νόμισα υποθέτοντας ότι τα δύο Χρονικά είναι του ιδίου συγγραφέα και καλύπτουν την ίδια περίοδο — αλλά ο Νικηφόρος Γ’ (1078-1081)

    **ως τότε τα δύο κείμενα συμβαδίζουν γλωσσικά, από εκεί και πέρα το υστεροαντίγραφο γίνεται αρκετά δημώδες, με «φο(υ)σάτα», «συγχαρίκια», κλπ

  126. gbaloglou said

    24

    Στα Ποντιακά το φελί είναι είδος τηγανίτας.

  127. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    112. Θεωρῶ ἐπίσης ὅτι εἶναι λάθος νὰ μεταγράφεται τὸ κυπριακὸ κ σὲ τζ κοκ. Ἡ διαφορὰ εἶναι στὴν ἐκφώνηση, ὄχι στὴ γραφή. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ Κρητικὸς γράφει χέρα ἀλλὰ προφέρει shέρα, ἔτσι κι ὁ Κύπριος γράφει κείνα καὶ προφέρει τζείνα. Ἄλλωστε καὶ τὸ τζ δὲν ἀποδίδει σωστὰ τὴ φωνητική, ἀφοῦ προφέρεται παχύ.

  128. spiral architect said

    @112: 😆 😆

  129. Αφού πω κι εγώ μπράβο στον Νικόλα (@112) για το σπαρταριστό κείμενο, να προσθέσω (@116) ότι η τσαέρα προέρχεται από το παλαιογαλλικό chaere, από όπου και το αγγλικό chair.

  130. Αρκεσινεύς said

    105. Tην κουτάλα, Ιμμόρ, που είναι το οστό της ωμοπλάτης και όχι το κρέας της εμείς το λέμε φτυάρι και με αυτό του ψητού της Λαμπρής «διάβαζε» ο νοικοκύρης το μέλλον για την οικογένειά του: για το εισόδημα, για θάνατο κλπ. Αυτό το είδος της μαντικής ο Πολίτης το ονόμασε ωμοπλατοσκοπία. Υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα γύρω από αυτόν τον τρόπο μελλοντικής πρόβλεψης.

    99. Αν και δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση στο κόμμωση, κομμωτής, κομμωτήριο με την κόμη (κομήτης) και με διαφορετική ευρύτερη αρχικά σημασία ( κομμώ:στολίζω, περιποιούμαι) από επίδραση ίσως του δευτέρου περιορίστηκε η σημασία του στη φροντίδα των μαλλιών.

    Τη λ. βιλλί την έλεγαν και στο νησί, κυρίως για τα μικρά παιδιά. Βιλλί λέμε και τώρα το γλωσσίδι της καμπάνας και του κουδουνιού.

  131. @121: Πολύ σωστά και τα ψευδόφιλα που προσθέτει ο Α. Παπαγιάννης. Το «βράζω» μού θυμίζει την πυρά, που θα πει στα κυπριακά «μεγάλη ζέστη» (μεγεθυντικό: ο πύρουλλος) και όχι «νεκρική πυρά».

  132. @120: Τάσο, το ανέκδοτο με τη μαείρισσα μπορεί να το έχω πει εγώ, δεν θυμάμαι. Πήγε, λέει, η Κύπρια φοιτήτρια στο σουπερμάρκετ στην Αθήνα να ζητήσει σύρμα που τρίβουν τις κατσαρόλες. «Έσιετε που τζειν’ το τελλούιν που τρίφκουμεν τον κώλον της μαείρισσας;», ρωτάει. «Τον κώλο της μαγείρισσας δεν τον τρίβουμε, τον χαϊδεύουμε απαλά», της απαντάει το καλαμαροσαΐνι στο ταμείο.

  133. spiral architect said

    @132: Ω, πανάθεμά σας! :mrgreen:

  134. π2 said

    Φίλη Ελλαδίτισα μετακόμισε στην Κύπρο για δουλειά. Νοίκιασε ένα σπίτι κι άρχισε τα μερεμέτια. Μια από τις πρώτες δουλειές που έκανε ήταν να παραγγείλει κάτι μαξιλάρες σ’ ένα επιπλάδικο.

    – Κάτι πρόχειρο θέλω, θα τις ντύσω εγώ μετά, γίνεται;
    – Καλό.
    – Όχι, δεν με καταλάβατε, δεν θέλω κάτι καλό, κάτι πρόχειρο να είναι.
    – Καλό, κατάλαβα.
    – Όχι άνθρωπέ μου, δεν θέλω καλό.

    Μετά έμαθε πως καλό σημαίνει εντάξει, αμέ.

  135. π2 said

    15, 63: Πελεκάνος λεγόταν ευρέως στη Β. Ελλάδα για τους τεχνίτες της πέτρας, όπως έχουμε ξαναπεί.

  136. Μαρία said

    112 Μπράβο κουμπάρε.
    Θυμάμαι Κύπριους φοιτητές κατά το ’76, ’77, που είχαν μεγάλο πρόβλημα στο γραπτό λόγο.

    116 Κι εμείς καμπαρντίζουμε. Είναι πιο έντονο απ’ το καμαρώνω, περηφανεύομαι, όπως το χρησιμοποιεί κι ο Νικόλας και οι Τούρκοι το kabarmak.

    Απροπό η έκφραση «θα βρούμε ξανά τα πόδια μας» αντί θα σταθούμε … είναι καθαρός κυπριωτισμός ή αγγλισμός;

  137. Αρκεσινεύς said

    (Charles

    > Για παράδειγμα, στα κυπριακά γόμα είναι η κόλλα (σαν την Ούχου), ενώ αυτό με το οποίο σβήνουμε λέγεται σβηστήρι. Όμως, όταν πήγαινα στο σχολείο πριν από πολλές δεκαετίες, τη μεν τωρινή γόμα τη λέγαμε και “σβήστρα”, ενώ είχαμε και μπουκαλάκια με υγρή διαφανή παχύρρευστη κόλλα που τη λέγαμε “γόμα”

    το ίδιο κι εμείς, που είμαστε καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτεροι.

    Ο Goodyear σχετίζεται με τη σβήστρα, σβηστήρι, γόμμα, γομολάστιχα.

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CF%8C%CE%BC%CE%B1

  138. Αρκεσινεύς said

    137. γόμα όχι κόμμι

  139. Γς said

    121:
    Μην μπλέκεις τον Μαρκ Τουαίν με τα εύκολα, με το ‘κάπνισμα’. Το είχε κόψει πολλές φορές
    Κι οι παπάδες που λες το ‘βράζουν’ ή το ζεσταίνουν’ το ‘ζέον ύδωρ’. Ναι, έχω κάνει και παπαδάκι, αφορισμένοι!

    >έλεγε για την Αγγλία και την Αμερική […] Ελλάδα και Κύπρος

    Ελλαδίτικα και Κυπραίικα.
    Αγγλικά και Αμερικάνικα.

    Αναρωτιέμαι αν έχει μελετηθεί επαρκώς το μέγεθος της διαφοροποίησης μιας γλώσσας μεταξύ δύο πληθυσμών σαν συνάρτηση της μεταξύ τους μετανάστευσης. Π.χ. Αν χωρίσεις έναν πληθυσμό στα δύο και δεν επιτρέψεις επικοινωνία μεταξύ τους τότε δημιουργούνται δύο διαφορετικές γλώσσες με την πάροδο του χρόνου. Αν όμως υπάρχει επικοινωνία (μετανάστευση π.χ.) τότε η διαφοροποίηση είναι μικρή και αργεί ή και δεν πραγματοποιείται καθόλου ανάλογα με το εύρος της μετανάστευσης,

    Το ανάλογο στην Πληθυσμιακή Γενετική είναι πάρα πολύ απλό:
    Η απόκλιση δύο πληθυσμών (μέχρι και να μην μπορούν ούτε να διασταυρωθούν) καθορίζεται από την τιμή Νe.γ (Νe το λεγόμενο δραστικό μέγεθος των πληθυσμών και γ το ποσό μετανάστευσης σε μια γενιά)
    .
    Αν το γινόμενο Ne.γ>1 τότε δεν τρέχει τίποτα, αν όμως <1 τότε αρχίζει η απόκλιση, η δημιουργία ξένων πληθυσμών.

  140. Αρκεσινεύς said

    58. Είχα μια απορία, αλλά δε μου απαντήθηκε.

  141. 136: Μαρία, δεν ξέρω βέβαια την απάντηση στην ερώτηση που έκανες, αλλά θυμήθηκα το «Summer wine», που λέει σε μια στροφή «I tried to stand up but I couldn’t find my feet».

  142. sarant said

    140: Συγνώμη, το ξέχασα. Κανονικά δίκιο έχεις, πρέπει να είναι ψευτόφιλος, όπως παλιόφιλος.

  143. Ανδρέας «Κουπονιώτης» said

    Καλησπέρα κι από μένα

    Αυτοί οι ψευτοφίλοι, σαν παλιόφιλοι μου μοιάζουν, σαν αυτούς που ήξερες από το Δημοτικό και τους βλέπεις μετά από σαράντα χρόνια και είναι αγνώριστοι, μέσα και έξω. Θυμίζουν λίγο Δαρβίνο και την εξέλιξη των ειδών που κάποια παίρνουν τον δικό τους δρόμο εξέλιξης αποκομμένα από τους συγγενείς τους.

    Ιδιαίτερα με ερέθισε η λέξη “αυτομολώ” που σημαίνει «κουράζομαι ψυχικά», μου φαίνεται πως κρατάει από το αρχαίο «μωλέω» = μάχομαι, αγωνίζομαι, «μώλος» = ο κόπος και ο μόχθος του πολέμου. Βέβαια μη το πάρετε τοις μετρητοίς, για μένα είναι ξένα χωράφια, απλά τα βρήκα λίγο αφύλακτα, χωρίς περίφραξη, ήταν και σούρουπο και μπήκα.

    35, 38, 40 – για τα φώτα – στο Κάιρο πάντως κανείς δεν παίρνει υπόψη του τα φανάρια…

    53 Τυπούκειτε φαντάζομαι πως όταν λες μανάβικα δεν εννοείς τα ψαράδικα!:)

    Φιλούθκια

  144. Νέο Kid Στο Block said

    «Θκυό πλάσματα ,θα τρώμεν μια φέττα παττίχαν;» (ψευδόφιλον πλάσμα=άτομο/άνθρωπος) 🙂

  145. Μαρία said

    34
    Ένα φιλί πεπόνι κι εμείς οι Βούλγαροι. Άλλωστε το έχει και το λεξικό στο οποίο παρέπεμψε ο Γρηγόρης (φελί ή φιλί 2).
    Αλλά δεν πρόκειται για ψευτόφιλο του άλλου φιλιού, γιατί, όπως λες, πρόκειται για άλλη λέξη. Το ίδιο κι η βίλα έπαυλη με την βίλλα των κουμπάρων.

    Τιπούκειτε, ο βίλλος είναι σαν το γαλλικό verge;

  146. Μια και επιστρέψαμε στο φιλί, εγώ ξέρω μόνο το φελί το πορτοκάλι (μανταρίνι κλπ.)

  147. Μαρία said

    141
    Απ’ ότι φαίνεται αγγλισμός.

  148. Μαρία said

    146 Κι αυτά. Μόνο που για μας είναι όλα φιλιά.

  149. Αρκεσινεύς said

    121. Ο μελισσοκόμος πάει να καπνίσει. Όχι βέβαια να κάνει τσιγάρο, αλλά να θυμιάσει, να θυμιατίσει τις μέλισσες με το καπνιστήρι, το θυμιατό, το θυμιατήρι. Νάχαμε τώρα ένα κομμάτι (όχι φελί) βασιλόπιττα με θυμαρίσσιο βέβαια μέλι!

  150. Αρκεσινεύς said

    149. θυμαρίσιο

  151. munich said

    πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση.
    Δυστυχώς άργησα σήμερα να μπω και τώρα πια δεν έχω κουράγιο να διαβάσω τα σχόλια. Ελπίζω ότι δε γράψατε τιποτα ενδιαφέρον 😉

  152. Αρκεσινεύς said

    148. Μαρία, εννοείς τη μετατροπή του άτονου ε σε ι; Δεν το συγκόπτετε;

  153. Μαρία said

    152 Όχι, δε το τρώμε, ούτε στο τυρί ούτε στο πιδί 🙂

  154. τυφλόμυγα said

    Το αν μια γλωσσική ποικιλία είναι ξεχωριστή γλώσσα ή διάλεκτος είναι θέμα πολιτικό πρώτιστα

    Είχα σκοπό να ρωτήσω τη γνώμη σας σχετικά, δλδ αν η κυπριακή είναι διάλεκτος της νέας ελληνικής ή αν θεωρείται άλλη γλώσσα. Με κάλυψαν όσα γράφετε παρακάτω. Αν βέβαια θέλετε να αναλύσετε περισσότερο την άποψή σας, θα διαβάσω με ενδιαφέρον. 🙂

    έσιει αντί έχει, έννεν αντί δεν είναι κτλ

    Παρόμοιες διαφοροποιήσεις συναντάμε και στα κρητικά, π.χ. εν είναι=δεν είναι, ε φάνηκε ακόμη=δε φάνηκε ακόμα, ε νταγιαντίζω μπλιο=δεν αντέχω άλλο κτλ.

    53 (2) Η λ. μπόλια μου θύμισε το μπολιάζω και το μπολίδι=μαντήλι για το κεφάλι.

    Άσχετο, το λάλησα με τη σημασία του τρελάθηκα υπάρχει και στην υπόλοιπη Ελλάδα;

  155. gbaloglou said

    λάλησα = τρελάθηκα: εγώ μόνο από τα τελευταία χρόνια το θυμάμαι, ο δε Λαλιώτης μόνο τρελός δεν είναι!

  156. spyroszer said

    Εγώ θυμάμαι, πριν χρόνια που είχα πάει στην Κύπρο, την δισκοθήκη, που μου άρεσε πολύ.
    Έψαξα λίγο να δω αν λέγεται ακόμα και με συγκίνηση βρήκα:
    Φόνος τα ξημερώματα σε δισκοθήκη στην Αγία Νάπα
    http://www.onlycy.com/247883-%CF%86%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%BD%CE%AC%CF%80%CE%B1

  157. Αρκεσινεύς said

    154. Το λαλώ με τη σημασία τρελαίνομαι το έχει και το ΛΚΕ και το ΛΝΕΓ . Στον αόριστο και παρακείμενο βέβαια. Το λέμε στην Αμοργό.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%BB%CE%B1%CE%BB%CF%8E&sin=triantafyllides

  158. Νέο Kid Στο Block said

    Kαι στη Ρούμελη όλοι λαλημένοι είναι! (η αφραγκία βαράει κατευθείαν στον εγκέφαλο)

  159. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Ναι, το «λάλησα» (αλλά το είπαν πολλοί) είναι πανελλήνιο θαρρώ. Πόσο παλιό, δεν το ξέρω,

  160. sarant said

    Ωραίο σχόλιο από το Φέισμπουκ:
    Άλλοι ψευδείς φίλοι: Λάχανα στην Κύπρο είναι τα σέσκουλα, ενώ το λάχανο λέγεται κραμπί (κραμβολάχανο το είχα δει κάπου, κάποτε, στην Ελλάδα). Λουκούμι στην Κύπρο ονομάζεται το γλύκισμα που μοιράζουν στους γάμους και είναι σαν κουραμπιές γεμιστός με ξηρούς καρπούς. Το δικό μας λουκούμι λέγεται λίζος. Αν πας στην Κύπρο να παίξεις ντάμα και ζητήσεις τα πούλια, το πολύ πολύ να σου φέρουν γραμματόσημα (λέξη, η οποία εκλείπει). Αν σπάσει ένα παιχνίδι και το εξ Ελλάδος παιδάκι ζητήσει κόλλα, το Κυπριωτάκι θα του δώσει μία κόλλα χαρτί Α4, ενώ αν χρειαστεί το Κυπριωτάκι κόλλα για το δικό του σπασμένο παιχνίδι, θα ζητήσει γόμμα και θα λάβει μία γομολάστιχα. Αν ακούσετε ότι ο Φέργκιουσον στον πάγκο της Γιουνάιτεντ μασάει μανιωδώς πίσσα, μη νομίσετε ότι ο Σερ Άλεξ αποτρελλάθηκε και βάζει στο στόμα του κατράμι της ασφάλτου. Τσίχλα σημαίνει η λέξη αυτή. Επίσης, διαφορετική είναι στην Κύπρο και η σημασία της φράσης »μια χαρά και δυο τρομάρες», καθώς χρησιμοποιείται για να δοθεί έμφαση στο »μια χαρά». Αυτά (για την ώρα).

  161. Νέο Kid Στο Block said

    Συγγνώμη για το άσχετο ,αλλά ίσως δεν είναι και τόσο..
    Ο κος Μαμαλάκης μιλάει για την έλειψη καθαριότητας των αριστερών σήμερα και εξάρει την υγιείνη του Γκεβάρα…
    Ψευδόφιλη υγιείνή και ψεθδόφιλα ράδια; άιντε,άιντεεε
    http://stokokkino.gr/ekpompes/o-ilias-mamalakis-akoympaei-kokkino/2013-04-17.mp3/view

  162. Μαρία said

    155
    Παρομοίως. Απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’80.

  163. Αγιωμένο = αλλοιωμένο (ουράνωση, έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό)
    Μεταβατικά σε –ίσκω, παχυνίσκω, πολυνίσκει αλλά και πολύνει = αυξάνει
    Αλλά εδώ μιλάμε για ψευτόφιλους, άρα είμαστε εκτός θέματος.

    Το περιστατικό του Γς αμίμητο. Αλλά μόνο στον Γς μπορούσε να συμβεί. Μου έχει συμβεί κι εμένα σε λεωφορείο να μου πει κάποιος στην Ιταλία ‘για κάτσε’ και ο νοήμων φίλος να διορθώνει δυνατά ‘κάθησε! Κάθησε!’

    @58 Αρκι Φεβράλης, Φλεβάρης < Φεβρουάριος. Και το ερώτημα: Ποιοι μεταθέτουν το σύμφωνο;

    Η ‘σκάλα’ της Αμοργού, όπως οι σκάλες, τα σκαλούνια, πεζούλες κ.ο.κ. κοινώς ‘αναβαθμοί’ σχηματίζονται στα κατηφορικά (ή ανηφορικά) εδάφη, για να γίνουν εκμεταλλεύσιμα. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με την κυπριακή σκάλα, διότι ως μέτρο επιφανείας είναι πολύ μεγάλο για να εννοεί τον αναβαθμό.

    Το birbir δεν είναι ‘λέξη’ αλλά δομή της τουρκικής από το bir = ένας, όπως λέμε ‘βήμα βήμα’, ‘πόντο πόντο’ ή ακόμα ‘λεπτό προς λεπτό’

    Για την κυπριακή ‘βίλα’ έχω ξαναγράψει εδώ για ένα παραμύθι όπου ο καλικάτζαρος φωνάζει στην μαμή ‘κυρά μαμή, ψεύτικο ήταν το βιλί’. Η καλικατζαρίνα ήταν έγκυος και η μαμή είχε πείσει τον καλικάτζαρο ότι ‘σίγουρα θα είναι αγόρι’… αλλά δεν ήταν, κι εκείνη έβαλε ένα κέρινο. Άρα κάποτε και στην Ελλάδα υπήρχε η λέξη με τη σημασία αυτή. Ο Αρκισινέας με υποστηρίζει στο @130. Δεν μπορεί η λέξη νε πήδησε από την Κύπρο στην Αμοργό· είχε ενδιάμεσους σταθμούς προφανώς, αν στην Κύπρο δεν είναι περιφερειακό υπόλειμμα..

    @97 η καημένη, ούτε τον λόξυγκα δεν ξέρει καλά. Συμπάθησέ την. Προσπαθεί να φανεί.
    Πάντως κι ο Νικ. Νοικ. πολλές φορές γράφει προφορικό λόγο

    @99 κώμη = χωριό, κόμη = μαλλιά, κομμόω = στολίζω (κοσμῶ)

    Βρε, να πάρει η ευχή, τι καθόμαστε και σκάμε εδώ μέσα; Αφού η γνώση υπάρχει στο @ 103. Δεν έγραφε ο άνθρωπος πιο μπροστά, να μην πελαγοδρομούμε; Το Λ, όπως δείχνει και το σχήμα του διατείνεται, διαστέλλεται· βλ. και __ το Λ σε σπαγκάτο. Το Υ στερητικό μόριο. Γιατί το λέμε ι ψιλόν… μα με τα ψιλά θ’ ασχολούμαστε εδώ μέσα; Και που να συσχέτιζε το ‘λυκ’ με το ‘ lux’· εκεί θα κατέβαζε όχι παπάδες αλλά μητροπολίτες.
    Λυκούργος, λυκαυγές και δε συμμεζεύεται.

    @Εγώ το φελί το έχω ακούσει μόνο για το σκόρδο.

    @111 Βραγιά δεν είναι η ‘σκάλα’ αλλά είναι το επίμηκες ανασήκωμα του χώματος στον καλλιεργημένο αγρό· η αυλακιά.

    @112 Νικόλα, θα γράφονταν αν το είχατε φροντίσει.

  164. skol said

    160: Ήμουν έτοιμος να ρωτήσω για τα λάχανα, γιατί στη Κέρκυρα λάχανα λέμε τα χόρτα(και το λάχανο επίσης καρμπί/κραμπί) και τη νόμιζα για ψευτόφιλη τη λέξη γιατί πολλοί φίλοι(πραγματικοί αλλά εκτός Κέρκυρας) με κοίταζαν με απορία όταν τη χρησιμοποιούσα.
    Βλέπω όμως ότι η σημασία αυτή υπάρχει στο ΛΚΝ: 2. (πληθ.) καλλιεργούμενα ή αυτοφυή φαγώσιμα χόρτα· λαχανικά.
    Είναι όντως γνωστά και αλλού τα λάχανα με αυτή τη σημασία;

  165. Γς said

    161:
    Καλό. Τα έχει παίξει ο καημένος.
    Αυτά δεν μας τα έλεγε παλιά.
    Από τότε που γύρισε εκείνα τα ιστορικά με Κολοκοτρώνηδες και Κατσαντώνηδες, το καβάλησε το καλάμι.
    Πάντως πολύ μίλαγε πάντα, αλλά για νιανιά και τέτοια.
    Θυμάμαι όταν ήταν σχεδόν άσημος τον έβγαλε ένα κρατικό κανάλι μαζί με τον φίλο μου τον Γιώργο Καλαντζόπουλο, πρόεδρο του τμήματος Επιστήμης Τροφίμων.
    Δεν τον ήξερε τον Ηλία και με ρώτησε αν σκαμπάζει από διατροφολογία βιταμίνες κλπ που θα ήταν το θέμα της συζήτησης.
    -Μπα, τον έχω δει απλώς να μαγειρεύει. Δεν πρέπει να σκαμπάζει από τέτοια.
    Κι όμως στην εκπομπή άρχισε τα παλαβά του με το ευχάριστο ύφος του και δεν άφησε τον δικό μου να ακουμπήσει τη μπάλα!
    Αντί για τρόφιμα, βιταμίνες, κορεσμένα, ακόρεστα, πρωτεΐνες, υδρογονάθρακες, ουπς, υδατάνθρακες, θερμίδες, μεταβολισμό και κύκλο του Κρεμπς έφαγε όλη την ώρα για κατσαρόλες και σουρωτήρια!

  166. Αρκεσινεύς said

    163. Λεώ, κάνεις λάθος. Στην Αμοργό λέγονται χτια όχι σκάλες. χτι (το) <οχτί <οχθί <αρχ. ὄχθος μακρόστενο χωράφι σε πλαγιά με πεζούλες, ξερολιθιές για να συγκρατούν το χώμα.
    Ο Ισοκράτης (Πανηγυρικός 132) επισημαίνει αναφερόμενος στους Λακεδαιμονίους πως δεν πρέπει να φορολογούν «τούς νησιώτας οὕς ἄξιόν ἐστιν ἐλεεῖν, ὁρῶντας τούτους διά σπανιότητα τῆς γῆς ὄρη γεωργεῖν ἀναγκαζομένους».

    « Νουμάς 1910 Β΄ 152 «Αμουργιανές γραφές».Οι Αμοργίνοι ‘‘μαζεύουνε το χώμα με τη χούφτα, βγάνουνε μια μια τις πέτρες, φτειάνουνε πεζούλια, για να μην το παίρνουνε τα νερά και κει σπέρνουνε. Έτσι βλέπεις αλάκαιρη πλαγιά απ’ την κορφή ως το ξερόρρεμα ολοκέντητη από καλλιεργημένες λουρίδες γης … αυτές τις λουρίδες τις λένε δωπέρα χτια’’».

  167. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Πολύ όμορφη η σημερινή ανάρτηση, καιρό είχα να δώ τόσο χαρούμενα σχόλια, μπράβο Νικοκύρη. Καλό θα ήταν να ανεβάσεις κάτι αντίστοιχο και για τα ποντιακά, πιστεύω οτι θα γίνει μεγαλύτερος χαμός.

  168. sarant said

    164: Ναι, «λάχανα» είναι όλα τα εδώδιμα χορταρικά, και νομίζω ακόμα και στα αρχαία. Λαχανικά λέμε άλλωστε.

    163: Αυτό το αγιωμένο δεν είμαι βέβαιος ότι είναι το «αλλοιωμένο» με ουράνωση, όπως λεν οι Κερκυραίοι δουγιές τις δουλειές. Πρέπει να είναι το «γιωμένο» (από το αρχαίο ρ. ιώ = σκουριάζω)

  169. @ 143: Ιδιαίτερα με ερέθισε η λέξη “αυτομολώ” που σημαίνει «κουράζομαι ψυχικά», μου φαίνεται πως κρατάει από το αρχαίο «μωλέω» = μάχομαι, αγωνίζομαι, «μώλος» = ο κόπος και ο μόχθος του πολέμου.

    Το «αυτομολώ» προέρχεται μεν που τα αρχαία αλλά εδώ τζιαι λλία χρόνια χρησιμοποιείται που την νεολαίαν, σαν λέξη του συρμού, μάλλον από επήρρειαν της Εθνικής Φρουράς, για να δηλώσει κάποιος ότι απήυδησεν. Άλλες τέθκοιες εκφράσεις είναι το «εν έσιει λάθος» (που σημαίνει «είναι τέλειο!!!») ή το «Εν να σίσω το μαγιό μου» (παχύ το πρώτο σίγμα), δηλαδή «θα σχίσω το μαγιό μου», επίσης του συρμού, που σημαίνει «τι είναι αυτά τα κουφά που ακούω!!!». Τζιαι σου, Αντρέα μου, έκαμές τη λέξην «αυτομολώ» φοινιτζιάν!

    Κόρη κοπελλούες τζιαι ρε κοπέλλια, άρεσέν μου πολλά η παρέα σας, α!. Ας ένι καλά η Μαριάννα η Κατσογιάννου, η φιλενάδα μου η γλωσσολόγος, που μου έστειλεν το link!

    Είμαι ο Νικόλας που το @112 σιόρ. Αθθυμάστε με;

  170. Αρκεσινεύς said

    ουράνωση καμιά σχέση με ουρανίσκος < ουρανός.

  171. Ανδρέας «Κουπονιώτης» said

    @ 169 Μωρέ Νικόλα πως με κυνήγησες έτσι από το ξέφραγο χωράφι. Δεν πρόσεξα που ήταν φυτεμένες φοινιτζιές και έδωσα μια πάνω τους. Να είσαι καλά!:)

  172. sarant said

    167: Μόνο που δεν ξέρω καθόλου τα ποντιακά, Λάμπρο…

    169: Σε θυμόμαστε συνονόματε (αλήθεια, το λέτε έτσι στα κυπριακά; )

  173. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Καλά και τρίκαλα σας βρίσκω λέω!
    …………………………………………….
    Έσσει έναν άστρον τζαι εν μιτσίν
    μες στους εφτά πλανήτες, μαυρομμάτα μου

    Τζαι επιάσαν με μες στην καρκιάν
    τα λόγια που μου είπες, γιαλλουρούδα μου

    Τζαι ‘πήαν τζι είπαν της πελλής
    πως εν να πάω πέρα, μαυρομμάτα μου

    Τζαι εμάγιεψεν τη θάλασσαν
    τζαι ‘σήκωσεν αέραν, γιαλλουρούδα μου

    Τζι άνταν της είπουν “έσσιε ‘γειάν”
    Εστέκετουν τζαι εθώρεν, μαυρομμάτα μου

    Πέντε μαντίλλια εμούσσιεψεν
    τζαι την σαγιάν που εφόρεν, γιαλλουρούδα μου

  174. tsompanakos said

    Πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα, αν και κάτι δε μου κολλάει μεθοδολογικά.
    Θα πρέπει φυσικά να διαβάσουμε την τελική δημοσίευση για να κρίνουμε δίκαια, αλλά ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι οι λέξεις του ερωτηματολογίου (αυτές που μας μεταφέρει ο νοικοκύρης) δεν είναι και πολύ πετυχημένες. Ο. κ. για το απολογούμαι, αλλά δε νομίζω ότι τα αναγνωστικά του σχολείου μας μαθαίνουν τι είναι ο συνδετήρας ή η σβήστρα / γόμα και το μπλάνκο (που αρκετοί το λένε πλέον τύπεξ). Είναι λέξεις ουσιαστικά καθημερινής χρήσεως, που ακούμε και μαθαίνουμε στο σπίτι και το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς, με τον ίδιο τρόπο που μαθαίνουμε τις λέξεις «καλαμάκι, σουβλάκι, πίτα με γύρο, σάντουιτς, μπουγάτσα» κτλ. Η διαφορετική σημασία τους στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο, λ. χ., δεν έπαψε να υφίσταται εξαιτίας της κοινής εκπαίδευσης.
    Όσο για τις λέξεις «αυτομολώ» και «υποστατικό» τα υψηλά ποσοστά κακής χρήσης / άγνοιας αδυνατίζουν την ερευνητική αξία τους. Εξάλλου πάλι δεν ξέρω κατά πόσον θα μπορούσε το μάθημα της «Γλώσσας» να τις «επιβάλει» στα παιδιά. Προσωπικά νομίζω ότι την πρώτη την έμαθα διαβάζοντας βιβλία ιστορίας, σχολικά ή μη, ενώ τη δεύτερη (όπως τα πιο πολλά παιδιά της πόλης) την ανακάλυψα στα λογοτεχνικά μου αναγνώσματα.

  175. Τσούρης Βασίλειος said

    163 Γειά σου Λεώνικε που με το
    » για ένα παραμύθι όπου ο καλικάντζαρος φωνάζει στην μαμή ‘κυρά μαμή, ψεύτικο ήταν το βιλί’. Η καλικαντζαρίνα ήταν έγκυος και η μαμή είχε πείσει τον καλικάντζαρο ότι σίγουρα θα είναι αγόρι’… αλλά δεν ήταν, κι εκείνη έβαλε ένα κέρινο »

    μου θύμισες το παραμύθι που μου έλεγε η βάβω Βγένω όταν ήμουν μικρός και τέλειωνε ως εξής:
    -κυρά μαμή. κυρά μαμή τα ψωλιά ήταν από κερί…
    Φυσικά μιλάμε για το ίδιο παραμύθι. που το κερί έλιωσε όταν ο καλικάντζαρος με τον » γιο του¨ έκατσε κοντά στη φωτιά.

  176. TAK said

    @169: Καλά ρε Νικόλα εσύ είσαι σιόρ; Και εν το λαλείς τόσην ώρα!
    Το λοιπόν ένα ωραίο ψευδόφιλο είναι και η λαδόκολλα. Παρακαλώ τους μη Κυπραίους να προσπαθήσουν να μαντέψουν τη σημασία της στην κυπριακή (κλου: χρησιμοποιείται στην αντιγραφή κειμένων).

  177. Γς said

    173:
    Ασε το, αυτό ακούγεται:

  178. sarant said

    175: Πόσα ξέρετε που δεν τα ξέρω… 🙂

    176: Ειπώθηκε η λαδόκολλα σε ένα σχόλιο -αλλά έχουμε ίδια γούστα γιατί κι εγώ αυτό ξεχώρισα.

    174: Χωρίς διάθεση να κάνω τον συνήγορο, θέλω να επισημάνω ότι τα βιβλία της Γλώσσας του δημοτικού σχολείου ασφαλώς περιέχουν πάμπολλες λέξεις της καθημερινής ζωής και μάλιστα έχουν κατηγορηθεί γι’ αυτό (όχι από εμένα) ότι μαθαίνουν στα παιδιά «οδηγίες χρήσης καφετιέρας».

  179. Μαρία said

    176
    Γεια σου, Τασούλη. Το μαρτύρησε, ρε συ, το πρωί ο μισοκούμπαρος ο Τιπού.

  180. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    -πελεκάνος είναι ο πελεκητής, ο πετροπελεκητής:
    «Τα πελέκια του καμπαναργιού τα σκάλισε πιτήδειος πελεκάνος και βαστούνε χρόνους πολλούς αέττητα».
    – Φελί, φελίδι μανταρίνι, σκελίδι αλλά και φεταλίδι (ενίοτε φεταλίδα)
    -Φόρτσα για ‘ασπρισμα(ασβέστωμα) και η φόρτσα για τα ρούχα (βούρτσα)
    -ήδωκε ο ήλιος-βγήκε ο ήλιος , ήδωκα στον ποταμό-‘επεσα στον ποταμό, δίνω σ΄ένα ν τράφο- χτυπώ σ ένα τοίχο, «δώσ όξω»=βγες έξω (θυμωμένη προσταγή)
    105,130.Εκτός από τα (νοστιμότατα) κουταλάκια τ΄αρνιού γ΄ή του ριφακιού, τρώμε (μασάμε) και κολλιές:
    -η κολλιά : αγκαθερό άγριο χόρτο που γύρω από το άνθος-αγκιναροκεφαλάκι εκκρίνει άσπρες χάντρες κόλλας που τις μασάμε, ίδια μαστίχα χλοώδους «αρώματος». 🙂
    -111 «‘Ηβαλα δυο σανίδια πατάτες, ένα σανίδι μελιτζάνες ,δυο αυλακιές ντομάτες και μερδικά ραντοσπαρτά πιπεράκια (ένα δω, ένα κει) κι εδά πονιούνε οι κουτάλες μου και τα ντιχαλά μου από το πολύ σκαπέτι . Κάθε βολά ξεκουταλώνομαι μα ίντα δα, να βάλω αργάτη για τόσο να μ πράμα; 🙂

  181. Αρκεσινεύς said

    Καλώς ήλθατε, Έφη και κ. Τσουρή.
    Έφη, με τις μαντινιάδες σου τις Κυπριακές. Περιμένουμε και τις άλλες που μας έφερες από το νησί.
    κ. Τσουρή, με το ωραίο παραμύθι.

  182. TAK said

    Νίκο και Μαρία: Να πάρει η ευχή! Δεν το πρόσεξα, απολογούμαι! Σήμερα στο μάθημα ανέφερα την ανάρτηση (δεν ξέρω αν διαβάζουν τώρα οι φοιτήτριες/τητές μου) γιατί ταίριαξε πολύ ωραία: μια φοιτήτρια με ρώτησε ποιοι είναι οι ακαδημαϊκοί του ΑΠΘ. Άρχισα λοιπόν και εγώ να αραδιάζω τα ονόματα που ήξερα: Κονομής, Κοπιδάκης, πρόσφατα Ρεγκάκος. Καλά μου λέει, κανένας από το νεοελληνικό; Της λέω όσο ξέρω κανείς ακόμη. Και τότε, μου λέει, γιατί στο πανεπιστήμιο Κύπρου όταν κάνουμε αίτηση για το μεταπτυχιακό ζητούν συστάσεις από 2 ακαδημαϊκούς τουλάχιστον;…
    Πάντως πολλά τα έχω υιοθετήσει και εγώ: ας πούμε συχνά πυκνά λέω στα παιδιά «αυτό να το φύγεις από την εργασία σου» και δεν παρεξηγούμαι όταν κάποιες/οι με ρωτούν «να σε πάρω κύριε;» (μην πάει ο νους σας στο πονηρό!). Στην αρχή βέβαια δυσκολευόμουν να καταλάβω τι εννοούσαν τα παιδιά όταν μου έλεγαν κατάμουτρα και πολύ ήρεμα ότι συγχύζονταν, αλλά κατάλαβα στην πορεία. Να είστε καλά! ΤΑΚ

  183. Αρκεσινεύς said

    173. Αν και γύρισες, θα γράψω για μισεμό, γνωστό βέβαια:

    Κοντεύγ’ η ώρα κι ο καιρός, κυρά μου,
    που μέλλει να μισέψω από ξαυτόν σου,
    όμως αφήννω δα στον ορισμόν σου
    όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου.

  184. Τσούρης Βασίλειος said

    180,111
    Αγαπητή Έφη Έφη και κ. Νικολάου εμείς λέμε έβαλα κήπο, δυο αναβραϊές κ(ου)κιά, τρεις αραποφάσ(ου)λα κλπ.
    Ξαδερφογαμπρός μου ήταν πετροπελεκητής, έφκιανε ωραία πέτρινα κανούλια για τις βρύσες. Τη λέξη πελεκάνος δεν την λέμε.

  185. spiral architect said

    Eυχαριστούμε κυρία Κατσογιάννου: 🙂
    Συντυσ̌ιές
    (ενδιαφέρον)

  186. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    21.Ταράσσω. «φύγε μη με ταράσσεις» μη με νευριάζεις. Ανεταράσσει – σφαδάζει ετοιμοθάνατη :Τη μαύρη όρνιθα την επρόκαμα όντε ν ενετάρασσε. Τη γαλανή την είχε παραμπρός πνιμμένη η ζουρίδα.
    22. μονάδα επιφάνειας γης:α. Εφτά μερώ «ζευγάρι» (όργωμα 7 ημερών με δυο ζώα, αλλά και με ένα, πάλι «ζευγάρι» λέγαν τη δουλειά του οργώματος: «Δε σ’ ‘εχα και στο ζευγάρι!» (Δεν όργωνες κιόλα.)
    β. Δυό αργατώ χωράφι (όσο σκάβουνε δύο εργάτες σε μια μέρα), ίσως γύρω στο μισό στρέμμα.
    Μονάδα μέτρησης χρόνου: Ενα αντρόστεμα ήλιο ή δυό αντροστέματα (πιο πάνω ακόμη ο ήλιος στον ορίζοντα). Ο ήλιος έστεκε πάνω από τη γραμμή της δύσης σε ύψος όσο η φιγούρα ενός άνδρα, δύο ανδρών. Νομίζω ότι αναφέρονταν μόνο σ αυτά τα δυο χρονικά σημεία.

  187. 163 για 111,
    Σωστό για την βραγιά, νόμισα πως αυτό εννοούσε με την σκάλα. Η σκάλα εννοείται σε διαφορετικά επίπεδα, όπως με ξερολιθιά;

  188. # 163
    η λάξη σκάλα στην Ελλάδα έχει και μια άλλη σημασία : σε εποχές που οι ακτές υπέφεραν από τους πειρατές λίγα ήταν τα οχυρωμένα λιμάνια όπως π.χ. στην Στερεά Ελλάδα η Ναύπακτος και το Γαλαξίδι. Το κατάλληλο μέρος χωρις σπίτια ¨οπου έδεναν προσωρινά τα καράβια για να ξεφορτώσουν ή να φορτώσουν κοντά σε μια στεριανή πόλη λέγονταν σκάλα όπως π.χ. η σημερινή Ιτέα ήταν η Σκάλα Αμφισσας. Και σήμερα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών τους κατοίκους της Ιτέας τους αναφέρουν ως Σκαλιώτες. Μετά την καταπολέμηση της πειρατείας αυτά τα μέρη κατοικήθηκαν

  189. Αρκεσινεύς said

    188. Υπάρχει και η παρεμφερής σημασία:σκάλα η : ενδιάμεσος σταθμός πλοίου, ανάμεσα στο λιμάνι από το οποίο αναχωρεί και το λιμάνι προορισμού: Tο πλοίο πιάνει πολλές σκάλες στην άγονη γραμμή. (ΛΚΝ).

    Εμεις οι Αμοργιανοί που ανήκαμε και εξακολουθούμε να ανήκουμε στην άγονη γραμμή (στη δεκαετία του 50-60 έκαναν οι ταξιδιώτες από Πειραιά έως και 36 ώρες για να φτάσουν στο νησί) μιλούσαμε συνέχεια για σκάλες. Πόσες σκάλες θα πιάσει ακόμη;

  190. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    187. ..σε διαφορετικά επίπεδα, όπως με ξερολιθιά,σ εμάς η πεζούλα. Τα επικλινή εδάφη ανατέμνονταν σε πεζούλες-πεζούλες για να καλλιεργηθούν ευκολώτερα:
    183. Αγριοι μισεμοί εσχάτως. Άστο, κι ας πούμε μια παλιά,γλυκειά, τ΄ονείρου:

    Με το να σμίγομε συχνά
    στ΄ ονείρου την πεζούλα
    στεγνή κλωστή δε μ άφηκε
    τς αγάπης η δροσούλα

  191. Τσούρης Βασίλειος said

    Ήπειρος

    Φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια

    κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμνούς,

    ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας· μα η πούλια

    δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς.
    ………………………………………………………….
    Γ. Κοτζιούλας

  192. Είναι ενδιαφέρον γλωσσικά το ερώτημα της σωστής λέξης για «δάνεια» μεταξύ γλωσσών. Αν είναι «δάνειο» θα έπρεπε να επιστραφεί. Αν είναι «κλοπή» λέξεων, τότε όποιος την είχε αρχικά την έχει χάσει. Νομίζω ότι η λέξη «επιρροή» είναι η καλύτερη επιλογή μας γιατί δείχνει τον δυναμικό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι παίζουν με τις λέξεις καθημερινά.

  193. gmallos said

    Αχ. Και που να σας προλάβω. Επιτέλους κατάφερα να τα διαβάσω όλα.

    Κάποια κοινά στη Μυτιλήνη: Κουτάλα ή κ’τάλα = η σπάλα και κ’ταλί όταν πρόκειται για μικρό ζώο (αρνί ή κατσίκι). Και το παραδοσιακό πασχαλινό φαγητό ναι μεν ήταν αρνί, αλλά όχι στη σούβλα. Πού τέτοιες πολυτέλειες. Κ’ταλί γεμιστό στο φούρνο!
    Θιλέτα ψωμί ή καρπούζι (η φέτα)

    Όσο δε για Σκάλες (= επίνειο) ων ουκ έστι αριθμός. Μια ματιά στο χάρτη θα δώσει μια ιδέα, αν και, υπάρχουν κι άλλες που λέγονται τοπικά αλλά δεν «δεν τις χωράει ο χάρτης»:)

  194. @145: Μαρία, δεν κατάλαβα τον παραλληλισμό με το verge. Εννοείς αν είναι το ίδιο ως επίπεδο ύφους;

  195. Aλίκη Στούκα said

    κ.Καλαχώρα
    ο λόξυγκας είναι και λόξιγκας. Τι έγινε, ξεχάσατε ν΄ανοίξετε τα κιτάπια, το γκούγκλ σας, το ΛΚΝ ;

    Το άνθος της ημέρας:
    «…πολλές φορές γράφει προφορικό λόγο».

  196. @182: Νά κι ένα άλλο ψευδόφιλο, που το μισοέκρυψε ο Τάσος στο σχόλιό του: συχχύζουμαι = μπερδεύομαι, είμαι σε σύγχυση.

  197. Μια ελαδίτισσα συνάδελφος εδώ στο νησί μού έλεγε πόσο απογοητευμένη ένιωθε, όταν της έλεγαν οι φοιτητές της «Ευχαριστούμε πολύ, η διάλεξή σας ήταν αρκετά καλή.» Εννοούσαν ότι ήταν πολύ καλή — δεν ξέρω αν είναι επίδραση από το quite good.

  198. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    186. Ταράσσω: ταραχτάς

    Μ΄έβαλες εις τον ταραχτά
    τς αγάπης κι αργολειώνω
    κι εδά θωρρώ τα χάδια σου
    με πάθη πως πλερώνω.

    Για τη Σκάλα έχουμε ένα τέτοιο τοπωνύμιο, μακριά από τη θάλασσα ,όπου τα χωράφια είναι σκαλωτά:έχει πεζούλες στις πλαγιές κι ας μην τις λέμε σκάλες. Σκαλώνω, σκαρφαλώνω , μόνο στην Κρήτη το λέμε; γατί εδώ σκαλώνω είναι μπερδεύομαι, που το λέμε κι έτσι: «εσκάλωσε το τσεμπέρι μου στα κλαδιά» και «τα σκαλούνια είν΄απότομα και δε μπορ΄ α σκαλώσω»

  199. Μαρία said

    182 Χα, χα! Έπρεπε να τους πεις οτι ένας που ήταν να γίνει την πάτησε για …κυπριακούς λόγους.
    Τους αθάνατους ακαδημαϊκούς πώς τους λένε;

    194 Σκέφτηκα μήπως ο βίλλος σήμαινε και βέργα. Είναι γνωστή η ετυμολογία;

  200. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    27. ..Κόρη πότε εννάρτεις να σε δω..:Κόρη πότε «εν να ΄ρτεις » =είναι νά ΄ρθεις
    Το έναι αντί είναι συχνά :

    Η πρώτη μου αγαπητικιά
    -που να θελ΄ α μην έναι-
    είν αφορμή τα μάτια μου
    και μέρα νύχτα κλαίνε

  201. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    14. «Σήμερα θα ‘ερτει η μητέρα μου να με πκιάσει.» Έλεγε ο κοντογείτονας Κύπριος συμμαθητής και δεν ερχόταν μερικές φορές στ΄αυτοκίνητό μας κατά την επιστροφή του από το σχολείο.
    53. Μάχουμαι, πολεμώ= προσπαθώ, μοχθώ, αγωνίζομαι, κάνω-καταγίνομαι με κάτι: ‘ιντα πολεμάς ατά; Τί κάνεις εκεί;

  202. @199: Μαρία, από ό,τι ξέρω βίλλος δεν σημαίνει βέργα. Η λέξη είναι αρχαία, μαρτυρείται για πρώτη φορά (ως βίλλος και ως βιλλίν) στον Ηρωδιανό τον γραμματικό, με τη σημασία «ανδρικό μόριο».
    Η ετυμολογία είναι, νομίζω, άγνωστη. Δύο πιθανότητες μου έρχονται στο μυαλό:
    1. Λατινικό uillus = δασύ και άγριο τρίχωμα.
    2. Λατινικό uilis = ευτελής, παρακατιανός, αξιοκαταφρόνητος. Πβ. τα κυπριακά βιλλιασμός («ντροπή») και βιλλιασμένος («παρακατιανός, ντροπιασμένος, χοντροκομμένος»).

  203. Μαρία said

    202 Τόσο ξεφτίλας λες; 🙂
    Ο Κριαράς έχει και βιλλάτος απ’ το Σπανό (βιλλάτοι, κωλάτοι, χεσάτοι).

  204. @202: Ναι καλέ, της ξεφτίλας, εντελώς για τον π**τσο.

  205. nestanaios said

    163. Καμάρι μου, πολύ με στενοχώρησες. ⟨⟨ Διαβάζουμε αλλά δεν σχολιάζουμε ⟩⟩.

  206. Μαρία said

    204
    Μια που ξενυχτάς, γιά λύσε μου και μια άλλη απορία. Τις προάλλες που έβλεπα πολύ ΡΙΚ άκουσα ένα κύριο να λέει «μια χώρα πρόσπερος» και «καταθέτων» αντί καταθετών. Λέγονται ή ήταν ήταν ιδιόλεκτα του κυρίου Κρις;

  207. Earion said

    Λέωνικε (# 163): Άρα κάποτε και στην Ελλάδα υπήρχε η λέξη με τη σημασία αυτή. Ο Αρκισινέας με υποστηρίζει στο @130. Δεν μπορεί η λέξη νε πήδησε από την Κύπρο στην Αμοργό• είχε ενδιάμεσους σταθμούς προφανώς, αν στην Κύπρο δεν είναι περιφερειακό υπόλειμμα

    Αν κρίνουμε από το επώνυμο του Ηπειρώτη Βηλαρά (= (Βιλλαρά), η λέξη είχε ευρύτερη διάδοση.

    ΕΦΗ ΕΦΗ (# 198): Σκάλα, τοπωνύμιο μακριά από τη θάλασσα, υπάρχει στη Λακωνία: η κωμόπολη Σκάλα, που το Μεσαίωνα ήταν λιμανάκι στις εκβολές του Ευρώτα και με τις προσχώσεις του ποταμού βρίσκεται σήμερα σχεδόν δέκα χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα.

    Θέλω ακόμη να ρωτήσω εσάς που κατοικείτε στην Κύπρο: πώς γίνεται αντιληπτός εκεί ο θόρυβος περί τα γλωσσικά που ξεσηκώνουν εδώ οι δικοί μας (Ελλαδίτες) «βαρεμένοι»; Έχουν πέραση εκεί κάτω τα λερναία, οι πολυτονιστές, η αριθμολογία, οι Λιακόπουλοι; Πώς αντέδρασαν στη Φωνηεντιάδα, λόγου χάρη;

  208. @206: Το πρόσπερος (prosperous?) πρώτη φορά το ακούω. Το «καταθέτων» αντί καταθετών μάλλον υπακούει στη γενικότερη τάση να μην κατεβαίνει ο τόνος στη γενική πληθυντικού, κάτι που όμως ισχύει για τα θηλυκά ουσιαστικά μόνο, όσο ξέρω (των κοπέλων, των καρέκλων).

  209. Όπως λέμε, «εδώ είσαι σκλάβα του Πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».

  210. Μαρία said

    208 Μπορεί ο τύπος να λέει πιο πολλές αγγλικούρες. Ήταν πρώην υποδιοικητής της Λαϊκής.

  211. Avonidas said

    Χαιρετώ.

    Όλα τα αναλύσατε, εκτός από αυτό το «καλαμαράδες». Γιατί «καλαμαράδες» οι Ελλαδίτες;

    Λοιπόν, δεν το έχω συζητήσει με Κύπριο, αλλά ο νονός μου ο μεγάλος ήταν Μικρασιάτης. Κι εκεί λοιπόν τους Ελλαδίτες τους έλεγαν καλαμαράδες, δηλαδή γραφιάδες, γραμματιζούμενους.

    Όπως οι Κύπριοι έτσι κι οι Έλληνες της Μικρασίας (αλλά και του Πόντου και των Βαλκανίων, σε όλες τις παροικίες) ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, συνήθως πολύ επικερδώς. Στην κυρίως Ελλάδα, πάλι, είχαμε φαίνεται από παλιά το κόλλημα να βγάλουμε όλοι το πανεπιστήμιο, κι αφού το βγάλουμε να προγυμνάσουμε την νέα γενιά για να μπει στο πανεπιστήμιο, και ούτω καθ’ εξής. Και μιας και τότε, όπως και τώρα, οι σπουδές απέδιδαν ψίχουλα, οι καλαμαράδες ήταν συνήθως και λιμοκοντόροι, δηλαδή ψωμόλυσσες, και το παρωνύμιο ήταν κάπως περιφρονητικό.

  212. Νίκος Παναγιωτόπουλος από Πάτρα said

    Χιλιούχος = εκατομμυριούχος
    Το ντριγκο με το κρουκουταβλάκι =
    το πολόβερ λακόστ

  213. spiral architect said

    Για όσους ενδιαφέρονται για την κυπριακή διάλεκτο για γραφή:
    Λεξικολογική βάση δεδομένων της κυπριακής διαλέκτου
    Για το κυπριακό πληκτρολόγιο που υποστηρίζει τα σημάδια – κουππούες για τα παχέα σύμφωνα, ο λίκνος εγκατάστασης δεν δουλεύει, αλλά στις λίνουξ διανομές που έχω (Ubuntu – Madriva) υπάρχουν ελληνικά της Κύπρου που υποστηρίζουν τις κουππούες. Χτες τα φώναξα, τα εγκατέστησα και δουλεύουν σύμφωνα με τις οδηγίες πληκτρολόγησης και αναζήτησης που περιγράφονται στο λίκνο του #185 σχολίου μου και εδώ. 🙂
    Για τα παραθύρια και ειδικά για τα 7 και 8 έψαξα για κυπριακό πληκτρολόγιο αλλά δεν βρήκα. 😦

  214. spiral architect said

    Επίσης ψάχνοντας χθες για κυπριακό πληκτρολόγιο – true type γραμματοσειρά για κειμενογράφους word ή openwriter έπεσα πάνω σε αυτό:
    γουικιπριακά – ένα ζωντανό κυπριακό λεξικό
    Δεν γνωρίζω το βαθμό αξιοπιστίας του και αν αυτό ενημερώνεται. 🙄

  215. Άρτεμη said

    ώρα για την αφελή ερώτηση τής ημέρας μάλλον: δέν βρίσκω τώρα ποιός έδωσε τον σύνδεσμο για το κομμουνιστικό μανιφέστο στα κυπριακά, όμως βρίσκω εκεί την προτροπή :Αρκάτες όυλλου του κόσμου, συναχτείτε!
    «Συναχτείτε» εκεί όπου εμείς το ξέρουμε ως «Ενωθείτε». Ψευδόφιλο ή διαφορετική επιλογή;

  216. sarant said

    Καλημέρα, ωραία πράγματα είπατε!

    215: Θα έλεγα διαφορετική επιλογή, λαϊκή και όχι λόγια -και εμείς λέμε σύναξη, συνάχτηκαν.

    211: Πολύ καλή ερώτηση. Θα έλεγα ότι «καλαμαράδες» είναι αυτοί που μιλούν την επίσημη μορφή της γλώσσας, χωρίς ιδιωματισμούς.

    197: Πολύ καλό παράδειγμα.

    195: Λόξυγγας στον Μπαμπινιώτη, λόξιγκας στο ΛΚΝ. Ο Μπαμπι. στο Ετυμολογικό παραθέτει επιχειρήματα που οδηγούν μάλλον στο «λόξιγκας» αλλά κρατάει την παλιά ορθογραφία.

    193: Κ’ταλί όλο το μικρό ζώο;

  217. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #207
    Για την ετυμολογία του Βηλαρά βλ http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=15922&contents=
    Δεν ξέρω αν συμφωνώ με την τελική άποψη, αλλά έχει και όλες τις άλλες.

  218. gmallos said

    #216 τέλος: όχι βέβαια. Κ’ταλι, η σπάλα από μικρό ζώο, το χεράκι που λεν οι καλαμαράδες:) . Κ’τάλα η σπάλα η ανθρώπινη ή από μεγάλο ζώο. Μάλλον δεν τα έγραψα και πολύ ξεκάθαρα.

    Και χρησιμοποίησα παραπάνω τη λέξη «καλαμαράδες» παίρνοντας την πάσα από το 211. Γιατί σήμερα στο χωριό τους καλαμαράδες τους ξεχάσαμε κι η λέξη δεν χρησιμοποιείται. Όμως πριν από έναν αιώνα παρά κάτι ήταν σε χρήση. Γιατί κάποιος δυσαρεστημένος χωριανός μου, φέρεται να έλεγε «αχ ρε καλαμαράδες, σας ρίχναμε ρύζι να ριζώσετε και δεν σας ρίχναμε άλας να λιώσετε». (Το άλας ήταν σε χρήση παλιότερα πριν αντικατασταθεί από το αλάτι).

  219. sarant said

    218: Το χεράκι, αυτό φανταζόμουν 😉

    217: Πολύ ενδιαφέρον, ευχαριστούμε Γρηγόρη!

  220. nestanaios said

    Εγώ θα διαφωνήσω με τον Λόξιγκα και θα συμφωνήσω με τον Λόξυγκα ίστορα ποιεύμενος ετυμολογία.
    Η ετυμολογία διαιρεί τις λέξεις και αυτό ονομάζεται τμήσης των λέξεων.
    ΛΟΞΥΓΚΑΣ. Διαιρούμε το Ξ και έχομεν ΛΟΚΣΥΓΚΑΣ. Διαιρούμε το ΓΚ και έχομεν ΛΟΚΣΥΝΚΑΣ. Χωρίζουμε τις συλλαβές και έχομεν ΛΟΚ – ΣΥΝ – ΚΑΣ. Η πρόθεση ΣΥΝ γράφεται πάντοτε με Υ.

  221. Άρτεμη said

    216 Ευχαριστώ – αν και εννοούσα την έννοια και όχι τη χρήση τής λέξης 🙂

  222. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Τώρα βρήκα ευκαιρία να δω το επώνυμο του Βηλαρά. Δεν πρέπει να έχει καμιά σχέση με το βίλλο και τα συναφή, παρά τα όσα λέει ο Τωμαδάκης, κι αυτό γιατί αφενός η λέξη βίλλος είναι άγνωστη στην Ήπειρο, αφετέρου αν κάποιος ήταν «βιλλαράς» (φτου σου λεβέντη μ΄ να μη βασκαθείς κτλ. 🙂 ) στα βόρεια ιδιώματα των Ιωαννίνων θα έπρεπε να προφέρεται βλαράς (τα άτονα ι και ου αποβάλλονται). Επομένως, οι προτάσεις του Σούλη και του Βρανούση πρέπει να γίνουν αποδεκτές και να αποδοθεί το Βηλαράς στην ηπειρωτική ιδιωματική λέξη βηλάρι+την κατάληξη -άς. Δηλαδή, βηλαράς ήταν αυτός που είχε ή εμπορευοταν ή έφτιαχνε βηλάρια (τόπια ύφασμα). Το βηλάρι, πάλι, από το λατινικό velarium με στένωση του άτονου ε, λόγω του βόρειου φωνηεντισμού. Ο τύπος Βελαράς, μάλλον από «διόρθωση» της στένωσης.

  223. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Στο 217, η παραπομπή του Τωμαδάκη στο άρθρο του Βρανούση είναι λανθασμένη. Το σωστό τεύχος, όπου το άρθρο, είναι εδώ http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=66209&code=6750

  224. Καλησπέρα σας, ήθελα από χθες να σχολιάσω εκτεταμένα, όμως δεν στάθηκε δυνατό μέχρι τώρα. Η έρευνα στην οποία αναφέρθηκε η κα. Κατσογιάννου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής που αφορά τα ψευδόφιλα μεταξύ ΚΝΕ και κυπριακής. Ολοκληρώθηκε με τη συμβολή της κας. Κατσογιάννου και παρουσιάστηκε στην τελική της μορφή στα Τζαρτζάνεια 2012 (Γνώση και χρήση ψευδόφιλων λέξεων στην κυπριακή τάξη). Με χαροποίησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι προκάλεσε τόσα πολλά σχόλια και την πιο πάνω γόνιμη συζήτηση. Πολλά από τα παραδείγματα και τα ψευδόφιλα που αναφέρθηκαν περιλαμβάνονται ήδη στη διατριβή μου (η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης), παρόλαυτα η επιβεβαίωση είναι πάντα ιδιαιτέρως χρήσιμη.

    Θα ήθελα να απαντήσω σε / συμπληρώσω ορισμένα σχόλια που έγιναν.

    3: Το άρθρο αναφέρεται στην περίοδο πριν την αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων του σχολείου που τώρα πια προβλέπουν την αντιπαραβολική διδασκαλία κυπριακής και κοινής νέας ελληνικής, οπότε τότε τα περισσότερα βιβλία έρχονταν από την Ελλάδα. Τα βιβλία των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών, ιδίως στο δημοτικό, ήταν πολύ συχνά και παλαιότερα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, και τώρα πια γίνεται προσπάθεια να γραφούν νέα βιβλία στην Κύπρο για όλα τα μαθήματα.

    6: Το «αφυπηρετώ» όντως χρησιμοποιείται και στην Ελλάδα, όμως σε ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου λόγου συμφραζόμενα, ενώ στην Κύπρο χρησιμοποιείται αντί του «συνταξιοδοτούμαι / παίρνω σύνταξη» σε όλα τα επίπεδα λόγου.

    28: Το ζήτημα της ορολογίας και της απόδοσης της ξένης σχετικής ορολογίας μας απασχόλησε ιδιαιτέρως και μετά από διερεύνηση των όρων που έχουν προταθεί κατά καιρούς, επιλέξαμε το «ψευδόφιλα ή ψευδόφιλες λέξεις» για διάφορους λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ.

    31: Λεξικό της κυπριακής αντίστοιχο με το ΛΚΝ, όπως ανέφερε κι ο αγαπητός Σαραντάκος, δεν υπάρχει, η συζήτηση για τα λεξικά της κυπριακής είναι δύσκολο ζήτημα, για λεπτομέρειες σας παραπέμπτω στην ιστοσελίδα της κας. Κατσογιάννου http://katsoyannou.eu, η οποία έχει γράψει σχετικό άρθρο.

    98: Πολύ ενδιαφέρουσα η παρατήρηση για το σάλι, μου έκανε όμως εντύπωση το σχόλιο ότι μπορεί να χρησιμοποιείται αντί του κασκόλ σε όλη τη Β. Ελλάδα, επειδή είμαι από την Κομοτηνή και δεν έχω ξανακούσει αυτή τη χρήση (εκεί τουλάχιστον).

    174: (λυπάμαι που θα είναι πολύ μεγάλο το σχόλιό μου, αλλά ήθελα να εξηγήσω ορισμένα μεθοδολογικά θέματα). Το ερωτηματολόγιο δημιουργήθηκε μετά από αρκετή σκέψη για το ποια ψευδόφιλα θα συμπεριλαμβάνονταν και ποια η λειτουργία τους. Τελικά αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν κατά κύριο λόγο λέξεις της καθημερινότητας ή της «γλώσσας του σχολείου», ώστε οι μαθητές να μην δυσκολευτούν να γράψουν προτάσεις στις οποίες να χρησιμοποιούν τα ψευδόφιλα. Όσο προχωρούσε το ερωτηματολόγιο αύξανε και η δυσκολία του λεξιλογίου, δηλ. επιλέγηκαν λέξεις οι οποίες ανήκουν στο πιο υψηλό λεξιλόγιο της κυπριακής και δεν αναμέναμε ότι θα τις γνώριζαν οι μαθητές του Γυμνασίου, όπως και τελικά διαφάνηκε από την έρευνα. Τα υψηλά ποσοστά λανθασμένης χρήσης και/ή άγνοιας σε αυτές τις λέξεις ήταν κάτι που δεν μας εξέπληξε. Το λεξιλόγιο αυτό αναμένουμε ότι θα γνωρίζουν καλύτερα οι μαθητές του Λυκείου -αν και δεν έχουμε κάνει σχετική έρευνα-, καθώς ανήκουν στους όρους που χρησιμοποιούνται ευρέως στις ειδήσεις, στη γλώσσα του τύπου και της διοίκησης, κ.ο.κ.
    Ένα δεύτερο ζήτημα: γιατί να «επιβληθούν» οι λέξεις αυτές και η γνώση τους στο μάθημα της Γλώσσας; Προτείνουμε τη διδασκαλία τους ως ξεχωριστό τμήμα του λεξιλογίου, προκειμένου να γίνει γνωστή η διαφοροποίηση, όπως γίνεται και με πλήθος άλλων λέξεων και εκφράσεων που διδάσκονται τα παιδιά στο σχολείο.

    Ελπίζω να μην σας κούρασα υπερβολικά με το πολύ μεγάλο σχόλιο/απάντησή μου.

  225. sarant said

    224: Πολύ χρήσιμο το σχόλιο, ευχαριστούμε!

  226. Νέο Kid Στο Block said

    Ωωωχχ.. Μόλις ανακοίνωσε μέτρα «επανεκκίνησης (σικ σιορρ!)» της Οικονομίας ο Αναστασιάδης και επικεντρώθηκε στην «πράσινη ανάπτυξη»… κάτι μου θυμίιιζει :mrgreen:

  227. spiral architect said

    @226: Χμμμ …, μόνο ψευτοφίλοι; Οχιές διμούτσουνες!

  228. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Ομιλία Α. Μανιτάκη στο συνέδριο του Economist 15/4/2013
    «…λόγω των αθρόων και έξω από κάθε πρόβλεψη συνταξιοδοτήσεων… η δικαιολογία του μέτρου άλλαξε ξανά και συνδυάστηκε αυτή τη φορά με ποιοτικούς στόχους: την αναγκαστική αποχώρηση των ακατάλληλων και ανεπαρκών, αυτών που θα κριθούν απολυτέοι από τα πειθαρχικά συμβούλια, όσων κριθούν κατά την αξιολόγηση δομών και προσωπικού ότι έχουν τελικά ανεπαρκή και ελλιπή προσόντα ή υπηρετούν σε οργανισμούς που καταργούνται ή συγχωνεύονται. »

    224. 6. Η σύγχρονη ελλαδίτικη αφυπηρέτηση λέγεται:

    -αναγκαστική αποχώρηση
    -αυτοί που θα κριθούν απολυτέοι
    Μαζί με την
    -πρόωρη συνταξιοδότηση
    -εργασιακή εφεδρεία ή
    -εργασιακή διαθεσιμότητα

  229. Στέλιος said

    200: Το εννα ετυμολογείται από το θενα, καμία σχέση με το ρήμα ένι(=είναι). Γι αυτό και στην άρνηση ο βίλλος του Μιχαηλίδη δηλώνει:

    Θα σ΄ αναγείρω πκιο βαθκιά, στον πάτον σου θα φτάσω
    τζι εννά γαμώ τζι εννά γαμώ τζι έθθεν για να χορτάσω.

    Ομως, πούττε, λαλώ σου το, έθθεν να σύρω πίσω,
    αν δεν σε κάμω λάχανον έθθεν να παραιτήσω,

    Αγιωμένο δε σημαίνει απλά στα κυπριακά αλλοιωμένο αλλά σκουριασμένο.

    Το αυτομολώ είναι μεταφορική χρήση στρατιωτικής ορολογίας που υπάρχει ακόμα στην επίσημη γλώσσα με την κυριολεκτική έννοια. Τα παλιά καλά χρόνια της δεκαετίας του 90 οι εφημερίδες έγραφαν για «τουρκοκύπριους αυτόμολους» που περνούσαν την γραμμή.

    Οι όροι «κυπριακή ελληνική» και «αστική κυπριακή» δεν είναι πολύ ξεκάθαροι, καλύτερα να μιλούμε για τα «καλαμαρίστικα των κυπραίων» γιατί η κυπριακή ελληνική κατά κανόνα δηλώνει την ομιλούμενη γλώσσα στην Κύπρο. Δεν ξέρω γιατί τα καλαμαρίστικα των κυπραίων ενδιαφέρουν τόσο πολύ τους γλωσσολόγους, ρόλο καθαρεύουσας παίζουν και είναι λογικό να προκαλούν τερατογενέσεις.

    Σκάλα στην Κύπρο με την έννοια του λιμανιού ήταν η Λάρνακα, και οι κάτοικοι σκαλιώτες.

    Αρχιμήδη μου (127) γράφουμε τζ αντί κ για δύο λόγους. Για να μην μας προκαλούν νευρικό γέλοιο όταν τα διαβάζουμε και γιατί κάποιες λέξεις χρειάζονται το κ, π.χ. κεντικελένης, όφκερος κλπ.

  230. EΦΗ ΕΦΗ said

    229,βιλλάνος, σε τα μας πα να πει χοντροκομμένος, κακότροπος, «χωριάτης» (σπάνια ακούγεται πια),
    Αγιωμένο: λες σκουργιασμένο και μου θύμισες:
    -Έγιωτας: «Θαρρώ πως βγάνει έγιωτα η σίγλα και πρέπει να τη γανώσομε.» Η οξείδωση των μπακιρένιων σκευών.
    Άντε και μια μαντιναδούλα για το ένε (είναι)
    -Εμείς κι αν εχωρίσαμε
    παράξενο δεν ένε
    μόνο ναι το παράξενο
    π΄ο γ εις τον άλλο θέμε

  231. Μαρία said

    202 Τιπού, ο Ι. Σ. Αρχέλαος στο:
    Η Σινασός : ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού. Εν επιμέτρω δε και σύντομος περιγραφή των εν ταις επαρχίαις Καισαρείας και Ικονίου Ελληνικών Κοινοτήτων ως και των εν αυταίς σωζομένων
    ελληνικών διαλέκτων εν σχέσει προς την εν Σινασώ λαλουμένην. Εν Αθήναις, Τυπογραφείον Ιωάννου Νικολαΐδου, 1899, σ. 228 αποκαθιστά το κύρος του καππαδόκικου βιλιού (ον. το βιλί).
    Το γράφει με ένα λ, γιατί λέει ήταν βιριλί από λατινικό virilia. (membrum virile στον πληθ.) που έγιναν βιριλιά>βιλιλιά>βιλλιά και τελικά το βιλλίν.

    Βρήκα το βιβλίο στην Ανέμη αλλά – καντεμιά – η σ. 228 λείπει. Αντλώ έτσι απο άρθρο του Χ. Συμεωνίδη όπου τα σχετικά. Απο τη σ. 216 κεξ υπάρχει λεξιλόγιο της Σινασού χρήσιμο για Νικοκύρη και Μπαλό.

  232. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #231
    Υπάρχει στις δημόσιες βιβλιοθήκες (σε αρκετά αντίτυπα, αλλά ας μη το σχολιάσω αυτό) και έχει και τη σελίδα που θέλεις. http://diglib.ypepth.gr/awweb/main.jsp?flag=browse&smd=1&awdid=2

  233. Και ένα κυπριακό ψευδόφιλο που μας θύμισε η Μαριάννα Κατσογιάννου στο fb: «αν συναντήσετε Κύπριους να σας λένε «Έννα να πάω να τον παίξω»… μην αντιδράσετε άσχημα, δεν είναι αυτό που νομίζετε.» Αντιδράσετε δεν αντιδράσετε, καλύτερα να καλυφτείτε, μη σας πάρουν τα σκάγια:
    http://www.24h.com.cy/index.php/epikairotira/21839-prosopokratisi-29xronos-fonos-vasil.html

  234. sarant said

    Xαχά!

  235. Vouts said

    http://patosmetrypav.blogspot.gr/2013/04/blog-post_18.html
    Πολλά ενδιαφέρον

    @233 Αυτη τη σημασία του έπαιξαν την χρησιμοποιούν και στην Κρήτη

  236. Ακόμα ένα «καθημερινό» ψευδόφιλο είναι και το βάλλω, που σημαίνει βάζω!
    Χρησιμοποιείται όμως και με την κοινή νεοελληνική σημασία: βάλλω κατά του εχθρού.

  237. Λ said

    79 -81: Για το ρήμα «λαλούσιν»

    Η αρκοντιά
    (του Δημήτρη Λιπέρτη)

    —Α παππού, ήρτεν ο Καλλής ‘που την Ληνούν, λαλούσιν,
    Τζι επέζεψεν στου Γιάκουμου τζιαι πάσιν να τοδ δούσιν.
    Εν ‘που τους πρώτους του χωρκού τζιαι τα γεννητικά του
    Φτάννουσιν ‘πού τον τόπον μας, η Κακουλλού εθ θκειά του.
    Αρκόντηνεν θέμι πολλά τζιαι για την αρκοντιάν του
    Όπου σταθούν, φουμίζουν τον. — Μμα για την αθθρωπκιάν του
    Είπεν κανένας τίποτε; Αννοίξαν στόμαν, γυιέ μου;
    Θεέ μου, κάψε τζι άφησε• να μεν τοδ δω ποττέ μου
    Τον πίσσην, τον λιμάντερον, τουν το κακόν κακκάτιν
    Που πάντα πάνω στο δικόν του άλλου εσ’ αμμάτιν.
    Αν έκαμεν, βρε Νικολή, ππαράδες τζιαι δανείζει,
    Θαρεύκεσαι τζι αθθρώπεψεν; τίποτες έντζι αξίζει,
    Η αρκοντιά καλή ένι, μμα να σ’η δικοσύνην
    Με την αγάπην, την τιμήν, την ελεημοσύνην.
    Ει δε τζιαν ου, ας μεν έσ’η ο άθθρωπος να φάη
    Τζιαι νάνι ασπροπρόσωπος όπου σταθή τζιαι πάει.
    Τούτος τζι όσοι του μοιάζουσιν, αφήτις ξισπιτώσουν
    Τζιαι κάμουν σ’ίλια δκυο κακά τους λας τζιαι γερημώσουν,
    Αφήτις πκιον τους κάμουσιν τ’ Άι Τζιεγκιά μανάλλιν
    Τζιεν τους αφήσουν για να φαν με πρότσαν με κουτάλιν,
    Αφήτις κάμουν τάρταλα τα έσ’ει τους, λαλούσιν
    Πως τηφ φτωχολογιάν πονούν τζιαι πως την αγαπούσιν.
    Τζι άμα γεράσουν τζι ύστερις πων να κλειδοστομιάσουν
    Πων ημπορούν ν’ αρπάξουσιν, να κλέψουν τζιαι να πκιάσουν,
    Κάμνουσιν τζιαι ταξίματα, στες εκκλησιές διούσιν
    Για να τους μνημονεύκουσιν αντάν να λουτουρκούσιν.
    Τζι ήνταν που δκιουν; Εν τους καμούς τ’ ανήμπορου πλασμάτου
    Της ορφανιάς τα δάκρυκα, του ψυχομασ’ημάτου,
    Του γέρου τ’ αναστέναμαν, της ρκας το μοιρολόιν
    Τζιαι της σ’ηρκάς τα κλάματα που κάμαν χωρκολόιν
    Τζι ατσίππωτα στην εκκλησιάν δκιουν πρόσφορα τζιαι νάμαν
    Τζ’είνοι που κάψασιν τους λας τζ’ εσύρτην τόσον κλάμαν.

    Αναρτήθηκε από Pantelis Zacharoplastis στις 9:45 π.

  238. Λ said

    Επειδή αναφέρθηκαν διάφορες σκάλες να αναφέρω και εγώ τη Σκάλα του Βραδέτο.

  239. sarant said

    Ευχαριστούμε για τον Λιπερτη!

  240. ajax said

    Λαμπρό στη ΚΝΕ σημαίνει εξαίρετο.
    Λαμπρόν στη «χωριάτικη» Κυπριακή διάλεκτο σημαίνει φωτιά.

    Στις αρχές του 20ου αι. ενας πλούσιος Κυπραιος επισκεφθηκε οφθαλμίατρο εν Αθηναις.
    Ο γιατρός εσταξε δοκιμαστικα μια σταγόνα κολλυριο στο μάτι του ασθενούς, ρωτοντας τον πώς αισθανόταν.

    «Εν λαμπρόν γιατρε μου, εν λαμπρόν» φώναζε ο δυστυχής και ο γιατρός συνέχιζε να στάζει το λαμπρό κολλυριο αλύπητα.

  241. sarant said

    240: Και στα σκιαθίτικα (το έχει ο Παπαδιαμάντης) «το λαμπρό τ’ να βγει» σημαίνει «να του βγει το μάτι».

  242. Ριβαλντίνιο said

    Παροιμία

    Οι γαμπροί είναι Λαμπρή( λαμπροί )
    Τους γαμπρούς τους λένε και λαμπρούς.

    ( Σόρρυ αν το έχετε πει πιο πάνω ).

  243. ajax said

    237:

    Παραπεμπω σε μια αλλη κορυφαια διαλεκτικη στιγμη της λαικης ποιησης της Κυπρου.
    Αυτη τη φορα απο τον Κυριακο Καρνέρα ( γεν.1900 στο χωριό Ξυλοτυμπου)
    αγραμματο ποιηταρη βοσκο, που τον ανακαλυψε ο Τευκρος Ανθίας.
    ————————————————————

    ΑΡΚΟΝΤΟΙ ΤΖΙΑΙ ΦΤΩΣΙΟΙ

    Μες το σιμιντιρόχτιστον, τζι’ ακάμωτον χωράφιν,
    έμπηκα τζι’ εία μνήματα, εία σταυρούς στημένους,
    τζιαι πάνω τους να φαίνεται, να μολοά να γράφει,
    γρονολοΐαν τζι’όνομαν, τους λας τους πεθαμμένους.

    Τζι’ εία τζιαι μνήμαν του φτωχού, τζιαι του αρκόντου μνήμαν,
    με γύρου γύρου κάντζιελλα, άγαλμαν τζιαι τζιειούριν,
    μα του φτωχού του πάφτωχου, μεσάνυχτον πισσούριν,
    τζι’έκλαψα τζι’αναστέναξα, τζιαι χώστηκα στο κρίμαν.

    Τζιαι φάνην μ’έσιησεν η γη, τζιαι ρούφησεν με κάτω,
    τζι’επήα τζιαι πουκούλιασα, στα τάρταρα του άδη,
    τζι’ εία μες τζιειν την γερημιάν, μες τζιείνον το σκοτάδι,
    στοίβες βουνάρκα τζιαι σωρούς, κόκκαλα των πλασμάτων.

    Τζι’εστάθηκα τζι’εθώρουντα, σιυφτός έναν καράριν,
    ούλα τζιεικάτω μια πίττα, ούλα μαλιά κουβάριν,
    τζι’εν εξηδκιάλισα τζι’εγιώ, κόκκαλον μανιχόν του,
    να πω πως τούτον εν φτωχού, τζιαι τζιείνον εν τ’αρκόντου.
    ————————————————————

    Σιμιντιροχτιστον: περιφραγμένο με «σιμιντιριν», τοίχο, περιτοιχισμένο (η λεξη σιμιντίρι/ιο
    προερχεται ως αντιδανειο απο το τουρκικο σιμιντιρ, «κοιμητηριο»)

    Ακαμωτο χωράφι: χωράφι ακαλλιέργητο

    Με τη φράση «σιμιντιρόχτιστον, τζι’ ακάμωτον χωράφιν» υποδηλώνεται το νεκροταφείο

    εία: είδα

    Να μολοά: να ομολογεί, να καταδεικνύει

    γρονολοΐαν: χρονολογία (γέννησης και θανάτου)

    τους λας: των ανθρώπων, του λαού

    τζειουριν: κιβούρι, μνήμα με ταφόπλακα

    μεσανυχτον πισσούρι: μαύρο σκοτάδι πισσα.Δηλαδή ο τάφος του φτωχού δεν είχε κιγκλίδωμα, ουτε ταφόπλακα, παρα μονο μαυρο σκοτάδι.

    χωστηκα στο κρίμαν: βυθίστηκα στη θλίψη

    Τζιαι φάνην μ’έσιησεν η γη: μου φάνηκε οτι σχίστηκε η γηγη

    Επήα: επήγα

    πουκουλιασα: κατακαθησα (ποκουλιασμα=κατακαθι)

    Μες τζειν την γερημιαν: μέσα σε κείνο τον τρομακτικο ερημοτοπο

    στοίβες βουνάρκα τζιαι σωρούς: τρεις λέξεις με το ίδιο νόημα, προφανώς για να τονιστεί η μεγάλη ποσότητα απο κόκκαλα

    των πλασμάτων: των ανθρώπων

    καραριν: το όριο, μέχρι εκεί που δυναμαι. Π.χ «κάθε νύχτα πινω 2-3 ποτηρκα κονιακκιν, τούτον εν το καραριν μου»
    Εδώ το «σιυφτός έναν καράριν» ισως να σημαίνει βαθειά σκυφτός απο τη θλίψη

    Εν εξηδκιαλισα: δεν διέκρινα, δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω

    μανιχον του: μονο του

  244. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ!

    Καναδυο γλωσσικά.

    Το καράρι δεν είναι νομίζω το όριο, είναι περισσότερο το μέτρο, το πρεπούμενο. Αναρωτιέμαι μήπως το «σκυφτός ένα καράρι» σημαίνει «τόσο σκυφτός όσο θα περίμενε κανείς»

    Το σιμιντίρι είναι αντιδάνειο βέβαια, αλλά νομίζω πως μεσολάβησαν τα γαλλικά. Πρέπει να μαρτυρείται η λέξη από πριν έρθουν οι Τούρκοι.

  245. Μαρία said

    244
    Δε νομίζω οτι υπάρχει στα τούρκικα η λέξη. mezarlιk το λένε και το mezar=μνήμα είναι αραβικής προέλευσης.
    Τα πράματα μάλλον είναι πιο απλά: το κοιμητήρι με κυπριακή προφορά έφινε σιμιντίρι.

  246. sarant said

    245: Μπα, δεν μπορεί η κυπριακή προφορά να δώσει αυτό το αποτέλεσμα.

    Τα διάφορα λεξικά συμφωνούν στο εξής (αντιγράφω από παλιά δουλειά μου):

    Από το προβηγκιανό simenteri το οποίο ανάγεται στο ελλ. κοιμητήριον

    Το αρχαίο κοιμητήριον είχε κυριολεκτική σημασία, σήμαινε υπνοδωμάτιο. Πρώτοι οι Χριστιανοί συγγραφείς χρησιμοποίησαν τη λ. με τη σημασία του νεκροταφείου. Από το υστερολατινικό coemeterium και τον απλοποιημένο τύπο cimiterium παράγεται περί τον 11ο αιώνα το γαλλικό cimetire και μετά cimetiere, cimetière.

    Εντωμεταξύ ένας προβηγκιανός τύπος cimenteri (η ενρινοποίηση τυπικό φαινόμενο του γαλλικού Νότου –ο τύπος επιβιώνει έτσι στα σημερινά καταλανικά) περνάει στην υπό γαλλική διοίκηση Κύπρο και από εκεί το σημερινό σιμιντίριν, το οποίο την εποχή του Μαχαίρα σήμαινε το νεκροταφείο αλλά σήμερα σημαίνει τον περίβολο του νεκροταφείου και γενικά οποιοδήποτε τοίχο περίφραξης.

  247. Μαρία said

    246
    οκ
    Πάντως καμιά σχέση με τούρκικα.

  248. sarant said

    Αυτό ναι.

  249. ajax said

    244-248:
    Ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις!
    Γηρασκω ΑΕΙ διδασκόμενος.

  250. sarant said

    249: Εμείς να δεις! Νάσαι καλά!

  251. Theo said

    Πριν από λίγο ανακάλυψα αυτό το τόσο χαριτωμένο άρθρο.

    Το μανάβικο στην Κύπρο το άκουσα φρουταρία.
    (Δεν είναι ψευδόφιλο κι εύκολα κατανοείται από μας, τους Ελλαδίτες, απλώς δεν το είχα ακούσει στην Ελλάδα.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: