Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Πρόεδρος Ταμέλης (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 28 Απρίλιος, 2013


Το σημερινό διήγημα του αγαπημένου μου Γιώργου Ιωάννου, που περιγράφει το πώς έζησε ο ίδιος αλλά και οι Θεσσαλονικιοί γενικά τη μέρα του πραξικοπήματος στις 21 Απριλίου 1967 είχα σκοπό να το ανεβάσω την περασμένη εβδομάδα, που είχαμε την αποφράδα επέτειο, αλλά για τεχνικούς, που λέμε, λόγους, δηλαδή επειδή δεν είχα φροντίσει να το βρω, τελικά έβαλα ένα άλλο διήγημα, τον Αγνοημένο φιλέλληνα του Μάριου Χάκκα. Στο μεταξύ, χάρη στη βοήθεια της αγαπητής φίλης Έφης το διήγημα του Ιωάννου βρέθηκε, και πληκτρολογήθηκε χάρη στη φίλη Μαριλένα, οπότε το ανεβάζω σήμερα. Έτσι κι αλλιώς η επικαιρότητα διατηρείται κατά κάποιο τρόπο, αφού η 21.4.1967 ήταν Παρασκευή του Λαζάρου, σαν προχτές δηλαδή -και την Κυριακή των Βαΐων ήταν προγραμματισμένη η συγκέντρωση του Γ. Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη.

Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω μερικές αναφορές του Ιωάννου, π.χ. στον Βλαχοδήμο (μια καλή φίλη με πληροφορεί ότι ήταν κατάστημα με δερμάτινα είδη, άρα από κει θα αγόρασε ο «μπουρτζόβλαχος» τα γάντια του ίσως ήταν κάποιος ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας) ή για τον «γιο της συφιλιδικής», ούτε ξέρω ποιον εννοεί ότι αργότερα λύγισε και έκανε μεγάλο κακό στη Δημοκρατική Άμυνα. Ωστόσο, το φύλλο της Μακεδονίας της 21ης Απριλίου, αυτό που αγόρασε ο Ιωάννου πριν πάρει χαμπάρι ότι έχει γίνει πραξικόπημα, υπάρχει ονλάιν. Αν δείτε το πρωτοσέλιδο, που καλά το θυμάται ο Ιωάννου, ίσως προσέξετε ότι μερικοί τίτλοι είναι γραμμένοι με «τονισμό κουκκίδας» δηλ. έχουν μια κουκκίδα αντί για πνεύματα ή τόνους. Αυτό το είχε ξεκινήσει η Μακεδονία από το 1964.

Ο Πρόεδρος Ταμέλης είναι περίπτωση ραμονιού, αλλά αν δεν ξέρετε τι σημαίνει ραμόνι καλύτερα να διαβάσετε πρώτα το διήγημα για να μη σας χαλάσει το σασπένς. Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «Εφήβων και μη», και εδώ παρουσιάζεται με μετατροπή σε μονοτονικό αλλά διατήρηση της (έτσι κι αλλιώς σύγχρονης) ορθογραφίας του πρωτοτύπου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΑΜΕΛΗΣ

Στις 21 Απριλίου 1967 το πρωί στη Θεσσαλονίκη ήταν ήλιος και ωραίος καιρός. Όμως δεν ξέραμε ακόμα τι μας γινότανε, ώστε να ψάλλουμε τον παλιό μας ύμνο «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;». Κι έτσι αποδίδαμε τον καλό καιρό στην εποχή του και στο ότι – άλλη λογική αυτή– σε εννιά μέρες ήτανε Πάσχα. Αυτή η μέρα, δηλαδή η Παρασκευή, κι ακόμα μία, το Σάββατο των Βαΐων, απόμνεισκε για τα σχολεία. Μετά κλείνανε για τις διακοπές και για δεκαπέντε μέρες ησυχάζαμε.

Ντυνόμουν, σινιαριζόμουνα, με την ησυχία μου, δεν είχα μάθημα τις δύο πρώτες ώρες, μπορούσα να πάω λίγο αργότερα. Τώρα, καθώς ετοιμάζομαι το πρωί βάζω το τρανζιστοράκι, για ν’ ακούω τις ειδήσεις και να μαθαίνω τα νέα τραγούδια, να είμαι μέσα σ’ όλα, να μη μου διαφεύγει τίποτα. Είναι, βέβαια, και η ευχαρίστηση. Τότε δεν έβαζα – δεν βάζαμε, μάλλον – τίποτα. Θα πήγαινε πολύ να εξιστορούσα για ποιούς λόγους αντιδρούσαμε ακόμα στα τρανζιστοράκια, αλλά μπορώ με συντομία να πω γιατί μισούσαμε το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή των «αποστατών», που ακόμα και η σκέψη τους μας έφερνε αναγούλα. Δεν μπορούσαμε, λοιπόν, να βάζουμε το ραδιόφωνο, γιατί διόλου απίθανο να ακούγαμε ακόμα και τους ίδιους, που ήταν, ως γνωστό, λαλίστατοι. Άλλωστε, περιμέναμε σε δυο τρεις μέρες και τον Παπανδρέου και λέγαμε πως θα τους δίναμε ένα αλησμόνητο μάθημα.

Ανύποπτος, λοιπόν, ετοιμάστηκα. Κατέβηκα από ένα στενοσόκακο, βγαίνω στην Καμάρα. Βλέπω στην Εγνατία μια σειρά θωρακισμένα, από αυτά που έχουν ρόδες όχι ερπύστριες, σταματημένα από τη μεριά της Καμάρας. Οι φαντάροι απάνω, ξεσκέπαστοι και όρθιοι. Μερικοί τούς κοιτάζουν από απόσταση. Δεν κατάλαβα τίποτε. Προχωρώ για να περάσω απέναντι. Εκεί που είναι τα απομεινάρια από τα τείχη του Θεοδοσίου, ένα τανκ με λυμένες τις ερπύστριες, απλωμένες, και οι στρατιώτες δήθεν να τις επισκευάζουν μες στο δρόμο. Κόσμος αρκετός κοίταζε, χωρίς να βγάζει άχνα. «Τί χαζεύουν έτσι πρωινιάτικα;» συλλογίζομαι. Και ξαφνικά σαν να φωτίζομαι×  «Αλλού αυτά, λέω. Αλλού οι προκλήσεις. Θέλετε να μας τρομάξετε για τη συγκέντρωση του Παπανδρέου και κάνετε πως χαλάσανε τα τανκς μέσα στους δρόμους, και στο Συντριβάνι μάλιστα, μπροστά στο Πανεπιστήμιο. Σας καταλάβαμε!».

Δρασκελώ τις ερπύστριες, περνώ την Εγνατία, πάω στον πάγκο των εφημερίδων. Το «Βήμα», λέω. Με κοιτάει ο εφημεριδοπώλης σαν χαζός. «Δεν ήρθε ακόμη; γιατί άργησε;» ρωτώ. Ήταν η εποχή που οι αθηναϊκές εφημερίδες έρχονταν απ’ το πρωί στη Σαλονίκη. «Όχι, κύριε» μου λέει. Και σαν να παρατόνισε εκείνο το «κύριε». Τώρα, βέβαια, βρίσκω πως το τονισμένο αυτό «κύριε» σήμαινε «κοιμισμένε», «απληροφόρητε» ή και τίποτε χειρότερο, αλλά τότε πού να καταλάβω. «Έχουμε τη ‘Μακεδονία’, μου λέει, κύριε». Και πήρα. Η «Μακεδονία», ήταν εντάξει, τα είχε όλα. Λόγο του Ανδρέα σε προεκλογική μικροσυγκέντρωση της Αθήνας, δηλώσεις διαφόρων, λόγους αλλουνών, πού να καταλάβεις;

Ανύποπτος προχωρώ, διαβάζοντας τη «Μακεδονία». Κατεβαίνω την Εθνικής Αμύνης. Κοντά στον Λευκό Πύργο, έξω απ’ τα δικαστήρια, συναντώ ένα δικηγόρο γνωστό μου, δεξιό στα φρονήματα. «Να δεις προκλήσεις που κάνουνε, του λέω για να τον πικάρω, να σκάσεις στα γέλια. Θέλουν να σταθούν ώρα έξω από το Πανεπιστήμιο και δια να το δικαιολογήσουν, απλώσανε κάτω τις αλυσίδες από ένα τανκ, που δήθεν χάλασε». Αυτός με κοίταξε για λίγο και μετά× «Την κάνανε», μου λέει. «Ποιαν κάνανε;» του λέω. «Τη δικτατορία. Πιάσανε τους υπουργούς, τον Κανελλόπουλο, όλους». «Αμάν, μια καρέκλα, του λέω, λίγο νερό». Με πάει στο άθλιο καφενείο των δικαστηρίων. Υπήρχε σούσουρο, εδώ, και πολύ πηγαινέλα.

Λέω του γνωστού μου: «Δεν πάω εγώ στη δουλειά. Ο Ανδρέας είπε, αν γίνει κάτι τέτοιο, να φύγουμε από τις δουλειές και να κατεβούμε στους δρόμους. Θα πάω σπίτι ν’ αφήσω την τσάντα και θα κατεβώ στην πλατεία Αριστοτέλους». Εκεί θα γινόταν η συγκέντρωση του πατρός Παπανδρέου, εκεί φανταζόμουν ότι θα μαζευτεί ο κόσμος.

Πάω σπίτι για την τσάντα μου, αλλά και για να τους το πω. Μισοακούω από ένα καφενείο την ανακοίνωση για την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος. Στο τέλος, κατά την εντύπωσή μου, ο εκφωνητής είπε: «Ο πρόεδρος Ταμέλης». «Ποιος διάολος είναι αυτός ο Ταμέλης;» συλλογίζομαι. Φεύγω, πάω σπίτι, ξυπνώ τον αδερφό μου, που κοιμόταν μακαρίως. Μόλις είχε έρθει, για λίγες μέρες, από μια «Δημοκρατία» της Αφρικής. «Πες αλεύρι», του λέω. «Αλεύρι» μουρμουρίζει αυτός. «Ο πρόεδρος Ταμέλης σε γυρεύει». «Τί θα πει Ταμέλης;» μου κάνει. «Ταμέλης θα πει Ταμέλης, του λέω. Ξέρω εγώ ποιος διάβολος είναι αυτός πάλι;». Και του εξιστορώ όσα ήξερα περί Ταμέλη και των κατορθωμάτων του. «Λες να μου πάρουν το διαβατήριο;» μου λέει. «Ας βάλουμε το ραδιόφωνο», του λέω.

Βάζουμε το ραδιόφωνο, έπαιζε δημοτικά τραγούδια με νταούλια και πίπιζες. Ανατριχιαστικά πράματα. Ξαφνικά κάποιος με γλυκιά φωνή λέει: «Μην τηλεφωνείτε όλοι μαζί, θα επιφέρετε βλάβες στο τηλεφωνικό κέντρο». Κι εμάς κανένας κερατάς δεν μας είχε πάρει στο τηλέφωνο. Ήταν κάπως καινούριο, αλλά αρκετοί ξέρανε το νούμερο. Από το ράδιο ακούγεται μια μακαρονοειδής ανακοίνωση. Πάνω σ’ αυτό έρχεται η μάνα μας μ’ ένα κοντάρι. Από πίσω της μια γειτόνισσα κι αυτή με κοντάρι. Το ξέρανε κιόλας. «Τί συμβαίνει; Γιατί με τα κοντάρια;» λέμε. «Θα βάλουμε τις σημαίες. Έτσι θέλουν αυτοί». «Ποιοί αυτοί; Ο πρόεδρος Ταμέλης;». «Δεν ξέρω πώς διάβολο τον λένε, αλλά πρέπει να βάλουμε σημαίες, θα μας κάνουν κανένα κακό». «Αυτό δεν θα το κάνεις», λέω. Και για να την πείσω της εξηγώ πως από το δρόμο κάτω απ’ όπου θα κοιτάξουν, αν κοιτάξουν, δεν μπορούν να καταλάβουν σε μια τόσο μεγάλη πολυκατοικία ποιος έχει σημαία και ποιος δεν έχει. «Αυτό ποτέ», λέω με το κοντάρι στο χέρι. Απάνω εκεί ακούμε όλοι από το ραδιόφωνο: «Ο πρόεδρος Ταμέλης». «Ού που να σας πάρει ο διάβολος!» λέμε.

Φωνάζω από το μπαλκόνι, απέναντι σ’ έναν παλιό χωροφύλακα, που μπορεί να ήξερε: «Τί εστί Ταμέλης;». «Δεν ξέρω, απαντάει. Μήπως Νταβέλης;». «Νταβέλης και χειρότερα, αλλά, πάντως, Ταμέλης υπογράφει». «Κανένας καραβανάς θα ‘ναι», μου κάνει. Ήταν ευθυγραμμισμένος. Η χωροφυλακή, κατ’ αντίθεση προς την αστυνομία, είχε αντιδράσει κάπως. «Είναι πολλοί, μου φωνάζει, δεν είναι ένας ο Νταβέλης». Απάνω εκεί μια γειτόνισσα αρχίζει να ξεφωνίζει «Βαγγέλη! Βαγγέλη!» και διακόψαμε λόγω ομοιοκαταληξίας.

Έκλεισα το ραδιόφωνο, δεν μπορούσα ν’ ακούω τις αηδίες τους. Κάθισα και σκεφτόμουνα το χάλι μας. «Τί θα γίνει τώρα; πώς θα τα βγάλουμε πέρα; κι αν δεν μπορέσει να φύγει ο μικρός; κι αν γίνει τίποτα και πάρουνε τον γαμπρό φαντάρο;» Είχαμε γάμο σε λίγες μέρες. Και καθόμουνα κρατώντας το μάγουλό μου, όπου προχτές στη συγκέντρωση της Αριστεράς – ο Θεός να την πει συγκέντρωση, όλο χαφιέδες ήτανε γεμάτη – ένας αξιωματικός μου είχε δώσει μια με τα γάντια του στα μούτρα που μου τα άναψε. «Ο μπουρτζόβλαχος είχε μάθει να κρατάει και γάντια, από τον Βλαχοδήμο μάλιστα!». Πάνω εκεί ακούμε ομαδικές κραυγές απ’ την Κασσάνδρου: «Δεν περνά ο φασισμός!». Θα φώναξαν καμιά εικοσαριά φορές, δεν πρέπει να ’ταν πάνω από πενήντα άτομα. Πρέπει να φύγω.

Χαλασμένο το ασανσέρ, κατεβαίνω τις σκάλες. Μέγας αναβρασμός στα φοιτητικά διαμερίσματα. Μπαίνουν, βγαίνουν, μεταφέρουν δέματα. Άλλοι κατεβαίνουν τις σκάλες τρέχοντας. Κι αυτοί τώρα παίρνουν χαμπάρι, δεν έχουν τηλέφωνα ούτε και ραδιόφωνα. Μερικοί τους δεν έχουν ούτε καθρέφτη. Προχτές, ξεβίδωσαν και έκλεψαν τον καθρέφτη του ασανσέρ. Τώρα τους συμπαθώ, όπως τους βλέπω ταραγμένους, προχτές ήμουνα πυρ και μανία. Νοικοκυρές με τις ρόμπες τρέχουν στους διαδρόμους με τα κοντάρια στο χέρι. Θα βάλουν σημαίες, θεωρείται σταμπαρισμένο το σπίτι. Λαϊκή πολυκατοικία, τρομακτικό συνονθύλευμα.

Κάτω στην είσοδο δυο τρεις κολλούν στην πόρτα του ασανσέρ μια ανακοίνωση. Αλλάζει το συμβούλιο της πολυκατοικίας και προσλαμβάνεται νέος θυρωρός. Η παλιά θυρωρός είχε παιδιά στο παραπέτασμα, ο νέος αυτός είναι απόστρατος χωροφύλακας. Από καιρό μας πίεζε ο κύριος διοικητής. Ανάμεσα σ’ αυτούς που κολλούν είναι και ο επίσημος χαφιές της πολυκατοικίας. Προχτές ακόμα έλεγε στη συνέλευση πως αισθάνεται μεγάλη ευχαρίστηση να έχει σχέσεις με το τμήμα. Δεν του μίλησε κανείς. Μάλλον όμως δεν στεκότανε καλά στα μυαλά του. Τώρα, όλοι αυτοί, χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, βάλανε για πρόεδρο έναν ταγματάρχη, που καθότανε σε κάποιο από τα διαμερισματάκια. Βάλαν, βέβαια, και τον εαυτό τους στην επιτροπή. Αλλά δεν κράτησε, γιατί όταν ο ταγματάρχης γύρισε από την επιφυλακή, αρνήθηκε τις τιμές και τις δόξες. «Ποιος είναι ο Ταμέλης;», ρωτώ τους έγκυρους αυτούς κύκλους. Ούτε κι αυτοί γνωρίζανε.

Προχωρώ, μπαίνω στο λεωφορείο. Ο οδηγός με τη στολή και το πηλήκιο, ο εισπράκτορας το ίδιο. Ο κόσμος φοβισμένος κρέμεται από τα τσιγκέλια. Μόλις ο εισπράκτορας βγάζει φωνή, όλοι σπεύδουν να συμμορφωθούν. Μόλις λέγει «Προχωρείτε μπρος!», όλοι τρέχουνε σαν τα ζωντανά. Θέλουν να δείξουν καλή διαγωγή ίσως. Περπατώ στην Τσιμισκή, οι διαβάτες ελάχιστοι. Γωνία Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας βάφω σε λούστρο τα παπούτσια μου, για να καθυστερήσω κάπως. Δεν παρατηρώ κίνηση. Μόνο η ηθοποιός Αλέκα Κατσέλη περπατάει αργά έξω από το ξενοδοχείο «Αστόρια» και σαν να περιμένει κι αυτή να γίνει κάτι. Φοράει μαύρα. Μαύρη μπλούζα, μαύρο εφαρμοστό παντελόνι. Είναι πανέτοιμη, αλλά μόνη.

Περνάει η στρατιωτική μπάντα. Από το μπαλκόνι μιας εφημερίδας χειροκροτούν. Είναι ο πρύτανης του πανεπιστημίου και άλλοι παρόμοιοι. Πάω στα γραφεία του «Βήματος». Τα διευθύνει ο φίλος μου Βίκτωρ Νέτας, που σε λίγες μέρες θα συλληφθεί και θα εξοριστεί. Είναι εδώ ακόμα και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Τσαλίδης. Είναι ακόμα ως επισκέπτης και κάποιος άλλος, που αργότερα επρόκειτο να λυγίσει και να κάνει κακό στη «Δημοκρατική Άμυνα». Αυτός είναι ο πιο δριμύς: «Τι περιμένεις από γιό συφιλιδικής;», λέει. Έχω την εντύπωση ότι κινδυνεύω, θα γίνει κανένα “ντου” και θα μας πιάσουν. «Ποιος είναι ο πρόεδρος Ταμέλης;». «Δεν υπάρχει κανένας πρόεδρος Ταμέλης, μου λένε. Θα κάνεις λάθος». «Πώς δεν υπάρχει;», λέω εγώ και φεύγω.

Γυρίζω σπίτι. Στο δρόμο συναντώ ένα φίλο μου μαζί με τον μακαρίτη Παπακώστα τον εκδότη του «Ηριδανού». Εγώ δεν τον ήξερα ακόμα. «Δεν έχει ούτε ταυτότητα μαζί του», μου λέει ο κοινός φίλος μας. Στεκόταν παράμερα, με κείνα τα μεγάλα μάτια του, μελαγχολικός και ήρεμος. Σαν να αποφασίζαμε για την τύχη του. Δυστυχώς, μόνο συμβουλές μπορούσα, σαν γνώστης του τόπου, να τους δώσω. Αυτά γίνονταν στην οδό Αγίας Σοφίας με Καστριτσίου, όπου μόλις είχε ανοίξει βιβλιοπωλείο ο εκδοτικός οίκος της Αθήνας «Θεμέλιο». Το βιβλιοπωλείο διηύθυνε ο γνωστός ζωγράφος Κώστας Λαχάς. Την προηγούμενη το βράδυ είχα πάρει την νεοαφιχθείσα «Αμερική» του Κάφκα και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», που ήθελα να τα έχω ως νεανικό μου ανάγνωσμα. Τα βιβλία τα είχα πάρει βερεσέ, δεν κρατούσα λεφτά μαζί μου. Ακόμα τα χρωστώ, είναι η αλήθεια. Άλλωστε, σε λίγες μέρες πιάσαν τον Λαχά και κατάσχεσαν όλα τα βιβλία.

Διαπιστώνω πως η νέα ευχή είναι «Καλή Ανάσταση». Στα μπακάλικα σκοτωμός, μολονότι η μέρα μοιάζει σαν Κυριακή. Παίρνω τυρί από κάπου και κάνω ένα τηλέφωνο. «Καλή Ανάσταση», λέω κι εγώ δυνατά. Πετιέται ως απάνω ο τυράς, δεξιός έμοιαζε. Η κίνηση είχε πέσει κιόλας, ο κόσμος μαζευόταν στα σπίτια του. Άλλωστε είχαν αρχίσει να περιτρέχουν την πόλη με ταχύτητα τανκς και θωρακισμένα. Ο καιροφυλακτών Ζωιτάκης, διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού, είχε για καλά προσχωρήσει. Περνάει ένα τζιπ της ΕΣΑ ξεσκέπαστο. Πίσω, ανάμεσα σε δυο φρουρούς, ένας υψηλόκορμος ασπρομάλλης με χειροπέδες. Κρατάει το κεφάλι του ψηλά και τα μαλλιά του ανεμίζουν. Το τζιπ τρέχει προς την Έκθεση όπου μαζεύανε τους πολίτες.

Πηγαίνω, βάζω ξανά το ραδιόφωνο. Προσέχω πιο πολύ. Δεν λέει «Ο πρόεδρος Ταμέλης», λέει «Ο πρόεδρος, τα μέλη», χωρίς ονόματα. Αυτό το βρίσκω ακόμα χειρότερο. Δεν ξέρουμε, λοιπόν, τίποτε απολύτως. Είναι σκοτάδι.

Κατά το απόγευμα ανακοινώθηκαν μερικά ονόματα. Σε όσους παρακολουθούσαν εφημερίδες εκείνον τον καιρό, τα ονόματα του Κόλια και του Παπαδόπουλου είναι γνωστά. Αλλά του Μακαρέζου και του Παττακού όχι. Του Παττακού κάνει την πιο πολύ εντύπωση. Μας φαίνεται αστείο. «Αυτός είναι, λέμε. Ο Παττακός! Αχ, τι μας έκανες βρωμόπαιδο, λέμε για τον βασιλιά. Ο Παττακός!».

Κι όπως μέσα στην έρημη νύχτα περιτρέχουν «κύκλω» την πόλη τα τανκς και τα κάρριερς, εμείς κλεισμένοι κατεβάζουμε το ένα μετά το άλλο τα ποτήρια με το ουίσκυ, από αυτό που έφερε ο αδερφός μου, το αφορολόγητο, και κάθε τόσο λέμε: «Ακούς Παττακός! Τι θα πει, Παττακός; Καλύτερα να ήτανε Ταμέλης, πιο στρωτό ερχότανε, λιγότερο επίφοβο. Άντε, καλή Ανάσταση!».

43 Σχόλια to “Ο Πρόεδρος Ταμέλης (Γιώργος Ιωάννου)”

  1. Γς said

    1:
    Καλημέρα.
    Τα μέλη-> Ταμέλης
    Κιζίκης-> Τζατζίκης-Τζατζίκης, φώναζαν τα πιτσιρίκια μόλις ανακοινώθηκε η νέα Χούνυα κι ο νέος πρόεδρος της Δημοκρατίας

  2. spiral architect said

    Καλημέρα.
    … Από το ράδιο ακούγεται μια μακαρονοειδής ανακοίνωση … «Είναι πολλοί, μου φωνάζει, δεν είναι ένας ο Νταβέλης». Απάνω εκεί μια γειτόνισσα αρχίζει να ξεφωνίζει «Βαγγέλη! Βαγγέλη!» και διακόψαμε λόγω ομοιοκαταληξίας.
    😆 😆

  3. pros said

    «Ο μπουρτζόβλαχος είχε μάθει να κρατάει και γάντια, από τον Βλαχοδήμο μάλιστα!»

    Ήταν κατάστημα δερματίνων ειδών, Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου γωνία στην Θεσσαλονίκη, που το έφαγε και αυτό, όπως πολλά άλλα η παγκοσμιοποίηση…

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Κατά σύμπτωση, το ίδιο περίπου μού είπε και μια φίλη με ημέιλ και το πρόσθεσα στο αρχικό άρθρο!

  5. Δεν ξέρω τι έγινε στην Σαλονίκη αλλά στην Αθήνα καμιά σχέση η περιγραφή με τα γεγονότα, το κλίμα και τις πληροφορίες

  6. attikanet said

    Επί Χούντας, στο πανεπιστήμιο ήταν γνωστή η «ιαχή» δις, τρις και ..βάλε, συνεχόμενα όμως, χωρίς παύση, με το όνομα του τότε Αμερικανού πρεσβευτή, Χένρυ Τάσκα: τασκατασκατασκα!

  7. spiral architect said

    Πόσο καλύτερα ήταν τα πράματα επί χούντας … 🙄

  8. Χρηστος Π. said

    Ο υπέροχος Γιώργος Ιωάννου.Η γενιά των γονιών μου εϊχε την μεγάλη τύχη να τον έχει φιλόλογο στο Καστρί Κυνουριας.

  9. christos k said

    Άσχετο, σήμερα το Βήμα έχει ωραία προσφορά (Νεοελληνική ορθογραφία, Γ. Παπαναστασίου)! Αξίζει νομίζω να επισημανθεί.

  10. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    9: Ναι, είναι πολύ καλό βιβλίο.

    8: Τυχεροί πράγματι!

  11. Γιώργος Πρίμπας said

    Νομίζω ότι πολλοί, οι περισσότεροι, που σήμερα λένε: καλύτερα επί χούντας, δεν κυριολεκτούν αλλά φωνάζουν να τους ακούσουν, ότι όχι απλά δεν πάει αλλά κι εδώ που είμαστε δεν υπάρχει τίποτα. Τα τελευταία τρία χρόνια όποιος γνωστός μου έχασε τη δουλειά του, δεν βρήκε τίποτα…

  12. Πέπε said

    9: Είναι ο τόμος Α΄, θεωρητικό – ιστορικό μέρος. Δεν απευθύνεται σε όσους επιθυμούν να λύσουν τις ορθογραφικές τους απορίες. (Υποθέτω ότι τέτοια ζητήματα θα εξετάζονται στον Β΄ τόμο και θα επιλύονται με βάση όσα αναπτύσσονται θεωρητικά σ’ αυτόν εδώ).

    Με μια πρώτη ματιά, καλό και ενδιαφέρον. Βάζει μερικά πράγματα στη θέση τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

    «Όταν στις τάδε και δείνα περιπτώσεις λέμε ότι προτιμάται η απλύστερη γραφή, γιατί το γιώτα θεωρείται απλούστερο από το ήτα ή το όμικρον από το ωμέγα;» Νομίζω ότι κι εδώ έχει τεθεί αυτό το ερώτημα, Βρήκα λοιπόν μια πολύ συγκεκριμένη απάντηση:
    «Γιατί το ήτα (+ υ, οι, ει κλπ.) έφτασαν να προφέρονται έτσι όπως ήδη πρωτύτερα προφερόταν το γιώτα, και το ωμέγα όπως προφερόταν ήδη πρωτύτερα το όμικρον».

    Κατ’ ανάλογο τρόπο δίνει σαφείς απαντήσεις σε διάφορα ζητήματα που έχουμε συνηθίσει να τα θεωρούμε δεδομένα αλλά που όταν κάποιος τα αμφισβητήσει συχνά μας πιάνει ανέτοιμους.

    Παρά ταύτα είναι αρκετά βαρύ. Δε συνιστά ανάγνωσμα γενικού ενδιαφέροντος κατά τη γνώμη μου.

  13. sarant said

    11: Έτσι είναι.

  14. christos k said

    12. Πέπε δεν θα διαφωνήσω με όσα είπες αλλά θεωρώ σημαντικό, για όλους όσοι στα σχολικά χρόνια δεν είχαμε καταλάβει την αξία της γλώσσας και αντιληφθήκαμε κάπως αργά την αξία και το ενδιαφέρον που έχει, να υπάρχουν βιβλία αναφοράς σε προσιτή τιμή. Το Βήμα τον τελευταίο καιρό με έχει καλύψει πάρα πολύ σε αυτό.

  15. Μαρία said

    14 Παπαναστασίου ευσύνοπτος 🙂
    http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_d10/index.html

  16. ΠΑΝΟΣ said

    Θα κοιταχτώ δεόντως.Δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτή η γραφή.Θα το ψάξω…

  17. Γς said

    Θα κοιταχεις. Προς τι;
    Ποια γραφή;
    Να ψάξεις τι;
    Για πε

  18. ΠΑΝΟΣ said

    #17
    Να,η γραφή τού Ιωάννου.Δεν μ’ αρέσει καθόλου.Αυτό.

  19. gmich said

    Την Παρασκευή εκείνη θα γινόταν κάποιος έρανος νομίζω του Ερυθρού Σταυρού. Την ευθύνη της διεξαγωγής είχε αναλάβει ο Δήμος της πόλης μου .Στο Δημαρχείο είχαν συγκεντρωθεί νέοι και νέες που θα διενεργούσαν τον έρανο . Είχε κληθεί και η αδελφή μου η οποία πρωί -πρωί ετοιμάστηκε και πήγε στο Δημαρχείο. Δεν πέρασε ούτε μία ώρα και επέστρεψε στο σπίτι λέγοντας μας ότι ο έρανος δεν θα γίνει γιατί κάτι έγινε στην Αθήνα . Ρώτησα τι μπορεί να είναι αυτό που έγινε στην Αθήνα και επηρέαζε τον έρανο στην τόσο μακριά από την Αθήνα πόλη μας. <> Την επόμενη μέρα συνέλαβαν το δήμαρχο ο οποίος πέρασε από στρατοδικείο και καταδικάστηκε. Μάρτυρας κατηγορίας ήταν και ο δεσπότης της Μητρόπολης μας. Ανοίγοντας το τρανζιστοράκι ακούγαμε μεταξύ των άλλων και το τρομερό: Απαγορεύεται η κυκλοφορία πέραν της εβδόμης απογευματινής Όποιος κυκλοφορεί θα πυροβολείται χωρίς προειδοποίηση

  20. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    18: Δεν είναι ανάγκη να έχουμε όλοι τα ίδια γούστα.

    19: Βόρεια Ελλάδα;

  21. spiral architect said

    @118: Και πού να διαβάσεις Ζοζέ Σαραμάγκου …
    Πάντως η ομοιομορφία είναι βαρετή.

  22. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    8.Από μαθητές που είχε στην Κυνουρία πρωτάκουσα κι εγώ για το σπουδαίο καθηγητή τους Γιώργο Ιωάννου. Πολύ αργότερα, το «Εφήβων και μη» το αγόρασα διπλό και για κείνους ,ως αντίδωρο.
    Ο Μαμαγκάκης ,από άλλη αφορμή, (όταν έβγαλε την Ωδή για τον Ανδρέα Ροδινό,τεράστια μορφή της κρητικής μουσικής) συνέβη να αναφερθούμε στο Γιώργο Ιωάννου και μου χάρισε το «Κέντρο διερχομένων» σε βινίλιο.
    ΄Οσες φορές έχω «τρακάρει» στο δρόμο μου τον Ιωάννου,όλες είναι ξεχωριστές. Σα μακρινό συγγενή που τυχαίες συναντήσεις ,θυμίζουν τον υπάρχοντα δεσμό κάθε φορά.

  23. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    «…Ξαφνικά κάποιος με γλυκιά φωνή λέει: «Μην τηλεφωνείτε όλοι μαζί, θα επιφέρετε βλάβες στο τηλεφωνικό κέντρο». Κι εμάς κανένας κερατάς δεν μας είχε πάρει στο τηλέφωνο…»
    Αν κάνουν κλικ στα ιντερνέτια; Για φύλαξε Νικοκύρη το υλικό σου σε πλάκες ένυλες, καλού κακού.

  24. sarant said

    23: Έλα ντε, εκεί να δεις τι θα πάθουμε!

  25. spiral architect said

    @23, 24: Εν γένει μπας και πρέπει να κρατάμε κωδικοποιημένα μπακάπ, να καλύπτουμε την ip μας, να γράφουμε με κώδικες, ή να σχολιάζουμε σε φόρουμ σε κορακίστικα; 🙄
    Άιντε, γιατί τώρα τελευταία έχουν παρασφίξει τα γάλατα. 😦

  26. christos k said

    15….και απολαυστικός. Με τέτοια βιβλία φτιάχνομαι Μαρία. Είναι σαν να καθαρίζει κάποιος το μυαλό σου απο κάθε αμφιβολία και προβληματισμό προτείνοντάς σου με τεκμήρια ένα γλωσσικό μονοπάτι εύληπτο, σωστό και ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής μας.

  27. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Έξεις, λέξεις
    Αλέξης
    Ά λέξεις. (Τα οποία)
    αλλ έξεις εν τη σοφία το φως της ζωής.

    Κάπως έτσι, αλλά από πού διάολο το θυμάμαι αυτό. Σκαρίμπας; μπα

  28. Κασσάνδρα said

    «Ο γιος της συφιλιδικής» την Φρειδερίκη εννοεί.
    Τις πρώτες ώρες νομίζαμε ότι το πραξικόπημα ήταν του βασιλιά.

  29. sarant said

    28: Ευχαριστώ! Άλλωστε ετοίμαζε κι αυτός πραξικόπημα, αλλά δεν πρόκαμε 🙂

  30. IN said

    Από το φύλλο της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, της 8ης Νοεμβρίου 1968, που υπάρχει σκαναρισμένο στην Εθνική Βιβλιοθήκη, προκύπτει ότι ως μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη του κλιμακίου Θεσσαλονίκης της Δημοκρατικής Άμυνας εξετάστηκε κάποιος Ιωάννης Μέλφος ο οποίος ήταν σημαντικό στέλεχος της Δημοκρατικής Άμυνας Θεσσαλονίκης και, κατά την κατάθεσή του, που παρατίθεται στην εφημερίδα, έδωσε πολλά στοιχεία εις βάρος των κατηγορουμένων (αν και προσπάθησε να απαλύνει και κάπως τα πράγματα γι’ αυτούς). Πιθανόν αυτόν να εννοεί ο Ιωάννου ότι λύγισε αργότερα και έκανε μεγάλη ζημιά. Ομοίως ως μάρτυρες κατηγορίας εξετάστηκαν (εκτός από δύο αστυνομικούς) και οι Αντώνιος Δαμασκηνίδης, Γεώργιος Σωσσίδης και Κρατερός Ιωάννου, δικηγόροι (ο τελευταίος έγινε, πολύ αργότερα, δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, διορισμένος από την Ελλάδα και, δυστυχώς, πέθανε στη διάρκεια της θητείας του). Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «μάρτυρες κατηγορίας» τους αδικεί, σημαίνει απλώς ότι κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή (που τότε στο Στρατοδικείο, όπου έγινε η δίκη, ήταν ο λεγόμενος «Βασιλικός Επίτροπος» που είχε το ρόλο που έχει συνήθως ο Εισαγγελέας στα κοινά ποινικά δικαστήρια). Οι καταθέσεις τους, που υπάρχουν στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, δεν φαίνεται να επιβαρύνουν σε κάτι τους κατηγορουμένους – άλλωστε ο Κρ. Ιωάννου ήταν στενός συνεργάτης του κατηγορουμένου Στ. Νέστορα, είχαν μαζί δικηγορικό γραφείο. Επομένως είναι μάλλον απίθανο να εννοεί έναν από αυτούς ότι λύγισε ο Γιώργος Ιωάννου.

  31. sarant said

    30: Α, ευχαριστώ πολύ!

  32. Μιχαλιός said

    30 Για το Μέλφο, πάντως, άλλοι έχουν άλλη άποψη: http://www1.rizospastis.gr/storyPlain.do?id=830571&action=print

    28 Για τη Φρειδερίκη ακούστηκαν πολλά, αλλά και «συφιλιδικη»; Είστε σίγουροι; Γιατί γκουγκλάροντας, μάλλον αλλού καταλήγει κανείς…

  33. IN said

    32 α: Εγώ δεν τον ξέρω τον άνθρωπο και δεν θέλω ν’ αδικήσω τη μνήμη του, απλά μεταφέρω τι διάβασα στην εφημερίδα που, άλλωστε, υπάρχει στο διαδίκτυο και μπορεί να τη διαβάσει ο καθένας και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Πάντως, το κομματάκι στο Ριζοσπάστη στο οποίο μας παραπέμπετε (και το οποίο είναι ενδιαφέρον και μπράβο που το βρήκατε) δεν μού φαίνεται να λέει κάτι που να ανατρέπει αυτά που έγραψα. Μας λέει απλώς ότι το Μάιο του 1968 πιάστηκε από τη χούντα «με όλες τις συνέπειες». Δεν ξέρω τι του έκαναν του ανθρώπου ούτε μου πέφτει εμένα λόγος να τον κατηγορήσω, αλλά τον Νοέμβριο του 1968 στο δικαστήριο εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας και όχι ως κατηγορούμενος, όπως θα περίμενε κανείς ενόψει του ρόλου που έπαιζε στη Δημοκρατική Άμυνα της Θεσσαλονίκης, που ήταν ανάλογος αυτού των κατηγορουμένων. Εξάλλου, πλην των αστυνομικών (που δεν καταθέτουν κάτι για το οποίο έχουν άμεση γνώση, αλλά αναφέρονται σε «πληροφορίες της υπηρεσίας») είναι ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας που πράγματι καταθέτει επιβαρυντικά στοιχεία για τους κατηγορουμένους και έτσι η χρησιμότητά του για την κατηγορία είναι αυτονόητη. Οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας, μετά από αυτόν, ουσιαστικά δεν λένε τίποτε, γι’ αυτό και η Μακεδονία τους αφιερώνει όλους μαζί μία στήλη, ενώ στον Μαλφέα έχει σχεδόν όλη την κατάθεσή του. Ούτε αναφέρει ο Ρ. κάποια άλλη δράση του κατά της δικατατορίας μετά το 1968. Η αναγνώριση της αντιστασιακής του δράσης το 1986 αναφέρεται, προφανώς, στη δράση του στην Εθνική Αντίσταση στην κατοχή, τέτοιες αναγνωρίσεις γινόταν εκείνη την εποχή και, άλλωστε, ο άνθρωπος που υπογράφει το κομματάκι στο Ρ. είναι πρόεδρος του τοπικού παραρτήματος της ΠΕΑΕΑ, δηλ. της οργάνωσης των ανιστασιακών του ΚΚΕ. Επίσημη αναγνώριση αντιδικτατορικής δράσης, ανάλογη αυτής της εθνικής αντίστασης με το νόμο του ΠΑΣΟΚ του 1982 δεν νομίζω να υπήρξε ποτέ και, αν υπήρξε, νομίζω ότι θα ήταν αμέσως μετά το 1974, όχι το 1986.

    β. Την ίδια απορία είχα κι εγώ και ούτε κι εγώ μπόρεσα να βρω κάτι σχετικό στο διαδίκτυο. Από την άλλη, δεν μπορώ να φανταστώ και ποιος άλλος γιος κάποιας θα μπορούσε να ευθύνεται για το πραξικόπημα. Ίσως ο Ιωάννου να έβαλε «συφιλιδική» για μη βάλει κανέναν πιο χυδαίο χαρακτηρισμό (λ.χ. μ*λ*κ*μένη) που, σίγουρα, θα ακουγόταν για τη Φρειδερίκη από τους πολλούς που δεν την συμπαθούσαν, εκείνη την εποχή.

  34. Πέπε said

    @ 9, 10α, 12, 14 (για την «Ορθογραφία» του Βήματος):

    [Οφ τόπικ αλλά και πού αλλού να το βάλω;]

    Λοιπόν, έχετε δίκιο. Είναι ένα βιβλίο που καλό είναι να το έχει κανείς. Το διαβάζω όλες αυτές τις μέρες.

    Επιμένω ότι ο τρόπος γραφής το κατατάσσει μάλλον στα ειδικά επιστημονικά έργα παρά στα γενικά αναγνώσματα, ότι -με άλλα λόγια- είναι αρκετά βαρύ, όχι όμως και ασήκωτο. Η οπτική του είναι ενδιαφέρουσα και δεν ξέρω αν έχει κάποιο προηγούμενο. Πρόκειται, θα έλεγα, για μια αφήγηση, την ιστορία της γραφής και της ορθογραφίας ως θεωρίας και ως πράξης. Πρωταγωνιστούν ορισμένοι θεωρητικοί άξονες, και βλέπουμε πώς ανά τους αιώνες και μέσα στην εξέλιξη των ηθών και των γεγονότων (πολιτικών, επιστημονικών κλπ.) αυτοί συναντώνται μεταξύ τους, αλληλοσυγκρούονται, νικάει μια ο ένας μια ο άλλος, ξαναφιλιώνουν, ο ένας αποσύρεται, αργότερα ξαναεμφανίζεται, ωριμότερος ή όχι, κλπ..

    Ένα σημείο που μου γεννά επιφυλάξεις είναι ότι ορισμένα κεφάλαια στηρίζονται σε μία μόνο πηγή, στην οποία γίνονται αλλεπάλληλες παραπομπές -3-4 ανά σελίδα- ή και αυτούσιες παραθέσεις. Και γενικά δεν ξέρω πόσο πλήρης είναι η κάλυψη των πηγών και των πραγματολογικών δεδομένων. (Επί παραδείγματι: στην ενότητα για τα greenglish, που προς το παρόν την έχω ξεφυλλίσει μόνο διαγώνια, δεν είδα να αναφέρεται ότι είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που αφορά όσες γλώσσες γράφονται με αλφάβητα πέραν του λατινικού: στο ΥΤ και αλλού βρίσκει κανείς σχόλια σε βουλγαρίνγκλις, ουκρανίγκλις, αραβίγκλις και διάφορες απωανατολίγκλις γλώσσες που δεν αναγνωρίζω…)

    Άνθρωποι με συγκεκριμένες γλωσσικές τάσεις και προτιμήσεις μπορούν μέσα από τις σελίδες του να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, τον θεωρητικό και συναισθηματικό/ιδεολογικό προσανατολισμό τους, την ιστορία και το παρασκήνιο αυτού του προσανατολισμού.

    Γενικώς βγάζει πολύ ψωμί για σκέψη και συζήτηση.

    Ήδη από τον πρόλογο διακρίνεται ένας αρκετά έντονος αντιμπαμπινιωτισμός, παρόλο που ο Μπαμπινιώτης δεν κατονομάζεται. Αργότερα η αφήγηση φτάνει σε σημείο όπου ο Μπαμπινιώτης εισέρχεται δυναμικά στα πράγματα (1998 με το Λεξικό κ.εξ.), και εκεί βέβαια και κατονομάζεται και οι απόψεις του περνούν από το κόσκινο, όπως βέβαια και πλείστων άλλων. Εκεί λοιπόν, παρόλο που ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και τηρεί όλη την αντικειμενικότητα που απαιτεί το θέμα, βλέπω να του καταλογίζει πραγματικά σοβαρές κατηγορίες. Πολύ σοβαρότερες από τις συνήθεις του τύπου «μα τι ελληνοκεντρικές ορθογραφήσεις είναι αυτές». Βλέπω μια ανάλυση του έργου του και των απόψεών του που, αν την ασπασθεί η επιστημονική κοινότητα και η κοινή γνώμη, ο Μπ. μάλλον καταδικάζεται να τον φάει το μαύρο σκοτάδι. Και δε θα ήταν διόλου απίθανο όντως να επικρατήσει αυτή η ανάλυση, αφού στηρίζεται σε αντικειμενική επιστημονική τεκμηρίωση και όχι σε εμπάθεια. (Δηλαδή δεν ξέρω αν στα μύχια της ψυχής του ο συγγραφέας τον έχει και άχτι τον Μπαμπινιώτη, αλλά δε δίνει λαβές για να τον κατηγορήσουμε για κάτι τέτοιο.) Αν συμβεί αυτό, θα είναι η σκληρή ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός επιστήμονα με πάθος για τη δημοσιότητα που κατάφερε να γίνει household name, να πρωταγωνιστήσει σε σκάνδαλα, να γίνει ευπώλητος, να πρυτανεύσει, στο γέρμα της σταδιοδρομίας του να του δώσουν την καφτή πατάτα μιας σύντομης και αποτυχημένης υπουργείας που κάθε άλλο παρά επιστέγαζε την ανοδική του πορεία τόσων δεκαετιών, και στο τέλος να καταβαραθρωθεί. Δεν ξέρω, με στενοχωρεί λίγο. Μπορεί βέβαια να είναι δίκαιο. Ή μπορεί και να μη συμβεί ποτέ, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλά κοντεύω να κλείσω εικοσαετία που το αντιμπαμπινιωτίζειν καταλαμβάνει μια κάποια θέση στη ζωή μου και, ξαφνικά, αρχίζω να αισθάνομαι τύψεις γι’ αυτό…

  35. sarant said

    34: Μου ανοίγεις την όρεξη, αλλά το βιβλίο δεν το έχω πάρει στα χέρια μου. Το Σάββατο θα μοιραστεί και ο β’ τόμος, οπότε μπορεί να το παρουσιάσουμε εδώ.

  36. Μαρία said

    34
    >Βλέπω μια ανάλυση του έργου του και των απόψεών του που, αν την ασπασθεί η επιστημονική κοινότητα και η κοινή γνώμη, ο Μπ. μάλλον καταδικάζεται να τον φάει το μαύρο σκοτάδι.
    Η κριτική που ασκείται μεταξύ άλλων στις λαθροχειρίες του Μπαμπινιώτη για την ορθογράφηση των περίφημων αντιδανείων είναι κοινός τόπος στην επιστημονική κοινότητα (των γλωσσολόγων όχι των φιλόλογων). Κι όπως η άνοδος δεν οφείλεται στην αναγνώρισή του απ’ την επιστ. κοινότητα, η πτώση του, αν ποτέ συμβεί, δε θα προέλθει απ’ αυτή.

  37. Πέπε said

    Αυτά τα λένε οι πάντες. Ετούτος εδώ λέει πολύ πιο χοντρά.

    Όσο για το δεύτερο σκέλος, υπάρχει και η κοινή γνώμη που δεν επηρεάζεται τόσο από το γλωσσολογικώς έγκυρο ή μη όσο από την εμπορική αναγνωρισιμότητα. Όμως η δόξα είναι εφήμερη, αν δεν έχεις με τι να την ανατροφοδοτείς. Λοιπόν, αν σκεφτούμε ότι ο Μπαμπινιώτης ούτε αιωνίως θα ζει ούτε αιωνίως θα γράφει άρθρα, βιβλία, συνεντεύξεις κλπ., όταν θα έχει φύγει από το προσκήνιο θα εξαρτάται πλέον από την επιστημονική κοινότητα το αν θα συνεχίσουμε να τον θυμόμαστε ή όχι. Τον Χατζιδάκι, τον Ψυχάρη, τον Τριανταφυλλίδη, εξακολουθούμε να τους ξέρουμε. Άλλους που διάβασα εκεί μέσα όχι. Αν λοιπόν η ιστορία πει για τον Μπαμπινιώτη «έγραφε ρωδάκινο, δεν επικράτησε γιατί [α-β-γ], όμως έθεσε σε νέες βάσεις τη λεξικογραφία», έχει καλώς. Αν όμως πει αυτά που λέει ο Παπαναστασίου, τότε πάει πραγματικά για τα μαύρα σκοτάδια.

  38. Bασίλης Μέλφος said

    30, 32, 33. Σχετικά με την αναφορά του IN (30) ότι ο Γιώργος Ιωάννου πιθανώς να εννοεί ότι αυτός που λύγισε και έκανε κακό στην «Δημοκρατική Άμυνα» ήταν ο Γιάννης Μέλφος, πατέρας μου, θα ήθελα να κάνω τις παρακάτω παρατηρήσεις:
    Ο Γιάννης Μέλφος, ο οποίος πέθανε πριν από 17 χρόνια, στις 28 Μαΐου 1996, ήταν ένας άνθρωπος που σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για τη δημοκρατία και την ελευθερία και μας έμαθε να ζούμε με αξιοπρέπεια και ιδανικά. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της αντιδικτατορικής οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα» και συνελλήφθη τον Μάιο 1968. Έμεινε για αρκετούς μήνες στα κρατητήρια και δεν δικάστηκε, όπως και πολλά άλλα στελέχη της οργάνωσης. Δυστυχώς από τον πρώτο καιρό έγινε στόχος μία συκοφαντικής δυσφήμισης, ότι ήταν αυτός που έδωσε στοιχεία σε βάρος των 6 κατηγορουμένων, ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Ο Γιάννης Μέλφος έφυγε πρόωρα από κοντά μας, μόλις 65 ετών, και έτσι είναι αδύνατο να αντικρούσει τις συκοφαντίες αυτές.
    Η «ρετσινιά» του «προδότη» είναι η πιο σκληρή εκδίκηση, αν θέλει κάποιος να σου κάνει κακό. Για το λόγο αυτό μετά το θάνατό του, έκανα μία λεπτομερή έρευνα σε αρχεία, και σε γνωστούς και φίλους του που γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις.
    Έτσι με βάση τα στοιχεία που διαθέτω, ο Γιάννης Μέλφος ποτέ δεν κατέδωσε στην χούντα κανέναν από τους συντρόφους του και ούτε ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Αντίθετα, με τη στάση του προστάτεψε τα στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας, απέκρυψε τη δράση κάποιων άλλων, οι οποίοι ποτέ δεν συνελλήφθησαν και δεν ταλαιπωρήθηκαν από την χούντα, και προσπάθησε να αναλάβει κάποιες ευθύνες για να ελαφρύνει τη θέση των κατηγορουμένων. Άλλωστε η ΚΥΠ και η Ασφάλεια ήδη γνώριζαν από τις στενές παρακολουθήσεις, όλα τα πρόσωπα και όλες τις κινήσεις της Δημοκρατικής Άμυνας πριν ακόμη γίνουν οι συλλήψεις. Η αρχική κατάθεση με πολλά στοιχεία για τη δράση της οργάνωσης έγινε από άλλο στέλεχος και όχι από τον Γιάννη Μέλφο. Αυτό το έχω διασταυρώσει ποικιλοτρόπως.
    Ο Γιάννης Μέλφος δεν ήταν το μοναδικό στέλεχος της Δημοκρατικής Άμυνας που δεν δικάστηκε, ούτε και ο μοναδικός ο οποίος αναγκάστηκε (με ότι αυτό σημαίνει και υποδηλώνει) να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και να καταθέσει. Κλήθηκε με βάση τον στρατιωτικό νόμο να παραστεί στο στρατοδικείο ως μάρτυρας κατηγορίας, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι 7 μάρτυρες κατηγορίας, στελέχη της «Δημοκρατικής Άμυνας».
    Ο Γιάννης Μέλφος κατέθεσε κατά την ανάκριση, αλλά και στο στρατοδικείο, αυτά που ήδη ήταν γνωστά και αυτά που είχαν ήδη καταθέσει πιο πριν και οι άλλοι συλληφθέντες. Ο Γιάννης Μέλφος δεν κατέθεσε τίποτε περισσότερο και τίποτε ουσιαστικότερο. Για το λόγο αυτό οι διωκτικές αρχές στη συνέχεια ανέλαβαν μία ηθική και ψυχολογική εξόντωσή του για τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη μεταπολίτευση. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το «καθεστώς» τον εξόντωσε για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μέσα σ’ αυτό το σχέδιο εξόντωσης συμπεριλαμβάνονταν και η έντεχνη διάδοση διαφόρων φημών για το πρόσωπό του που είχαν ως αποτέλεσμα να προκαλέσουν και σημαντικά ρήγματα στις προσωπικές σχέσεις των στελεχών της Δημοκρατικής Άμυνας.
    Δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους οι 6 καταδικασθέντες θεωρούν ακόμη και σήμερα ότι στη δική του μαρτυρία βασίστηκε η καταδίκη τους. Είναι αξιοπερίεργο ότι αυτό το ισχυρίζεται ένας από αυτούς, παρόλο που ο πατέρας μου σε ιδιόχειρο κείμενό του αναφέρει γι’ αυτόν ότι «δεν γνώριζα ούτε κατ’ όψη ούτε κατ’ όνομα». Και αυτό το ξέρει και ο ίδιος!
    Τέλος, στην σχετική αναφορά του Γ. Ιωάννου ότι αυτός που λύγισε και έκανε κακό στη «Δημοκρατική Άμυνα» είπε: «Τι περιμένεις από γιό συφιλιδικής», θα ήθελα να πω ότι όσοι γνώρισαν τον πατέρα μου, ξέρουν πολύ καλά ότι ποτέ και για οποιοδήποτε λόγο δεν θα χρησιμοποιούσε μία τέτοια λέξη. Δεν υπήρχαν παρόμοιες εκφράσεις στο λεξιλόγιό του. Του ήταν ξένες.
    Θέλω με όλα τα παραπάνω να τονίσω ότι η αποστροφή του IN ότι ο Γιάννης Μέλφος «είναι ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας που πράγματι καταθέτει επιβαρυντικά στοιχεία για τους κατηγορουμένους και έτσι η χρησιμότητά του για την κατηγορία είναι αυτονόητη» είναι τελείως αβάσιμη, προκύπτει από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όταν τα δημοσιεύματα ήταν σε πολλές περιπτώσεις καθοδηγούμενα. Και το κυριότερο δεν γνώρισε ο ίδιος τον Γιάννη Μέλφο, όπως αναφέρει, παρόλο που αναπαράγει μία συκοφαντία για κάτι που δεν γνωρίζει. Και αυτό είναι άδικο για τη μνήμη του Γιάννη Μέλφου.
    Για την αποκατάσταση της μνήμης του πατέρα μου και της ιστορικής αλήθειας τα στοιχεία που έχω στη διάθεση μου από το αρχείο του Γιάννη Μέλφου και την πολύχρονη έρευνά μου, πρόκειται σύντομα να τα δημοσιεύσω.

    Βασίλης Μέλφος

  39. sarant said

    Ευχαριστώ για το σχόλιο, ασφαλώς στόχος των σχολίων δεν ήταν να αδικηθεί η μνήμη του πατέρα σας.

  40. Μαρία said

    39
    Να σου γίνει μάθημα κι άλλη φορά να μη διατυπώνεις τέτοιες απορίες, επειδή ο Ιωάννου άφησε μια αιχμή. Στο κάτω κάτω αυτόν κανείς δεν τον κατηγόρησε δημόσια που έπαιρνε αποσπάσεις στο υπουργείο απ’ το ’71.
    Αν κάτι απο τη δίκη της Άμυνας στη Θεσσαλονίκη διατηρεί σήμερα την επικαιρότητά του, είναι ο βασιλικός επίτροπος Αθανάσιος Ανδρεουλάκος. Πώς και δεν το πρόσεξε ο ΙΝ που διάβασε τα σχετικά δημοσιεύματα!

  41. Πέπε said

    @34-37:
    Το τελείωσα, και περιμένω με ενδιαφέρον τον δεύτερο τόμο καθώς και την οργανωμένη, εδώ, συζήτηση.
    Ενδιαφέρον σίγουρα, δεν το παίρνω πίσω αυτό, αλλά τα έχει τα τρωτούλια του. Στο ζήτημα των γκρίνγκλις πράγματι η εξέταση είναι πασσαλειμματική. Για τις διαλέκτους επίσης βλέπει κανείς σημεία όπου ο συγγραφέας εμφανώς μιλάει χωρίς να έχει χώσει τα χέρια του στα γράσα. Κυρίως όμως, σε πιο κεντρικά ζητήματα, ορισμένες φορές ο τρόπος που διαλέγει από διάφορες προτάσεις τη σωστή είναι τόσο ακροβατικός όσο ακριβώς και του «κατηγορούμενου» Μπαμπινιώτη.

  42. IN said

    38, 39, 40 : Νομίζω ότι πρέπει να δώσω μία απάντηση στο σχόλιο αρ. 38 του κ. Βασίλη Μέλφου, το οποίο το αντιλήφθηκα και το διάβασα με καθυστέρηση, μόλις χθες το βράδυ. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν θέλω ν’ αντιδικήσω με τον κ. Βασίλη Μέλφο, ούτε το σχόλιο αυτό έχει τέτοια έννοια.

    Νομίζω ότι ήδη, σε χρόνο «ανύποπτο», με το σχόλιο αρ. 33 ανέφερα ότι ούτε ήξερα τον Γιάννη Μέλφο, ούτε είχα καμία πρόθεση να αδικήσω τη μνήμη του, ούτε ξέρω οποιονδήποτε άλλο που να εμπλεκόταν στην υπόθεση της Δημοκρατικής Άμυνας. Απλώς την εφημερίδα διάβασα. Αφενός, δεν νομίζω ότι μπορώ, χωρίς να ξέρω καθόλου πρόσωπα και πράγματα, με βάση απλώς τι διάβασα σε μια εφημερίδα (που, όπως σωστά επισημαίνει ο κ. Βασίλης Μέλφος, εκδιδόταν και σε καθεστώς δικτατορίας) να εκφέρω οριστικές κρίσεις για ανθρώπους. Αφετέρου, νομίζω θα ήταν και ντροπή, από την ασφάλεια και την άνεση που απολαμβάνω εγώ τώρα, που δεν έχει καμία σχέση με τις συνθήκες επί δικτατορίας, να εκφέρω «ελαφρά τη καρδία» κρίσεις, όταν κι εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να ξέρω πώς θα αντιδρούσα και τι θα έκανα αν είχα (Θεός φυλάξοι!) βρεθεί σε ανάλογη θέση. Υπενθυμίζω ότι το σχόλιο μου σκοπό είχε να απαντήσει σε μια (εύλογη) απορία σχετικά με το ποιον εννοεί, χωρίς να τον κατονομάζει, ο Ιωάννου, όταν λέει ότι έκανε κακό στη Δημοκρατική Άμυνα. Δεν νομίζω, επίσης, για να απαντήσω και στο σχόλιο 40 της Μαρίας, ότι είναι κακό ή απαγορευμένο να προσπαθούμε να διευκρινίσουμε αυτό το σημείο, πάντα μέσα στα πλαίσια της ευπρέπειας και της κοσμιότητας, 45 χρόνια μετά τα γεγονότα και 28 χρόνια μετά το θάνατο συγγραφέα. Νομίζω επίσης ότι ακόμη και ο κ. Βασίλης Μέλφος επιβεβαιώνει, με όσα γράφει, ότι πράγματι πιθανόν στον πατέρα του να αναφερόταν ο Ιωάννου, προσθέτει όμως (κάτι το οποίο είναι και σημαντικό και χρήσιμο) ότι, τουλάχιστον με βάση τη δική του άποψη και τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει, ο Ιωάννου αναπαρήγαγε, άθελά του ίσως και χωρίς να φταίει, μία συκοφαντία. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι κακό στο να διευκρινίζονται όλα αυτά.

    Ο κ. Βασίλης Μέλφος με στενοχωρεί όμως, κάπως, όταν γράφει ότι αναπαράγω μία συκοφαντία για κάτι που δεν γνωρίζω. Λόγω (και) επαγγελματικής ιδιότητας, ξέρω πολύ καλά την «τεχνική» (ή «νομική») έννοια της συκοφαντίας (συκοφαντικής δυσφημήσεως) και προσπαθώ πάντοτε να είμαι ιδιαίτερα προσεκτικός σ’ αυτά που λέω και γράφω όχι (μόνον) επειδή δεν θέλω να βρεθώ στο εδώλιο του κατηγορουμένου αλλά και γιατί σε καμία περίπτωση δεν θέλω ν’ αδικήσω ανθρώπους, πετώντας βαριές κουβέντες χωρίς στοιχεία. Εγώ απλώς διάβασα τα πρακτικά της δίκης, όπως δημοσιεύονται στη Μακεδονία της εποχής. Αν δεν κάνω λάθος, το 1968 είχε καταργηθεί η προληπτική λογοκρισία, όπως είπα όμως συμφωνώ με τον κ. Βασίλη Μέλφο ότι το καθεστώς είχε, παρά την κατάργηση αυτή, απεριόριστες δυνατότητες να ελέγχει τον τύπο και να επιβάλλει δημοσιεύματα ή να τα απαγορεύει. Αυτό όμως δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη μου πάντα, ότι χωρίς καμία άλλη ένδειξη μπορούμε να πετάξουμε στα σκουπίδια και να αγνοήσουμε ένα δημοσίευμα που φέρεται να αποτυπώνει τι έγινε σε μία δημόσια (και, άρα, ανοιχτή σε όλους) συνεδρίαση ενός δικαστηρίου (έστω στρατοδικείου). Η φράση μου που ο κ. Βασίλης Μέλφος έχει βάλει σε εισαγωγικά, είναι η δική μου εκτίμηση για το τι προέκυψε από τη διαδικασία στο ακροατήριο του Στρατοδικείο. Βασίζεται στην εμπειρία μου, μια και έχω «γράψει» κάποιες εκατοντάδες ώρες (τουλάχιστον) ως συνήγορος σε ποινικά ακροατήρια σε παλιότερη περίοδο της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας. Αποκλείεται οι καταθέσεις των διαφόρων μαρτύρων να ήταν εντελώς διαφορετικές από τον τρόπο με τον οποίο τις παρουσιάζει η Μακεδονία; Όχι, αλλά θα ήθελα κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο για να με βάλει σε αμφιβολίες. Αποκλείεται, κάποιος άλλος και όχι ο Γιάννης Μέλφος, να είχε δώσει στη διάρκεια της προανάκρισης ή της ανάκρισης τις κρίσιμες πληροφορίες στις αρχές, αλλά να μην εμφανίστηκε στο ακροατήριο για να τον προστατέψουν; Ασφαλώς όχι. Αποκλείεται η περίπτωση η απόφαση για τους καταδικασθέντες να ήταν ακριβώς η ίδια (ή και χειρότερη) αν δεν είχε καταθέσει ως μάρτυρας ο Γιάννης Μέλφος; Κατά τη γνώμη μου όχι, μιλάμε για ένα στρατοδικείο υπό συνθήκες δικτατορίας και η δυνατότητα και η πιθανότητα οι στρατοδίκες να κρίνουν αντικειμενικά και με πλήρη ανεξαρτησία ήταν, πάντα κατά τη γνώμη μου, πολύ μικρή αν όχι ανύπαρκτη. Τίποτε από τα παραπάνω δεν αποκλείεται. Αλλά και τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν έρχεται σε αντίθεση με την δική μου εκτίμηση για το τι «βγαίνει» από τα πρακτικά της δίκης, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα. Σε κάθε περίπτωση, εύχομαι στον κ. Βασίλη Μέλφο να δημοσιεύσει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να αποκαταστήσει, όπως πιστεύει ότι μπορεί να κάνει, τη μνήμη του πατέρα του και τον διαβεβαιώνω ότι δεν έχω τίποτε, ούτε μαζί του ούτε με τον μακαρίτη τον πατέρα του.

    Σε ό,τι αφορά, τέλος, το σχόλιο της Μαρίας για το όνομα του βασιλικού επιτρόπου, τώρα που το έγραψε θυμήθηκα το σούσουρο που είχε γίνει πριν λίγο καιρό όταν πήρε κάποια κυβερνητική θέση (Γενικό Γραμματέα τον έκαναν;). Καλά κάνει και το θυμίζει, εγώ, ίσως επειδή ζω και εκτός Ελλάδος δεν το θυμήθηκα αν και σε κάποιο φύλλο της εφημερίδας υπάρχει, αν δεν κάνω λάθος, και φωτογραφία του με το όνομά του από κάτω, αλλά νομίζω κιόλας ότι η ταυτότητα του βασιλικού επιτρόπου στη δίκη δεν ήταν αυτό που μας απασχολούσε.

    Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να επανέλθω ειδικά γι’ αυτό το θέμα.

  43. Πέπε said

    @ 34-37 και 41: σήμερα ο Β΄ τόμος, «Εφαρμογή». Τον ξεκίνησα ήδη.

    Καλή Ανάσταση σε όλους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: