Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο Αμερικάνος, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2013


Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μας αρέσει να συνεχίζουμε μια παλιά συνήθεια και να βάζουμε ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ πέρυσι έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. Φέτος επανέρχομαι στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο».

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιά στη σελίδα μου «Κείμενα μαζί». Είναι παρμένο από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, με περαιτέρω εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (μονοτονικό, υποτακτική). Αρχικά είχε δημοσιευτεί σε δυο συνέχειες, στις 25 και 26 Δεκεμβρίου 1891, στην εφημερίδα Άστυ με την οποία συνεργαζόταν τακτικά ο Παπαδιαμάντης εκείνη την περίοδο με μεταφράσεις.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι το διήγημα έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Παραθέτω μερικές από τις λέξεις που θα συναντήσουμε στην ανάγνωση.

* γιουλτζής ή, το συνηθέστερο, γιολτζής, είναι ο οδοιπόρος, αλλά και ο επιβάτης πλοίου. Η λέξη δάνειο από τα τουρκικά (yol ο δρόμος, θα θυμάστε ίσως την ταινία του Γκιουνέι).

* σφάντζικο είναι αυστριακό νόμισμα των είκοσι κρόιτσερ, που κυκλοφορούσε πολύ στην Ελλάδα και γενικά στη Μεσόγειο τον 19ο αιώνα. Οι γερμανομαθείς θα αναγνώρισαν το γερμανικό zwanzig, είκοσι. Τη λέξη τη δανειστήκαμε μέσω ιταλικών (la svanzica), γι’ αυτό και συχνά τη βρίσκουμε και σε θηλυκό γένος, η σφάντζικα.

* ο γεμιτζής δεν γεμίζει, είναι ο ναύτης -τουρκικό δάνειο, gemici.

* σ’τα’λεγα «ένα κιριμέ» λέει η γριά στην κόρη της. Αυτό το «ένα κερεμέ» είναι τούρκικο και νομίζω ότι σημαίνει «όλα μαζί», αλλά δεν έχω πρόχειρο το κιτάπι για να επιβεβαιώσω.

* μορφοδούλα είναι η προκομμένη.

Για ό,τι άλλο, ρωτάτε.

Και βέβαια, καλά Χριστούγεννα!

Ο Αμερικάνος

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

   Του Δημήτρη του Μπέρδε το μαγαζί ωμοίαζε, την εσπέραν εκείνην, με βάρκαν, κατά το φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην υπό των κυμάτων την μίαν πλευράν, με το ύδωρ εισπηδών από την κωπαστήν και περιρραντίζον τους δυστυχείς επιβάτας, όπου ο κυβερνήτης και ο ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες και λαμβάνοντες προστάγματα εις ακατάληπτον γλώσσαν, ο μεν ιθύνων μετά βίας το πηδάλιον, ο δε λύων και δένων τα ιστία, βοηθών διά της κώπης εκ του υπηνέμου, αμφότεροι τρέχοντες από την πρύμνην εις την πρώραν, καταπτοούντες τους απειροτέρους των επιβατών, περιρραινομένους από το αφρίζον κύμα, οσφραινομένους εγγύθεν και γευομένους την άλμην. Εξημέρωναν δε Χριστούγεννα, και έκαστος των πελατών επεθύμει να κάμει τα οψώνιά του. Ο κυρ Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία, γοητευόμενος από τας φωνάς των θαμώνων, ενθουσιών από τον κρότον των κερμάτων, των πιπτόντων διά της άνωθεν οπής, ως τα στρουθία εις την παγίδα, εις το καλώς κλειδωμένον συρτάρι του. Το παιδί, ο δεκαπεντούτης Χρήστος, ανεψιός του εξ αδελφής, δεν επρόφθανε να γεμίζει φιάλας εκ του βαρελίου, να κακοζυγίζει βούτυρον εκ του πίθου, να κενώνει μέλι εκ του ασκού, με την ποδιάν υψηλά εις το στήθος περιδεδεμένην, κι εξελαρυγγίζετο να φωνάζει αμέσως! εις οκτώ διαφόρους τόνους και ύψη· λέξιν την οποίαν με τον καιρόν είχε κατορθώσει να κολοβώσει εις αμές! είτα να συντάμει εις ’μες! και τέλος ν’ απλοποιήσει εις ες!

Εις μίαν γωνίαν του μαγαζείου όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι έπιναν την μαστίχαν των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε διά το δείπνον. Ήσαν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, περιμένοντες την κατάδυσιν του Σταυρού διά ν’ αποπλεύσωσι, κι εδεξιούντο ένα συνάδελφόν των, εκείνην την εσπέραν φθάσαντα αισίως με την σκούναν του, τον καπετάν Γιάννην τον Ιμβριώτην· έκαμαν όλοι με την σειράν τα μουσαφιρλίκια, είτα ο καπετάν Γιάννης ηθέλησε και αυτός να τους κάμει τα σαλαμετλίκια. Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμει κι εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια. Έως εδώ ευρίσκοντο και ωμίλουν ζωηρώς περί πραγμάτων του επαγγέλματός των, περί ναύλων, κεσατίων, περί σταλίας, περί φορτώσεων κι εκφορτώσεων, περί ναυαγίων και αβαριών. Ο καπετάν Γιάννης διηγείτο διά μακρών τα του τελευταίου ταξιδίου του, και είπεν ότι, ακουσίως του, ένεκα δυστροπίας τών τουρκικών αρχών, ηναγκάσθη να διατρίψει επί ημέρας εν Βόλω, όπου είχε προσεγγίσει προς μερικήν εκφόρτωσιν.

–         Α! δεν σας είπα και ένα γιουλτζή που πήρα απ’ το Βόλο, είπε.

–         Επήρες κανέναν επιβάτη απ’ το Βόλο; ηρώτησεν είς των φίλων του.

–         Δεν ηθέλησε να ξεμπαρκάρει, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μ’σαφίρη στο σπίτι, και δε θέλησε.

–         Και για πού πάει;

–         Έως εδώ, κατά το παρόν. Τον ηρώτησα, δεν ηθέλησε να μου πει.

–         Και τι δουλειά έχει εδώ;

–         Τι άνθρωπος είναι;

–         Πώς σου φάνηκε; διεσταυρούντο αι ερωτήσεις των πλοιάρχων.

–         Είναι άνθρωπος που έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένεια, κι έχει αφημένες μόνον τρίχες αποκάτ’ απ’ το σιαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικάνος, μα όχι πάλι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος· τα ολίγα λόγια που μου είπε ρωμέικα, τα είπε μ’ έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμέικα και τα ξέχασε. Τις πλειότερες φορές συνενοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω κι εγώ.

–         Σου είπε τ’ όνομά του;

–         Στα χαρτιά τον επέρασα ως Τζων Στόθισον, με αμερικάνικο πασαπόρτι.

Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γιάννης, όστις εκάθητο ερείδων τα νώτα επί του τοίχου, προς την θύραν βλέπων, ακουσίως ανέκραξεν:

–         Α! να τος!

Όλοι εστράφησαν προς την θύραν.

Είχεν εισέλθει άνθρωπος υψηλός, καλοφορεμένος, ως σαρανταπέντε ετών, ωραίος, ανοικτοπρόσωπος, εξυρισμένος μύστακα και γένειον, πλην ολίγων τριχών υπό τον πώγωνα και προς τον λαιμόν, με παχείαν χρυσήν καδέναν επί του στήθους, αφ’ ης εκρέμαντο μικρόν εγκόλπιον καί τινες βώλοι χρυσού. Ποίας φυλής, ποίου κλίματος ήτο, δυσκόλως ηδύνατο να εικάσει τις. Εφαίνετο αποκτήσας οιονεί επίχρισμα επί του προσώπου, ως προσωπίδα τινά άλλου κλίματος, ευζωίας και πολιτισμού, υφ’ ην ελάνθανε κρυπτομένη η αληθής καταγωγή του. Εβάδιζε με βήμα αβέβαιον, ρίπτων βλέμμα έτι αβεβαιότερον προς τα περί αυτόν πρόσωπα και πράγματα, ως να προσεπάθει να κατατοπισθεί όπου ήτο.

Ενώ προ της δύσεως του ηλίου ηρνήθη, ως διηγείτο ο πλοίαρχος Ιμβριώτης, ν’ αποβιβασθεί εις την πολίχνην, άμα ενύκτωσε παρεκάλεσε τον επί του πλοίου μείναντα ναύτην, όστις, επειδή δεν ήτο εντόπιος, δεν είχε πού να υπάγει, κι έμεινε φύλαξ της σκούνας, να τον αποβιβάσει εις την ξηράν. Ο ναύτης υπήκουσεν. Ο ξένος άφησε την αποσκευήν του, συγκειμένην από τρεις υπερμεγέθεις κασσέλας, εις τον θάλαμον της πρώρας, κι εξήλθεν. Άμα αποβιβασθείς, ευρέθη εις την παραθαλάσσιον αγοράν, κι εκοίταξε δεξιά-αριστερά, ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο. Έξω εις το ύπαιθρον άνθρωποι δεν ήσαν, διότι ήτο ψύχος δριμύ· τα βουνά χιονισμένα ολόγυρα. Ήτο τη 24 Δεκεμβρίου 187… Εκοίταξεν εντός εις δύο ή τρία καπηλεία και καφενεία, είτα εις δύο εμπορικο-παντοπωλεία διφυή, οία τα των χωρίων. Αλλά δεν εφάνη ευχαριστημένος, ως μη αναγνωρίσας αυτά, κι εξηκολούθησε τον δρόμον του. Ανέβη εις την μικράν πλατείαν, έμπροσθεν του ναού των Τριών Ιεραρχών. Εκεί εφάνη ότι ανεγνώρισε το μέρος. Και δεν έκαμε τον σταυρόν του, άμα είδε την εκκλησίαν, αλλ’ εις το σκότος έβγαλε το καπέλον του, και πάλιν το εφόρεσεν, ως να συνήντησε παλαιόν φίλον και τον εχαιρέτα. Είτα προσέβλεψεν αριστερά, είδε το μικρόν οινοπαντοπωλείον του Μπέρδε, κι επλησίασεν. Εστάθη επ’ ολίγας στιγμάς κι εκοίταξεν εντός. Τέλος εισήλθεν. Είναι αληθές ότι δεν είχεν ιδεί τον πλοίαρχον Ιμβριώτην, όστις, καίτοι προς την θύραν βλέπων, εσκιάζετο εν μέρει απ’ αυτούς τους συναδέλφους του, μεθ’ ων συνέπινε, τους στρέφοντας τα νώτα προς την θύραν, κι επεπροσθείτο από άλλον τινά όμιλον ορθών ισταμένων και πινόντων παρά το λογιστήριον, έμπροσθεν του οποίου ίσταντο αι φιάλαι με τα ποτά. Εάν τον είχεν ιδεί, ίσως δεν θα εισήρχετο.

–         Να ο Αμερικάνος, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Ιμβριώτης δείξας τον εισελθόντα προς τους συναδέλφους του.

Οι τέσσαρες εμποροπλοίαρχοι έστρεψαν τους οφθαλμούς προς τον νεωστί ελθόντα και τον εκοίταξαν απλήστως.

–         Μπόνο πράτιγο, σινιόρε, έκραξεν ο Ιμβριώτης· απεφάσισες, βλέπω, κι εβγήκες.

Ο ξένος έκαμε σημείον χαιρετισμού με την χείρα.

–         Πλήιζ κάπτην(ορίστε καπετάνιε), είπεν είς των εμποροπλοιάρχων, ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος, ιδιοκτήτης μεγάλου βρικίου, όστις είχε κάμει δύο ταξίδια εις τον ωκεανόν, μέχρι Λονδίνου, και είχε μάθει οκτώ ή δέκα αγγλικάς φράσεις.

–         Θεγκ-ιού σερ (ευχαριστώ, κύριε), απήντησεν ευγενώς ο ξένος.

Και έρριψε μίαν δεκάραν εις το λογιστήριον, ειπών εις τον παίδα μόνον την λέξιν ταύτην: «ρουμ!» Λαβών δε εις την χείρα το ποτήριόν του, δια να μη δείξει ότι απέφευγε συστηματικώς τους ανθρώπους, επλησίασε προς τον όμιλον, και είπεν ελληνιστί, μετά τινος παχυστομίας και δυσκολίας περί την προφοράν.

–         Ευχαριστώ, κύριοι· δεν είμαι να καθίσω να κάμω τωκ, και δύσκολο σ’ εμένα να κάμω τωκ ρωμέικα.

–         Τι λέει; είπε συνοφρυωθείς ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος· δε θέλει να κάμει τόκα μαζί μας;

Ο ξένος ήκουσε, κι έσπευσε να επανορθώσει την παρανόησιν.

–         Με συμπάθειο, κύριε· είπα, να κάμω τωκ, να κάμω κονβερσατσιόνε, πώς το λένε;

–         Θέλει να πει, δυσκολεύεται να κάμει κουβέντα στη γλώσσα μας, είπεν εννοήσας ο καπετάν Ιμβριώτης.

–         Α! ναι, κουβέντα, είπεν ο ξένος· ξέχασα τα λόγια ρωμέικα.

–         Αντ χουέρ γιου κομ; είπεν ο Κουρασάνος, σολοικίζων αγγλιστί το: πόθεν έρχεσαι;

–         Στην ώρα εδώ ήρθα, απήντησεν ο Αμερικάνος· ύστερα δεν ξέρω, κι άλλα ταξίδια θα κάμω.

Ο καπετάν Κουρασάνος τον εκοίταξε μηδέν εννοών.

–         Δεν κάθεσαι, σινιόρε; είπεν ο Ιμβριώτης· πού θα βρεις καλύτερα;

–         Δεν κάθομαι, πάω να κάμω γουώκ, να φέρω γύρο, πώς το λέτε;

–         Να κάμεις σπάτσιο;

–         Α, ναι, σπάτσιο, είπεν ο ξένος· ναι, βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμέικα.

Έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού, κι εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε πλοίαρχοι έμειναν πλέοντες, μετά την συνδιάλεξιν ταύτην, εις μεγαλύτερον πέλαγος αγνοίας, ή εις όσον πριν είχον αναχθεί εκ των εξηγήσεων του συναδέλφου των Ιμβριώτη.

Εξελθών του καπηλείου ο ξένος, διηυθύνθη προς την Κολώναν, την ισταμένην απέναντι των Τριών Ιεραρχών, εξ ης έδενον το πάλαι τα πρυμνήσια των παραχειμαζόντων εις τον λιμένα πλοίων. Έστρεφε το βλέμμα δεξιά και αριστερά, και τέλος το προσήλωσεν επιμόνως είς τινα μικράν οικίαν, την οποίαν εκοίταξεν επί μακρόν, ως να προσεπάθει ν’ αναμνησθεί και ν’ αναγνωρίσει τι.

Τέλος εισήλθεν εις στενόν δρομίσκον διασχίζοντα την συνοικίαν, κι έγινεν άφαντος.

Εάν εν τούτοις τον παρηκολούθει τις, θα έβλεπεν ότι, αφού προέβη ολίγα βήματα, εστράφη υψηλότερα και ανήλθε, τέσσαρας οικίας ανωτέρω του μικρού οίκου, τον οποίον επιμόνως εκοίταζε πριν, όπου μεταξύ δύο οικιών εσχηματίζετο κενόν τι, εν μέρει θαπτόμενον από λείψανα δύο τοίχων.

Εφαίνετο ότι ήτο χάλασμα, ερείπιον οικίας ου προ πολλού κατεδαφισθείσης. Ο ξένος, αφού εκοίταξε τριγύρω, να ίδει μήπως τον παρετήρει τις, εισήλθε δειλός εις το χάλασμα εκείνο, όπου εις την γωνίαν των δύο τοίχων εφαίνετο κόγχη τις μαυρισμένη, ως να υπήρχεν εστία εκεί το πάλαι. Εισήλθεν ασκεπής, κρατών τον πίλον εις τας χείρας, εγονάτισε, κι εστήριξε το μέτωπον επί των ψυχρών λίθων της γωνίας εκείνης, και αφού έμεινεν επί τρία λεπτά γονυκλινής, ηγέρθη, εσπόγγισε τους οφθαλμούς του, και απεμακρύνθη βραδέως.

Επανελθών πάλιν χαμηλότερον, εστάθη εις το μέσον του δρομίσκου, ου μακράν της οικίας, την οποίαν πριν εφαίνετο ότι εκοίταζεν. Εστάθη, και αφού έρριψε βλέμμα ολόγυρα, ίνα ίδει μή τις τον παρηκολούθει, έτεινε το ούς. Τι ήκουεν άρα γε; Ίσως ήκουε τα διασταυρούμενα και φεύγοντα κατά διαφόρους διευθύνσεις, ως λάλημα χειμερινών στρουθίων, άσματα των παίδων της γειτονιάς, οίτινες επισκεπτόμενοι τας οικίας, έψαλλον τα Χριστούγεννα. Εδώ μεν ηκούοντο οι στίχοι:

                                Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,

                                εβγάτ’, ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται.

εκεί δε αντήχει:

                                 Κυρά μ’, τη θυγατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου.

και αλλαχού:

Ν’ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι.

φωναί αθώαι, άχροοι, χαρωπαί, φωναί παιδικής χαράς και ευθυμίας.

Αίφνης ο ξένος ηναγκάσθη να παραμερίσει, διότι ζεύγος παιδίων, ων το έν εκράτει και φανάριον, αρτίως καταβάντα από μίαν κλίμακα, ήρχοντο προς τα εδώ. Επέστρεψε βήματά τινα οπίσω, προς το μέρος οπόθεν είχεν έλθει. Τα παιδία ήλθαν πλησίον, και ουδέ τον παρετήρησαν καν. Ανέβησαν την κλίμακα εκείνης ακριβώς της οικίας, την οποίαν είχε κοιτάξει διά μακρών ο ξένος, Τούτο ιδών έκαμε κίνημα, κι εστράφη οπίσω πάλιν, μετά ζωηρού ενδιαφέροντος. Εστάθη κι έτεινε το ούς.

Τα παιδία έκρουσαν την θύραν.

–         Να ’ρθούμε να τραγουδήσουμε, θεια;

Μετά μίαν στιγμήν ηκούσθη ένδοθεν βήμα, ηνοίχθη η θύρα, και γραίά τις με μαύρην μανδήλαν προκύψασα, είπε με θλιβεράν φωνήν:

–         Όχι, παιδάκια μ’, τι να τραγ’δήστε από μας; Έχουμε μεις κανένα; Καλή χρονίτσα να’ χετε, κι σύρτε αλλού να τραγ΄δήστε.

Τους έβαλε μίαν πενταρίτσαν εις την χείρα, και τα παιδία έφυγαν ευχαριστημένα, διότι, χωρίς άλλον κόπον, ειμή την ανάβασιν και κατάβασιν της κλίμακος, εκέρδισαν μίαν πεντάραν.

Ο ξένος, αόρατος από τινος γωνίας, είδε την ερρυτιδωμένην εκείνην μορφήν, και ήκουσε την πικραμένην φωνήν εκείνην. Περίεργον δε ότι αφήκε στεναγμόν ανακουφίσεως, εφάνη ως να εχάρει.

Του ήλθε τότε μία ιδέα, την οποίαν, χωρίς να συλλογισθεί πολύ, έβαλεν εις ενέργειαν. Αφού εκλείσθη η θύρα και η γραία έγινεν άφαντος, τα παιδία κατέβησαν την κλίμακα ανταλλάσσοντα λέξεις τινάς.

–         Τώρα έχουμε, βρε Γληόρ’, μια κι εξηνταπέντε.

–         Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπεν ο άλλος, όστις ήτο κάσσα. Από ογδόντα λεπτά.

–         Δε θε-μοιραστούμε κι τ’ν πεντάρα αυτ’νής τς γριάς;

–         Ναι, θε-τ’νε-μοιραστούμε, βρε Θανάσ’· ογδόντα ου ένας κι ογδόντα ου άλλους.

–         Τ’νε-παίρνουμε, βρε Γληόρ’, καρύδια, κι τα μοιραζόμαστε.

–         Κι σα μας δώσ’νε πέντε καρύδια, από πόσα θε-πάρουμε;

Αίφνης ο ξένος επαρουσιάσθη ενώπιον των παιδίων, προτείνων την χείρα και δεικνύων αυτοίς έν τάλληρον.

Τα παιδία, τα οποία δεν είχαν ιδεί άλλοτε άνθρωπον ξυραφισμένον γένεια-μουστάκια, εξαφνίσθησαν, και το έν, το κρατούν τον φανόν, αφήκε μικράν κραυγήν, ενώ το άλλο, του οποίου η τσέπη εβρόντα, ετρέπετο εις φυγήν. Τότε ο Θανάσης, υποπτεύσας ότι, αν έφευγεν ο Γληόρης, ίσως την επαύριον θα εκρύπτετο και δεν θα του έδιδε λογαριασμόν, αφήκε το φανάρι κατά γης, και ήτο έτοιμος να τρέξει, να κυνηγήσει τον φεύγοντα. Μεθ’ ετοιμότητος τότε ο Αμερικάνος επρόφτασε να δείξει εις το φως του φαναρίου το τάλληρον, το οποίον είχεν εις την χείρα, και να είπει:

–         Στάσου· πάρε αυτό ντόλλαρ.

Διχαζόμενον μεταξύ δύο φόβων και δύο επιθυμιών, το παιδίον εστάθη απορούν τι να κάμει, και τα μεν γόνατά του έτρεμαν, η δε όψις του εφαίνετο κάπως φοβισμένη.

–         Δυό λόγια να μου ειπείς θέλω, είπεν <ο> ξένος· αυτό σπίτι, επήγατε απάνου, ποιος ζει;

Το παιδίον δεν ενόησε καλώς.

–         Τι λες, μπάρμπα; είπεν αρχίσαν να λαμβάνει θάρρος.

Ο ξένος έβαλεν εις την χείρα του το τάλληρον, κι επροσπάθησε να εξηγηθεί ευκρινέστερα.

–         Επήγατε τώρα απάνω σπίτι· η γριά στην πόρτα ήρθε, ποιος άλλος μαζί της ζει αυτό σπίτι;

Ο παις εδυσκολεύετο να εννοήσει. Εν τούτοις, αφού έλαβε το τάλληρον, πας φόβος έπαυσε παρ’ αυτώ.

–         Εδώ απάνου, είπεν, είναι η θεια-Κυρατσού· μας έδωκε κι μια πεντάρα. Είναι κι άλλη μια, δε ξέρου τι τ’ν έχει.

–         Θυγατέρα της απάνου μαζί της είναι;

–         Θυγατέρα της πρέπει να ’ναι, ναι.

–         Είναι παντρεμένη θυγατέρα της;

–         Δε ξέρου αν είναι παντρεμένη· μα δε φαίνεται να ’χει άνδρα.

–         Και πόσα χρόνια είναι θυγατέρα της;

–         Δε ξέρου πόσα χρόνια είναι· μα πρέπει να ’ναι καθώς γεννήθηκε ως τώρα.

Και ο παις, αναλαβών τον φανόν του, έφυγε τρέχων, σφίγγων εις την παλάμην του το τάλληρον, μη εμπιστευόμενος να το βάλει εις την τσέπην· έτρεχε δε να εύρει τον Γληόρην, να του ζητήσει το μερίδιόν του. Ο ξένος δεν εδοκίμασε να τον εμποδίσει.

* * *

   Μετά ταύτα ο Αμερικάνος απεμακρύνθη, κατήλθε <εις> την παραθαλασσίαν αγοράν, όπου δύο ή τρία καφενεία είχαν φως, εκοίταξεν εις ποίον τούτων ήσαν ολιγώτεροι θαμώνες, και εισήλθεν εις έν, όπου ένα μόνον άνθρωπον είδε, τον καφετζήν. Ο γέρων, αρτίως ξυραφισθείς, με τον μύστακα στριμμένον, με την βράκαν κοντήν, με υψηλά υποδήματα, με την ποδιάν καθάριον, ητοιμάζετο, φαίνεται, να κλείσει, αλλ’ άμα είδεν εισελθόντα τον Αμερικάνον, τον εκοίταξε μετά περιεργείας. Ούτος παρήγγειλε να του δώσει ρούμι, ρίψας δεκάραν επί του λογιστηρίου. Ιδών ο μπάρμπ’ Αναγνώστης την δεκάραν, ηθέλησε να του επιστρέψει την πεντάραν, αλλ’ ο άνθρωπος είπε: «Νόου! νόου!», και τότε ο καφετζής του έβαλε κι άλλο ρούμι, διά να κλείσει την πεντάραν, ως ενόμιζεν· αλλ’ ο ξένος έρριψεν επί της τραπέζης και άλλην δεκάραν. «Δε θα ξέρει ρωμέικα, ως φαίνεται», εσυλλογίσθη ο μπάρμπ’ Αναγνώστης, και διά να δοκιμάσει του απέτεινεν τον λόγον:

–         Τώρα, νεοφερμένος είστε;

–         Εγώ σήμερα έφθασα, με καπετάν Γιάννη γολέτα.

–         Του καπετάν Γιάννη του Ιμβριώτη;

–         Ναι, ημπορείς ελόγου σου να κάμεις ποντς;

–         Μετά χαράς, είπεν ο μπάρμπ’ Αναγνώστης.

Και προσπαθήσας ν’ ανακαλέσει εις την μνήμην τας αρχαίας γνώσεις του, εδοκίμασε να κατασκευάσει πόντσι, αλλά το ρούμι δεν ήναπτε, και ούτω το προσέφερεν όπως-όπως εις τον ξένον. Ούτος δεν έκαμε παρατήρησιν, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνι επί της τραπέζης.

Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης το έλαβε.

–         Πόσο πάει αυτό;

–         Δεν ξέρω εγώ μονέδα του τόπου, είπεν ο άγνωστος.

Ο γέρων ήνοιξε το συρτάρι του, κι εζήτει αν θα είχεν αρκετά κέρματα διά να δώσει τα ρέστα, αλλά δεν έβρισκε πλείονα των ογδοήκοντα λεπτών εις δεκάρες, πεντάρες και δίλεπτα. Εν τούτοις δεν του εσυγχώρει η συνείδησις να δολιευθεί τον πελάτην, και είπε:

–         Σφάντζικο δεν σας βρίσκεται, κύριε;

–         Δεν έχω εγώ μονέδα άλλη από Αγγλία και Αμέρικα, είπεν ο ξένος.

–         Δεν βγαίνουν τα ρέστα, κύριε. Πάρτε το ασημένιο σας. Αυτό θα πάει, πιστεύω, ως μια και τριανταπέντε, μια και σαράντα. Αύριον μου δίνετε είκοσι λεπτά.

–         Κράτησε το σίλλιν, δε θέλω ρέστα.

Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης έμεινε χάσκων, θεωρών απλήστως τον ξένον. Αλλά την στιγμήν εκείνην εισήλθεν όμιλος εκ τριών ανθρώπων, και σταθέντες έμπροσθεν του λογιστηρίου, διέταξαν να τους δώσει από ένα ποτόν. Ο είς των τριών τούτων ανθρώπων, οινόφλυξ, ετραγουδούσεν ατάκτως:

Ντελμπεντέρισσα Βασίλω,

                                                        στρώσ’ το μπράτσο σου να γείρω…

Ο δεύτερος, γυμνός το στήθος και ανυπόδητος, με τοιούτον ψύχος, ήρχισε να κοιτάζει επιμόνως τον ξένον.

–         Κάπου τον είδα εγώ αυτόν, εμορμύρισε μασημένα.

Ούτοι ήσαν οι αχθοφόροι της πόλεως, οι ίδιοι και διαλαληταί, τριμελής φαιδρά συντεχνία, περνώντες τον καιρόν των να πίνωσι το βράδυ παν ό,τι εκέρδιζαν την ημέραν. Ο τραγουδιστής, αλλάξας αίφνης ρυθμόν και ήχον, επανέλαβεν:

Έβγα να ιδείς, έβγα να ιδείς,

σκύλα, κορμί που τυραγνείς.

–         Εβίβα, παιδιά! και συνέκρουσαν θορυβωδώς τα ποτήρια. Και ο άλλος, ο γυμνόστερνος και γυμνόπους, δεν έπαυε να κοιτάζει επιμόνως τον άγνωστον. Και ο πρώτος εξηκολούθησε να τραγουδεί:

Βασίλω μ’, τα κουμπούρια σου

                                                      με τι τα ’χεις γεμάτα;

                                                                                   βαριά, π’ ανάθεμά τα!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βαρύ βήμα ένδοθεν της αγούσης άνω εις την οικίαν ξυλίνης κλίμακος, ήτις φρακτή με σανίδωμα έκοπτε μίαν των γωνιών του καφενείου. Και εις τα άνω του σανιδώματος υπό το πάτωμα ηνοίχθη θυρίς, και μία κεφαλή με άσπρον σκούφον, με λευκόν μύστακα και με χονδρούς χαρακτήρας επρόβαλεν εκ της θυρίδος.

–         Μα πόσες φορές σ’ το είπα, Αναγνώστη, εξήλθε διά της θυρίδος εκ της κεφαλής της επιφανείσης χονδρή φωνή συμπληρούσα τους χονδρούς χαρακτήρας· δε θα βάλεις γνώση; Χαλνάς την ησυχίαν των νοικοκυραίων! Τι μέρα ξημερώνει αύριο, κι έχουμε τραγούδια και φωνές πάλι; Και <τι> ώρα είναι τώρα;

Ήτο δε ογδόη και ημίσεια. Ο τραγουδιστής της αχθοφορικής τριανδρίας, λαβών τον λόγον, μετά κωμικής σοβαρότητος, είπε:

–         Τώρα θα φύγουμε, καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν το καταδεχόμαστε μεις να σας χαλάσουμε την ησυχία σας.

–         Σώπα εσύ, ζω! έκραξεν ο Αναστάσης.

–         Τώρα αμέσως, καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν μπορώ, βλέπεις, να διώξω τους ανθρώπους, εφώνησεν ο καφετζής.

–          Τέτοια τίμια μούτρα! ανεκάγχασεν από της θυρίδος ο καπετάν Αναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσεριμόνιες μαζί τους.

–         Α! εμείς δεν σας προσβάλαμε, καπετάν Αναστάση· η αφεντιά σου, βλέπω, μας προσβάλλεις, είπεν ο αχθοφόρος.

Και ταπεινή τη φωνή εμορμύρισε:

–         Το νοίκι το θέλεις σωστό, και ξέρεις να το γυρεύεις και μπροστά· μα σα δε βγάλει κι αυτός ο φτωχός μια πεντάρα, πώς θα σ’ το πληρώσει;

–         Σιωπάτε, τώρα έχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, είπεν ο ευσυνείδητος καφετζής· άλλες φορές φαίνεται σκληρός, ο βλοημένος.

Η κεφαλή με τον άσπρον σκούφον εν τω μεταξύ είχε γίνει άφαντος από την θυρίδα, ο δε μπάρμπ’ Αναγνώστης ητοιμάσθη να κλείσει. Οι τρεις αχθοφόροι εξήλθον κρατούμενοι εκ των χειρών και άδοντες. Ο ξένος έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού διά της κεφαλής και είχεν εξέλθει προ αυτών, αλλ’ ο καφετζής τον ανεκάλεσε και του είπε:

–         Και πού θα κοιμηθείτε απόψε; έχετε μέρος να μείνετε; Πού είστε, κύριε; εγώ εδώ θα πλαγιάσω. Αν θα πάτε μες στη σκούνα, καλά, ειδεμή, αν αγαπάτε, μείνατε εδώ, έχει ζέστη.

–         Δεν έχω ύπνο, είπεν ο ξένος· εγώ θα φέρω γύρο, και ύστερα, βλέπουμε.

–         Όποτε αγαπάτε, χτυπήστε μου την πόρτα, να σηκωθώ να σας ανοίξω. Έχω και ρούχα να σας δώσω.

* * *

Την φοράν ταύτην ο Αμερικάνος, διευθυνθείς εις την συνοικίαν εκείνην δι’ άλλου μικροτέρου δρομίσκου, έβλεπε την οικίαν εκείνην, ήτις ήτο το αντικείμενον της μερίμνης του, εκ της ετέρας πλευράς, της νοτιοδυτικής. Αντικρύ του μικρού οικίσκου, παρά τινα γωνίαν γειτονικής οικίας, υπήρχε σωρός τις ξύλων και πετρών, αποκείμενος εκεί τις οίδε προ πόσων χρόνων ως εκ κατεδαφισθείσης οικίας ή ερειπίου καταρρεύσαντος. Επί της προς τα εκεί προσόψεως του οικίσκου έφεγγε μικρόν παράθυρον, με το έν φύλλον κλειστόν, με το άλλο ανοικτόν, και διά της υέλου ηδύνατό τις να ίδει το εσωτερικόν, ανερχόμενος επί τινος υψώματος. Ιδών ο ξένος ότι ο δρόμος ήτο έρημος, και ουδέ σκιά διαβάτου εφαίνετο, ανέβη εις το ύψος του σωρού εκείνου, και με παλμόν καρδίας κατεσκόπευσε τα έσω του οικίσκου. Αντικρύ της υέλου του μικρού παραθύρου, του έχοντος το εν παραθυρόφυλλον ανοικτόν, ήτο η εστία, με ασθενές πυρ καίον, με ένα δαυλόν σπινθηρίζοντα, με το κανδήλι ανημμένον προ των ιερών εικόνων εκεί υψηλά. Παρά την εστίαν εκάθητο γυνή τις, νέα ακόμη, ως εφαίνετο, στηρίζουσα την κεφαλήν της επί της χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Εκίνει δε τα χείλη, και η φωνή της εψιθύριζε κάτι, και ο ψίθυρος απετέλει ελαφρόν μινύρισμα άσματος με ασθενή φωνήν, καθαράν μεν και παρθενικήν, αλλά μαραμμένην· και εις τα ώτα του ξένου έφθασαν ευκρινώς οι δύο ούτοι στίχοι:

Αλλοίμονον κι αλλοί-καημός!

                                       του γεμιτζή ξενιτεμός…

Ο ξένος ησθάνθη πόνον εις την καρδίαν και δάκρυ εις το βλέφαρον. Του ήρθε τότε αποτόμως να καταβεί από τον σωρόν, να τρέξει και ανέλθει εις την οικίαν· διά να κάμει τι; Κι αυτός καλά δεν εγνώριζεν. Εν τοσούτω εκρατήθη. Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη ελαφρός κρότος εις το πάτωμα, τριγμός, ως ν’ ανέβαινέ τις εσωτερικήν κλίμακα, ως να εκλείετο κλαβανή τις. Δευτέρα γυνή, κυρτή, με μαύρην μανδήλαν, γερόντισσα, ήλθε πλησίον της εστίας, και γονατίσασα προ αυτής, έρριπτε ξυλάρια εις το πυρ. Ήτο αυτή εκείνη, ήτις είχε δώσει την πεντάραν εις τα δύο παιδία και τα απέπεμψεν.

–   Δε μαζώνεις το νου σ’, θα πω, δυχατέρα; Ούλο θα κλαις, πλιο;… Τα! τι λογάτε;… Σα σ’ ακούω, δυχατέρα!…ξεχωρίσαμε απ’ τον κόσμο, πλιο… Τι, μοναχή σ’ είσι;… Όντις σ’ εγυρεύανε, τότες που ήτανε σ’νέχ’, που πήε σ’ν Αμέρικα ου προκομμένους, γιατί δε θέλησες κανένανε; Δε σ’ τα ’λεγα εγώ; Γιατί δεν ακούς τ’ μάννα; Σ’ τα ’λεγα, ένα κιριμέ. Τώρα, σα μεγάλωσες, ποιος φταίει; Κι μοναχή σ’ τάχα είσι; Είν’ άλλες μεγαλύτερις. Του Μυγδαλιώ τς Μάχους, κι του Κρουσταλλιώ τς Γιώργινας, τι σ’νέριο τς έχεις εσύ;

Ο ξένος ήτο όλος ώτα, κι εφαίνετο παραδόξως εννοών τι έλεγεν η γραία, μάλλον εξ επιπνοίας και συνειδήσεως, ή από τα ολίγα ελληνικά όσα εφαίνετο να ηξεύρει.

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα και ομιλίαι εις το άκρον της οδού. Δύο άνθρωποι ήρχοντο προς τα εδώ. Ο ωτακουστής έσπευσε να καταβεί από την σκοπιάν του και ν’ απομακρυνθεί. Έφθασεν εις το πέρας του δρομίσκου, και στραφείς δεξιά, ευρέθη πάλιν εις την μικράν πλατείαν προ του ναού των Τριών Ιεραρχών.

* * *

   Το μικρόν καπηλείον, εξ ου ήρχισεν η παρούσα διήγησις, ήτο ανοικτόν ακόμη. Ο Δημήτρης ο Μπέρδες δεν περιεφρόνει και τα μικρά κέρδη, δεν απηξίου καμμίαν πεντάραν ουδέ δίλεπτον. Ωνόμαζε τα τοιαύτα «μικρά δολώματα». Τα άλλα, τα αφ’ εσπέρας, τα ωνόμαζε «παραγαδίσια». Ό,τι βγάλει κανείς , έλεγεν, ή με συρτή, ή με πεζόβολο, καλό είναι. Επεριποιείτο τον κλήτορα και τους χωροφύλακας, εκέρνα νερωμένο κρασί εις την περίπολον ή πολιτοφυλακήν της νυκτός, και του επέτρεπαν να έχει ανοικτά και ως τας ένδεκα, ευρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην να κάθηνται εκεί, παρά να περιέρχωνται την πολίχνην και να κρυώνωσι.

Την ώραν εκείνην ο κάπηλος ίστατο εις το λογιστήριόν του, κι εμέτρει δεκάρας, εικοσιπενταράκια του Όθωνος και σφάντζικα. Το παιδί ο Χρήστος, με την ποδιάν σχεδόν υπο τας μασχάλας περιδεδεμένην, εκοιμάτο όρθιον, νευστάζον την κεφαλήν, ως μικρά δίκωπος φελούκα, σαλευομένη υπο ελαφρού νότου εις την πλευράν της ηγκυροβολημένης βρατσέρας. Ενίοτε τον εξύπνα αποτόμως η κρούσις του ποδός του καπήλου, επαναλαμβάνοντος ηχηροτέρα τη φωνή τας διαταγάς των θαμώνων διά κεράσματα. Και τότε, ως εν υπνοβασία, εκινείτο, εκέρνα, ελάμβανε τας δεκάρας, τας έρριπτε μηχανικώς εις το λογιστήριον, κι επιστρέφων εξηκολούθει την συνέχειαν του ύπνου.

Εν ορχηστρικώ θορύβω, εν φωναίς και αλαλαγμώ, εισήλασεν εις το καπηλείον η εύθυμος συντεχνία των τριών αχθοφόρων της πόλεως, μετά την εκ του καφενείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη αποπομπήν της. Ο είς των τριών, ο Στογιάννης ο Ντόμπρος, σερβομακεδών την καταγωγήν, υπεκρίνετο την αρκούδαν, κι εχόρευεν, ο δεύτερος εκείνος όστις πριν έλεγε τα τραγούδια, ο Παύλος ο Χαλκιάς, είχε μουντζουρωθεί κι έκαμνε τον αρκουδιάρην. Απόκρεως, ναι μεν, δεν ήτο ακόμη, αλλ’ αφού αύριον εξημέρωναν Χριστούγεννα, μετά τα Χριστούγεννα «Άις Βασίλης έρχεται», μετά τον Άι Βασίλη Φώτα, και μετά τα Φώτα εμβαίνει το Τριώδι. Ο τρίτος, ο και πρόεδρος της συντεχνίας, ο Βαγγέλης ο Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, με το παντελόνι συνήθως ανασηκωμένον μικρόν κάτω του γόνατος ίσως εκ της μακράς έξεως του να θαλασσώνει προς εκφόρτωσιν των πλοιαρίων, δεν έπαυε του να συλλογίζεται τον Αμερικάνον. «Μες στο νου μ’ γυρίζει», έλεγε.

Αλλ’ ιδού εισήλθε μετ’ ολίγον κι εκείνος όστις ήτο το αντικείμενον του διαλογισμού του. Διηυθύνθη εις το λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνιον επί του κασσιτέρου τού λογιστηρίου. Ο Μπέρδες το έλαβε.

–         Πόσα πάει αυτό;

Ο Αμερικάνος έκαμε χειρονομίαν αδιαφορίας και είπε:

–         Δεν γνωρίζω του τόπου μονέδα εγώ.

–         Αυτό δεν είναι σύμφωνο με την μονέδα μας και δεν περνάει, είπεν ο κάπηλος· αν θέλετε να σας το πάρω για δραχμή.

–         Άι ντον΄τ κέαρ, εμορμύρισεν ο Αμερικάνος. Και είτα ελληνιστί είπε:

–         Δε με μέλει εμένα αυτό.

Ο Μπέρδες του επέστρεψεν ενενήντα πέντε λεπτά.

Εν τούτοις ο Βαγγέλης ο Παχούμης δεν έπαυσε να κοιτάζει τον άγνωστον. Την στιγμήν εκείνην εστράφη προς τους εν τω καπηλείω και είπε μεγαλοφώνως:

–         Βρε παιδιά, θυμάστε, κανένας από σας, το Γιάννη τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού, που λείπει στην Αμέρικα εδώ κι είκοσι χρόνια;

* * *

   Ακούσας το όνομα τούτο ο ξένος ανεσκίρτησε κι εστράφη άκων προς τον λαλούντα. Εν τούτοις εκρατήθη, προσεπάθησε να δείξει αδιαφορίαν, κι ελθών εκάθισε παρά τινα γωνίαν του καπηλείου. Ήναψε πούρον κι εκάπνιζεν.

Ουδείς απήντησεν εις την ερώτησιν του αχθοφόρου, ης η υποκεκρυμμένη έννοια ελάνθανε πάντας. Ο Βαγγέλης εξηκολούθησε:

–         Πού να θυμάστε σεις! Είσθε όλοι μικρότεροί μου, εξόν απ’ τον μπαρμπα-Τριαντάφυλλο, που δεν είναι ντόπιος, κι εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ήμουν ως δεκαοχτώ χρονών όταν εξενιτεύθηκε ο γυιος του Μοθωνιού, κι εκείνος τότε θα ήτον ως εικοσιπέντε. Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα-δα, θα τον εγνώριζα. Απέθαναν με τον καημό τού Γιάννη τους, κι ο καημένος ο μπαρμπα-Στάθης, κι η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ’ τους! Και το σπιτάκι τους απόμεινε ρείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνου, στης εκκλησιάς το μαχαλά, και μ’ ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνιά που ήτον έναν καιρό η παραστιά τους. Και ο γυιος τους έρριξε πέτρα πίσω του. Μα ως πόσος κόσμος χάνεται, ως τόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε που ήταν και αρραβωνιασμένος;

–         Και ποια είχε; ηρώτησε μετ’ αδιαφορίας ο κλήτωρ της δημαρχίας, αρχηγός της πολιτοφυλακής της νυκτός.

Ο ξένος ήκουε μετά βαθυτάτης προσοχής, αλλ’ εφυλάττετο να στρέψει <το> βλέμμα προς τον λαλούντα.

– Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Και σαν έφυγε και απέρασαν δυο-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά. Μα το Μελαχρώ δε θέλησε κανέναν, όσο που απέρασαν τα χρόνια κι έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. Και με το αχ και με το βαχ, αδυνάτισε τώρα κι εχλώμιανε, μα ως τόσο, όταν η γυναίκα έχει καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρε παιδιά, θα είναι παραπάν’ από τριανταπέντε, και φαίνεται να είναι ως εικοσιπέντε· έτυχε μια μέρα να την ιδώ, που τους κουβάλησα ένα σακκί αλεύρι· όσο την κοιτάζεις, τόσο νοστιμίζει!

–         Έλα, άφ’σέ τα αυτά, Βαγγέλη, είπεν αυστηρώς ο κλήτωρ της δημαρχίας· δεν πάει στα μαγαζιά μέσα να λέμε για φαμίλιες και για κορίτσα.

–         Έχεις δίκιο, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο αχθοφόρος· μα δεν το είπα για κακό.

Η όψις του Αμερικάνου εφαιδρύνθη, και ακτίς ευτυχίας, διαπεράσασα το επίχρισμα εκείνο και την οιονεί προσωπίδα, περί ης είπομεν εν αρχή, ηγλάισε το πρόσωπόν του.

Ο μπαρμπα- Τριαντάφυλλος με τον χωροφύλακα και τους δύο πολίτας φρουρούς, με τα τουφέκια των, ηγέρθη και είπεν αποτεινόμενος προς τον κάπηλον:

–         Έλα κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, αφήστε τους χορούς και τα τραγούδια, παιδιά, δεν είναι απόκριες. Τι μέρα ξημερώνει αύριο; Κλείσε γλήγορα, Δημήτρη, να κοιμηθούν ο κόσμος, θα σηκωθούν τις δυο απ’ τα μεσάνυχτα να παν στην εκκλησιά. Και ο κύριος έχει μέρος να κοιμηθεί τάχα; ηρώτησε δείξας τον Αμερικάνον.

–         Έννοια σ’, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο Βαγγέλης· του είπε ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ο καφετζής να πάει στον καφενέ του να πλαγιάσει. Μη σε μέλει ως τόσο για τον κύριο, προσέθηκε παίξας την ματιά εις τον κλήτορα· αν θέλει μέρος να κοιμηθεί, έχει και παραέχει.

–         Τι τρέχει; ηρώτησε μυστηριωδώς ο κλήτωρ.

–         Είναι από δω, ντόπιος, του είπεν εις το ούς ο Παχούμης.

–         Και πώς το ξέρεις;

–         Είχα δεν είχα, τον γνώρισα.

–         Και ποιος είναι;

–         Εκείνος που σας έλεγα πριν, ο Γιάννης τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού. Όταν ήρθες κι αποκαταστάθηκες εδώ τουλόγου σου, ήταν φευγάτος, και γι’ αυτό δεν τον θυμάσαι. Μα τον πατέρα του, το μπαρμπα-Στάθη, τον έφθασες, θαρρώ.

–         Τον έφτασα. Κάμε γλήγορα, Δημήτρη, επανέλαβε μεγαλοφώνως ο κλήτωρ, κι εξήλθεν.

Οι δύο συναχθοφόροι του Βαγγέλη είχαν παύσει το άσμα και την όρχησιν, και ητοιμάζοντο ν’ απέλθωσιν. Αλλ’ αίφνης ο Βαγγέλης, ελθών πλησίον του Αμερικάνου, του λέγει ταπεινή τη φωνή:

–         Τι μ’ δίνεις, αφεντικό, να πάω να πάρω τα σ’ χαρίκια;

* * *

   Ο ξένος δεν έβαλε την χείρα εις την τσέπην. Αλλά μεταξύ του αντίχειρος, του λιχανού και του μέσου της δεξιάς ευρέθη κρατών μίαν αγγλικήν λίραν. Την έρριψε πάραυτα εις την παλάμην του Βαγγέλη με τόσην προθυμίαν και χαράν, ως να ήτο ο λαμβάνων και όχι ο δίδων.

* * *

   Όταν οι γείτονες της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας εξύπνησαν μετά τα μεσάνυχτα διά να υπάγουν εις την εκκλησίαν, της οποίας οι κώδωνες εκλάγγαζον θορυβωδώς, πόσον εξεπλάγησαν ιδόντες την οικίαν της πτωχής χήρας, εκεί όπου δεν εδέχοντο τα παιδία να τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα αλλά τα απέπεμπον με τας φράσεις, «δεν έχουμε κανένα», και «τι θα τραγουδήστε από μας;», κατάφωτον, με όλα τα παραθυρόφυλλα ανοικτά, με τας υέλους αστραπτούσας, με την θύραν συχνά ανοιγοκλειομένην, με δύο φανάρια ανηρτημένα εις τον εξώστην, με ελαφρώς διερχομένας σκιάς, με χαρμοσύνους φωνάς και θορύβους. Τι τρέχει; Τι συμβαίνει; Δεν ήργησαν να πληροφορηθώσιν. Όσοι δεν το έμαθαν εις την γειτονιάν, το έμαθαν εις την εκκλησίαν. Και όσοι δεν υπήγαν εις την εκκλησίαν, το έμαθαν από τους επανελθόντας οίκαδε την αυγήν, μετά την απόλυσιν της θείας λειτουργίας.

Ο ξενιτευμένος γαμβρός, ο από εικοσαετίας απών, ο από δεκαετίας μη επιστείλας, ο από δεκαετίας μη αφήσας που ίχνη, ο μη συναντήσας που πατριώτην, ο μη ομιλήσας από δεκαπενταετίας ελληνιστί, είχε γυρίσει πολλά μέρη εις τον Νέον Κόσμον, είχεν εργασθεί ως υπεργολάβος εις μεταλλεία και ως επιστάτης εις φυτείας, κι επανήλθε με χιλιάδας τινάς ταλλήρων εις τον τόπον της γεννήσεώς του, όπου επανεύρεν ηλικιωθείσαν, αλλ’ ακμαίαν ακόμη, την πιστήν του μνηστήν.

Έν μόνον είχε μάθει, προ δεκαπέντε ετών, τον θάνατον των γονέων του. Περί της μνηστής του είχε σχεδόν την πεποίθησιν ότι θα είχεν υπανδρευθεί προ πολλού· εν τούτοις διετήρει αμυδράν τινα ελπίδα. Εκ δεισιδαίμονος φόβου, όσον επλησίαζεν εις την πατρίδα του, τόσον εδίσταζε να ερωτήσει απ’ ευθείας περί της μνηστής του, μη δίδων άλλως γνωριμίαν εις κανένα των πατριωτών του, όσους τυχόν συνήντησεν άμα φθάσας εις την Ελλάδα. Επροτίμα ν’ αγνοεί τι έγινεν η μνηστή του, μέχρι της τελευταίας στιγμής, καθ’ ην θ΄απεβιβάζετο εις τον τόπον της γεννήσεώς του και θα προσήρχετο εις ευλαβή επίσκεψιν εις το ερείπιον, όπου ήτο άλλοτε η πατρώα οικία του.

* * *

   Μετά τρεις ημέρας, τη Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, ετελούντο, εν πάση χαρά και σεμνότητι, οι γάμοι του Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά της Μελαχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.

Η θεια-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν, επ’ ολίγας στιγμάς, χρωματιστήν «πολίτικην» μανδήλαν, διά ν’ ασπασθεί τα στέφανα. Και την παραμονήν του Αγίου Βασιλείου εσπέρας, ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς τους διερχομένους ομίλους των παίδων:

–         Ελάτε, παιδιά, να τραγ’δήστε!

(1891)

107 Σχόλια to “Ο Αμερικάνος, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη”

  1. Πριν το διαβάσω, μια διορθωσούλα στα εισαγωγικά: γκεμιτζή (gemici, gemi=πλοίο) ο ναύτης στα τούρκικα.
    Και του χρόνου, παιδιά!

  2. π2 said

    Καλά Χριστούγεννα σε όλους, με υγεία και οικογενειακή θαλπωρή.

  3. spiral architect said

    Καλημέρα και Καλά Χριστούγεννα σε όλους τους συνδαιτυμόνες του σαραντάκειου ιστολογίου και στο Νικοκύρη του. 🙂

    H ξενομανία της εποχής δια της σκωπτικής γραφίδας του Παπαδιαμάντη: … βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμέικα. … 😀

  4. Νέο Kid Στο Block said

    «..Για τη ναυτοσύνη δάσκαλο εἶχα
    ένα γεμιτζή απὸ τη Δολίχα
    … »
    λέει ο μπαρμπα-Κόλιας. (μάλλον λίγο ειρωνικο/απαξιωτικό το «γεμιτζής» . Ο αθαλάσσωτος ναύτης είναι γεμιτζής.)

    Sol invictus! Carbo invictus! Carpe diem! 🙂

  5. ktzavolaki said

    Καλημέρα και Χρόνια Πολλά σε όλους! Χρήστος ή Χρίστος; Και γιατί γιορτάζει σήμερα; Αν είναι από το χρηστός = καλός, γιατί ανέβασε τον τόνο;

  6. oxtapus said

    Reblogged this on Oxtapus *beta.

  7. nirevess said

    Πολύ όμορφο διηγηματάκι! Ευχαριστούμε και χρόνια πολλά.

  8. Καλημέρα χρόνια πολλά

    #1
    αυτό το γκέμι-πλοίο, σχετίζεται με το γκέμι-χαλινάρι ;

  9. Ορεσίβιος said

    Καλά Χριστούγεννα Νικοκύρη και φίλοι.

    Ποίας φυλής, ποίου κλίματος….

  10. Αρκεσινεύς said

    Χρόνια πολλά και καλά, Νικοκύρη.
    Χρόνια πολλά σε όλους τους αγαπητούς σχολιαστές του ιστολογίου.

    . Του πρωτογεμιστή η γυναίκα το Μάη μήνα χήρεψε.
    >>πράτιγο Αμοργιανά:πράτικο η συνεχής επίσκεψη κάπου, που καταντάει ενοχλητική μας ήπιασε πράτικο και δεν ξεκολλά,
    το ρ. πρατικάρω πηγαίνω σε ένα μέρος συνέχεια. Εχει λερωμένη τη φωλιά του κι γι΄αυτό δεν πρατικάρει .

    >>νευστάζων την κεφαλήν: αμοργιανά κουτουμίζω άραγε < κατουμίζω >ξίκικα Υπάρχει η φράση «ξίκι να γίνει» :χαλάλι, ό, τι έγινε έγινε.

    .

  11. Αρκεσινεύς said

    9. στο τέλος έγινε μπέρδεμα με περικοπή.

    .>>νευστάζων την κεφαλήν: αμοργιανά κουτουμίζω άραγε < κατουμίζω <κατουμίζω >ξίκικα. Υπάρχει η φράση “ξίκι να γίνει” :χαλάλι, ό, τι έγινε έγινε.

  12. Αρκεσινεύς said

    10,11. Συνεχίζεται η περικοπή, οπότε:

    >>νευστάζων την κεφαλήν: στ’ αμοργιανά κουτουμίζω άραγε από κατουμίζω από κατωμίζω;

  13. sarant said

    Καλημέρα, καλά Χριστούγεννα, καλές γιορτές σε όλους με υγεία, ευτυχία, οικογενειακή θαλπωρή, ό,τι άλλο επιθυμείτε!

    10-11: Αρκεσινέα, ό,τι μπαίνει μέσα σε γωνιώδεις αγκύλες χάνεται ανεπιστρεπτί.Πρέπει να το γράψεις χωρίς αγκύλες.

    1: Στα ελληνικά όμως γεμιτζής. Αλλά, Δύτη, αυτό ήταν εύκολο, τον κερεμέ θέλουμε να μας ξεδιαλύνεις.

    8: Όχι, δεν πρέπει να έχει σχέση με το γκέμι (gem).

    5: Καλημέρα, χρόνια πολλά! Ο τόνος στα ονόματα ανεβαίνει για να μη συμπίπτει με το ουσιαστικό, έτσι: λαμπρός – Λάμπρος, σταυρός – Σταύρος, φαιδρός – Φαίδρος, και χριστός – Χρίστος ή χρηστός – Χρήστος. Το όνομα και τις δυο παραλλαγές τις ορθογραφικές δεν το έχω μελετήσει όσο πρέπει κι έτσι δεν μπορώ να πω πιο πολλά.

  14. 13 Θα ορκιζόμουν πως είχες γράψει yemici αντί για gemici!

  15. Χρόνια Πολλά και καλά Χριστούγεννα στο Νικοκύρη και όλους τους φίλους!

  16. sarant said

    14: Το άλλαξα αφού!

  17. # 13

    Ναι αλλά αβ δεν μπορεί ν’ ανέβει…κατεβαίνει !

    Δικαίος από δίκαιος

  18. Κασσάνδρα said

    Χρονια πολλά Νικοκύρη!
    Να είσαι καλά, και να μας ευφραίνεις( σωστά το έγραψα;),καρδιά και νού.

  19. Κασσάνδρα said

    @13 #5
    ,ένας γνωστός μου ονόματι Χρήστος,έλεγε ότι γράφεται με η γιατί είναι καλός,και ο Χριστός με ι γιατί έχει το χρίσμα,είναι χρισμένος.

  20. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλά Χριστούγεννα σε όλους και στον Νικοκύρη του σπιτιού εύχομαι χίλια χρόνια να ζήσει!
    Εξαιρετική η επιλογή του διηγήματος! Ο Παπαδιαμάντης μας είναι πάντα επίκαιρος και απαραίτητος.

  21. Ο Καβάφης ψηφίζει Χρίστο, πάντως. 🙂
    (Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ακόμα δεν πρόλαβα να διαβάσω το διήγημα…)

  22. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Καλημέρα και χρόνια πολλά σε όλους και όλες, και ο Νικοκύρης του ιστοσπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει.

    Και μια και ακούω ένα ωραίο τραγουδάκι απο τα παλιά, το αφιερώνω στην γυναίκα μου που γιορτάζει, και σε όλη την Νικοϊστοπαρέα.

    Σας αφήνω, έχω ραντεβού με μια γαλοπούλα, και δεν είναι σωστό να την στήσω.

  23. sarant said

    21: Είναι ένα από τα άρθρα στα οποία θα παραπέμπω αν αξιωθώ και γράψω το άρθρο μου 🙂

  24. Τώρα το διάβασα. Τι ωραίο!
    Δεν έχω δυστυχώς κάτι για το κεριμέ. Πρόσεξα τα σαλαμετλίκια, που θα είναι τα κεράσματα που έφτασε ο καπτάνιος σώος και ασφαλής (σελαμέτ=ασφάλεια). Η κλαβανή τι είναι; Κάτι σαν καταπακτή-καπάντσα που λένε στη Σάμο;
    Α ναι, και ένας σερβομακεδών.

    Υποθέτω ότι οι μελετητές του ρεμπέτικου θα έχουν αποδελτιώσει τα στιχάκια που παραθέτει ο Παπαδιαμάντης, ακόμα περισσότερο στα αθηναϊκά διηγήματα.

  25. Mindkaiser said

    Χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και τις φίλες του ιστολογίου.

    Ο Αμερικάνος είχε ανέβει από τον Θανάση Σαράντο πριν από μερικά χρόνια στο Ίδρυμα Κακογιάννη. Ήταν ενδιαφέρουσα παράσταση με μία ιδιαίτερη μουσική επένδυση από το συνθέτη Λάμπρο Πηγούνη. Νομίζω είχε πάει καλά σαν παράσταση, όπως άλλωστε και τα άλλα δύο δραματοποιημένα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Το μόνο της ζωής του ταξείδιον». Θετικές νότες σε μία μουντή εποχή. 🙂

  26. Mindkaiser said

    Του Βιζυηνού τα δύο τελευταία βεβαίως, βεβαίως. *facepalm*

  27. Αρκεσινεύς said

    24. Στην Αμοργό υπήρχε παλιά η ευχή πάντα σαλαμέτθι <σαλαμέτι <τουρκ. selᾶmet (ασφάλεια, σωτηρία) : με την ευχή μου, με το καλό.

  28. Χρόνια πολλά, ὑγεία, χαρά, εὐτυχία καὶ ἀγάπη γιὰ ὅλους!

  29. […] Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μας αρέσει να συνεχίζουμε μια παλιά συνήθεια και να βάζουμε ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. …  […]

  30. christos k said

    Χρόνια πολλά σε όλους!!

  31. IN said

    Χρόνια πολλά με υγεία και χαρά στον ιδιοκτήτη του ιστολογίου και όλους!

    Πολύ ωραίο και συγκινητικό το σημερινό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περιγραφή της ζωής ενάμιση, σχεδόν, αιώνα νωρίτερα. Παρατηρήσεις χωρίς ιδιαίτερη σειρά:
    – «ξίκικα», που λέει στην αρχή, τα ελλιποβαρή προϊόντα. Εκ του Τουρκικού eksik, λέει. «Ξίκ’ να γέν'» έκφραση με την έννοια «ας πάει στην ευχή, δεν του δίνω σημασία» στην Κοζάνη.
    – Παρατηρούμε ότι τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα νωρίς το βράδυ, όχι το πρωί , όπως σήμερα. Ίσως, ακούσια, να έχουμε και μια επιστροφή στην παράδοση, γιατί εγώ θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια ξυπνούσαμε από τις 5 – 6 το πρωί να πάμε να πούμε κάλαντα, ενώ παρατηρώ ότι τώρα τα παιδιά βγαίνουν πολύ πιο αργά. Αν συνεχιστεί έτσι, θα ξαναφτάσουμε να τα λέμε βράδυ 🙂
    – Επίσης, 2 η ώρα τα χαράματα πήγαιναν στην εκκλησία, όχι παίζουμε.
    – Η γιαγιά, η πεθερά του Αμερικάνου, λέγεται Κυρατσώ, παλιό γυναικείο όνομα από το οποίο και το επίθετο του παλιού βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μερκούρη Κυρατσού, που τον θυμάται ο Νίκος γιατί το όνομα τού φαίνεται παράξενο.
    – «ένα κιριμέ» όχι «κερεμέ» λέει η Κυράτσω στην κόρη της, αλλά φυσικά μπορεί το ένα ή και τα δύο «ε», να γίνονται «ι» λόγω προφοράς. Περίεργο μου φαίνεται, όμως, να σημαίνει, «όλα μαζί», εμένα μου φαίνεται λογικότερο να σημαίνει «έναν καιρό» δηλαδή κάποτε.»Κάναν καιρό» για το κάποτε λένε στην Κοζάνη, εξ ού και το επίθετο «καναγκαιρίσιος»=παλιός, παλιομοδίτικος. Kerim=ελεήμων μεταφράζει το google από τα Τούρκικα, αλλά προδήλως άσχετο.
    – Ενδιαφέρον που έναν αιώνα και πλέον προ Ευρώ ο κόσμος δέχεται και δίνει χωρίς πρόβλημα διάφορα νομίσματα. Φυσικά, βοηθάει το γεγονός ότι τότε όλα ήταν από πολύτιμο μέταλλο…

  32. χαρη said

    ο Αμερικάνος είχε γίνει (δεκαετία τού 60 ( ; )) ταινία με την Αντιγόνη Βαλάκου (στο γιουτούμπ πάντως που το βρήκα βλέπω ότι το σενάριο έχει γίνει από συνδυασμό δύο ( : «Αμερικάνος» και «Μετανάστης»))

    προσωπικά περιμένω τις απόψεις σου για το Χρήστος/Χρίστος (εγώ πιστεύω ότι εδώ ο Καβάφης κάνει λάθος, (δεδομένων και τών (αρχαιότερων τού χριστιανισμού) επιγραφών «χαίρε χρηστέ» (μεγαλογράμματη) αλλά θέλω ν’ ακούσω τα δικά σου)

    και χρόνια πολλά!

  33. χαρη said

    διορθώνω παπαδιαμάντειους τίτλους : όχι «μετανάστης» αλλά «τύχη από την αμερική» (το δεύτερο κατά γ.τ., δεν το θυμάμαι εγώ, το μπέρδεψα με τήν «μετανάστι», ή με τον τίτλο της ταινίας, μού φαίνεται…)

  34. Μαρία said

    ένα κιριμέ =διαρκώς μεταφράζει 🙂 ο Τριανταφυλλόπουλος
    Άλλοι τύποι γκεριμές, κεριμές, γκιαρμές ακόμα και τζερεμές βλ Καραποτόσογλου, Δυσετυμολόγητα της νέας ελληνικής, Βυζαντινά 15 (1989), όπου και οι ετυμολογίες που έχουν κατά καιρούς προταθεί. Κατά τον ίδιο πιθανόν απ’ το görenek = συνήθεια.
    Λεπτομέρειες εντός:
    https://ejournals.lib.auth.gr/BYZANTINA/article/view/2506/2533

  35. sarant said

    Της γαλοπούλας χωνευθείσης, ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    34: Α μπράβο, τα δικά μου τα κιτάπια είναι μακριά.

    33: Και μάλιστα «Τύχη από την Αμέρικα».

    32: Ελπίζω να μην ξεχάσω για τον Χρι/ήστο.

  36. Ας επισημάνουμε και το «επεπροσθείτο», που εγώ τουλάχιστον πρώτη φορά το βλέπω. Να λοιπόν από πού βγαίνει η επιπρόσθησις (occultation) άστρων ή πλανητών από τη Σελήνη…
    Επίσης, ως παρατήρηση για την εξέλιξη των (γλωσσικών) μας ηθών, ο δεύτερος καφετζής (και μόνον αυτός) μιλάει στον πληθυντικό στον Αμερικάνο.
    Χρόνια πολλά σε όλους και από μένα!

  37. Καλά χριστούγεννα σε όλους, χρόνια πολλά στους εορτάζοντες…

  38. π2 said

    32: Κι εγώ πιστεύω πως κάνει λάθος ο Καβάφης, αλλά το ζήτημα δεν εξαρτάται μόνο από το αρχαίο ονομαστικό, αλλά και από το πότε ξανάγινε δημοφιλές το όνομα.

  39. Αρκεσινεύς said

    35α. Να εμπιστεύεστε και τον λαό, όχι μόνο τον φιλόλογο: συνέχεια, διαρκώς.

  40. Αρκεσινεύς said

    Γράφει ο Τριανταφυλλίδης (τα οικογενειακά μας ονόματα 158 σημ.220):

    Το Χρίστος γράφεται από πολλούς και Χρήστος, με την ιδέα πως σχηματίστηκε από το χρηστός. Είναι αλήθεια πως βρέθηκε ένα Χρήστος και σε αρχαία επιγραφή, αλλά είναι απίθανο πως από εδώ έρχονται το χριστιανικό Χρίστος και τα παράγωγά του Χριστόδουλος, Χριστοδούλη, Χριστάκης, Χριστίνα, Χριστούδα, Χριστόφιλος,Χριστόφιλος κτλ.

  41. π2 said

    40: Δεν σφάλλει μόνο στα πραγματολογικά ο Τ. (δεν είναι ένας Χρήστος, είναι πάρα πολλοί, συνηθισμένο όνομα ήταν), σφάλλει και στον συλλογισμό του. Το γεγονός ότι μαρτυρείται, από αρκετά παλιά αν δεν κάνω λάθος, η γραφή Χρήστος σ’ αυτό και μόνο το όνομα συνηγορεί υπέρ της διαφορετικής του προέλευσης. Από πού κι ως πού να το συνδέσουν με το χρηστός, λέξη που δεν ήταν στη νέα ελληνική και η πιο συνηθισμένη;

    Πάντως η προέλευση του (νεοελληνικού) Χρήστος και η σωστή ορθογραφία του είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.

  42. IN said

    Ο Αμερικάνος δίνει στον Μπέρδε ένα σελίνι (Βρετανικό βέβαια, τι άλλο;) κι εκείνος κάνει ότι δεν περνάει, τελικά όμως το δέχεται συνυπολογίζοντάς το σε αξία μίας δραχμής. Έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιος έκλεψε ποιον: Μία δραχμή της εποχής (δεκαετία 1870) ισοδυναμούσε με 5 γραμμάρια ασήμι, καθαρότητας 0,900 (9/10). Αυτό προκύπτει από τον νόμο ΣΔ/1867. Η Βικιπαίδεια μας πληροφορεί ότι ένα Βρετανικό σελίνι της εποχής περιείχε 5,655 γραμμάρια ασήμι καλύτερης καθαρότητας (0,925). Με άλλα λόγια, ο Αμερικάνος έδωσε ένα νόμισμα που περιείχε (ή θα έπρεπε να περιέχει, αν δεν ήταν πολύ φθαρμένο) 5,230875 γραμμάρια καθαρό ασήμι, και υπολογίστηκε σαν δραχμή, περιεκτικότητας 4,5 γραμμαρίων καθαρού ασημιού. Με άλλα λόγια, το νόμισμα που έδωσε υπολογίστηκε στο 86% της αξίας του, περίπου. Ο Μπέρδες έκλεψε τον Αμερικάνο, αλλά όχι και πάρα πολύ.

  43. Μαρία said

    36
    Κι εγώ εδώ είχα συναντήσει το επιπροσθέω/ούμαι και είχα δει στο λεξικό και την επιπρόσθηση.
    Πρόκειται βέβαια για μια απ’ τις ελληνικούρες του Παπαδ. όπως και παρακάτω «περιεφρόνει» αλλά «επεριποιείτο» στην ίδια μάλιστα παράγραφο. Επίσης «επροθυμήθη».

    24
    Τώρα είδα την ερώτηση για την κλαβανή (και γκλαβανή σε μας απ’ την κλαβανή>γκλ… εννοείται). Ναι, αλλά όχι οποιαδήποτε καταπακτή, αυτή που καπακώνει σκάλα εσωτερική.

  44. Αρκεσινεύς said

    31. Τα κάλαντα στην Αμοργό λέγονται την παραμονή το βράδυ: Καλήν εσπέρα , άρχοντες. Νομίζω πως την παραμονή λέγονταν παλιά, αλλά μάλλον λόγοι ασφαλειας για τα παιδιά μετατέθηκε ο χρόνος των καλάντων.
    Και η ακολουθία του Επιταφίου παλιά ξεκινούσε γύρω στα μεσάνυχτα, αλλά (νέον τυπικόν της Μ.Εκκλησίας) «δια τον λόγον ότι πολλοί εν ταις πόλεσι δυσκολεύονται περί το μεσονύκτιον να καταλίπωσι τας οικίας αυτών , ήρξατο προς οικονομίαν και
    ευκολίαν πάντων, η συνήθεια του τελείν την ακολουθίαν του όρθρου καθ’ ην αώραν και των νυμφίων, ήτοι περί την εβδόμην ώραν της νυκτός».
    Πάντως ο Κουκουλές γράφει πως » οι Βυζαντινοί παίδες περιερχόμενοι τας οικίας από βαθείας πρωίας μέχρι δείλης οψίας μετ’ αυλών και συρίγγων έλεγον τα κάλανδα».

    Η ακολουθία των Χριστουγέννων ξεκινά σήμερα στις 5 ή το πολύ στις 6 το πρωί.

    >>είς των τριών, ο Στογιάννης ο Ντόμπρος, σερβομακεδών την καταγωγήν, υπεκρίνετο την αρκούδαν, κι εχόρευεν, ο δεύτερος εκείνος όστις πριν έλεγε τα τραγούδια, ο Παύλος ο Χαλκιάς, είχε μουντζουρωθεί κι έκαμνε τον αρκουδιάρην. Απόκρεως, ναι μεν, δεν ήτο ακόμη, αλλ’ αφού αύριον εξημέρωναν Χριστούγεννα, μετά τα Χριστούγεννα «Άις Βασίλης έρχεται», μετά τον Άι Βασίλη Φώτα, και μετά τα Φώτα εμβαίνει το Τριώδι.

    Διαβάζω στον Κουκουλέ που αναφέρεται στα κάλαντα: Επειδή κατά την ημέραν αυτήν, ως και τας κατά τας επομένας του Δωδεκαημέρου, εγίνοντο αι μεταμφιέσεις, δια τούτο και μετημφιεσμένοι, ησβολωμένον έχοντες το πρόσωπον, έκρουον τας θύρας δια φωνών και αστεϊσμών, ενοχλητικοί εις οικοδεσπότας γινόμενοι.

  45. Αρκεσινεύς said

    43 < σλαβ. glava κεφάλι ή < σλαβ. klavanie κρύπτη.

  46. sxoliko said

    Σας πρόλαβα. Το (ξανα)διάβασα χθες βράδυ. Ωραία η ατμόσφαιρά του:ο «αρτίως ξυραφισθείς», «η υποκεκρυμμένη έννοια ελάνθανε πάντας», «ο από δεκαετίας μη επιστείλας»… αλλά πολύ χάπι εντ. Γιατί να το ‘γραψε ο Παπαδιαμάντης; Ίσως γιατί ήταν απίθανη περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο;

  47. χαρη said

    35 : “Τύχη από την Αμέρικα”, σωστά (αμ (γι’ αυτό) δεν μού πήγαινε με τίποτα ο άλλος τίτλος για παπαδιαμάντης)

    38 (+41) την ξέρω την άποψή σου, είχα ρίξει μια ματιά στη λεξιλογία (νομίζω έγινε κι ένα γκαδέρωμα) – αλλά το «δεν είναι ένας Χρήστος, είναι πάρα πολλοί» δεν τόλμησα να το γράψω εγώ γιατί μολονότι είχα την ίδια εντύπωση δεν θυμόμουν τώρα πού είχα διαβάσει ή δει εικόνες παλιότερα που μέ επεισαν γι’ αυτό (συγκεκριμένα, εγώ τη μια, που είχα δει, επιγραφή (μεγαλογρ.) «χαιρε χρηστε» την είχα διαβάσει κατευθείαν «χαίρε χρήστε» – αν και αυτό δεν αποτελεί απόδειξη για τίποτα – αλλά κάτι λέει εν πάση περιπτώσει)

    πάντως για το «από το πότε ξανάγινε δημοφιλές το όνομα» νομίζω ότι μπορούμε να έχουμε και την προσέγγιση πως (αλλ’ αυτό εξυπονοεί πως εννοούμε ότι το χρήστος προήλθε από το χρηστός, με το οποίο αν σέ κατάλαβα καλά εσύ διαφωνείς) πως εφόσον η λ. χρηστός ήταν σε διαρκή χρήση και μάλιστα χωρίς να υποστεί μεγάλη μετάλλαξη στο νόημα, λογικόν να γίνει το όνομα ανθρώπου κάποια στιγμή «χρήστος» , με ητα – είπαμε, (και έχει σημασία ότι μιλάμε για) προχριστιανικά.

  48. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    Χαίρε Χάρη!

  49. π2 said

    47: Το (αρχαίο τουλάχιστον) Χρήστος ασφαλώς προέρχεται από το χρηστός.

  50. π2 said

    Υπάρχει και νεομάρτυρας Άγιος Χρήστος (του 18ου αιώνα), ο οποίος στη μοναδική σχετική πηγή (Κωνσταντίνου Δαπόντε του μετονομασθέντος Καισαρίου, Πατερικόν του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Διαλόγου πάπα Ρώμης, Βενετία 1780) ορθογραφείται κανονικότατα με ήτα. Αντιγράφω από σχετικό άρθρο (122-23):

    Ένας λοιπόν Χριστιανός, Χρήστος το όνομά του,
    αληθινά δούλος Χριστού κατά το θέλημά του,
    ως τεσσαράκοντα χρονών κατά την ηλικίαν,
    περιβολάρης ήτονε απ’ την Αρβανιτίαν.

    Άρα Χρήστος από παλιά, ακόμη κι όταν η συσχέτιση με τον Χριστό ήταν ρητή και συνειδητή.

  51. Raptakis Dimitrios said

    Νίκο, συνεχίζοντας το νήμα από τους κουραμπιέδες, θυμούμαι σε κάποιο διήγημα του Κυρ-Αλέξαντρου να κάνουν την εμφάνισή τους λοκμάδες, όπως τους λένε κι οι κουμπάροι στο νησί…

    Χρόνια Πολλά σε όλους!

  52. Χρόνια Πολλά από Αμέρικα, λοιπόν!

  53. sarant said

    49: Όταν όμως οι περισσότερες μαρτυρίες είναι σε επιγραφές, πώς ξέρουμε τον τονισμό; Μήπως γιαυτό λέει ο Τριαντ. ότι υπάρχει ένας μόνο προχριστιανικός Χρήστος;

  54. π2 said

    53: Ο αναβιβασμός του τόνου στα αρχαία ανθρωπωνύμια που προέρχονται από επίθετα είναι ο κανόνας. Ομολογώ πως δεν έχω βρει συστηματική εξέταση του θέματος σε αρχαίους γραμματικούς και ασφαλώς υπάρχει ένα στοιχείο αυθαιρεσίας στην επιλογή αυτή, αλλά από τη στιγμή που η αρχαία φιλολογική παράδοση τονίζει πάντοτε π.χ. Γλαύκος, Πύρρος, Ξάνθος, δεν βλέπω κανέναν λόγο να θεωρήσουμε πως υπάρχει εξαίρεση ειδικά στο Χρήστος.

  55. @21,32,38 Για τα (αποδιδόμενα) στον Κ. Καβάφη γραπτά επιτρέψατέ μου μια κάποια επιφύλαξη.
    Εχω μια έκδοση (Ζηκάκης 1923) »Ανθολόγιο νεοελληνικής ποίησης» όπου 12 ποιήματα (τα 2 αποκηρυγμένα) του Κ.Κ. έχουν σημαντικές διαφορές/τροποποιήσεις συγκρινόμενα με τα της γνωστής δίτομης έκδοσης του Ικαρου, σε επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη.
    Είναι δυνατόν οι τροποποιήσεις να έγιναν από τον Κ.Κ. μεταξύ των ετών 1923-1933?

  56. Yannis said

    Καλησπέρα, Χρόνια Πολλά!

    Πολύ ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις για το ανέβασμα (ή το κατέβασμα) του τόνου σε ονόματα.

    Η γραφή του ονόματος Χρή(ί)στος με έχει προβληματίσει όπως επίσης και η δημοφιλία του.
    Με τίς λίγες γνώσεις που έχω, δε μπορώ να θυμηθώ κάποιο διάσημο ιστορικό πρόσωπο που να έφερε αυτό το όνομα πριν το 18ο αιώνα. Περίεργο δεν είναι (αν το όνομα προέρχεται από το Χριστός) ενώ έχει μεσολαβήσει το Βυζάντιο; Ιδιαίτερα όταν απαντώνται τα σύνθετα, π.χ. Χριστόφόρος;
    Τα σχόλια του π2 ενισχύουν την (διαισθητική) άποψή μου ότι το όνομα ίσως να έγινε δημοφιλές από σλάβους/αρβανίτες, γι’ αυτό ίσως είναι συνηθέστερο σε περιοχές της Ελλάδας όπου οι λαοί αυτοί είχαν υπεροχή.
    Να προχωρήσω πιο τολμηρά τις υποθέσεις μου; Μήπως οι Βυζαντινοί διατήρησαν την παλιά συνήθεια να ονομάζουν/βαφτίζουν Χρηστούς τους αιχμαλώτους/δούλους/υπηρέτες που θα πρέπει να προέρχονταν (σε μεγαλύτερη αναλογία) από αυτούς τους λαούς κι έτσι το όνομα διατηρήθηκε και κάποια στιγμή έγινε δημοφιλές ανάμεσά τους;

    Κάποιος βυζαντινολόγος ας μας διαφωτίσει. Ποιος είναι ο πρώτος διάσημος που φέρει αυτό το όνομα;

    Οπως και να ‘χει Χρόνια Πολλά σε όλους τους Χρήστους, Χρίστους και Χριστίνα (Χρηστίνες υπάρχουν;)

  57. sarant said

    53: Συμφωνώ για το ανέβασμα του τόνου στο κύριο όνομα, αλλά όταν βλέπεις «ΧΑΙΡΕΧΡΗΣΤΕ» πού ξέρεις ότι δεν είναι «χρηστέ»;

    55: Μήπως οι διαφορές της έκδοσης του Ζηκίδη οφείλονται στον Ζηκίδη;

    56: Παλιότερα έγραφαν και «Χρηστίνα».

  58. π2 said

    57α: Δεν καταλαβαίνω. Ποιος υποστήριξε ότι δεν είναι χρηστέ στην περίπτωση αυτή; Αφού είναι επίθετο.

  59. Yannis said

    50. Σύμφωνα με το συναξαριστή υπάρχει και παλαιότερος νεομάρτυρας Χρήστος (17ος αι.)
    http://www.synaxarion.gr/gr/l/23/sxsaintlist.aspx
    http://www.synaxarion.gr/gr/sid/302/sxsaintinfo.aspx
    Κι αυτός με καταγωγή από τα γεωγραφικά όρια (Πρέβεζα).

    Οι δε Χριστίνες (σύμφωνα με την ίδια πηγή) γράφονται με ι.

  60. sarant said

    58: Αρα στις ανευρέσεις που λες είναι αναμφίβολα κύριο όνομα, έτσι;

    59: Εδώ πάντως λέει «Χρηστίνης μάρτυρος»
    http://books.google.gr/books?id=zGpVAAAAYAAJ&q=%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82&dq=%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82&hl=el&sa=X&ei=eFG7UrvFBKmq0QWZj4HQDQ&ved=0CDUQ6AEwAA

  61. Ρουμλ. said

    Χρόνια πολλά.
    Η λ. κιριμές-κερεμές ως gιρ’μές ήταν ζωντανή στο ιδίωμα του ημαθιώτικου κάμπου, με τη σημασία της (μεγάλης) ποσότητας.
    Π.χ. -Έδουκα στ’ αρνίθχια έναν gιρμέν καλαμπούκ’. Ίσως από την τουρκ. goremek (το -ο- με δυο τελείες), που σημαίνει όμως συνήθεια, επίρρ. διαρκώς, εξακολουθητικώς.

  62. π2 said

    60: Ασφαλώς. Κύρια ονόματα είναι οι 226 Χρήστοι του LGPN. Η στερεοτυπική φράση «χρηστὲ χαῖρε» ή «ο Χ, χρηστός» των επιτυμβίων είναι τελείως άλλη ιστορία. Ας βάλω μερικά παραδείγματα:

    Γραμματέας της βουλής και του δήμου Χρήστος (στ. 42).

    Αυρήλιος Χρήστος, ανήγειρε επιτύμβιο για τον αδερφό του.

    Χρήστος γιος του Τελεσφόρου, αναθέτης μνημείου.

  63. sarant said

    62: Τότε καμιά αμφιβολία!

    61: Χρόνια μας πολλά, ευχαριστώ!

  64. π2 said

    Υπάρχουν άραγε μελέτες συχνότητας ή έστω καταγραφής των ονομάτων στους νεότερους χρόνους;

  65. Yannis said

    60@59: Δε βλέπω πουθενά «Χρηστίνης μάρτυρος» στο λινκ που έδωσες, αλλά πιστεύω ότι το είδες.
    Ψάχνοντας για άλλα ονόματα εμφανίζονται.
    Το ψαχτήρι του δεν είναι πολύ ευαίσθητο. Για το «χρήστου» και «χριστου» (χωρίς τόνο) μου βγάζει τα ίδια αποτελέσματα.

  66. χαρη said

    50 : αυτός ο Χρήστος είναι Αρβανίτης λοιπόν, και συνδυάζεται με το 56 (μόνο που δεν καταλαβαίνω ακριβώς γιατί να ονομάζουν τούς δούλους «χρηστούς»)

    πάντως με όλες αυτές τις πληροφορίες εμένα ενισχύθηκε η άποψή μου ότι τό «Χρήστος» υπήρχε σαν όνομα ανθρώπου ανεξαρτήτως «Χρίστού»

    (συνεπώς ( : 50 ) «Άρα Χρήστος από παλιά, ακόμη κι όταν η συσχέτιση με τον Χριστό ήταν ρητή και συνειδητή»

    αξιοπερίεργη πάντως για μένα η εμμονή τού Καβάφη εδώ σε μια θρησκευτικότροπη (σικ) ερμηνεία – το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όταν έγραφε πεζά, και δη «δοκίμια» θυμόταν περισσότερο (επέτρεπε στον εαυτό του) τα ήθη της οικογένειας ή τής μάνας του…

  67. Yannis said

    66. Μα χρηστός είναι ο χρήσιμος (και κατόπιν ο καλός).
    http://www.tlg.uci.edu/lsj/#eid=117711&context=lsj&action=from-search

  68. sarant said

    65: Έχει τρεις ανευρέσεις αλλά είναι κακοκομμένα τα αποσπάσματα.

  69. Yannis said

    68. Βρήκα το βιβλίο στην Ανέμη και τα εντόπισα.
    Ιδιοτροπία του Γεδεώ(νος) 🙂 η γραφή αυτή;

    Ευχαριστώ!

  70. Γς said

    66:
    Καβάφης[…] επέτρεπε […] τα ήθη της οικογένειας ή τής μάνας του…

    επέστρεφε συχνά στα ήθη κλπ.
    😉

  71. sarant said

    69: Το έχω δει σε πολλά παλιά κείμενα. Αν γράφει κανείς «Χρήστος» δεν είναι παράλογο να γράψει «Χρηστίνα».

  72. Η Προσωπογραφία του Βυζαντίου (PBE I 641-867) δεν έχει Χρήστο, μόνο Χριστόφορους.
    Στο Προσωπογραφικό Λεξικό της εποχής των Παλαιολόγων υπάρχει μόνο ένας Χρήστος (PLP 30994) από τα Βραγγιανά με αβέβαιη χρονολόγηση στον 15ο αιώνα ή και αργότερα. Στην Τουρκοκρατία πάντως το όνομα είναι συνηθισμένο.

  73. Yannis said

    69. Κι εγώ τό έχω δει γραμμένο σε κάποια κείμενα.
    Η (προβοκατόρικη) παρατήρηση ήταν για να δούμε από πού ξεκίνησε 🙂

    72. Ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
    Τί ήταν άραγε ο Χρήστος από τα Βραγγιανά;

    Να προσπαθήσω να συνοψίσω;
    Το όνομα Χρήστος υπήρχε στην αρχαιότητα.
    Οι (Χριστιανοί) Βυζαντινοί, μάλλον, δε χρησιμοποιούν το όνομα Χρίστός, αλλά μόνο παράγωγά του.
    [Λογικό μου φαίνεται, η ευσέβειά τους δεν επιτρέπει να ονομάζουν άλλους Χρίστούς (ή Ιησού), αλλά μόνο Χριστοφόρους.]
    Ο πρώτος γνωστός Χρήστος εμφανίζεται στα χρόνια όπου το Βυζάντιο καταρρέει (από περιοχή που έχει σημαντικό μη ελληνόφωνο/ελληνικό πληθυσμό;).
    Μάλλον η παρανόηση ότι το όνομα προέρχεται από το Χριστό έχει γίνει πολύ νωρίτερα. Πολύ αργότερα θα αλλάξει και η γραφή «ίνα πληρωθή» το Μπαμπινιώτειον ότι η ορθογραφία πρέπει να συμβαδίζει με την ετυμολογία 🙂

  74. χαρη said

    70, προσεκτικός αναγνώστης!

    73 : μ’ αρέσει η «σύνοψη» (για το «χρήσιμος/καλός» έχεις δίκιο, μετά το σκέφτηκα) αλλά οι Χρήστοι στο 62. δεν είναι π.Χ.;

  75. Yannis said

    74: Ναι, έτσι μοιάζει, ο ένας, μάλλον, Ρωμαίος (ο π2 θα ξέρει καλύτερα).
    Κι υποθέτω πως εννοείς ότι δε μοιάζουν για δούλοι (γραμματέας, αναθέτης μνημείου).
    Αλλά ο π2 στη αυτοαναφορά του 🙂 στο σχόλιο 38 ε.ν. (ενεστώτος νήματος) αναφέρει ότι στην αρχαιότητα ήταν συνηθισμένο όνομα δούλων.
    Κάνω τις υποθέσεις μου και ελπίζω ότι θα μας διαφωτίσει άμα τη εγέρσει του.
    Ηταν απελεύθεροι; Καλοπληρωμένοι υπηρέτες; Εξαιρέσεις;

  76. tamistas said

    Χριστός ετέχθη! Χρόνια πολλά!

  77. sarant said

    73 τέλος: 🙂

  78. π2 said

    75: Στο σχόλιο στο οποίο παραπέμπω στο αυτοαναφορικό σχόλιο λέω ότι μαρτυρούνται και κάμποσοι Χρήστοι π.Χ. αλλά και ότι όλοι οι αρχαίοι Χρήστοι που είδα, ακόμη κι όταν είναι μετά Χριστόν, δεν είναι χριστιανοί. Η κοινωνική θέση είναι δύσκολο να διαγνωσθεί από το όνομα και μόνο. Μπορεί κάποιος να φέρει τα ρωμαϊκά tria nomina, άρα τύποις να είναι Ρωμαίος πολίτης, αλλά να είναι απελεύθερος και να πήρε το όνομα γένους του πρώην κυρίου του. Όταν μιλάμε δε για την περίοδο μετά το 212 μ.Χ. τα ρωμαϊκά ονόματα γένους δεν λένε τίποτε, γιατί όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας γίνονται επισήμως Ρωμαίοι, και όταν δεν έχουν όνομα γένους ονομάζονται Αυρήλιοι (το όνομα γένους του Καρακάλλα που έβγαλε το σχετικό διάταγμα). Οπότε ενώ υπό άλλες συνθήκες θα λέγαμε α, ρωμαϊκό όνομα γένους άρα απόγονος, π.χ. Ιταλιωτών που μετανάστευσαν για μπίζνες στην Ανατολή ή Έλληνες που είχαν πάρε δώσε με τον Ρωμαίο διοικητή και πήραν τιμητικά τη ρωμαϊκή πολιτεία, ο Σαλονικιός Αυρήλιος Χρήστος στον οποίο παραπέμπω ανήκει μάλλον στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα: ένας Αυρήλιος μες στο σωρό των Αυρηλίων, ο νεκρός αδερφός του έχει παρατσούκλι κλπ.

    Όσο για τα ονόματα δούλων, υπάρχουν ονόματα που απαντούν σχεδόν αποκλειστικά σε δούλους (π.χ. ονόματα θεών), ονόματα που απαντούν κατά κανόνα σε δούλους, αλλά δεν είναι σπάνια και σε ελεύθερους (όλα τα παράγωγα της κόπρου, επίθετα που δηλώνουν τη βοήθεια προς τον κύριο, επίθετα δηλωτικά καταγωγής, επίθετα δηλωτικά μιας επιθυμητής πτυχής του χαρακτήρα) και επίθετα που είναι κοινά και σε δούλους και σε ελεύθερους. Ένα από τα συχνότερα μακεδονικά ονόματα είναι Παράμονος: η ευχή μέσω του ονόματος να παραμείνει κάποιος εν ζωή ή κοντά στον ονοματοδότη αφορά και ελεύθερα παιδιά και δούλους.

  79. #73
    Ο Χρήστος λεγόταν Αθανασίου ήταν δάσκαλος και μνημονεύεται σε σημείωμα χειρογράφου γραμμένο από κάποιον Γεώργιο Γρηγορόπουλο.
    Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί θα πρέπει να του κοτσάρουμε και μια εθνικότητα από τη στιγμή που το πιθανότερο είναι ο άνθρωπος να ονόμαζε τον εαυτό του «Ρωμαίο». Και πώς προκύπτει ότι τα Άγραφα ο ο πληθυσμός ήταν μη ελληνόφωνος;
    Κατά τα άλλα, με απασχολεί πώς από το Χρήστο προήλθε ο Κίτσος (το οποίου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι…).

  80. χαρη said

    75 : αρχικά εγώ πίστευα ότι το χρηστός, απ’ το οποίο (πίστευα ότι) προήλθε το Χρήστος είχε λίγο-πολύ τη σημασία που τού δίνουμε σήμερα (δλδ «καλός» «ευσεβής» «σεμνός» κλπ) αλλά μετά όλες τις εξηγήσεις που ακολούθησαν, από π2 κυριως, το βρίσκω πολύ λογικό και σαν όνομα κάποιου που «υπηρετεί και είναι χρήσιμος» (πιθανώς οι «κύριοι» ονόμαζαν τους «δούλους» και βάσει ευσεβών πόθων, ή κάνοντας έκκληση στη φιλοτιμία τους)

    ειδικά το 78. (και ειδικά οι «Αυρήλιοι») εξαιρετικά διαφωτιστικό (και χρηστό τουτέστι χρήσιμο) 🙂 (ο Μάρκος Αυρήλιος άραγε ανήκε στο «γένος τού Καρακάλλα» ; ) (οι γνώσεις μου ελλιπέστατες επ’ αυτού και δεν μπορώ να ψάξω!)

  81. Yannis said

    Καλησπέρα!

    78 και 79: Ευχαριστώ για τις πληροφορίες. Ανεξάντλητη πηγή γνώσεων αυτό το ιστολόγιο!

    79: Διευκρίνηση: Εγραφα παραπάνω ότι όσα υποστήριξα για την δημοφιλία του ονόματος, τα υποστήριξα διαισθητικά, δηλαδή έχω την εντύπωση ότι το όνομα απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα σε Αλβανούς ή Βουλγάρους. Και για τα Αγραφα αναρωτήθηκα (έβαλα ερωτηματικό).

    80: Μάλλον, το αντίστροφο ισχύει: Ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν προγενέστερος.

  82. gt said

    Υπήρχε τέτοια καταγωγή; Δεν είναι μεταγενέστερο εφεύρημα του Τίτο και των σλαβοεαμοσυμμοριτοκουμουνιστώνανε;

  83. Βασιλικη Γκαβελλα said

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ .ΜΟΛΙΣ ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΟΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ.ΔΎΣΚΟΛΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ!!! ΑΛΛΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΘΑΝΑΤΙΚΟ;;;ΙΣΩΣ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ.ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

  84. χαρη said

    81 α, ευχαριστώ Yannis

  85. gt said

    Ο είς των τριών, ο Στογιάννης ο Ντόμπρος, σερβομακεδών την καταγωγήν

    Υπήρχε τέτοια καταγωγή; Δεν είναι μεταγενέστερο εφεύρημα του Τίτο και των σλαβοεαμοσυμμοριτοκουμουνιστώνανε;

    (Νίκο, σβήσε το Νο 82 (22.43))

  86. sarant said

    Δεν το είδα εγκαίρως και τώρα πρέπει να αλλάζω αρίθμηση, δεν πειράζει, ας μείνει.

  87. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Τον Αμερικάνο διάλεξα και διάβασα πέρυσι στις πεθεροθείες,στο σχετικό λακιρντί με τον καφέ και τα γλυκά, μετά το γεύμα των Χριστουγέννων. Τον αγαπούν (και) οι παλιές τον Παπαδιαμάντη, λόγω σχέσης με την εκκλησία αλλά αρέσκονται και στη γλώσσα που τη λογιάζουν κάπως σαν αρχοντοκαθαρεύουσα. Φέτος (χθες) τους αφηγήθηκα την ιστορία από δω ,με το «σουφρωμένο» γαλόπουλο που του έφαγε μόνο το συκώτι ο άγιος κοσμοκαλόγηρός τους. Γέλασαν βέβαια αλλά πρόλαβα να δω και μια αστραπιαία αμφιβολία μαζί με την έκπληξη στο βλέμμα 🙂 . Οι νεότεροι ξεκαρδίστηκαν εννοείται και στους πιο πιο νέους είπα πού το διάβασα κι ότι ξέσπασε λόγιος καυγάς και προσεχώς η συνέχεια. Μπήκατε στα σπίτια μας κύριε Σαραντάκο, και τί ωραία!
    O AMERIKANOS ήταν και τίτλος ταινίας μικρού μήκους του Χρήστου Δήμα (1999)

  88. sarant said

    A, πολύ με κολακεύεις, σ’ ευχαριστώ!

  89. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Παρακαλώ σας. Καθόλου κολακία, Μακάρι να τσιγκλιστούν να παρακολουθούν.Μόνο να ωφεληθούν έχουν.

  90. Yannis said

    64. Δοκίμασα κάτι πολύ πρόχειρο.
    Εψαξα τον τηλεφωνικό κατάλογο (11888.ote.gr) για Χρήστους σε 38 πόλεις της Ελλάδας. Υπάρχουν καταχωρημένοι 0.87 Χρήστοι ανά 100 δημότες σ’ αυτές τις πόλεις (στοιχεία απογραφής 2011 για Καλλικρατικούς δήμους).
    Η Εδεσσα προηγείται με 2.5%. Ακολουθούν Κόνιτσα (1.34%), Καρπενήσι (1.30%), Αρτα και Τρίπολη (~1.25%).
    Στην άλλη άκρη είναι Αγρίνιο και Ρέθυμνο (0.27%), και η Χίος (0.20%).

  91. sarant said

    Τόσο γρήγορα βγαίνουν αυτά τα στοιχεία; Εντυπωσιάζομαι!

  92. spiral architect said

    @90: Στον κατάλογο υπάρχουν και 56 Χρίστοι!
    (παρ’ εκτός κι αν αυτός που έκανε την εισαγωγή των στοιχείων, τους πληκτρολόγησε λάθος)

  93. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    «…ημπορείς ελόγου σου να κάμεις ποντς;» Και λίγο παρακάτω, πόντσι. Στα μέρη μου το τιμούν πολύ το χειμώνα. Καμιά ιδέα για την προέλευση της ονομασίας αυτού του τσιπουροκοκτέιλ;

  94. 93ποντς

  95. sarant said

    93: Με πρόλαβε ο Λούκυ Δύτης, Ποντς νομίζω έχει σχέση με το πέντε το ινδικό.

  96. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    Το punch, εγώ τουλάχιστον, το έμαθα από τις αμερικάνικες ταινίες, αλλά θα ήταν δυνατό το παραδοσιακό πόντζ(ι) να προέρχεται από εκεί; Πολύ κοσμοπολίτικο μου κάνει.

  97. Ακου πράματα! Ομόρριζο δηλαδή το ποντς με το πέντε! Γηράσκω αεί διδασκόμενος!

  98. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    Όπου πόντζι, καυτό νερωμένο τσίπουρο με ζάχαρη ή μέλι. Για τους μερακλήδες σερβίρεται φλαμπέ (στο διήγημα, του καφετζή δεν του βγήκε η φλόγα!).

  99. Εμείς πάλι στα φοιτητικά πάρτι του ’90 το λέγαμε σανγκρία, τρέχα γύρευε γιατί. Το ποντς εμένα θα μου θυμίζει πάντα μια σκηνή από τον «Δεκαπενταετή πλοίαρχο» του Βερν, όπου ένας γεροπαραλυμένος βασιλιάς στην Αφρική αρπάζει φωτιά από το φλεγόμενο ποντς που του ετοιμάζει κάποιος τυχοδιώκτης. Υπήρχε και η σχετική γκραβούρα.

  100. 99 Και να η σχετική γκραβούρα: http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k164330p/f293.image

  101. Yannis said

    Γεια σας.

    91: Οπως ανέφερα, ήταν κάτι πολύ πρόχειρο… Πήρε μια ώρα(;), περισσότερο σαν παιχνίδι (άφησα το πνεύμα των γιορτών να με κυριεύσει 🙂 ).

    92. Τα στοιχεία στο λινκ είναι από τον επαγγελματικό κατάλογο, κύτταξα στον ονομαστικό.
    Είδα, επίσης, ότι είτε Χρήστος είτε Χρίστος, μου έβγαζε και τα δυο.

    100. Κι εγώ έχω συνδέσει το ποντς με αυτό το βιβλίο. Πρώτη φορά βλέπω την (original?) εικονογράφηση. Ευχαριστώ!

  102. Λοιπόν, να πω την αλήθεια, δεν το περίμενα ότι θα ήμασταν δύο!

  103. Yannis said

    102. Σίγουρα είμαστε πολύ περισσότεροι. Αλλά δε θα ασχοληθώ άλλο με τα δημογραφικά 🙂

  104. Πάνος με πεζά said

    @25 : Ξανανεβαίνει αυτές τις μέρες, από τον ίδιο. στον ίδιο χώρο.

  105. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    104 για το
    25. >>Ο Αμερικάνος είχε ανέβει από τον Θανάση Σαράντο πριν από μερικά χρόνια στο Ίδρυμα Κακογιάννη.
    Η τελευταία κυριακάτικη παράσταση συμπίπτει ημερολογικά με το φινάλε του διηγήματος

  106. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>ο γεμιτζής δεν γεμίζει, είναι ο ναύτης -τουρκικό δάνειο, gemici.

    Μαργελεμένε γεμιτζή

  107. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    106.Γεμετζή τον λέει παρακάτω το κείμενο του τραγουδιού.
    Για το γεμιτζή-ναύτη ,που υπάρχουν κι άλλα παραδοσιακά όπως «του γεμιτζή το φίλημα» :
    ο Γεμιτζής (Λέσβου)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: