Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2013


Σήμερα κλείνουν σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και προς στιγμή σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω το περυσινό άρθρο, έστω επικαιροποιημένο. Επειδή όμως είναι Κυριακή, που βάζουμε λογοτεχνική και φιλολογική ύλη, αποφάσισα να βάλω ένα σχετικό λογοτέχνημα. Και τελικά κατέληξα να ευλογήσω τα γένια μου, αφού αποφάσισα να σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

polyt-620x889Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου, της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται· εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα, βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες, ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη, φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα και μοναχά στους γιορτασμούς εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα. Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει, κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις, κατά τις επετείους δηλαδή. Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά, αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν, θαρρώ· έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς, από τις πύλες των οδών Στουρνάρα και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει, αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα απογέματα κλείνει νωρίς, οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται. Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα, γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος για να δίνουν ραντεβού· κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου, οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα, πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει, είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα, είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους, και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν, κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού. Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος, οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα, «Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί», γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος», ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετρα­γώνου, από την Πατησίων και τη Στουρνάρα, που και πιο πολυσύχναστες είναι, και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις, απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο να κολληθεί επιτυχώς χαρτί, ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορ­φος, στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν τη φωνή των τοίχων· έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της. Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες, βρίσκεις και συνθήματα· άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα, οπότε λέγονται χαρτοπανώ, και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτε­χνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά — απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο, συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό. Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριό­τητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλη­τήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύ­μνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν, σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα· παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία, ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου να μη μπορεί να τα ζυγώσει, κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές, που μας προέτρεπαν να σεβα­στούμε το μνημείο· του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους. Και για να πούμε του στραβού το δίκιο, ακόμα και από αισθητικής πλευράς, συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ όπως τυχαία βρίσκονταν η μια δίπλα και πάνω από την άλλη –και οπωσδήποτε, πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε, παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής» του αφισοκτόνου αποσπάσματος, άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι, γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού, με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα και από κάτω να αχνοφαίνονται τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας, Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε, Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.

Σε εποχές αναβρασμού, περιόδους προεκλογικές λογουχάρη ή παραμονές επετείων, του Νοέμβρη ή της Πρωτομαγιάς, η μάχη τής αφίσας είναι έντονη και ο καθείς μη βρίσκοντας χώρο ελεύθερο σκεπάζει αυτά που ο προηγούμενος είχε κολλήσει καλύπτοντας με τη σειρά του κάποιον τρίτο. Αν και υπάρχει κάποιος εξαιρετικά λεπτομερής και πλατιά γνωστός κώδικας καλής συμπεριφοράς που διέπει τα της αφισοκόλλησης, πότε και πώς επιτρέπεται δηλαδή τον άλλο να σκεπάσεις και πότε όχι, αυτός τηρείται μόνο τον καλό τον καιρό, γιατί όταν έρχεται η φούρια, ας πούμε την παραμονή τής σημαδιακής μέρας, κανείς δεν υπολογίζει ιδιαίτερα τα σαβουάρ βιβρ και φυσικά αντεγκλή­σεις κι επεισόδια δεν λείπουν· καθώς μάλιστα οι αφισοκολλητές κουβαλούν εργαλεία αν όχι φονικά πάντως επίφοβα, τη βούρτσα και το μπουγέλο με την κόλλα σα να λέμε, η κάθε τέτια μικροαψιμαχία μπορεί ν’ αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της — για να εισπράττουν οι στεγνοκαθαριστές και να σιχτιρίζουν οι μανάδες. Πάντως, το Νοέμβρη τουλάχιστο, τις τελευταίες-τελευταίες μέρες η ΕΦΕΕ συστήνει — κι όλοι υπακούουν — να μην κολλιούνται αφίσες οργανώσεων και κομμάτων, παρά μονάχα ενωτικές· έτσι, πέφτει λιγάκι ο πυρετός, και ύστερα, όταν τελειώσει η ιστορία, ο κλητήρας με μια του κίνηση έρχεται και ξεκολλά μια παχύτατη φλούδα χαρτί που περικλείνει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, από τη δεξιά ως την άκρα αριστερά σε στρώματα επάλληλα, σαν σε κρεμμύδι, η επανά­σταση κι η αντεπανάσταση μαζί. Ωστόσο, τις υπόλοιπες τις μέρες, όταν οι επέτειες είναι μακριά, η προσφορά είναι πιο πολλή από τη ζήτηση και δεν υπάρχει κώλυμα στο κόλλημα· τότε εμφανίζονται και ωραία μεγάλα χαρτοπανώ φτιαγμένα με μεράκι,  που  αφορούν τα εκάστοτε προβλήματα του χώρου, χειρόγραφες εφημερίδες τοίχου των σπουδαστών των γύρω τεχνικών σχολών, καμιά αναρχική στη χάση και στη φέξη, αλλά και καλλιτεχνικές που διαφημίζουν κάποια παράσταση ή συναυλία· εμπορικές αφίσες όμως δεν ευδοκίμησαν ποτέ εδώ και καλά να πάθουν γιατί παλιότερα, που αφισοκόλληση εκτός πανεπιστημιακού ασύλου σήκωνε αυτόφωρο χωρίς εξαγορά, κίνδυνος μεγαλύτερος κι απ’ την αστυνομία ήσαν τα διάφορα γραφεία ταξιδιών, τα οποία εν ριπή οφθαλμού γέμιζαν την Ακαδημίας με διαφημίσεις για εκδρομές στην Πόλη ή στο Λονδίνο και σκέπαζαν κάθε πολιτική αφίσα χωρίς να λογαριά­ζουν τον κόπο μας τον αφιλοκερδή.

Από την πόρτα τής οδού Στουρνάρα μπαίνεις στο προαύλιο· δεξιά τω εισερχομένω βρίσκεται το πιο διάσημο κτίριο του συγκροτήματος, το κτίριο Γκίνη, που λέγεται έτσι σε ανάμνηση κάποιου πρύτανη, κι έτσι ο χώρος ο μετά την είσοδο έχει επικρατήσει να λέγεται «στου Γκίνη», το ίδιο κι η πόρτα· πάντα υπάρχει κόσμος στο προαύλιο πλήθος, το μέρος όμως βρίσκεται στις δόξες του το τριήμερο του γιορτασμού, το Νοέμβρη. Πρώτα-πρώτα, με κάποιο τρόπο κλείνεται συμφωνία μυστική με τα στοιχεία τής φύσης και τόσα χρόνια, κάθε που γιορτάζει το Πολυτεχνείο ο καιρός τρεις μέρες μένει χαρωπός, σχεδόν αίθριος έως νεφελώδης, κι αν συννεφιάσει δε θα βρέξει, κι αν βρέξει θα ’ναι σύντομο ψιχαλητό. Κείνες τις μέρες λοιπόν, ανοίγουν λες πιο διάπλατα οι πύλες του ιδρύματος για να δεχτούνε τους προσκυνητές, κι είναι τόσοι πολλοί αυτοί που χάνεις το λογαριασμό· γεμίζει φίσκα η αυλή, μία πολύχρωμη πολύβουη βαβέλ ο κόσμος, αλλά οι πιο ζωντανές παρουσίες είναι τα γυμνάσια και τα λύκεια, συντεταγμένα τμήματα καθώς βαδίζουν με το στεφανηφόρο επικεφαλής φωνάζοντας συνθή­ματα με τις φωνές τους τις εφηβικές τις λίγο τσιριχτές, κάπως παράταιρα να βγαίνουν, να χτυπούν παλαμάκια και να τραγου­δούν, χαμογελαστά να προχωρούν προς τα μέσα, να τους χειρο­κροτούν οι γύρω, έρχονται λοιπόν, καταθέτουν το στεφάνι τους εκεί μπροστά, πλάι στα άλλα, ύστερα σκορπούν και την αράζουν μπουλούκια-μπουλούκια στα παρτέρια τής αυλής, τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ με το χαρακτηριστικό χαχανητό τής ηλικίας, χωρίς όμως πια την ομοιομορφία τής ποδιάς, με τα επετειακά αυτοκόλλητα των οργανώσεων πλάκα στο στήθος σαν παράσημα θαυμαστών κατορθωμάτων και με τα μάτια λαμπερά, ζουζουνίζουν για κάμποσο στο προαύλιο, μία ώρα, δυο, έπειτα φεύγουν, αλλά διαρκώς άλλα γυμνάσια έρχο­νται κι ολημερίς θα χρωματίζουν τα παιδιά τη γιορτή· όλη αυτή την ώρα τα μεγάφωνα που για το γιορτασμό έχουν τοποθετηθεί παίζουν τραγούδια αγωνιστικά, την ηχογραφημένη εκπομπή απ το σταθμό των φοιτητών κείνης της νύχτας, ή μνημονεύουν τα σωματεία και τους φορείς που παρευρίσκονται και συμμετέχουν και τότε πια μπορείς να διαπιστώσεις πόσοι, μα πόσοι αναρίθ­μητοι είν’ αυτοί, σύλλογοι με απίθανα ονόματα κι απροσδιόριστη για τους απέξω αποστολή, σωματεία εργαζομένων στους πιο απίθανους τομείς, ωστόσο όλοι αυτοί και όλ’ αυτά υπάρχουν και δρουν και ζουν κι ήρθαν εδώ· η εκπομπή είναι στερεότυπη, μες το τριήμερο επαναλαμβάνεται διαρκώς, τα τραγούδια είναι γνωστά και τα ’χει ψιθυρίσει ο καθένας αμέτρητες φορές, και όμως είναι παρατηρημένο πως το κοινό δεν την έχει βαρεθεί, σαν φτάσει μάλιστα η κασέτα στο «εδώ πολυτεχνείο» ή στο «είμαστε άοπλοι» βλέπεις ανθρώπους ν’ αφαιρούνται, να πέ­φτουνε σε συλλογή, ν’ απογειώνονται, βλέπεις γριές μαυροντυ­μένες να κλαιν βουβά, αλλά κι ώριμους άντρες με μουστάκια, φάτσες οδηγών λεωφορείου θα ’λεγες, να ’ναι συνοφρυωμένοι, σα να προσεύχονται, η αναγγελία τού ερχομού κάποιου πολιτικού ηγέτη γίνεται φυσικά δεκτή με χειροκροτήματα, αλλά και κείνη που μιλά για το στεφάνι κάποιου λυκείου ή ενός ολιγάριθμου σωματείου δεν περνά απαρατήρητη, κι αν βγεις και ξεμακρύνεις από το Πολυτεχνείο και πας ως την πλατεία Κάνιγγος ή την πλατεία Βάθης, στη Μπενάκη αλλά και στο πεδίο τού Άρεως, πάντα σε συνοδεύει ο αχός απ τα μεγάφωνα, βέβαια δεν ξεχωρίζεις τι ακριβώς λέγεται, αλλά γνωρίζεις τι είναι και από πού προέρχεται, αδύνατο να τον αγνοήσεις, τακ-τακ χτυπά καρδιά μεγάλη, τα βράδια θα πρέπει ν’ ακούγεται σ’ όλη την πόλη, εδώ είναι το Πολυτεχνείο, τότε και τώρα.

Οι φοιτητές βεβαίως και δη οι πολυτεχνίτες, αυτοί που καθημερνώς εδωμέσα τυραννιούνται, είναι παρόντες μόνιμα σχεδόν όσοι δεν έχουν αναλάβει κάποια αρμοδιότητα, κάποια ευθύνη, κάποιο περιβραχιόνιο, μένουν να περιφέρονται στο χώρο τον οικείο τους που αλλιώτεψε, λίγο υπερόπτες, λίγο σαν οικοδεσπότες, κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα εκθέματα, τους επισκέπτες και τα αναθήματα, μπαίνουν στα κτίρια, περιδιαβάζουν τους άδειους τώρα διαδρόμους που οδηγούν στις αίθουσες διδασκαλίας με την αυτοπεποίθηση του γνώστη, δίνοντας κιόλας συμβουλές στον περαστικό που κάτι ψάχνοντας

έχει μπλέξει στο λαβύρινθο, σπίτι τους βρίσκονται κι ωστόσο και γι’ αυτούς κάτι πρωτόγνωρο υπάρχει, αλλόκοτο σάμπως να γίνεται το μέρος μέρες σαν κι αυτές. Έτσι είναι· και με το που σουρουπώνει, αναδίδει μια ζέστα, μια θερμότητα ιδιαίτερη ο χώρος· είναι μια θαλπωρή που στο προαύλιο ενδημεί γι’ αυτές τις τρεις ημέρες ακριβώς, κι αυτή η ζέστη δε μετριέται με θερμόμε­τρα, δεν τηνε νιώθουν όλοι κι ούτε είναι γνωστό πούθε έρχεται· διότι, μάλλον δεν οφείλεται στην παρουσία και την κίνηση τόσων σωμάτων που η θερμότητά τους, λέει, πότισε τις πέτρες κι αυτές με τη σειρά τους μόλις βραδιάσει την αποδίδουν τάχα προς το περιβάλλον· αυτά είναι εξηγήσεις τεχνοκρατικές· τη θαλπωρή αυτή ή την αισθάνεσαι ή όχι, δεν ωφελεί να προσπα­θείς με λόγια να πείσεις τον άλλο πως υπάρχει· οφείλει μόνος του να την αντιληφθεί· κι αν τηνε νιώσεις τη ζεστασιά που λέγαμε, τότε όλα είν’ ωραία γύρω σου, σχεδόν γοητευτικά, ως πήρε να βραδιάζει, αλλιώς θα σ’ ενοχλεί η πολυκοσμία, η φασαρία απ’ τα μεγάφωνα θα σου φαίνεται ανυπόφορη κι η εκπομπή τους μονότονη και χιλιοακουσμένη· θα σου τη σπάνε τα ζευγαράκια που φιλιούνται στο μισόφωτο πίσω απ’ τις κολώνες, τάχα θα μιαίνουν την ιερότητα του χώρου τής θυσίας, θα σ’ εκνευρίζουν οι δεκάδες μικροπωλητές κι η τσίκνα απ τις πρόχειρες φουφούδες που ψήνουν σουβλάκια και λουκάνικα μπροστά στην πόρτα τής οδού Τοσίτσα, θα μεμψιμοιρείς, δεν υποφέρονται, τι τους αφήνουν, πώς καταντήσαμε έτσι θα λες, το έχουν κάνει εμποροπανήγυρη, ή γήπεδο, ή γιορτούλα, κάτι το έχουν κάνει τέλος πάντων άλλο απ’ αυτό που πρέπει να ’ναι, έτσι θα λες. Κι οι άλλοι, που τη ζεστασιά θα αισθάνονται, δεν θα σ’ εννοούν, σε τέτοιες λεπτομέρειες δε θα στέκουν και θα γελούν μαζί σου· δίκιο θα ’χουν και θα ’χουν, όπως έχει πια νυχτώσει, ένα μυστήριο κέφι λίγο πριν αναχωρήσουν, αποχαιρετώντας τον τελευταίο γνωστό κοντά στην έξοδο, σα μεθυσμένοι· κι όμως οινοπνευματώδες μέσα απ’ τα κάγκελα και γύρω απ αυτά, δε βρίσκεται σταγόνα, σίγουρο αυτό.

Ο κόσμος αργά το βράδι αραιώνει πια, άλλωστε κατά τις δώδεκα οι πόρτες κλείνουν, παρ’ όλ’ αυτά ακόμα και μεσάνυχτα περασμένα υπάρχει πάρα πολύ σούσουρο ένα γύρο· είναι οι φύλακες του κτιρίου που παραμένουν, που σήμερα δεν είναι υπάλληλοι, κλητήρες, αλλά φοιτητές επιφορτισμένοι για την περιφρούρηση απ τους φοιτητικούς συλλόγους· παρέες παρέες κάθονται στ’ απάγγια, όλοι εξ όψεως γνωστοί συνήθως, κερνούν τσιγάρο κι αρχινάν υπέροχες χωρίς αρχή και τέλος συζητήσεις γι’ αυτά που πέρασαν και για τις μέρες που θα ’ρθούν, όλη τη νύχτα· πού και πού από το βάθος ένα μπουζουκάκι μιλάει την παραπονιάρικη φωνή του· όμως δεν είναι μόνο αυτοί που παραμένουν έξω απ το κτίριο, σ’ όλο το μήκος τής οδού Στουρνάρα απ τα Εξάρχεια ως την Τρίτης Σεπτεμβρίου, στην Πατησίων αλλά και σε πιο μακρινά μέρη, ακόμα και στα Προπύλαια, διακρίνεις τόπους-τόπους συναθροίσεις κόσμου, πηγαδάκια πολυπρόσωπα και πολυθόρυβα, που διατηρούνται ως αργά τη νύχτα. Βέβαια, αυτά δεν είναι όπως τα γνωστά τής Ομονοίας που κουβεντιάζουν για ποδόσφαιρο, εδώ μονάχα για πολιτική γίνεται λόγος. Συνήθως δυο είν’ αυτοί που μιλούν ενώ από γύρω συνωστίζονται οι άλλοι, τεντώνονται καλύτερα ν’ ακούσουν και κάπου κάπου πετούν κουβέντες τις οποίες οι δύο μονομάχοι αγνοούν επιδεικτικά, όπως οφείλουν. Κι αν οι συζη­τητές είναι εξίσου καταρτισμένοι ή επίμονοι ή χαλκέντεροι, τότε η κόντρα τους βαστά ώρα πολλή, και αφού εξαντλήσουν κάποιο θέμα, όταν γίνει δηλαδή φανερό πως κανείς δεν ομολογεί την ήττα του, τότε περνούν σε άλλο κι ύστερα σ’ άλλο πάλι. Αν όμως ο ένας απ’ τους δυο μειονεκτεί σαφώς ή απλώς έχει βαρεθεί, τότε, δηλώνοντας πως «φάνηκε ποιος έχει δίκιο», αποχωρεί και κάποιος άλλος ομοϊδεάτης του από τους γύρω παίρνει τη σκυτάλη κι ούτω καθεξής. Συχνά, όταν το θέμα είναι φλέγον, ακροατές που λαχταρούν να πουν κι αυτοί τη γνώμη τους και τόση ώρα το προσπαθούν επί ματαίω, πάνε παραπέρα, στήνουν δικές τους ξέχωρες συζητήσεις, που γρήγορα μετατρέπονται κι αυτές σε πόλο έλξης των περαστικών· έτσι πολλαπλασιάζο­νται τα πηγαδάκια, με εκβλαστήσεις δηλαδή.

Στα πηγαδάκια αυτά δε γίνεται συζήτηση αξιώσεων οι τύποι επικρατούν, όχι η ουσία· η ρητορική είναι που μετράει, οι χειρονομίες, ο στόμφος· η ειρωνεία είναι όπλο ακατανίκητο· πολύ βοηθάει η ικανότητα ν’ αλλάζεις τεχνηέντως θέμα όταν σ’ έχουνε στριμώξει ή να εντυπωσιάζεις παραθέτοντας νούμερα κι άλλα ανεξέλεγκτα στοιχεία· συχνά τη νίκη δίνουν, τέλος, οι σοφιστείες και τα λογοπαίγνια· αυτοί είναι του παιχνιδιού οι κανόνες, και βέβαια δε μειώνουν τη γλύκα που έχει· άλλωστε κι ο κόσμος γύρω είναι ενήμερος και το γλεντάει με την ψυχή του το θέμα, δεν ήρθε εδώ για ν’ ακούσει διάλεξη. Στα τωρινά τα πηγαδάκια, κανόνας σχεδόν απαραβίαστος υπάρχει πως ένας απ’ τους δυο «πηγαδιαστές» είναι οπαδός τού κομμουνιστικού κόμματος, όπως και τμήμα του κοινού εξάλλου. Παλιότερα όμως, ήσαν πολύ συχνοί οι αριστεριστές, απ’ τα διάφορα μ-λ γκρουπούσκουλα που τότε ευδοκιμούσαν· αυτοί επίμονα επιζη­τούσαν να χώνονται σε συναθροίσεις τέτοιες, ήταν γι’ αυτούς πολιτική δουλειά μείζονος σημασίας και προγραμματισμένη, ενώ για τους κομμουνιστές είναι κάτι αυθόρμητο. Οι μαοϊκοί ήσαν επαγγελματίες πηγαδάδες, κουβάλαγαν απαραιτήτως αποκόμ­ματα εφημερίδων κι άλλα ντοκουμέντα που υποτίθενται στρί­μωχναν τον αντίπαλο, και μοναχά επ’ αυτών συζητούσαν· τέρατα αντοχής και μνήμης, ήσαν ικανοί να σού απαγγείλουν απνευστί αναρίθμητα τσιτάτα από τους κλασσικούς τού μαρξισμού γνωρίζοντας απέξω μέχρι και τον αριθμό της σελίδας τού βιβλίου που επικαλούνταν· βέβαια ύστερα ήρθαν δύσκολοι καιροί, τα περισσότερα μ-λ διαλύθηκαν εις τα συστατικά τους μέρη, κι οι όμορφοι ξανθοί συνήθως νέοι με τα στρογγυλά γυαλιά και το επιμελημένο ύφος βαρέθηκαν τη φοβερή ερημιά τού πλήθους των μη ακουόντων και γύρισαν σπίτι, ή τριγυρνούν σε διαδρόμους υφυπουργείων, από τα πηγαδάκια πάντως χάθηκαν και από τότε ακούγεται μονάχα το τυχόν ρητό, χωρίς να μνημονεύεται παράλληλα ο εκδότης και η χρονολογία έκδοσης του σχετικού βιβλίου.

Τις μέρες τού γιορτασμού συνηθάνε οι οργανώσεις οι πολιτικές να βγάζουν τραπεζάκια έξω απ το κτίριο, όπου εκθέτουν τα όσα έχουν να πουν, πουλάν τα έντυπα τους, μοιράζουν προκηρύξεις και εκφωνούν συνθήματα· πιάνουν το πεζοδρόμιο της οδού Στουρνάρα, από την πόρτα ίσαμε τη γωνία τής Πατησίων και λίγο επί της Πατησίων, μέχρι το σημείο που ορίζει ο αιώνιος εκεί καστανάς. Συχνά, πάντα σχεδόν, πίσω απ’ τα τραπεζάκια έχουνε πίνακες όπου αναρτούν αφίσες ή χειρό­γραφες εφημερίδες και αναμίξ με τις πολιτικές οργανώσεις βρίσκονται φρικιά και κάπηλοι που απλώς πουλάν βιβλία· το ίδιο γίνεται και απ την άλλη την πλευρά τού τετραγώνου, από την Τοσίτσα, μόνο που εκεί κυρίως σουβλάκια και κακόγουστα δήθεν ενθύμια βρίσκεις. Τα τραπεζάκια λοιπόν, είναι μια σπάνια ευκαιρία να προλάβει κανείς να καταγράψει τις ακόμα επιζώσες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ομαδούλες, γιατί με τα χρόνια που περνούν όλο και γίνονται λιγότερες και την κενή θέση που αφήνουν την καλύπτουν οι πλανόδιοι βιβλιοπώλες — συχνά μάλιστα πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα, αυτόν που πέρσι μίλαγε για δυο υπερδυνάμεις φέτος τον βρίσκεις στο ίδιο πόστο να πουλά βιβλία. Ο κόσμος συνωστίζεται μπροστά στα τραπεζάκια, πολλοί χαζεύουν, λίγοι αγοράζουν, συζητούν, ή απλώς είναι διαβάτες που επιχειρούν να φτάσουν ως την πόρτα· στα τραπεζάκια οι καυγάδες είναι σπάνιοι, συν τοις άλλοις διότι δε βοηθάει το στριμωξίδΐ· πάντως, τα τραπεζάκια δεν δίνουνε το στίγμα το Νοέμβρη· νυχτώνει άλλωστε νωρίς, κι αν οι προβλε­πτικοί έμποροι, είτε βιβλία πουλούν, είτε λουκάνικα, είν’ εφοδιασμένοι με λάμπες της ασετυλίνης, οι νέοι των οργανώ­σεων περί λύχνων αφάς τα διπλώνουν και φεύγουν· συνήθως μάλιστα, τα τραπεζάκια αυτά είναι θρανία διδασκαλίας παρμένα απ τις αίθουσες του Πολυτεχνείου, κι εκεί τα επιστρέφουν· και τον υπόλοιπο καιρό, εκτός του τριημέρου, ο θυρωρός, που τότε διατηρεί στο ακέραιο ή σχεδόν την εξουσία του, σου κάνει χίλιες μύριες ιστορίες και προσπαθεί να φέρει ένα σωρό προσκόμματα για να σε εμποδίσει να πάρεις θρανίο και καρέκλες έξω απ το κτίριο· στο τέλος βέβαια υποχωρεί, παίρνεις κι εσύ το τραπεζάκι και τότε, τον υπόλοιπο καιρό, το στήνεις έξω απ την πόρτα της Πατησίων — αυτήν που τηνε γκρέμισε το τανκς και δεν ανοίγει πλέον — γιατί από κει είναι πέρασμα, ώρα έντεκα με μία, άντε δύο, είναι κι οι στάσεις των λεωφορείων και των τρόλεϊ ολόγυρα· το διακοσμείς λοιπόν με τα έντυπα που έχεις, τις προκηρύξεις που τυχόν μοιράζονται, απλώνεις δυο αφίσες να καταλαβαίνει ο κόσμος περί τίνος πρόκειται, ίσως έχεις και τηλεβόα για συνθήματα· δυο άτομα χρειάζονται για τη δουλειά, και το καλοκαίρι, από Μάρτη μέχρι Οχτώβρη δηλαδή, είναι ιδιαιτέρως τερπνή απασχόληση, όπως περνά ο κόσμος βιαστικός κι όμως κάθε τόσο κάποιοι κοντοστέκονται, στήνουν κουβέντα ή και αγοράζουν, βλέπεις και γνωστούς, και όπως όλοι οι επαΐοντες γνωρίζουν, το πιο συχνό στα τραπεζάκια προσφεύ­γουν τουρίστες, τύποι γεμάτοι εξαρτήματα φωτογραφικά, κρα­τώντας χάρτη ανοιγμένο, συχνά αιθέριες υπάρξεις, για να ρωτήσουν αν το κτίριο όπισθεν, το Πολυτεχνείο δηλαδή, είναι το Εθνικό Μουσείο· τους παραπλανά βλέπεις επ’ αυτού η πρόσοψη της Αρχιτεκτονικής σχολής με τους κίονες και η Καλών Τεχνών με τα αγάλματα που έχει, γι’ αυτό και όσοι κάθονται στα τραπεζάκια έχουν μάθει να εξυπηρετούν τους ξένους στερεότυπα με τη φράση-κλειδί «Μουζέουμ νεξτ σκουέαρ», δηλαδή «το Μουσείο στο επόμενο τετράγωνο»· αν και, ακόμα και μετά την επεξήγηση, πολλοί τουρίστες εξακολουθούν να πιστεύουν πως αυτό το όμορφο και αρχαιοπρεπές κτίριο Μουσείο στεγάζει, αν όχι το Εθνικό τότε κάποιο άλλο, και σε πρώτη ευκαιρία το επισκέπτονται προς  μεγάλη τέρψη των παρευρισκομένων φοιτητών που πολύ κέφι κάνουν τους ξανθούς με τα σακίδια στον ώμο και τον αιώνιο χάρτη ανά χείρας έτσι

χαμένους να περιπλανώνται στους διαδρόμους του κτιρίου.

Γιατί, παρεμπιπτόντως, το Πολυτεχνείο έχει κτίρια πολλά και το καθένα κτίριο άφθονους διαδρόμους και κόλπα διάφορα –ακόμα κι αν καθημερνώς πηγαίνεις στα μαθήματα, σου παίρνει χρόνια για να μάθεις, αν ποτέ μάθεις, όλα τα κατατόπια, τις εξόδους τις περίεργες, τα καμαράκια τα απόμερα, τους ειδικούς διαδρόμους που συνδέουνε δυο κτίρια, άσε πια τα υπόγεια τα όντως δαιδαλώδη –υπάρχουν πτέρυγες, λίγες είναι μα υπάρχουν, που δεν χρησιμοποιούνται πια, εργαστήρια παρατημένα που ’­χουν γίνει αποθήκες· από κει, μόνο κανένας επιστάτης να περνά· σε κάποια απ αυτές τις πτέρυγες βρίσκεις ακόμα, μάλλον από σκοπού θα έγινε κι όχι στην τύχη, θύμησες από κείνο το Νοέμβρη· λίγα πράματα· μέσα σε μία γυάλινη προθήκη, ανακοι­νώσεις των φοιτητικών συλλόγων για τη σύγκληση εκείνων των περίφημων Γενικών Συνελεύσεων που, τότε, στις αρχές εκείνου του Νοέμβρη ανάψαν τη μεγάλη τη   φωτιά· στη διπλανή προθήκη βρίσκονται χαρτιά μ’ ασκήσεις Φυσικής, με ημερομη­νία παραδόσεως 15 του Νοέμβρη· ασκήσεις που ποτέ δεν παραδόθηκαν και ίσως δεν λύθηκαν ποτέ· τότε που τις ανακαλύ­ψαμε, κάποιος έξυπνος συνάδελφος είπε πως θα κάτσει να τις λύσει· απλές έμοιαζαν άλλωστε, για πρωτοετείς, αλλά  δεν άκουσα αν το κατάφερε.

Τότε ήμασταν και μεις πρωτοετείς, με θαυμασμό βλέπαμε στις συνελεύσεις κείνους που ’χαν γνωρίσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα –σιγά σιγά αυτοί αποφοίτησαν, ένας έμεινε που το καθυστέρησε και τόνε δείχναμε κάπως με δέος στους μικρότε­ρους από μάς· ύστερα, πάει κι αυτός, πήρε πτυχίο· και μεις το ίδιο άλλωστε, κάτι χρόνια αργότερα· άλλο θέλω να πω· λίγο λίγο, το Πολυτεχνείο, το κτίριο τής Πατησίων δηλαδή, αδειάζει από φοιτητές· όλο και περισσότερα μαθήματα γίνονται στα ωραία μοντέρνα κτίρια, πάνω, στου Ζωγράφου· μοιραία, κάποτε θ’ αδειάσει εντελώς, κάτω θα μείνουν μόνο οι διοικητικές υπηρεσίες, ίσως ούτε κι αυτές, θα ’ναι μπελάς ν’ ανεβοκατεβαίνεις· μάλλον ολότελα άδειο από ζωή θα μείνει, ίσως γίνει και πραγματικά μουσείο, είναι όμορφο το κτίριο… άδειο από ζωή; μάλλον όχι· είναι πολλά αυτά που γίνανε εδώ για να περάσουνε έτσι στο ντούκου· πολλά αυτά που γίνανε, πολλά κι αυτά που ακόμα δεν έχουν γίνει· πολλά είναι που ’χουν μείνει αδικαίωτα· και ίσως σ’ αυτό οφείλεται αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που νιώθεις· αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό, που ακούγεται σα να θυμίζει «δεν τελειώσαμε ακόμα»· είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες…

Advertisements

86 Σχόλια to “Το Νοέμβρη, λοιπόν”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Διαβάζω ένα σχόλιο στην περυσινή δημοσίευση του άρθρου.
    Κολλημένος στα ΑΝ.

  2. Gpoint said

    #1

    Ηξερα το ΠΝ σαν πολεμικό ναυτικό και το ΒΝ σαν βασιλικό ναυτικό Αυτό το ΑΝ είναι…αριστερό ναυτικό ;; (κι της προόδου βεβαίως-βεβαίως)

  3. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Άιντε, γράψτε ένα-δυο σχόλια, παρατήστε έπειτα τα πληκτρολόγια και κατεβείτε στην πορεία. 😉

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Ναι, έτσι.

  5. ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΣΙΤΣΑ
    Μήπως απ’εκεί ξεπήδησε ο … Υπουργός Οικονομικών , Στουρνάρας και …δεν συμμαζεύεται (διαβάστε το όπως βολεύει τον καθένα) .

  6. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Καλημέρα σε όλους.

    Νίκο διαβάζοντας το κείμενο, και έχοντας διαβάσει τα κείμενα του πατέρα σου, μοιραία έκανα την σύγκριση. Μη έχοντας διαβάσει κάτι άλλο δικό σου εκτός απο τις λέξεις που χάνονται, η ζυγαριά γέρνει κατα πολύ προς τον πατέρα σου. Η γραφή είναι πολύ φοιτητική, της λείπει το ζωντανό αίμα της γραφής του κυρ Δημήτρη, η απλή βιωματική αμεσότητα, η ζωντανή γνώση των πραγμάτων. Θα μου πείς, άλλο είναι να βλέπεις να κολυμπά κάποιος, κι άλλο να κολυμπάς ο ίδιος. Ίσως σε αδικώ, αλλα μιλάω μόνο γι΄αυτό το κείμενο.
    Για το Πολυτεχνείο μετά τον δεύτερο (άντε τρίτο) χρόνο, μια λέξη έχω να πώ, ΠΑΝΗΓΥΡΙ.

  7. Nestanaios said

    Κάθε σοβαρή μάχη πρέπει να δίδεται από υπεύθυνους ανθρώπους σε κατάλληλο χρόνο και τόπο.

  8. Πολύ ωραίο, Νίκο! Κάτι μάλιστα πήγε στραβά στη σελιδοποίηση και κόβονται δύο φορές οι παράγραφοι εκεί που μιλά για τον λαβύρινθο των κτιρίων –έδωσε μια ποιητική νότα αυτό το λάθος μου φαίνεται.

    Εκεί που γράφεις για τα γυμνάσια, χα, είδα και τον εαυτό μου κάπου. 🙂

    ο κλητήρας με μια του κίνηση έρχεται και ξεκολλά μια παχύτατη φλούδα χαρτί που περικλείνει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, από τη δεξιά ως την άκρα αριστερά σε στρώματα επάλληλα, σαν σε κρεμμύδι, η επανά­σταση κι η αντεπανάσταση μαζί
    —————————————-
    Κάτι παρόμοιο έγραφε ο Τζον Ρηντ για τους τοίχους της Πετρούπολης το ’17.

  9. Αρκεσινεύς said

    Δε θα το έλεγα διήγημα. Είναι ένα εξαιρετικό λογοτέχνημα. Μου άρεσε το «συνηθάνε».

    > είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες… Ευφυέστατη κατάληξη.

    Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε.
    Ώσπου να βρουν το ψωμί τους και το δίκιο τους.

    Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.

    Μ’ όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
    ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

    Ρίτσος

  10. Γς said

    6:
    Θα συμφωνήσω κι εγώ με τον Λάμπρο

    >η ζυγαριά γέρνει κατά πολύ προς τον πατέρα σου.

    Οσον αφορά την ευτυχία!
    Καλότυχος ο κυρ Δημήτρης που είχε ένα λεβέντη γιο σαν και σένα!

    Κι ούτε που θυμάμαι πως έλεγαν τον αθηναίο που είπε κάτι τέτοιο στον Πέρση βασιλέα (ποιον;), όταν τον ρώτησε αν ήταν ποιο ευτυχής ο πατέρας του από εκείνον.
    😉

  11. ANGELIKI said

    ΉΘΕΛΑ ΚΑΠΟΙΟ ‘ΔΥΝΑΤΟ’ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΑ ΣΤΕΙΛΩ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ,
    ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΠΕΜΕΙΝΑΝ, ΩΣ ΤΩΡΑ, ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ Ή ΔΕΝ ΕΦΥΓΑΝ …ΕΝΤΕΛΩΣ!
    ΚΑΙ ΤΟ ‘ΞΑΝΑΒΡΗΚΑ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ’!
    ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΠΟΛΛΑ-ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΛΛΕΣ ΑΚΟΜΗ «ΠΟΡΕΙΕΣ»…
    ΑΣ

  12. Καλησπέρα.

    Όσον αφορά στο διήγημα εμένα μου άρεσε που το ξαναδιάβασα, 29 χρόνια μετά την πρώτη τη φορά. Βρίσκω, μάλιστα, πως ο χρόνος έχει φανεί αξιοπρόσεκτα επιεικής απέναντι στη νεανική φρεσκάδα της γραφής και τον ιδεαλισμό της πρώτης νιότης. Θα έλεγα επίσης πως αξίζει να υπογραμμιστεί ο αντιστρόφως ανάλογος της ηλικίας του τότε γράφοντος ρεαλισμός στην αντίληψη της πραγματικότητας όσο κι εκείνη η υποψία φλέγματος στην καταγραφή των εκφάνσεων της υπερβολής από κάποιον που ξέρει να εκτιμάει το μέτρο. Και το φινάλε καλό (να μαντέψω πως δεν ήταν καταστρωμένο και προεπιλεγμένο; πως το ανέδειξε «το ίδιο το διήγημα» καθώς γραφόταν;) και ακόμα πιο καλός ο μαγικός ρεαλισμός της «θαλπωρής στο προαύλιο». Χάρηκα και τη χρήση της άνω τελείας, του τόσα άδικα ξεχασμένου αυτού σημείου στίξης.

    «…και άοπλοι παραμένουμε» θα διάλεγα ως εισαγωγή του δεύτερου αυτού μέρους του σημειώματός μου. Σαράντα χρόνια μετά το πολυτεχνείο, η γενιά του ζει μια απο-γοήτευση για το άδειο πουκάμισο αντίστοιχη θα τολμούσα να πω με την μετά-τον-πόλεμο γενιά. Εστιάζοντας, από τα πολλά, πάρα πολλά πρόσφορα σημεία, στην εκπαίδευση και την απαξίωσή της, και με αφορμή, από τις πάμπολλες αφορμές, την πρόσφατη παράλυση του ΕΜΠ, με «τα ωραία μοντέρνα κτίρια, πάνω, στου Ζωγράφου» να έχουν ερημώσει, και με τους φοιτητές του, παιδιά στα νοητικά ντουζένια τους, να έχουν περιέλθει σε κατάσταση σήψης, δεν μπορώ παρά να οδηγηθώ στη διαπίστωση πως, σαράντα χρόνια μετά, εξακολουθούμε να «είμαστε άοπλοι», τώρα πια και μεταφορικά, με την έννοια της ανέχειας σε εφόδια πνευματικά.

  13. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    12: Ναι, εγώ τη χρησιμοποιώ πολύ την άνω τελεία -κι ας μη βγαίνει εύκολα στον κομπιούτερ.

  14. Συνειδητοποιώ (όχι για πρώτη φορά) πως έχουν περάσει περισσότερα χρόνια από το Πολυτεχνείο απ’ όσα από την Κατοχή ως τότε…

  15. Προσγολίτης said

    Καλησπέρα σας!

    >αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό, που ακούγεται σα να θυμίζει «δεν τελειώσαμε ακόμα»• είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες…

    Είναι και κείνοι οι στίχοι του Ρίτσου:
    «… σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε,
    σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε»

  16. Gpoint said

    # 13

    πως μπαίνει η άνω τελεία ;

  17. Δεν έχει προβλεφθεί με συντόμευση στο πληκτρολόγιο, κι αυτός είναι βέβαια ένας βασικός λόγος της πολύ περιορισμένης -έως και εξαφάνισης- χρήσης της.

    Αντιγράφω από wikipedia:

    Στο ελληνικό πληκτρολόγιο δεν υπάρχει πλήκτρο αποκλειστικά για την άνω τελεία και για την εισαγωγή της πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας συνδυασμός πλήκτρων. Συγκεκριμένα:
    Σε λειτουργικό σύστημα Microsoft Windows χρησιμοποιείται ο συνδυασμός Alt + 0903 ή Alt + 0183. Στο πολυτονικό πληκτρολόγιο: ALT + Shift + ].
    Σε λειτουργικό σύστημα Mac OS X και Linux χρησιμοποιείται ο συνδυασμός AltGr + Q.

  18. Πολύ καλογραμμένο, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως τόχει γράψει ο Νικοκύρης στα 25 του.

    Ως παλιός τρόφιμος του ΕΜΠ δεν χάνω την ευκαιρία να υπογραμμίσω την σποντίτσα (εν έτει 1984) του Νίκου για τους Μαοϊκούς «που τώρα [τότε] θα γυρνάνε σε διαδρόμους υπουργείων». Όχι πως έπεσε πολύ έξω, δηλαδή… Αλλά θυμάμαι έναν (τότε) Μαοϊκό, μεγάλο πηγαδιάρη, τα ίχνη του οποίου είχα χάσει για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα. Δαιμόνιος, πανέξυπνος, διαβασμένος και με χιούμορ. Πολύ χάρηκα όταν είδα άρθρο του για την υπεράσπιση της ΕΡΤ και το ξεπούλημα των ψηφιακών συχνοτήτων στους καναλάρχες, ένα άρθρο εμπεριστατωμένο, τεκμηριωμένο και σαφές, σαν να τον άκουγα στα πηγαδάκια του ΄79-’80. Νίκος Μιχαλίτσης το όνομά του, πρώην τεχνικός διευθυντής της ΕΡΤ. Φυσικά, έχει ξυρίσει το θηριώδες κόκκινο μουστάκι του αλλά κατά τα άλλα παραμένει ο ίδιος!

  19. ἐπειδὴ ἔχω διαβάσει ὅλη τὴν συλλογὴ διηγημάτων βρίσκω τὴν γραφὴ τοῦ Νικοκύρη ἐξαιρετικὴ καὶ ἀπορῶ γιατὶ ἔμεινε μόνο στὶς 2 συλλογές. τὸν ἀπορρόφησαν μείζονα συγγραφικὰ ἐρευνητικὰ ἔργα φαίνεται.

    κι ἐγὼ παιδεύομαι μὲ τὴν ἄνω στιγμή. συνήθως τὴν γράφω τὸ στὸ wordκαὶ μετὰ παστώνω τὸ κοπίδι.

  20. Εθνικόφρων said

    Αξιότιμοι σύντροφοι,

    Έχει ενδιαφέρον το σημερινόν νεανικόν διήγημα του κ. Σαραντάκου Νικολάου, υπό την εξής έννοιαν: Αν ηδύνατο να το αναγνώση είς Αμερικανός καθηγητής, θα έφριττε με το μπολσεβίκικον ξεχαρβάλωμα της Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως τα τελευταία 40 έτη εις το Ρωμέηκον. Είναι αδιανόητα διά τον Αγγλοσαξωνικόν Κόσμον πολλά απ’ όσα αναφέρει ο 24χρονος Σαραντάκος (κρυφτούλι Πρυτανικών Αρχών με αφισσοκολλητάς, συστηματική ρύπανσις κτηριακών εγκαταστάσεων πανεπιστημιακού ιδρύματος, κυριαρχία των Μαοϊκών και των Σταλινικών φοιτητών κλπ). Το συμπέρασμα εις ό θα κατέληγε ο Αμερικανός αναγνώστης του Σαραντακείου πρωτολείου είναι το εξής: Το Ρωμέηκον χρεωκόπησεν εξ αιτίας της παρανοϊκής χριστιανικής ανοχής που έδειξαν επί 40 έτη οι κρετίνοι Ηγέται του εις τους πάσης φύσεως Μπολσεβίκους.

    Επειδή τυγχάνω και εγώ παλαιός (1961) απόφοιτος του ΕΜΠ, επιτρέψατέ μοι μίαν μικράν συμπλήρωσιν εις όσα αναφέρει ο κ. Σαραντάκος διά το κτήριον Γκίνη: Η κατασκευή του ωλοκληρώθη ολίγον προ της 4ης Αυγούστου (1935) και είναι δημιούργημα του Κωνσταντίνου Κιτσίκη, θείου του τουρκολόγου εθνικομπολσεβίκου καθηγητού Δημητρίου Κιτσίκη. Επήρε το όνομά του από τον θρυλικόν καθηγητήν Άγγελον Γκίνην, όστις υπήρξε (1910-1928) ο μακροβιώτερος ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, δεδομένου ότι εκείνην την εποχήν ΔΕΝ υφίστατο ο τίτλος «Πρύτανις».

    Ο Άγγελος Γκίνης υπήρξεν «Εθνικόφρων» και «ακροδεξιός» «του κερατά», απόδειξις ότι

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%91%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%91%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CF%8E%CE%BD

    ήτο διορισμένον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, άμα τη Ιδρύσει της υπό του Δικτάτορος Παγκάλου τω 1925. Περισσότερα διά το ΕΜΠ του Μεσοπολέμου δύνασθε να καταβιβάσητε εδώ

    http://www.ntua.gr/old/gr_announce/170/parousiaseis170/files170/SYNEDRIA%20I/1601_presentation.pdf

    και εδώ, πατώντες το υπ’ αριθμόν 3 θέμα «pdf, παρουσίαση εγγράφου»

    http://www.google.gr/webhp?nord=1#nord=1&q=%CE%BF+%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%82+%CE%86%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82+%CE%93%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82

    Διά σήμερον σάς προσφέρω εν θαυμάσιον σύγγραμμα διά να εντυπωσιάζητε τους φίλους σας με τας επιστημονικάς σας γνώσεις υπό τον εύγλωττον τίτλον «1001 σοκαριστικαί επιστημονικαί αλήθειαι»

    τρία βιβλία διά να βελτιώσητε την ταχύτητα με την οποίαν αναγιγνώσκετε

    το ήδη συλλεκτικόν τεύχος – αφιέρωμα του περιοδικού «Time» εις τον μακαριστόν ιδρυτήν της Apple Στήβεν Τζόμπς

    http://www.scribd.com/doc/142298278/Time-Magazine-Special-Edition-Steve-Jobs

    και το κλασικόν σύγγραμμα του μεγάλου Γάλλου ελληνιστού Ρομπέρ Φλασελιέρ «Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος των Αρχαίων Ελλήνων» εκδ. «Παπαδήμα»

    Περαίνων, επιθυμώ να ευχαριστήσω την εκλεκτήν αναγνώστριαν του παρόντος Ιστολογίου, κυρίαν Στράταν Στρατούλαν διά τα καλά της λόγια εις το πρόσωπόν μου, προσθέτων ότι την κατανοώ απολύτως, δεδομένου ότι υπήρξα και εγώ επί τριάκοντα έτη Έλλην του Εξωτερικού, κερδίζων το παντεσπάνι μου με μυρίους κόπους.

    Τέλος, ευχαριστώ και τον κ. Earion, διευκρινίζων ότι δεν δύναμαι να αναπτύξω περισσότερον και καθ’ εκάστην τα θέματα που υπαινίσσεται, δεδομένου ότι θα αντιδράσουν ωρισμέναι αναγνώστριαι του παρόντος Ιστολογίου και θα ζητήσουν την αποπομπήν μου από τον ρέκτην κ. Σαραντάκον

    Και εις άλλα με υγείαν

    ΕΘΝΙΚΟΦΡΩΝ Έλλην και ουχί Ρωμηός καρπαζοεισπράκτωρ
    Μέγας Ευεργέτης του παρόντος Ιστολογίου (Βιβλιοθήκη Loeb, Λεξικόν Liddell-Scott κλπ.)

  21. ΠΑΝΟΣ said

    Ο Γιάννης Δημαράς έχει γράψει το βιβλίο «Εμπρός στον Έτσι που χάραξε ο τέτοιος» (1981).

  22. Πλατωνική η λύση εδώ και χρόνια, αφού επέμενε ο πιδύος· προσθήκη στο σκριπτάκιον του AutoHotkey AutoHotkey.ahk, το οποίο, πανάλαφρο, φορτώνεται με την έναρξη του καταραμένου λειτουργικού.

    !q::
    {
    SendEvent {U+0387}
    }
    return
    
    #.::
    {
    SendEvent {U+2026}
    }
    return
    

    Αποτέλεσμα η άνω τελεία στο q· μπόνους ο χαρακτήρας των αποσιωπικών «…» στο Winkey-τελεία* -κι όποιοι άλλοι, γιούκικοντ και μη, τραβάει η καρδιά σας.

    *χρήσιμο εκεί που είναι μετρημένοι οι χαρακτήρες -λέγε με τουίτερ- και γλυτώνεις δύο, αποφεύγοντας τις τρεις τελείες.

  23. ΒίκυΝ said

    Από τη μια τα τραγούδια, από την άλλη ο Νοέμβρης, αυτή ήταν μια από τις συναρπαστικότερες εβδομάδες σας. Μήπως -λέω μήπως- να δημοσιεύατε περισσότερα κείμενά σας γραμμένα από καρδιάς;

  24. sarant said

    16-17-22: Μπράβο, Στάζιμπε. Στο Word την έχω κάνει μάκρο.

    18: Τον θυμάμαι, ήταν πολύ χαρακτηριστική μορφή 🙂

  25. 20 Ο αγγλοσαξονικός κόσμος, βεβαίως, ξεμπέρδεψε μια και καλή (;) από τέτοιες εικόνες λίγα χρόνια πριν από το εν λόγω αφήγημα.

  26. 24 Απ’ το autohotkey παίζει παντού· σε οποιαδήποτε, δηλαδή, unicode εφαρμογή.

  27. sarant said

    23: Λέτε; Σας ευχαριστώ πολύ!
    Χαίρομαι πολύ που σας άρεσαν!

  28. spiral architect said

    – Όλγα , είναι φανερό ότι οι καταληψίες του  Πολυτεχνείου-όπως κι αυτοί της Νομικής πριν λίγο καιρό- είναι αργόσχολοι , αιώνιοι φοιτητές , αναρχικοί και μπαχαλάκηδες που δεν αφήνουν τους σωστούς φοιτητές και νοικοκυραίους να σπουδάσουν. […]
    🙄

  29. εξευτελισμός και απαξίωση εκ των έσω…

  30. Πάνος με πεζά said

    Ως φοιτητής ΠΜ (ναι, εκεί στου Γκίνη) την περίοδο 1987-1992, έζησα τις χειρότερες καταστροφές του Πολυτεχνείου στις επετείους του, μεταξύ των οποίων και την καταστροφή της ιστορικής Πρυτανείας. Θυμάμαι καταστήματα της Στουρνάρα να αραδιάζουν στα πεζοδρόμια την επόμενη μέρα του «εορτασμού» δεκάδες καμένα ρούχα, υπολογιστές και άλλα εμπορεύσιμα αντιείμενα…

    Ως φοιτητής, αν και πιστός στο μήνυμα της επετείου, δεν πήγα ποτέ να αφήσω ένα λουλούδι. Όσο είχα στεναχωρηθεί που δε μου έλαχε ποτέ στο σχολείο να μετέχω στο «στεφανοφόρο» άγημα, άλλο τόσο ζώντας εκ των έσω το Ίδρυμα, αποστασιοποιήθηκα από τον επιτόπου εορτασμό και τις πορείες, κρατώντας-όπως οι περισσότεροι- τη δική μου αλήθεια μέσα μου.

    Κι ήρθαν και δυο πράγματα που με τσάκισαν : το πρώτο ήταο το τραγούδι του Τσακνή φυσικά, από τα λίγα ελληνικά τραγούδια που τα λένε «με το νι και με το σίγμα».

    Το δεύτερο, σε μια εκπομπή του Κούλογλου, κατά το 2003, όπου μίλησαν αρκετοί, είδα κάποιον τότε φοιτητή φαρμακευτικής, το Διονύση Μαυρογένη, μεταξύ άλλων πολλών ομιλητών (Νάντια Βαλαβάνη, Νίκος μπίστης απ’ όσο θυμάμαι). Την άλλη μέρα που συμπτωματικά πήγα στο φαρμακείο του Χαλανδρίου που βρισκόταν απέναντι από το γραφείο, που το όνομα δεν το είχα προσέξει ποτέ βέβαια, με έκπληξη ψέλλισα «Μα…εσείς…χτες το βράδι….»
    -Ναι φίλε μου, και μη νομίζεις ότι έχω ξαναπατήσει από τότε…

    Θυμήθηκα και παλιότερα χρόνια, τέλη του 1990, δουλεύοντας σε γραφείο στα Εξάρχεια. Πλησιάζοντας οι μέρες, η κατάσταση γινόταν όλο και περισσότερο «αναπαράσταση». Αστυνομικοί παντού, ακόμα και βγαίνοντας από την πόρτα του γραφείου. Χαριτολογώντας έλεγα «Να δεις που θα έρθει εποχή που θα στήνουν κι ένα τανκ έξω από την πόρτα, προς αποφυγήν επεισοδίων» !

    Το γελάς;

  31. michm said

    κε Σαραντάκο πολύ καλό το διήγημά σας, μέρα που είναι και @28 ευχαριστώ για το “Αν υπήρχε MEGA το ’73…”

  32. cronopiusa said

    Καλησπέρα
    και μένα μου άρεσε το διήγημά σας
    ευχαριστώ και ανταποδίδω

  33. spiral architect said

    Zει ρε κουφάλες, ζει

  34. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    30 – Αγαπητέ Πάνο, δυστυχώς κάπως έτσι είναι τα πράγματα, κι ας έγραφε ο Νικοκύρης στα νιάτα του, οτι όποιος δεν αισθάνεται την θαλπωρή του χώρου, είναι ούτε λίγο ούτε πολυ, παράξενος. Εγώ είμουν στα 13 το 1973, και πήγαινα με τον 15 χρονο αδερφό μου σε νυχτερινή σχολή στην πλατεία θεάτρου, στην Διπλάρειο. Γραμμένος στην ΚΝΕ αυτός, έγραψαν κι εμένα, (παιδομάζωμα κανονικό) και εκείνο το τριήμερο, αντι να πάμε στην σχολή πηγαίναμε στην συγκέντρωση έξω απο το πολυτεχνείο. Δεν θα πω οτι ήξερα τι γινόταν βέβαια, οτι μας έλεγαν στη οργάνωση
    αυτο ήξερα. Την Πέμπτη το βράδυ που έγινε χαμός, τρέχαμε απο την Στουρνάρη
    προς την Κάνιγγος για να σωθούμε, λίγο πριν την πλατεία, έρχονταν απο εκεί
    μπάτσοι, ολοι γύρισαν αντίθετα εγω μπερδεύτηκα χάθηκα με τον αδερφό μου, μου
    την πέσανε δεν ξέρω κι εγώ πόσοι, μπορεί τρείς μπορεί και δέκα, αυτο που θυμάμαι
    είναι οτι ξύπνησα σε μια γωνιά προς την Ακαδημίας, (μάλλον στην Θεμιστοκλέους)
    γεμάτος αίματα και κάποιοι να με ρωτάνε αν είμαι καλά. Μου έδεσαν το κεφάλι που το
    είχαν ανοίξει οι γκλοπιές με το εσώρουχο φανελάκι μου, και με πήραν μαζί τους (με
    τα πόδια βέβαια) μέχρι την Αλεξάνδρας, απο κεί έφυγα μόνος μου για το Ν Ψυχικό
    που έμενα, πονόντας σε όλο μου το κορμί. Γύρω στις 4 έφτασα στο σπίτι και η μάνα
    μου τρελαμένη, μόλις με είδε μόνο που δεν λιποθύμισε. Πήγα πάλι στην επέτειο του
    75, η πορεία ήταν τεράστια, ενώ τερμάτιζε στην αμερικανική πρεσβεία, υπήρχαν
    ακόμα άλλοι που ξεκινούσαν. Τότε στα δεκαπέντε μου, ήταν ακόμα ζωντανές οι
    θύμισες, και για μένα, αλλα και για τον κόσμο, και είχα μάθει για ποιο λόγο έγινε όλο
    αυτο το σκηνικό, και αισθανόμουν μια κρυφή περηφάνια, ήμουν κι εγώ εκεί τότε, κι ας
    μην ήξερα για ποιό λόγο. Η τάση μου να μη δέχομαι αρχηγό και καπέλωμα, με έκανε
    να φύγω απο την ΚΝΕ στα 18 μου, τον Ιούλιο του 1979, ήδη επηρεασμένος απο
    διάφορους «αιρετικούς» για το κόμμα, έβλεπα αλλιώς τα πράγματα. Τον Νοέμβριο που
    πήγα πάλι στο πολυτεχνείο, το μόνο που δεν με ενόχλησε απο αυτά που γράφει ο
    Νικοκύρης, ήταν τα ζευγαράκια που φιλιόντουσαν, ολα τα άλλα με ενόχλησαν, και
    μάλιστα πολύ. Απο τότε δεν ξαναπήγα, δεν μου λέει τίποτα αυτο το κομματικό
    πανηγύρι, προς όφελος όπως πάντα του κεφαλαίου. Βλέπεις, αυτοί που είχαν
    ιδανικά και αξιοπρέπεια, δεν ξεπουλήθηκαν στην εξουσία, εξαργυρώνοντας την
    όποια επαναστατικότητα τους, όπως έκαναν πολλοί άλλοι, που απο το ΕΔΩ
    ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, τωρα λένε ΕΔΩ ΒΡΥΞΕΛΕΣ.

    Σου αφιερώνω ενα τραγούδι του Τσακνή, που εξηγεί τον λόγο που ξεπουλιούνται οι περισσότεροι άνθρωποι, αγωνιστές και μπουμπούκοι, είναι πέρα απο τις δυνάμεις τους.

  35. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    33 – ΖΕΙ σίγουρα, όπως κι ο Μεγαλέξανδρος.

  36. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Το Πολυτεχνείο δε θα το βρεις εκεί,»αν δεν το κουβανείς μες την ψυχή σου» πηγαίνοντας,για να το πάρεις μαζί σου στην πορεία μετά.
    Φέτος είναι και τα εικοσάχρονα από το θάνατο του μεγάλου γλύπτη Μέμου Μακρή που δώρισε «το
    κεφάλι», που αφήνουμε τα λουλούδια και τα σημειώματα μπροστά στην είσοδο, με τα χαρακτηριστικά του Νίκου Σβορώνου.Συγκινούμαι ιδιαίτερα για δυο-τρεις λόγους παραπάνω:και τον ίδιον το γλύπτη ευτύχησα να συναντήσω στη Αθήνα (γοητευτικά τεράστιος, με απέραντο βλέμμα) και το εργαστήρι του επεδίωξα και επισκέφτηκα,όταν βρέθηκα στη Βουδαπέστη,ενώ είχε επιστρέψει ήδη στην Ελλάδα και δυο αγάλματά του κοσμούν την Ιεράπετρα,όπου του έχουν αφιερώσει την ομώνυμη πλατεία.
    Ακόμη,πριν πέντε χρόνια, εκεί στο πλάι,στην πεζοδρομημένη τάχα Τοσίτσα,Μ.Πέμπτη μεσημέρι,μόλις είχε βγεί από το Εθνικό Μουσείο όταν χτυπήθηκε θανάσιμα από έναν μηχανάκια η καλή αρχαιολόγος Ηώ Ζερβουδάκη.
    Ο άλλοτε πανέμορφος χώρος ρημάζει.Μόνιμα κλειστή πια η αυλόπορτα του Μουσείου προς την Τοσίτσα (για να μη βλέπουν λέει οι επισκέπτες τ ανθρώπινα-νεανικά δυστυχώς-κορμιά που ξεμένενανε αποβραδίς στα παρτέρια μετά τη χρήση!)Οι νεραντζιές καρατομηθήκανε και κάθε Νοέμβρη τρυγούν ανελέητα τ άγουρα νεράντζια εργάτες του Δήμου για να μην έχουν να εκφενδονίζουν οι άτακτοι των ημερών.΄Εχω τύχει δυο χρονιές στη σκηνή και μου έμεινε τραύμα.Κατεβάζουν άτσαλα κλώνους, φύλλα και καρπούς κι είναι πια σακατεμένα τα ηλικιωμένα οπωροφόρα.
    Βρωμάει και ζέχνει κατά τόπους η Τοσίτσα εκεί.Σε πείσμα της αποκοπής της διόδου μεταξύ των δύο κτηρίων (Εθνικό Μουσείο και Μετσόβιο) και εις μνήμην ανθρώπων και γεγονότων, περνάω πάντα-πάντα μέσα από το Πολυτεχνείο και κάνω μετά κύκλο από την Πατησίων.Το υποστηρίζω και το διατυμπανίζω αυτό σε φίλους και γνωστούς που μένουν ή εργάζονται πέριξ. Διεκδικώ τη διαδρομή. Ακόμη κι αν στοίχειωσε και βρώμισε, θα διαβαίνω.Προτρέπω κι όλους το ίδιο. Καταχαίρομαι την εποχή που τα παιδιά (οι υποψήφιοι;) της Σχολής Καλών Τεχνών ετοιμάζουν τα έργα τους κι όλο κάπου τ ακουμπούν γύρω στο προαύλιο προς τέρψιν των διερχομένων.
    Προσφυές ,με αλήθειες και οικείες εικόνες και παραστάσεις το ψυχοχρονογράφημά σας Νικοκύρη . Χαρτογραφεί μεστά και κεφάτα ταυτόχρονα, μια επόμενη φάση (10-12 χρόνια μετά το ΄73),του Πολυτεχνείου. Περιμένουμε να γραφτεί η τωρινή, που θέλω να πιστεύω πως «οι νύχτες είναι γκαστρωμένες». Ως πού θ αντέξουμε αυτόν τον κατήφορο;

  37. sarant said

    36: Μου άρεσε αυτό με τη διαδρομή που τη διεκδικείς!

  38. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Είναι και λίγο αστείο γιατί κάποιες φορές που σφαλίζουν την πόρτα προς την Τοσίτσα, αν κάτι έντονο συμβεί απόξω, βάζω το χέρι και ξεμανταλώνω, με νόημα στο θυρωρό να μη σηκωθεί από το κουβούκλιο.Μάλλον με αναγνωρίζουν ή δεν τους φαίνομαι ζόρικη και δε σηκώνονται καν.΄Ομως η αυλόπορτα του Μουσείου δεν ξανάνοιξε! Κόπηκε από κείνη την πλευρά το πέρασμα.Βλέπω το λουκέτο και κοντοστέκομαι κάθε φορά.Σκέφτομαι να σκαρφαλώσω κι ό,τι γίνει

  39. physicist said

    Στις σοβαρές χώρες δεν χρειάζεται να διεκδικήσει κανείς πολίτης την πρόσβαση στους χώρους των ΑΕΙ. Δεν χρειάζεται να τρέμει το φυλλοκάρδι του, ούτε να του έρχεται εμετός από την αηδία ενώ προσπαθεί να διασχίσει τα σκάρτα 100 μέτρα της διόδου από την Τοσίτσα στη Στουρνάρα. Δεν παραδίνονται τα Πολυτεχνεία και τα Πανεπιστήμια στην αυθαιρεσία κάθε ανεξέλεγκτου καραγκιόζη που εγκληματεί σε βάρος των φοιτητών και του διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού. Τα ΑΕΙ είναι χώροι έρευνας και μάθησης, ενώ τα ιστορικά τους κτίρια στα κέντρα των πόλεων είναι αρχιτεκτονικά σημεία αναφοράς.

    Αλλά είπαμε, αυτά στις σοβαρές χώρες.

  40. Νικολέτα said

    κάθε μάζη πρέπει να δίνεται υπεύθυνα

  41. Costas said

    22 Stazybo, θενκς. Μόνο που η άνω τελεία με αυτό το σκριπτάκι βγαίνει με alt-q, όχι με σκέτο q, όπως έγραψες (άλλωστε το σκέτο q είναι πιασμένο από το ; ).

    16-17 Ένας άλλος τρόπος για άνω τελεία, χωρίς σκριπτάκι αλλά που πιάνει μόνο στο Word, είναι να γράψουμε 0387 και μετά να πατήσουμε alt-x. Εξαφανίζεται το 0387 και τη θέση του την παίρνει η άνω τελεία (η σωστή, η ψηλή· όχι η άσχημη η μεσαία· του alt-183).

  42. Γς said

    14 @ Αγγελος

    Δυστυχώς.
    29-40.
    29 χρονια στην ανηφόρα, απ την κατοχή που γεννήθηκα και 40 χρόνια μέχρι τώρα, στην κατηφόρα.

  43. Γς said

    39:

    >Δεν παραδίνονται τα Πολυτεχνεία και τα Πανεπιστήμια στην αυθαιρεσία κάθε ανεξέλεγκτου καραγκιόζη που εγκληματεί σε βάρος των φοιτητών.

    Α, όχι και καραγκιόζη! Ο Καραγκιόζης δεν εγκληματεί ποτέ!
    Ασε που δεν μπορώ να φανταστώ ανεξέλεγκτο ή μη Καραγκιόζη.

    Ακου καραγκιόζης… Γιατί μάθαμε να βλαστημούμε

  44. spiral architect said

    @35: Φρόντισε να το ψάξεις αυτό, έχεις άσχημα παιδικά βιώματα.
    (βλέπε #34)

    @39: Ναι, στις σοβαρές χώρες, σε όσες απ’ αυτές κρατούν ακόμα τα προσχήματα. 😐
    – Τα ΑΕΙ είναι χώροι έρευνας και μάθησης.
    – Οι εργασιακοί χώροι -για όσους δουλεύουν ακόμη- είναι χώροι δουλειάς.
    – Στα σπίτια -άμα δεν μας τα πάρουν- κοιμόμαστε.

    Τότε που; 🙄

  45. 41 Ε, ναι, με Alt. Παράλειψή μου… Κάνεις παπάδες με το autohotkey πάντως

  46. Gpoint said

    Ρε συ Λάμπρο πως γίνεται νάσαι 13 το 73 και 18 το 79 ; Δεν σε άγγιξε κάποιος χρόνος ;

  47. Νέο Kid Στο Block said

    46. Αυτό δεν είναι τίποτα! (τα ξέχασες τα Μαθηματικά στον καθαρό αέρα και στ’αλευρώματα ..).
    Ξέρω κάποιον που κάθε πρωτοχρονιά λέει: «Προχθές ήμουνα 40 χρονών, Του χρόνου θα γίνω 43.»
    Έχει γενέθλια στις 30 Δεκέμβρη.

  48. sarant said

    Και ο Πωλ Νορ (γεννημένος το 1898) είχε βάλει στόχο να ζήσει τρεις αιώνες (ως το 2001 δηλαδή) αλλά δεν τα κατάφερε…

  49. 47 Κάπου τόχασε όμως στο προχθές ε;

    Προσπαθούσα να βρω τι μου θύμιζε αυτό με τις ασκήσεις φυσικής που έμειναν άλυτες, και να:

  50. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    43 – Σωστός.

    44 – Έχω πολύ πιο άσχημα βιώματα απο αυτά (ο πατέρας μου ήταν εξορία τότε και μετα απο δυο χρόνια πέθανε) αλλα και πάρα πολλά πολύ όμορφα, δεν έχω κανένα παράπονο απο την ζωή. Το έχω ψάξει, και συγκρίνοντας τα βιώματά μου, με τα βιώματα άλλων παιδιών του κόσμου, βρήκα τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό, και το έχω ξεπεράσει, . Αν δεν είμαι ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος στην Ελλάδα (και στον πλανήτη) σίγουρα είμαι απο τους πιο αισιόδοξους, και δεν έχει να κάνει με οικονομική άνεση, το αντίθετο θα έλεγα, απλώς είναι στάση ζωής.

    43 – Δεν βγαίνει ε; Αν όμως ταξίδευα με την ταχύτητα του φωτός για ενα χρονικό διάστημα, δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό; ο φυσικός θα μπορούσε να ξεδιαλύνει το «μυστήριο».

    46 – kid δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία μου, η μάλλον έχω, όλοι με νομίζουν για 10 έως και 20 χρόνια νεότερο, απο μικρός ήμουν πάντα μικρότερος. Το προηγούμενο Σάββατο που πήγα με την μικρή μου κόρη (18χρονη ) στην λαϊκή, δυο μανάβηδες δεν πίστευαν οτι είναι κόρη μου, μας πέρασαν για ανδρόγυνο, κι απο τότε την λέω θεία (και μου πετάει οτι βρεί μπροστά της).

  51. physicist said

    #44(β). — Τα ΑΕΙ είχαν γίνει παράγκες πολύ προτού ξεσπάσει η κρίση. Και πέρα απ’ αυτό, την υπόνοια ότι ενόσω δεν υπάρχουν δουλειές δεν πειράζει να κάνουμε και τα Πανεπιστήμια κωλοχανεία δεν την κατάλαβα ποτέ.

  52. spiral architect said

    Φυσικέ μου, δυστυχώς η κρίση (και αυτών των αξιών, αν θέλεις) δεν αφήνει κανένα χώρο ανέγγιχτο. Μπορεί στα πανεπιστήμια στο παρελθόν κάποιοι να ενοχλούνταν απ’ τις ταπετσαρίες των αφισών και τα τραπεζάκια των παρατάξεων, αν όμως ήθελες να μάθεις, μάθαινες.
    (και συνάμα έπαιρνες ή δεν έπαιρνες θέση για τα πολιτικά τεκταινόμενα)

    Η πλάκα είναι ότι, τώρα δεν υπάρχει αυτό το κλίμα που είχαμε γνωρίσει στο παρελθόν απ’ την πλευρά των συνήθων υπόπτων -των φοιτητών- αλλά απ’ το προσωπικό των πανεπιστημίων και αυτό είναι ακόμα πιο άσχημο:
    «Το κλειστό πανεπιστήμιο»: η άλλη μεριά του φεγγαριού (upd) | Yannis Zabetakis

  53. michm said

    Φίλοι,
    συμφωνώ @36 Το Πολυτεχνείο δε θα το βρεις εκεί,”αν δεν το κουβανείς μες την ψυχή σου” έτσι είναι, και μένα δεν μου άρεσαν οι γιορτές και τα επόμενα χρόνια πήγαινα την προηγουμένη πριν την πορεία και τους μεγάλους εορτασμούς για να αφήσω ένα λουλούδι στην γωνία Μάρνης και Αβέρωφ γι’ αυτόν που χτυπήθηκε μπροστά μου, αργά το απόγευμα της μεγάλης εκείνης μέρας και που δεν έμαθα ποτέ αν έζησε. Είχα μαζί μου τις περισσότερες φορές και ένα φίλο μου τελείως άσχετο πολιτικά, που έφαγε μια αδέσποτη στη Αλεξάνδρας και από την οποία κουτσαίνει έκτοτε. file:///home/m/Desktop/POLITEXNIO%20ZEI%20DSCN7275.JPG

    Στέλνω σε όλους σας και ένα σχόλιο δια χειρός ΣΤΑΘΗ.

  54. michm said

    το σωστό Link του σχολίου δια χειρός ΣΤΑΘΗ

  55. cronopiusa said

    Σύντροφε κοιμάσαι;

  56. physicist said

    #52(α). — «Αν ήθελες να μάθεις, μάθαινες», ναι, σωστό αυτό. Μετ’ εμποδίων βέβαια και μ’ έναν τρόπο που αποτελούσε ήδη από τότε προσβολή στην Παιδεία που χρηματοδοτείται από όλους τους φορολογούμενους [*], και που είναι η καλύτερη ευκαιρία για τους μη προνομιούχους να φτιάξουν μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και για τα παιδιά τους. Αλλά δεν μπορεί να μας ικανοποιεί το «αν ήθελες» και νομίζω το καταλαβαίνεις αυτό. Άσε δηλαδή που το «μάθαινες» είναι σχετικό και άσε που τα ΑΕΙ δεν είναι μόνο σχολεία αλλά και χώροι έρευνας. Άντε κάνε εσύ έρευνα με το εργαστήριό σου να το κλειδαμπαρώνουν οι ισχνές μειοψηφίες κατά πώς τους καπνίζει επειδή έτσι τους κάπνισε.

    Σε ό,τι αφορά το προσωπικό των ΑΕΙ, πληρώνουμε τη φτηνή πολιτική των αθρόων προσλήψεων επιστημονικού προσωπικού που βαφτίστηκε διοικητικό, από τη μια, και την ανεπάρκεια ορισμένων αστείων τύπων που μασκαρεύονται για Πρυτάνεις από την άλλη. Οι δράστες δεν πληρώνουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Αυτές μεταφέρονται σε όσους δεν έχουν τους πόρους να σπουδάσουν στο εξωτερικό και είτε τελματώνουν στην Ελλάδα είτε χρεώνονται επιπλέον για να το κάνουν.

    [*] Αποφεύγω επιτούτου την ανόητη έκφραση «δωρεάν Παιδεία», γιατί ακόμα κι αν δούλευε όπως έπρεπε, δεν θα ήταν δωρεάν. Τίποτε δεν είναι δωρεάν.

  57. Άρτεμη said

    Πέρασα δυό χρονιές ολόκληρο το τριήμερο στην περιφρούρηση και σε αλυσίδες που όριζαν τους διαδρόμους εισόδου – εξόδου στην έκθεση που γινόταν τα πρώτα χρόνια στο Πολυτεχνείο, ξενυχτώντας πάντα στον χώρο, κι’ αμέσως μετά στις πορείες.
    Δέν ξαναπήγα σε ολόκληρη πορεία Πολυτεχνείου.
    Οι επόμενες πορείες μού φαίνονται έκτοτε οδυνηρές. Και ξέρω πως οι περισσότερες,-οι καταλαβαίνετε γιατί.

  58. spiral architect said

    Ε, καλά τώρα, (χωρίς να ισοπεδώνω) και που δεν υπάρχουν ανεπαρκείς αστείοι τύποι που μασκαρεύονται για Πρυτάνεις; Και για να τη γενικεύσουμε τη συλλογιστική, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας. Στα τελευταία πλέον είναι καθεστώς η χρηματοδοτούμενη έρευνα από εταιρείες που επειδή δεν θέλουν να σκάσουν ένα κάρο λεφτά για R&D, γίνονται χορηγοί σχολών και τμημάτων με τίμημα στο υποπολλαπλάσιο.
    (τα γνωρίζεις καλύτερα από μένα)

    Απ’ την άλλη στη γιορτή που έκανε το Λύκειο της κόρης μου το Σάββατο που μας πέρασε, οι τοίχοι της αίθουσας εκδηλώσεων ήταν γεμάτοι από πανό και αφίσες χορηγών. Τα περισσότερα παιδιά διαμαρτυρήθηκαν, αλλά … |

    Δυστυχώς η εποχή της έρευνας του ’50 και του ’60 προς όφελος της κοινωνίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. 😦

  59. physicist said

    #58. — Παντού υπάρχουν οι αστείοι, αλλού συχνότερα αλλού σπανιότερα. Άλλοτε η γελοιότητά τους είναι γραφική, άλλοτε εκνευριστική και άλλοτε καταστροφική. Διαβαθμίσεις και διακυμάνσεις θα βρεια παντού, αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει και σοβαρός κόσμος στα πρυτανικά αξιώματα.

    Οι αφίσες των χορηγών είναι η άλλη πλευρά της ξεφτίλας, γιατί και οι φιλελεύθεροι (οθντκ) πολύ συχνά αστείοι και επικίνδυνοι τύποι της καρπαζιάς είναι. Απογοήτευση γενικώς.

    Τις δεκαετίες του 50 και του 60 δεν τις έζησα αλλά σε κείνες του 70 και του 80 που ήμουν στα θρανία της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης, μάθαμε γράμματα, έστω και μετ’ εμποδίων. Τίποτε δεν φαντάζει χειρότερο στα μάτια μου από το ξεχαρβάλωμα αυτής της δημόσιας εκπαίδευσης.

    ΥΓ: Δεν υπάρχει σοβαρή έρευνα αν είναι απλώς μια ξεπέτα R&D — το φαντάζομαι ότι το ξέρεις ο ίδιος αλλά το γράφω για λόγους πληρότητας, μιας και το ανέφερες. Η βαθιά έρευνα είναι δαπανηρή και τα ευεργετικά της αποτελέσματα μακροπρόθεσμα, άρα το βάρος μπορεί να το σηκώσει κατά κύριο λόγο ο δημόσιος τομέας. Γνωστά αυτά αλλά κάτι ανόητοι κάνουν πως δεν ξέρουν.

  60. spiral architect said

    @59: Εννοείται ότι, ούτε και γω γνώρισα το ’50 και το ’60, αλλά έχω στο νου μου τον εφευρέτη του εμβολίου της πολιομυελίτιδας Jonas Salk, που ρωτήθηκε γιατί δεν έκανε αίτηση για πατέντα του εμβολίου. Αυτός απάντησε, «θα είναι σαν να κατοχυρώνω με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τον Ήλιο». Ο Κύριος Salk δεν ήθελε να επωφεληθεί από αυτό που ο ίδιος πίστευε ότι ανήκε σε όλους. Ιδου η έρευνα που προείπα. 😉
    (τι λέω τώρα κι εγώ …) 🙄

    Πάντως κατάλαβα τι είδους υπόβαθρο απέκτησα στην Ελλάδα του ’70 και του ’80 όταν πήγα στο εξωτερικό, ανεξάρτητα αν κάποτε είχα κλειδώσει μαζί με άλλους ένα εργαστήριο Υψηλής Τάσης με αίτημα να φέρουν την καινούργια γεννήτρια κρουστικής απ’ το τελωνείο που περίμενε κάτι μήνες άπραγη.

  61. physicist said

    #60. — ‘Ερευνα για το καλό της κοινωνίας γίνεται και σήμερα. Μερικοί θα έλεγαν (είμαι ένας απ’ αυτούς) ότι έχει μάλιστα παραγίνει στοχευμένη από πολιτικούς με καλές(;) προθέσεις και βαθιά άγνοια, που νομίζουν ότι στην έρευνα ο δρόμος από το Α στο Β είναι ευθύγραμμος, προβλέψιμος και μπορεί να προγραμματιστεί.

    Καλά κάνατε τότε και φωνάζατε για τη γεννήτρια αλλά αντί να κλειδώσετε τον κόσμο γιατί δεν πηγαίνατε να κάνετε φασαρία στο Τελωνείο; (Θα πούμε κάποια φορά τι σκασμό λεφτά έδωσα σε κάτι κοπρίτες εκεί στον Πειραιά, έτσι ώστε να μ’ αφήσουν να βγάλω έξω τα χαρτόκουτα με τα προσωπικά μου βιβλία που είχα φέρει από την Αμερική. Τα οποία μετά τα ξανάστειλα στη Γερμανία με τη Λουφτχάνσα και τα παρέλαβα σε λίγα λεπτά χωρίς να πληρώσω πφένιχ σε Τελωνεία και μλκίες).

  62. spiral architect said

    @61: Άσχετο (λίγο) μιας και πιάσαμε τα της παιδείας: Μπας και είδες αυτή την ταινία;
    Εγώ την είδα προχθές και τη συστήνω ανεπιφύλακτα στους θετικοεπιστήμονες, τους λάτρεις της φυσικής, των διαστημικών ταξιδιών.
    Την διηγήθηκα με λίγα λόγια στην κόρη μου και αυτή μου είπε «καλύτερα να ερχόμουν μαζί σας να τη έβλεπα κι εγώ».
    (αυτά μετά τη γιορτή του σχολείου της)

  63. Α, εγώ την είδα και πολύ μου άρεσε! Χάρηκα που ξαναείδα και τον πίνακα ελέγχου των Σογιούζ που τον ήξερα από τις σοβιετικές μαθητικές εγκυκλοπαίδειες με κάθε λεπτομέρεια.

  64. physicist said

    #62, #63. — Δεν την είδα, παίδες, κι ούτε πρόκειται, ό,τι κι αν λέτε πως ήτανε καλή. Δηλαδή να με συμπαθάτε αλλά ταινία με τον Κλούνεϋ πρέπει να με πληρώσουν για να πάω, κι άν. 🙂

  65. spiral architect said

    @64: Κι όμως, ο Γιώργος ο Κλούνης παίζει δεύτερο ρόλο! Να πας, είναι του αντικειμένου σου, πρόκειται για πολύ καλή ταινία και συμβατή με τους φυσικούς νόμους. Γι’ αυτό και δεν είναι επιστημονικής φαντασίας, όπως την κατηγοριοποιούν, αν εξαιρέσεις ότι δεν υπάρχει ακόμα κινέζικος διαστημικός σταθμός σε τροχιά περί τη Γη.

  66. physicist said

    #65. — Μου ψιθύρισε μια συναδέλφισσα πως είναι όντως επιστημονικά ακριβής ταινία αλλά παίζει ο ακατονόμαστος, έστω σε δεύτερο ρόλο, άρα τέλος. 😉

    Κάπως σοβαρότερα: από ιδιοσυγκρασία/γούστο/παραξενιά, άμα πρόκειται για Φυσική σε ταινία, είτε θα δω ένα καλό ντοκυμανταίρ (κοίταγα προχτές με την κόρη μου ένα για τη γένεση του πλανητικού συστήματος και μας είχε γοητεύσει και τους δύο) είτε τίποτα. Ο σινεμάς είναι για μένα άλλο χωράφι, αρκετά τρώγομαι με τη Φυσική ολημερίς, αν είναι να πάω, θέλω να δω άλλο πράμα. Ξαναείδα τις προάλλες τους Συνήθεις Ύποπτους σε ντιβιντί και ξαναέπαθα πλάκα με την ταινιάρα, τι να πιάσει χαρτοσιά ο μορφονίος ο Κλούνης …

  67. spyroszer said

    Υπάρχει και ελληνική συμμετοχή στην ταινία. Ο Άγιος Χριστόφορος στο Σογιούζ, που τελικά φαίνεται ότι είναι προστάτης όλων των οδηγών !!

  68. spiral architect said

    @63, 66: “Στο διάστημα κανείς δεν ακούει τις κραυγές σου”
    Σιγκούρνι Γουίβερ – “Ρίπλι” Alien – 1979

  69. Περιπέτεια θα πας να δεις, ρε συ, άσ’ τη φυσική. Είναι σαν τον Ναυαγό αλλά στο διάστημα!

  70. physicist said

    #67. — 😀

    #69. — Εγώ την αφήνω, Δύτη. Αυτή δεν μ’ αφήνει.

  71. spiral architect said

    @67: Ο Άγιος Χριστόφορος ήταν αυτός στο Σογιούζ; 🙄

  72. spyroszer said

    71. Δεν το είδες; με ελληνικά γράμματα.

  73. Emphyrio said

    Οσοι μαθαμε γραμματα τοτε, μαθαμε γιατι θελαμε και γιατι μπορουσαμε. Οχι γιατι το συστημα της παιδειας ή της εκπαιδευσης ηταν καλυτερο. Αυτο δεν βαριεμαι να το λεω. Εμεις με τα πτυχια μας και τις γνωσεις μας ημασταν και ειμαστε οι τυχεροι. Σκεφτειτε ποσοι απο τους συμμαθητες σας δεν τελειωσαν το σχολειο.

    Προσωπικο παραδειγμα: Γυμνασιον Αρρενων Νεας Ιωνιας (οπως λεγοταν τοτε), στα Πευκακια, το μοναδικο της περιοχης μαζι με το αντιστοιχο Θηλεων. Μπηκα το 1972. Η τοτε Α Γυμνασιου ειχε 8 ή 10 τμηματα, το δικο μου ειχε 85 μαθητες περιπου (αν θελετε το πιστευετε). Η ΣΤ Γυμνασιου του 1978 (δηλαδη η Γ Λυκειου, μας ειχε προλαβει η μεταρρυθμιση του Ραλλη) ειχε 3 τμηματα Κλασικο και 3 τμηματα Πρακτικο. Το δικο μου ειχε 45 μαθητες. Περασαμε στο Πανεπιστημιο 2. Μονο 2 απο τους 45 (φυσικα και αλλοι απο τα αλλα τμηματα, αλλα δεν θυμαμαι). ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ; Τί εκαναν στην ζωη τους; Αυτην την απορια θελω να μου λυνουν οσοι λενε για το τοτε συστημα. Ηταν ολοι αχρηστοι, δεν ηθελαν να σπουδασουν, ή τους πεταξε το συστημα εξω;

  74. Stardark said

    Emphyrio μάλλον ήθελες να γράψεις «δεν μας είχε προλάβει η μεταρρύθμιση του Ράλλη» έτσι δεν είναι;
    Τελειώσαμε το ίδιο γυμνάσιο, εγώ μέχρι τρίτη γυμνασίου εκεί, μετά πήγα σε άλλο λύκειο (με πρόλαβε η μεταρρύθμιση) και τα πράγματα το 1974 που μπήκα είχαν βελτιωθεί. Ήμασταν αν θυμάμαι καλά 48 στο τμήμα στην πρώτη γυμνασίου και 45 στη δευτέρα!

  75. physicist said

    #73. — «Οι άλλοι» είχαν ζωή χωρίς να σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας προκαλεί έκπληξη. Όσο για το σύστημα, εγώ δεν θυμάμαι κανέναν να έκανε σε τέτοιο βαθμό φροντιστήρια και ιδιαίτερα· θυμάμαι, ακόμα, γονιούς που ενώ είχαν τον τρόπο τους, δεν έστελναν τα παιδιά στο ιδιωτικό, επειδή εκεί (έτσι έλεγαν) πέρναγε το γλείψιμο και το πορτοφόλι του μπαμπά καθόριζε εν πολλοίς και τους βαθμούς των παιδιών [*]. Ανθρώπους απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις κι απ’ όλες τις πολιτικές πεποιθήσεις να μιλάνε με περηφάνια για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα — φτωχό αλλά δίκαιο και πάνω απ’ όλα κοινό, εργαλείο για τη σφυρηλάτηση μιας κοινότητας. Ενώ τώρα να είναι ο κόσμος παλαβωμένος πώς θα πάει το παιδί στο Δούκα και στο Ζηρίδη (υπάρχει ακόμα αυτός;) και δεν ξέρω κι εγώ σε πιο άλλο ιδιωτικό, και ποιο απ’ αυτά έχει το πιο καλό όνομα. Κι αυτό είναι ξεφτίλα, χρεοκοπία της δημόσιας εκπαίδευσης, και το γράφω αυτό χωρίς να έχω την παραμικρή εχθρικότητα προς την ιδιωτική.

    [*] Δεν έχει και τόση σημασία αν αυτή η αίσθηση ανταποκρινόταν στην αλήθεια, κι ενδεχομένως ήταν άδικη για πολλά ιδιωτικά. Σημασία έχει ότι στην αντίληψη του πληθυσμού, το δημόσιο σχολείο υπερτερούσε ή, τουλάχιστον, δεν μειονεκτούσε σε βαθμό να πάει ο γονιός να τσακιστεί πώς θα στείλει σώνει και καλά το παιδί του στο ιδιωτικό.

  76. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    75 – Μα γι΄αυτό υποβαθμίστηκε η δημόσια εκπαίδευση, για να αναδειχθεί η ιδιωτική, που δεν προσφέρει κατι παραπάνω απο την δημόσια (ως προς την μάθηση) κατι που φαίνεται εύκολα στις πανελλήνιες. Ο Ζηρίδης ζεί και βασιλεύει στα Σπάτα, έχει φτιάξει ενα συγκρότημα πολύ ωραίο σε υποδομές, όπως και το Κωστέας Γείτονας, έφυγε απο την Αγίας Ελεούσης στο Μαρούσι, και πήγε στην Παλλήνη σε μεγάλο συγκρότημα, δουλειές με φούντες. Βέβαια η εκπαίδευση παγκοσμίως είναι απάτη, αλλα εδώ έχει εξελιχθεί σε παραμυθένια απάτη, με το αζημίωτο βεβαίως βεβαίως.
    Συμπέρασμα, μαθαίνουν αυτοί που μπορούν (οικονομικά) και θέλουν, όπως πάντα.

  77. Emphyrio said

    Οχι, μας ειχε προλαβει. Καλα το εγραψα. Την Ε Γυμνασιου δεν την εκανα – σε Β Λυκειου πηγα, κι’απο Γ Λυκειου τελειωσα. Του Πασοκ (φτου κακα) η μεταρρυθμιση δεν μας επιασε – ημασταν ακομα Αρρενων/Θηλεων, και τα κοριτσια φοραγαν ακομα ποδιες.

    Μεχρι που εφυγα το 1978 δεν υπηρχε παντως αλλο σχολειο δευτεροβαθμιας στον Δημο Νεας Ιωνιας. εκτος απο ενα ΚΑΤΕΕ. Αρα εξυπηρετουσε μια τεραστια περιοχη. Εγω τοτε ζουσα στην Ριζουπολη που ανηκει στον δημο Αθηναιων, και περπατουσα ως εκει καθε μερα (uphill both ways, in the summer snow).

  78. spiral architect said

    @73: Εμφύριε, οι «άλλοι» μπορεί να κουτσοτελείωσαν ένα γυμνάσιο ή ένα λύκειο, αλλά οι εποχές του ’70 και του ’80 ήταν διαφορετικές. Κρίση δεν υπήρχε, δουλειές υπήρχαν (σχεδόν) για όλους, όσοι δεν έπαιρναν τα γράμματα, μάθαιναν μια τέχνη είτε δίπλα σε κάποιον μάστορα, είτε σε μια τεχνική σχολή-λύκειο, είτε και τα δυο σε συνδυασμό, είτε άνοιγαν μια μικρή εμπορική επιχείρηση. Πολλοί απ’ αυτούς σύντομα πιαστήκαν οικονομικά καλύτερα από κάποιους συμμαθητές τους που έτυχε να συνεχίσουν σε ένα πανεπιστήμιο, δημιουργώντας φορές-φορές ένα περίεργο συναίσθημα «αποτυχίας» στους τελευταίους.
    Γενικά, επειδή μεγαλώνουμε, έχουμε την τάση να εξωραΐζουμε το παρελθόν και τα νιάτα μας, αλλά οι συνθήκες που υπήρχαν τότε ήταν πιο ευνοϊκές πήγαινες-δεν πήγαινες καλά στο σχολείο σου. Κανέναν λοιπόν τότε δεν πέταξε το σύστημα έξω κι όλοι βρήκαν καλώς-κακώς το δρόμο τους.

    Πλέον τώρα, όλοι οι απόφοιτοι λυκείων μπουν-δεν μπουν σε κάποια σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, βλέπουν το τέρας της κρίσης και της απραξίας να τους χαμογελά και αντιδρούν ασύντακτα, καθείς με τον τρόπο του κι ανάλογα με την κουλτούρα του:
    Π.χ. Κίνηση Φοιτητών για Ανοιχτές Σχολές. Ε, και; 🙄 😦

  79. physicist said

    #76. — Δεν το ήξερα για τον Ζηρίδη, Λάμπρο, είχε δει μόνο ότι δεν είναι πια στον Παράδεισο Αμαρουσίου όπως παλιότερα. Ευχαριστώ για το φρεσκάρισμα!

    Βέβαια η εκπαίδευση παγκοσμίως είναι απάτη, αλλα εδώ έχει εξελιχθεί σε παραμυθένια απάτη, με το αζημίωτο βεβαίως βεβαίως.

    Εδώ διαφωνούμε, ασφαλώς, αλλά την κουβέντα πρέπει να την κάνουμε με καφέ και με τίποτα ενισχύσεις από φαΐ και τέτοια, γιατί είναι μεγάλη. 😉

  80. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    79 – Aν πάψουμε να συγχέουμε την παιδεία με την εκπαίδευση, η κουβέντα μικραίνει αρκετά, ίσα που προλαβαίνουμε να φάμε, και στα εκπαιδευτήρια ως γνωστόν, δεν αποκτάς παιδεία, κυρίως για εξειδίκευση εκπαιδεύεσαι. Όταν με το καλό έρθεις στην Αθήνα, θα την κάνουμε την κουβεντούλα γευματίζοντας, η στο σπίτι ή σε ταβερνούλα. Στο μεταξύ, θα σου στείλω ένα σχετικό βιβλίο να διαβάσεις, θα με ενδιέφερε πολύ η γνώμη σου.

  81. physicist said

    #80. — Θα χαρώ πολύ, Λάμπρο.

  82. Μαρία said

    Στο αυτόφωρο ο Στρατής Μπαλάσκας γι’ αυτό:
    http://www.emprosnet.gr//article/52179-prokalei-me-tin-anohi-tinon

  83. sarant said

    Δες και το σχόλιο κάτω-κάτω…

  84. Vouts said

    Καλησπέρα σε όλους,
    Δεν εζησα τα γεγονότα, ήμουν -3 χρονών τότε.
    Πριν απο 2-3 χρόνια έ[εσε στα χέρια μου το Χρονικό των τριών ημερών της Κωστούλας Μητροπούλου. Δεν ξέρω , δεν μπόρεσα να το τελειώσω, μπούκωσε η καρδιά μου απο πόνο. Το έχετε διαβάσει;
    Σας ευχαριστώ όλους για τις αναμνήσεις. Και το Νικοκύρη γι’αυτό και το περσινό άρθρο.

  85. Μαρία said

    83
    Το είδα αλλά το παράρτημα Β. Αιγαίου δεν έχει ιστοσελίδα, για να το επαληθεύσω.
    Νομίζω οτι το παλιό δημοσίευμα του Μπαλάσκα, τότε που τον είχαν κράξει οι μαθητές γράφοντας συνθήματα, το είχαμε ξαναλινκάρει. Και μετά σου λέει στείλε το παιδί σου σε Πειραματικό 🙂
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=219417

  86. sarant said

    84: Ναι, γράφτηκε τότε, εν θερμώ. Κι εγώ σ’ ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: