Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια Κατοχής: Η επιστροφή

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2013


kotzimerΤο φθινόπωρο του 1941, ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για να σωθεί από την πείνα που όλοι έβλεπαν να έρχεται στην Αθήνα, παίρνει τη σωτήρια όσο και προφανή απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, χωριό των Τζουμέρκων στην Ήπειρο. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στην πρωτεύουσα ανάμεσα στην ανέχεια και στην αρρώστια (ήταν φυματικός), είχε οχτώ χρόνια να επισκεφτεί το χωριό του και να δει τους γονείς του. Τώρα όμως η απόφαση ήταν εύκολη, αφού στην Αθήνα της Κατοχής οι προοπτικές επιβίωσης ενός μεροκαματιάρη γραφιά (και μάλιστα φιλάσθενου) θα ήταν ζοφερές. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1941 γυρίζει στην Πλατανούσα, όπου θα περάσει τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ίσαμε να προσχωρήσει στους αντάρτες του Άρη και να δημιουργήσει το περίφημο Θέατρο του Βουνού.

Με το που φτάνει ο Κοτζιούλας στο χωριό του, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο, πάνω στις άγραφες σελίδες του ημερολογίου που είχε τυπώσει κάποια φαρμακευτική εταιρεία ίσως, και που το είχε για σημειωματάριο (αριστερά βλέπετε την πρώτη σελίδα του κειμένου). Οι καταγραφές του είναι πολύ λεπτομερειακές: για τους δυόμισι μήνες από τις 26.11.1941 έως τις 11.2.1942 (εκεί σταματάει το ημερολόγιο) το κείμενο φτάνει τις 190 χειρόγραφες σελίδες, πυκνογραμμένες με τα μικρούτσικα αλλά ευκολοδιάβαστα γράμματά του, ή αλλιως κάπου 40.000 λέξεις. Υπάρχουν και άλλα κατοχικά ημερολόγια του Κοτζιούλα, αλλά από το 1944, όταν πια βρισκόταν με τους αντάρτες. Όλα μαζί τα ημερολόγια βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου τα εμπιστεύθηκε ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας, και έχω αναλάβει να τα εκδώσω, μια δουλειά που προχωράει -αν και αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ όσο λογάριαζα. Πέρυσι είχα ζητήσει εθελοντές για την πληκτρολόγηση των ημερολογίων, κάτι που έγινε με μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα με μια ολιγομελή ομάδα φίλων προσπαθήσαμε, με αρκετή επιτυχία, να «αποκρυπτογραφήσουμε» μερικές πολύ φθαρμένες, άρα δυσανάγνωστες, σελίδες. Περιττό να πω είναι ότι ευγνωμονώ και τους μεν και τους δε, που βοήθησαν σημαντικά να προχωρήσει το έργο.

Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που υπάρχει το κείμενο πληκτρολογημένο, έχει τελειώσει και η δουλειά, αλλά δεν είναι έτσι: πέρα από την αντιπαραβολή και τις διορθώσεις χρειάζεται και υπομνηματισμός του κειμένου -και ειδικά στην περίπτωση του Κοτζιούλα το ημερολόγιο πρέπει να συσχετιστεί αφενός με τα ποιήματα που έγραψε ο ποιητής την ίδια περίοδο και αφετέρου με τις επιστολές που έστελνε σε φίλους του. Μερικές φορές τυχαίνει το ίδιο γεγονός που καταγράφεται στο ημερολόγιο, να θίγεται επίσης σε κάποιο ποίημα, διότι ο Κοτζιούλας συνεχώς αυτοβιογραφούνταν, ή σε μια επιστολή προς φίλο, αλλά εξετάζεται με τρόπο διαφορετικό. Στο ημερολόγιο, ο Κοτζιούλας περιγράφει κυρίως τους άλλους, τα δικά του συναισθήματα τα εκφράζει στα ποιήματά του, ενώ στην αλληλογραφία του κάνει μια ανακεφαλαίωση και βγάζει συμπεράσματα από μεγαλύτερη απόσταση.

Και όσοι δεν ζήσαμε την Κατοχή, ξέρουμε ότι δεν χτύπησε το ίδιο την επαρχία όσο και τα αστικά κέντρα, και πρώτα απ’ όλα την Αθήνα. Η πρωτεύουσα χτυπήθηκε πολύ περισσότερο από την πείνα, και μάλιστα αμέσως, τον πρώτο φριχτό χειμώνα του 1941. Στην επαρχία τα τρόφιμα βρίσκονταν πολύ πιο εύκολα. Φτωχό χωριό η Πλατανούσα ακόμα και με τα μέτρα της φτωχής Ηπείρου, αλλά η κατάσταση ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ ό,τι στην Αθήνα, ιδίως για κάποιον όπως ο Κοτζιούλας που και πριν από την Κατοχή δεν χόρταινε την πείνα του. Και στην αρχή λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την Κατοχή, εκτός από την εξάρθρωση του κρατικού μηχανισμού -που έδινε στους κατοίκους των χωριών μεγαλύτερη άνεση π.χ. να κόβουν ξύλα από το δάσος χωρίς το φόβο του δασοφύλακα. Άλλωστε, οι καταχτητές (Ιταλοί στην περίπτωση της Άρτας) δεν πατούσαν στα μακρινά χωριά. Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κοτζιούλα, όπου καταγράφεται ένας διάλογος της μητέρας του με μια γειτόνισσα, που είχε πάει στη Φιλιππιάδα, όπου είδε και Ιταλούς:

—        Τι σκέδιο ανθρώποι είναι; τη ρωτάει η μητέρα.
—          Γιά, σαν εμάς τους χριστιανούς, το ίδιο.  Ένας κιόλας έπλενε τα σκουτιά του στο Λούρο. Τα ’χε βγάλει και τα σαπούνιζε μοναχός του…

Όσο όμως και να ήταν σωτήρια η επιστροφή στη γενέτειρα, ο Κοτζιούλας δεν μπορούσε να ξανασυνηθίσει τη ζωή στο χωριό. Τον πρώτο καιρό, το ξανασμίξιμο με την οικογένεια και τους φίλους και οι παιδικές θύμησες, μαζί με την ανέλπιστη δεκεμβριάτικη καλοκαιρία, αλλά και η επάρκεια της τροφής (για όποιον έχει πεινάσει, αυτό ίσως μπαίνει και πρώτο) του είχαν προξενήσει ένα αίσθημα ευφορίας, που όμως δεν κράτησε για πάντα. «Καλόμαθαν τα χέρια χρόνια με την πένα / και τώρα τα βαραίνει η τέχνη της αξίνας», γράφει σε ένα ποίημα της εποχής, ενώ αλλού διερωτάται:  «Πώς να ξαναγενώ παιδί της εξοχής; / Εικόνα αγροτική, διώξε τη νευρασθένεια». Τα πράγματα χειροτερεύουν με τη βαρυχειμωνιά του Γενάρη, που τους κρατάει όλους κλεισμένους στα σπίτια τους. Χαρακτηριστικό είναι ένα ποίημα που περιλαμβάνεται στο ημερολόγιο, το οποίο δεν έχει αποθησαυριστεί στα ‘Απαντα του ποιητή, γραμμένο με την ευκαιρία του γάμου της ξαδέρφης του Μαρίας, όπου αφού ευχηθεί στη νύφη και την αποχαιρετίσει, στοχάζεται:

Νάχα κι εγώ στα χώματα τούτα εξαρχής ριζώσει,
δε θα ‘ταν τόσος μου ο καημός τώρα κι η πίκρα τόση
τον πρώτο γιό μου πια κι εγώ θα μάθαινα αλφαβήτα
και μια χωριάτισσα γερή στα μάτια θα μ’ εκοίτα.

Μοιρασμένος ανάμεσα στους δυο κόσμους, όταν βρισκόταν στην Αθήνα νοσταλγούσε το χωριό, στο χωριό αρχίζει και νοσταλγεί την Αθήνα, απέναντι στην οποία τρέφει αισθήματα αντιφατικά, ανάμεσα στην ανακούφιση που έπαψα να εξαρτώμαι από ανάλγητους πρωτευουσιάνους ή να είμαι βάρος σε φίλους καλόβολους (γράμμα στον φίλο του Πάνο Τζελέπη, 8.1.1942), στη συμπόνια για το «πώς θα βγάλεις άμοιρη, λογιάζω, τον χειμώνα» (ο τελευταίος στίχος από το αποχαιρετιστήριο ποίημα που έγραψε φεύγοντας από την Αθήνα) αλλά και τη χαιρεκακία που οι ακατάδεχτοι πρωτευουσιάνοι τώρα έχουν την ανάγκη του επαρχιώτη. Το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον, αλλά δεν θα γράψω περισσότερα, αφενός επειδή το εξετάζει αναλυτικά η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου σε ένα βιβλιο της που θα βγει προσεχώς (και όπου έχω κι εγώ λιγάκι συνεργαστεί) και αφετέρου γιατί παραφλυάρησα και θέλω να παραθέσω μερικά αποσπάσματα από το κατοχικό ημερολόγιο του Κοτζιούλα.

Πρώτη νύχτα στο πατρικό σπίτι

      Έκανε πολύ κρύο απόψε.  Σηκώθηκα τη νύχτα και βγαίνοντας όξω αντίκρισα έναν κατακάθαρο ουρανό που έλαμπε από χιλιάδες άστρα.  Το σκυλί μας, που δε με συνήθισε ακόμα, γαυγίζει πού και πού . Από το γειτονικό μαντρί ακούγονται κουδούνια. Είναι το μικρό μας κοπάδι, δύο γίδες κι εφτά προβατίνες. Από χαμηλά φτάνει ο αχός του ποταμιού. Τι όμορφα που είναι στο χωριό, ακόμα και το χειμώνα!

           Μπαίνοντας μέσα βρίσκω τη μάνα μου σηκωμένη ν’ ανάβει τη φωτιά. Ξύπνησε με το πρώτο, μόλις άκουσε κίνηση από το μέρος μου, κι έβαλε να μού βράσει τσάι, από  κείνο που έμασαν οι κοπέλες στο βουνό. Έχει και ζάχαρη φυλαμένη, σα να ήξερε πως θα γυρίσω τώρα κοντά. Πίνω το ευωδιαστό ρόφημα και θυμάμαι ημέρες παλιάς ευτυχίας, τότε που είχαμε απ’ όλα τα καλά, κι εγώ ήμουνα παιδί. Κοιτάω το ρολόι του πατέρα, ασημένιο, με τούρκικα ψηφιά.

— Έχουμε πολλή νύχτα ακόμα;

— Δυο τρεις ώρες όσο να φέξει.

       Μού φέρνει  και  καρύδια, να τα σπάσω με τη μασιά. Δεν έχω τί να πρωτοφάω από τα χτες, σύκα, κυδώνια, ρόιδα. Με φιλεύει η μάνα, με φιλεύει κι η παντρεμένη μου αδελφή. Χαρά τους είναι που μ’ αρέσουν, που με βλέπουν να τα τρώω με όρεξη.

—        Και πότε θα ματαπάς εκεί πέρα;

—        Ποτέ πια, ή το πολύ πολύ περαστικός.

            Αυτό το «εκεί πέρα», που τόσο τις ανησυχεί, δεν είναι άλλο από την Αθήνα. Γόησσα κακή, κρατάει τα παιδιά του κόσμου σκλαβωμένα κοντά της, και δεν τα στέλνει πίσω στα σπίτια τους παρά όταν δεν τα χρειάζεται άλλο, σακάτικα και μισερά.

—          Τώρα που ήρθες, δε σ’ αφήνουμε να φύγεις! αστειεύουνται στα σοβαρά.

           Είχαν ανακατέψει τα ρούχα μου την περασμένη μέρα, να δούνε τι έφερα μαζί μου.  Μονάχα εκείνα τα κόκκινα με τις ρίγες, τα ψιλά, δεν ήξεραν τί είναι.  Μήπως είχαν ξαναδεί στη ζωή τους πιτζάμες; Εξηγώ στη μητέρα τί χρειάζονται αυτές και κουνά επιδοκιμαστικά το κεφάλι της.

—        Αμ’ εκείνα τ’ άλλα, τα λαστιχένια παπούτσια;

—        Αυτά τα λένε γαλότσες. Φοράς από μέσα άλλα μικρότερα και δεν έχεις ανάγκη από την υγρασία.

     Κουνά το κεφάλι της πάλι , αλλά με απορία τούτη τη φορά:

—        Ακούς εκεί, να ποδένουν το ’να παπούτσι μέσα στ’ άλλο! Τί παραξενιές που έχουνε στις πολιτείες.

       Σε λίγο πέφτω και ξανακοιμούμαι ως το πρωί, ενώ τα ξύλα τρίζουν στη φωτιά πρατσαλίζοντας γιορταστικά.

Λίγες μέρες αργότερα, ένα περιστατικό που δείχνει την εκμετάλλευση από τα αρπακτικά της πόλης:

       Σήμερα  μ’ επισκέφτηκε η Βασίλαινα του Χρίστου Δήμου, γερόντισσα απ’ τις παλαιικές, λείψανο του παρελθόντος. Αντί για παπούτσια φορούσε μάλλινες κάλτσες, τρύπιες από κάτου.

        Βγάζει από τον κόρφο της ένα χαρτί και μού το δίνει κοιτώντας με στα μάτια. Είναι για τη σύνταξη του γιού της του Κωνσταντή, που τούς την  έκοψαν αφότου εκείνος γκρεμίστηκε πέφτοντας από μια μεράντζα, ψηλά στο Ξερόπετρο, σ’ένα γκρεμό, ανεβασμένος εκεί να κόψει βέργες για τις φασουλιές.

          Και γιατί τούς τη σταμάτησε το κράτος; Μα βρήκε, το γενναίο, αδυναμία: τρεις φτωχιές απροστάτευτες  γυναίκες, μητέρα, νύφη κι αγγονιά.

—          Εμείς είμαστε ζουλάπια, ομολογεί η Βασίλαινα. Ό,τι μας ειπεί ο άλλος, αυτό λέμε κι εμείς. Άμα δεν ξέρει γράμματα κανένας, μούντζωξέ τον. Δε χαίρουμαι  για τίποτ’ άλλο αυτήν την μαυραγγόνα μου, παρά που δε σηκώνει κεφάλι απ’ τη φυλλάδα της. Ας αξήνει με το καλό κι εγώ με τη μάνα της θα πουληθούμε για να την πάμε παραπέρα.

            Μ’ αυτή την ευκαιρία μαθαίνω και το τί τράβηξε ο μακαρίτης τόσα χρόνια από έναν δικολάβο. Ο δικολάβος αυτός, φωλιασμένος στην Άρτα σα σκορπιός, ζητούσε να τραφεί από σάρκες εντόμων. Στο δρόμο του βρέθηκε μια μέρα ο Κωνσταντής της Βασίλαινας, ένας μισοηλίθιος που τον έπαιρναν στην κοροϊδία και οι ίδιοι οι χωριανοί του, τόσο εύπιστος και ανεύθυνος ήταν ο φτωχός. Τον αναμέτρησε μονομιάς εκείνος ο τετραπέρατος γραμματισμένος και αφού δε βρισκόταν κανένας να τον εμποδίσει τού ήπιε το αίμα σταλιά τη σταλιά.

—          Όποτ’ ερχόταν η τριμηνία, του ’στελνε χαμπέρι να πάει στο παζάρι. Βάλε εδώ μια απογραφή, τον εδιάταζε. Βάλε κι εκεί μια άλλη που θα μάς χρειαστεί αργότερα, για να μην ξανακατεβαίνεις και κουράζεσαι απ’ τους δρόμους. Τί έκανε μ’ εκείνα τα χαρτιά, τί παράδες έπαιρνε απ’ το κουβέρνο, μονάχα ο ίδιος το ήξερε. Ο Κωνσταντής ο δικός μου δεν κόταγε να τον ρωτήσει. Φοβόταν μην του κόψουν ολότελα εκείνα τα λίγα που λαγάριζαν ίσαμ’ αυτόν. Του ’δινε πότε πότε κανένα κατοστάρικο κι αυτό μάς έφερνε απάνω.  Άλλοτε του αγόραζε κανένα μισό καρβέλι και τίποτ’ ελιές λέγοντάς του: « Άιντε τώρα και τον άλλο μήνα θα πάρεις περισσότερα, πιστεύω». Μάς έλεγαν ο κόσμος πως η σύνταξη ήτανε μεγάλη, δυο και τρεις χιλιάδες δραχμές, αλλά ποιον να πιστέψεις; Εκείνος ο τρισκατάρατος όλο φοβέριζε, θα σας τα κόψουν, θα σας τα κόψουν! Του πήρε και κάτι άλλα μαζωμένα, μην τα ρωτάς, φαρμακωθήκαμε από τη χολή μας. Στο τέλος χάθηκε ο γιόκας μου από το κεφάλι του και μείναμαν έρμες, σαν καλαμιές στον κάμπο.

Η μεράντζα είναι δέντρο που το λένε και οστρυά. Αξαίνω θα πει μεγαλώνω (να αξήνει: να μεγαλώσει). Το «λαγάριζαν» σημαίνει εδώ τα λίγα χρήματα που έφταναν ως αυτόν (ωραία απόδοση για το αγγλικό trickle).

Η ευφορία του γεμάτου στομαχιού, έστω και με μπομπότα, τα πλούτη των φτωχών και οι ανάγκες της κλειστής οικονομίας.

           Α, πώς τις ξανάβρα αμετάβλητες όλες τις ωραίες συνήθειες της παιδικής μου εποχής! Οι άνθρωποι κάθουνται ακόμα στην τάβλα, τρώνε πάντα μπομπότα, μεταχειρίζουνται όπως τότε χουλιάρια. Κάνουν το σταυρό τους πριν αρχίσουν, τον κάνουν και στο τέλος.

—        Τι θέλεις να σού βράσω, με ρωτούν άμα φέξει, τραχανά ή τίποτ’ άλλο;

           Μού βάνουνε και πυρομάδες στη φωτιά. Κόβουν το ψωμί στη μέση με μαχαίρι και πυρώνουν ορθά τα κομμάτια, απομέσα κι απόξω. Γίνεται έτσι πιο νόστιμη η μπομπότα.

             Όλες αυτές τις μέρες τρώγω από τ’ αγαθά του σπιτιού μας: φασούλια, ρεβίθια, κουκιά, φακή. Κοντεύω σιγά σιγά να χορτάσω έπειτ’ απ’ την τόση νηστεία της Αθήνας. Κι οι δικοί μου χαίρουνται που με βλέπουν να ροκανίζω κρεμμύδι ωμό. Άλλοτε με ξέραν για κακόφαγο. Άλλαξα όμως τόσο πολύ από τότε. Και σαν ένα ζώο γερό αλέθω κανονικά ό,τι μού πέσει στα δόντια. Το στομάχι μου ξαναβρήκε το ρυθμό του.

            Θέλησα να ιδώ, κάπως ανήσυχος για την έλλειψη οικονομίας που παρατηρώ, και τ’ αποθέματά μας σε είδη τροφίμων. Με κατέβασαν δίπλα στο κατώγι. Ανοίγει η μάνα μου τ’ αμπάρι και μού αραδιάζει το έχος μας:

—          Γιά, εδώ έχουμε το γέννημα, εδώ τα φασούλια, μέσα σ’ αυτό το πανί τα ρεβίθια… Έχουμε κι απάνω άλλα, λίγες οκάδες βρίζα, ως δέκα αρμάθες κρεμμύδια, καμπόσο τραχανά. Ελιές μονάχα δεν κονομήσαμε φέτο, δε μάς άφησε η αρρώστια του παιδιού. Και το λάδι, μάς σώθηκε κι αυτό. Να ιδούμε τώρα τι σκοπό έχει ο πατέρας σου.

            Έχει  το σχέδιό του ο πατέρας, αλλά δεν το πολυανακοινώνει. Περιμένει να βρεθεί κανένα μουλάρι για να πάει καβάλα ως τα χωριά δώθε απ’ την Άρτα. Έχει εκεί παλιές γνωριμιές, ακόμα και κουμπάρους, που δε θα τον αφήσουν έτσι. Τι, να του πουλήσουν με χρήματα λάδι κι ελιές τέτοια χρονιά; Όχι, δε γίνεται αυτό. Με δουλειά θα του δώσουν, με αντάλλαγμα. Θα τους φκιάσει βαρέλια, ξυλάγγεια, θα θυμηθεί την πρώτη του τέχνη. Και κανένας εκεί γύρω δεν έχει ξεχάσει τι μάστορας επιδέξιος που είναι.

Η «αρρώστια του παιδιού» είναι αναφορά στον θάνατο του μικρότερου αδελφού του ποιητή. του Γιάννη Κοτζιούλα, που είχε πεθάνει λίγους μήνες νωρίτερα, στα τριάντα του χρόνια, αφού βασανίστηκε πολύ, από γάγγραινα. Και το σχέδιο του 64χρονου πατέρα, να κατέβει στα χωριά του κάμπου για να κάνει τον ξυλουργό, είχε τραγική κατάληξη, αφού έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβρη του 1942, καθώς επέστρεφε από ένα τέτοιο ταξίδι, βρήκε τον θάνατο μέσα στα χιόνια, μακρυά απ’ το σπίτι του. Ο Κοτζιούλας είχε σταματήσει πια να κρατάει ημερολόγιο, Παλιός ταχυδρόμος, απόμεινε στη στράτα, την πρώτη κι αδυσώπητη αγαπητικιά του, θα γράψει ο Κοτζιούλας στον φίλο του τον Τζελέπη. Και σ’ ένα ποίημα, με τίτλο «Το μοιρολόι του ταχυδρόμου», θα γράψει:

Καθώς ερχόταν, τον εκράτησαν οι στράτες,
οι πρώτες του, οι μαργιόλες αγαπητικές,
τον ζήλεψαν από τους τόσους στρατολάτες
και τον καρτέρεσαν οι στρίγλες οι κακές.

Έχει γράψει κι άλλα ο Κοτζιούλας για το θάνατο του πατέρα του, που ίσως τα δούμε κάποια άλλη φορά.

Advertisements

75 Σχόλια to “Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια Κατοχής: Η επιστροφή”

  1. leonicos said

    σ

  2. Gpoint said

    Καλημέρα

    Στην 3η παράγραφο ένα «σε» πήγε στην Αγγλία κι έγινε…σερ !

  3. Αρκεσινεύς said

    > Ξύπνησε με το πρώτο, μόλις άκουσε κίνηση από το μέρος μου

    Στην Αμοργό χρησιμοποιούμε σε μια τέτοια περίπτωση το ρ. τσικνώνω με τη σημασία φανερώνω, μαρτυρώ

    μόλις σηκώνεται η μάνα, αμέσως κι ο πατέρας, λες και του το τσικνώνουν, όρθιος κι εκείνος.

    Με οτιδήποτε του Κοτσιούλα συγκινούμαι. Ευχαριστούμε.

  4. leonicos said

    Ξαναπέτυχα πρωτιά, και μάλιστα καθυστερημένη διότι είδα το άρθρο τουλάχιστο δέκα λεπτά πριν γράψω, όχι βέβαια για να παραχωρήσω την πρωτιά στον Γς ή άλλο από τα γνωστά ρεμάλια του παρόντος ιστολογίου, εν οις συμπεριλαμβάνομαι βεβαίως βεβαίως…. αλλά διότι κάτι άλλο με παρεκίνησε να κάνω πρώτα.

    Ξαναμελέτησα από το χθεσινό άρθρο τα υπό του κ. Εθνικόφρονος λεχθέντα και παρατεθέντα, και παρά την εκφρασθείσαν δημοσία (λείπει η υπογεγραμμένη) ευγνωμοσύνην μου, ανεφύη εκ παραλλήλου και οποία τις απορία ου μην και αντίρρησις

    Γράφει ο εκλεκτός μη ρωμιός καρπαζοεισπράκτων αλλά έλλην εθνικόφρων:

    . Μία τελευταία παρατήρησις διά το Liddell-Scott, που αποδεικνύει πόσον υποκριτάς έχει κάμει τους Ρωμηούς η ανθελληνική παράνοια που ονομάζεται «Ορθοδοξία»: Εις το λήμμα «κίναιδος» (σελ. 2.149) πληροφορούμεθα αμέσως την πρώτην σημασίαν της λέξεως, που είναι catamite, ήτοι παθητικός ομοφυλόφιλος. (Βάζω στοίχημα την μισήν μου περιουσίαν ότι ακόμη και ο ειδήμων κ. Σαραντάκος αγνοεί ότι η λέξις «catamite» ετυμολογικώς είναι παραφθορά του ελληνικού ονόματος «Γανυμήδης»

    Δεν έχω πρόθεση να υπερασπιστώ την Ορθοδοξία ούτε τους έλληνες μεταφραστές του έργου ή τον υπεύθυνο της απόδοσης, πολύ δε περισσότερο ν’ αμφισβητήσω την υποκρισία και τον εθελοτυφλισμό που δέρνει τη σύγχρονη Ελλάδα (παρακαλώ παρατηρείστε την διολίσθηση προς την Δημοτική, χωρίς να έχω επηρεασθεί από τις μεταρρυθμίσεις αλλά από τη ζωή) αλλά θέλω να επισημάνω μια αβασάνιστη θέση που ο κ. Εθνικόφρων κατάπιε αμάσητη.

    Μας λένε οι αγαστοί Lieddel και Scott ότι ‘κίναιδος’ σημαίνει ‘catamite’ και ορθότατα ο κ. Εθνικόφρων καταλαλεί την ελληνική έκδοση ότι αποκρύπτει την σημασία. Επίσης ο κ. Εθνικόφρων δεν θα έχανε τη μισήν του περιουσία αν είχε στοιχηματίσει μ’ εμένα περί το έτυμον της λήξης catamite, μολονότι δεν μπορώ να σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο το ‘Γανυμήδης’ κατέληξε στην γραφίδα του Κικέρωνος catamitus, αντί ganymedus. Αλλά αν δεχτώ και αυτό… δεν ξέρω πως οι Lieddel και Scott κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβαινε στον κάθε κίναιδο της ελληνικής αρχαιότητας προσωπικά. Και η δική τους απόδοση είναι κατά συμπερασμόν από τις ανάλογες εκφράσεις σε όλον τον κόσμο. Δεν αμφισβητώ ότι ένας καθ’ όλα κίναιδος θα μπορούσε να είναι ΚΑΙ παθητικός ομοφυλόφιλος. Αμφισβητώ αν κάθε χρήση της λέξης σήμαινε υποχρεωτικά αυτό. Κι ενώ οι Lieddel και Scott είχαν την ακαδημαϊκή ελευθερία ν’ αποδίδουν τις λέξεις με τον κατά την άποψή τους ορθότερο τρόπο, οι ‘έλληνες μεταφραστές τους δεν την είχαν, διότι ενώ οι Lieddel και Scott απευθύνονταν στο ακαδημαϊκό κοινό και μόνο, οι έλληνες μεταφραστές αποσκοπούσαν, εφ’ όσον απευθύνοταν σε έλληνες, να βάλουν το έργο τους σε κάθε σπίτι. Τέλος, θα θεωρούσα ότι οι σημασίες που παρατίθενται στην ελληνική μετάφραση εμβάλλουν στην σκέψη κάθε πιθανής κακότητας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά την επικρατούσα ηθική τάξη και οι σεξουαλικές διαστροφές όπως η παθητική ομοφυλοφιλία.

    Βεβαίως δεν έχω την κακία να υποστηρίξω ότι στην αντίθεση προς την μεταφρασμένη εκδοχή του κ. Εθνικόφρονος διαφαίνεται ‘διαμαρτυρία’ για το γεγονός ότι οι έλληνες μεταφραστές δεν περιορίστηκαν στο ‘παθητικός ομοφυλόφιλος’ χωρίς περαιτέρω σχόλια, αλλά με την απόδοσή τους χαρακτήρισαν την υπονοούμενη πράξη ως αισχρή και βδελυρή, διότι τότε ασφαλώς θα είχα διαπράξει βαρύτατο σφάλμα και κατά του ιστολογίου που μας φιλοξενεί και κατά του σεβαστού εν πολλοίς προσώπου του κ. Εθνικόφρονος.

    Πάντως, ως και εκ της επαγγελματικής ιδιότητός μου, δηλώνω ότι εδώ δεν εκφράζω κανενός είδους ηθοπλαστική ή ομοφοβική άποψη. Έχω και φίλους συναδέλφους με ‘άτυπες σεξουαλικές επιλογές’ τους οποίους σέβομαι ως άτομα. Άλλωστε και η αγία Γραφή τονίζει ότι ο Θεός δεν μισεί τον αμαρτωλό αλλά την αμαρτία.

  5. leonicos said

    Φυσικά, δεν έχω διαβάσει ακόμα το άρθρο

  6. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια και τη διόρθωση!

    4: Καλύτερα η συζήτηση αυτή να γίνει στο χτεσινό άρθρο.

  7. leonicos said

    Πολύ όμορφη ανάρτηση. Ο άνθρωπος είχε αλήθεια, πόνο και μεράκι. Το ταλέντο έρχεται μέσα από αυτά

  8. Theban said

    Εξαιρετική ανάρτηση σήμερα!
    (Λίγη απόσταση από την επικαιρότητα καμιά φορά είναι βάλσαμο.)

  9. Γς said

    5:
    δεν εκφράζεις κανενός είδους ηθοπλαστική ή ομοφοβική άποψη. Έχεις όμως και φίλους συναδέλφους με ‘άτυπες σεξουαλικές επιλογές’ τους οποίους σέβεσαι ως άτομα.

    Είσαι συ ένας…

  10. Ηλεφούφουτος said

    Η μάνα μου μου έλεγε ότι μικρή (μάλλον πριν την Κατοχή) είχε πάθει ελονοσία και της έδιναν κάτι χάπια που τα έλεγαν «αλντεμπρίνες».
    Προφανώς είναι το φάρμακο που βλέπουμε να κατονομάζεται Atebrine στη σελίδα της φωτογραφίας. Πολύ ενδιαφέρον!

  11. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    10: Προφανώς, μικρός ο κόσμος!

  12. Εθνικόφρων said

    Αξιότιμοι σύντροφοι,

    Ευχαριστώ θερμώς τον κ. Λεώνικον διά τα δύο υμνητικά του σχόλια προς εμέ, χθές και σήμερον, όσον αφορά τους λίκνους που δίδω διά καταβίβασιν βιβλίων και την εγκληματικήν απόκρυψιν της πρώτης σημασίας (catamite) της λέξεως «κίναιδος» από τους Ρωμηούς μεταφραστάς του Liddell-Scott.

    Εκεί οδηγεί η Χριστιανική Υποκρισία: Ακόμη και ο Μέγας Παπαδιαμάντης – ως γνωρίζητε – αλλοίωνε εξεπίτηδες τας (αγγλικάς ή γαλλικάς μεταφράσεις) που του ανέθετον επί πληρωμή, ίνα μη θιγή η φιλτάτη Ορθοδοξία. Κλασικόν παράδειγμα, αι μεταφράσεις που είχε κάμει εις την Ιστορίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως του Γεωργίου Φίνλεϋ και του Γκόρδων. Η (έξοχος, κατά τα άλλα…) Παπαδιαμαντική μετάφρασις του Φίνλεϋ (του την είχε αναθέσει ο δαιμόνιος Ι. Βλαχογιάννης) έχει εκδοθή από την Βουλήν των Ελλήνων εις μίαν θαυμασίαν έκδοσιν δύο τόμων ούς δύνασθε να καταβιβάσητε εδώ

    http://www.scribd.com/collections/3790556/%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%A1%CE%99%CE%91-%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%95%CE%9B%CE%9B%CE%97%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3-%CE%95%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%A3%CE%97%CE%A3-George-Finley-%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%91%CE%BB-%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%82

    Οι ρέκται αναγνώσται δύνανται να καταβιβάσουν και το αγγλικόν πρωτότυπον της Ιστορίας του Φίνλεϋ, διά να εκτιμήσουν τον άθλον του κύρ-Αλέξανδρου, αλλά και να εκπλαγούν αντιλαμβανόμενοι ότι η Ορθόδοξος πίστις του τον έκαμε να αλλοιώνη την μετάφρασιν του πρωτοτύπου

    Διά το σημερινόν ενδιαφέρον άρθρον του κ. Σαραντάκου Νικολάου, δύο μόνον παρατηρήσεις: 1) Μοί κάμνει ιδιαιτέραν εντύπωσιν ο εξαίσιος γραφικός χαρακτήρ του μπολσεβίκου Γιώργου Κοτζιούλα. Ιδού ότι αι πρωτόγονοι εκπαιδευτικαί μέθοδοι εκείνης της εποχής (αυστηρότης, ξύλον, σκληρά βαθμολόγησις κλπ.) απέδιδον άριστα αποτελέσματα… Ακόμη και την καλλιγραφίαν εμανθάνομεν τότε διά της βίας, διά τούτο και ημείς οι παλαιότεροι (είμαι γεννηθείς τω 1938) γράφομε τα ελληνικά με ωραία ευανάγνωστα γράμματα, εν αντιθέσει με τα κολυββογράμματα των σημερινών μορφωμένων νέων, πολλοί εκ των οποίων αδυνατούν παντελώς να γράψουν με τας χείρας, λόγω της καθημερινής χρήσεως του υπολογιστού…

    2) Αναγιγνώσκω μετά ιδιαιτέρας προσοχής τα αλλεπάλληλα άρθρα του κ. Σαραντάκου διά την συμπάθειάν του τον Κοτζιούλαν, αλλά δεν έχω καταφέρει ακόμη να διαπιστώσω το εξής στοιχειώδες: Προήρχετο από χριστιανικήν οικογένειαν ο εν λόγω μπολσεβίκος λογοτέχνης; Είχε φάει τα νιάτα του εις τα κατηχητικά και τας χριστιανικάς λειτουργίας; Βάζω στοίχημα πως ΝΑΙ, εξ ού και η φανατική προσήλωσίς του μετά τα είκοσι εις την συφιλιδικήν Θεωρίαν του Μαρξισμού – Λενινισμού.

    Διατί να το κρύψωμε, σύντροφοι; Η Ορθοδοξία εις την Ελλάδα λειτουργεί εδώ και 90 έτη ως … «Φροντιστήριον διά τον Κομμουνισμόν»: Τοιουτοτρόπως εξηγείται πώς οι χιλιάδες νέοι της Μεταξικής ΕΟΝ προσέθεσαν έν κάππα και εν μια νυκτί έγιναν ΕΠΟΝίται κομμουνισταί. Όπως ακριβώς τα κατηχητόπουλα της Χούντας που επί 7 έτη ήκουον δια την Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών εν μια νυκτί μετετράπησαν εις νεολαίους του ΕΚΚΕ, της ΚΝΕ, του «Ρήγα Φεραίου» και πάει λέγοντας… Απορούν οι Αμερικανοί φίλοι μου, που η Ελλάς είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης με την Αριστεράν εις το 45%, ενώ παντού αλλού οι Αριστεροί δεν υπερβαίνουν το 10%. Τους εξηγώ ότι ευθύνεται αποκλειστικώς δι’ αυτό η ανθελληνική Ορθοδοξία που διδάσκει ό,τι και ο Μάρξ: Την Κοινοκτημοσύνην, το μίσος διά το Κέρδος, το μη μεριμνάτε διά το αύριον όπως τα πετεινά του ουρανού και άλλας τοιαύτας παραφροσύνας του αποσυναγώγου Εβραίου Ραββίνου Τζόσουα Μπέν Γιοζέφ …

    Διά σήμερον, επιτρέψατέ μοι να σας προσφέρω τα εξαίσια «Αρχαία Ελληνικά Ερωτικά Επιγράμματα» εις αρίστην μετάφρασιν του. Βασιλείου Λαζανά. Πρόκειται δι’ ολόκληρον το 5ον βιβλίον της «Παλατινής Ανθολογίας» που μάς απέκρυπτον επί αιώνας οι ηγέται της Ρωμηοσύνης, με το βλακώδες χριστιανικόν επιχείρημα ότι θα εγινώμεθα κίναιδοι, αν την μελετούσαμε…

    Μία αρκετά καλή έκδοσιν της «Παλατινής Ανθολογίας» έχουν κάμει και αι εκδόσεις «Ενδυμίων» τω 2009

    Τέλος, σας καλώ να καταβιβάσητε μίαν θαυμασίαν «Ανθολογίαν Αρχαίων Ελληνικών Ύμνων» των εκδόσεων «Ζήτρος»

    Και εις άλλα με υγείαν

    ΕΘΝΙΚΟΦΡΩΝ Έλλην και ουχί Ρωμηός καρπαζοεισπράκτωρ
    Μέγας Ευεργέτης του παρόντος Ιστολογίου (Βιβλιοθήκη Loeb, Λεξικόν Liddell-Scott κλπ.)

  13. Theo said

    Ευχαριστώ, Νικοκύρη, για τα αποσπάσματα του Κοτζιούλα που μας προσφέρεις.

    Κι ένα άρθρο (παιδικού μου φίλου) για τον Ι. Ρωμανίδη (αυτόν που αναρρίπισε τη συζήτηση περί Ρωμιοσύνης στα χρόνια μας) ως ιστορικό, που κάθε άλλο παρά καρπαζοεισπράκτωρ ήταν (το ξέρουν πολύ καλά όσοι τον γνώρισαν): http://parembasis.gr/2013/13_09_10.htm

  14. sofia votti said

  15. sarant said

    14: Το σχόλιό σας αρχικά το είχε πιάσει η σπαμοπαγίδα και στη συνέχεια, δυστυχώς, ήταν γραμμένο με μια περίεργη κωδικοποίηση και χάθηκε, λυπάμαι πολύ.
    Μηπως μπορείτε να το επαναλάβετε;

  16. Gpoint said

    # 12

    » Τοιουτοτρόπως εξηγείται πώς οι χιλιάδες νέοι της Μεταξικής ΕΟΝ προσέθεσαν έν κάππα</b. και εν μια νυκτί έγιναν ΕΠΟΝίται κομμουνισταί "

    Να το προσέξεις τώρα που είναι στην αρχή, μετά…

  17. Gpoint said

    Ωχ, πάτησα δίπλα !

  18. Theo said

    Για όσους τους ενδιαφέρει:

    Αφιέρωμα της σημερινής «Μακεδονίας» για την «αυθόρμητη αρχιτεκτονική» (τις απλές και απέριττες κατασκευές κάποιων ασκητών) του Αγίου Όρους, βασισμένο σε σχετική εργασία του αρχιτέκτονα Φαίδωνα Χατζηαντωνίου που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Οξφόρδη (επιμ. Στέλιος Κούκος)

  19. Theo said

    Το ίδιο (με το σχ. 18) και στο Easybytez: http://www.easybytez.com/7jre09n3f2mu

  20. aerosol said

    Οι ποιητικές αναφορές του Κοτζιούλα στον θάνατο του πατέρα του μου άρεσαν ιδιαίτερα.

    [Η περσόνα του εθνικόφρονος μου φαίνεται ενδιαφέρουσα και συμπαθής. Έχω μια ένσταση, αισθητικής μάλλον φύσης, που μου χτυπάει στο μάτι από το πρώτα σχόλια. Αυτό το «Μέγας Ευεργέτης του παρόντος Ιστολογίου, κλπ» δεν αρμόζει. Γίνεται αλλαζονικό με τον λάθος τρόπο, κάτι δεν κολλάει σωστά. Ίσως απλά το ότι ευεργέτη σε ανακηρύσσουν οι άλλοι, όχι εσύ τον εαυτό σου. Είναι ένα σημάδι μικρότητας στην εθνικοφρονική «προσωπικότητα» που δεν ταιριάζει ακριβώς με την όλο αυτοπεποίθηση largesse του.]

  21. spiral architect said

    … και έχω αναλάβει να τα εκδώσω, μια δουλειά που προχωράει …
    Αναμένομεν εναγωνίως. 🙂

  22. Ανδρέας «Κουπονιώτης» said

    Εχεις καταπιαστεί με μια πολύ καλή δουλειά, όταν τελειώσεις θα δεις πως όσο δύσκολη κι αν ήταν τελικά αξίζει τον κόπο. Ο Κοτζιούλας εκφράζει με γνήσιο τρόπο τα συγκλονιστικά χρόνια, τα πριν, τα κατά τη διάρκεια, και τα μετά.
    Αξεπέραστοι στίχοι:

    Τα παλικάρια δεν πεθαίνουν στο κρεβάτι,
    μήτε γερνούν, δεν έχουν τόση υπομονή,
    μα απ’ τη ζωή παράκαιρα, άξαφνα φευγάτοι,
    γίνουνται θύμηση βαθιά που μας πονεί.

    Κι άλλοι πάλι ασυμβίβαστοι:

    Ωχ, Άρη, δεν το λόγιαζα, πιστός σου εγώ, θυμήσου,
    να γίνω τόσο γλήγορα και μοιρολογητής σου.
    Μα όχι, δεν πρέπουν κλάματα σ’ εσέ, δεν πρέπουν θρήνοι,
    παρά για μέθυσμα κρασί να πιω με το λαγήνι
    κι αλαλιασμένος, με το νου φευγάτο, δίχως γνώμη,
    για τ’ όνομά σου δεύτερα και για το παρανόμι,
    προς τα ηπειρώτικα βουνά κοιτώντας τάχα πέρα,
    κουμπούρα μια και δυο βολές ν’ αδειάσω στον αέρα
    και ματαπάλι, να βροντάει άπαυτα μέσαθέ μου
    σα διπλοκάμπανο ή καθώς τρουμπέτα του πολέμου,
    για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι,
    το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι.

  23. Γς said

    18:
    εξαιρετική εργασία του για τα αναχωρητικά ασκιτσαριά

    Ουπς, ασκηταριά

  24. Theo said

    @23: Ωραία ατάκα!

    Τα μόνα «κιτς» που βλέπω με συμπάθεια.
    (Ο Πεντζίκης έλεγε πως κάποιοι ασκητές σε πείθουν. Μπαίνεις στο ασκηταριό τους κι αντικρίζεις τόση βρώμα! Δηλαδή, τον έπειθαν για τη γνησιότητα του ασκητισμού τους, διότι περιφρονούσαν την καλοπέραση και τις παραμικρές ανέσεις.)

  25. Γς said

    12, 16:
    > Όπως ακριβώς τα κατηχητόπουλα της Χούντας […] εν μια νυκτί μετετράπησαν εις νεολαίους του ΕΚΚΕ, της ΚΝΕ, του «Ρήγα Φεραίου» και πάει λέγοντας…

    Δεν ξέρω αν συνέβη τοιούτον τι, αλλά κάτι πρέπει να συνέβη με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και ούτε κι αυτό θα είχε πέσει στην αντίληψή μου, αν δεν μου είχε κάνει εντύπωση ο ταυτόσημος περίπου σχολιασμός τύπου “είδον το φώς το αληθινόν” από τρεις γνωστές μου κνίτισσες:

    -Είχα παρωπίδες τόσα χρόνια.

    Πολύ παρωπίδα (ως όρος) πρέπει να κυκλοφόρησε τότε

  26. Earion said

    Αγαπητέ Εθνικόφρονα,
    πού το ξετρυπώσατε το χτεσινό άρθρο για τις λευκές προτεστάνισσες Αμερικάνες που αποζητούν το μαύρο κρέας για την ικανοποίησή τους; Το βρίσκω εξαίσιο, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στο ύφος. Θυμίζει τόσο έντονα τη δική σας γραφίδα, που θα στοιχημάτιζα (κάτι πολύ λιγότερο από τη μισή μου περιουσία, που είναι έτσι κι αλλιώς πολύ μικρή), ότι το έχετε γράψει εσείς. Ή ίσως, έπειτα από δεύτερη σκέψη, μάλλον όχι, γιατί δεν είμαι βέβαιος αν μπορείτε να χειριστείτε τόσο γλαφυρά και παραστατικά όσο το παραπάνω άρθρο τη δημοτική.

    Αλήθεια, το έχετε επιχειρήσει ποτέ;

    Ένας δειλός θαυμαστής σας, Ρωμιός και κατά δική του ομολογία γιακωβίνος.

  27. Δημήτρης Μ. said

    Νομίζω ότι φέτος, στο τέλος του χρόνου, πρέπει να ψηφίσουμε και το «τρολ της χρονιάς». Θα έχει ενδιαφέρον η σύγκρουση Εθνικόφρονα – Αλίκης Στούκα, αλλά δεν αποκλείονται και τα αουτσάιντερ.

  28. aerosol said

    Δεν νομίζω πως συγκρίνονται τελικά. Το Στούκα ήταν τρολ που προσποιούνταν πως έχει άποψη. Ο Εθνικόφρων έχει άποψη και προσποιείται πως είναι τρολ. Ή έτσι εκτιμώ -και βάζω στοίχημα τη μισή μου περιουσία!

  29. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα και τα καλά σας λόγια!

    Αλήθεια, η κυρία Στούκα πού είναι;

  30. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Η Πλατανούσσα (Κακοραψίστα) δεν ανήκει στα Τζουμέρκα, αφού βρίσκεται στην απέναντι όχθη του Άραχθου, στις πλαγιές του Ξηροβουνίου, μαζί με άλλα χωριά (κατά σειρά Βορδό, Κακοραψίστα, Τσοβίστα, Σκούπα, Νισίστα, Φανερωμένη, Πιστιανά κ.α.) που άτυπα λέγονται «χωριά του Ξηροβουνίου». Όσο κι αν μοιάζουν με τους Τζουμερκιώτες, και σήμερα οι διαφορές έχουν αμβλυνθεί ακόμη περισσότερο, οι Ξηροβουνιώτες δεν παύουν να είναι «άλλο σόι» άνθρωποι.

  31. Yannis said

    Εξαιρετική και η σημερινή φυγή από την επικαιρότητα!
    Μην αργήσετε στην έκδοση, ακόμη κι αν πρέπει να μειωθούν οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο. Είναι επιτακτική ανάγκη να γνωρίσουν οι νεότεροι την εμπειρία της Κατοχής από αυτούς που την έζησαν κι άφησαν αυτά τα γραπτά μνημεία. Ακόμη καλύτερα όταν πρόκειται για γραπτά μνημεία ποιητών που είχαν στέρεη άποψη για όσα συνέβαιναν γύρω τους και συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα.
    Διότι δεν είναι τυχαίο ότι, τώρα που εκλείπουν όσοι τα έζησαν και τα μετέφεραν προφορικά στα παιδιά τους (θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό για τις ιστορίες που άκουσα από τον πατέρα μου και το θείο μου για την Κατοχή στην Αθήνα, αλλά και τη φτώχεια των πολλών), βλέπουμε να ξυπνούν τα φαντάσματα.

  32. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #28
    Αυτή την εντύπωση έχω κι εγώ…

  33. Εθνικόφρων said

    Αξιότιμοι σύντροφοι,

    Απαντώ υπό πίεσιν χρόνου, δεδομένου ότι εις τας 7 μ.μ. αναχωρώ διά το στερούμενον Διαδικτύου ερημητήριόν μου μέχρι την προσεχή Πέμπτην:

    1) Αγαπητέ κ. G-Point (Νο 16): Έχετε δίκαιον. «Πί» ήθελα να γράψω και μοί βγήκε το «κάππα», σκεπτόμενος τους βδελυρούς κουκουέδας (ΕΟΝ – ΕΠΟΝ).

    2) Αγαπητέ κ. Earion (Νο 26): Χαίρομαι λίαν που σας ήρεσε το άρθρον διά τας… μελανάς φαντασιώσεις των χριστιανών Αμερικανίδων

    http://www.iefimerida.gr/news/125669/%C2%AB%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CF%89-%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CF%89-%CE%BC%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%C2%BB-%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CE%AF-%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%83%CF%8E%CE%BD-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE%BD-%CF%83

    Σας συγχαίρω διά την αντίληψίν σας: Πρόκειται δι’ ιδικόν μου άρθρον, ό απέστειλα (εις καθαρεύουσαν γλώσσαν) εις τον ιδιοκτήτην του Ιστολογίου «iefimerida», αναρχοκομμουνιστήν δημοσιογράφον Ράπτην Χρήστον, ού γνωρίζω (μέσω του υιού μου) την τέως σύζυγον και πρώην βουλευτίναν του ΠΑΣΟΚ Σοφίαν Γιαννακά.

    http://www.fimes.gr/2012/09/alexis-tsipras-sofia-giannaka-syriza-pasok/

    Ωστόσον, ο ανθέλλην Ράπτης μοί το μετέφρασεν εις κακήν Δημοτικήν και μοί το ελογόκρινε κατά 80% πετσοκόπτοντάς το. Παρ’ όλα αυτά, χαίρομαι που έκαμε κάποιαν εντύπωσιν εις τους μπολσεβίκους και ιακωβίνους αναγνώστας του παρόντος Ιστολογίου…

    Γενικώς, ανησυχώ από την επιρροήν που έχωσι τα σχόλιά μου εις το παρόν θαυμάσιον Σαραντάκειον Ιστολόγιον, διότι βαδίζομεν ολοταχώς εις το εξής άηθες φαινόμενον: Να λαμβάνουν περισσότερα σχόλια τα ειδικά μου γεροντικά και προχειρογραμμένα αρθρίδια, απ’ όσον τα εξαίσια και άκρως εμπεριστατωμένα άρθρα του κ. Σαραντάκου. Αυτό ενέχει τον κίνδυνον να ζηλεύση (και δικαίως) ο εντιμώτατος κ. Σαραντάκος και να με αποβάλη από το παρόν Ιστολόγιον, είτε με ιδικήν του πρωτοβουλίαν, είτε επειδή θα του το επιβάλουν οι παροικούντες την πλατείαν Κουμουνδούρου, προκειμένου να μη ακούωνται αι φιλοαμερικανικαί και δεξιαί απόψεις εις το παρόν μπολσεβίκικον Ιστολόγιον…

    ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑΝ, αγαπητοί σύντροφοι, σας αποκαλύπτω ότι αυτό ακριβώς είναι το θέμα της αριστουργηματικής ταινίας του κορυφαίου Δανού σκηνοθέτου Λάρς Φόν Τρίερ «Nymphomaniac»,

    http://www.imdb.com/title/tt1937390/

    ήτις θα κάμη «ντεμπούτον» εις τας αιθούσας ανήμερα τα εφετεινά Χριστούγεννα και αναμένεται να «χαλάση κόσμον» παγκοσμίως: Το πώς ο Χριστιανισμός κάμνει μαζοχιστρίας τας χριστιανάς γυναίκας, αίτινες θέλουσι παντί τρόπω να ταπεινωθώσι συνευρισκόμεναι με νέγρους, την στιγμήν που τας παρακολουθούν οι αυνανιζόμενοι σύζυγοί των.

    Θα προσθέσω και το εξής, το οποίον ουδείς μπολσεβίκος αναγνώστης θα πιστεύση, αλλ’ είναι πέρα για πέρα αληθινόν και θα το ιδήτε εις ολίγους μήνας, ότε θα αποκαλυφθή διά του Τύπου: Εις ιδικήν μου ιδέαν βασίζεται η ταινία του (πιστού Χριστιανού!) Λάρς Φόν Τρίερ, όν γνωρίζω αρκετά έτη μέσω της θυγατρός μου από τον δεύτερον γάμον μου, ήτις είναι ηθοποιός και «μούσα» – καθώς λέγουν – του Αμερικανο-Σουηδού σκηνοθέτου Steven Soderbergh. Δεν λέγω περισσότερα, διότι θα αποκαλυφθή η ταυτότης μου, πράγμα που δεν επιθυμώ, προτού βγή εις τας αιθούσας της Υφηλίου η νέα ταινία του Τρίερ.

    Επειδή θα λείψω διά 3 ημέρας (Δευτέρα – Τρίτη – Τετάρτη) εις τοποθεσίαν στερουμένην Διαδικτύου, επιτρέψατέ μοι να καταχραστώ ολίγον ακόμη χώρον του παρόντος Ιστολογίου. Από την «Παλατινήν Ανθολογίαν» των εκδόσεων «Ενδυμίων» που σας επρότεινα προηγουμένως (σχόλιον Νο 12) διά καταβίβασιν, μεταφέρω εν εξαίσιον αριστούργημα της Ελληνικής Γλώσσης. Πρόκειται διά το ερωτικόν ποίημα κάποιου Ανωνύμου, εις εξαισίαν μετάφρασιν του Ι.Ν. Κυριαζή

    ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

    Τήν καταφλεξίπολιν Σθενελαΐδα, τήν βαρύμισθον, Την φλογερή και ακριβή στο σέξ Σθενελαΐδα
    τήν τοῖς βουλομένοις χρυσόν ἀμεργομένην, που αν την ποθείς, από χρυσό πρώτα σε ξαλαφρώνει,
    γυμνήν μοι διά νυκτός ὅλης παρέκλινεν ὄνειρος μιά νύχτα ολόκληρη, γυμνή σε όνειρο την είδα
    ἄχρι φίλης ἠοῦς προῖκα χαριζομένην. δική μου νά ‘ναι ως την αυγή, χωρίς να με χρεώνει…
    Οὐκέτι γουνάσομαι τήν βάρβαρον οὐδ’ ἐπ’ ἐμαυτῷ Ξανά ποτέ γονατιστός μπροστά της δεν θα κλάψω
    κλαύσομαι ὕπνον ἔχων κεῖνα χαριζόμενον αφού μπορώ γονατιστός να κοιμηθώ και να την απολαύσω

    ΕΡΩΤΩ: Δεν θα ελάτρευον τα Αρχαία Ελληνικά οι Ρωμηοί νέοι, αν εδιδάσκοντο τοιαύτα αριστουργήματα εις τα Ρωμέηκα σχολεία; Δυστυχώς, τοιούτον τι δεν θα γίνη ποτέ, εν όσω λυμαίνεται το Ρωμέηκον η ανθελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, ήτις μισεί θανασίμως τον Έρωτα και τον Γέλωτα…

    Και εις άλλα με υγείαν

    ΕΘΝΙΚΟΦΡΩΝ Έλλην και ουχί Ρωμηός καρπαζοεισπράκτωρ
    Μέγας Ευεργέτης του παρόντος Ιστολογίου (Βιβλιοθήκη Loeb, Λεξικόν Liddell-Scott κλπ.)

    ΥΓ: Δεν θα δυνηθώ να απαντήσω εις τυχόν σχόλια μέχρι το απόγευμα της προσεχούς Πέμπτης, δεδομένου ότι αναχωρώ οσονούπω διά το στερούμενον Διαδικτύου ερημητήριόν μου.

  34. sarant said

    30: Γρηγόρη, από μακριά η Πλατανούσα στα Τζουμέρκα ανήκει 🙂

    Επιπλέον, ο ίδιος ο Κοτζιούλας πάντοτε έλεγε ότι έρχεται από τα Τζουμέρκα.

    ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
    Τζουμέρκα – Αθήνα, αυτή ήταν όλη
    που χάραξα, όλη μου η γραμμή.
    Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,
    μου ’λειψε εδώ και το ψωμί.

    Αρχή κακού ήταν που δεν είχα
    κουκούτσι πνεύμα πραχτικό•
    τριχιά την έκανα την τρίχα,
    της φαντασίας μου υλικό.

    Έναν καιρό δεν ήθελα ούτε
    να βλέπω ανθρώπινη θωριά.
    «Βρέστε του (και μην τον ακούτε)
    γυναίκα», ελέγαν στα χωριά.

    Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει
    με δυο σειρές στο λεξικό.
    Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,
    θα γίνει ντόρος και κακό.

    Και σε ένα άλλο, επίσης αυτοβιογραφικό:

    Αν έχετε ακουστά για κάποιον ποιγητή
    πόχει απ’ τ’ απόμακρα Τζουμέρκα φανιστεί,
    Γιώργο τον βάφτισαν, του Κωσταντή Κοτζιούλα,
    γεννήθηκε, κοντά στις δάφνες, στην Τζουμούλα•
    […]

  35. spiral architect said

    Ομολογουμένως, χρειάζεται μεγάλη μαστοριά, για να είσαι τρόλης. 😆

  36. aerosol said

    #29: Λέτε να πηγαίνει τσιγάρα σε τίποτα φυλακωμένους, η τάλαινα;

  37. spiral architect said

    @36: Μπορεί και να γρασάρει τις ερπύστριες στην Ασσυρο. 😉

  38. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    29 – Λες να είναι το στερημένο σεξουαλικά γεροντάκι; (τι αποθημένα βγάζει στα γεράματα, και μας τα γράφει). Είχε διατυπωθεί η άποψη απο κάποιον παλιά, οτι η κυρία Στούκα είναι άνδρας.

  39. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Διαβάζοντας ξανά το σχόλιό μου, θυμήθηκα την κυρία Στούκα που είχε γράψει πριν αρκετούς μήνες, για τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Της ζητώ συγνώμη για το σχόλιό μου, (κι εγώ άλλωστε στην κόψη του ξυραφιού περπατάω) οι καιροί είναι πολύ άγριοι για να κάνουμε πλακίτσα αυτού του είδους, με ανθρώπους που ίσως δεν έχουν καν την δυνατότητα να έχουν διαδύκτιο. Εύχομαι το καλύτερο γι αυτήν.

    Υ.Γ – Νίκο, στην σκέψη μου ήρθε και μια κοπέλα με το όνομα Μισιρλού, που έλεγε, αρκετούς μήνες πριν κι αυτή, οτι δεν θα μπορεί να σχολιάζει στην ιστοσελίδα σου, γιατι λόγο οικονομικών προβλημάτων δεν μπορούσε να έχει διαδύκτιο, τι να έγινε άραγε; όπως και ο Αντιφασίστας, και κάποιοι άλλοι; Μακάρι να είναι όλοι τους καλά, σκλήρυνε πάρα πολύ η κοινωνία μας.

  40. #34
    Αν ο Κοτζιούλας, ευρισκόμενος μακριά από την Ήπειρο, χρησιμοποιούσε ένα γνωστότερο στην Αθήνα γεωγραφικό όρο για να αυτοπροσδιοριστεί*, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει εμάς σήμερα να μεταφέρουμε την Πλατανούσσα στα Τζουμέρκα! Άλλωστε, όταν το ποτάμι ήταν κατεβασμένο Τζουμερκοχώρια με Πλατανούσσα αυτομάτως απομακρύνονταν πολύ! 🙂

    *Εδώ ίσως λανθάνει και κάποια ντροπή του Κοτζιούλα για την καταγωγή του; Ερευνητέον, που θα έλεγε κι ο άλλος…

  41. Γς said

    38:

    >Είχε διατυπωθεί η άποψη απο κάποιον παλιά, οτι η κυρία Στούκα είναι άνδρας.

    Εμ, το είχα πει αρκετές φορές.

  42. sarant said

    39: Η Μισιρλού έχει ξαναγράψει από τότε, αλλά σπάνια.

    40: Θα ρωτήσω, τι να πω. Πάντως στο ίδιο ημερολόγιο, ο Κ. έχει ανέβει σε ένα ψηλό μέρος κοντά στο χωριό του, το Σιαματομέγα, και γράφει:
    Η θέα από δω ψηλά είναι υπέροχη. Αποκάτου κατεβαίνουν τα σπίτια κλιμακωτά φτάνοντας ίσαμε το ποτάμι που ξαναβρήκε τ’ ανοιχτοπράσινο χρώμα του. Αντίκρυ προβάλλουν, σαν απάνω σ’ ένα πελώριο φυσικό καστέλι, τα Τζουμοχώρια.

  43. Yannis said

    Το παλιό όνομα του χωριού του (Ραψίστα) τί προέλευση έχει και τι σημαίνει;

  44. Theo said

    @37:
    Άσσηρος, με «η».

  45. #42
    Τζουμοχώρια;

  46. Δημήτρης Μ. said

    42. Το επώνυμο Τζούμας έχει σχέση;

  47. Ο φίλος του Κοτζιούλα, Πάνος Τζελέπης, να είναι άραγε ο Πολίτης αρχιτέκτονας Πάνος-Νικολής Τζελέπης, που έγραψε τις ιστορίες των νταήδων της Πόλης;

  48. Voulagx said

    Τα Τζουμοχωρια:
    http://www.agnanta.com.gr/newspapers/165_1.pdf

    Ο Γρηγορης ξερει καλυτερα απο μας αλλα αφου ο Κοτζιουλας – που κι αυτος ηξερε – ελεγε πως ηταν απ’ τα Τζουμερκα ας το δεχτουμε, δεν ειναι και τοσο μακρια. 🙂

  49. sarant said

    43: Δεν ξέρω.

    45: Ναι, ετσι γράφει

    47: Αυτός είναι, αλλά εδώ τον λέει «Πάνος-Νικολή Τζελέπης», Ήταν φίλοι:
    http://www.politeianet.gr/books/panos-nikoli-tzelepis-213638

  50. Earion said

    Ναι, Δύτη, είναι ο Πάνος Νικολή (το Νικολή πατρώνυμο) Τζελέπης. Στο βιβλίο του Μιχάλη Σταφυλά Πάνος Νικολή Τζελέπης: αρχιτέκτονας, εκφραστής της ελληνικής λαϊκής δημιουργίας (Αθήνα: Πανευρυτανική Ένωση, 2012) έχει παράρτημα με αρκετές επιστολές του Κοτζιούλα στον Τζελέπη.

  51. #45, 48α
    Κατατοπιστικό το άρθρο, τα «Τζουμοχώρια» δεν τα είχα ξανακούσει. Πραγματικά, η τζούμα επάνω από τα «Τζουμοχώρια» είναι πολύ ξεχωριστή, φαίνεται από μακριά και είναι απέναντι από την Πλατανούσσα. Στην κορυφή της έχει γυμνά μυτερά βράχια, που τα λένε κουκούλια και έχουν προφανώς δώσει το όνομα στην Κουκούλιστα (σημερινά Κουκούλια).

    #48β
    Ήταν συνηθισμένο σε παλιότερες εποχές, όταν κάποιος βρισκόταν μακριά από τον (άσημο) τόπο του να αναφέρει ως καταγωγή του ένα κοντινό γνωστό μέρος. Έχω για παράδειγμα τους ηπειρώτες ζωγράφους-αγιογράφους του 18ου-19ου αιώνα. Σε μέρη κοντά στο χωριό τους αναφέρουν ότι κατάγονται «εκ κώμης» τάδε. Σε μακρινά όμως μέρη αναφέρουν συνήθως τα Γιάννενα.

    #43, 49
    Αν και έχει προταθεί ετυμολόγηση από το αλβανικό περιεκτικό ουσιαστικό *rrap(ë)sist/ë, που θα σήμαινε το δάσος από πλατάνια, η πρόταση σκοντάφτει στο γεγονός ότι στην αλβανική υπάρχει ήδη περιεκτικό ουσιαστικό με την ίδια σημασία, το rrapës, -i (<rrap, -i (ο πλάτανος) + περιεκτική κατάληξη -ës(i) ). Επομένως, για να ισχύσει η αλβανική ετυμολογία θα έπρεπε να υποτεθεί ένα ήδη περιεκτικό ουσιαστικό στο οποίο να προστεθεί και δεύτερη περιεκτική κατάληξη, η -ishtë (με το άρθρο -ishta). Επιπλέον, υπάρχει ήδη κι άλλο ταυτόσημο περιεκτικό ουσιαστικό, το rrapishtë, -a.
    Γι' αυτούς τους λόγους προκρίνεται ετυμολόγηση από τα σλαβικό vrabšišta, το οποίο προέρχεται από το ουσιαστικό vorbъ, που σημαίνει «ο σπουργίτης» και την περιεκτική κατάληξη -išta. Οι πληροφορίες αυτές στο Κ. Οικονόμου, Τα οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2006, σελ. 259-260.

  52. Πάνος Νικολή λοιπόν, όλο το ξεχνάω. Ευχαριστώ αμφοτέρους!

  53. Yannis said

    51. Ευχαριστώ!
    Ψάχνοντας είδα ότι το ίδιο όνομα έχουν και άλλα 2-3 χωριά της ευρύτερης περιοχής.

  54. Μιχαλιός said

    30 κε. Γρηγόρη, στον Αραβαντινό και στις άλλες πηγές της Τουρκοκρατίας όλα αυτά τα χωριά περθιλαμβάνονται στα Τζουμέρκα. Στη Νησίστα/Ροδαυγή υπήρχε μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους και μουδίρης Τζουμέρκων.

  55. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    54: Ε, η Νησίστα κοντά στον Κοτζιούλα είναι -από κει ήταν ο Καταχνιάς,

  56. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Ανέβαλα από το μεσημέρι την ανάγνωση γιατί με βρήκε στην καρδιά η περιγραφή της μάνας με την έγνοια της να τον περιποιηθεί, να ξυπνήσει χάραμα ν ανάψει τη φωτιά κλπ. ο πατέρας, η αδελφή … Γνώριμες σκηνές, να τρέμει το φυλλοκάρδι (ακόμη τώρα) πώς να πώ φεύγω στις..(που ποτέ δεν ήταν αρκετές οι μέρες)
    Προ καιρού μας άφησε χρόνους και η καλή ντοκιμαντερίστρια Αλίντα Δημητρίου που μεταξύ των άλλων είχε κάνει ντοκιμαντέρ για το «θέατρο στο βουνό».
    Νικοκύρη, κάνω προπαραγγελία τον Κοτζιούλα σου. Ευχαριστώ για τη συγκίνηση και την καλύτερη γνωριμία μ αυτή την εξαιρετική περίπτωση ποιητή και ανθρώπου.

  57. #30
    Πράγματι έτσι είναι (να και η σχετική σελίδα από τη Χρονογραφία του Αραβαντινού http://tinyurl.com/qcjgh73 ), όμως άλλο πράγμα είναι το πού υπάγεται διοικητικά κάποιος τόπος (που προφανώς είναι ο ναχιγιές Τζουμέρκων, η Τζουμέρκων-Ραδοβισδίου ή και αλλιώς ακόμη) και άλλο το πού βρίσκεται γεωγραφικά και ανήκει πολιτισμικά.
    Εξάλλου, όποτε υπήρχε μουδίρης στα Τζουμέρκα (κάθε δεύτερη χρονιά, αφού την άλλη ήταν στο Ραδοβίζι) είχε έδρα το Βουλγαρέλι (και τελικά κατέληξε στην Καλεντίνη). Μόνο μετά το 1881 και την προσάρτηση των εδαφών ανατολικά του Άραχθου στην Ελλάδα, μεταφέρθηκε «αναγκαστικά» η έδρα των υπολειμμάτων του ναχιγιέ στα δυτικά του Άραχθου, στη Νισίστα. Περισσότερα, στο βιβλίο του Κοκολάκη για το πασαλίκι των Ιωαννίνων, στις σελ. 168-174, ιδιαίτερα 173 και σημείωση 240. ( http://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/8080/1/N01.074.0.pdf )

  58. Το #57 πάει στο #54

  59. #55
    Είναι νοτιότερα της Κακοραψίστας, επίσης στην ανατολική πλαγιά του Ξηροβουνίου.

  60. Γς said

    Προπαραγγελία κι εγώ.
    Και μην ξεχάσεις τους υπομνηματισμούς.
    Λατρεύω τις εκδόσεις τέτοιων θεμάτων με υπομνηματισμούς

  61. Ε said

    Ενδιαφέρουσα μια έκδοση των ημερολογίων του.
    Όπως επίσης και το βιβλίο που περιμένω από την αγαπημένη καθηγήτρια κα Βογιατζόγλου από την πρώτη στιγμή που η ίδια το είχε αναφέρει.

    Καλή βδομάδα!

  62. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    60: Μη φοβάσαι, θα το έχω πήξει 🙂

  63. sarant said

    Και το βίντεο από μιαν εκδήλωση που έγινε φέτος για τον Κοτζιούλα στα Γιάννενα:

  64. Τάσος Αράπης said

    Καλησπέρα Κύριε Σαραντάκο, μεταφέρετε άριστα -business as usual-το άρωμα εποχών που δεν ζήσαμε, αλλά παραδόθηκε ως Πατριδογνωσία από τις προηγούμενες γενιές. Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το θέατρο του βουνού είναι ορόσημα της αριστερής παράδοσης στην Ήπειρο – και όχι μόνο.

    Σχετικά με το γεωγραφικό προσδιορισμό της Πλατανούσας. Καταχωρείται διοικητικά αν δεν κάνω λάθος στον Καλλικρατικό Δήμο Βορείων Τζουμέρκων παρότι βρίσκεται στις υπώρειες του Ξηροβουνίου. Σίγουρα τα χωριά της ‘’μέσης κοιλάδας του Αράχθου΄΄, όπως τα περιέγραψε πομπωδώς κάποιος άλλος εθνικόφρων, συγχωριανός του παππού μου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα γεωγραφικά και ιστορικά με το πολυπόθητο brandmane Τζουμέρκα. Το Τζουμέρκο άλλωστε ρίχνει την σκιά του σε όλους. Το παλαιό σύνορο μεταξύ οθωμανικής αυτοκρατορίας και νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν ο Άραχθος .Το τελωνείο της ιστορικής μετέπειτα Πλάκας εξυπηρετούσε την κυκλοφορία μεταξύ των δύο διοικήσεων. Το ‘’διπολικό παράδειγμα’’ της Νισσίστας νέας Ελλάδος (σημερινή Ροδαυγή) ή ‘’πέρα Νισσίστα’’ και της ‘’ βέρας τζουμερκιώτικης’’ Νισσίστας παλαιάς Ελλάδος, της Φτέρης της απέναντι όχθης, σημερινός συνοικισμός της κοινότητας Κεντρικού του Δήμου Αθαμανίας λέει πολλά για την άρρηκτη σύνδεση των ‘’παρααράχθιων’’ αυτών κοινοτήτων. Το επόμενο χωριό μετά τη Ροδαυγή προς Ιωάννινα είναι η Πλατανούσα. Χονδροειδώς, μέχρι την Πλάκα είναι Τζουμέρκα.

    Σχετικά ο Ν. Χ. Παπακώστας αναφέρει στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ (έκδοση Φιλεκπαιδευτικής εταιρείας αρ. 42 , Αθήνα 1967):
    ‘’και οι ευτυχείς πόλεμοι 1912-13, οίτινες απέδωκαν την ελευθερίαν εις την Κρήτην, τας νήσους του Αιγαίου, εν η και τα υπόλοιπα, τα πέραν του Αράχθου (δεξιάς όχθης )15 Τζουμερκοχώρια, άτινα τότε εφέροντο υπό τα εξής ονόματα: Βασταβέτσι (νυν Πετροβούνι), Βροδόν (νυν Μονολίθι), Γκούρα Χουλιαράδων (νυν Βαπτιστής), Δουβίσδιανα (νυν Προσήλιον),Μιχαλίτσι, Μπρένιστα, (νυν Κορφοβούνι), Νισσίστα, Παλαιοχώρι –Συρράκου, Πιστιανά, Προσβάλα (νυν Βαθυπεδον), Ραψίστα (νυν Πλατανούσα), Σκούπα, Συρράκον, Τσουβίστα (νυν Δαφνωτή), Χουλιαράδες.’’

    Επίσης υπάρχει και χάρτης έκδοσης της Ηπειρωτικής εστίας ,1960, ενσωματωμένος στο παραπάνω αναφερόμενο πόνημα (σελ 95), που καταδεικνύει τα όρια των Τζουμέρκων και περιλαμβάνει και τη δυτική όχθη με τα χωριά της μέχρι το Παλαιοχώρι Συρράκου.

    Εντάξει, η ανατολική όχθη είχε μεγαλύτερη συγκέντρωση αριστερών –δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα ή όλα-τα σπίτια που κάηκαν -επιλεκτικά – στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών τον Οκτώβριο του 43, ήταν στα χωριά της ανατολικής όχθης. Τα γεννήματα στα κατώγια έκαιγαν /κάπνιζαν για μήνες.

    Και μια παρατήρηση για να παινέψουμε και το χωρίον μας: Η Φτέρη είναι ένα από τα χωριά –κοιτίδες της αντίστασης στο νομό Άρτας και στην Ήπειρο. Η ‘’βίλλα λαχτάρα ΄΄μια νοικιασμένη για αποθήκη ζωοτροφών καλύβα φιλοξένησε ως κρησφύγετο τους ‘’παράνομους’’ Πίσπερη, Γεωργονίκο και δύο άλλους συναγωνιστές τους που δεν έχω συγκρατήσει τα ονόματα τους από τις διηγήσεις, το καλοκαίρι του 1941 όταν το κίνημα ήταν στα σπάργανα. Και κάτω από τη μύτη της χωροφυλακής και των ‘’προθύμων’’. Στη συνέχεια υπήρξε κέντρο συσκέψεων, τροφοδοσίας και ξεκούρασης των αγωνιστών.

    Από τα παραπάνω και από άλλα πολλά… θα πρέπει να αφαιρεθεί βεβαίως ο απαραίτητος θόρυβος και τα ‘’συστηματικά’’ ιστορικά σφάλματα. Προέρχονται από τις οικογενειακές διηγήσεις του παππού και του μπαρμπα Τέλη 20-25 χρόνια πριν , και του πατέρα και των θείων πιο πρόσφατα. Δυστυχώς, οι γενιές αυτές, μας τελειώνουν. (και βέβαια να απομειωθούν και κατά τον απαραίτητο συντελεστή οικογενοιοποίησης- κατά το συντελεστή εμπορευματοποίησης- που αφαιρείται από την βαθμολογία ομιλητών της ‘’αγοράς’’ σε διαφορες ημερίδες.

    Και κάτι ακόμα για το ‘’έχος’’ του Κοτζιούλα: Η γιαγιά μου όταν ανέβαινα με φίλες μου στις αρχές δεκαετίας του 90 στην Ήπειρο με ρωτούσε: Τούτη η κοπέλα είναι για έχος?

    ‘’Άλλους τους πρόφτασα όταν ήμουνα παιδί,
    κι άλλους τους έχω ακούσει, δεν τους έχω ιδεί.
    Μα φύλαξα τα πρόσωπά τους τ’ αυστηρά
    μες στο θυμητικό μου, ατέλειωτη σειρά.’’

    Γιώργος Κοτζιούλας- ΠΡΟΓΟΝΟΙ

  65. sarant said

    64: Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σας, κύριε Αράπη! Να προσθέσω ότι στο αυτοβιογραφικό Από μικρός στα γράμματα, ο Κοτζιούλας αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια στον φημισμένο δάσκαλο Γιώργο Αράπη.

  66. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #64
    Κάποιες παρατηρήσεις στο σχόλιο του κ. Αράπη:

    Η Πλατανούσσα όντως ανήκει στο δήμο βορείων Τζουμέρκων, αλλά το ίδιο π.χ. και τα γειτονικά Κατσανοχώρια. Αυτό κάνει τους Κατσάνους τζουμερκιώτες; Ή, όταν προ του Καλλικράτη η Πλατανούσσα ανήκε στο δήμο Κατσανοχωρίων, αυτό έκανε τους Πλατανουσσιώτες Κατσάνους;

    Η «βέρα τζουμερκιώτικη» Νισίστα (σημ. Φτέρη) δεν είναι καθόλου «βέρα», διότι δημιουργήθηκε μετά την χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων το 1881, από κατοίκους της παλιάς Νισίστας (σημ. Ροδαυγή).

    Μετά τη Ροδαυγή και πριν την Πλατανούσσα, υπάρχουν άλλα δυο χωριά, κατά σειρά η Σκούπα και η Τσοβίστα (σημ. Δαφνωτή).

    Ο Παπακώστας στο απόσπασμα που παρατίθεται, έχει μπερδέψει τα πράγματα (γενικά είναι πολύ αναξιόπιστο έργο, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή). Θεωρεί ότι ο παραπόταμος του Άραχθου, ο Ντούβιακας (ή Καλαρίτικος), που ρέει με ανατολική-δυτική κατεύθυνση, είναι ο ίδιος ο Άραχθος (που ρέει από βορά προς νότο). Αυτή η λανθασμένη πρόσληψη τον κάνει να θεωρήσει τα χωριά βορείως του Καλαρίτικου (που επίσης ήταν σύνορο μετά το 1881) ως χωριά της δεξιάς(=δυτικής) όχθης του Άραχθου (τα χωριά αυτά είναι το Βασταβέτσι (Πετροβούνι), οι Χουλιαράδες, η Γκούρα (Βαπτιστής), το Μιχαλίτσι, τα Ντοβίσδιανα (Προσήλιο), το Λούντζινο (Ποτιστικά), το Ζαβράτσι (Κέδρος), το Παλιοχώρι Συρράκου, η Προσβάλα (Βαθυπεδο), το Συρράκο κ.α. μικρότερα).

  67. Τάσος Αράπης said

    @66.
    Ευχαριστώ πολύ για τις παρατηρήσεις σας
    Η αναφορά στον Καλλικρατικό Δήμο βορείων Τζουμέρκων έγινε πληροφοριακά και όχι αποδεικτικά. Γράφω άλλωστε και για το Ξεροβούνι.

    Τείνω να συμφωνήσω για τον Παπακώστα-μόνο και μόνο διαβάζοντας εκ των υστέρων στον πρόλογο ότι πρόκειται για παλαιό επιθεωρητή. Δε θα προσθέσω τη χρονολογία έκδοσης και την καθαρεύουσα που δεν απειλεί την γλωσσική κανονικότητα των ‘’σοβαρών΄΄ εκδόσεων της της εποχής. Παρόλα αυτά είναι μια χρήσιμη αναφορά. Υπενθυμίζω και την ύπαρξη του χάρτη που είναι παραγωγή του 1960 και της Ηπειρώτικης Εστίας. Εκτός αν ο Παπακώστας ανήκει σε κάποιο ιδιότυπο λόμπυ Πλατανουσιωτών (το όνομα είναι κοινό στην Πλατανούσα)

    Πράγματι η Φτέρη ως συγκροτημένο χωριό και με ανταπόκριση στην ελληνική διοίκηση λειτουργεί από το 1881 . Αυτό γίνεται όμως γιατί κάποιοι επιλέγουν αναγκαστικά πλευρά λόγω της χάραξης συνόρων σε μια παραποτάμια περιοχή ενίαια οικιστικά αγροτικά/ οικονομικά, όπως και οι πλησίον του ποταμού περιοχές της αντίπερα όχθης Καθραβούνι και Κερασίτσα. Στη Φτέρη λειτουργούσε μόνιμο ‘’πορθμείο΄΄με ‘’μονόξυλο’’ και λιμενικά βοηθήματα στα κατάλληλα σημεία του ποταμού ανά εποχή. Είναι νομίζω παρόμοια η κατανομή πληθυσμού με αυτή των άλλων διάσπαρτων και αραιοκατοικημένων συνοικισμών του Κεντρικού πχ Ναζαίοι, Πολύτσαινα Κρυονέρι. Στη Φτέρη υπήρξαν και χάνια- είναι πάνω σε παλιά στράτα των εμπορικών Καραβανιών που διέσχιζαν την Ήπειρο.

    Σε κάθε περίπτωση ο τοπικός πληθυσμός διακατέχεται από ‘’τζουμερκιώτικο’’ φρόνημα. Και εμείς που ζούμε μακριά από τον τόπο καταγωγής των γονιών έστω του ενός, μιας και η μητέρα έλκει την καταγωγή της από μεσσηνιακή Μάνη και Μεσσήνη – αρεσκόμαστε να υπενθυμίζουμε την τζουμερκιώτικη σύνδεσή μας.

    Αν όμως πρέπει να χαρακτηρίσουμε τα Τζουμέρκα με βάση τις ισοϋψείς καμπύλες τότε η Φτέρη χάνει με το φτωχό υψομετρό της (138 m).

    Ο προσδιορισμός ‘’βέρα’’ βασίστηκε κυρίως στην ευκολία της αβασάνιστης διάκρισης μέσω του υδάτινου συνόρου: Τζουμέρκα και όχι.

    Τα ενδιάμεσα χωριά μεταξύ Πλατανούσας κ Ροδαυγής τα κατάπιε ή βιάση, ευτυχώς και δεν γνωρίζω την περιοχή μόνο μέσω του Google earth, αν και δεν πηγαίνουμε πιά τόσο συχνά για τσίπουρα στην Πλάκα… η για ραπέλ στον βράχο πάνω από την πλατεία της Πλατανούσας (εντάξει έγινε μόνο μια φορά).

    Συμφωνώ με πιθανές διαφορές των υπό το Ξηροβούνι από τους απέναντι ,αλλά αν ανοίξουμε τη βεντάλια των διαφορών και μεταξύ των χωριών των ‘’Βαθέων’’ Τζουμέρκων εκεί να δείτε διαφορές!

    Όπως ανέφερα και προηγουμένως, δεν διεκδικώ εύσημα ιστορικής ακρίβειας και προφανώς δε διαθέτω την γνωσιακή βάση που μάλλον κατέχετε , ωστόσο αισθάνομαι παραφράζοντας σφόδρα, ότι Τζουμερκιώτης είναι όποιος μετέχει της ΄΄τζουμερικιώτικης΄΄ παιδείας, αν είναι και παραγωγός πολιτισμού όπως ο Κοτζιούλας, ακόμα καλύτερα.

    Αλλιώς είναι πολύ κοντά το απευκτέο- πέρα από λεπτομερείς γεωγραφικούς προσδιορισμούς να κυνηγάμε το τζουμερικώτικο DNA, ή να αναζητούμε τα γεωλογικά αίτια της όποιας παλαιοπρωτοζωικής? εποχής που οδήγησαν στο συγκεκριμένο σχηματισμό των Αθαμανικών ορέων και του υδρογραφικού δικτύου της λεκάνης απορροής. (Και χωρίς τον Καλαρύτικο πως θα ήταν ο Άραχθος?)
    Και για να το γενικεύσω λεβέντες και λεβέντισσες και παλληκάρια έβγαλε όλος ο νομός Άρτας σύμφωνα με τις αγωνιστικές παραδόσεις του, όπως και όλη ή Ελλάδα και βγάζει και ο κόσμος ολάκερος.

    Πιθανόν οι πιο ορεισίβιοι να είναι ‘’περισσότερο’’ Τζουμερκιώτες, , αλλά νομίζω ότι η καθημερινή ζωή στο πρόσφατο παρελθόν ήταν σκληρή και δύσκολη για όλους τους πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής. Στη Φτέρη π.χ. το ‘’ηλεκτρικό ρεύμα’’ ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 70, ενώ ασφαλτόστρωση έγινε το 1996.
    Τα υψηλά ποσοστά μεταπολεμικής εσωτερικής μετανάστευσης εδώ οφείλονται κυρίως στην ανάγκη-‘όπως και προπολεμικά- και κατά δεύτερο λόγο στις πολιτικές διώξεις σε αντίθεση π.χ. με την ‘’ερήμωση’’ της κεντρικής και νότιας Πελοποννήσου από τους ‘’εαμογενείς’’ πληθυσμούς μετά την κατοχή και κατά την διάρκεια του εμφυλίου και αργότερα.

    Ζητώ συγγνώμη και για την (επ)έκταση του κειμένου.

    Ο Άραχθος μπορεί να σηκώσει το βάρος των Τζουμέρκων και από τις 2 όχθες.

    @65
    ο Γιώργος Αράπης (πρώτος ξάδερφος του παππού μου) -από το Κρυονέρι- εκτός από σεβαστός δάσκαλος ήταν και ικανός ζωγράφος.Αγιογράφησε μάλιστα και την εκκλησία του Κρυονερίου, γεγονός που εξόργισε κάποιους-‘’Πως ο κομμουνιστής ζωγραφίζει την εκκλησία με κομμουνιστικές αγιογραφίες?’’Εζησε στη Ράμια.

  68. Yannis said

    «– Τι σκέδιο ανθρώποι είναι; τη ρωτάει η μητέρα.
    – Γιά, σαν εμάς τους χριστιανούς, το ίδιο.»

    Εχω την εντύπωση ότι κανείς δε σχολίασε το παραπάνω.
    Επιβίωση της βυζαντινής άποψης για το «έθνος» στην Ελλάδα της Κατοχής;
    Ή, μήπως, απόδειξη ότι το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού έχει περάσει και στους απλούς ανθρώπους;

  69. sarant said

    Kι εγώ περίμενα να σχολιαστεί αυτό 🙂

  70. Yannis said

    70. Κρατήθηκα χθες. Απολάμβανα τις γεωγραφικές διαμάχες 🙂

    Και μια τρίτη ενδιάμεση εκδοχή: Αφού έχουν περάσει μόλις 30-60 χρόνια από την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελληνικό κράτος, είναι φυσικό οι απλοί άνθρωποι να συνεχίζουν να αυτοπροσδιορίζονται σαν χριστιανοί (όπως έκαναν ως υπήκοοι του σουλτάνου).

    Υποθέτω ότι την άποψή σας θα την καταθέσετε στον υπομνηματισμό του ημερολογίου.

  71. oikodomos said

    Αγαπητέ Νίκο,
    σήμερα αντάμωσα με τούτη την ανάρτησή σου, λόγω μικρής (…δυστυχώς) απουσίας μου στη γη των προγόνων. Σάββατο 12 Οκτώβρη, κατά το σούρουπο και μετά από ολιγόωρη διαδρομή στους χωματένιους και δυσκολοδιάβατους λόγω καιρού δρόμους στις πλαγιές των Τζουμέρκων, καταλήγουμε στον Καταρράκτη: http://e-oikodomos.blogspot.gr/2013/10/blog-post_15.html Μερικά τσίπουρα στο πόδι, στο μικρό μαγαζί που βρίσκεται δίπλα στους δυο μαγικούς καταρράκτες του χωριού, και έχει νυχτώσει για τα καλά όταν ξεκινάμε από τον ασφάλτινο δρόμο πια για την επιστροφή στη Χώσεψη.

    Κατεβαίνουμε από Μικροσπηλιά προς Λεπιανά. Δίπλα στα δεξιά μας, αλλά πολύ χαμηλότερα, ο Άραχθος. Το αυτοκίνητο σταματάει. Απέναντι στο Ξεροβούνι το σκοτάδι βοηθάει τα φώτα να σχηματίζουν τα όρια των χωριών: Μονολίθι, Δάφνη, Πλατανούσα, Δαφνωτή, Σκούπα κ.ά. «Πλατανούσα, το χωριό του ποιητή Κοτζιούλα» λέω αυθόρμητα, και κάποιος (ντόπιος) από την παρέα απαγγέλλει μονομιάς: «Φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια/ κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμούς,/ ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας, μα η πούλια/ δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς»… Ξεκινάμε πάλι και για ώρα η συζήτηση είναι αφιερωμένη στον Κοτζιούλα…

    Περιμένω με ανυπομονησία την έκδοση!
    Καλή δύναμη!

  72. sarant said

    Πώς σε ζηλεύω, Οικοδόμε!

  73. Λαπαθίτισσα said

    Πολύ συγκινητικό το απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κωσταντή Κοτζιούλα. Πότε θα εκδοθεί με το καλό; πλησιάζει;

  74. sarant said

    Γιώργος όμως! Κωσταντής ο πατέρας του, Κώστας ο γιος του.

    Εντός του έτους, λέμε.

  75. Λαπαθίτισσα said

    Κωσταντής ο πατέρας του, Κώστας ο γιος του.

    Άτζιαπις εν τα σκαλαπουνταρούθκια που φταίσιν τζαι ανακατωθήκαν μες το νήμαν έτσι παράτζιαιρα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: