Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης για τη γλώσσα, ένα νεανικό πεζό και τρεις φωτογραφίες

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2013


AnagnostakisPefki

Ο Μ. Αναγνωστάκης στο σπίτι του στην Πεύκη (φωτ. Γ. Ζεβελάκης)

Επειδή δεν το βρήκα αλλού στο Διαδίκτυο, είπα να το ανεβάσω. Διαφέρει βέβαια από τα κείμενα λογοτεχνών για τη γλώσσα που συνήθως δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο, μια και ούτε κινδυνολογεί για παρακμή και κατάπτωση της γλώσσας, λεξιπενία των νέων και τα τοιαύτα, ούτε αναλώνεται σε λυρικές εκφράσεις για τις αμμουδιές του Ομήρου, τις περισπωμένες πάνω στο κύμα και τους αγγέλους που μιλάνε ελληνικά, αντίθετα υποστηρίζει, χωρίς να προβάλλει αξιώσεις ειδικού, πως δεν υπάρχει βάση στη γλωσσική κινδυνολογία.

Το απόσπασμα είναι παρμένο από μαγνητοφωνημένη συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Μισέλ Φάις, τον Νοέμβριο του 1992, η οποία εκδόθηκε με τη μορφή μονολόγου με επιμέλεια του Μ. Φάις και με πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά”. Βρίσκεται στις σελίδες 76 – 80 του βιβλίου.

Σκέφτηκα επίσης να ανεβάσω και τρεις όχι γνωστές φωτογραφίες του Αναγνωστάκη, παρμένες από το πλούσιο αρχείο του φίλου Γιώργου Ζεβελάκη, που τον ευχαριστώ.

Μετά το τέλος του αποσπάσματος παραθέτω και ένα νεανικό πεζό του Μ. Αναγνωστάκη. .

Σήμερα λένε μερικοί ότι ζούμε σε μια εποχή γλωσσικής κατάπτωσης και ένδειας. Ζούμε πραγματικά αυτή την κατάπτωση; Εγώ δεν το πιστεύω. Λένε ότι δεν ξέρουμε τη γλώσσα. Μήπως ξέραμε παλαιότερα τη γλώσσα; Μήπως οι παλαιότεροι ξέραν τη γλώσσα; Σήμερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι φοβερά. Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο Τύπος. Ο κόσμος διαβάζει, ακούει. Γίνονται πράγματι πολλά γλωσσικά λάθη. Πρώτα δεν γίνονταν, διότι δεν μιλούσε ο κόσμος, έβγαινε στην τηλεόραση μια εκφωνήτρια. Αυτό ήταν. Τώρα εκατό βγαίνουν κάθε μέρα σε τόσα κανάλια που υπάρχουν. Όλοι αυτοί ξέρουν καλά ελληνικά; Μπορούν να μιλήσουν; Και εγώ, που μιλάω τώρα, δεν μιλάω ελληνικά. Δεν έχω την ευχέρεια να μιλήσω στρωμένα, με σωστή σύνταξη.

Στο γράψιμο, εκεί μπορεί να πει κανείς ότι γίνονται λάθη πολλά. Γίνονται λάθη εξαιτίας καθαρεύουσας δημοτικής, δημοτικής καθαρεύουσας. Άλλο αυτό, όμως, κι άλλο ότι χάθηκε το γλωσσικό αίσθημα του ελληνικού λαού. Μιλάμε κανονικά. Όλες τις ξένες λέξεις οι οποίες έχουν μπει στο ελληνικό λεξιλόγιο δεν πρέπει να τις εξοβελίσουμε, νομίζω ότι καλώς μπήκαν. Όταν το αυτοκίνητο έχει μέσα τόσα λεπτά εργαλεία, τόσα όργανα, τόσο λεπτή τεχνολογία, όλες αυτές τις ξένες λέξεις δεν μπορείς να τις μεταφράσεις στα ελληνικά. Είναι δύσκολο. Δηλαδή, έρχεται ο γκαραζιέρης και σου μιλάει μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνεις, γιατί σου μιλάει με ξενικές εκφράσεις. Δηλαδή, αυτός ελληνοποιεί τις ξένες λέξεις.

Οι σπίκερ των ποδοσφαιρικών εκπομπών κάνουν λάθη. Σύμφωνοι. Μπορείς να μιλήσεις τόσο γρήγορα, να πεις τόσες λέξεις μέσα σ’ ένα λεπτό, όπως τις λέει ο εκφωνητής; Δεν μπορείς να τις πεις, θα κάνεις λάθη αναγκαστικά και μερικά στοιχειώδη, γλωσσικά, χοντρά λάθη. Μικρά παιδιά είναι που κάνουν το σπικάζ. Και λένε ότι αυτό δεν είναι γλώσσα ελληνική. Γιατί δεν είναι γλώσσα ελληνική; Ή η γλώσσα των νέων, που είναι η αργκό, δεν είναι ελληνικά; Και εμείς στην εποχή μου μιλούσαμε την αργκό της. Τότε, μάλιστα, χρησιμοποιούσαμε αργκό που άλλες συνοικίες δεν την καταλάβαιναν. Η γλώσσα ήταν τόσο στενά περιχαρακωμένη επίτηδες για να μην την καταλαβαίνουν άλλοι, οι οποίοι βρισκόντουσαν όχι σε άλλη  πόλη, σε άλλη συνοικία. Οι συνοικίες τότε ήταν περιχαρακωμένες. Ας πούμε, γίνονταν πόλεμοι συνοικιών, πετροπόλεμοι γίνονταν, έρχονταν οι συμμορίες της μιας συνοικίας την άλλη συνοικία και γινόταν χαμός. Εκεί μέσα μπερδεύονταν διάφορες γλώσσες και διάφορα περίεργα ιδιώματα. Γιατί λοιπόν λέμε ότι δεν μιλάμε σωστά ελληνικά;

Δεν ξέρω, αυτό το θέμα, το γλωσσικό, έχει γίνει ταμπού πια. Όλοι δηλώνουν πως ξέρουν τη γλώσσα καλά. Δεν την ξέρουν καλά. Η γλώσσα είναι κάτι που πλάθεται συνεχώς. Άμα διαβάσεις Έλληνες πεζογράφους οι οποίοι ξέραν τη γλώσσα, θα δεις μερικές εκφράσεις που σήμερα δεν λέγονται. Όπως ο Ξενόπουλος, που ήξερε καλά τη γλώσσα: χρησιμοποιεί την έκφραση «καημένε», που κάποτε ήταν πολύ συνηθισμένη, αλλά σήμερα δεν χρησιμοποιείται, έχει αντικατασταθεί από άλλη.

Επίσης, για να τελειώσω αυτό το θέμα μου μ’ ενδιαφέρει πραγματικά, οι σημερινοί μας νέοι δεν διαβάζουν Παπαδιαμάντη διότι, λένε, δεν ξέρουν τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Ξέρουν καλύτερα να διαβάσουν Παπαδιαμάντη παρά Ψυχάρη. Διαβάστε μια σελίδα του Ψυχάρη. Έχει τόσες μη ελληνικές εκφράσεις, τόσες ελληνικούρες που σήμερα δεν γράφονται. Τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη θα τη διαβάσουν κάποτε. Θέλει γλωσσάρι βέβαια, όπως και τότε ήθελε γλωσσάρι, γλωσσάρι της Σκιάθου. Αλλά τη γλώσσα του Βλαστού, του Ψυχάρη δεν την καταλαβαίνεις πια, γιατί δεν είναι ελληνικά. Λέμε σήμερα ότι η δημοτική ήταν η γλώσσα του λαού. Η δημοτική του Ψυχάρη δεν ήταν λαϊκή γλώσσα, ήταν πλαστή. Για να κλείσουμε λοιπόν το θέμα αυτό, περισσότερο νομίζω ότι εκφράζουμε μια κινδυνολογία, παρά αποτυπώνουμε τη γλωσσική μας πραγματικότητα.

Το 1967, σε φωτογραφία Μάριο Βίττι

Το 1967, σε φωτογραφία Μάριο Βίττι

Το νεανικό πεζό που θα παρουσιάσω δημοσιεύτηκε στις 3 Αυγούστου 1945, όταν ο Αναγνωστάκης ήταν 20 χρονών, στο τχ. 13 του αριστερού λογοτεχνικού περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα, που έβγαινε στην Αθήνα, με διακοπές λόγω της ανώμαλης κατάστασης, από το 1945 ως το 1951. Στον παλιό μου ιστότοπο έχω ανεβάσει μια ανθολογία κειμένων από το περιοδικό, χάρη στην πολύτιμη βοήθεια πολλών φίλων που πρόθυμα πληκτρολόγησαν τα κείμενα. Το συγκεκριμένο διήγημα του Αναγνωστάκη το είχε πληκτρολογήσει ο Δημήτρης Α. από την Αίγινα, που κατά τραγική σύμπτωση έφυγε από τη ζωή λίγο αργότερα. Εις μνήμην, λοιπόν.

ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ

… Κατά το σούρπο, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου. Ήτανε μια αποτραβηγμένη γωνιά στα πιο απόμερα δρομάκια, ανάμεσα σε δέντρα πυκνά, πλάι σ’ ένα περίπτερο ερειπωμένο. Δεν ξέρω τι μπορούσε να θυμίζει ένα ερειπωμένο περίπτερο με τα γύρω πυκνά δέντρα, εμείς το λέγαμε «στους τροπικούς» και κει πηγαίναμε τα σούρπα και πλαγιάζαμε πάνω στο ζεστό χορτάρι.

Πλήθος πολύ τριγυρνούσε άσκοπα κείνες τις ώρες, τα μικρά τρέχανε, παίζανε ή κλαίγανε γοερά χωρίς λόγο στη μέση του δρόμου, οι μανάδες μασουλούσανε σπόρια και φλυαρούσανε για την ακρίβεια της ζωής και για τα παιδιά τους που μπερμπαντέψανε τώρα με τον πόλεμο, και γυρνούσανε όλη μέρα στα σοκάκια. Τα κορίτσια σκύβανε και κόβανε τρυφερά λουλούδια, τα μυρίζανε και τα καρφιτσώνανε στο στήθος τους, ύστερα τα βαριούνταν και τα πετούσανε αδιάφορα, όπου τύχει, δίπλα σε παλιόχαρτα και σε σάπια αυγά. Αυστηρές πινακίδες, λείψανα μιας παλιάς εποχής, αμύνονταν ακόμα ψυχρές κι επιβλητικές : «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά». «Μη βαδίζετε επί της χλόης». Απαγορεύεται το πτύειν»!

Το καλοκαίρι βάραινε εξαντλητικό, ένα καλοκαίρι ταλαιπωρημένο κι ανήσυχο. Μοιάζουν αλήθεια όλα τα καλοκαίρια, μα τούτο στο βάθος ήτανε τόσο διαφορετικό, ένα καλοκαίρι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, γιομάτο κρυφές προσδοκίες και μέρες νεκρές.

Ξαπλώναμε στο πατημένο χορτάρι, ο καθένας διηγιότανε στους άλλους πως πέρασε η μέρα, που πήγε, τι είπε, τι άκουσε, πως τραβούσε η δουλειά. Άναβε πότε-πότε μια μικρή μα ξεθύμανε γρήγορα, ένας κάπνιζε σιωπηλά κι άφηνε το μισό σε κάποιον άλλον. Τα τσιγάρα είναι τόσο ακριβά…

…Ο Σπύρος ήταν ευχαριστημένος∙ κατάφερε να βρει δουλειά σ’ ένα μικρό φροντιστήριο που άνοιξε τώρα κοντά. Πέτυχε καλές γνωριμίες, του φέρνανε κάθε τόσο και καινούργιους μαθητές, έβρισκε τον καιρό ανάμεσα σε δυο παραδόσεις να κουβεντιάζουνε και λίγο. Με μερικούς ξανοίχτηκε αρκετά, τα ’πανε μια χαρά, αύριο μπορούσε να μας τους έφερνε, ήτανε όλοι τους καλά παιδιά. Ο Σπύρος κορόιδευε την τέχνη, δεν μπορούσε να χωνέψει πως υπάρχουνε άνθρωποι που χάνουνε τον καιρό τους και διαβάζουνε λογοτεχνία, αυτός είχε σπουδάσει Φυσική, αγαπούσε βαθιά την επιστήμη. Όμως αυτά ήταν όλα λόγια γιατί ξέραμε πως έγραφε κι ο ίδιος και μάλιστα, το χειρότερο, πως έγραφε και ποιήματα, μα έτσι ήτανε πάντα : βαρύς και λιγόλογος, ήθελε με μια περίεργη επιμονή να δείχνει ακόμα και στους φίλους του πως είναι ολότελα διαφορετικός απ’ ότι τον φαντάζεται κανένας.

Κάποτε, άρχισε να ’ρχεται μαζί μας κι η Σοφία. Η Σοφία ήταν ένα παράξενο κορίτσι, από κείνα τα κορίτσια που πρώτη φορά συναντάς στη ζωή σου. Σε κοίταζε μ’ ένα αλλόκοτο βλέμμα, μιλούσε δυνατά για την Επανάσταση, δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Αυτή διάβαζε πολύ κι ακατάστατα με μια μανίαν αχόρταγη, στα χέρια της κράταγε πάντα δυο και τρία βιβλία.

Μας ξάφνιασε έτσι απότομα όπως ήρθε, κανείς μας δεν ένιωσε ακόμα ένα κορίτσι δίπλα του που να μη σου μιλά μόνο για τον έρωτα, μα να ξεχειλίζει από πόθο ζωής να λαχταρά ν’ αγκαλιάσει κάθετι και να γευτεί. Τώρα θυμάμαι πόσο ήτανε γεμάτη αντιφάσεις και ανικανοποίητη∙ πολλές φορές μας κορόιδευε, έλεγε πως δεν πίστευε πια σε τίποτα, δεν ήταν λόγος αυτός να χάνουμε τα νιάτα μας, γι’ αυτές τις αοριστίες, τα χρόνια περνούσανε και μεις θα τα κλαίγαμε μια μέρα∙ άλλοτε πάλι την έπιανε μια ανεξήγητη θέρμη και χανότανε ολάκερες μέρες κι ύστερα γύριζε σκονισμένη κι ατίθαση και μας έβριζε τεμπέληδες κι αλήτες που δεν σηκωνόμασταν και μεις για το βουνό, μόνο ξαπλώναμε στο χορτάρι στις απόμερες γωνιές του πάρκου και ξεγελιόμαστε πως κάτι κάνουμε και μεις.

Ήτανε φίλοι με τον Αργύρη χρόνια, γνωρίζονταν από μικρά παιδιά τότες που παίζανε μαζί στο Διοικητήριο. Του άρεζε να την αφήνει να μιλάει ώρα πολύ, αυτός που σπάνια μιλούσε και πάντα μετρημένα και τελειωτικά. Είχε την ηλικία μας μα ήτανε τόσο σοβαρός κι απλός που τον ξεχώριζες αμέσως. Δίπλα του ένιωθες ένα περίεργο αίσθημα ασφάλειας, το χέρι του δεν έτρεμα ποτέ, το μάτι του έπαιζε σίγουρο κι αποφασιστικό. Αυτός, ναι, ήτανε ένας πραγματικός επαναστάτης, είχε δίκιο η Σοφία που μας έβριζε αλήτες. Αυτός δεν ήξερε συμβιβασμούς και σούπα-μούπες, αναβολές και κούραση, τραβούσε ολόισα στο σκοπό του ατρόμητος και λεβέντης και δε λογάριαζε τίποτα. Συνηθίσαμε να λέμε : αυτό θα το ’κανε ο Αργύρης, για κάτι που στάθηκε δύσκολο να το πετύχουμε μεις, κι έμεινε και το λέμε κι ακόμα.

Όμως ποιος ο λόγος να κάθομαι τώρα δα και να διηγούμαι τούτες τις ιστορίες για τους φίλους : όλα αυτά, μπορεί να μην ενδιαφέρουνε πια κανέναν, είνε προσωπικές ιστορίες και στο κάτω-κάτω για τους άλλους δε λένε τίποτα σπουδαίο. Μα να, τώρα που πήρα τον κατήφορο, θα σταθώ μια στιγμή να δω τον «Γέρο» έτσι όπως έρχεται στενός και καμπούρης έτσι σα νάτανε τότες. Ερχότανε σπάνια και μας έβλεπε, καμιά Κυριακή. Διακρίναμε από μακριά την σταχτιά του ρεπούμπλικα που του παράχωνε τ’ αυτιά χειμώνα-καλοκαίρι, το λυγισμένο του βάδισμα, και χαιρόμασταν πούταν αυτός κ’ ερχόταν να μας δει.

Δεν μπορούσε να ’βρισκε καμιάν ευχαρίστηση στην παρέα μας, μας περνούσε είκοσι κι εικοσιπέντε χρόνια, ένας άντρα βασανισμένος με γκρίζα μαλλιά. « Αν ήμουν παντρεμένος θα ’χα παιδιά τώρα σαν και σας», έλεγε και ξανάλεγε έτσι στ’ αστεία και στα πεταχτά, μα ίσως στο βάθος με κάποιο πόνο κρυφό.

Τις μέρες που ’ρχότανε, δε μιλούσαμε καθόλου. Κρεμόμασταν απ’ τα λόγια του και τον ακούγαμε ώρες πολλές. Αυτός δα είχε χρόνια και χρόνια στο κίνημα. Ήξερε όλους τους παλιούς αγωνιστές, μοιραστήκανε το ίδιο ξεροκόμματο χρόνια και χρόνια μέσα στα μπουντρούμια. Μιλούσε με συγκίνηση για το 17, για το 22, το 33, το 36, δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα έτσι εύκολα. Γύρισε και τη Ρωσία κι όλη η νοσταλγία του ήτανε γι’ αυτήνα.

Τι όμορφα που έπεφτε το βράδι. Τα ξεχνούσες όλα εκείνη τη στιγμή, ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, γύρω πλανιότανε μια λεπτή μυρουδιά.

Ύστερα κάποιος κοίταζε νευρικά το ρολόγι του και τιναζόταν όρθιος. Σε δέκα λεφτά έπρεπε να όλοι να κλειστούμε στα σπίτια μας. Άρχιζε μια νύχτα σκοτεινή και πνιχτή, ένα ατέλειωτο προμήνυμα θανάτου.

Ύστερα θυμάσαι, το καλοκαίρι μίκραινε, μίκραινε∙ οι μέρες πνίγανε περισσότερο ένα σφιχτό δαχτυλίδι. Οι βουεροί δρόμοι αρχίσανε να ερημώνονται νωρίς απ’ το σούρπο. Μείναμε λίγοι, μαζευόμασταν σε μιαν απόμερη γωνία του πάρκου και το χορτάρι ήταν υγρό. Τα παιδάκια ερχότανε πάλι και παίζανε κι ο ήλιος τάβλεπε μια στιγμή και γελούσε κι ύστερα τον κατάπινε τα σύννεφα και λησμονιούνταν μέρες ολάκερες. Τα λουλούδια γέρνανε μαραμένα και περιμένανε μάταια ναρθούν τα κορίτσια τρυφερά να τα καρφιτσώσουν στο στήθος τους για μια στιγμή, κ’ ύστερα ας τα πετούσανε με αδιαφορία όπου τύχει, δίπλα στα παλιόχαρτα και στα σάπια αυγά. («Απαγορεύεται το πτύειν», «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά»).

Ο Αργύρης είχε φύγει πάει πολύ καιρός, ο Αργύρης σκοτώθηκε στις απάνω γειτονιές, όλοι το ξέραμε μα κανείς δεν μιλούσε. Λέγαμε τ’ όνομα του, τον θυμούμασταν, ψιθυρίζαμε πώς να τώρα δα πήραμε ειδήσεις του κι είναι καλά, κι όπου να ’ναι θα γυρίσει, κι όμως ο καθένας το ’ξερε πως ο Αργύρης δεν ήτανε πια να γυρίσει, πως ο Αργύρης σκοτώθηκε.

Έπειτα, ένα βράδυ, ο Γιώργης μας χαιρέτησε σιωπηλά, θα ’φευγε τα χαράματα για κει που το καλοκαίρι δεν έπεφτε πνιχτό και εξαντλημένο, εκεί που τα τραγούδια δεν πεθαίνουνε στα χείλια. Τον βλέπαμε πολύ λίγο τον τελευταίο καιρό, ήτανε πάντα αξούριστος κι αδύνατος, κοιμότανε εδώ και κει, πολλές φορές δεν είχε τίποτα να φάει, ένα αγρίμι κυνηγημένο.

Κανείς μας δεν μίλησε κείνο το βράδυ, καπνίσαμε τσιγάρα, κάτι μας πλάκωσε βαριά χωρίς έλεος, κάτι ψιθύριζε μέσα μας χωρίς απάντηση κ’ ικανοποίηση.

Μάθαμε και για το «Γέρο» πως τον πιάσανε ένα πρωί από το σπίτι του. Αυτόν δα το ξέρανε, και όποτε θέλανε τον είχανε στο χέρι. Πέρασε κι απ’ το στρατόπεδο, ύστερα τον φορτώσανε στο τραίνο. Αφήσανε την τελευταία μέρα τη Σοφία και πήγε και τον είδε από μακριά. Μας έστειλε κι ένα σημείωμα : «Εγώ ’μαι ράτσα γερή, μη φοβάστε∙ είναι όλα αυτά παιχνιδάκια καινούργια για μένα. Καλά που δεν είμαι παντρεμένος και δεν έχω παιδιά σαν και σας…» κι άλλα δυο-τρία λόγια έτσι σα στ’ αστεία και στα πεταχτά.

… Δε βαριέσαι. Μιαν ιστορία κι αυτή σαν όλες τις άλλες. Μια φούχτα σύντροφοι, που σκορπιστήκανε μια μέρα…τι σε νοιάζει. Η Επανάσταση προχωρούσε. Προχωρούσε κι άνοιγε το δρόμο ανάμεσα στα στενά σοκάκια που παραμόνευε ο θάνατος, στα απάτητα βουνά που τραγουδούσαν τα νιάτα, στα σκοτωμένα παλικάρια που λιώνανε στις χαράδρες, στους σκλάβους που σπάζανε τις πέτρες βουβοί και σκελετωμένοι. Αυτή πατούσε πάνω στον χωρισμό και γεννούσε καινούργιους συντρόφους … αυτή δεν είχε τον καιρό να φιλήσει εκείνους που φεύγανε… η Επανάσταση προχωρούσε, ε και συ τι κάθεσαι και λες ιστορίες παλιές χωρίς ενδιαφέρον, ιστορίες τόσο γελοία ασήμαντες, τόσο κοινές, δε βαριέσαι ! …

anagnost1961

1961, μπροστά στα γραφεία της εφημ. Μακεδονία, με τον γιο του.

Advertisements

75 Σχόλια to “Ο Μανόλης Αναγνωστάκης για τη γλώσσα, ένα νεανικό πεζό και τρεις φωτογραφίες”

  1. cronopiusa said

    «Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
    Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
    Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
    Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
    Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
    Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
    Να τα συλλαβίσουμε μαζί
    Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
    Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
    Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
    Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.»

    Καλή σας μέρα

    Ευχαριστούμε

  2. spiral architect said

    […] Έπειτα, ένα βράδυ, ο Γιώργης μας χαιρέτησε σιωπηλά, θα ’φευγε τα χαράματα για κει που το καλοκαίρι δεν έπεφτε πνιχτό και εξαντλημένο, εκεί που τα τραγούδια δεν πεθαίνουνε στα χείλια. Τον βλέπαμε πολύ λίγο τον τελευταίο καιρό, ήτανε πάντα αξούριστος κι αδύνατος, κοιμότανε εδώ και κει, πολλές φορές δεν είχε τίποτα να φάει, ένα αγρίμι κυνηγημένο. […]

    … μας έφτιαξες πρωί-πρωί. 😐

  3. spiral architect said

    Ενοχλείτο πολύ όταν τον αποκαλούσαν «ποιητή της ήττας». Αλλά:

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
    καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
    βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
    πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
    μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
    τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
    καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
    ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
    καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

    Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

    Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

    Νοέμβρης 1983

  4. Γς said

    Κι ένα Παρασκήνιο.

    Καὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
    κι οὔτε κανένας κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε μὲ γνώριζε

  5. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Καλημέρα.
    O γκαραζιέρης ελληνοποιεί τις ξένες λέξεις, η γλώσσα είναι κάτι που πλάθεται συνεχώς.
    Πάντα η αλήθεια ήταν εντελώς απλή, πάντα η αποδοχή της απλής αλήθειας, ήταν απίστευτα δύσκολη, για τους περισσότερους ανθρώπους.

    Η επανάσταση προχωρούσε…..προς τα πού πήγαινε όμως; σίγουρα οχι για εκεί που ξεκίνησε, κι όμως, ούτε τότε έβλεπαν την απλή αλήθεια, κι αυτή η ηθελημένη αβλεψία, στοίχισε χιλιάδες ζωές, και απίστευτο πόνο σε εκατομύρια άλλους.

  6. spiral architect said

    Η δεύτερη φωτό του Μ.Α. είναι (δια χειρός και μηχανής) του γνωστού φιλολόγου Μάριο Βίτι;

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια και τα ποιήματα του Μ.Α. που βάζετε!

    6: Ναι, δική του.

  8. Αυτό το «αύριο μπορούσαμε να μας τους έφερνε» εντάσσεται άραγε στο «Δεν έχω την ευχέρεια να μιλήσω στρωμένα, με σωστή σύνταξη»;

    Κακίες λέω — ας κρατήσουμε το τραγικό «η Επανάσταση προχωρούσε»…

  9. Gpoint said

    Οι μεγάλες κουβέντες λέγονται από μέτριους ποιητές, οι μεγάλοι ποιητές λένε μέτριες κουβέντες.

  10. sarant said

    8 : Και οι «κακίες» χρήσιμες. Λάθος δικό μας ήταν, της μεταγραφής, διορθώθηκε, ευχαριστώ!

  11. marasagis said

    Καλή η νηφάλια τοποθέτηση του Αναγνωστάκη.
    Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούμε ανεκνεύριστα ν’ ακούμε από το πρωί ως το βράδυ στα μμε δεκάδες φορές τη μέρα «θα παράξουμε», «να παράξουμε» κοκ.
    Οι άνθρωποι το λένε και παρ’ όλα αυτά καταλαβαίνουν ότι κάπου δε στέκει γι’ αυτό και αποφεύγουν να πουνε θα «εισάξουμε» και θα «εξάξουμε», όμως το «παράξουμε» δίνει και παίρνει.
    Αύριο θα μας μιλάνε για τη βιομηχανική πάραξη, την άνοδο της παραξικότητας της εργασίας, για εξάξιμα προϊόντα, για την αξιμότητα του ηλεκτρισμού και την ελληνική άξη.
    Γιατί δεν αρκούνται στη σύναξη με την τόσο διαφορετική έννοια από τη συναγωγή και θέλουν να δημιουργήσουν σύγχυση ανάμεσα σ’ ότι θα πει «να συνάξουμε» και σ’ ό,τι θα πει «να συναγάγουμε»;
    Κι αν στη σύναξη το ρήμα που ταιριάζει είναι «συνάζω» (όπως λέμε ταράζω, παρόλο που δεν μπορούμε να πούμε συναχή όπως ταραχή) πρέπει αύριο να λέμε «παράζω» αντί «παράγω», και πόσο ακόμα θα το «ταράξουν» αυτό το ζήτημα (καμία σχέση με την «ταραγωγή»).

  12. marasagis said

    Και πού να πιάσουμε τα «συχαρίκια» και το «βάθος χρόνου»!

  13. ΠΑΝΟΣ said

    Δηλ. δεν «ζούμε σε μια εποχή γλωσσικής κατάπτωσης και ένδειας»; Μάλλον πρέπει να ζω σε άλλη χώρα.ή έχω ακατάλληλες παρέες.Μπορεί…αλλά αυτά που ακούω στους δρόμους,στα καφενεία,στις τηλεοράσεις,στα ραδιόφωνα,στα μπλογκς κ.λπ.;Ο Ελύτης,σήμερα,είναι κατανοητός; Δεν λέω στα νοήματα,λέω στην γλώσσα του.Άραγε υπερβολικά προβληματίζομαι; Ίσως,μα γνώμη δεν αλλάζω.Με ταρακουνάνε αρνητικά όσα παρατηρώ κι ακούω.
    Μού κάνει εντύπωση ,ότι αυτά τα έλεγε ο Μ.Α. μετά τις πασοκικές κατεδαφίσεις,παρντόν!,μεταρρυθμίσεις..Επίσης,λέει ότι τη γλώσσα τού Παπαδιαμάντη θα την διαβάσουν κάποτε.Πότε; Τού αγίου Ποτέ;
    Ρε παιδί μου ένα μυστήριο πράγμα! Η Αριστερά ανησυχεί για τα πάντα-και δίκιο έχει-εκτός από τη γλώσσα!Μυστήριο πράγμα! Πάντα είχα την απορία,μολονότι μέσα μου έχω μιαν απάντηση.

  14. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    11: Εδώ διαφωνούμε, το «θα παράξουμε» είναι νομιμότατος αναλογικός τύπος, που βασίζεται στα αρχαία, που λέγεται πολύ στην Κύπρο και που τον έχουν χρησιμοποιήσει λόγιοι που δεν είμαστε άξιοι ούτε τα κορδόνια τους να λύσουμε. Αν σας ενοχλεί αισθητικά, αυτό είναι υποκειμενικο -εμένα με ενοχλεί το «θα παραγάγουμε», Σιγά-σιγά, θα πούμε και «εξάξουν» (όπως έγραφε π.χ. ο Κονδυλάκης) και τα άλλα.

    12: Τα συχαρίκια είναι αλλαγή σημασίας, διότι έχει πια εκλείψει το έθιμο στο οποίο αναφέρεται η αρχική σημασία της λέξης. Αν είναι να απαγορέψουμε τις αλλαγές σημασίας, τότε ζήτω που καήκαμε, θα λέμε «τραγωδία» και θα ψάχνουμε τον τράγο. Με το «βάθος χρόνου» τι σας ενοχλεί; Απαγορεύονται οι μεταφορές;

    13: Και ο Φρύνιχος για γλωσσική κατάπτωση μιλούσε τον 2ο αιώνα.

  15. spyroszer said

    11. Το παράδειγμά σου είναι ατυχές και φέρνεις την καταστροφή. Τόσους αιώνες που έλεγαν εισάξω και εξάξω κλπ, από τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα τον Ξενοφώντα μέχρι τους λόγιους του 19ου αιώνα, γιατί δεν καθιερώθηκε είσαξη και έξαξη και θα καθιερωθεί τώρα; Και η σύναξις υπάρχει απ’ την ελληνιστική εποχή.

  16. ΠΑΝΟΣ said

    #14
    Μού είναι δύσκολο να μεταφερθώ τον 2ο αιώνα .Και πού ξέρω αν, μακροπρόθεσμα κοιτώντας,είχε και δίκιο τελικά; Ή που ξέρω αν ήταν ένας Κουνάδης τής εποχής; (Έχω δει αυτά που έχεις ανεβάσει περί Φρυνίχου).Οι σύγχρονοι τού Φρυνίχου θα καταλάβαιναν, με κόπο και προσπάθεια,τον Ροΐδη,τον Παπαδιαμάντη κ.ά.Σήμερα οι περισσότεροι όσο και να χτυπάνε τον πωπώ τους,αδύνατον!
    Εγώ κρίνω αυτά που έμαθα στο σχολείο,σε σχέση μ’ αυτά που ακούω δώθε,κείθε.Ούτε σοφός είμαι,ούτε τίποτα.Άσε που δεν είμαι και δεξιός.Στούς δρόμους ανεβοκατεβαίνει ο «μλκας» και στα μέσα,ό,τι τραβάει η ψυχή μας.Συ ο ίδιος συχνά τα καυτηριάζεις.Γιατί λοιπόν να καθησυχάζω; Άσε που δεν έχω την δύναμη ενός Κουνάδη,ας πούμε!!

  17. Θυμίζω μόνο τον περιβόητο χρόνο του φίδου. 🙂

  18. Νέο Kid Στο Block said

    17. 😆 😆

    «10. Ο χρόνος του φείδου χωρίζεται εις καλόν
    και κακόν όταν είναι κακός συνηθίζομεν να λέμε
    και κακών χρόνων να έχης. Επίσης λέμε και χρό-
    νος του (μαύρος) φείδου, που τον έφαγε ο φεί-
    δος. Είναι σπάνιον και περίεργον ζώον, δεν
    ομοιάζει δε σε τίποτα με την αχλάδα, πλην του
    ότι ο φείδος όπως και η αχλάδα έχουν πίσω την
    ουρά.
    11. Ο φείδος έχει πολύ ωραίον σώμα γι’ αυτό
    και η Αλίκη Βουγιουκλάκη έχει φειδίσιο κορμί
    όπως όμως λέει ο Παπαμιχαήλ είναι φείδι στην
    ψυχή» 😆 😆

  19. http://www.upworthy.com/stephen-fry-takes-a-firm-stance-on-grammar-he-doesnt-go-the-way-youd-think-2?c=ufb1

  20. Τίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    14
    Τι εννοάς;
    Από τα αναλογικά, της Κύπρου.

  21. marasagis said

    14&15. Ευριπίδης, Πλάτωνας και Ξενοφώντας ξέρανε τι λέγανε. Κι οι Κύπριοι γλώσσα τους είναι και τη μιλάνε. Οι λόγιοι δεν είμαι σίγουρος πάντοτε από που αντλούν, από τη γλώσσα που μιλιέται ή από τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα. Αλλά να (15) που αν και ως τώρα δεν καθιερώθηκε είσαξη και έξαξη, κι αυτό τώρα θα καθιερωθεί (14). Τι είναι αυτό, πρόοδος ή εξέλιξη αλα πόκεμον;
    Όπως και να’χει άλλο να ταράξω και να τινάξω κι άλλο να παραγάγω και να εξαγάγω.
    Φυσικά ο καθένας διαλέγει τη δική του νομιμότητα.

    14. Ε όχι και σωστά τα συχαρίκια αντί για συγχαρητήρια! Δεν είναι πως έχει εκλείψει το έθιμο. Είναι πως πολλοί κάπου άκουσαν «συχαρίκια» και έσφαλαν νομίζοντας πως είναι η δημοτική και τα «συγχαρητήρια» η καθαρεύουσα.
    Ο λαός όμως που δεν επηρεάζεται από την λαϊκότητα των λογίων λέει: συγχαρητήρια.

    Για το «βάθος χρόνου» πώς και δε διαφωνήσαμε;
    Πρόκειται για νεολογισμό 10ετίας (μιλένιουμ και δόθε), που αντιστρέφει 100% το νόημα της φράσης: Ο καθένας ξέρει πως ό,τι βρίσκεται στο βάθος του χρόνου, βρίσκεται στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Σ’ αυτή όμως την βαθύτατα αντιδραστική εποχή που ζούμε, είναι φυσικό να μας μιλάνε για το μέλλον με μια φράση που υπονοεί το παρελθόν, αφού προς το παρελθόν μας οδηγούνε.
    Θα επιμείνω λοιπόν να έχω το «βάθος χρόνου» πίσω μου και μπροστά μου τον χρονικό ορίζοντα, την ιστορική προοπτική.

  22. Ἀριστοκλῆς said

    Κατάπτωσι στὴν θεματολογία ὑπάρχει. Ἴσως ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλίππου. Ἢ πιθανὸν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πανδημίας τοῦ 160-180 μ.α.χ.χ. Σίγουρα μὲ τὴν νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν μάθαμε τὴν πλήρη ἀλήθεια καὶ ὅλα τὰ σοβαρὰ προβλήματα λύθηκαν καὶ ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ περιμένουμε τὴν αἰώνια, ἀληθινὴ ζωὴ κάπου ἀλλοῦ. Ὁ καπιταλισμὸς δὲν βόηθησε καθόλου τὴν κατάστασι. Ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος ἤταν οἱ δάσκαλοι τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι μόνον θρησκευτικῶς. Ὁ λαὸς διδασκόταν Αἰσχύλο καὶ Σοφοκλῆ. Στὸν Ὅμηρο ἔχουμε 12 διαφορετικὲς λέξεις γιὰ τὸ βλέπω. Κάποιες στιγμὲς προσπαθοῦσα ἀνεπιτυχῶς νὰ περιγράψω περιφραστικῶς τὶς λέξεις δενδίλλω-δέρκομαι-παπταίνω· ἐὰν γνωρίζαμε τὶς λέξεις τὸ πρόβλημα θὰ εἶχε λυθεῖ σὲ δευτερόλεπτα. Οἱ λέξεις δὲν ἀφομοιώνονται στὰ ἑλληνικά. Τὸ πορτ-μπαγκάζ, τὸ σπηκὰζ καὶ τὸ ντεμαράζ δὲν θὰ γίνουν κἂν πορτμπαγκάζι, σπηκάζι, ντεμαράζι καὶ νὰ κλίνονται. Προσφάτως ἤκουσα ὅτι εἶναι λάθος ἡ κλίσις τῆς λέξεως τσουνάμι. «Ξένες» λέξεις ὅπως τὸ ὄν ἐπίσης δὲν κλίνονται. Κάποια ἐπιτροπὴ ἀπὸ μέλη ἀγαπῶντα τὴν γλῶσσα καὶ ὄχι μόνον τὰ χρήματα, πρέπει νὰ ἀνασύρῃ λέξεις τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Αἰσχύλου καὶ μὲ λίγη φαντασία νὰ παράξῃ ὅρους γιὰ καινούργιες λέξεις καὶ νὰ τὶς προωθῇ στοὺς χρῆστες. Ἴσως μὲ τοὺς ταχεῖς ῥυθμοὺς τῆς τεχνολογίας, νὰ μὴν προλαβαίνῃ ὁ λαὸς νὰ ἀφομοιώσει ἢ νὰ δημιουργήσει τοὺς ἀπαραίτητους ὅρους. Ἡ λέξι ὡρολόγιον-ῥολόι δὲν χρειάζεται ἀντικατάστασι ἀπὸ τὴν λέξι κλεψύδρα, ὅπως προέτεινε κάποιος ἄγνωστος.

  23. ΣΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ said

    Ποιητής της ήττας ? Όχι δα ! ΕΜΜΕΝΕΙΝ! Ήταν η Αρχή που διαπέρασε τη ζωή και το έργο του Ποιητή Έτσι το κράτησα απο τη γνωριμια μου μου μαζί του απο τα χρόνια της ΑΥΓΉΣ κι έτσι το κρατώ…

  24. marasagis said

    «“…Ξένες” λέξεις ὅπως τὸ ὄν ἐπίσης δὲν κλίνονται. Κάποια ἐπιτροπὴ ἀπὸ μέλη ἀγαπῶντα τὴν γλῶσσα καὶ ὄχι μόνον τὰ χρήματα, πρέπει νὰ ἀνασύρῃ λέξεις τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Αἰσχύλου καὶ μὲ λίγη φαντασία νὰ παράξῃ ὅρους γιὰ καινούργιες λέξεις καὶ νὰ τὶς προωθῇ στοὺς χρῆστες…» (22)

    Εντός του λεκτικού «κανονισμού» στον οποίο υπακούει το σχόλιο (22), ομολογώ ότι το «να παράξη» δεν με έθιξε και τόσο όσο αν το άκουγα στη ροή του καθημερινού λόγου. Ή μήπως άρχισα σιγά-σιγά να το συνηθίζω; Μπρρρρ! αποκλείεται! 🙂

  25. ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΥΓΟΥΣΤΗΣ said

    Είναι γεγονός ότι μάς έχει ξεφτιλίσει ο Μανόλης Αναγνωστάκης εμάς τους αριστερούς. Έχω ακούσει τον φύρερ της Χρυσής Αυγής τον Νίκο τον Μιχαλόλια, να επικαλείται τον Αναγνωστάκη για να δείξει στους κάφρους του πόσο ξεφτιλισμένοι είμαστε. Δείτε για παράδειγμα το ποίημα

    «Φοβᾶμαι»…

    «Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
    καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
    βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
    πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
    μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
    τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
    καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
    ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
    καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

    Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

    Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

    Μανόλης Αναγνωστάκης – Νοέμβρης 1983»

    Δεν έχει και πολύ άδικο ο μακαρίτης ο Μανόλης. Υπάρχει κι ένα άλλο ποίημά του στο οποίο διασύρει τις αριστερές γκομενίτσες, αλλά δεν μπορώ να το βρώ τώρα. Όποιος σύντροφος το θυμάται, ας το καταθέσει και θα του είμαι βαθιά υπόχρεος

  26. pilot said

    25 Το με αριθμό 3 σχόλιο το είδες;

  27. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    20: Εννοούσα ότι στην Κύπρο λένε/γράφουν πιο συχνά «να παράξει» και τα συναφή απ’ότι στην Ελλάδα.

    21: Το βάθος χρόνου είναι υποκειμενικό ανάλογα με το πού κοιτάς. Πάντως, θα συνεχίσουμε να λέμε «στα βάθη των αιώνων».
    Για το «παράξει» απαντάς μόνος σου, ενμέρει, στο 24 🙂
    Τα συχαρίκια θέλουν άρθρο.

    25: Εσάς ή εμάς τους αριστερούς;

  28. spyroszer said

    11. Να σου πω επίσης ότι η «είσαξις» ήταν λέξη που χρησιμοποιούνταν από ανθρώπους περιωπής τον 19ο αιώνα, νομομαθείς κλπ.
    Και από το Πατριαρχείο: » Εγκύκλιος πατριαρχική και συνοδική επιστολή καταργούσα και απαγορεύουσα την καινοτόμον είσαξιν και χρήσιν της καινοφανούς τετραφώνου μουσικής εν\nταις ιεραίς ακολουθίαις των απανταχού ορθοδόξων Εκκλησιών».
    http://openarchives.gr/view/210416
    Και το «Σχέδιον Γενικού Μηχανισμού Οργανισμού της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος», που εκδόθηκε την 27 Φεβρουαρίου 1822, ορίζει ότι ο «Μινίστρος των Εσωτερικών» μεταξύ άλλων: «Ενασχολείται μετ’ επιμελείας εις την είσαξιν και διάδοσιν των Φώτων […],
    http://www.iaen.gr/ta_sholika_ktiria_tis_protobathmias_ekpaidefsis__1821_1929_-b-18*34.html

  29. ππαν said

    Τον θυμήθηκα τον Αναγνωστάκη -όχι πως τον ξεχνώ, σχήμα λόγου- τώρα με τον Σακκά: «Ο δικηγόρος του Σακκά πήρε 200 λίρες στο χέρι, με την υπόσχεση…».

  30. sarant said

    28: Α γεια σου!

    29: Α γεια σου!

  31. 29 Βρε, βρε, βρε! Πάλι στο hit and run όμως; 😉

  32. Προσγολίτης said

    Χρόνια πολλά σε όλους μας! (των αγ. Πάντων γαρ).

  33. Νέο Kid Στο Block said

    Μα αυτή δεν είναι Ππαν. Αυτή είναι Ππαν-ππαν ! 😆

  34. Χαζομάρες.
    Κοινότοπες χαζομάρες. Σαν ποιητής ήταν καλύτερος.

  35. sarant said

    34: Κυρία Στούκαμου, κι ο Ελύτης ή ο Βρεττάκος ήταν καλύτεροι σαν ποιητές, αλλά όταν λένε τις σαπουνόφουσκες για αγγέλους που μιλάνε ελληνικά στο ακρογιάλι του Ομήρου, εσείς μένετε μανοιχτό το στόμα.

  36. marasagis said

    27. Τα συχαρίκια θέλουν άρθρο αλλά αύριο αν πάει το πράμα έτσι ούτε άρθρο θα θέλουν. «Ε και;» θα είναι τότε η ψύχραιμη απάντηση. Πέραν τούτου το έθιμο έχει (ενδεχομένως) εκλείψει, αλλά τα συχαρίκια εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ΚΑΙ σωστά, λχ ειρωνικά: «είδε η φαρμακόγλωσσα τον Γιάγκο μου με την ξαδέρφη του κι έτρεξε αμέσως να μου το προφτάσει μην και χάσει τα συχαρίκια».

    Ο δε υποκειμενισμός υπάρχει και στο χώρο, όχι μόνο στο χρόνο, αλλά αν δεν ξέρει κανείς πού ο βοράς, πού ο νότος, πού η ανατολή και πού η δύση, αυτό δεν είναι υποκειμενισμός, αυτό είναι χάσιμο.

    28. Λέξη «περιωπής» λοιπόν η «είσαξις»! Κάλλιο αγωγή παρά άξις, κι ας λείπει η περιωπή!

  37. sarant said

    36: Σωστό αυτό για τη «σωστή» χρήση.

  38. Θεόφιλος Βαμβάκος said

    Τελικά μας κατατρύχει η αντιπαράθεση: «να παράξει» vs «να παραγάγει». Καί τα δύο αφορούν στιγμιαίο/συνοπτικό ποιόν ενέργειας. Διερωτώμαι: Μήπως εκείνο το με περισσότερα γράμματα «παραγάγει» (αντί «παράξει») μας φαίνεται ασύμβατο με το ποιόν ενέργειας που εκπροσωπεί, λόγω ακριβώς του ..μακροσκελούς (άρα τάχα διαρκούς και όχι στιγμιαίου) του τύπου αυτού;; Αν είναι ενδεχομένως αυτός ο λόγος, μπορούμε νομίζω να τον ξεπεράσουμε.

  39. Θεόφιλος Βαμβάκος said

    Και καλό μήνα!

  40. sarant said

    Καλημέρα και καλό μήνα.

    Σκεφτείτε πόσα ρήματα εκφράζουν με -ξει το στιγμιαίο ποιόν ενέργειας και έχουν *διαφορετική* κατάληξη απότι για το διαρκές.
    Να παίζει – να παίξει, να πράττει – να πράξει, να φυλά(γ)ει – να φυλάξει. Να παράγει – να παράξει, ομαλότατο.

  41. Θεόφιλος Βαμβάκος said

    κ. Σαραντάκο, καλημέρα. Συμφωνώ προφανώς στο οτι αρκετά ρήματα εκφράζουν με «-ξει» το στιγμιαίο ποιόν ενέργειας αλλά δεν το βλέπω ως λόγο για να εντάξουμε εκεί, σώνει και καλά, και το «παράγω». Θα μείνω στην, έστω υποκειμενική, άποψή μου. Και δεν θέλω να αναφέρω το σαφώς μη δόκιμο «-ξει» στα υπόλοιπα σε «-άγω» ρήματα.

  42. sarant said

    41: Πράγματι, σήμερα δεν συνηθίζουμε να λέμε «να εξάξει», αν και στην Κύπρο το χρησιμοποιούν. Πάντως, αφού το χρησιμοποίησαν ο Κοραής (διεξάξει) ή ο Κονδυλάκης δεν βλέπω να υπάρχει κάτι εγγενές που να μας εμποδίζει.

  43. Νέο Kid Στο Block said

    Kαλημέρα! Νομίζω ότι μια από τις βασικές επιδιώξεις της κάθε γλώσσας είναι (ή πρέπει να είναι) η κατά το δυνατόν «εννοιολογική ομοιομορφία» Δηλαδή με την ίδια λέξη να καταλαβαίνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι το ΙΔΙΟ πράγμα. Απόλυτη φυσικά εννοιολογική ομοιομορφία (σαν αυτή ας πουμε που ονειρευόταν ο Αριστοτέλης ή ο Λάιμπνιτς) ΔΕΝ μπορεί να υπάρξει, και μάλλον είναι ένα εφιαλτικό σενάριο.
    Βάζοντας λοιπόν τα «παπούτσια του Νίκου» 🙂 (oμολογώ κάπως αυθαίρετα, αλλά τι στο καλό; ηλεψυχολόγοι είμαστε!) λέω ότι οι εξεταζόμενες περιπτώσεις πάσχουν σοβαρά σ’αυτόν τον τομέα. Η προσωπική μου εμπειρια λέει ας πουμε οτι το 60 με 70% τουλ
    άχιστον των «μέσης και ανώτερης μόρφωσης»(ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) συνομιλητών μου αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν το «θα παραγάγω» όχι με στιγμιαία ,αλλά με εξακολουθητική έννοια. Πρόσφατα δε, ο Νίκος παρέθεσε λόγο της βουλευτίνας Κανέλη (που θεωρείται σίγουρα στα χαμηλά «άνω», της κανονικής στατιστικής καμπύλης της
    γλωσσομάθειας..)όπου χρησιμοποιούσε -νομίζω το εξάγω- με λάθος τρόπο.
    Στο δια ταύτα λοιπόν, ο αναλογικός τύπος (πέραν των όποιων «ιδεολογικών» παραμέτρων,που δεν με απασχολούν,ούτε τις κατέχω σε βάθος) έχει απόλυτα πρακτική χρησιμότητα και εφαρμοσιμότητα.

  44. Dimitrios Raptakis said

    Αγαπητέ Νίκο, νομίζω ότι ελαφρώς αδικείς τον Βρεττάκο στο 35. Δες, ας πούμε, πόσο κοντά στη «διπλή διάρθρωση» φωνημάτων-μορφημάτων είναι το ποίημά του «Ο αγρός των λέξεων»: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/vrettakos_agros.html

  45. Πέπε said

    Η αναλογία δεν είναι νόμος. Εφαρμόζεται μερικές φορές, και δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί το πότε.

    Στα αρχαία υπήρχαν κανονικότατα οι τύποι εισάξω, παράξω κλπ., αλλά ήταν μέλλοντες. Στα νέα ελληνικά ο μέλλων (στιγμιαίος) δεν προέρχεται από τον αρχαίο μέλλοντα αλλά από την υποτακτική αορίστου. Στα ομαλά ρήματα των αρχαίων αυτοί οι δύο τύποι συμπίπτουν, π.χ. λύσω, λύσεις = αρχαίος μέλλων, λύσω, λύσης = αρχαία υποτακτική αορίστου, θα λύσω, θα λύσης = νεοελληνικός μέλλ. στιγμ. που με την ορθογραφική απλοποίηση γράφεται πλέον με -ει-. Σε ορισμένα ρήματα, όπως το άγω και τα σύνθετά του, οι διάφοροι τύποι του αρχαίου αορίστου διαφοροποιούνται έντονα από τους τύπους του μέλλοντα. Εφόσον στα νέα πρόκειται για ρήμα δάνειο από την αρχαία, οι ιδιομορφίες του διατηρούνται. Παράλληλα εφαρμόζονται και σ’ αυτό, όπως σε όλα τα ρήματα, οι γενικοί κανόνες της Κ.Ν.Ε. ότι ο μέλλων στιγμιαίος παράγεται από την υποτακτική αορίστου (και άλλοι, όπως ότι η κατάληξη -ον σε παρελθοντικούς χρόνους γίνεται -α, π.χ. παρήγαγον > σήμερα παρήγαγα).

    Μέχρι εδώ έχουμε κανονικότατη εφαρμογή της αναλογίας: ό,τι γίνεται σε όλα τα ρήματα χωρίς εξαίρεση, γίνεται και σ’ αυτό.

    Βέβαια το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτών των αναλογιών είναι μια σειρά από δύσκολους τύπους, που όποιος δεν ξέρει αρχαία δεν μπορεί να κατανοήσει εύκολα τη λογική τους ώστε να τους ενσωματώσει στην καθημερινή του κουβέντα. Αυτό συμβαίνει και με άλλα ρήματα, όχι μόνο δάνεια από τη αρχαία αλά και κανονικά κληρονομημένα, χωρίς όμως να προξενεί δυσκολίες: το «είμαι» κλίνεται όπως του καπνίσει, αλλά το λέμε κανονικά. Το «κάνω» έχει το ίδιο θέμα για διαρκείς και στιγμιαίους χρόνους, αλλά κενείς ομιλητής της εντελώς κοινής (μη χαρακτηρισμένης) νεοελληνικής δεν καταφεύγει στις ευκρινέστερες εναλλακτικές κάμνω, έκαμνα, έκαμα. Το «περιμένω» δεν έχει ολωσδιόλου στιγμιαίους χρόνους, παρόλο που χρειάζονται -όποτε χρειαστεί, θα πούμε «πολλές φορές έχω κάτσει να σε περιμένω» χωρίς να σκαλώσουμε στο «πολλές φορές σ’ έχω περιμ****ει». Αν η αναλογία ήταν νόμος, όλες αυτές οι γραμματικές ανωμαλίες θα είχαν εξαλειφθεί και θα μιλούσαμε μια γλώσσα απολύτως κανονισμένη, που να την καταλαβαίνει ακόμα και το γκούγκλ τρανσλέιτ. Τέτοια γλώσσα όμως δεν υπάρχει.

    Άρα, γιατί στο παράγω κ.τ.ό. χρειάζεται να καταφύγουμε στην αναλογία;

    Ο γενικός κανόνας που όλοι οι φυσικοί ομιλητές τον κατέχουμε ενδιάθετα είναι ότι το αοριστικό θέμα παίρνει σίγμα. Λύνω, έλυσα. Ψάχνω, έψαξα. Μπορεί να μην το γράφουμε, να είναι ενσωματωμένο σ’ ένα ξ ή ψ, αλλά υπάρχει, το προφέρουμε και το νιώθουμε. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά ρήματα που εξαιρούνται από αυτό τον γενικό κανόνα και δε μας προκαλούν δυσκολίες: μένω, έμεινα – φεύγω, έφυγα – βάζω, έβαλα. Η ύπαρξη αυτών των ρημάτων πείθει ότι ένα άσιγμο αοριστικό θέμα δεν είναι κάτι τόσο εξαιρετικό στα νέα ελληνικά ώστε να μην παραπέμπει σε τίποτε οικείο και να χρειάζεται εξομάλυνση διά της αναλογίας. Άρα, αν τα σύνθετα του άγω δημιουργούν πρόβλημα δε φταίει ο άσιγμος αόριστος αλλά κάτι άλλο.

    Τα κοινά και εύκολα ρήματα με άσιγμο αόριστο αλλάζουν θέμα από τον ενεστώτα στον αόριστο. Συνήθως αλλάζει το φωνήεν της βασικής συλλαβής, π.χ. στο «μένω»: μεν- > μειν-. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μετάπτωση είναι κατευθείαν κληρονομημένη από τα αρχαία, στα οποία ήταν κανονική (συνέβαινε σε όλα τα ομοειδή ρήματα). Στην περίπτωση του «φεύγω» (φευγ- > φυγ-) δεν έχουμε ακριβώς μετάπτωση φωνήεντος, γιατί με αυστηρά συγχρονικούς όρους το νεοελληνικό -ευ- δεν ανήκει στα φωνήεντα, είναι ένα φωνήεν (διαφορετικό από το -υ- του φυγ-) + ένα σύμφωνο (που ξεφυτρώνει εκ του μηδενός). Ωστόσο κι εδώ έχουμε κληρονομημένη την ανωμαλία αυτούσια από τα αρχαία, μόνο που πλέον δεν πρόκειται για κληρονομημένο μηχανισμό μετάπτωσης φωνήεντος αλλά για ένα συγκεκριμένο παράδειγμα ρήματος που κληρονομήθηκε. Τέλος, στο βαζ- > βαλ- δεν αλλάζει το φωνήεν αλλά το σύμφωνο, ο χαρακτήρας.

    Υπάρχει λοιπόν ένας κανόνας, όχι τόσο γενικός όσο εκείνος του ένσιγμου αορίστου αλλά και πάλι όχι περιθωριακός, που λέει ότι όταν δεν έχουμε σίγμα στον αόριστο έχουμε αλλαγή στο ριζικό φωνήεν ή στον χαρακτήρα ή άντε και στα δύο. Τα ρήματα που ακολουθούν αυτό τον κανόνα δεν είναι όλα ομοειδή μεταξύ τους, ωστόσο είναι αρκετά πολυάριθμα ώστε να τα συναντάμε κάθε μέρα και το φαινόμενο να μη μας ξενίζει. Είναι κανόνας δεύτερου επιπέδου: πρώτα ο εντελώς γενικός κανόνας (ένσιγμος αόριστος), μετά ο κανόνας για τη γενικότερη περίπτωση εξαιρέσεων.

    Τρίτο επίπεδο: μερικά ρήματα εξαιρούνται και από εδώ. Έχουν άσιγμο αόριστο αλλά όχι με τις ως άνω αλλαγές στο θέμα. Εδώ ανήκουν:
    -μερικά με ενεστωτικό πρόσφυμα (μια έξτρα συλλαβή) που χάνεται στον αόριστο: καταλαβΑΙΝω – κατάλαβα.
    -μερικά υγρόληκτα που προφορικά έχουν ίδιο θέμα και στον ενεστώτα και στον αόριστο, αλλά γραπτά διαφοροποιούνται και μας ταλαιπωρούν: προβάλλω, πρόβαλλα, πρόβαλα / συμβάλλω, συνέβαλλα, συνέβαλα.
    -το ρήμα κάνω, που είναι εντελώς ίδιο και στα δύο θέματα: κάνω, έκανα, έκανα. Έτσι (με άλλη ιστορία αλλά όμοια την τωρινή μορφή) και το υγρόληκτο φθείρω, έφθειρα, έφθειρα.
    -(…μερικές άλλες περιπτώσεις που τυχόν μου διαφεύγουν)
    -τα σύνθετα του αρχαίου ρήματος «άγω». Αυτά σχηματίζονται βάσει ενός μηχανισμού που, πρώτον, απαιτεί περισσότερες από μία αναγωγές στην αρχαία γραμματική για να γίνει κατανοητός και, δεύτερον, αφορά μόνο τα συγκεκριμένα ρήματα. Έχουμε αυτό τον ιδιόρρυθμο αναδιπλασιασμό «αγ- > αγαγ-», που ακόμη και για τα αρχαία είναι εξαιρετικός. Έχουμε επιπλέον εσωτερική χρονική αύξηση (α > η), τη στιγμή που στα νέα ελληνικά χρονική μεν αύξηση δεν υπάρχει (αλλάζω > άλλαξα, όχι ήλλαξα), όσο για την εσωτερική αύξηση (που όταν είναι συλλαβική διατηρείται μεν αλλά και πάλι όχι κατ’ απόλυτο κανόνα αλλά κυρίως σε ρήματα λόγϊα, άρα δάνεια από την αρχαία, π.χ. κατέταξα) είναι κάπως προβληματική η εφαρμογή της όταν το κυρίως θέμα του ρήματος (αγ-) είναι τόσο σύντομο και άδηλο ώστε χάνεται η αίσθηση ότι το σύνθετο είναι σύνθετο.

    Από τη μέχρι τώρα ανάλυση προκύπτει ότι όντως τα σύνθετα του άγω στα νέα ελληνικά είναι τόσο μοναδικές και τόσο δικαιολογημένα δύσκολες περιπτώσεις ώστε πράγματι δικαιούται κανείς να αναζητεί μια άλλη λύση για την κλίση τους, και να καταφύγει στην αναλογία. Μας λύνει όμως η αναλογία το πρόβλημα;

    «Να παράξω» είναι υποτακτική αορίστου. Ποιανού αορίστου; «Πάραξα» ή «παρήξα»; Κανένα από τα δύο δε λέγεται. Άρα έτσι κι αλλιώς η αναλογία δεν εφαρμόζεται συστηματικά αλλά μπαλωματικά. Μερικούς τύπους των δύσκολων χρόνων τους εξομαλύνουμε, άλλους που αντιστέκονται ακόμα κι έτσι τους πετάμε κάτω από το χαλάκι. Το αποτέλεσμα είναι ότι μένουμε με ένα ρήμα που και πάλι, για μια ακόμη φορά μέσα στη μακραίωνη ιστορία του, είναι ανώμαλο και έχει ανάγκη εξομάλυνσης με μια νέα εφαρμογή της αναλογίας. Ε πού θα πάει αυτό; Βλέπεις χριστιανέ ότι δε θέλει. Του έβαλες την πρώτη αναλογική εξομάλυνση «παρήγον > παρήγα» και «παρήγαγον > παρήγαγα» και δε σου ‘κατσε. Τη δεύτερη, «θα/να παραγάγω > θα/να παράξω» και πάλι δε σου κάθεται. Είναι καιρός ή να συμβιβαστείς εσύ μαζί του, αφού αυτό δεν πρόκειται να συμβιβαστεί μαζί σου, ή να το παρατήσεις εντελώς. Παλιά στο χωριό δεν παρήγαμε ελιές, δεν έχουμε παραγάγει ούτε μία, απλώς βγάζαμε ελιές. Και άμα μας περίσσευε λάδι δεν το εξήγαμε, απλώς το πουλούσαμε έξω. Άμα δε σ’ αρέσει έτσι, αφιέρωσε δέκα λεπτά να ανοίξεις τη Γραμματική και να μάθεις ένα και μόνο ρήμα, το μόνο ολόκληρης της νέας ελληνικής γλώσσας που είναι αρκετά συχνό και ωστόσο δύσκολο. Σιγά τον κόπο πια.

    ***************************

    Αναφέρθηκε ότι στην Κύπρο το «παράξω» είναι νόρμα. Και γιατί παρακαλώ θα έπρεπε να λάβουμε παράδειγμα από τους Κυπρίους; Είναι οι Κύπριοι συγκρίσιμη περίπτωση; Βρέθηκαν υπό ίδιες συνθήκες μπροστά στο ίδιο πρόβλημα ώστε να παραδειγματιστούμε από το πώς το έλυσαν;

    Ασφαλώς όχι. Στην Κύπρο επίσημη γλώσσα είναι η Κ.Ν.Ε. όπως και στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα από την Ελλάδα η ντοπιολαλιά (έστω και μια συμβατική, αρκετά απλοποιημένη και ομογενοποιημένη παγκυπριακή κοινή) είναι γενικώς αποδεκτή ως μια ισότιμη μορφή της γλώσσας, κατάλληλη για κάθε περίσταση, όχι μόνο για τον ανεπίσημο καθημερινό λόγο όπως τα ελλαδικά ιδιώματα αλλά ακόμη και για πολιτικές δηλώσεις, ανακοινώσεις στο αεροπλάνο κλπ.. Στην Ελλάδα ο χρήστης ενός τοπικού ιδιώματος, ο Κρητικός, ο Μυτιληνιός, ο Φαρσαλινός, δεν έχει ανάγκη το ρήμα παράγω και δεν το χρησιμοποιεί ΠΟΤΕ στο ιδίωμά του. Όταν επιλέξει να το χρησιμοποιήσει θα είναι μια στιγμή κατά την οποία εγκαταλείπει το ιδίωμα και προστρέχει στην Κ.Ν.Ε., συνεπώς αν θέλει να είναι συνεπής θα δανειστεί όχι μόνο το λεξιλόγιό της αλλά και τη γραμματική της (με όλες της τις εξαιρέσεις και ανθυποεξαιρέσεις, έστω κι αν αυτές υπάρχουν μόνο γραμμένες στο εγχειρίδιο και όχι στο μυαλό μας). Μόνο ο Κύπριος από όλους τους ελληνόφωνους του κόσμου έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αυτό το ρήμα παραμένοντας εντός των ορίων του ιδιώματός του, και άρα μόνο εκείνος δικαιούται να το προσαρμόσει στο ιδίωμά του όπως νομίζει ότι τον εξυπηρετεί. Διότι μόνο στην Κύπρο το να μιλάς κυπριακά αντί Κ.Ν.Ε. ΔΕΝ σηματοδοτεί διαφορετικό επίπεδο λόγου.

    (Έχω ακούσει Κρητικό επιστήμονα να κάνει διάλεξη αφήνοντας όλη του την κρητική προφορά να βγει ανεμπόδιστη. Βέβαια επρόκειτο μόνο για την προφορά, όχι για άλλα στοιχεία του ιδιώματος. Αλλά έστω κι έτσι, πρόκειται για μια άρρητη δήλωση, του τύπου «δεν ντρέπομαι για την καταγωγή μου». Το αντίστοιχο στην Κύπρο δε θα συνιστούσε καν δήλωση, θα ήταν το εντελώς αυτονόητο που κάνουν όλοι.)

  46. sarant said

    44: Δημήτρη, αυτό είναι ποίημα, ποιος διαφωνεί;

    45: Δεν έχω καιρό να απαντήσω αναλυτικά, όμως σου διαφεύγει κάτι βασικό, ότι -σε αντίθεση με όλες τις άλλες κατηγορίες ρημάτων- στα σύνθετα του «άγω» τεράστιο ποσοστό ομιλητών έχει πρόβλημα.

    Να αλλάξουμε ομιλητές, δύσκολο. Όταν ο δρόμος είναι χαλασμένος, και δεν παίρνει επισκευή, και γίνοντια τόσα δυστυχήματα παρά τη σήμανση, χαράζεις άλλο δρόμο. Στην περίπτωσή μας, ο δρόμος αυτός υπάρχει, είναι οι αναλογικοί τύποι που χρησιμοποιούνταν ευρέως τον 19ο αιώνα (κι αυτό το παραβλέπεις) και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για ορισμένα ρήματα, παρά το ότι δεν διδάσκονται και παρά τις προσπάθειες να στιγματιστούν.

  47. Πέπε said

    Όχι, το ότι πολλοί έχουν πρόβλημα δεν το έχω παραβλέψει. Συμφωνώ να ψάξουμε «κάποιο» δρόμο, αλλά να είναι καλύτερος, όχι απλώς να μην είναι ο ίδιος!
    Το δεύτερο ομολογώ ότι όντως το είχα παραβλέψει γιατί δεν το γνώριζα. Αλλά και λοιπόν; Κάποτε (τον 19ο αιώνα) έλεγαν κάποιους τύπους. Ε, και κάποτε άλλοτε (τον 5ο πΧ) έλεγαν κάποιους άλλους. Το θέμα μας είναι για σήμερα!

  48. sarant said

    47: Σήμερα, οι αναλογικοί τύποι λέγονται όλο και περισσότερο και σε δέκα-είκοσι χρόνια θα δούμε ποιοι θα έχουν επικρατήσει, οι αναλογικοί ή οι αμαληκιτικοί. 🙂

  49. Ηλεφούφουτος said

    Ανάμεσα στον μηχανικό των
    40 «Σκεφτείτε πόσα ρήματα εκφράζουν με -ξει το στιγμιαίο ποιόν ενέργειας και έχουν *διαφορετική* κατάληξη απότι για το διαρκές.
    Να παίζει – να παίξει, να πράττει – να πράξει, να φυλά(γ)ει – να φυλάξει. Να παράγει – να παράξει, ομαλότατο.»

    και

    46 «Όταν ο δρόμος είναι χαλασμένος, και δεν παίρνει επισκευή, και γίνοντια τόσα δυστυχήματα παρά τη σήμανση, χαράζεις άλλο δρόμο.»

    και στο γλωσσολόγο του 45

    τάσσομαι υπέρ του γλωσσολόγου.

  50. Τίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    48
    Tο μιλάς, δόκιμος πια αναλογικός τύπος, επεκράτησε. Το ‘εννοάς’ ξενίζει ακόμη, επιμένει το αυτί μου να το βρίσκει κακόηχο. Ελπίζω να μην επικρατήσει, και να μην βοηθήσουν οι τοπικές τηλεοπτικές παραγωγές σε αυτή την κατεύθυνση.

  51. Πέπε said

    Νίκο, δεν ξέρω αν θα συμβάλει στη συζήτηση αλλά έχω διαπιστώσει ότι πολλές φορές συνομιλητές μου διακόπτουν αυτό που έλεγαν, όταν φτάνουν σε κάποια δύσκολη λέξη, για να με ρωτήσουν πώς πάει. Τι δείχνει αυτό;
    Πρώτον, ότι δεν είναι σίγουροι πώς πάει. Ευχαριστώ πολύ, αυτό είναι το προφανές.
    Δεύτερον, ότι δεν *αισθάνονται* σίγουροι. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δε ρωτούν εξίσου τον καθένα. Ρωτάν εμένα, γιατί έχουν την αίσθηση ότι σ’ ένα πεδίο όπου εκείνοι χάνουν την μπάλα και ψαρώνουν, εγώ ξέρω να κινηθώ με ασφάλεια. Κάποιος τους έχει πείσει ότι για να μιλήσουν σωστά τη μητρική τους γλώσσα χρειάζεται να αναπτύξουν δύσκολες και σπάνιες δεξιότητες. Μα δεν είναι έτσι! Τα ελληνικά είναι βέβαια δύσκολη γλώσσα, όχι όμως επειδή έχει μερικές εξαιρέσεις και ανωμαλίες στη γραμματική της ή επειδή στοιχεία από πολλές απέχουσες μεταξύ τους εποχές είναι δυνατόν να συνυπάρχουν. Όλα αυτά δεν τα έχουμε σε μοναδικό βαθμό σε σχέση με άλλες γλώσσες. Η δυσκολία είναι στο να εκφράσεις ακριβώς αυτό που θες, και είναι η ίδια όπως σε κάθε γλώσσα.
    Φαίνεται ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα ή η γλωσσική φιλολογία-παραφιλολογία-μυθολογία ή κάποιος άλλος παράγοντας, πάντως όχι η ίδια η γλώσσα, έχει πείσει πολλούς Νεοέλληνες ότι δεν ξέρουν ελληνικά. Άνθρωπέ μου, πες το και θα είναι σωστό! Δε θέλει πολύ ψείρισμα. Αν το πεις και παρά ταύτα δεν είναι σωστό, ξαναπροσπάθησε, ψάξ’ το λιγάκι, λιγάκι όμως: δε χρειάζεται να γίνεις γλωσσολόγος ή αρχαίος, χρειάζεται απλώς να κουνήσεις λίγο το δάχτυλό σου. Η γλώσσα μας είναι εύκολη στα βασικά της. Απλώς με τη διευκρίνιση ότι «εύκολη» σημαίνει «χρειάζεται λίγη προσπάθεια». Γλώσσα που να χρειάζεται μηδενική προσπάθεια δεν υπάρχει. Αλλά και γλώσσα που να χρειάζεται εξαιρετικές ικανότητες και γνώσεις επίσης δεν υπάρχει, και αν υπάρχει δεν είναι η νεοελληνική.

  52. ΠΑΝΟΣ said

    #51
    Τι; «Χρειάζεται λίγη προσπάθεια»; Αν είναι δυνατόν!!! Γίνονται αυτά τα πράγματα; Τα κόμματα θα λύσουν τα σχετικά θέματα.Δια τής πιέσεως μαγικού κομβίου.

  53. Θεόφιλος Βαμβάκος said

    #43. Νέο Kid Στο Block, Στην περίπτωση του «απαγάγω» (ως ….ενεστώτα οριστικής!!) το ποσοστό χτυπάει το 90 %…

  54. marasagis said

    Πρεμπιπτόντως το πιο ενδιαφέρον παραπροϊόν της κουβέντας είναι για μένα η «ανακάλυψη» ότι από το «άγω’ προέρχονται λέξεις όπως «άξονας», «αξία» κλπ, υποθέτω ίσως και το «άχθος». (Σημείο κλειδί της αποκαλύψεως η «αγωγή» και η «άξις» στο 36, όπου άξις -axis- και ο άξονας στ’ αγγλικά, αλλά επίσης «άξις» —- αξία, άξιος κλπ).

    Πολύ παραγωγική λέξη το άγω, παρά πολλές λέξεις έχει παραγάγει.
    Δε λέω «έχει παράξει» γιατί δεν τις πάραξε μια κι έξω αλλά τις παρήγαγε -παρήγε αν προτιμάτε- σιγά σιγά μέσα σε μια διαδικασία παραγωγική και όχι παραξική. Το τελευταίο αυτό (για τη διαδικασία) είναι που μου χτυπάει άσχημα και στο «να παράξω» αντί «να παραγάγω». Δεν είναι δηλ. μόνο «ηχητικό» το θέμα, αλλά μου δίνεται η εντύπωση μιας νοηματικής εκπτώχευσης με αυτόν τον τύπο.
    Πάντως και ο τύπος «αξ» έχει πάρει για τα καλά το δρόμο του με τόσα παράγωγα, οπότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.

  55. marasagis said

    Προεκτείνοντας το 55: Κατά κάποιο τροπο από τον τύπο «αξ» τα παράγωγα, παρατηρώ, ότι πάνε σε άλλες νοηματοδοτήσεις.
    Λχ τι σχέση έχει η συναγωγή (και δεν εννοώ την εβραϊκή, αλλά τη συναγωγή λχ ενός νοήματος) με τη σύναξη (η οποία μάλιστα έχει αλλάξει την οριστική ενεστώτα της από -άγω σε -άζω όπως τινάζω κλπ: συνάζω).
    Και τι σχέση έχει η απαγωγή με την απαξίωση;

  56. sarant said

    54: Αυτή η διάκριση μεταξύ του παραγάγει και του παράξει πώς θα εφαρμοζόταν αν είχαμε ένα άλλο ρήμα, π.χ. φτιάχνω; Το λεξικό που παραθέτεις δεν νομίζω ότι θεωρείται έγκυρο.

  57. marasagis said

    55 Ίσως δεν είναι έγκυρο -ήταν το αποτέλεσμα της αναζήτησης «ετιμολογία αγω»- αλλά η υπόθεση είναι τουλάχιστον βάσιμη κατά τη γνώμη μου.

    Για τη διάκριση: δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε λέξη. Μιλάμε όμως για τη συγκεκριμένη και τις νοηματικές αποχρώσεις της.

  58. spyroszer said

    45. Πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις. Εγώ που δεν είμαι φιλόλογος εμπειρικά μπορώ να πω ότι τα περισσότερα από τα αλλόμορφα ρήματα μπορεί να μας δυσκολεύουν αλλά δεν δημιουργούν πρόβλημα κατανόησης. Το άγω είναι πράγματι ιδιαίτερα προβληματικό ρήμα, είναι χαρακτηριστικό ότι στην απλή μορφή του, όχι σε σύνθετα, χρησιμοποιείται μόνο στον ενεστώτα.
    Καταλαβαίνω αυτό που λες ότι το «να παράξω» είναι υποτακτική αορίστου, που προυποθέτει αόριστο «πάραξα», που πράγματι δεν χρησιμοποιείται. (Να επισημάνω εδώ ότι στα αρχαία υπήρχε αόριστος ήξα, παρήξα κλπ, αλλά δεν είναι το βασικό θέμα εδώ). Όμως σε ακραίες περιπτώσεις, όπως εδώ, η γνώμη μου είναι ότι παίζει μεγάλο ρόλο και η ανάγκη για κατανόηση και η λειτουργικότητα της γλώσσας και όχι μόνο οι κανόνες της γραμματικής. Ακραίο παράδειγμα είναι το ρήμα κατάσχω που δημιουργήθηκε τελείως αυθαίρετα, κατά παράβαση των κανόνων της γραμματικής, προκειμένου να διακριθεί από τη βασική σημασία του κατέχω. Και όπως λες σωστά, το παράγω κλπ δεν το χρησιμοποιούσαν ευρέως πριν μερικά χρόνια στην καθημερινή ομιλία, αλλά η συχνότερη χρήση του τα τελευταία χρόνια αύξησε και τα προβλήματα κατανόησης.

    Ένα χρήσιμο λίνκ εδώ για την αλλομορφία στη χρήση και τη σύνθεση:
    «Η διαχρονία έχει δημιουργήσει μεγάλο αριθμό αλλομόρφων σ’ όλες τις κατηγορίες όπου τύποι προγενέστεροι και μεταγενέστεροι συνυπάρχουν, για να εξυπηρετήσουν τη λειτουργικότητα αλλά και τη δημιουργικότητα της γλώσσας. Τόσο η ποσότητα όσο και η ποικιλία της καταδεικνύει ότι η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, συντελεί στη συνεχή ανάπτυξή της και οδηγεί στη γλωσσική αλλαγή, που πολλές φορές καταγράφεται ως φαινόμενο αλλομορφίας. Σεβαστός αριθμός ουσιαστικών, αλλά κυρίως ρηματικών μορφών που συγχρονικά τα θεωρούμε αλλόμορφα οφείλονται σε κάποια μορφολογική και φωνολογική διαδικασία που λειτούργησε στο παρελθόν και έπαψε να είναι παραγωγική συγχρονικά, π.χ. νόμος Grassmann, συναίρεση. Θεωρούμε ότι η διαχρονία αποτελεί σημαντικό εργαλείο για μια πλήρη συγχρονική ανάλυση της γλώσσας. Η διαχρονία βοηθά να καταλάβουμε γιατί δημιουργήθηκε η συγκεκριμένη μορφή. Πρέπει, όμως, η αλλομορφία να λαμβάνεται υπόψη συγχρονικά. Ο φυσικός ομιλητής της γλώσσας δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει άριστα την αρχαία ελληνική και την εξέλιξη της γλώσσας. Η δε συγχρονία αποτυπώνει τη γλωσσική του αίσθηση, ενεργεί υποσυνείδητα μέσα στο μυαλό του και η εκμάθηση των αλλομόρφων γίνεται υποσυνείδητα».
    http://lmgd.philology.upatras.gr/el/staff/documents/karasimos_allomorphy.pdf

  59. Μαρία said

    Ξαναβάζω το άρθρο για το -άγω.
    http://glossologia.phil.uoa.gr/sites/default/files/2.%20Kalaboukas.pdf

  60. sarant said

    59: Ναι, μια και ο Αναγνωστάκης επισκιάστηκε από την αλλεργία στο «παράξω» καλό είναι να υπενθυμιστεί αυτή η εργασία.
    Γλωσσολόγου και όχι μηχανικού.

  61. Ηλεφούφουτος said

    60 «Γλωσσολόγου και όχι μηχανικού.»

    Γι αυτό και δεν ισχυρίζεται ότι τελικά θα επικρατήσουν οι αναλογικοί τύποι ούτε ζητά να γίνει κάτι τέτοιο χρησιμοποιώντας μεταφορές από τον οδοκατασκευαστικό τομέα.

    Επίσης χρησιμοποιεί το «ευάριθμοι» :mrgreen:

  62. Dimitrios Raptakis said

    Από το διήγημα του Αναγνωστάκη,Νίκο, συγκρατώ τον τόσο χαρακτηριστικό τύπο «με άρεζε» όσο και το «σούρπο» που συνειρμικά σε πάει και στη Σούρπη του Διπλού Βιβλίου…

    Πάντως και το διήγημά του αυτό έχει κάτι από το ύφος του. Το διαβάζεις και λες: Αναγνωστάκης.

  63. Μαρία said

    61
    >Γι’ αυτό και δεν ισχυρίζεται ότι τελικά θα επικρατήσουν οι αναλογικοί τύποι …

    Έπρεπε να την κάνει τώρα την έρευνα που στην τηλεόραση/ράδιο -αγαγ- σχεδόν ποτέ δεν ακούγεται παρά μόνο κάτι «που εισαγάγουν/παραγάγουν» ή σαν λάθος υπερδιόρθωσης ή αναλογικά προς το απαγάγουν 🙂

  64. sarant said

    61: Μα, οι μεταφορές από τον οδοσκευαστικό τομέα που χρησιμοποίησα είχαν πρωτοχρησιμοποιηθεί από έναν γνωστό και γερό νέο γλωσσολόγο σε ένα γνωστό γλωσσολογικό ιστολόγιο, γιαυτό και τις συνέχισα. Υπέθεσα πως οι γλωσσολόγοι θα το θυμούνται.

  65. Nestanaios said

    Ξεχάσαμε τις συζυγίες των ρημάτων; Οι πρόγονοί μας τις χρησιμοποιούσαν για μερικές χιλιάδες χρόνια. Δεν μας τις δίδαξαν οι Γερμανοί στα πανεπιστήμια τις Λειψίας;
    Δεκατρείς είναι.
    6 των βαρυτόνων.
    3 των περισπωμένων και
    4 των εις μι.

  66. Στέλιος said

    Πέπε υπερβάλλεις για το τι γίνεται στην Κύπρο. Ναι μεν είναι διαφορετική η κατάσταση από την Ελλάδα αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράματα όσο τα περιγράφεις. Και δίκαιο να έχεις δε βλέπω γιατί να μην δανειστείτε 2-3 ιδέες από εμάς για το πως προσαρμόζεται μια καθαρευουσιάνικη λέξη στη νεοελληνική φωνολογία/γραμματική κλπ, αν όντως θέλετε να την προσαρμόσετε.

    Στη γλώσσα του Μιχαηλίδη ήταν ακόμα Πρωτογιούνης και Δευτερογιούνης.

  67. Στέλιος said

    Ξέχασα, το περίπτερο στους τροπικούς το έχω ξαναδεί, στο Υ.Γ ή το Περιθώριο

  68. Πέπε said

    @66: Μα δεν τις σνομπάρω τις ιδέες σας Στέλιο. Απλώς δε βρίσκω τις συνθήκες αρκετά όμοιες ώστε να μπορούμε να τις εφαρμόσουμε κι εδώ ίδιες.

    (Το φανταζόμουν ότι ίσως υπερβάλλω. Ό,τι έχω ακούσει από δημόσιο και επίσημο λόγο στην Κύπρο έχει κυρίως λίγη προφορά, ίσως και καμιά λεξιλογική ιδιαιτερότητα, και σαφώς όχι όλο τον πλούτο διαλεκτικής γραμματική, σύνταξης και λεξιλογίου. Ενδεικτικό είναι ότι καταλαβαίνω απρόσκοπτα, αντίθετα από όταν μιλούν Κύπριοι μεταξύ τους! Αλλά έστω κι έτσι, μου δίνεται η αίσθηση ότι όλες οι ποικιλίες λόγου που θα ακούσει κανείς στο νησί περιστρέφονται γύρω από μια -έστω ιδεατή- κυπριακή διάλεκτο, της οποίας είναι παραλλαγές, ενώ σ’ εμάς η κεντρικη γλωσσική ποικιλία είναι η μη διάλεκτος. Αυτό είναι πολύ κεντρική διαφορά.)

    @63: « κάτι «που εισαγάγουν/παραγάγουν» […] αναλογικά προς το απαγάγουν »

    Αλήθεια, το απαγάγω το είχαμε ξεχάσει. Νομίζω ότι ειδικά αυτό, από όλα τα σύνθετα, τείνει να καθιερώσει νέο τύπο, απαγάγω ως ενεστώτα (με κοινό ενεστωτικό και αοριστικό θέμα, όπως το «κάνω» και το «φθείρω», δηλαδή με όμοιο παρατατικό και αόριστο «απήγαγα», όμοιους τους δύο μέλλοντες «θα απαγάγω» κ.ο.κ.). Ιδού τα απρόβλεπτα της αναλογίας: δε λέει κανείς «θα απαγάξω»!!

  69. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    51: Εύγε Πέπε.

    «Κάποιος τους έχει πείσει ότι για να μιλήσουν σωστά τη μητρική τους γλώσσα χρειάζεται να αναπτύξουν δύσκολες και σπάνιες δεξιότητες… Φαίνεται ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα ή η γλωσσική φιλολογία-παραφιλολογία-μυθολογία ή κάποιος άλλος παράγοντας, πάντως όχι η ίδια η γλώσσα, έχει πείσει πολλούς Νεοέλληνες ότι δεν ξέρουν ελληνικά. Άνθρωπέ μου, πες το και θα είναι σωστό! Δε θέλει πολύ ψείρισμα. Αν το πεις και παρά ταύτα δεν είναι σωστό, ξαναπροσπάθησε, ψάξ’ το λιγάκι, λιγάκι όμως: δε χρειάζεται να γίνεις γλωσσολόγος ή αρχαίος…»

    Επί τόν τύπον τών ήλων.

  70. Πέπε said

    @59: Το άρθρο εκ πρώτης όψεως δείχνει ότι ίσως τα λέει όλα. Αλλά μετά από τόσο ζουμερές τοποθετήσεις εδώ (στις 3-4 πιο φρέσκιες αναρτήσεις, που διαβάζω αυτές τις μέρες, + τα σχόλιά τους), μου πέφτει πολύ στεγνό. Γιατί η σοβαρή επιστήμη αποφεύγει τόσο επίμονα το αλατοπίπερο;
    Μαρία, τι λέει τελικά;

  71. ππαν said

    67: Στο Περιθώριο

  72. AS said

    Reblogged this on μάτια ολάνοιχτα στον κόσμο and commented:
    …λόγος καθάριος, όχι «φτηνός»…

  73. Λεώνικος Καλαχώρας said

    Nik Noik, δεν απάντησες πραγματικά στον Πέπε, που ανέλυσε τα πάντα πολύ εμπεριστατωμένα. Απλώς του είπες ‘το θέμα είναι αλλού.’ Αλλά δεν είναι. Στην απάντησή σου βγήκες λίγος

  74. sarant said

    Λες και δεν θα τα ξανασυζητήσουμε άλλες 312 φορές… 🙂

  75. […] https://sarantakos.wordpress.com/2013/06/30/anagnostakis/ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: