Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένα Ταξίδι πριν από 125 χρόνια

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2013


Το σημερινό άρθρο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του άρθρου της περασμένης Κυριακής. Εκεί, είχα παρουσιάσει ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από κάποιο άρθρο του πρωτοπόρου δημοσιογράφου Βλάση Γαβριηλίδη, που το είχα πάρει από τα Άπαντα του Τριανταφυλλίδη και που παρουσίαζε, πολύ παραστατικά, το χάσμα ανάμεσα στους διανοούμενους και στον πολύ λαό στα τέλη του 19ου αιώνα όταν η καθαρεύουσα έριχνε την καταθλιπτική σκιά της. Δεν είχα μπορέσει να βρω από ποιο άρθρο του Γαβριηλίδη ήταν παρμένο το απόσπασμα, τώρα όμως η απορία μου αυτή έχει απαντηθεί.

Ο φίλος Spyroszer, που κι άλλες φορές μας έχει χαρίσει εξαιρετικά κελεπούρια, βούτηξε στον ωκεανό του Διαδικτύου κι έβγαλε από μέσα λαβράκι -μ’ άλλα λόγια μπόρεσε να εντοπίσει το άρθρο του Γαβριηλίδη κάνοντας έρευνα στο σώμα της εφημ. Ακρόπολις του 1888, το οποίο, από καλή τύχη, υπάρχει σκαναρισμένο στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Ιδού το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Το άρθρο του Γαβριηλίδη πιάνει από το κάτω μέρος της πρώτης στήλης ίσαμε το κάτω μέρος της τρίτης στήλης, δυο στήλες δηλαδή από τις έξι της σελίδας. Δυο στήλες, 1600 λέξεις, οι παλιές εφημερίδες είχαν χώρο.Επίσης, η εφημερίδα στο ίδιο φύλλο δημοσίευε ένα κεφάλαιο από το Ταξίδι μου, δύο στήλες, με την αρχή στην πρώτη σελίδα.

Δεν φτάνει μόνο που ο φίλος Spyroszer βρήκε το άρθρο, παρά το πληκτρολόγησε κιόλας και μας το έστειλε, οπότε με χαρά το δημοσιεύω σήμερα. Ταιριάζει κιόλας, μια και το άρθρο του Γαβριηλίδη δημοσιεύτηκε σαν χτες πριν από 125 χρόνια, δηλαδή στις 20 Ιουλίου 1888.

Και γράφτηκε για να χαιρετήσει ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας, την έκδοση του βιβλίου «Το ταξίδι μου» του Ψυχάρη. Το Ταξίδι ήταν το πρώτο πεζογράφημα που γράφτηκε σε δημοτική γλώσσα, αλλά η αξία του δεν περιορίζεται εκεί. Πριν από 125 χρόνια, η νεοελληνική πεζογραφία ελάχιστα είχε δώσει: την Πάπισσα Ιωάννα, τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη (και ελάχιστα διηγήματα), και λιγοστά ακόμη έργα. Ο Ψυχάρης δεν ήταν μεγάλος λογοτέχνης, αλλά το Ταξίδι είναι μεγάλο έργο -και πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Γαβριηλίδη ότι μπόρεσε να διακρίνει αμέσως την αξία του.

Θα παραθέσω στα επόμενα το άρθρο του Γαβριηλίδη -όπως θα δείτε, το απόσπασμα που δημοσίεψα την περασμένη Κυριακή είναι μικρό μόνο μέρος του- και στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το Ταξίδι μου του Ψυχάρη.

Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά μονοτονίζω (με πλάγια, προς το τέλος, είναι το κομμάτι που παρουσιάστηκε ήδη):

Το ταξίδι μου.

Ο τίτλος του νεοφανούς βιβλίου του εν Παρισίοις καθηγητού της Νεοελληνικής γλώσσης, αν δεν απατώμεθα, κυρίου Ψυχάρη, είνε ολίγον απατηλός. Νομίζει τις, ότι λαμβάνει εις χείρας οδοιπορικόν τι βιβλίον και το ανοίγει με την ανησυχίαν, ή μάλλον με την περιέργειαν αν θα το εύρη σοβαρόν, ως πολιτικήν γεωγραφίαν των ελληνικών σχολείων, ή τερπνόν, ως έργον τι του Γκωτιέ ή του Χάινε ή του Σουίφτ ή και του δικού μας του Λουκιανού. Το βιβλίον βεβαίως δεν είνε μελαγχολικόν ως η νυξ ή ως η γεωγραφία του κ. Δήμιτσα∙ δεν είνε όμως οδοιπορικόν, είνε … γλωσσολογικόν. Ο κ. Ψυχάρης ηξεύρει να χρυσόνη τα χάπια του∙  τα χρυσόνει μάλιστα τόσον επιτήδεια, και όχι μόνο τα χρυσόνει καλά, αλλά και τα μελιτόνει καλλίτερα, ώστε σου φαίνονται σαν καραμέλαις. Εάν η γλωσσολογία του κ. Ψυχάρη ωμοίαζε την γλωσσολογίαν του κ. Κόντου, δια μίαν αυτής σελίδαν θα εχρειαζόμεθα ολόκληρον ίσως ημέραν, αλλά το γλωσσολογικόν ταξίδι του κ. Ψυχάρη το ερροφήσαμεν όλον εντός τεσσάρων ωρών! Και τας 268 σελίδας του. Σπανίως ελληνικόν βιβλίον μάς εφάνη τόσον γλυκύ και αναψυκτικόν ως να ήτο σιρόπιον εκ βυσίνου ή κάλλιον από φραγκοστάφυλον. Και αυτός ο εξαίσιος πρόλογος των Φ ο ι ν ι σ σ ώ ν  του Βερναρδάκη, έργον το οποίον έπρεπε να συγκινήση τους φιλολόγους και την φιλολογίαν μας, και όμως παρήλθεν απαρατήρητον, δια τον πολύ φυσικόν λόγον τού ότι ούτε φιλολόγους ούτε φιλολογίαν έχομεν, δεν αναγινώσκεται μετά τόσης ηδονής μεθ’ όσης το άνευ αξιώσεων, το αφελές, το μωρακίστικο σχεδόν, αλλά και πεισματάρικο και επαναστατικόν, ως ορθώς ωνομάσθη, και καθ’ όλα νεωτεριστικόν βιβλιαρίδιον του κ. Ψυχάρη. Όταν το ελάβομεν εις χείρας, μ’ εκείνον το ημίγυμνο ή  έ ξ ω μ ο ν  δια να ενοχλήσωμεν και ολίγον τα νεύρα του κ. Ψυχάρη, εξώφυλλόν του:                       «Ψ υ χ ά ρ η ς. – Τ ο  τ α ξ ί δ ι  μ ο υ. – α μ ύ ν ε σ θ α ι  π ε ρ ί  π ά τ ρ η ς. – Α θ ή ν α. Τ υ π ο γ ρ α φ ε ί ο  τ ο υ  Σ. Κ.  Β λ α σ τ ο ύ  1 8 8 8» μας εφάνη ότι έπεσεν εις χείρας μας καμμία βόμβα νεωτέρας κατασκευής, περί των ασφαλιστικών ή εκρηκτικών ιδιοτήτων της οποίας ουδεμίαν είδησιν είχομεν. Αλλ’ ο κ. Ψυχάρης με «δυο λόγια» – τον πρόλογόν του – σας ξελαφρύνει από κάθε ανησυχία. «Όποιος με διαβάσει» – ευθύς ευθύς γράφει στον πρόλογόν του – «θα καταλάβη με τι σκοπό έγραψα το  Τ α ξ ί δ ι  μ ο υ. Γλώσσα και πατρίδα είνε το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή την εθνικήν του γλώσσα, ένας είνε ο αγώνας. Πάντα   α μ ύ ν ε τ α ι  π ε ρ ί  π ά τ ρ η ς».

Ο κ. Ψυχάρης έχει καθαράς ιδέας∙ αυτή είνε η μεγαλειτέρα του δύναμις. Ξεύρει τι θέλει. Ξεύρει τι ζητεί. Συγχρόνως ξεύρει και πώς να εκφράση εκείνο το οποίον σκέπτεται και πώς να ζητήση εκείνο το οποίον θέλει. «Ένα έθνος» – γράφει εις τον πρόλογόν του, – «θέλει δυο πράματα∙ να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμη φιλολογία δική του. Άμα δείξη που ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα, κ’ άμα δεν ΄ντραπή γ’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε που τόντις είνε έθνος. Πρέπει να μεγαλώση όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ».

Το αιώνιον περί γλώσσης ζήτημα! Δύο ζητήματα μαστίζουν τους Έλληνας: το ανατολικόν και τον γλωσσικόν. Τις οίδε αν δεν είνε πεπρωμένον να λυθούν και τα δύο μαζύ συγχρόνως. Αφού μάλιστα και δύο κατακτητάς το ελληνικόν έθνος εγνώρισε: τους Τούρκους και τους Δασκάλους. Ο κ. Κόντος, μεθ’ όλην την άδολον ρουμελιώτικην ελληνικότητά του, δύναται να εκληφθή ως ο Μαχμούτης των ελληνικών πνευμάτων, και ο Μαχμούτης ή Μεχμέτης – όπως τον θέλητε – ως ο Κόντος των ελληνικών σωμάτων. Δάσκαλοι και Τούρκοι απεκτήνωσαν, εδούλωσαν, εξόντωσαν, κατέστρεψαν όσους πλείονας ημπόρεσαν Έλληνας. Εκείνοι οι κοινοί τόποι ότι «οι Λόγιοι έσωσαν την γλώσσαν και μετ’ αυτής το έθνος» ξεύρετε τι εντύπωσιν κάμνουν απέναντι της ιστορικής αληθείας; Την αυτήν, ήτις θα εγεννάτο εκ του εξής παραδόξου δικηγόρου, συνηγορούντος υπέρ πελάτου ληστού: «Τις οίδε, κύριοι δικασταί εάν ο κατηγορούμενος δεν έκλεπτε την περιουσίαν του ενάγοντος, τις οίδε, λέγω, εάν ο ενάγων δεν την εσπατάλα και δεν την κατέστρεφε;» Την γλώσσαν δεν την έσωσαν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο κλήρος. Την έσωσεν το Έθνος! Ο λαός! Εάν αυτός δεν την έσωζεν, ούτε γλώσσα θα υπήρχεν, ούτε λαός.

Δια τούτο οι πρώτοι αρματολοί και κλέφται ήσαν οι πρώτοι επαναστάται όχι μόνον κατά των Τούρκων, αλλά και κατά των δασκάλων. Ήγουν κατά των δύο κατακτητών. Το καρυοφύλι και το δημοτικόν τραγούδι έκαμαν την Ελλάδα. Χίλιοι Κόντοι εάν βαλθώσι ράχι με ράχι δεν θα δυνηθούν ποτέ ένα ψηφί να κλονίσουν εκ της αληθείας αυτής. Το Ψαλτήρι και το Οκτωήχι των γραμματοδιδασκάλων, το τυπικόν και τον ετυμολογικόν των μεγάλων λογίων κατεσκεύαζον δούλους, ραγιάδες, γυναίκας, σκυλιά του δρόμου, που με μια βέργαν διώχνεις εκατόν. Η δημώδης γλώσσα εδημιούργησε λάσια στήθη, πλάτες κοτρόνια, χέρι σίδερο, μάτι αετού, μέση δαχτυλίδι, πόδια βράχους. Η δημώδης απεκάλυψε την ευγενή καταγωγήν του έθνους μας και ενεφύσησεν εις αυτό θάρρος, υπερηφάνειαν, αφοβίαν, ελευθερίαν. Η δημώδης έβαλε φωτιά εις βράχους και λόγγους, εις κάμπους και βουνά, εις ράχαις και εις δρυμούς, εις την Στεριά και την Θάλασσαν, εις την Ανατολήν και την Δύσιν. Η δημώδης ήνωσε τον Νησιώτην με τον Μανιάτην, τον Ρουμελιώτην με τον Μωραΐτην, τον Αλβανόν με τον Νησιώτην, τον Κυδωνιάτην με τον Αθηναίον.

Οι λόγιοι τότε – οι δάσκαλοι – οι Έλληνες Μαχμούτηδες – δεν ετόλμων να ξεμυτίσουν. Έτρωγαν σπαθιές στη ράχη από τους Οπλαρχηγούς, κ’ εκούρνιαζαν κ’ ετρύποναν. Εάν ετύγχανεν μεταξύ αυτών ευφυής τις και μεγαλόφρων και ήκιστα ραγιάς, ως ο γενναίος Γεννάδιος, αυτός ξεχνούσε τα ελληνικά του και μιλούσε ρωμαίικα.  Ήτο σαρξ εκ της σαρκός του ελληνικού λαού, και δια τούτο ενθουσίαζε, συνεβούλευεν, εθέρμαινε, παρορμούσε. Ήτο ο Νέστωρ ή ο Οδυσσεύς της μπαρουτοκαμμένης γενεάς. Πότε βγήκαν από τα καύκαλά των οι λόγιοι; Όταν ηλευθερώθη η Ελλάς! Όταν έγεινε βασίλειον! Όταν ήλθαν οι Γερμανοί, άλλοι σχολαστικοί σχολαστικών αυτοί και συνεμάχησαν με τους δικούς μας τους σχολαστικούς. Τότε ηύραν καιρόν να κηρύξουν άτιμον πόλεμον κατά της δημώδους. Αφού αυτή ηνδραγάθησεν, αφού εθαυματούργησεν, αφού ενεκρανέστησε το έθνος, νομιζόμενον χαμένον, αφού έδιωξε τον Δράμαλη και εντρόπιασε τον Ιμβραΐμην, αφού έπνιξε τον Καπετάν πασσάν και πήγε να καύση την Αλεξάνδρειαν, τότε οι δάσκαλοι μετά των Γερμανών συμμαχήσαντες ωρκίσθησαν πόλεμον εξοντώσεως κατά της δημώδους και επανέλαβον εκείνο που λέγει ο αχαρακτήριστος Φιέσκης εις το περίφημον δράμα του Σίλλερ: «Ο μαύρος έκαμεν ό,τι είχε να κάμη∙ ο μαύρος τώρα να πάη στο διάβολο!»

Ο μαύρος ήτο η δημοτική γλώσσα!

Έκτοτε εγεννήθη η τάξις των μανδαρίνων εν Ελλάδι. Μανδαρίνοι εις τα Γυμνάσια και το Πανεπιστήμιον, Μανδαρίνοι εις τα δικαστήρια, Μανδαρίνοι εις την Εκκλησίαν, Μανδαρίνοι εις τον στρατόν, Μανδαρίνοι πρωθυπουργοί, Μανδαρίνοι ρήτορες εις την Βουλήν, Μανδαρίνοι δημοσιογράφοι, Μανδαρίνοι ποιηταί (Βερναρδάκης – Βυζάντιος – Καρασούσας – Ορφανίδης – Ραγκαβής – Αντωνιάδης κλπ.). Μανδαρίνοι παντού. Μανδαρίνοι είνε οι σοφοί της Κίννας από τους οποίους  σ κ ρ α π  δεν νοιώθει ο λαός. Χάσμα μέγα ηνεώγη μεταξύ της ανεπτυγμένης τάξεως και του λαού. Μετεχειρίζετο εκείνη γλώσσαν, ην ο λαός δεν εννόει. Ο λαός ωμιλούσε ρωμαίικα, οι ανεπτυγμένοι ελάλουν ή έγραφον κινέζικα. Το δε αποτέλεσμα; Οι λόγιοι εμορφώθησαν εις λαμπρούς ημιμαθείας αγύρτας, ο δε λαός εξηγριώθη και απεκτηνώθη. Η επιστήμη, το δίκαιον, η ηθική, η ποίησις, το κήρυγμα, οι νόμοι, τα στρατιωτικά προστάγματα, ο τύπος, τα περιοδικά, όλα περνούσαν χιλιάδας λεύγας απάνω από τα κεφάλια του λαού, όπως περνούν τα μετέωρα και αι βολίδες. Το δε αποτέλεσμα; Από τα γυμνάσια εξέρχονται ανορθόγραφοι, από το Πανεπιστήμιον ανεπιστήμονες, το δίκαιον μετεβλήθη εις εμπόριον, τα γράμματα εις κοντισμούς, η φιλοσοφία εις μαλακίαν, η ιατρική εις κομπογιαννιτισμόν, η μηχανική εις χρηματοληστείαν, η ποίησις εις σουδάριον, ο τύπος εκυκλοφόρει μεταξύ 300 ή 500 ατόμων εις όλην την Ελλάδα. Τόσοι τον κατελάμβανον, τόσοι τον υπεστήριζον.

Εξαίρεσιν μοναδική απετέλεσεν ο Βασιλεύς όστις, ότε μεν πρωτοήρθεν εις την Ελλάδα, αγνοών την ελληνικήν, ωμίλησε δια των γραμματέων του και των Φαρισαίων του ως Μανδαρίνος και αυτός, ότε δε εξέμαθε την γλώσσαν και δεν είχεν ανάγκην να παππαγαλίζη, ωμίλησεν ως Έλλην, ως Ρωμηός: «Παιδιά μου, σας έχω εις την καρδιά μου!» Οι λόγιοι το έψεξαν και αυτό!

Αυτή είναι εν ολίγοις η γλωσσική φιλοσοφία του έθνους μας. Εν εφημερίδι και εκ μέρους δημοσιογράφου μείζων ταύτης ανάπτυξις δεν δύναται να γείνη. Αλλά τα ολίγα ταύτα ηναγκάσθημεν να τα είπωμεν διότι τα φρονούμεν, διότι τα πιστεύομεν, διότι μας ώθησεν εις τούτο το βιβλίον του κ. Ψυχάρη.

Και τώρα που ευρίσκεται το γλωσσικόν ζήτημα; Εις το αυτό σχεδόν σημείον, εις ό και προ εικοσαετίας, μ’ ελαφράν, παρά πολύ ελαφράν κλίσιν προς αποκατάστασιν της δημώδους. Και τώρα οι λόγιοι αττικίζουν και ο λαός φονεύει. Και τώρα οι ιεροκήρυκες χρυσοστομίζουν και ο λαός βλασφημεί. Και τώρα οι νομοθέται Ιουστινιανίζουν και πανδεκτίζουν και ο λαός εγκληματεί. Και τώρα ο κ. πρωθυπουργός δεν μεταχειρίζεται μεν ξενικήν λέξιν εις τας δημηγορίας του, αλλ’ ο λαός πληρώνει τους φόρους μόνον δια τον φόβον του Βούρδουλα, διά τον φόβον του τόκου. Και τώρα o αοίδιμος Χαντζερής θριαμβεύει εις τον στρατιώτην με την γλώσσαν, τα δε στρατιωτικά μας καταλήγουν εις την Κούτραν. Και τώρα τινές των ποιητών μας και των πεζογράφων μεταχειρίζονται γλώσσαν Πινδάρου και Λουκιανού, ο δε λαός τρελλαίνεται διά τους  μ α ν έ δ ε ς  της Σιόρ Καλλιόπης. Και τώρα πλήρες χάσμα μεταξύ ανεπτυγμένων και λαού. Εθνική φιλολογία, ντζίφος! Εθνική ποίησις, ντζίφος! Εθνική γλώσσα, ντζίφος! Εθνική επιστήμη, ντζίφος! Μηδενικά επί μηδενικών. Μόνον οι φόνοι, αι αναιρέσεις, τα τραύματα, αι φυγοδικίαι και αι ζωοκλοπαί αποτελούσι τας αριθμητικάς μονάδας.

Αυτή είνε, καθ’ ημάς, η πραγματική άποψις του γλωσσικού μας ζητήματος!

***Θα μπορούσαν να γίνουν αρκετά γλωσσικά-πραγματολογικά σχόλια στο άρθρο, π.χ. για την έκφραση «δεν καταλαβαίνω σκραπ» ή για το σιρόπι από φραγκοστάφυλο, με το οποίο παρομοιάζει ο Γαβριηλίδης την ευχαρίστηση που δίνει η ανάγνωση του Ταξιδιού (ο Γ. ήταν Πολίτης και το φραγκοστάφυλο ήταν το αγαπημένο σερμπέτι των Ρωμιών της Πόλης), αλλά τα αφήνω για τα σχόλιά σας.

Παρουσιάζω τώρα τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης από το Ταξίδι μου του Ψυχάρη. Πρέπει να πω ότι μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο, που το έχω ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια του φίλου Γιάννη Π. Κλείνω με το κεφαλαιο «Πόλη και Πολίτες», που δημοσιεύτηκε επίσης στην Ακρόπολι πριν από 125 χρόνια και μια μέρα.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ

Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πό­λεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέ­πεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.

Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουνε το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουνε και να περάσει η ώρα — να το πω φανερά, γι’ αφτούς γράφω — δεν έχουνε ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τ’ ορθογραφικό σύστημα που ακολούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μια συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την Ιστορία μελετώ.

Όποιος πάλε θέλει να με διαβάσει για να με κατακρίνει, για να βρει λάθη, για να κάμει το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξει μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήσει, πρέπει πρώτα να διει με τι ιδέα γράφω κι αν ακολούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα μου κάμουνε παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρα­τήρηση. Δε θ’ απαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιασα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού· όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάμανε όλα τα έθνη του κόσμου· έτσι θα κάμουμε και μεις. Μου φαίνεται πως πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνο­λογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.

Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, που να νομίζω πως κατόρθωσα μ’ αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά· πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάσει να μάθει με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρει, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίνεται η αληθινή μας γλώσσα, κι όχι μόνο η καθαρέβουσα, στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάσουμε καλύτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε πως μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω πως μπορεί κανείς να γράψει αφτή τη γλώσσα και στα πεζά. Το λέω φανερά και μ’ όλη μου την καρδιά· αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω· η γλώσσα μας δε φταίει.

Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Αφορμή μου στάθηκε το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουνε τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουνε και μας λένε τι κάμανε τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα φτάσανε και τι ώρα φύγανε, τι κρασί ήπιανε, πόσα κουνού­πια τους δαγκάσανε, ποιόνε είδανε κει που κατεβήκανε, τι μαλλιά είχανε η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έ­πειτα, σ’ ό,τι χώρα κι αν πατήσουνε, κάθουνται και μας δηγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ’ όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Ρωμιός για τον Τούρκο κι η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάνα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στ’ άτομα· ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουνε κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικός· εγώ τίποτα δεν είμαι· η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει· προσπάθησα να διω πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.

Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο· να διασκεδάσει ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθεί, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κι επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απ’ όλα θέλησα να μπορέσει ο καθένας να με καταλάβει.

Παρίσι, 1888.

Η’ Πόλη και Πολίτες

 Ό,τι κι αν είπα, ό,τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν αράδιασα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρυα, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περίπατους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω· κάλ­λια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνε που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν το ’παθα ποτές. Και μη νομίζετε πως είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουνε οι ταξιδιώ­τες και βγάζουνε κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουνε πια τι να πούνε, κι άξαφνα σας γράφουνε καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουνε. Όχι! Άλλα ήτανε τα δικά μου τα βά­σανα. Θα σας το μαρτυρήσουνε όσοι με γνωρίσανε τότες, όσοι με τα μάτια τους είδανε το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμένος· είχα χλωμιάσει, ασπρί­σει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τα ’φταιγε η φοβερή αγρυπνία της νύχτας εκείνης.

Του κάκου, πέφτοντας στο κρεβάτι, προσπαθούσα να κοι­μηθώ. Ώσπου να χαράξει, δεν μπόρεσα μάτι να σφαλίξω. Ένοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα πως σή­κωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαριά. Κοβό­τανε η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περέχυνε, το στομάχι μου ανεβοκατέβαινε σαν τη θάλασσα, και κόντεβε ν’ αγγίξει τη ράχη μου· το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, κι όλη τη νύχτα, πήγα να βγάλω τ’ άντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω· κειτόμουνε κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.

Το πρωί φέρανε το γιατρό κι άδικα τονέ φέρανε. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτα να μου κάμει. Είπε πως είχα λίγη ζάλη, πως ήμουνε κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να μου το ξηγήσει ο γιατρός, ένοιωσα μέσα μου τι γινότανε, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδανε τα μάτια μου Τουρκιά. Καθόντανε οι μιναρέδες στην ψυχή μου· αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα μου πλακώνανε το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου ήτανε ανεβασμένη αψηλά απάνω στον Κουλά. Μου έτρωγε το συκώτι, το αίμα μου ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! Μου σκάνανε τη χολή. Παλάτια, τζαμιά, τουρμπέδες, τίποτις απ’ αφτά να μη διω! Το αίμα μου βράζει· τετρακόσιω χρονώ μίσος μου πνίγει την καρδιά! Δώστε μου, φέρτε μου ό,τι κι αν είναι, ότι κι αν τύχει· κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διω, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθεί, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυρίσω, δε θέλω να ξέρω πως είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω ν’ ακούσω…

Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους πρόσωπα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος. — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — «Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — «Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα!» — «Έλα, να σε τρατάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ, διέστε που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ’ άρεζε να τ’ ακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτα! Μπορεί μέσα τους να βράζανε οι καρδιές· βέβαια όμως δεν το δείχνανε. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτα, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει πως το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώνει σιγά σιγά τα πάθη και τους θυμούς ο γλυκός αέρας τ’ ουρανού και σου τα κάνει όλα γαλήνη.

Οι Πολίτες έχουνε άλλο σύστημα. Οι Πολίτες ζούνε, όσο μπορούνε, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουνε — ή μ’ άλλα λόγια να τον κάμουνε του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατωρθώνανε το πράμα· να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανα­κατεύεται σήμερα κι η Εβρώπη στις δουλειές τους και θέλει και κείνη να πει το λόγο της. Τι να κάμουνε οι δυστυχισμένοι μας οι Ρωμιοί; Τι να κάμει κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα μου πείτε· — «Αγοράζει.» Ναι, τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουνε οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουνε κι αγοράσουνε τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; Σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίσει κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο Πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πει λέξη. Μα λογαριάστε πως μπορούσε κιόλας να μην απομείνει Πολίτης ζωντανός.

Έτσι φαίνεται το καταλάβανε οι Πολίτες, και φαίνεται πως τα καταλάβανε περίφημα, γιατί ποτέ τους δε σαλέψανε. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μαζί σας και δε μ’ αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι πως τα μισά σας τα ψεγάδια δεν τα ’βγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πείτε πως σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνει; Δικός σας ήμουνε και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θελήσαν, έτσι το κάμαν, έτσι το σήκωνε τα αίμα τους. Φιλο­νικίες, μικρολογίες και θεολογίες όσες θέλετε· φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ωστόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουνε ταπείνωση πιότερη απ’ ότι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνησή τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, το κατορθώσανε, ο Τούρκος να τους ακούει, να τους σέβεται, κάποτε, κιόλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βαστάξανε τον ελλη­νισμό. Κάτι πάθανε, κάτι είδανε κι αφτοί στο μεγάλο το Σηκωμό· εδώ κόρωσε η φωτιά· η σπίθα ήτανε κρυμμένη σ’ όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε, να μη σβήσει.

Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέσει ο αφέντης του. Ξέρει πως ο Ρωμιός, και μόνο ο Ρω­μιός, πάντα στον τόπο του θα μείνει και πως ποτέ του από την Πόλη του δε θα το κουνήσει. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη, μου έλεγε ένας γέρος καϊξής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακιστήκανε οι Τούρκοι.» — «Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιότερο θα τσακιστούνε· καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διεις, που θα τους πετάξουνε κιόλας στη θάλασσα. Μα τι κατά­λαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουνε σένα — μήτε μένα. Θα σου έρθει άλλος νοικοκύρης.» — «Παραφέντη μου, μη σε μέλει· θα τσακιστεί κι αφτός!»

Ό,τι έχουνε όλοι μέσα τους μου έλεγε ο καλός μου ο καϊξής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέ­πεις και σιγά σιγά κάνουνε τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι· έχουνε τη μεγαλύτερη δύναμη του κό­σμου, τον παρά. Καλλιεργούνε και τα γράμματα· μαθαίνουνε κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά· χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουνε πως τα ξέρουνε. Αγαπούνε τη μάθηση· χτίζουνε σωρό σκολειά· τα θέλουνε πλούσια και καλά. Ξοδέβουνε παράδες αμέτρητους για να χτίσουνε τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλει να δώσει και κείνος.

Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθαίνουνε. Κάπου κάπου σου λένε· — «Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή «τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λένε αλλού, και θα τα λένε ακόμη χρόνια. Και σ’ αφτό έχουνε άδικο οι καλοί μας οι Πολίτες και κακά το λένε. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, μα και τον ξολοθρέφει· κόντεψε και τον έφαγε όλονε. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό· δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία· αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κι οι Πολίτες κάθουνται και διαβάζουνε κι έχουνε από πάνω από το κεφάλι τους τον Τούρκο. Όποιος μάθει γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση ήτανε αγράμματος ο κόσμος, μα ήτανε αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί ήτανε οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιότερα ο Ρωμιός, σκούριασε το σπαθί· η πέννα βασιλέβει.

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε να ’χει ακουστά ο στρατιώτης πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, πως ήταν έθνος λέφτερο, πως το λέγαν Ελλάδα, πως οι Έλληνες δα αφτοί ήτανε προγόνοι μας και πως καταντήσανε τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε ομπρός, πήγαμε πίσω. Ας έχει γεια ο Αλέξαντρος ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! Μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα, άρματα και καλό στρατό», άκουσα πως είπε μια μέρα, «έπειτα βλέπουμε για πανεπι­στήμια και μάθηση.»

Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγανε του κάκου, κι αντίς να σπάσουνε κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουνε τι θα πει σκλαβιά, μέσα τους θα το ’χουνε καημό. Ένα χοντρό σί­δερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διω, χωρίς να δακρύσουνε τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώσει… Ας τ’ αφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούνε και πέρασε η ώρα. Ας χαρούνε άλλοι την Πόλη! Ας την έχουνε, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που το ’λεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θε μου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθεί. Ας μας γλυτώσουνε άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμει. Τότες βλέπουμε τι λογης ζυγαριά θα πάρει, για να μη σπάσουνε τους δίσκους από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τ’ άλλο η Κωσταντινούπολη.

Οι Πολίτες δεν την πολυθέλουνε αφτή τη ζυγαριά. Μήτε γω δεν τη θέλω, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακίσια· — «Ας την κρατούνε οι Τούρκοι την Πόλη, ώσπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώσει το χέρι, πρέπει να δίνει όλο γροθιές· άμα φορέσει γάντι, μουδιάζει. Αμέ, σ’ αφτό το διάστημα, οι Ρούσσοι τι θα κάμουνε; Εκείνοι δε θα δυναμώσουνε; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουνε, που μήτε πιστολιά δεν ξέρουνε να τραβήξουνε; Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι τα πιστέβουνε και για τούτο ζούνε ήσυχα με το φονιά τους.

Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος να φύγει, που μου χαλνά το κέφι και δε μ’ αφήνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψει· μόνο να καταστραφεί! Πρώτα εί­χανε και το μεγαλείο τους· τώρα καταντήσανε καραγκιό­ζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πατήσανε τούτο το χώμα, φέρανε την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει· σφάζει και στέκεται· πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του οχτρός· δεν τον αφήνει να πάει ομπρός, γιατί του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Ρωμιό που δεν το νοιώθει!

Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτα να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίσει πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο. Από πού ξεσπάσανε, από πού μας ήρθανε τέτοιοι βαρβάροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νικήσανε και νικηθήκανε οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας κάμανε, δείξανε τι λίγο μυαλό που είχανε. Παντού στην ιστο­ρία βλέπουμε και διαβάζουμε πως ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρει έναν τόπο, παρά να τον πιάσει καλά· γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να ξεδιακρίνεις τον έναν από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του ντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπορέσανε ποτέ τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ’ όλους. Δε συντρόφιασε με κανένανε και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένας κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που ήτανε κείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε ούτε γάτα.

Τέτοια συλλογιόμουνε κι έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμόμουνε τη Σύρα όπου είχα κατεβεί δυο μέρες πρι φτάσω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα μου φαρμάκεψε την ατμό­σφαιρα της Πόλης και μου χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη μου φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώρα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σου πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ου­ρανός γλυκογελά· η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ν’ αξίζει τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι· όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.

Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ’ όσους ήτανε πρι, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι· γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι· δεν έβλεπα τα πρόσωπό του. Ένας Ρωμιός, από πάνω του, στεκότανε όρθιος κι έσπρωχνε το ποδάρι του στου Τούρκου τη μύτη. Μου φάνηκε μια στιγμή πως ο Τούρκος προσκυνούσε το Ρωμιό. Ύστερα κατάλαβα· ο Τούρκος είχε γίνει λουστρατζής! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνε τον Τούρκο κοντέψανε οι Συριανοί να τον πνίξουνε. Ή πρέπει ο Τούρκος, να πατεί του αλλουνού τα κεφάλι ή πόδι να φιλεί. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, όπου φιλούσε πόδι.

41 Σχόλια to “Ένα Ταξίδι πριν από 125 χρόνια”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    Πολύ ωραίο και χορταστικό.
    Σαν Κυριακάτικη εφημερίδα με τα ένθετά της.
    Σοβαρά. Πολύ σπουδαίο

  2. Nίκο, η 20 Ιουλίου 1888 της «Ακρόπολις» ,δεν είναι με το παλιό ημερολόγιο; Στην πρωτομηνιά τ’Αυγούστου είναι τα 125 χρόνια ακριβώς. 🙂

  3. Γς said

    Να και το πάτριο ημερολόγιο!
    Αφεντικό
    Παλιοημερολογίτες δέρνουμε;

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2: Τυπικά έχεις δίκιο, και φρόντισες κιόλας να λογαριάσεις 12 μέρες. Αλλά τότε και τις 3 του Σεπτέμβρη 1843 μήπως πρέπει να τις γιορτάσουμε στις 15 του μήνα; Μη σου πω για το 1821.

  5. Costas said

    Καλημέρα,

    Πλάκα έχει η διπλή αύξηση του «ενεκρανέστησε»!

  6. Όχι, δεν είπα να αλλάξουμε τις επετείους. Αλλά όταν λές «125 χρόνια καιμία(1) μέρα» είναι λάθος. Πες 125 χρόνια

  7. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    Λοιπόν, είχα τελείως λάθος εικόνα για τό βιβλίο αυτό τόσα χρόνια, που δεν είχε τύχει να τό διαβάσω ως βιβλίο. Μόνο φρασούλες, τάχα μου ενδεικτικές, τού τί ήταν η υποτίθεται μαλιαρή γλώσσα τού Ψυχάρη. Εξαιρετικό πράγματι, όπως φαίνεται από τό απόσπασμα που παραθέτεις, και πολύ ενδιαφέρον (τουλάχιστον τό απόσπασμα), όχι μόνο για τή γλώσσα. Σημειώνω τό εξής, που μ’ εντυπωσίασε: «Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, μα και τον ξολοθρέφει». Και σκέφτομαι και πόσο ξένος πρέπει να ήταν ο Ψυχάρης στήν ελληνική κοινωνία.

  8. Δημήτρης Μ. said

    «Ο κ. Κόντος, μεθ’ όλην την άδολον ρουμελιώτικην ελληνικότητά του, δύναται να εκληφθή ως ο Μαχμούτης των ελληνικών πνευμάτων, και ο Μαχμούτης ή Μεχμέτης – όπως τον θέλητε – ως ο Κόντος των ελληνικών σωμάτων.»

    Εξαιρετικό!

  9. Σαν την Οκτωβριανή Επανάσταση, που γιορταζόταν στις 7 Νοεμβρίου 🙂

  10. Είπα να γράψω για το σκραπ, αλλά με πρόλαβε το άρθρο που λέει «γράψτε για το σκραπ». Ε, και τι να γράψω, εγώ πρώτη φορά είδα την έκφραση!

  11. «ο Ρωμιός, και μόνο ο Ρω­μιός, πάντα στον τόπο του θα μείνει και […] ποτέ του από την Πόλη του δε θα το κουνήσει.»
    Αχ, βαχ…

  12. Costas said

    7 Ναι, ο Ψυχάρης έχει συκοφαντηθεί αγρίως και συκοφαντείται ακόμα και σήμερα, ότι τάχα «δεν διαβάζεται η γλώσσα του». Διαβάζεται ανετότατα.

  13. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    5: Ε, είχαμε δει και από το «ηνεώγη» ότι του άρεσαν οι πολλαπλές αυξήσεις.

    7-12: Ακριβώς!

    10: Το άρθρο λέει «ρωτήστε αν κάτι σας φαίνεται περίεργο» για να μην φέρνει κουκουβάγιες στην Αθήνα μες στο καλοκαίρι.

    Για το σκραπ, είναι το αγγλικό scrap, ίχνος, υπόλειμμα. Yπήρχε τότε η έκφρ. δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν με μέλει σκραπ.
    Από εκεί είναι και ο σκράπας.

  14. Ωραία, και το σκριπ τι είναι;

  15. Το σκριπ είναι ένα είδος χαρτονόμισμα που εκδιδόταν σε έκτακτες περιστάσεις (λ.χ. σε αποικίες όταν υπήρχε έλλειψη μητροπολιτικών νομισμάτων), και είχε μικρότερη αξία απ΄το άρτιο. Πώς έφτασε να είναι όνομα ελληνικής εφημερίδας, ούτε εγώ ξέρω.

  16. Α, ευχαριστώ Άγγελε!

  17. sarant said

    15: Πρόχειρα, είχε γίνει κάποιο σκάνδαλο με τα σκριπ στην Ελλάδα περί το 1875, δεν ξέρω τι ακριβώς, και τότε βγήκε το Σκριπ, αρχικά ως σατιρική εφημερίδα.

  18. τουρκόσπορος said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό Νικοκύρη! Μια παρατηρησούλα μονάχα. Ο Ψυχάρης στα ελληνικά δεν υπέγραψε ποτέ με τίποτ᾽ άλλο εκτός από το σκέτο «Ψυχάρης». Μικρός όταν ήτανε, γράφει κάπου ο ίδιος (νομίζω στους Ψυχάρηδες), τονε φωνάζανε Βάνια, Γιαννίρη, αλλά ποτέ Γιάννη και το είχε απορρίψει ο ίδιος ρητά. Άρα το να αναφερόμαστε στον Ψυχάρη ως «Γιάννη Ψυχάρη», είναι ακριβώς σαν να λέμε Κωστάκης Παλαμάς, Γιωρίκας Σεφέρης κ.ο.κ.

  19. Γς said

    14, 15:
    Η αρχική, σατιρική μορφή της και ο τίτλος της είχαν ως αφορμή τα σκριπτ, τίτλους αναγκαστικών δανείων προς το δημόσιο (από την αγγλική λέξη script) για την αντιμετώπιση τής δεινής οικονομικής κρίσης, τα οποία διακωμωδήθηκαν από την κοινή γνώμη.
    (Από τo Lexikologia)

  20. Costas said

    13α. Ναι, με τη διαφορά ότι το ηνεώγη είναι αρχαίο μτγν. (ηνεώχθη) και αφορά λόγια κλίση, ενώ το ενεκρανέστησε είναι απλά νεοελληνικό δημοτικό φρικώδες…

  21. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα!
    »Την γλώσσαν δεν την έσωσαν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο κλήρος. Την έσωσεν το Έθνος! Ο λαός! Εάν αυτός δεν την έσωζεν, ούτε γλώσσα θα υπήρχεν, ούτε λαός.» Ακριβώς!
    Για να κάνω, όμως, και τον συνήγορο του διαβόλου, αν δεν είχε υπάρξει η καθαρεύουσα, θα είχε υπάρξει ο Παπαδιαμάντης; Ρητορικό το ερώτημα, αλλά μπορεί να βρίσκει εφαρμογή εδώ το »ουδέν κακόν αμιγές καλού».

  22. sarant said

    18 : Δεκτή η ένσταση, το διόρθωσα -αν και, σε μια βιβλιογραφία κτλ. θα πρέπει να τον ονοματίσουμε.

  23. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    18, 22: Ήταν ένσταση; Και πάντως, πρέπει να γίνει δεκτή χωρίς συζήτηση; Υπάρχει, καλώς ή κακώς, μια παγιωμένη μορφή τού ονόματος στήν ελληνική γραμματεία. Και δεν είναι τό μοναδικό κριτήριο, ούτε καν τό σημαντικότερο ίσως, τό πώς θέλει κανείς να ονομάζει τόν εαυτό του.

  24. τουρκόσπορος said

    22. Στη βιβλιογραφία θαρρώ το Ψυχάρης (Jean Psichari) αρκεί, εξάλλου αν είμαστε αυστηροί πάντοτε πρέπει να αντιγράφουμε ακριβώς τα στοιχεία όπως είναι στη σελίδα τίτλου ενός βιβλίου.
    23. Ποιο ειναι κατά τη γνώμη σας το κριτήριο, αν όχι το όνομα με το οποίο έχει δημοσιέυσει ένας συγγραφέας; Όσο για την ελληνική γραμματεία, η παγίωση ενός λάθους και η αποδοχή του ως γενικώς παραδεκτού είναι μάλλον αντιεπιστημονική. Έπειτα, εσείς τον Ελύτη πώς τον λέτε; Αλεπουδέλη; Όλοι γνωρίζουμε το πραγματικό του όνομα, αλλά προτιμούμε το φιλολογικό του ψευδώνυμο, κάνω λάθος;

  25. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    24: Δεν ξέρω, μπορεί να έχετε δίκιο, ειδικός και μάλιστα στόν Ψυχάρη δεν είμαι. Αλλά αν υποψιαστώ 🙂 πως θ’ αρχίσουμε να τόν γράφουμε στήν ελληνική και Jean Psichari…

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    Νομίζω πως είναι το σημαντικότερο κριτήριο το πώς θέλει να ονομάζει κανείς τον εαυτό του, έστω και αν μας ξενίζει κάποιες φορές όπως π.χ. η γενική »του Μάνου Κοντολέων», στην οποία επιμένει ο ίδιος ο συγγραφέας. Δικαιούμαι να πω ή να γράψω π.χ. Κωνσταντίνος Παλαμάς, Κωστής Καβάφης, Αλέξης Παπαδιαμάντης, Νιόνιος Σολωμός;

  27. Α, τώρα πρόσεξα και την αναφορά στους μ α ν έ δ ε ς της Σιορ Καλλιόπης που μου είχε διαφύγει την περασμένη Κυριακή μια κι έλειπα (βλέπω όμως και το σχόλιο του spyroszer –και άλλων στη συνέχεια– περί Κιορ Καλλιόπης).

    Πώς είχα την εντύπωση ότι ο Ψυχ. υπέγραφε Γιάνης Ψυχάρης (με ένα νι);

  28. Γιάννης Κουβάτσος said

    ΠρΩΤη εκΔοση
    Ψυχάρης, Το Ταξίδι μου, αθήνα, Τυπ. Βλαστού 1888
    ΔευΤερη εκΔοση
    Ψυχάρης, Το ταξίδι μου, αθήνα, Βιβλιοπουλείο της εστίας,

    Μόνο »Ψυχάρης» υπέγραφε.

  29. sarant said

    27: Απ’ όσο θυμάμαι, υπόγραφε «Ψυχάρης» σκέτο. Αλλά σε μιαν εγκυκλοπαίδεια, θα βάλουμε και το «Γιάννης».

    Στο πρωτότυπο έχει «Σιόρ Καλλιόπης», καλώς ή κακώς.

  30. Τον μπερδεύω προφανώς με άλλους Γιάνηδες, το Βηλαρά ξερωγώ ή τον Κορδάτο.

  31. ππαν said

    7 τελος: Δεν συμφωνώ καθόλου μα καθόλου: να το δούμε στην εποχή του το σχολείο. Ακριβώς στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα αρχίζει να γίνεται «πατριωτικό». Αίτημα της εποχής.

  32. Ενδιαφέρον που για τον Ψυχ. ο πατριωτισμός ταυτίζεται με τον στρατό (λεφτά για τον στρατό κι όχι για την παιδεία –σαν ανάποδο σημερινό σύνθημα ακούγεται αυτό!)

  33. Gpoint said

    Τι να πώ…

    Κάποιος που » η ζωή του είναι της Γαλλίας» έχει άποψη για το ποιά είναι η γλώσσα του λαού (του ελληνικού)

    Από τα συμφραζόμενα προκύπτει πως τελικά tα πάντα είναι θέμα παιδείας…

    Οσον αφορά το όνομα το έχει αποθανατίσει ο μέγιστος Σουρής :

    Σκάσε δεν είσαι ποιητής, το γράφιει κι ο κυρ Γιάννης

    – Σκάσε, δεν είσαι ποιητής, προστυχομαθημένε,
    κι ο κυρ Γιαννάκης τόγραψε, κι οι μαλλιαροί το λένε

    Πρώτηφορ΄΄α εδώ αισθάνθηκα πως έχασα την ώρα μου. Ισως φταίει που δεν διαβάζω εφημερίδα περισσότερα από 10 χρόνια

  34. Ηλεφούφουτος said

    Άλλο η βιβλιογραφική αναφορά και άλλο το πώς θα ονοματίσεις κάποιον όταν μιλάς γι αυτόν.

    Επίσης, νομίζω ότι είχαμε συμφωνήσει και παλιότερα ότι το κρέας (=λέξη, όνομα) δικό σου, το κόκκαλο (=γραμματική) δικό μου.
    Δικαίωμα του καθενός να θέλει να ονομάζεται Βάνιας, Γιάννης, Γιαννάκης αλλά το πώς θα κλίνεται ειναι ανεξάρτητο απ την θέλησή του.

  35. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    31: Δεν ξέρω με τί ακριβώς δεν συμφωνείς. Με τήν άποψη τού Ψυχάρη ότι τό σχολειό δεν θρέφει τόν πατριωτισμό, ή με τήν παρατήρησή μου για τό πόσο ξένος πρέπει να ήταν. Σχετικά με τήν πρώτη εγώ δεν τήν καταλαβαίνω ως ζήτημα κλίματος εποχής, που αλλάζει από τόν δέκατο ένατο στόν εικοστό πρώτο αιώνα. Μού θυμίζει δε μια ιδέα ότι η μελέτη και η θεωρία φτιάχνει ατομικότητες, κοσμοπολίτικες, όχι κοινότητες. (Πόσο μάλλον όταν διέπεται και από μια ιδέα περί παρακμής ή διαφθοράς (τής γλώσσας) τού λαού). Αδιάφορο αν κανοναρχείται από τή μεγάλη ιδέα τού τότε, ή τήν πολιτική ορθότητα τού σήμερα. Όσο για τή δεύτερη, έ, έρχεται ο άνθρωπος να πει στήν ελίτ τής ελληνικής κοινωνίας (τήν πιο σνομπ σ’ όλο τόν δυτικό κόσμο ελίτ), ότι πρέπει να γράφουν όπως μιλάν οι αμόρφωτοι. Και τόσο σε αυτούς, όσο και στά μεσαία στρώματα, πράγματα όπως ότι τζάμπα περιμένουν από τά σχολειά τήν ανάσταση τού έθνους…

  36. giorgos said

    kαλησπέρα σας , έχω στό email μου τήν είσαγωγή τής δεύτερης έκδοσης τού βιβλίου τού Γεράσιμου Κακλαμάνη πού είναι περίπου 60 σελίδες , άν θέλετε μπορώ νά σάς τήν στείλω . Μόνο ξαναγράψτε μου τό email γιατί δέν τό έχω πλέον .

  37. sarant said

    36: Καλησπέρα. Γράψε: sarantπαπάκιpt.lu

  38. Earion said

    14-17, 19

    Βάζω εδώ το σύνδεσμο προς το σχετικό νήμα της Λεξιλογίας, για όποιον θέλει περισσότερα.

    Ναι, είναι βέβαιο: δεν υπάρχει *σ κ ρ ι π γκαζιού

  39. Γς said

    37:

    >sarantπαπάκιpt.lu

    Sarant (Κανάρ ανσενέ) ου (Κανάρ λακέ ντε Πεκέν) ου (Καναρ βα α λα ποταμιά ) Γκραν Ντυσέ ντε Λυξεμπούρ.

    Σ’ ε του!

  40. giorgos said

    τό λάβατε?

  41. sarant said

    Σου απάντησα με μέιλ 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: